Δάρας Μεσοποταμίας ,βρέθηκε βυζαντινή κιστέρνα του 6ου αιώνα


Η Βυζαντινή κιστέρνα βρίσκεται κάτω από αχυρώνα στη νοτιοανατολική Μικρά Ασία -Β.Μεσοποταμία 

Οι ανασκαφές στην Βυζαντινή πόλη της Δάρας στην Βόρεια Μεσοποταμία έχουν αποκαλύψει μία κιστέρνα του 6ου αιώνα της Βυζαντινής περιόδου σε έναν χώρο που χρησιμοποιείται  σήμερα από τους κατοίκους ως αχυρώνας
Οι υπεύθυνοι  δήλωσαν  ότι οι ανασκαφικές εργασίες συνεχίζονται στην περί 3,000-ετών  βυζαντινή πόλη Δάρας και  ότι το μεγαλύτερο μέρος  της ρωμαϊκής (Βυζαντινής ) περιόδου πόλης της Δάρας παρέμεινε κάτω από τα σπίτια του παρακείμενου οικισμού .
Ενώ οι ανασκαφές συνεχίζονται στη Δάρα, αντικείμενα από την Ρωμαϊκή (Βυζαντινή) και την
Περσική περίοδο της πόλεως  έρχονται στο φως. Οι τελευταίες ανασκαφές ανακάλυψαν την κιστέρνα της  ρωμαϊκής (Βυζαντινής) εποχής, η οποία είναι 18 μέτρα βάθος και 15 μέτρα σε πλάτος. Αυτό το μέρος ήταν γεμάτο με χώμα που αργότερα άδειασε. Το ερειπωμένο μέρος και το  έδαφος του έχει πια αποκατασταθεί Επίσης διαπίστωσαν ότι η δεξαμενή πληροί τις ανάγκες σε νερό για τους επισκέπτες που ερχόντουσαν  στην πόλη .
Αυτό που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον σχετικά με αυτή την κιστέρνα  είναι ότι βρίσκεται πίσω από τα οχυρωματικά τείχη μήκους  τεσσάρων χιλιομέτρων που βρίσκονται στο δυτικό τμήμα της πόλης. ,εκεί όπου ακόμα κι αν οι επισκέπτες που ερχόντουσαν στην Δάρα  δεν τους δινόταν  άδεια να εισέλθουν στην πόλη ,μπορούσαν να έχουν παροχή σε νερό και  πιστεύουν ότι η δεξαμενή χτίστηκε για αυτόν το λόγο να καλύψει δηλαδή τις ανάγκες τους σε νερό.


Δάρας Μεσοποταμίας



Η Δάρας ήταν μία σημαντική βυζαντινή πόλη-οχυρό στη βόρεια Μεσοποταμία στα σύνορα με την Αυτοκρατορία των Σασσανιδών. Σήμερα είναι αρχαιολογικός τόπος της Τουρκίας κοντά στα σύνορα με την Συρία. Λόγω της μεγάλης στρατηγικής σημασίας είχε εξέχουσα θέση στις βυζαντοπερσικές συγκρούσεις του 6ου αιώνα, με την περίφημη Μάχη της Δάρας που έλαβε χώρα μπροστά στα τείχη της.
Κατά τη διάρκεια των πολέμων του αυτοκράτορα Αναστασίου το 502-506, τα βυζαντινά στρατεύματα τα πήγαν άσχημα εναντίον των Σασσανιδών Περσών. Σύμφωνα με το συριακό χρονικό του Ζαχαρία της Μυτιλήνης, οι βυζαντινοί στρατηγοί αντιμετώπισαν δυσκολίες σχετικά με την έλλειψη μιας ισχυρής βάσης στην περιοχή, σε αντίθεση με τους Πέρσες, οι οποίοι κατείχαν την μεγάλη πόλη της Νίσιβις η οποία είχε εκχωρηθεί από τους βυζαντινούς στους Πέρσες το 363.

Ως εκ τούτου το 505 ο αυτοκράτορας Αναστάσιος αποφάσισε να χτίσει το οχυρό της Δάρα, μόλις 18 χιλιόμετρα δυτικά από την Νίσιβη και μόλις 5 χλμ από τα πραγματική σύνορα με την Περσία, για να είναι ένα καταφύγιο για το στρατό στο οποίο θα μπορούσαν να ξεκουραστούν, και να  προετοιμαστούν  αλλά  και να προφυλαχθούν από τις επιδρομές των Περσών και των Σαρακηνών. Εργάτες και μηχανικοί από όλη τη Μεσοποταμία συγκεντρώθηκαν και εργάστηκαν με μεγάλη βιασύνη. Η νέα πόλη χτίστηκε πάνω σε τρεις λόφους, στο υψηλότερο βρισκόταν η ακρόπολη, προικισμένη με μεγάλες αποθήκες, ένα δημόσιο λουτρό, και τις δεξαμενές νερού. Πήρε το όνομα "Αναστασιούπολις και έγινε η έδρα του βυζαντινού δούκα της Μεσοποταμίας.


Σύμφωνα με τον Προκόπιο η βιαστική κατασκευή των αρχικών τειχών οδήγησε σε κακή ποιότητα της κατασκευής, και οι ακραίες καιρικές συνθήκες της περιοχής επιτείναν το πρόβλημα, καταστρέφοντας μερικά τμήματα. Έτσι ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός αναγκάστηκε να κάνει εκτεταμένες επισκευές στην πόλη, μετά την λήξη τους την μετονόμασε "Νέα Ιουστινιανή". Τα τείχη ξαναχτίστηκαν διπλασιάζοντας το ύψος σε περίπου 20 μέτρα. Οι πύργοι ενισχύθηκαν και μεγάλωσαν ενώ σκάφτηκε και μία τάφρος που γέμιζε με νερό.
Οι ρωμιοί μηχανικοί του Ιουστινιανού άλλαξαν την πορεία του κοντινού ποταμού Κορντές προς την πόλη με το σκάψιμο ενός καναλιού. Το ποτάμι τώρα έρεε μέσα από την πόλη, εξασφαλίζοντας άφθονη παροχή νερού. Την ίδια στιγμή, μέσω της εκτροπής της ροής του σε ένα υπόγειο κανάλι που έφτανε τα 65 χιλιόμετρα με πορεία στα βόρεια, συνέχιζε ο ποταμός υπόγεια έξω από τα τείχη στερώντας από τους πολιορκητές το νερό του. Για να αποφευχθεί ο κίνδυνος των πλημμυρών όπου είχε ήδη μια φορά καταστρέψει μεγάλα τμήματα της πόλης, κατασκευάστηκε κοντά στην πόλη ένα φράγμα σε σχήμα αψίδας, ένα από τα πρώτα γνωστά στο είδος του. Επιπλέον στρατώνες κατασκευάστηκαν για τη φρουρά, και δύο νέες εκκλησίες χτίστηκαν, η «Μεγάλη Εκκλησία», και μια αφιερωμένη στον Άγιο Βαρθολομαίο.
Η πόλη πολιορκήθηκε και αργότερα κατακτήθηκε από τους Πέρσες το 573-574, αλλά επέστρεψε στους βυζαντινούς με τη «βυζαντινοπερσική» συνθήκη του 590. Καταλήφθηκε και πάλι από τους Πέρσες το 604-05, μετά από πολιορκία εννέα μηνών επέστρεψε στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία υπό τον αυτοκράτορα Ηράκλειο έως ότου τελικά το κατέλαβαν το 639 οι Άραβες. Μετά από αυτό, η πόλη έχασε την στρατιωτική της σημασία, μειώθηκε και τελικά εγκαταλείφθηκε.





  • Zacharias of Mytilene, Syriac Chronicle
  • Procopius, De Aedificiis,
  • Brian Croke, James Crow: Procopius and Dara, in: Journal of Roman Studies 73 (1983), p. 143–159.
  • Italo Furlan, Accertamenti a Dara, Padua 1984
  • Michael Whitby: Procopius' description of Dara ("Buildings" II 1-3), in: The defence of the Roman and Byzantine East. Proceedings of a colloquium held at the University of Sheffield in April 1986, Oxford 1986, S. 737–783.
  • Gunnar Brands: Ein Baukomplex in Dara-Anastasiopolis, in: Jahrbuch für Antike und Christentum 47 (2004), pp. 144–155.
  • Christopher Lillington-Martin, "Archaeological and Ancient Literary Evidence for a Battle near Dara Gap, Turkey, AD 530: Topography, Texts & Trenches", British Archaeological Reports (BAR) –S1717, 2007 The Late Roman Army in the Near East from Diocletian to the Arab Conquest Proceedings of a colloquium held at Potenza, Acerenza and Matera, Italy (May 2005) edited by Ariel S. Lewin and Pietrina Pellegrini with the aid of Zbigniew T. Fiema and Sylvain Janniard. ISBN 978-1-4073-0161-7. (pages 299-311).
  • Hodge, A. Trevor (1992), Roman Aqueducts & Water Supply, London: Duckworth, ISBN 0-7156-2194-7
  • Hodge, A. Trevor (2000), «Reservoirs and Dams», στο: Wikander, Örjan, Handbook of Ancient Water Technology, Technology and Change in History, 2, Leiden: Brill, σελ. 331–339, ISBN 90-04-11123-9
  • Schnitter, Niklaus (1987a), «Verzeichnis geschichtlicher Talsperren bis Ende des 17. Jahrhunderts», στο: Garbrecht, Günther, Historische Talsperren, Stuttgart: Verlag Konrad Wittwer, σελ. 9–20, ISBN 3-87919-145-X
  • Schnitter, Niklaus (1987b), «Die Entwicklungsgeschichte der Bogenstaumauer», στο: Garbrecht, Günther, Historische Talsperren, Stuttgart: Verlag Konrad Wittwer, σελ. 75–96, ISBN 3-87919-145-X
  • Smith, Norman (1971), A History of Dams, London: Peter Davies, ISBN 0-432-15090-0
  • /el.wikipedia.org