Π. Δ. Μπαλτάκος
Του Αποστόλου Σ. Γεωργιάδη
Είναι άραγε τόσο στρεβλή και πεπλανημένη η αντίληψή μας για τη Σπάρτη, όσο το μυθιστόρημα με τίτλο «Το τέλος του Εφιάλτη» μας αφήνει να εννοήσουμε; Τι ήταν άραγε η «Λακεδαιμονίων πολιτεία»; Μια πόλη πέρα για πέρα δημοκρατική, αλλά παράλληλα σταζική, μια αδελφότητα πολεμιστών, δυτικότροφος προάγγελος των Σαμουράι. Μικρή ομάδα κυνηγών της αρετής, βυθισμένων στην σιωπή.
Αποφασισμένων να ζήσουν τόσο λιτά και στερημένα, ώστε η υπέρβαση του κόσμου των θνητών να είναι το αναγκαίο επακόλουθο της μακρόχρονης και ανεξαίρετης στέρησής τους, υποστηρίζει ο συγγραφέας. Απορεί, φυσικά, ο αναγνώστης στην μυθιστορία του. Ήταν πράγματι έτσι; «Ευχαριστώ τον κ. Σαράντο Καργάκο για την ανακουφιστική διάπτιση περί της ανυπαρξίας ιστορικών λαθών στο κείμενο», σημειώνει στον πρόλογό του ο δικηγόρος-συγγραφέας, για να προλάβει τις εύλογες απορίες. Δεν αρκείται όμως μόνο στην επίκλση ενός καταξιωμένου ιστορικού.
Ο «μύθος» στηρίζεται σε δύο αναφορές του Ηροδότου που συλλέγονται, αλληλοεξαρτώνται και οδηγούν σε μια σύλληψη διττή. Δύο παράλληλες πορείες χαράσσονται. Μια εξωτερική και μια εσωτερική. Μια εξιστόρηση, δηλαδή, στρατιωτική-αστυνομική για τον εντοπισμό και την εξόντωση του Εφιάλτη και μια ανάπτυξη λεπτομερειακή για τη διαδικασία που ακολουθούσαν οι Σπαρτιάτες με σκοπό την υπέρβαση του φόβου.
Διαδικασία μύησης στα μυστικά της ζωής, στην ουσία. Μύησης σε τόσο βάθος και έκταση, ώστε η ζωή η ίδια να ξεπερνιέται αξιολογικά, να χάνει την αυτόνομη σημασία της, οδηγώντας τον Σπαρτιάτη πολεμιστή στον δρόμο του Ηρακλή, τον δρόμο των ημιθέων. Αναγκαίο προαπαιτούμενο πριν από την τελική βαθμίδα εξέλιξης, τη θεία μέθεξη.
Με τη ματιά του οπλίτη
Η εκκίνηση γίνεται από τις μάχες των Θερμοπυλών και των Πλαταιών, όπως αυτές βιώνονται από τον μαχόμενο οπλίτη, όχι τον ιστορικό που τις θεάται κριτικά. Συνέχεια ο αναγνώστης οδοιπορεί στα μονοπάτια, τις λίμνες, τις σπηλιές και τα δάση του Καλλίδρομου, παρακολουθώντας μια μικρή ομάδα Σπαρτιατών στην επίμονη και αδιάλειπτη προσπάθεια ανεύρεσης του Εφιάλτη. Όχι βέβαια για λόγους εκδίκησης, που είναι «βάρβαρη συνήθεια». «Δεν καταδιώκουμε την αντίληψη, τη στάση ζωής που αυτός προσποιείται».
Γι' αυτό παιδεύουν την πρώην σύζυγο του Εφιάλτη, τη Φοίβη, χρησιμοποιώντας όλα τα τεχνάσματα που γνωρίζουν από την «Κρυπτεία», παρακολουθούν, ενεδρεύουν, συλλέγουν πληροφορίες. Αγωνίζονται να ξεπεράσουν τον προδότη σε ένα διανοητικό παιχνίδι κυνηγού-θηράματος, γεμάτο ανατροπές, ένα παιχνίδι φαντασίας και διαίσθησης.
Γιατί όμως όλα αυτά; «Γιατί κοπιάζουμε και προσπαθούμε τόσο επίμονα;», ρωτάει ο όμιλος των αξιωματικών του. «Γιατί δεν απολαμβάνουμε την καθημερινότητα και τις μικρές χαρές της ζωής, όπως οι υπόλοιποι Έλληνες;». Η απάντηση που λαμβάνει είναι «περίεργη»: «Υπερασπιζόμαστε έναν μάταιο σκοπό. Έναν πόλεμο χαμένο πριν καν διεξαχθεί.
Υπερασπιζόμαστε έναν τρόπο ζωής λιτό και στερημένο, έναν τρόπο ζωής που αργά ή γρήγορα θα εκλείψει. Δεν μπορούμε να κερδίσουμε». Είναι αυτή ακριβώς η μάταιη προσπάθεια, ατελέσφορη κοινωνικά, λυπητελή όμως μεταφυσικά, που βιώνεται από τον Σπαρτιάτη πολεμιστή ως «...ηδονή της ψυχής, όχι του σώματος.
Ηδονή πραγματική. Συνεχής και μόνιμη. Ηδονή λυτρωτική. Να αγωνίζεσαι σε έναν αγώνα που δεν μπορεί να κερδηθεί. Να κερδίζεις μάχες σε πόλεμο χαμένο. Να έχεις πάντα σκοπό σου τη νίκη. Να μην επιδιώκεις σταθερά ακόμα και όταν γνωρίζεις ότι δεν μπορεί να επιτευχθεί. Οι έμποροι έχουν σκοπό το κέρδος.
Οι πολεμιστές τη νίκη. Ποια νίκη, όμως; Τη νίκη στη ζωή, όχι μόνο στην μάχη». Όχι αυτό ζουν σκληρά, μας ωθεί να παραδεχθούμε ο συγγραφέας. Όχι μόνο για να πολεμούν σκληρά.
Δεν είναι πολεμιστές μόνο στις πρόσκαιρες μάχες, είναι πολεμιστές στην καθημερινή διαβίωση, εσωτερικοί πολεμιστές, με αντίπαλο τα πάθη και τα ορμέμφυτά τους. Αδιάφοροι για τη συσσώρευση πλούτου, αγαθός όμως για τη συσσώρευση αρετής. Τόσης αρετής, όσης απαιτείται ώστε η ποσοτική επαύξηση να επιφέρει ποιοτική μεταλλαγή.
Υπέρβαση δηλαδή του κόσμου των θνητών, εξύψωση του πολεμιστή σε ημίθεο. Σε όλη τη ζωή τους ακολουθούν, από την ηλικία των επτά ετών μέχρι το τέλος, μια αργή αλλά σταθερά μυητική πορεία. Χαρακτηριστικό της είναι η εναγώνια προσπάθεια εκκίνησης του φόβου για τον θάνατο και η πυρετώδης αναζήτηση της αρετής, μιας αρετής που «αν (την) γνωρίζεις, είναι περιττό να ρωτάς, αν δεν γνωρίζεις, είναι μάταιο».
Η υπέρτατη αλήθεια
Το βιβλίο, όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, είναι γραμμένο από κάποιον που έχει τοποθετηθεί «στην άλλη πλευρά του λόφου». Ο αναγνώστης πρέπει να ξεχάσει όσα γνωρίζει από τον Αθηναίο Ηρόδοτο, τον Αθηναίο Θουκυδίδη και τον φιλολάκωνα, πλην όμως και πάλι Αθηναίο, Ξενοφώντα. «Το τέλος του Εφιάλτη» θεάται τα γεγονότα από την οπτική γωνία των Σπαρτιατών. Έτσι τα πάντα μας φαίνονται ανεστραμμένα. Βρισκόμαστε, ξαφνικά, στον αντίποδα της καθεστηκυίας αντίληψης για τη σχέση Αθήνας – Σπάρτης. «Και εμείς την αλήθεια αναζητούμε», λέει ο Σπαρτιάτης γερουσιαστής. «Την αλήθεια την υπέρτατη. Αυτήν που αποκαλούμε “Δίας ο Ύψιστος”. Αλλά δεν την αναζητούμε συζητώντας. Την αναζητούμε πολεμώντας. Όχι μόνο στη μάχη. Πολεμώντας στη ζωή. Δεν ζούμε διασκεδάζοντας. Είμαστε πολεμιστές. Κάθε μέρα. Η πορεία μας στη ζωή δεν είναι γραμμένη με μελάνι αλλά με αίμα. Δεν ζούμε διασκεδάζοντας. Διασκεδάζουμε ζώντας. Έχει μεγάλη διαφορά».
Ελάχιστες πηγές
Ξέρουμε, φυσικά, ότι το «λακωνίζειν» εστί φιλοσοφείν», θεωρούμε όμως ότι η «κλασική» αυτή φράση αναφέρεται μόνο στον λακωνικό τρόπο έκφρασης και τίποτε άλλο. Αν όμως κάποιος εκφράζεται «λακωνικά», πρέπει συνακόλουθα να ζει «λακωνικά». Λογικά, το «λακωνίζειν», ταυτισμένο εννοιολογικά ανά τους αιώνες με το «φιλοσοφείν», πρέπει να είναι πολύ ευρύτερο από τον τρόπο έκφρασης - πρέπει να εκτείνεται στη συνολική στάση ζωής των Σπαρτιατών, όχι μόνο στον τρόπο ομιλίας τους. Ο νομικός δεν μπορεί να ξέρει βέβαια αν πράγματι είναι έτσι. Ούτε ο ιστορικός όμως μπορεί να έχει βαθύτερη και επιβεβαιωμένη γνώση. Οι Σπαρτιάτες σπαταλούσαν τον χρόνο τους με γραπτό λόγο, συσκοτίζονταν δε και απέκρυπταν όλες τις πληροφορίες σχετικά με την πόλη τους, έτσι ώστε οι πηγές να είναι πολύ «φτωχές» στο θέμα αυτό. Μόνος, τελικά, ο δρόμος της φαντασίας και της διαίσθησης, ο μυθιστορηματικός δρόμος, είναι ο μόνος ασφαλής και αξιόπιστος.
*Ο κ. Απ. Σ. Γεωργιάδης είναι ομότιμος καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και ακαδημαϊκός.
από :
Το τέλος του Εφιάλτη Εκδόσεις LIBRO
σελ. 321
Στο κείμενο, η αρετή δεν ορίζεται ως μια αφηρημένη ηθική αξία, αλλά ως ένα αντικείμενο επίμονης και «πυρετώδους αναζήτησης». Για τον Σπαρτιάτη, η αρετή είναι το αποτέλεσμα μιας διαρκούς εσωτερικής μάχης. Δεν περιορίζεται στο πεδίο της μάχης, αλλά επεκτείνεται σε κάθε πτυχή της καθημερινής διαβίωσης.
«Αδιάφοροι για τη συσσώρευση πλούτου, αγχώδεις όμως για τη συσσώρευση αρετής. Τόσης αρετής, όσης απαιτείται ώστε η ποσοτική επαύξηση να επιφέρει ποιοτική μεταλλαγή.» [1]
Αυτή η «ποιοτική μεταλλαγή» υποδηλώνει ότι η αρετή λειτουργεί συσσωρευτικά: ο Σπαρτιάτης δεν γεννιέται ενάρετος, αλλά «χτίζει» την αρετή του μέσα από τη στέρηση, τη σιωπή και την πειθαρχία. Όταν η συσσώρευση αυτή φτάσει σε ένα κρίσιμο σημείο, ο άνθρωπος αλλάζει φύση, οδηγούμενος στην υπέρβαση.
Η Υπέρβαση του Κόσμου των Θνητών
Η υπέρβαση παρουσιάζεται ως το «αναγκαίο επακόλουθο» ενός τρόπου ζωής που αρνείται τις υλικές απολαύσεις και την καθημερινότητα. Ο Σπαρτιάτης επιδιώκει να ξεπεράσει τα όρια της ανθρώπινης φύσης (τον φόβο, την ανάγκη για άνεση, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης) για να αγγίξει την κατάσταση του «ημίθεου».
Στάδιο Υπέρβασης
Περιγραφή βάσει Κειμένου
Εκνίκηση του Φόβου
Η εναγώνια προσπάθεια να νικηθεί ο φόβος του θανάτου, που ξεκινά από την ηλικία των επτά ετών.
Εσωτερικός Πολεμιστής
Η μάχη ενάντια στα πάθη και τα ορμέμφυτα, καθιστώντας τον πολεμιστή κυρίαρχο του εαυτού του.
Μυητική Πορεία
Μια αργή και σταθερή διαδικασία μύησης στα «μυστικά της ζωής», που οδηγεί στη θεία μέθεξη.
Αξιολογική Υπεροχή
Η στιγμή που η ίδια η ζωή χάνει την αυτόνομη σημασία της μπροστά στο ιδανικό της αρετής.
Ο «Μάταιος Σκοπός» ως Μεταφυσική Νίκη
Μια από τις πιο συγκλονιστικές αναφορές του κειμένου είναι η παραδοχή ότι οι Σπαρτιάτες υπερασπίζονται έναν «μάταιο σκοπό», έναν πόλεμο χαμένο πριν καν διεξαχθεί. Η υπέρβαση εδώ έγκειται στο γεγονός ότι ο Σπαρτιάτης συνεχίζει να αγωνίζεται για τη νίκη, ακόμη και όταν γνωρίζει ότι αυτή δεν μπορεί να επιτευχθεί κοινωνικά ή ιστορικά.
Αυτή η στάση μετατρέπει την ήττα σε μεταφυσική νίκη. Η ηδονή που αντλούν δεν είναι σωματική αλλά «ηδονή της ψυχής». Η υπέρβαση ολοκληρώνεται όταν ο πολεμιστής παύει να είναι δέσμιος του αποτελέσματος και γίνεται δέσμιος μόνο της αρετής του, υπερβαίνοντας έτσι τη μοίρα των κοινών θνητών που δρουν μόνο με γνώμονα το κέρδος ή την επιβίωση.
Συμπέρασμα
Η αρετή και η υπέρβαση στο κείμενο είναι αλληλένδετες: η αρετή είναι το μέσο και η υπέρβαση είναι ο σκοπός. Ο Σπαρτιάτης δεν επιδιώκει απλώς να είναι ένας καλός στρατιώτης, αλλά να μετατραπεί σε ένα ον που δεν ανήκει πλέον πλήρως στον κόσμο των θνητών, έχοντας κατακτήσει την «υπέρτατη αλήθεια» μέσα από τον πόλεμο της ίδιας της ζωής.
Αναφορές:
[1]: # "Απόσπασμα από το άρθρο του Απ. Σ. Γεωργιάδη για το βιβλίο «Το τέλος του Εφιάλτη»"
ΤΕΛΟΣ