Ο αρχαιοκάπηλος που έκλεψε το αμύθητης αξίας γλυπτό του Παρθενώνα...



Μπροστά του ο λόρδος Έλγιν ήταν ψιλικατζής: Η κινητήριος δύναμη της αρχαιολατρίας του ήταν η αρχαιοκαπηλία

Τα μάρμαρα του Παρθενώνα που εκτίθενται στο Βρετανικό Μουσείο αποτελούν το Άγιο Δισκοπότηρο της ελληνικής πολιτιστικής διπλωματίας. Δεν είναι όμως μόνο το Λονδίνο η έδρα κλοπιμαίων γλυπτών από το διασημότερο μνημείο πολιτισμού της ανθρωπότητας.
Ο λόρδος του Έλγιν Τόμας Μπρούκς, δεν ήταν ο πρώτος διπλωμάτης που έβαλε στο μάτι τις ελληνικές αρχαιότητες και βρήκε τρόπο να οργανώσει πλιάτσικο για την αφαίμαξή τους. «Δάσκαλός» του υπήρξε ένας Γάλλος κόμης, ο Αύγουστος Ντε Σουαζέλ-Γκουφιέ, που ευθύνεται για το ότι γλυπτά του Παρθενώνα υπάρχουν σήμερα και στο Λούβρο.


Ο Γκουφιέ ήταν ένας από τους δεκάδες φιλέλληνες περιηγητές που επισκέφθηκαν την Ελλάδα ως «προσκυνητές» του αρχαίου πολιτισμού της την περίοδο της τουρκοκρατίας. Αφίχθηκε για πρώτη φορά την Ελλάδα το 1776, κάνοντας περιοδεία στις Κυκλάδες, τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, και τα Δωδεκάνησα, ενώ ακολούθως πέρασε στα παράλια της Μικράς Ασίας για να περιηγηθεί στην Έφεσο, τη Μίλητο και τη Σμύρνη.

Σκίτσο (έτοιμο προς αρπαγή ) από την Έφεσο του 1782  CHOISEUL-GOUFFIER, Gabriel Florent Auguste de. Voyage pittoresque de la Grèce, Paris, J.-J. Blaise M.DCC.LXXXII [=1782].


Το δυστύχημα για την Ελλάδα ήταν ότι αυτός ο φιλόδοξος και αρχαιολάτρης αριστοκράτης ανακηρύχθηκε το 1784 μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας και διορίστηκε πρέσβης του Γαλλικού κράτους στην Υψηλή Πύλη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. 


1782- CHOISEUL-GOUFFIER, Gabriel Florent Auguste de. Voyage pittoresque de la Grèce , Παρίσι, J.-J. Blaise M.DCC.LXXXII [=1782].

Ο πρώτος τόμος του έργου του Choiseul-Gouffier περιγράφει κυρίως το πρώτο του ταξίδι. Από την Τουλόν, η γαλλική φρεγάτα με τους εκλεκτούς επιβάτες της απέπλευσε στη Σαρδηνία, τη Μάλτα και τη Σικελία και μπήκε στο λιμάνι Coroni. Στη συνέχεια ακολούθησαν τα νησιά Κίμωλος, Μήλος, Σίφνος, Σικίνος, Ίος, Σαντορίνη, Νάξος, Τήνος, Σύρος, Δήλος, Πάρος, Αντίπαρος, Σκύρος, Λήμνος, Λέσβος, Χίος, Σάμος, Πάτμος, Κως, Ρόδος και Σύμη. Στη συνέχεια, το πάρτι πέρασε στο Çesme (Γρ. "Krene") απέναντι από τη Χίο, και στο Macre (π. Δίδυμα, Πριήνη, Μίλητος, Έφεσος, Τέως και Σμύρνη.
Ο δεύτερος τόμος πραγματεύεται επίσης μέρη στη Μικρά Ασία και στο Βόρειο Αιγαίο όπως η Σμύρνη, η Πέργαμος, η Άσσος, η Σαμοθράκη και η Τροία. Ο τρίτος τόμος συνεχίζει στην Αλεξάνδρεια Τρωάδα, την Τροία, την Τένεδο και τα στενά του Ελλήσποντου (Μάδυτος, Άβυδος, Σηστός, Καλλίπολη και Λάμψακος) και κλείνει με την Κωνσταντινούπολη. Παρουσιάζει τα κύρια μνημεία και αξιοθέατα της πόλης, τον Βόσπορο και μια σειρά από τύπους πορτρέτων Οθωμανών αξιωματούχων, πλανόδιων εμπόρων και των διαφόρων εθνοτικών μειονοτήτων που συνυπάρχουν στην πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.


Το καλοκαίρι του 1785 εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη και έβαλε σε εφαρμογή το σχέδιο του. Ο «προσκυνητής» της προηγούμενης δεκαετίας είχε επιστρέψει κυρίαρχος και με εντελώς διαφορετική αντίληψη για το ρόλο του στην περιοχή. Όπως συνέβη περίπου μια 15ετια αργότερα με τον Τόμας Μπρούκς λόρδο του  Έλγιν, η κινητήριος δύναμη της αρχαιολατρίας του ήταν πια η αρχαιοκαπηλία.

Ο Γάλλος πρέσβης έφερε μαζί του στην Πόλη μια επιστημονική ομάδα αποτελούμενη από αρχαιολόγους, ζωγράφους, χαράκτες και άλλες ειδικότητες, τους οποίους αμόλησε στην ελληνική επικράτεια με εντολή να καταγράφουν και να αρπάζουν ό,τι θεωρούσαν σημαντικό από τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό.


Μία πλάκα φιλοτεχνημένη σε πεντελικό μάρμαρο, που χρονολογείται το 447-438 π.Χ και θεωρείται έργο του Φειδία, είναι επίσης ένα από τα κλοπιμαία εκθέματα στο Λούβρο. Αποτελούσε τμήμα της ζωφόρου της ανατολικής πρόσοψης, στην οποία εικονίζονται νεαρές παρθένες, αναφερόμενες ως οι «Εργαστίνες», δηλαδή οι υφάντρες του πέπλου της Αθηνάς, να συμμετέχουν στην πομπή των Παναθηναίων


Από το 1780 είχε στείλει στην Αθήνα τον αρχαιολόγο και ζωγράφο Λουί Φοβέλ – διορίστηκε και υποπρόξενος της Γαλλίας στην Αθήνα το 1803 – που εξελίχθηκε ουσιαστικά στον επικεφαλής της ομάδας, ως ο άμεσος σύνδεσμος με τον Γκουφιέ. Ο Φοβέλ ήταν αυτός που με το πρόσχημα της ζωγραφικής και της καταγραφής του ένδοξου παρελθόντος, άρχισε πρώτος να εντοπίζει τις υποψήφιες για κλοπή αρχαιότητες, που χάρη σε λαδώματα και τις κατάλληλες γνωριμίες του «προϊσταμένου» του οργάνωνε ακόμα και μικροανασκαφές στην Αθήνα και άλλες ελληνικές πόλεις για να εμπλουτιστεί η «συλλογή».

Στο βιβλίο του Κυριάκου Σιμόπουλου «Ξένοι Ταξιδιώτες Στην Ελλάδα» (Εκδόσεις Πιρόγα) αναφέρεται η απόλυτα κυνική προτροπή του Γκουφιέ προς τον Φοβέλ για τη λεηλασία της αρχαιοελληνικής κληρονομιάς. «Αρπάξτε ό,τι μπορέσετε, μην παραλείπετε ευκαιρία να λεηλατήσετε την Αθήνα και τα περίχωρά της. Πάρτε ό,τι υπάρχει, μη λυπηθείτε ούτε ζωντανούς ούτε νεκρούς».



Το σημαντικότερο «κομμάτι» λείας του Φοβέλ ήταν ένα γλυπτό από τη ζωοφόρο της νότιας μετόπης του Παρθενώνα. Γάλλοι εργάτες ανέβηκαν στο ναό και αφαίρεσαν για πρώτη φορά – πριν από τον λόρδο του Έλγιν – ένα τέτοιο γλυπτό. Οι μετόπες της νότιας όψης είχαν ως θέμα τη μάχη των Λαπίθων με τους Κενταύρους, τη γνωστή Κενταυρομαχία, στην οποία πήρε μέρος ο μυθικός βασιλιάς των Αθηνών, Θησέας. Το κομμάτι που αφαίρεσε ο Φοβέλ αναπαριστά την προσπάθεια απαγωγής μιας γυναίκας από τους Λαπίθες της Θεσσαλίας από έναν Κένταυρο. Ο Κένταυρος με μια βίαιη κίνηση αρπάζει τη γυναίκα από την πόρπη του ενδύματος, που έχει ανοίξει, καθώς η γυναίκα προσπαθεί να διαφύγει.

Ο Φοβέλ θησαύρισε στην Ελλάδα ως προμηθευτής αρχαιολαφυραγωγών και διάφορων Ευρωπαϊκών Μουσείων, καθώς και ως σύμβουλος επί χρήμασι της λαθραίας εξαγωγής αρχαιοτήτων από την Ελλάδα. Το σπίτι του στην Πλάκα, με θέα τον Παρθενώνα, θύμιζε κανονικό αρχαιολογικό μουσείο, στην πραγματικότητα αποτελούσε αποθήκη και κατάστημα αρχαιοτήτων.


«Δύο ζωγράφοι ερίζουν για το προνόμιο ποιος θα γυμνώσει τον Παρθενώνα. Θριαμβολογούν και οι δύο μόλις πετύχουν την έκδοση καινούργιου ευνοϊκού φιρμανιού», έγραψε ο Λόρδος Βύρων για τον ανταγωνισμό του Φοβέλ με τον πράκτορα του λόρδου του  Έλγιν στην Αθήνα, τον Ιταλό Τζιοβάνι Μπατίστα Λουσιέρι, στο κυνήγι αρχαιοτήτων.


Το τεράστιας αξίας γλυπτό που είχε αφαιρέσει από το ναό ο Φοβέλ το πούλησε αρχικά στον Τόμας Μπρούκς λόρδο του Έλγιν, που ήθελε να εμπλουτίσει τη δική του συλλογή με τα κλοπιμαία μάρμαρα του Παρθενώνα. Όμως ο Σκώτος Λόρδος το επέστρεψε υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες στον Φοβέλ κι έτσι σήμερα το γλυπτό αυτό εκτίθεται στο Μουσείο του Λούβρου, μαζί με όλες τις κλεμμένες αρχαιότητες του Γκουφιέ.

Το κεφάλι του Κένταυρου θεωρείται χαμένο από το 1764, ενώ τμήμα του δεξιού χεριού του εκτίθεται στο Μουσείο της Ακρόπολης. Αυτό το γλυπτό, μεταξύ άλλων αρχαιοτήτων εκτέθηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 2021. Η μετόπη του Παρθενώνα θα επαναπατριστηκε νγια λίγες ημέρες, στο πλαίσιο των εορτασμών για τη συμπλήρωση των 200 ετών από την Επανάσταση του 1821, μετά την αποδοχή του σχετικού αιτήματος της ελληνικής κυβέρνησης από τον Πρόεδρο της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν.


Ο Απόλλων του  αρχαιοκάπηλου Choiseul-Gouffier Apollo ,είναι ένα μαρμάρινο άγαλμα σε πραγματικό μέγεθος (1,82 μ. ύψος) που παλαιότερα βρισκόταν στη συλλογή του (αρχαιοκάπηλου ) κόμη Marie-Gabriel-Florent-Auguste de Choiseul-Gouffier (1752–1817), μέλους της Γαλλικής Ακαδημίας και Γάλλου πρεσβευτή στην Πύλη του Οθωμανού Σουλτάνου από το 1784 μέχρι την πτώση της μοναρχίας. Τώρα διατηρείται στο Βρετανικό Μουσείο. Το γυμνό γλυπτό ενός γυμνού νεαρού, που ίσως αντιπροσωπεύει τον θεό Απόλλωνα ή έναν νικητή αθλητή, είναι ένα αυτοκρατορικό ρωμαϊκό αντίγραφο, που χρονολογείται στον 1ο αιώνα μ.Χ., ενός ελληνικού χάλκινου πρωτοτύπου που θα χρονολογηθεί, κρίνοντας από το στυλ του, περίπου 460–450 π.Χ. Το γλυπτό διατηρεί χαρακτηριστικά γνωρίσματα του χάλκινου έργου μεταφρασμένου σε μάρμαρο, όπως το σκάλισμα των  των μαλλιών, που στο χάλκινο πρωτότυπο θα ήταν χυτευμένα ξεχωριστά. Το στήριγμα του κορμού δέντρου στα δεξιά του αγάλματος και το αντηρίδιο που συνδέει το αριστερό χέρι στο πόδι είναι και οι δύο ενισχύσεις στη μαρμάρινη εκδοχή, η οποία ήταν πιο εύθραυστη από το χάλκινο πρωτότυπο.


Ο άνθρωπος που ενέπνευσε το μεγάλο πλιάτσικο του Έλγιν παύθηκε από τα καθήκοντά του το 1790, πέφτοντας στη δυσμένεια του γαλλικού κράτους κατά το δεύτερο χρόνο της γαλλικής επανάστασης. Κατέφυγε στη Ρωσία και θήτευσε ως Διευθυντής της Ακαδημίας Τεχνών στην αυλή της Αικατερίνης της Β’ για εννέα χρόνια. Το 1802 επέστρεψε στο Παρίσι με την αμνηστία του Ναπολέοντα και το σπίτι που έχτισε εκεί ήταν αντίγραφο του Ερεχθείου. Το 1809 ολοκλήρωσε τη συγγραφή του τρίτομου έργου του «Voyage pittoresque de la Grèce», όπου καταγράφει τις εμπειρίες του από το… αρχαιολατρικό οδοιπορικό του στην Ελλάδα. Πέθανε στο Παρίσι στις 20 Ιουνίου του 1817 και μετά το θάνατό του η μεγάλη συλλογή του πουλήθηκε σε μουσεία και ιδιώτες συλλέκτες.




Η γαλλοτουρκική ρήξη του 1779–1801 είχε ως αποτέλεσμα να πάρουν οι Άγγλοι το πάνω χέρι στην διπλωματική επιρροή προς την Υψηλή Πύλη. Εκτός του ότι αυτό ήταν κάτι που εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο ο λόρδος του  Έλγιν, είχε και ως αποτέλεσμα να καταλήξει σε αγγλικά χέρια ο αρχαιοελληνικός θησαυρός των 26 κιβωτίων με γλυπτά που είχε λεηλατήσει ο Φοβέλ κατά τη διάρκεια της διπλωματικής θητείας του Γκουφιέ στην Κωνσταντινούπολη.


Προσωπογραφία του αρχαιοκάπηλου  κόμη Σουαζέλ Γκουφιέ (Choiseul-Gouffier). Πρωτότυπος τίτλος M.G.F.A. Comte de Choiseul-Gouffier. Χρονολογία έκδοσης 1822 

Στην επιστολή προς τους «συνεργάτες» του ο Σουαζέλ Γκουφιέ, πρόξενος της Γαλλίας στην Κωνσταντινούπολη από το 1784, δεν άφηνε περιθώρια παρερμηνείας: «…Αρπάξτε ό,τι μπορείτε να μεταφέρετε και μην παραλείψετε να λεηλατήσετε την Αθήνα και τα περίχωρά της. Πάρτε ό,τι υπάρχει και μη λυπηθείτε ούτε ζωντανούς ούτε νεκρούς» έγραφε, ζητώντας τους να αποσπάσουν με τη βοήθεια του Φοβέλ κάποιον σπουδαίο αρχαίο θησαυρό: τον Λέοντα της Χαιρώνειας, ένα ανάγλυφο από τον Ναό του Ποσειδώνα στο Σούνιο ή ακόμα και ολόκληρο το… Θησείο ώστε να μεταφερθεί στη Γαλλία... 

«Αν όλα είχαν πάει… καλά, τα μάρμαρα του Παρθενώνα δεν θα ήταν στο βρετανικό μουσείο αλλά στο Λούβρο», έγραψε το 2001 σε άρθρο του με τίτλο «The Parthenon marbles – past and future» ο Καναδός ιστορικός Τζέιμς Άλαν Έβανς. Και με πληροφορίες από το ://menshouse.gr/

ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝ©