Ακροϊνόν: To Βυζάντιο τσακίζει το σπαθί του Ισλάμ…


Οι Άραβες αποτέλεσαν τη μεγαλύτερη απειλή για την ύπαρξη της Βυζαντινής αυτοκρατορίας μέχρι την έλευση των Τούρκων. Μετά τις αρχικές τους επιτυχίες και την κατάκτηση της Αιγύπτου, της Παλαιστίνης και άλλων βυζαντινών εδαφών, στόχος τους ήταν η κατάκτηση της Βασιλίδας των πόλεων, της Κωνσταντινούπολης.








Η μάχη του Ακροϊνού (ή Ακροϊνόν ή Ακροηνόν) έλαβε χώρα στο Ακροϊνό της Φρυγίας, κοντά στο σημερινό Αφιόν Καραχισάρ, στην δυτική άκρη του μικρασιατικού υψιπέδου, το 740, μεταξύ των δυνάμεων της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και των Ομεϋαδών Αράβων.


Αν και απέτυχαν, δυο φορές, δεν πτοήθηκαν και συνέχισαν να εκστρατεύουν στη Μικρά Ασία, με σκοπό να περιορίσουν τη βυζαντινή κυριαρχία, μέχρι τις ακτές του Βοσπόρου και, αφού προετοιμαστούν, να επιτεθούν και πάλι στην Πόλη και από εκεί να περάσουν στην Ευρώπη, θέτοντάς της την ολόκληρη υπό τον ζυγό του Ισλάμ.

Από το 723 μ.Χ. το χαλιφάτο βρισκόταν υπό τον δραστήριο Χισάμ ιμπν Αμπντ αλ Μαλίκ, ο οποίος ήταν ορκισμένος εχθρός των Βυζαντινών. Έτσι, σε τακτά χρονικά διαστήματα, επιχειρούσε μεγάλης κλίμακας επιθέσεις στη Μικρά Ασία, με τελικό σκοπό την κατάκτηση της Πόλης, την οποία είχε αποτύχει να καταλάβει ο αδερφός του Μασλαμά, το 717-18 μ.Χ.

Λέων Γ΄ ο Ίσαυρος
Το 740, μετά από ορισμένες επιτυχείς επιδρομές, κατά των Βυζαντινών, ο αλ Μαλίκ αποφάσισε να εξαπολύσει μια μεγάλης κλίμακας επίθεση. Για τον σκοπό αυτό συγκέντρωσε 90.000 φανατικούς μουσουλμάνους πολεμιστές εισέβαλε στη Μικρά Ασία.

Ο αυτοκράτορας Λέων Γ ο Ίσαυρος, είχε πληροφορίες για την εχθρική επιδρομή, αλλά, έχοντας να αντιμετωπίσει απειλές και στο ευρωπαϊκό μέτωπο, δεν ήταν σε θέση να συγκεντρώσει τόσο μεγάλες, αντίστοιχα, δυνάμεις.
 Συγκέντρωσε περί τους 15-20.000 άνδρες, κυρίως των αυτοκρατορικών – επίλεκτων – ταγμάτων και τάγματα από το Θέμα των Ανατολικών (Φρυγία, δυτική Καππαδοκία).

Ο 55χρονος αυτοκράτορας πήρε μαζί του και τον 22χρονο γιο και διάδοχό του Κωνσταντίνο Ε’, τον λεγόμενο Κοπρώνυμο, γνωστό και ως πρώτο Βουλγαροκτόνο.
Οι Άραβες εισβολείς χώρισαν τις δυνάμεις τους σε τρία τμήματα. Ένα τμήμα 10.000 ανδρών στάλθηκε να λεηλατήσει τις παράκτιες ελληνικές πόλεις της Κιλικίας.
Ένα άλλο τμήμα, 20.000 ανδρών, υπό τους στρατηγούς αλ Μπατάλ και ιμπν Σουαίμπ, κινήθηκε προς τη Φρυγία, ως εμπροσθοφυλακή της κύριας δύναμης – 60.000 άνδρες – που διοικούσε ο ίδιος ο χαλίφης.

Σύμφωνα με το χρονικό του Θεοφάνους του Ομολογητή, την βασική πηγή για τα γεγονότα, η συνολική δύναμη των Ομεϋαδών ανερχόταν σε 90.000 άντρες, χωρισμένων σε τρεις στρατιές. 10.000 ελαφρά οπλισμένοι εστάλησαν υπό τον αλ-Γαμρ ιμπν Γιαζίντ να επιδράμουν στα δυτικά παράλια, ακολουθούμενοι από 20.000 υπό τον Αμπντ Αλλάχ αλ-Μπαττάλ και τον αλ-Μαλίκ ιμπν Σουάιμπ, που προήλσαν προς το Ακροϊνόν (σημ. Αφιόν Καραχισάρ). Η κύρια δύναμη, περίπου 60.000 άντρες, υπό τον Σουλαϊμάν, επέδραμαν στην Καππαδοκία

Ο Λέων και ο Κωνσταντίνος είχε επιλέξει να καταστήσουν βάση τους τη Φρυγία, γιατί η επαρχία αυτή βρίσκεται στο κέντρο του μικρασιατικού υψιπέδου και από εκεί μπορεί να κινηθεί μια δύναμη προς κάθε κατεύθυνση. Ο αυτοκράτορας, παλαιός πολεμιστής ο ίδιος, είχε αποστείλει αναγνωριστικά αποσπάσματα ελαφρών ιππέων – οι πρόγονοι των περίφημων Ακριτών – προς κάθε κατεύθυνση, ώστε να γνωρίζει, κάθε στιγμή, που βρισκόταν οι Άραβες.

Έτσι πληροφορήθηκε πως ο χαλίφης είχε μοιράσει στα τρία την στρατιά του και αποφάσισε, ελισσόμενος επί εσωτερικών γραμμών (ελιγμός που σε πάμπολλες περιπτώσεις χρησιμοποίησαν οι Βυζαντινοί και όχι μόνο και «αντέγραψε» ο Μέγας Ναπολέων), να πλήξει το τμήμα των 20.000 ανδρών.

Γνώριζε ότι το τμήμα των 10.000 Αράβων δύσκολα θα μπορούσε να εκπορθήσει τις καλά οχυρωμένες παράκτιες πόλεις, ενώ δεν διέθετε την απαραίτητη δύναμη να αναμετρηθεί με τους 60.000 άνδρες του χαλίφη. Εξάλλου, ακόμα και αν το επιχειρούσε, θα κυκλωνόταν, με την σειρά του, από το τμήμα των 20.000 Αράβων.


Έτσι ο αυτοκράτορας κινήθηκε προς την πόλη Ακροϊνόν, όπου συνάντησε την ισοδύναμη αραβική δύναμη και την διέλυσε. Από τους 20.000 Άραβες, 13.200, σύμφωνα με τον ιστορικό Θεοφάνη, έπεσαν στη μάχη, μαζί με τους στρατηγούς τους. Οι υπόλοιποι, κακήν-κακώς, υποχώρησαν και ενώθηκαν με τις δυνάμεις του χαλίφη, ο οποίος οργισμένος διέταξε να λεηλατήσουν τα πάντα.

Και σε αυτό όμως απέτυχε, καθώς ο Λέων και ο νεαρός Κωνσταντίνος, εφαρμόζοντας τώρα τακτικές ανταρτοπόλεμου, καταπονούσαν απίστευτα τους Άραβες και εξόντωναν κάθε μεμονωμένο απόσπασμα. Χιλιάδες Άραβες σφάχθηκαν σε ενέδρες και άλλοι 20.000 αιχμαλωτίστηκαν.

Η μάχη ήταν σημαντική επιτυχία της ρωμιοσύνης , καθώς ήταν η πρώτη νίκη σε εκ παρατάξεως μάχη που πέτυχαν κατά των Αράβων. Θεωρώντας την ως ένδειξη θείας εύνοιας, η νίκη βοήθησε στο να ενισχυθεί η προσήλωση του Λέοντα στην εικονομαχική πολιτική που είχε πρόσφατα υιοθετήσει. Ως επακόλουθο της μάχης, οι Ρωμιοί  επίσης άρχισαν να υιοθετούν μια πιο επιθετική στρατηγική, και εξαπέλυσαν επίθεση κατά της αραβικής βάσης της Μαλάτειας το επόμενο έτος. Το 742 και το 743, οι Ομεϋάδες εκμεταλλεύτηκαν έναν εμφύλιο πόλεμο μεταξύ του Κωνσταντίνου Ε΄ και του στρατηγού Αρτάβασδου, και επέδραμαν σχετικά απρόσκοπτα στην Μικρά Ασία, αλλά οι αραβικές πηγές δεν αναφέρουν ιδιαίτερα επιτεύγματα. Η αραβική ήττα στο Ακροϊνόν παραδοσιακά θεωρείται από την έρευνα ως μια "αποφασιστική" μάχη και ένα "σημείο καμπής" των Αραβορωμέικων πολέμων, που είχε ως αποτέλεσμα να μειωθεί η αραβική πίεση επί της Αυτοκρατορίας

Ήταν ένας θρίαμβος για τους Βυζαντινούς και μάλιστα ένας θρίαμβος που κερδήθηκε με πολύ μικρές, δικές τους, απώλειες. Ταπεινωμένος ο χαλίφης πήρε τον δρόμο της επιστροφής.



Ο αραβικός κίνδυνος πάντως θα παρέμενε ζωντανός για δύο ακόμα αιώνες, μέχρι που ο Νικηφόρος Φωκάς, ο Ιωάννης Τσιμισκής και ο Βασίλειος Βουλγαροκτόνος, έφτασαν και πάλι τα όρια της αυτοκρατορίας στη Μεσοποταμία.Μέρος του κειμένου από το www.defence-point.gr





ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝ

ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΚΑΝΟΝΙΚΑ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΣΤΟ ΚΙΝΗΤΟ ΚΛΙΚ ΕΠΑΝΩ ΤΗΣ