Η τελευταία ανάβαση - Ο Εμπεδοκλής, περί το 435 π.Χ. Βάδισε στις πλαγιές της Αίτνας…


Η νύχτα έχει ήδη υπονομευτεί από μέσα. Δεν είναι πλέον απόλυτο το σκοτάδι. Κάτι έχει αλλάξει, δύσκολο να πεις τι. Κανένα περίγραμμα δεν διακρίνεται ακόμα καθαρά. Καμία μορφή, κανένα σχήμα δεν ξεχωρίζει. Κι όμως, το σκοτάδι δεν είναι πια απόλυτο. Σαν να αραίωνε εκείνη τη στιγμή από μέσα, κάνοντας θέση σ’ ένα φως ακόμα απόν, αλλά από δω και πέρα αναμενόμενο. Αυτή την τόσο λεπτή ρήξη, λίγοι άνθρωποι είναι σε θέση να τη διακρίνουν. Ο Εμπεδοκλής, στη στιγμή, ήξερε ότι η μέρα είχε αρχίσει. Θα έπρεπε να δώσει στο βάδισμά του έναν πιο έντονο ρυθμό, για να φτάσει τη στιγμή που πρέπει.


Ήξερε ότι ο δρόμος θα ήταν μακρύς και δύσκολος. Είχε αποφασίσει να πάει σ’εκείνο το ακριβές σημείο, από το οποίο αρκεί να πηδήξει για να βρεθεί ολόκληρος μέσα στη Φωτιά, απορροφημένος, ηλιακός, απλωμένος ίσως στην ίδια τη διάσταση του κόσμου. Η δυσκολία, σ’ αυτή την ανάβαση, δεν ήταν ότι επρόκειτο να είναι η τελευταία. Κάθε άλλο. Πίστευε ότι πλησίαζε στο ουσιώδες, στην έσχατη συγχώνευση, στη διάχυση στο άπειρο.

Καμία σχέση μ’ ένα αντίο στη ζωή, με το τέλος της ύπαρξης. Δεν ήταν μία διαδρομή που τελείωνε. Τίποτα δεν θα έσβηνε, αντίθετα από ότι πίστευαν οι περισσότεροι άνθρωποι, τυφλωμένοι και χωρίς μυαλό, που έβλεπαν πάντα τη μισή αλήθεια. Ήταν το αντίθετο. Στο τέρμα της ανάβασης, αυτή τη φορά, θα συναντούσε τον ίδιο τον κόσμο, αυτή τη Φωτιά που αυξάνεται και περιορίζεται, αιώνια, όπως το φως.

Η πραγματική προσπάθεια, ήταν η ίδια η ανάβαση. Για ώρες ολόκληρες, πάνω στις ξερές πλαγιές του ηφαιστείου, με τις άγονες επιφάνειες, τις άλλοτε γκρίζες και άλλοτε μαύρες, μέσα από μονοπάτια όλο και πιο απότομα. Αυτόν τον μακρύ δρόμο προς τον κρατήρα, ο Εμπεδοκλής τον είχε διανύσει άπειρες φορές. 



Αλλά όταν ήταν νέος, ή στο άνθος της ηλικίας του. Όλη του τη ζωή, εξάλλου, δεν είχε σταματήσει να διασχίζει με τα πόδια, προς όλες τις κατευθύνσεις, αυτό το μεγάλο νησί, όπου όλοι τον γνώριζαν, τουλάχιστον εξ ακοής. Από τον Ακράγαντα έως την Έγεστα, από τις Συρακούσες έως τον Σελινούντα, από το βορρά έως το νότο και από την ανατολή έως τη δύση, είχε περπατήσει από ηλικία σε ηλικία μέσα από τα στάρια, μέσα από τις ελιές, τους βράχους, κάτω από τις λεμονιές και τις βουκαμβίλιες, τις μέρες με καταιγίδα ή τις νύχτες του καύσωνα. Ναι, με το να περπατά, γνώριζε απέξω όλα τα τοπία αυτού του μεγάλου σαν ολόκληρη χώρα νησιού.


Γνώριζε την Αίτνα καλύτερα από το καθετί. Γνώριζε τα τραχιά βράχια της, τη λεπτή σκόνη από στάχτες, ψηλά, που κολλάει στις βλεφαρίδες, στα φρύδια, στα μαλλιά. Ήξερε τη στυφή μυρωδιά του θειαφιού, και όλες τις άλλες, έντονες ή αψιές, βαριές μυρωδιές, που καίνε το εσωτερικό των ρουθουνιών προτού να κατακλύσουν ολόκληρο το λαιμό. Όλα αυτά τα είχε συναντήσει χίλιες φορές, πάντα στο τέρμα μιας ολοήμερης πορείας, κάτω από έναν αφόρητο ήλιο και, αργότερα, μέσα στον άνεμο και το ήδη τσουχτερό κρύο.

Αλλά αυτή τη φορά ήταν γέρος. Τα πόδια του δεν είχαν πια την παλιά τους δύναμη. Ιδίως τα γόνατα και οι αστράγαλοι άρχιζαν γρήγορα να τον πονάνε. Αν και τα φορούσε όλη του σχεδόν τη ζωή, τα μπρούντζινα σανδάλια του βάραιναν πλέον το βάδισμά του. Θαυμάσια σανδάλια, μοναδικά στο είδος τους: αδύνατο να φθαρούν ή να σχιστούν, ανθεκτικά στο νερό, στη σκόνη, στα κοψίματα των βράχων. Σανδάλια επίσης τρομερά: βαριά, θορυβώδη, σκληρά σαν την πέτρα, που ήταν αδύνατο να λυγίσουν. Σανδάλια άκαμπτα και χωρίς κυρτότητα, που το πόδι έπρεπε να τα συνοδεύει, αντί να ακολουθούν αυτά την κίνηση του ποδιού. Κουραστικά σανδάλια, με κίνδυνο πάντα να του πληγώσουν το πόδι.
Αυτά τα σανδάλια ο Εμπεδοκλής σήμερα τα απεχθάνεται. Πρέπει στο εξής να τα σέρνει, να τα σηκώνει, να τα ξεκολλάει, σε κάθε βήμα, από το έδαφος, όπου καρφώνονται, λες και τα συγκρατεί μια δύναμη που του δίνει την εντύπωση ότι αυξάνεται όσο προχωρεί. Αυτά τα παράξενα υποδήματα ήταν το καμάρι του, τον είχαν μάλιστα κάνει διάσημο στους άξεστους συντοπίτες του. Τώρα τα μισεί. Αυτό τον λυπεί.

Δεν θα το ήθελε. Αυτός που είχε τόσο σκεφτεί πάνω στην αγάπη και το μίσος, που είχε πει τόσες φορές ότι αυτά τα αντίθετα ήταν αλληλένδετα και ότι ο κόσμος είχε χτιστεί πάνω στην εναλλαγή τους. Αυτός που είχε τόσο επαναλάβει ότι η αγάπη εντάσσει, συγκεντρώνει, οργανώνει, ενώ το μίσος διασκορπίζει και διαχωρίζει. Ναι, γνωρίζει καλύτερα από οποιονδήποτε το αναπόφευκτο πηγαινέλα τους, και την ατέρμονη μάχη τους. Γι’ αυτό ακριβώς θα προτιμούσε να μην τελείωνε η πορεία του πάνω σε αυτή την κίνηση.

Τα σανδάλια του τον κολλάνε στο βράχο, ζυγίζουν όσο πέτρινοι όγκοι. Σε κάθε βήμα πρέπει να τα ξεριζώνει από το μονοπάτι γδέρνοντας τα πόδια του και τα μισεί. Του φαίνονται γελοία και φοβερά. Τα απεχθάνεται με όλο του το είναι, βαθύτατα. Αυτός που δίδαξε την ανώτατη αρχή («να απέχετε από τη μοχθηρότητα»), αισθάνεται ότι δεν μπορεί να την εφαρμόσει μέχρι τέλους.

Λίγες μέρες αργότερα, ψηλά στην Αίτνα, βοσκοί βρήκαν τα μπρούντζινα σανδάλια του δασκάλου Εμπεδοκλή. Στο μέταλλο ήταν κολλημένα, κατά τόπους, κομμάτια λάβας και μαύρες στάχτες. Ποτέ δεν έμαθαν αν ο φιλόσοφος τα είχε αφήσει, εκουσίως, σ’ εκείνο το σημείο, προτού ριχτεί μέσα στη φωτιά του κρατήρα, ή αν τα είχε πετάξει έξω το κύμα μιας έκρηξης. Κάποιοι είπαν ότι αυτό ήταν αδιάφορο. Άλλοι, αντιθέτως, υποστήριξαν ότι, ανάλογα με την περίπτωση που υιοθετεί κανείς, η ιστορία παίρνει άλλη σημασία.
Απόσπασμα από το βιβλίο “Είναι τρελοί αυτοί οι σοφοί!” των Ροζέ-Πολ Ντρουά και Ζαν-Φιλίπ ντε Τονάκ



 Εμπεδοκλής (490-430 π.Χ.) – Κανείς τους δεν είχε θεαματικότερο τέλος 



Simon Critchley - Άγγλος φιλόσοφος 

Πρόκειται μάλλον για την πιο παράξενη αλλά και για την ελκυστικότερη από τις μορφές που αναφέρονται ως προσωκρατικοί. Και σίγουρα κανείς τους δεν είχε θεαματικότερο τέλος. Όπως επισημαίνει ο Πλούταρχος, με την αποχώρηση του Εμπεδοκλή η φιλοσοφία βρέθηκε σε αναταραχή, κυκλοφορούν δε άφθονες ιστορίες για τη μεταμόρφωσή του σε θεό.

Ο Εμπεδοκλής έγραψε δύο έμμετρα έργα, εκτενή κάποτε μα όχι πια, τα «Περί φύσεως» και «Καθαρμοί». Έλεγε πως ήταν «άφθαρτος θεός, όχι πια θνητός». Ο Διογένης τον περιγράφει να φοράει πανάκριβη πορφύρα με χρυσαφένιο ζωνάρι, μπρούντζινα σανδάλια και δάφνινο «στέμμα δελφικό». Είχε πυκνά μαλλιά, κρατούσε πάντοτε μπαστούνι και διέθετε ακολουθία ολόκληρη από νεαρούς που τον φρόντιζαν. Μας φέρνει στο νου κάτι από μάγο, από ιερέα, μα και από τσαρλατάνο. Πάντως δεν έπαψε ποτέ να θεωρείται ριζοσπάστης στις πολιτικές του θέσεις και ταυτιζόταν με τη δημοκρατία. Λέγεται, μάλιστα, ότι έπεισε τους συμπολίτες του στον Ακράγαντα της Σικελίας να καταργήσουν τους διαχωρισμούς και να καλλιεργήσουν την πολιτειακή ισότητα.

Σ’ ένα από τα εκτενέστερα σωζόμενα αποσπάσματα του έργου του ο θάνατος αναφέρεται ως «μέγας εκδικητής». Σύμφωνα με τον θρύλο, κάποτε κράτησε ζωντανή επί τριάντα μέρες μια γυναίκα που δεν ανάσαινε ούτε είχε σφυγμό. Ο Αέτιος του αποδίδει την άποψη ότι ο ύπνος ήταν απόρροια της ψύξης του αίματος και ότι ο θάνατος επέρχεται όταν αυτό χάσει εντελώς τη θερμότητα του. Αφού λοιπόν η ζέστη είναι ο φορέας της ζωής, το καλύτερο μέρος για να τερματίσει ο Εμπεδοκλής την αναζήτηση της αθανασίας ήταν η φωτιά ενός ηφαιστείου. Κι όπως ιστορούν, φόρεσε τα καλά του και ρίχτηκε εκούσια στην Αίτνα, επιβεβαιώνοντας τις φήμες ότι είχε θεϊκή υπόσταση. Η αλήθεια όμως διαπιστώθηκε αργότερα, όταν στην πλαγιά του ηφαιστείου βρέθηκε το ένα από τα μπρούντζινα σανδάλια του που είχαν φτύσει έξω οι φλόγες.

Υπάρχουν και άλλες ιστορίες για το θάνατο του Εμπεδοκλή, όχι τόσο συναρπαστικές: λένε πως έφυγε από τη Σικελία για την Ελλάδα και δε γύρισε ποτέ, ότι έσπασε το γοφό του πηγαίνοντας σε μια γιορτή και πέθανε από κάποια επακόλουθη αρρώστια, ότι γλίστρησε στη θάλασσα και πνίγηκε λόγω γηρατειών.

Το ότι στο πρόσωπό του συνδυάζονταν η μυστικιστική ύβρις και ο πολιτικός ριζοσπαστισμός ώθησε περίπου είκοσι δύο αιώνες αργότερα -στον απόηχό του ενθουσιασμού αλλά και της απογοήτευσης που προκάλεσε η Γαλλική Επανάσταση- το σπουδαίο Γερμανό φιλόσοφο και ποιητή Φρίντριχ Χαίλντερλιν να γράψει το έμμετρο δράμα «Ο θάνατος του Εμπεδοκλή». Η εξαιρετική αυτή σύγχρονη τραγωδία γράφτηκε σε τρεις διαφορετικές εκδοχές στα τέλη της δεκαετίας του 1790, έμεινε όμως ημιτελής και δεν εκτιμήθηκε όσο της άρμοζε. Ο Χαίλντερλιν αποκαλεί «μεθυσμένο με θεό» τον Εμπεδοκλή και του αναγνωρίζει σαφώς ότι ήταν θρησκευτικός μεταρρυθμιστής και πολιτικός επαναστάτης. Ο θάνατος «στην ύψιστη πυρά», όπως την αποκαλεί ο Χαίλντερλιν, γίνεται αντιληπτός ως θυσία στη φύση και ως παραδοχή ότι υπάρχει μια δύναμη ανώτερη από την ανθρώπινη ελευθερία: η ειμαρμένη.

Ο Εμπεδοκλής περιγράφεται πάντοτε ως φυσιογνωμία σοβαρή και αρχοντική, πράγμα που αρκούσε στο Λουκιανό για να τον κάνει ρεζίλι στους Νεκρικούς Διαλόγους, όπου τον δείχνει να κατεβαίνει στον Άδη «μισοκαμένος από την Αίτνα». Όταν ο κυνικός Μένιππος τον ρωτάει τι τον ώθησε να βουτήξει στον κρατήρα, εκείνος αποκρίνεται: «Μια μελαγχολία». Πράγμα που προκαλεί την έκρηξη του Μένιππου: Όχι! Ματαιοδοξία ήταν- κι έπαρση· και μπόλικη ανοησία- αυτά σ’ έκαψαν ολόκληρο, απ’ την κορφή ως τα νύχια – και καλά σου έκαναν!
Το βιβλίο των νεκρών φιλοσόφων-SIMON CRITCHLEY-ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΤΑΚΗ





Κάποιοι που ανέβηκαν τώρα τελευταία στην Αίτνα, μας διηγήθηκαν πως βρήκαν στην κορφή ένα ίσιωμα με περίμετρο ίσαμε είκοσι στάδια, περίκλειστο με ένα φρύδι τέφρας ψηλό σαν τοίχος κτιρίου, ώστε όσοι θέλουν να προχωρήσουν να είναι αναγκασμένοι να πηδήσουν από ψηλά στο ίσιωμα. Στη μέση είδαν ένα ύψωμα, τεφρό στο χρώμα, όπως και η επιφάνεια του ισιώματος, και πάνω από το ύψωμα ορθώνονταν κατακόρυφα ένα σύννεφο ακίνητο σε ένα ύψος  ίσαμε διακόσιους πόδες (είχε άπνοια εκείνη την ώρα)· έμοιαζε με καπνό. 




Δυο από τους ορειβάτες αποτόλμησαν να προχωρήσουν στο ίσιωμα, μα καθώς η άμμος κάτω απ’ τα πόδια τους γίνονταν όλο και πιο ζεστή και βυθίζονταν όλο και πιο βαθιά σ’ αυτήν, έκαναν στροφή κι επέστρεψαν χωρίς να μπορούν να πουν τίποτα περισσότερο από εκείνους που παρατηρούσαν από μακριά.
 Πάντως από την εικόνα αυτή, σχημάτισαν τη γνώμη πως πολλοί είναι οι μύθοι που ακούγονται και μάλιστα όσα λέγονται για τον Εμπεδοκλή, ότι πήδησε μέσα στον κρατήρα και άφησε ίχνος του παθήματος το ένα από τα χάλκινα πέδιλα που φορούσε, που βρέθηκε τάχα λίγο πιο πέρα από το χείλος του κρατήρα, σαν να το τίναξε η δύναμη της λάβας·  ούτε προσιτό είναι το μέρος ούτε ορατό ούτε και είναι πιθανό να μπορεί κάτι να πεταχτεί εκεί μέσα εξαιτίας του αντίθετου ρεύματος των ατμών που τινάζονται από τα βάθη και εξαιτίας της θερμότητας που είναι εύλογο να προαπαντά κανείς πολύ πριν πλησιάσει στο χείλος του κρατήρα· κι ακόμα κι αν κάτι κατάφερνε να πέσει μέσα, θα καταστρέφονταν προτού ξαναπεταχτεί έξω, όποια μορφή κι αν είχε προτού να πέσει μέσα. Ακόμα κι αν δεν είναι παράλογο να υποθέσουμε πως η δύναμη των ατμών και της φωτιάς κατά καιρούς μειώνεται καθώς διαλείπει η καύσιμη ύλη, και πάλι αυτό δεν είναι δυνατόν να συμβεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να μπορέσει άνθρωπος να πλησιάσει τον κρατήρα κόντρα σε τόσο μεγάλη επιβολή αντίθετης δύναμης.

ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝ






Ο Εμπεδοκλής ο Ακραγαντινός (Ακράγαντας, 495 π.Χ. – Αίτνα, 435 π.Χ.)



 Πάπυρος με κείμενο από Τα Φυσικά  του Εμπεδοκλή 


 Ήταν  Έλληνας πυθαγόρειος φιλόσοφος, ένας από τους σπουδαιότερους αντιπροσώπους της προσωκρατικής ελληνικής φιλοσοφίας, φυσικός, μηχανικός, εφευρέτης, ιατρός, μουσικός και ποιητής.
Γεννήθηκε στον Ακράγαντα, δεύτερη, ως προς τον πλούτο και την δύναμη, πόλη της Σικελίας στην Κάτω Ιταλία. Αξίζει να αναφερθεί ότι είναι ο μόνος γηγενής πολίτης μιας δωρικής πολιτείας που έπαιξε μεγάλο ρόλο στην ιστορία της φιλοσοφίας. Η σύγχρονη κοινωνία της πόλης που γεννήθηκε τον τιμά ονομάζοντας Πόρτο Εμπέντοκλε το τεχνητό λιμάνι του όρμου του Ακράγαντα.

Η καταγωγή του ανάγεται σε αρχοντική και επιφανή οικογένεια. Ήταν εγγονός του Εμπεδοκλή ο οποίος στέφθηκε ολυμπιονίκης στο ιππικό αγώνισμα του κέλη το 496 π.Χ., στην ίδια διοργάνωση με τον γιό του -και θείο του φιλοσόφου Εμπεδοκλή- τον Εξαίνετο ο οποίος έγινε ολυμπιονίκης της πάλης. Ο πατέρας του Εμπεδοκλή του φιλοσόφου ήταν ο Μέτων ή Αρχίνομος, που κατείχε υψηλό αξίωμα στη διακυβέρνηση του τόπου του.

 Μάλιστα, όπως υποθέτουν οι ειδικοί, το δεύτερο από τα παραδιδόμενα ονόματα του πατέρα του Εμπεδοκλή δεν είναι κύριο αλλά προσηγορικό του δημοσίου λειτουργήματός του. Ο Μέτων, πρωταγωνιστής στις πολιτικές διαμάχες του τόπου το 470 π.Χ,. συνέργησε στην κατάλυση της αριστοκρατικής τυραννίας του Θρασυδαίου, που είχε διαδεχθεί τον πατέρα του Θήρωνα. 

Ο Εμπεδοκλής συνεχίζει και συμπληρώνει το έργο των προγόνων του. Όταν η μερίδα των ολιγαρχικών φάνηκε να επανακτά την ισχύ της, επιτίθεται εναντίον της, κήρυκας και προστάτης των δικαιωμάτων του λαού. Επανιδρύει την δημοκρατία. Λέγεται μάλιστα ότι του προσέφεραν το βασιλικό στέμμα, αλλά το απέρριψε με περιφρόνηση. Με αυτήν του την χειρονομία θυμίζει μια ανάλογη χειρονομία του εφάμιλλου με αυτόν στη φιλοσοφία Ηράκλειτου. 

Ο βίος του είναι γεμάτος με απόκρυφες ιστορίες και θαύματα που αγγίζουν τα όρια του μύθου. Στο πρόσωπο του οι Ακραγαντίνοι δεν έβλεπαν μόνο έναν μεγάλο φιλόσοφο αλλά και έναν άξιο πολιτικό, ιατρό, μάντη, μάγο και ποιητή. 

Ο ποιητής Κωστής Παλαμάς αναφέρει γι' αυτόν ότι εμφανιζόταν παντού και ασκούσε την περίφημη χάρη του, δραστήριος πολιτικός, τολμηρός φιλόσοφος, χρυσόστομος ρήτορας, μεγαλεπήβολος μηχανικός, πανεπιστήμων ερευνητής, γιατρός, θεόσοφος, μάγος, κύριος όλων των ειδών του λόγου, ευρετής της ρητορικής, όπως τον αποκαλεί ο Αριστοτέλης, ραψωδός, υμνωδός, όπως ο ίδιος αποκαλεί τους ποιητές, ιερέας, προφήτης.
 Τονίζει ότι κατευνάζει και διεγείρει τους ανέμους, ότι θεραπεύει τις ασθένειες και τα γηρατειά, ότι επαναφέρει νεκρούς στη ζωή, και ότι όλοι τον τιμούν ως θεό. Κάθε φορά που μπαίνει στις πόλεις οι άνθρωποι τον περιστοιχίζουν και ζητούν τη βοήθειά του, του ζητούν να θεραπεύσει κάθε είδους ασθένεια και τον προκαλούν για προφητείες
Η ζωή του υπήρξε αντικείμενο πολλών μυθοπλασιών και, σύμφωνα με τις δοξασίες του περί μετενσάρκωσης, ήταν κι ο ίδιος, όπως δηλώνει, δαίμονας που έπεσε σε βαρύ αμάρτημα, ξέπεσε από τη θεϊκή φύση του και πέρασε διαδοχικά από σώμα ζώου, φυτού και ανθρώπου, περιπλανώμενος στο σύμπαν, προορισμένος όμως, αργά ή γρήγορα να ξαναπάρει την αρχική του φύση



Μεταξύ των παραδόσεων που αφηγείται ο Διογένης Λαέρτιος για τον θάνατο του Εμπεδοκλή (Βίοι Φιλοσόφων, Η΄ 69-72), είναι ότι αναλήφθηκε στον ουρανό αποθεωθείς, καθώς και ότι ρίχτηκε στον κρατήρα της Αίτνας.

Από τα σωζόμενα αποσπάσματα των έργων του Εμπεδοκλή εξάγεται ότι ο συγγραφέας τους, εκτός από τη γενική Φυσική, είχε και ειδικότερες γνώσεις Φυσιογνωσίας και Ιατρικής, ιδιαίτερα Φυσιολογίας, Ανατομίας και Εμβρυολογίας, και ότι έτσι συνδεόταν με τη μεγάλη ιατρική παράδοση της Κάτω Ιταλίας.

Σ' έναν ιδιαίτερο χώρο, όπου δέσποζαν οι ορφικές και οι πυθαγόρειες διδασκαλίες, ο Εμπεδοκλής δημιούργησε τη δική του φιλοσοφία, στο περιεχόμενο της οποίας είναι φανερή η επίδραση των παραπάνω ιδεών, καθώς και της σκέψης των προγενεστέρων του φιλοσόφων, ιδίως του Παρμενίδη, στου οποίου τη γλώσσα και τη σκέψη οφείλει πολλά. Είναι πολύ πιθανή η μαρτυρία ότι ο Εμπεδοκλής είχε μαθητεύσει σε Πυθαγόρειους, άποψη που ενισχύεται από την επίδραση στον τρόπο γραφής του.

Αναμφίβολα, κύρια φιλοδοξία του Εμπεδοκλή δεν ήταν η αναγνώριση της φιλολογικής ευφυΐας του, όσο η παραδοχή από τους ανθρώπους, ως πραγματικής αποστολής του, της προφητικής και ιερατικής, της μυστηριακής, με μια λέξη, δράσης του[εκκρεμεί παραπομπή]. Φαίνεται ότι η ζωή του ήταν πολύ σεμνή και μεγαλοπρεπής, ότι του απονέμονταν ύψιστες τιμές και κυκλοφορούσαν διαδόσεις για εξαίρετες πράξεις του και θαύματα.

Ο Εμπεδοκλής είναι το σύμβολο της ποιητικής μεγαλοφυΐας. Το άριστο κριτήριο της αξίας του Εμπεδοκλή είναι τα έργα του. Ο Εμπεδοκλής ήταν ο τρίτος και τελευταίος φιλόσοφος μετά τον Ξενοφάνη και τον Παρμενίδη, που διάλεξε να εκθέσει τη φιλοσοφία του σε στίχους, και μάλιστα σε δακτυλικό εξάμετρο.

Με δεδομένη αυτή την επιλογή του μέτρου σε συνδυασμό με την ιωνική διάλεκτο στην οποία είναι γραμμένοι οι στίχοι, γίνεται κιόλας αισθητό ένα από τα πιο βασικά χαρακτηριστικά της ποίησής του: η σχέση με το έπος και συγκεκριμένα με τον Όμηρο και τον Ησίοδο, των οποίων η μελέτη επηρέασε βαθιά το έργο του. Χρησιμοποίησε τον έμμετρο, πιθανώς για να προσδώσει στο έργο του αποκαλυπτικό κύρος. Θεωρείται ο τελευταίος προσωκρατικός που εκθέτει τη διδασκαλία του έμμετρα, αλλά και ο τελευταίος προσωκρατικός που βρίσκεται υπό την επήρεια της θεογονικής παράδοσης.

Ο Εμπεδοκλής ήταν δεινός περί την φράσιν η δε γλωσσική έκφρασή του είναι χυμώδης, προδίδει ενθουσιαστική ορμή και φαντασία, παράγει πλήθος νέων ποιητικών εικόνων και σχημάτων, προσφέρει ένα μεγάλο αριθμό λέξεων, που συναντούμε για πρώτη ή και για μοναδική φορά στην αρχαία Γραμματεία («ἅπαξ εἰρημένα»).

Στο συγγραφικό έργο του Εμπεδοκλή αποδίδονται πολύ περισσότερα έργα από αυτά που σώζονται. Συγκεκριμένα έγραψε το Περί Φύσεως (2.000 στίχοι). Από τα σωζόμενα αποσπάσματα, συναθροίζοντας τα σε θεματικές ενότητες μας επιτρέπεται να φανταστούμε το περίγραμμα του έργου. Στο Περί Φύσεως προσπαθεί να δώσει τις βασικές αρχές της φυσικής φιλοσοφίας του, όπως αυτή εκφράζεται μέσα από την εναλλασσόμενη κυριαρχία της Φιλίας (=Φιλότης) και της Διαμάχης (=Νείκος) πάνω στα τέσσερα ριζώματα (=πυρ, αήρ, ύδωρ, γη). Η ουσία του σύμπαντος νοείται από τον Εμπεδοκλή σε μια δίχως τέλος μεταλλαγή καταστάσεων από το ένα στα πολλά και από τα πολλά στο ένα.

Αξιόλογη είναι η θεωρία για τη γένεση των οργανικών όντων, η οποία αναπτύσσεται με βασικό άξονα την εξέλιξη, γεγονός που έκανε τον αρχαίο στοχαστή να θεωρείται πρόδρομος του Δαρβίνου.

Η εξελικτική αυτή θεωρία αποτελείται από τέσσερα στάδια: στο πρώτο η γη γεννά τα οργανικά μέλη του σώματος των ζώων διαχωρισμένα, στη δεύτερη τα μεμονωμένα οργανικά μέλη συνενώνονται σε τερατώδεις μορφές, στην τρίτη οι τερατώδεις μορφές που προέκυψαν δεν κατορθώνουν να επιβιώσουν και παραχωρούν τη θέση τους σε νέους τύπους ζώων που έχουν την ικανότητα να συνεχίσουν τη ζωή τους, στην τέταρτη περίοδο γεννιούνται τα οργανικά όντα, όχι από τη γη αλλά το ένα από το άλλο.

Το άλλο μεγάλο έργο του Ακραγαντινού σοφού που σώθηκε ως τις μέρες μας έχει τίτλο Καθαρμοί (3.000 στίχοι), το οποίο περιέχει τη διδασκαλία μιας ξενόφερτης θρησκευτικής αίρεσης, σύμφωνα με την οποία αυτό που λέμε ψυχή του ανθρώπου είναι μια αυθυπόστατη οντότητα, ανεξάρτητη από το σώμα και ότι εξ αιτίας κάποιου παραπτώματός της έχει καταδικαστεί να κατοικεί μέσα σε σώματα φυτών, ζώων ή ανθρώπων ως την τελική κάθαρσή της για την οριστική επιστροφή στον τόπο της καταγωγής της. Οι Καθαρμοί είναι μια έκθεση της αποκρυφιστικής ζωής του Εμπεδοκλή ως Μύστη.

Από τα δύο αυτά μεγάλα έργα του Εμπεδοκλή οι διασωθέντες στίχοι στο έργο Περί Φύσεως είναι περίπου 350 και στο έργο Καθαρμοί λίγο περισσότεροι από 100. Γίνεται φανερό ότι ως εμάς έφτασε μόνον το 16 με 20% του συνολικού του έργου. Ποσοστό πολύ μεγαλύτερο από ό,τι στην περίπτωση των άλλων προσωκρατικών φιλοσόφων.


Αναφέρονται και μερικά ακόμα έργα ως δικά του όπως:

Ένα ποίημα, που αναφερόταν στην εκστρατεία του Πέρση βασιλέα, με τίτλο Ξέρξου διάβασις ή Περσικά.
Ένας ύμνος στον θεό του φωτός, με τίτλο Προοίμιον εις Απόλλωνα.
Τραγωδίαι, για τις οποίες όμως ο περιπατητικός Ιερώνυμος μαρτυρεί πως ανέρχονταν σε 43 και υποστηρίζει πως είχε δει τα χειρόγραφα. Ο Νεάνθης ο Κυζικηνός γνώριζε μόνον 7, ενώ ο Ηρακλείδης αποδίδει τις τραγωδίες σε έναν συνονόματο του Εμπεδοκλή που σύμφωνα με την Σούδα, ήταν εγγονός του φιλοσόφου.
Δύο επιγράμματα, το ένα προς τον μαθητή του Παυσανία, και το άλλο προς τον Ακραγαντινό γιατρό Άκρωνα.
Πολιτικοί Λόγοι και ο Ιατρικός λόγος που τον αποτελούσαν 600 στίχοι.


Όπως συμβαίνει και με τον Παρμενίδη, ο Εμπεδοκλής απορρίπτει τη γένεση και τη φθορά. Στη θέση τους χρησιμοποιεί δύο άλλες έννοιες που τις περιγράφει ως μείξη (γέννηση) και χωρισμός (φθορά) «αγέννητων στοιχείων». Κρατά το μηδέν έξω από τον κόσμο και ανάγει την γέννηση του κόσμου και τις κοσμικές μεταβολές σε τέσσερις θεμελιώδεις υποστάσεις, ισοδύναμες μεταξύ τους. Αυτές οι υποστάσεις, όμοιες με το εόν του Παρμενίδη είναι τα «ριζώματα», δηλαδή η γη, το νερό, η φωτιά και ο αέρας. Τα ριζώματα, αντίθετα από τα φυσικά στοιχεία δεν χάνουν την ταυτότητά τους. Οι δε μεταξύ τους σχέσεις διέπονται από την επίδραση δύο κοσμικών δυνάμεων, που είναι επίσης αγέννητες και αιώνιες, της φιλότητας, (έλξης και συνένωσης) και του νείκους, (έχθρας διάσπασης και διάλυσης).


Εμπεδοκλέους  τέσσερα στοιχεία (φωτιά, αέρας, νερό και γη), έγχρωμη ξυλογραφία από μια έκδοση του Lucretius De rerum natura, που εκδόθηκε από τον Tommaso Ferrando, Brescia, 1472.


Ἐδόκει δ' αὐτῷ τάδε• στοιχεῖα μὲν εἶναι τέτταρα, πῦρ,
ὕδωρ, γῆν, ἀέρα• Φιλίαν θ' ᾗ συγκρίνεται καὶ Νεῖκος ᾧ δια-

κρίνεται. φησὶ δ' οὕτω (DK 31 B 6. 2 sq.)•

Ζεὺς ἀργὴς Ἥρη τε φερέσβιος ἠδ' Ἀϊδωνεὺς
Νῆστίς θ', ἣ δακρύοις τέγγει κρούνωμα βρότειον•

Δία μὲν τὸ πῦρ λέγων, Ἥρην δὲ τὴν γῆν, Ἀϊδωνέα δὲ τὸν
ἀέρα, Νῆστιν δὲ τὸ ὕδωρ.

Καὶ ταῦτα, φησίν (DK 31 B 17. 6), "ἀλλάττοντα διαμ-
περὲς οὐδαμὰ λήγει," ὡς ἂν ἀιδίου τῆς τοιαύτης διακο-
σμήσεως οὔσης• ἐπιφέρει γοῦν (DK 31 B 17. 7 sq.)•

Διογένης Λαέρτιος - Βίοι καὶ γνῶμαι τῶν ἐν φιλοσοφίᾳ εὐδοκιμησάντων' 

 Η κοσμογονική θεωρία του έχει ως εξής: Τα στοιχεία (οι βασικές ύλες) είναι τέσσερες: πυρ, ύδωρ, γη. αέρας. Η δε Φιλία (η έλξις) τα ενώνει και το Νείκος (η άπωσις) τα χωρίζει. Εκφράζεται δε κατά τον ακόλουθο τρόπο:

Ο Ζευς φεγγοβολεί, η Ήρα δωρίζει την ζωή, καθώς και ο Αϊδωνεύς, η δε Νήστις, χύνοντας τα δάκρυά της, δημιουργεί την πηγή της ζωής των θνητών.

Με τον Δία εννοεί το πυρ. με την Ήρα την γη. Αϊδωνέα ονομάζει τον αέρα και Νήστιν " το νερό. «Αυτά δε». λέγει «διαρκώς αλλάζουν και ποτέ δεν παύει η αλλαγή αυτή». ωσάν η τακτοποίησις αυτή να είναι αιώνια. Πάντως επιλέγει:



Frag. DK31 Β 17
«δίπλ’ ἐρέω˙ τοτὲ μὲν γὰρ ἓν ηὐξήθη μόνον εἶναι
ἐκ πλεόνων , τοτὲ δ’αὖ διέφυ πλέον’ ἐξ ἑνός εἶναι .
δοιὴ δὲ θνητῶν γένεσις , δοιή δ’ἀπόλειψις
τὴν μὲν γὰρ πάντων σύνοδος τίκτει τ’ὀλέκει τε,
5 ἡ δὲ πάλιν διαφυομένων θρεφθεῖσα διέπτη.
και ταῦτ’ ἀλλάσσοντα διαμπερὲς οὐδαμὰ λήγει,
ἂλλοτε μὲν Φιλότητι συνερχόμεν’εἰς ἓν ἃπαντα,
ἂλλοτε δ’αὖ δίχ’ἓκαστα φορεύμενα Νείκεος ἒχθει.
οὓτως ἧι μὲν ἓν ἐκ πλεόνων μεμάθηκε φύεσθαι
10 ἠδέ πάλιν διαφύντος ἑνός πλέον’ἐκτελέθουσι,
τῇ μὲν γίγνονταί τε και οὒ σφισιν ἒμπεδος αἰών
ἧι δὲ διαλλάσσοντα διαμπερὲς οὐδαμὰ λήγει,
ταύτῃ δ’αἰέν ἒασιν ἀκίνητοι κατὰ κύκλον. 137
ἀλλ’ ἂγε μύθων κλῦθι μάθη γάρ τοι φρένας αὒξει
15 ὡς γάρ καὶ πρὶν ἒειπα πιφαύσκων πείρατα μύθων,
δίπλ’ἐρέω τοτὲ μὲν γὰρ ἓν ηὐξήθη μόνον εἶναι,
ἐκ πλεόνων, τοτὲ δ’αὖ διέφυ πλέον’ ἐξ ἑνὸς εἶναι,
πῦρ και ὓδωρ και γαῖα και ἠέρος ἂπλετον ὓψος,
Νεῖκος τ’οὐλόμενον δίχα τῶν , ἀτάλαντον ἁπάντῃ,
20 και Φιλότης ἐν τοῖσιν, ἲση μῆκός τε πλάτος τε
τὴν σὺ νόῳ δέρκευ, μηδ’ὂμμασιν ἧσο τεθηπώς
ἣτις καὶ θνητοῖσι νομίζεται ἒμφυτος ἂρθροις,
τῇ τε φίλα φρονέουσι καὶ ἂρθμια ἒργα τελοῦσι,
Γηθοσύνην καλέοντες ἐπώνυμον ἠδ’Ἀφροδίτην
τὴν οὒ τις μετὰ τοῖσιν ἑλισσομένην δεδάηκε
θνητός ἀνήρ σὺ δ’ἂκουε λόγου στόλον οὐκ ἀπατηλόν.
ταῦτα γάρ ἶσά τε πάντα και ἣλικα γένναν ἒασι,
τιμῆς δ’ἂλλης ἂλλο μέδει, πάρα δ’ἦθος ἑκάστῳ,
ἐν δὲ μέρει κρατέουσι περιπλομένοιο χρόνοιο.
30 καὶ πρὸς τοῖς οὒτ’ἂρ τι ἐπιγίγνεται οὐδ’ἀπολήγει
εἲτε γὰρ ἐφθείροντο διαμπερές, οὐκέτ’ἂν ἦσαν
τοῦτο δ’ἐπαυξήσειε τὸ πᾶν τί κε; Καὶ πόθεν ἐλθόν;
πῇ δέ κε κἠξαπόλοιτο, ἐπεί τῶνδ’ οὐδέν ἒρημον;
ἀλλ’αὐτά ἒστιν ταῦτα, δι’ἀλλήλων δὲ θέοντα
γίγνεται ἂλλοτε ἂλλα καὶ ἠνεκές αἰέν ὁμοῖα.»


Απόδοση
[Διπλό λόγο θα πω: γιατί τότε το ένα από τη μια αυξήθηκε ώστε να είναι μόνο 138
από τα πολλά , τότε από την άλλη πάλι γεννήθηκαν τα πολλά από το ένα
ώστε να υπάρχουν. διπλή είναι η γέννηση των θνητών , διπλή και η διάλυση τους.
γιατί από τη μια γεννά η ένωση των πάντων και καταστρέφει,
και από την άλλη, διασπασμένη διαλύεται καθώς χωρίζονται αυτά.
και αυτά ποτέ δεν σταματούν να εναλλάσσονται ολοκληρωτικά
άλλοτε με τη Φιλότητα καθώς ενώνονται όλα σε ένα,
άλλοτε πάλι από το μίσος του Νείκους καθώς διαχωρίζονται.
έτσι το ένα έχει μάθει να γεννιέται από τα πολλά
πάλι από το ένα, όταν διασπαστεί, τα πολλά παράγονται,
έτσι γίνονται και για αυτά δεν υπάρχει σταθερή ζωή.
καθώς αυτά δεν σταματούν να εναλλάσσονται ολοκληρωτικά
τόσο πάντα μένουν ακίνητοι σε κύκλο.
αλλά άκουσε τα λόγια μου, γιατί η μάθηση αυξάνει τη σκέψη.
γιατί, όπως σου είπα και πριν, δείχνοντας τα όρια των λόγων,
διπλό λόγο θα πω. Πότε το ένα προέκυψε από τα πολλά,
μονάχο, και πότε σε πολλά χωρίστηκε το ένα:
φωτιά και νερό και γη και του αέρα το άπλετο ύψος,
και χώρια από αυτά η ολέθρια Διαμάχη, ίση σε όλα,
και η Φιλία μέσα τους, ίση σε μήκος και πλάτος.
αυτήν με το νου κοίτα και όχι με έκπληκτα μάτια.
αυτή που αναγνωρίζεται έμφυτη στα μέλη τα θνητά,
και με αυτή σκέφτονται αγαθά και κάνουν ειρηνικά έργα, 139
καλώντας την με το όνομα Ευφροσύνη και Αφροδίτη.
ότι αυτή ανάμεσα τους ελίσσεται κανείς δεν το κατάλαβε
θνητός μέχρι τώρα. Εσύ όμως άκουγε τη μη απατηλή πορεία του λόγου.
αυτά είναι όλα ίσα και συνομήλικα στη γέννα,
άλλο έργο επιτελεί το καθένα και άλλο ήθος υπάρχει στο καθένα χωριστά,
και εν μέρει εξουσιάζουν με το πέρασμα του χρόνου.
και επιπλέον σε αυτά δε γίνεται τίποτα περισσότερο ούτε σταματά.
γιατί αν συνεχώς φθείρονταν ολοκληρωτικά δεν θα υπήρχαν πλέον.
τι θα αύξαινε αυτό το παν; και από πού θα προερχόταν;
και πώς θα χανόταν, αφού τίποτε δεν υπάρχει χωρίς αυτά;
αλλά αυτά είναι τέτοιου είδους, αναμεταξύ τους τρέχοντας
γίνονται άλλοτε άλλα και στο διηνεκές πάντα όμοια.]


Στην κοσμολογία του περιγράφει το κοσμικό γίγνεσθαι ως αιώνια κυκλική πορεία. Τα δύο ορόσημα αυτής της κυκλικής πορείας είναι ο θεϊκός σφαίρος και η χαοτική δίνη, (δίνος) και η συνολική πορεία διακρίνεται σε τέσσερις φάσεις.

  • Στη αρχή επικρατεί απόλυτα η φιλότητα και τα τέσσερα ριζώματα βρίσκονται σε πλήρη αρμονία μεταξύ τους, σε κατάσταση μείξης, στη μορφή του σφαίρου.

  • Κατόπιν η είσοδος του νείκους στον σφαίρο οδηγεί σε διαδικασία σταδιακής διάλυσης και αποσύνθεσης. Μέσω μιας επεκτεινόμενης δίνης τα ριζώματα ξεχωρίζονται και απομακρύνονται. Τα έμβια όντα που δημιουργούνται σε αυτή τη φάση του κοσμικού γίγνεσθαι υπόκεινται στην αυξανόμενη επιρροή του νείκους. Σε αυτή τη φάση βρίσκεται ο κόσμος μας, που βαδίζει σε κατάσταση αυξανόμενης διαμάχης και εχθρότητας.

  • Ο δίνος είναι η φάση της πλήρους κυριαρχίας του νείκους, στην οποία προκαλείται χάος, διάλυση και ολοκληρωτική αποσύνθεση.

  • Εν τέλει εισέρχεται βαθμιαία η φιλότητα και ο κόσμος επιστρέφει στη συγκρότηση του σφαίρου. Η φιλότητα και το νείκος είναι δυνάμεις που ασκώνται πάνω στα τέσσερα στοιχεία τα οποία τα φέρνουν σε κατάσταση ισορροπίας.


Στο έργο του Καθαρμοί ο φιλόσοφος αφηγείται τις περιπέτειες ενός δαίμονα, μιας ψυχής δηλαδή που υπό την επίδραση του νείκους υποπίπτει σε σοβαρό παράπτωμα και χάνει την αρχική του αγνότητα. Μέσω αλλεπάλληλων ενσαρκώσεων επιστρέφει και πάλι στην κατάσταση του αθάνατου αγαθού δαίμονα, αφού διαβεί όμως όλους τους κουραστικούς δρόμους της ζωής [DK 39B 115].

Ο Εμπεδοκλής επεξεργάστηκε μια λεπτομερή θεωρία για την αίσθηση, η οποία άσκησε μεγάλη επίδραση στους συγχρόνους του, αλλά και μεταγενέστερους στοχαστές. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία τα αντικείμενα παράγουν «απορροές», οι οποίες μέσω των πόρων του σώματος φθάνουν στα αισθητήρια όργανα, όπου και αναγνωρίζονται από όμοιά τους στοιχεία που ενυπάρχουν μέσα μας. Τούτη η ιδέα τον καθιστά σημαντικότερο εκπρόσωπο της άποψης ότι «γνωρίζουμε τα όμοια μέσω των ομοίων».
Ο Εμπεδοκλής θεωρείται και σπουδαίος φυσικός, αφού καθόρισε τα αίτια των εκλείψεων, μελέτησε την ανάκλαση του φωτός και τη φύση της σκιάς.


Έργα
Ξέρξου διάβασις, ή Περσικά. (έμμετρη εξιστόρηση εκστρατείας του Ξέρξη). Κατά παράδοση (Διογ. Λαέρτ. 8,57) το έργο αυτό κάηκε από την αδελφή του επειδή ήταν ατελείωτο.

Προοίμιον εις Απόλλωνα, και αυτό κάηκε από την αδελφή του ή κόρη του, πιθανώς ήταν ύμνος που προσομοίαζε τον Απόλλωνα με τον Ήλιο.

Τραγωδίαι. Ο Ιερώνυμος μαρτυρεί ότι είχε δει χειρόγραφα 43 τραγωδιών. Ο Νεάνθης ο Κυζικηνός μαρτυρεί για 7. Ο Ηρακλείδης αποδίδει τις τραγωδίες σε έναν συνονόματο του Εμπεδοκλή που σύμφωνα με την Σούδα, ήταν εγγονός του φιλοσόφου.

Ποιητικοί Λόγοι και Ιατρικός λόγος. Έργα σε πεζό λόγο "καταλογάδην". Περί αυτών ουδεμία άλλη πληροφορία υπάρχει.

Περί φύσεως των όντων. Σε δύο βιβλία των 2000 στίχων. Από αυτούς έχουν διασωθεί μόνο 340. Το ποίημα αυτό εμιμήθηκαν οι Λατίνοι Λουκρήτιος και Βάρρων.

Καθαρμοί. Ποίημα εξιλαστικού χαρακτήρα που μοιάζει των Ορφικών. Κατά πληροφορία του Δικαιάρχου, που διέσωσε ο Αθήναιος (Δειπνοσοφ.14) αυτό απαγγέλθηκε παρουσία του Εμπεδοκλή στα "Ολύμπια" από τον ραψωδό Κλεομένη. Από τους 1000 στίχους των "Καθαρμών" έχουν διασωθεί μόνο 100.

Επιγράμματα. Αναφέρονται δύο αποδιδόμενα στον Εμπεδοκλή, ένα για τον μαθητή του Παυσανία και το άλλο για τον Ακραγαντινό γιατρό Άκρωνα. Αμφότερα όμως θεωρούνται ως νόθα.

Στην Παλατινή Ανθολογία (ΙΧ 569) σώζονται δύο ποιητικά αποσπάσματα του Εμπεδοκλή.




Πηγές 
Ρούσσος Ε., Προσωκρατικοί Τόμος Δ΄ Εμπεδοκλής, Εκδόσεις Στιγμή Αθήνα 2007, ISBN 978-960-269-198-4.
Χατζόπουλος Ο., Αρχαία Ελληνική Γραμματεία Οι Έλληνες, Προσωκρατικοί Τόμος ΙΑ΄ Εμπεδοκλής, Εισαγωγή Κωστής Παλαμάς, Εκδόσεις Κάκτος Αθήνα 2000, ISBN 960-352-887-0.
Χατζόπουλος Ο., Αρχαία Ελληνική Γραμματεία Οι Έλληνες, Διογένης Λαέρτιος Άπαντα Τόμος Δ΄ Βιβλία 8-9, Εκδόσεις Κάκτος Αθήνα 1994, ISBN 960-352-308-9.
Εμπεδοκλής, Περί Φύσεως, Εισαγωγή - Μετάφραση - Σχόλια: Α. Λάλου - Π. Σκαρσουλή, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 1999, ISBN 960-7058-85-2.
Κούτουλας Δ., Αρχαίοι Έλληνες Μύστες, Εκδόσεις ΕΣΟΠΤΡΟΝ Αθήνα 2003, ISBN 960-8317-19-3.
Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica, Εκδόσεις Πάπυρος Αθήνα 2007, ISBN 978-960-8322-90-5.
Λεξικό Σουίδα, Εκδόσεις Θύραθεν Θεσσαλονίκη 2002, ISBN 960-8097-11-8.
Κορδάτου Γ., Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας Τόμοι ΙΙ & ΙΙΙ, Εκδόσεις 20ος Αιώνας,

Βιβλιογραφία
Windelband W. - Heimsoeth H., Εγχειρίδιο Ιστορίας της Φιλοσοφίας, Τομ. Α΄, Μ.Ι.Ε.Τ. (Αθήνα 2001 δ΄), ISBN 960-250-051-4.
Καλογεράκος Ι. - Θανασάς Π. "Οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι", στο Ελληνική Φιλοσοφία και Επιστήμη από την Αρχαιότητα έως τον 20ο αιώνα, Ε.Α.Π., (Πάτρα, 2000), ISBN 960-538-290-3.
G. S. KIRK / J. E. RAVEN / MALCOLM SCHOFIELD, Οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι, Μετάφραση Δημοσθένη Κούρτοβικ,εκδ.ΜΙΕΤ, Αθήνα,1988, 2006(4η εκδοση),σελ.288-331
Μαυράκης Νίκος, Ανατολικές επιρροές στην ελληνική σκέψη και τον δυτικό πολιτισμό. Σοκόλης, (Αθήνα 2016), σσ. 339-342, ISBN 978-618-5139-32-2
el.wikipedia.org/















ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝ

ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΚΑΝΟΝΙΚΑ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΣΤΟ ΚΙΝΗΤΟ ΚΛΙΚ ΕΠΑΝΩ ΤΗΣ