ΣΠΑΡΤΙΑΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ



 ΣΠΑΡΤΙΑΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ

του Νίκου Μπιργάλια δρος Ιστορίας

Με τον όρο σπαρτιατική αγωγή εννοούµε ένα δηµόσιο-κρατικό σύστηµα εκπαίδευσης που έχει στόχο του την απόκτηση πολιτικών δικαιωµάτων.
Έχει γίνει πολύ µεγάλη συζήτηση για το ρόλο, το χαρακτήρα και τους σκοπούς της σπαρτιατικής εκπαίδευσης. Το σηµαντικό ωστόσο είναι πως η συµµετοχή και η επιτυχία στην αγωγή δεν ήταν µόνο ένας τρόπος κοινωνικοποίησης των νέων, αλλά ένα πολιτικό κριτήριο στην προσπάθεια κάποιου να γίνει Όµοιος. Η άρνηση να συµµετέχει κάποιος ή η αποτυχία σήµαινε τον οριστικό αποκλεισµό του από την τάξη των πολιτών.


 Στη Σπάρτη δηλαδή δεν γεννιέται κάποιος Σπαρτιάτης αλλά γίνεται. Το να λάβει ο νέος την αγωγή συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για να γίνει πολίτης µε πλήρη πολιτικά δικαιώµατα, δηλαδή Όµοιος. Η Σπάρτη εποµένως ήταν η µοναδική ελληνική πόλη-κράτος που καθιέρωσε συνειδητά µια αµοιβαία αλληλεξάρτηση µεταξύ του εκπαιδευτικού συστήµατος και της πολιτικής, κοινωνικής και οικονοµικής ζωής της πόλης. Στο σηµείο αυτό στηρίζεται όλη η διάσταση κατ όλη η πολιτική σηµασία της σπαρτιατικής εκπαίδευσης: ένας κοινωνικός θεσµός του ελληνικού κόσµου, όπως ήταν η παιδεία των νέων, γίνεται προϋπόθεση / κριτήριο, και η πρώτη και αναγκαία συνθήκη για την άσκηση πολιτικών δικαιωµάτων. 


Η παιδεία είναι υποχρεωτική, οµοιογενής και οµοιόµορφη για όλους, ανεξαρτήτως της καταγωγής τους, και αφορά αγόρια και κορίτσια. Η πόλη, µε τη συµµετοχή της οικογένειας, φροντίζει για την εφαρµογή και την αποτελεσµατικότητα της εκπαίδευσης των παιδιών. Εδώ θα πρέπει να επισηµάνουµε ότι ο νέος δεν αποκοβόταν από την οικογένεια του. Αντίθετα, η επιτυχία του στην αγωγή ήταν µια οικογενειακή υπόθεση ιδιαίτερα σηµαντική, αφού από αυτή εξαρτιόταν η εκπροσώπηση της οικογένειας µε ένα επιπλέον µέλος στην τάξη των Οµοίων και εξασφαλιζόταν η συνεχεία και η παραµονή της στην τάξη αυτή. Η αγωγή διαρκούσε περίπου από την ηλικία των 7 ετών µέχρι 18 ετών. Τα παιδιά Ζούσαν τον περισσότερο χρόνο µια οµαδική Ζωή (κυρίως µετά το 12ο έτος της ηλικίας τους), χωρισµένα βασικά σε τρεις «σχολικούς» κύκλους και διακρίνονταν αντίστοιχα, σύµφωνα µε τη φυσική τους ηλικία, σε παίδες, µειράκια και έφηβους. Σε κάθε κύκλο αντιστοιχούσαν συγκεκριµένες δοκιµασίες και διαφορετικό πρόγραµµα. Το πρόγραµµα περιελάµβανε σωµατική και πνευµατική άσκηση. Η γραφή, η ανάγνωση, η µουσική, η ποίηση, ο χορός, οι ασκήσεις, ο οµαδικός τρόπος ζωής, οι δοκιµασίες (η κλοπή, η κρυπτεία), τα αγωνίσµατα, η παιδεραστία, το λακωνίζειν, οι εορτές αποτελούν διάφορα πεδία έκφρασης, απόκτησης και εφαρµογής της κεκτηµένης γνώσης, καθώς και µέσα που χρησιµοποιούνται για την κοινωνικοποίηση των νέων. 


Οι µαρτυρίες που διαθέτουµε δεν συνηγορούν µε την άποψη πως το σύστηµα «κατέστρεφε» την ατοµικότητα ή την προσωπικότητα του νέου. Αντίθετα, τονίζουν την προσπάθεια να µάθει ο νέος να ζει αρµονικά µε τους άλλους, ως µέρος ενός συνόλου, µιας κοινωνίας. Προβάλλοντας ακατάπαυστα στο «Εγώ» του νέου το «Εµείς», το παιδί µαθαίνει να διευρύνει το «εγώ» του και να ορίζει την ταυτότητα του πάντα σε σχέση µε το σύνολο και όχι σε σχέση µε την ατοµικότητα του. Η πρόθεση αυτή είναι σύµφωνη µε το πνεύµα και τις αρχές της εποχής των 6ου και 5ου π.Χ. αιώνων. Τότε. σε κάθε ελληνική πόλη-κράτος, το άτοµο-πολίτης ορίζεται και βιώνει την ύπαρξη του σε συνάρτηση µε την πόλη του. Αναπαράγει την εικόνα της κοινωνίας του, υπάρχει και δρα στο πλαίσιο της πόλης του, έξω από την οποία η ύπαρξη του δεν νοείται. 

Τέλος, παρά την κοινοτική διάρθρωση του τρόπου ζωής των παιδιών, η επιτυχία στα διαφορά στάδια της αγωγής είναι προσωπική υπόθεση του κάθε παιδιού και ο επίδοξος τίτλος του πολίτη της Σπάρτης, µε το τέλος της αγωγής, απονέµεται ατοµικά. Οι στόχοι συνεπώς της αγωγής συµβαδίζουν µε το πρότυπο της πόλης και µε το πνεύµα της εποχής µέσα στην οποία δηµιουργήθηκε, αντιστοιχούν φυσικά στις κοινωνικές και πολιτικές ανάγκες που καλούνταν να ικανοποιήσει. Αυτή η µορφή παιδείας που περιγράψαµε, επινοήθηκε και λειτούργησε µια συγκεκριµένη εποχή προκειµένου να ανταποκριθεί σε καθορισµένες ανάγκες της σπαρτιατικής κοινωνίας. Η κλασική δηλαδή παιδεία της Σπάρτης (στην οποία συνήθως αναφέρονται οι φιλολογικές πηγές) επινοήθηκε την περίοδο που εµφανίζεται η φάλαγγα των οπλιτών (περίοδος Β΄ Μεσσηνιακού πολέµου), διήρκεσε µέχρι τα µέσα µε τέλη του 5ου αι. κατ ενσάρκωνε το πρότυπο κατ το ιδεώδες του πολίτη-οπλίτη. 

Η εποχή του Β΄ Μεσσηνιακού πολέµου είναι η περίοδος που θεσπίζονται τα κριτήρια που καθόριζαν ποιος θα γινόταν και πως πολίτης- Όµοιος, καθώς και η περίοδος διεύρυνσης και αναδιοργάνωσης του πολιτικού σώµατος που προήλθε µε τη συµµετοχή σε αυτό ενός µεγάλου µέρους αγροτών, οι οποίοι είχαν επιφορτιστεί τα βάρη του µακρόχρονου πολέµου και που µέχρι τότε ήταν εκτοπισµένοι από την πολιτική ζωή. Για να αντιµετωπίσουν οι Σπαρτιάτες αυτή την κοινωνική και πολιτική µεταρρύθµιση, που απαιτούσε κοινωνική και πολιτική οµοιογένεια, υιοθέτησαν ένα σύστηµα παιδείας ως κριτήριο ταυτόχρονα έντασης στο νέο πολιτικό σώµα, αλλά και διάκρισης όσων το αποτελούσαν. Παράλληλα συνέβαλε στην κοινωνική συνοχή του νέου σώµατος των πολιτών και συγχρόνως έδινε στο δήµο τη νέα ταυτότητα που επιζητούσε. Ο στόχος της σπαρτιατικής αγωγής εκφράζει συνεπώς την ιστορική πραγµατικότητα που σηµαδοτείται από το τέλος της κοινωνίας των «αρίστων» µέχρι και την αρχή της κοινωνίας των «πολιτών». Αντανακλά δηλαδή τη µεταβατική περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας αναφερόµαστε στην κοινωνία των «οπλιτών». Ο οπλίτης υπαγορεύει τους κανόνες, τις αρχές και τούς τρόπους µιας αγωγής που έχει στόχο την κατάληξη στην κατάσταση του πολίτη. Το ιστορικό πλάισιο που διαµορφώνεται µε την εµφάνιση της φάλαγγας των οπλιτών, ως χρονική αφετηρία του συστήµατος εκπαίδευσης της Σπάρτης, ερµηνεύει και αιτιολογεί το πνεύµα της αγωγής, τον πολιτικό και πολεµικό της χαρακτήρα, την αντινοµία µεταξύ αριστοκρατικών και οπλιτικών αξιών που παρατηρούνται στο σύστηµα, το συγκεκριµένο τύπο σχέσης µεταξύ ατόµου και κοινωνίας που καλλιεργείται, καθώς και τη διάθεση πλαισίωσης του νέου από την πόλη. 

Σε µια εποχή που πολιτική και πολεµική ιδιότητα ταυτίζονται, η καινοτοµία της σπαρτιατικής παιδείας είναι η σύνδεση της παιδείας µε την κοινωνική και πολιτική ζωή της πόλης. Κοινωνική, όσον αφορά τον τρόπο που αποτυπώνονται στο νέο οι κανόνες της κοινωνικής συµπεριφοράς και της θέσης του και πολιτική όσον αφορά την απόκτηση του τίτλου του πολίτη και της ανάδειξής του στις αρχές της πόλης. Τέλος, µία επιπλέον καινοτοµία αποτελεί το γεγονός ότι η πόλη αναλαµβάνει το ρόλο του παιδαγωγού των πολιτών µέσα από ένα δηµόσιο, κοινό και υποχρεωτικό σύστηµα εκπαίδευσης, προσδιορίζοντας έτσι τα χαρακτηριστικά της ταυτότητας του Σπαρτιάτη πολίτη.
Ωστόσο η εκπαίδευση, ως προϋπόθεση για να αποκτήσει και να ασκήσει κάποιος τα πλήρη πολιτικά του δικαιώµατα, είναι ταυτόχρονα κριτήριο αριστοκρατικό και δηµοκρατικό. Αριστοκρατικό, γιατί η παιδεία ως προϋπόθεση πολιτικών δικαιωµάτων είναι κατ’ εξοχήν χαρακτηριστικό της αριστοκρατικής κοινωνίας. Η ταύτιση επίσης της υποχρεωτικής συµµετοχής µε την υποχρεωτική επιτυχία, καθιστά την τελευταία ρυθµιστικό παράγοντα, ώστε να διακρίνει και να αποµακρύνει µερικά από τα µέλη της κοινωνίας τα οποία θα έπρεπε a priori να συγκαταλέγονται µεταξύ των πολιτών. Το γεγονός αυτό είχε αποτέλεσµα να προκαλέσει µια ευρύτερη κοινωνική και πολιτική ιεραρχία, γιατί διαχωρίζει αφ’ ενός τους ίδιους τους Σπαρτιάτες µεταξύ τους και αφ’ ετέρου τους Σπαρτιάτες µε τις άλλες κοινωνικές οµάδες. ∆ηµοκρατικό, γιατί η συµµετοχή στο ίδιο σύστηµα εκπαίδευσης αφορά το σύνολο του πολιτικού σώµατος ανεξαρτήτως καταγωγής και φύλου. Κάθε ένα από τα δυο αυτά κριτήρια εκφράζει δύο διαφορετικούς τύπους κοινωνιών. 
Η συνύπαρξη τους εξηγείται εν µέρει από τη µεταβολή / αντικατάσταση της αριστοκρατικής κοινωνίας σε κοινωνία οπλιτών. Στο πλαίσιο αυτό η αρετή του νέου δεν είναι πλέον συναφής µε την εξ αίµατος συγγένεια και ούτε κληρονοµικά µεταβιβάσιµη, αλλά αγώνας για την κατάκτηση της. Το έπαθλο της αριστείας απευθυνόταν σε αυτόν που ήξερε να συνεισφέρει καλύτερα στην επιτυχία της οµάδας. Σε αυτόν που ανάµεσα στους άλλους γνώριζε πώς να επιτυγχάνει τη νίκη παραµένοντας µαζί τους, αλληλέγγυος, Όµοιος τους. Για να συντελεστεί λοιπόν η αντικατάσταση της ατοµικής αριστοκρατικής ανδρείας από τη συλλογική τάξη, και για να γίνει εφικτή η πλαισίωση της «δηµοκρατικοποίησης» των αριστοκρατικών αξιών και αρχών, έπρεπε ο νέος τύπος του πολίτη να διαπαιδαγωγηθεί κατάλληλα ώστε να είναι σε θέση να επιτελέσει τη διπλή του αποστολή: του πολίτη (πολιτικός ρόλος) και του οπλίτη (πολεµικός ρόλος). 
Στο εξής η πολεµική ιδιότητα έγινε το καθήκον όλων όσοι συµµετείχαν στο νέο σώµα των πολιτών, και ο πόλεµος έπαψε να είναι χαρακτηριστικό γνώρισµα µιας elite και εντάχθηκε στο νέο πλαίσιο της πόλης, το οποίο ενσωµατώνει εξ ολοκλήρου τον πόλεµο στην πολιτική και αφοµοιώνει στη µορφή του πολίτη το πρόσωπο του πολεµιστή. Έτσι εάν για τους άριστους της αριστοκρατικής κοινωνίας ο πόλεµος ήταν µια ευκαιρία για «κλέος και λάφυρα», µετά τη «φάλαγγα των οπλιτών» ο πόλεµος είναι η εκπλήρωση ενός καθήκοντος.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
D. M. MacDowell. Σπαρτιατιικό δίκαιο, µετ. Κονοµή, Παπαδήµας. Αθήνα 1988. Ν. Μπιργάλιας, L' odyssee de l’ éducation spartiate, Βασιλόπουλος, Αθήνα. 1999. Ν. Μπιργάλιας. «Ο Μύθος του Καιάδα». Αρχαιογνωσία, τοµ. 9 (1998). σελ. 207.



 Η ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΗ ΣΥΜΜΑΧΙΑ


του JEAN DUCAT οµότιµου καθηγητή Αρχαίας Ιστορίας του Πανεπιστηµίου Νικαίας (Γαλλία)

Η Σπάρτη ήταν µία µεγάλη πόλη λόγω της έκτασης της επικράτειάς της, όχι όµως και από τον πληθυσµό των πολιτών της, ο οποίος άλλωστε µειωνόταν διαρκώς κατά την κλασική περίοδο. Οι Λακεδαιµόνιοι στρατιώτες φηµίζονταν ως oι καλύτεροι, ωστόσο ο αριθµός τους ήταν σχετικά µικρός και η Σπάρτη δεν θα µπορούσε να διαδραµατίσει το ρόλο της στον τότε ελληνικό κόσµο, αν δεν είχε επιτύχει να οργανώσει προς όφελος της το µεγαλύτερο µέρος της Πελοποννήσου. Με τις σύµµαχες πόλεις, σχηµάτισε τον 5ο αιώνα π.Χ. αυτό που σήµερα αποκαλούµε Πελοποννησιακή Συµµαχία και που απλά οι Έλληνες ονόµαζαν «Οι Πελοποννήσιοι» ή «Οι Λακεδαιµόνιοι και οι Σύµµαχοί τους». Άλλωστε δεν επρόκειτο µόνο για αριθµητικό ζήτηµα - οι σύµµαχοι συνεισέφεραν στους Σπαρτιάτες ένα σηµαντικό στοιχείο ισχύος στον ελληνικό κόσµο, τη ναυτική δύναµη. ∆ιαφορετικά πώς θα µπορούσε να συσταθεί αυτή η ισχυρή δοµή; Η πρώτη φροντίδα των Σπαρτιατών ποτέ δεν ήταν το κτίσιµο µιας αυτοκρατορίας, αλλά η διαφύλαξη της ασφάλειας τους. Αυτό αποτελεί την πρώτη προτεραιότητα για κάθε ελληνική πόλη, όπου ο κάθε γείτονας είναι εν δυνάµει εχθρός.

 Και η Σπάρτη είχε στην Πελοπόννησο, από τον 8ο αιώνα π.Χ., µία ανταγωνιστική δύναµη, ένα αδελφό εχθρό, το Αργός. Όσο µακριά κι αν ανατρέξουµε στην Ιστορία (και ακόµη παραπέρα), οι σχέσεις µεταξύ των δύο πόλεων ήταν τεταµένες. Αρχικά πολεµούσαν για µια όµορη περιοχή, τη Θυρεάτιδα. Αυτού του είδους οι πόλεµοι παρουσιάζουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. ∆ιακυβεύουν για ένα πολύ µικρό έδαφος, που δεν αποτελεί τόπο-πέρασµα και µολονότι επίπεδο, δεν προσφέρει πραγµατικό οικονοµικό ενδιαφέρον- είναι πόλεµοι που διέπονται από κανόνες που σκοπό έχουν να περιορίσουν την εµβέλεια τους και τις συνέπειες τους, συνδέονται δε µε µία κοινή λατρεία, αυτή του Πυθίου Απόλλωνα. 
Τελικά εµφανίζονται σαν διαµάχη µε σειρά επεισοδίων. Αναφέρεται για παράδειγµα η ήττα των Σπαρτιατών στη µάχη των Υσιών το 669 π.Χ. Το γνωστότερο επεισόδιο (χάρη στον Ηρόδοτο, Ι, 82) συνέβη γύρω στο 545 π.Χ., ονοµάζεται «η µάχη των πρωταθλητών», επειδή κατόπιν συµφωνίας οι δύο πόλεις «παραδόθηκαν» σε 300 πολεµιστές η κάθε µία και την τελική νίκη πήρε ένας υπέροχος πολεµιστής.
 Καταλαβαίνει κανείς ότι η αφήγηση αυτή βρίσκεται τουλάχιστον στα όρια του µύθου. Άλλοι πόλεµοι µεταξύ Σπάρτης και Αργούς αποτελούν περισσότερο συνηθισµένα πρότυπα. Στην αρχή του δεύτερου µισού του 8ου αιώνα π.Χ., οι Σπαρτιάτες, καθοδηγούµενοι από τον Νίκανδρο, εισέβαλαν στην Αργολίδα, µε συνέπεια την καταστροφή της Ασίνης που τους είχε βοηθήσει· η ανασκαφή της Ασίνης έφερε στο φως την πραγµατική έκταση αυτής της καταστροφής, που η κεραµική της τη χρονολογεί γύρω στο 720 π.Χ.· µε τη σειρά τους οι Αργείοι βοήθησαν τους Μεσσήνιους να εξεγερθούν στο δεύτερο µισό του 7ου αιώνα π.Χ. Η ένταση ανάµεσα στο Αργός και τη Σπάρτη φαίνεται να είναι η γραµµή του πυρός της Ιστορίας της Πελοποννήσου την αρχαϊκή εποχή. Τον 6ο αιώνα, η Σπάρτη απέκτησε άλλη µία ισχυρή αντίπαλο, την Τεγέα, τη βασικότερη και νοτιότερη των αρκαδικών πόλεων. 
Ο Ηρόδοτος (Ι, 65-69) αφηγείται την παρακάτω ιστορία: σε πρώτη φάση, οι Σπαρτιάτες - η πρόθεση τους ήταν να κατακτήσουν την εύφορη κοιλάδα της Τεγέας - µειονεκτούσαν («ο πόλεµος των Πεδών» το 550 π.Χ. περίπου). Στη συνέχεια, αφού κατόρθωσαν µε δόλο να επανακτήσουν τα οστά του Ορέστη, ήταν οι νικητές. Στο µεταξύ είχαν αλλάξει σχέδια και αρκέσθηκαν να συνάψουν συµµαχία µε την Τεγέα, που τους έδινε κάποια πλεονεκτήµατα. Γιατί αυτή η αλλαγή στάσης; Χωρίς αµφιβολία η Σπάρτη κατάλαβε on δεν είχε τα µέσα να κατακτήσει πόλεις τόσο αποµακρυσµένες και τόσο σηµαντικές και ότι ήταν καλύτερα να τις κάνει συµµάχους. 
Η υπόλοιπη Αρκαδία, ιδιαίτερα ο Ορχοµενός και η Μαντινεία, ακολούθησε το παράδειγµα της Τεγέας· ύστερα ήρθε η σειρά της Φλειούς, που η πίστη της σε όλο το χρονικό ορίζοντα της Ιστορίας 8α παραµείνει παραδειγµατική. Η Εληά αντιπροσωπεύει το µόνο προς τα βορειοδυτικά προπύργιο της Σπάρτης. Ακολούθως θα πάρει ένα σηµαντικό προβάδισµα έναντι του Αργούς, συνάπτοντας συµµαχίες µε τις πόλεις Άκτιον, Tpoiznva, Ερµιόνη και Επίδαυρο, που όντας φιλικές προς µία µεγάλη, µακρινή δύναµη, προστατεύονταν από τις επίβουλες της επικίνδυνης γείτονας. ∆ιαπιστώνουµε ότι :ο 525 π.Χ. η Κόρινθος είχε ήδη προσχωρήσει στη Σπαρτιατική Συµµαχία, σε άγνωστο χρόνο και η Σικυώνα τη µιµήθηκε. Από δυσπιστία προς την Αθήνα και η Αίγινα προσχώρησε, όπως επίσης τα Μέγαρα. πιθανόν κατά το τέλος του 6ου αιώνα π.Χ.· πρόκειται για τις µοναδικές επεκτάσεις της Συµµαχίας εκτός της Πελοποννήσου. 

Σε µισό αιώνα, η Σπάρτη, αρπάζοντας κάθε ευκαιρία, είχε πραγµατοποιήσει µε αυτόν τον τρόπο τη συγκρότηση εκείνη που την καθιστούσε τη µεγαλύτερη δύναµη σε στεριά και θάλασσα του ελληνικού κόσµου. Και αυτό χωρίς να δώσει ούτε µία µάχη, µέσα από σειρά συµµαχιών, συµφωνηµένων η µία µετά την άλλη. Με το ξέσπασµα των Πελοποννησιακοί πολέµων, το συµµαχικό αυτό σύστηµα πήρε την οριστική µορφή του, µιας πραγµατικής οµοσπονδίας, µε αρκετά καλά σχεδιασµένους κεντρικούς θεσµούς. Η Σπάρτη αποτελεί την ηγέτιδα δύναµη, έχει την πρωτοβουλία κατ την ευθύνη της διοίκησης, χωρίς ωστόσο να ασκεί απόλυτη εξουσία.
 Η δοµή είναι δικέφαλη. Από τη µία υπάρχει το Συµβούλιο των Συµµάχων, όπου κάθε πόλη-µέλος έχει έναν αντιπρόσωπο ( η Σπάρτη όπως οι άλλες) και αποφασίζει κατά πλειοψηφία. Έτσι η Σπάρτη είναι δυνατόν να µειοψηφήσει, η απόφαση όµως δεν µπορεί να της επιβληθεί. Πράγµατι, η άλλη αρχή είναι η Συνέλευση των πολιτών της Σπάρτης, η οποία επίσης είναι κυρίαρχη. Γενικά, η Σπάρτη έχει την πρωτοβουλία και αφού ψηφίσει, για παράδειγµα, πόλεµο ενάντια σε κάποιον, προτείνει αυτή την απόφαση της στο Συµβούλιο των Συµµάχων, το οποίο µπορεί να την αποδεχθεί η να την αρνηθεί. Το 431 π.Χ. συνέβη το ακριβώς αντίθετο: οι Σύµµαχοι πρότειναν στη Συνέλευση της Σπάρτης να αποφασίσει τον πόλεµο ενάντια στην Αθήνα· τότε η κατάσταση ήταν ιδιαίτερη καθώς οι Σύµµαχοι ήθελαν τον πόλεµο πολύ περισσότερο από τη Σπάρτη.

 Η Συµµαχία δεν λειτουργούσε κατ' αυτόν τον τρόπο τον 6ο αιώνα π.Χ. Εκείνη την εποχή, η Σπάρτη αποφάσιζε µόνη: η συµµαχία µε τον Κροίσο, οι διαδοχικές εκστρατείες κατά της Αθήνας (του Αγχίµολου πιθανά το 512/1, του Κλεοµένη το
511/10, το 508/7 κατ το 507/6) και ο πόλεµος εναντίον του Άργους (µάχης της Σηπείας) κατά τα τελευταία χρόνια του αιώνα, αποτελούσαν αποκλειστικά δική της πρωτοβουλία. Η µοναδική σύσκεψη των Συµµάχων πραγµατοποιήθηκε στη Σπάρτη, σε άγνωστη χρονολογία (ίσως το 505-504) εν όψει µιας εκστρατείας κατά της Αθήνας, πρόταση που αρνήθηκαν. 
Αυτό διηγείται ο Ηρόδοτος (5, 90-93), αλλά το σπάνιο αυτό χαρακτηριστικό του επεισοδίου κάνει σήµερα πολλούς ιστορικούς να αµφιβάλλουν για το αν είναι αληθινό: ο Ηρόδοτος φαίνεται να φαντάστηκε αυτή τη συνέλευση σαν µια ευκαιρία να φέρει στο προσκήνιο το ζήτηµα της τυραννίας, κάτι λιγότερο φανταστικό από το ζήτηµα των Περσών ευγενών αναφορικά µε τα πολιτικά καθεστώτα (3, 80-82). Πιστεύουµε ότι µάλλον κατά τη διάρκεια του 5ου αιώνα π.Χ., ίσως την εποµένη των Μηδικών πολέµων, η Πελοποννησιακή Συµµαχία θέσπισε διαδικασίες που βλέπουµε στον Θουκυδίδη να εφαρµόζονται.

Μετάφραση: Γιώργος Γεωργαµλής

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
L. Moretti. Ricerche sulle leghe greche (1962). G. L. Cawkwell, «Sparte and her Allies in the VIth Century». Classical Quarterly 43 (1993), σελ. 364-376.

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΕΦΗΜΕΡΙΔΟΣ– «Ιστορικά» - «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ»

ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝ

ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝ

ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΚΑΝΟΝΙΚΑ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΣΤΟ ΚΙΝΗΤΟ ΚΛΙΚ ΕΠΑΝΩ ΤΗΣ