ΔΙΣΠΗΛΙΟ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ: ΜΟΝΑΔΙΚΑ ΤΑ 1.640 ΑΓΓΕΙΑ ΤΗΣ ΝΕΟΛΙΘΙΚΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΑΝΑΣΥΣΤΑΘΕΙ



 Μαρία Ριτζαλέου
Η αρχαιολογική έρευνα στον αρχαιότερο λιμναίο οικισμό της Ευρώπης χρηματοδοτείται από το πρόγραμμα EXPLO της ΕΕ, προϋπολογισμού 6,4 εκατ. ευρώ
Ένα τεράστιο ερευνητικό πρόγραμμα υλοποιείται στον νεολιθικό οικισμό του Δισπηλιού Καστοριάς, που αποτελεί τον αρχαιότερο λιμναίο οικισμό της Ελλάδας και της Ευρώπης και σύντομα αναμένονται οι πρώτες δημοσιεύσεις που θα φωτίσουν ακόμη περισσότερο στοιχεία της καθημερινής και δημόσιας ζωής του απώτερου παρελθόντος.

Η μελέτη του υλικού έχει οδηγήσει στην ανασύσταση 1640 αγγείων κάθε είδους και χρήσης, αριθμός πολύ μεγάλος που ενισχύει τη γνώση των αρχαιολόγων για τη λειτουργία του οικισμού.


Η ποσότητα κεραμικής εντυπωσιάζει, όπως επίσης και η ποιότητα των αγγείων. Όλα έχουν κατασκευαστεί σε εργαστήρια της περιοχής, καθώς η πρώτη ύλη, ο πηλός προέρχεται από το Δισπηλιό. Τα αγγεία που έχουν επανασυγκολληθεί αποτελούν αντικείμενα καθημερινής χρήσης, διακοσμητικά είδη, ενώ αρκετά αποτελούσαν μέρος λατρευτικών τελετών και τελετουργιών στη νεολθική εποχή , όπου η αγγειοπλαστική είχε ήδη αναπτυχθεί στην ανατολική Μεσόγειο από το 7000 π.Χ.


Το πρόγραμμα EXPLO, είναι ένα συνεργατικό πρόγραμμα μεταξύ του ΑΠΘ, του Πανεπιστημίου της Βέρνης Ελβετίας και του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης της Βρετανίας και έχει για στόχο την ανασύνθεση της σχέσης του νεολιθικού ανθρώπου με το φυσικό περιβάλλον.

Όπως δήλωσε στη Voria.gr ο επικεφαλής των ανασκαφών, ομότιμος καθηγητής Προϊστορικής Αρχαιολογίας στο Α.Π.Θ., Κωνσταντίνος Κωτσάκης, το πρόγραμμα χρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Έρευνας με 6,4 εκατομμύρια ευρώ, χρήματα από τα οποία η Ελλάδα παίρνει κοντά στο 1,5 εκατ. ευρώ. Πρόκειται για ένα πολύ μεγάλο ποσό που δίνεται στην έρευνα του υλικού που έχει ανασκαφεί στον οικισμό.

«Στο πλαίσιο αυτού του προγράμματος εφαρμόστηκε στο Δισπηλιό η μέθοδος της δενδροχρονολόγησης, που επιτρέπει την χρονολόγηση των πασσάλων και των οικημάτων, πληροφορία που μας επιτρέπει να ανασυνθέσουμε την ιστορία του οικισμού με μεγάλη ακρίβεια», ανέφερε ο κ. Κωτσάκης, προσθέτοντας ότι τη δενδροχρονολόγηση έχουν αναλάβει οι Ελβετοί επιστήμονες, ενώ τη μελέτη του περιβάλλοντος από κοινού οι Έλληνες και Ελβετοί επιστήμονες.


Την αρχαιολογική θέση του Δισπηλιού έκανε γνωστή στην αρχαιολογική έρευνα ο σημαντικός αρχαιολόγος Αντώνιος Κεραμόπουλλος, ο πρώτος που ανέφερε από τη δεκαετία του 1930 την ύπαρξη του «λιμναίου οικισμού» στην όχθη της λίμνης Ορεστίδας και την παρουσία ξύλινων πασσάλων και νεολιθικών εργαλείων στην ακτή του Δισπηλιού.

Η συστηματική, μεγάλης έκτασης ανασκαφή στον νεολιθικό οικισμό ξεκίνησε το 1992 με την επιστημονική ευθύνη του ΑΠΘ, υπό τον αείμνηστο καθηγητή Γιώργο Χουρμουζιάδη, μέχρι το θάνατό του το 2013 και συνεχίστηκε με επικεφαλής τον καθηγητή Κ.Κωτσάκη.


Ο νεολιθικός οικισμός και η ανασκαφή

Η πρώτη εγκατάσταση χρονολογήθηκε με τη μέθοδο του Άνθρακα 14 γύρω στο 5600 π.Χ. στο Δισπηλιό και οι ξύλινοι πάσσαλοι που στήριζαν τα οικήματα διατηρούνται ακόμη σε τέλεια κατάσταση μετά από περισσότερα από 7600 χρόνια, εξαιτίας της λάσπης του βυθού της λίμνης μέσα στην οποία είχαν καρφωθεί. Μέχρι τώρα η ανασκαφή έχει καταγράψει περισσότερους από 1000 νεολιθικούς πασσάλους. Το φαινόμενο αυτό προσφέρει πληροφορίες για τον τρόπο κατασκευής των οικημάτων, το μέγεθός τους και τη διαδοχή τους που διαμόρφωσε την πορεία του οικισμού στον χρόνο.

Σύμφωνα με τον κ. Κωτσάκη, στα δύο μεγάλα σκάμματα της ανασκαφής (Ανατολικός και Δυτικός Τομέας) απεικονίζονται διαφορετικές φάσεις του οικισμού και διαφορετικές πρακτικές στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι έχτιζαν τα σπίτια τους. Στην Ανατολικό Τομέα έχουν ερευνηθεί πρώιμες φάσεις που παίρνουν υπόψη τους το ένυδρο περιβάλλον της λίμνης: τα οικήματα είναι αποκλειστικά ξύλινα. Αντίθετα, στον Δυτικό Τομέα στον οποίο αντιπροσωπεύονται μεταγενέστερες φάσεις της 5ης και 4ης χιλιετίας τα οικήματα οικοδομούνται σε χερσαίο, ξερό υπόστρωμα, απευθείας στη στεγνή γη και είναι κατασκευασμένα από πηλό.

Στο τέλος της 4ης χιλιετίας ο νεολιθικός οικισμός φαίνεται να εγκαταλείπεται. Πολλούς αιώνες μετά, γύρω στο 1200 -1100 π.Χ. οικοδομείται λίθινος περίβολος που περιβάλλει τον κενό πλέον χώρο, διαμορφώνοντας μάλλον ένα ποιμνιοστάσιο της εποχής εκείνης. Δυτικά από την εκκλησία σώζεται η είσοδος του περιβόλου αυτού. Πάνω στον περίβολο, στη νότια πλευρά, περνά το τρίτο ορατό μνημείο της θέσης, ένα λίθινο αρχαίο οχυρό ιστορικών χρόνων που σώζεται αποσπασματικά. Ανατολικά από την εκκλησία διαγράφεται ο ορθογώνιος πύργος που προστάτευε την είσοδο του οχυρού, ενώ ένας κυκλικός πύργος διακρίνεται στα δυτικά, χτισμένος πάνω στον αρχαιότερο περίβολο.

Η βασιλική της Αναλήψεως (18ος αιώνας μ.Χ.) αποτελεί το τελευταίο χρονολογικά μνημείο που οικοδομείται στη θέση. Στον πόλεμο, ο χώρος χρησιμοποιήθηκε ως προσωρινός στρατιωτικός καταυλισμός και κατόπιν ως χώρος παραλίμνιας αναψυχής των κατοίκων του γειτονικού χωριού του Δισπηλιού.

Τα ευρήματα – Ο υλικός πολιτισμός του Δισπηλιού
Το σημαντικότερο και σπανιότερο εύρημα είναι το εξαιρετικά διατηρημένο ξύλο και τα βιολογικά κατάλοιπα όλων των ειδών, όπως φυτών και ζώων που μελετούν οι ειδικοί συνεργάτες της ανασκαφής. Οι κάτοικοι έφτιαχναν τα σπίτια τους με ξύλο από κέδρο και δρυ και λιγότερο από κωνοφόρα, όλα δένδρα που υπήρχαν στην περιοχή.

Ο νεολιθικός οικισμός του Δισπηλιού χαρακτηρίζεται από πλούτο ευρημάτων ασυνήθιστο για μια πρώιμη αγροτική κοινωνία. Οι ειδικοί της κεραμικής που μελετούν το Δισπηλιό έχουν αποκαταστήσει μια μοναδική σε μέγεθος και ποιότητα συλλογή αγγείων, που κάλυπταν όλες τις ανάγκες των κατοίκων, μαγειρική, αποθήκευση, προσφορά και κατανάλωση τροφής. Eιδώλια με θέματα άγνωστα στη νεολιθική Ελλάδα και σπάνια αντικείμενα λεπτής τέχνης σε οστό και όστρεο, πνευστά και κρουστά μουσικά όργανα οστέινα και πήλινα, δείχνουν μια κοινότητα με υψηλό και σύνθετο επίπεδο πνευματικής ζωής. Η παρουσία οψιανού (σπάνιου ηφαιστειακού πετρώματος με το οποίο κατασκευάζονται λίθινα εργαλεία) από τη Μήλο αλλά και από τα Καρπάθια, υποδηλώνει τη θέση του Δισπηλιού σε ένα ευρύτερο δίκτυο ανταλλαγών και επικοινωνίας από το στον βορρά και αντίστροφα.



Τι είναι ένας «λιμναίος οικισμός»

Οι λιμναίοι οικισμοί είναι προϊστορικοί, συνήθως αλλά όχι απαραίτητα, οικισμοί που έχουν ιδρυθεί στις ακτές των λιμνών. Στο ιδιαίτερο αυτό περιβάλλον, συχνά ελώδες, η παρουσία άφθονου νερού προσφέρει ιδιαίτερες παραγωγικές δυνατότητες. Από την άλλη, η αστάθεια της στάθμης της λίμνης επιβάλλει περιορισμούς εξαιτίας των συχνών και απρόβλεπτων πλημμυρών.

Στο υγρό περιβάλλον της ακτής, τα οικήματα είναι κατασκευασμένα με τεχνικές που μπορούν να αντιμετωπίσουν αυτό το ενδεχόμενο. Τα τετράπλευρα ξύλινα οικήματα διαθέτουν δάπεδα υπερυψωμένα και χρησιμοποιούν ειδικές τεχνικές μόνωσης για να εμποδίσουν την ανερχόμενη υγρασία από το υγρό έδαφος, ενώ ξύλινοι διάδρομοι επιτρέπουν την κυκλοφορία μεταξύ των οικημάτων.

Στην άμεση γειτονία του Δισπηλιού θέσεις ανάλογες έχουν ερευνηθεί στα λιγνιτωρυχεία της Φλώρινας, ενώ στη νότια Βαλκανική, στην Οχρίδα της Βόρειας Μακεδονίας, στην αλβανική πλευρά της Οχρίδας και στην περιοχή της Κορυτσάς της Αλβανίας. Το Δισπηλιό είναι μία από τις αρχαιότερες θέσεις αυτής της κατηγορίας και η πρώτη στην περιοχή που συστηματικά ερευνήθηκε και εξακολουθεί να ερευνάται.

Οι νεολιθικοί άνθρωποι ήταν οι πρώτοι γεωργοί και κτηνοτρόφοι που καλλιεργούσαν τη γη και διατηρούσαν οικόσιτα ζώα. Πριν από τη Νεολιθική, οι άνθρωποι μάζευαν την τροφή τους απευθείας από τη φύση, και τη συμπλήρωναν με το κυνήγι μικρών ή μεγάλων ζώων ή με το ψάρεμα, όπως στο Δισπηλιό. Το Δισπηλιό δεν αντιπροσωπεύει την αρχαιότερη εμφάνιση της Νεολιθικής στην Ελλάδα, που χρονολογείται γύρω στο 6600 π.Χ. Θεωρείται όμως ότι αυτό και οι υπόλοιπες θέσεις της περιοχής έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην εξάπλωση του αγροτικού τρόπου ζωής από το Αιγαίο προς τη Νότια και Κεντρική Ευρώπη.
Φωτογραφίες: Σωκράτης Μαυρομάτης
Πηγή: https://www.voria.gr


Πώς ζούσαν το 5.500 π.Χ. στην Καστοριά