Ανασκαφές και νέες μελέτες που στηρίζονται στα Χεττιτικά Κείμενα προσφέρουν μια διαφορετική οπτική στον διαχρονικό ιστορικό γρίφο.
Casus belli του Τρωικού Πολέμου φέρεται να ήταν μια προίκα που υποσχέθηκαν οι Τρώες στους Αχαιούς, όταν ενώθηκαν με γάμο μέλη των εκατέρωθεν βασιλικών οικογενειών. Η προίκα αυτή περιελάβανε τρία νησιά του Αιγαίου, τα οποία ενδέχεται να ήταν η Τένεδος, η Ιμβρος, ενώ το τρίτο είτε η Λήμνος είτε η Λέσβος. Η προίκα δεν δόθηκε ποτέ και η αθέτηση της συμφωνίας αυτής λειτούργησε ως αφορμή ή και αιτία της σύγκρουσης, αρκετές γενιές αργότερα, όταν ένας Αχαιός βασιλιάς αποφάσισε να διεκδικήσει όλα εκείνα που είχαν υποσχεθεί στον πρόγονό του 150 χρόνια νωρίτερα.
Ο Τρωικός Πόλεμος αποτελεί μία από τις συναρπαστικότερες ιστορίες όλων των εποχών. Ήρωες, πάθη, προδοσίες, επικές μάχες, συγκινήσεις και ανατροπές συντελούν στο πρώτο κορυφαίο δείγμα παγκόσμιας λογοτεχνίας, αλλά και στη διαιώνιση ενός θρύλου που επιβιώνει εδώ και χιλιάδες χρόνια. Ήταν θέμα χρόνου να τεθεί το ερώτημα «μύθος ή πραγματικότητα» για τον δεκαετή πόλεμο μεταξύ Αχαιών και Τρώων.
Πρώτος, ο Γερμανός αρχαιολόγος Ερρίκος Σλήμαν αποφάσισε να το απαντήσει! Εντοπίζοντας την πολυθρύλητη πόλη της Τροίας που σαγηνεύει από την εποχή του Ομήρου μέχρι και σήμερα, απέδειξε ότι ο μύθος κρύβει την πραγματικότητα ή τουλάχιστον ψήγματα αυτής. Λειτουργεί ως απόηχος ιστορικών γεγονότων... Εκτοτε, ανασκαφές και μελέτες αρχαίων κειμένων από χιλιάδες ακαδημαϊκούς ανά την υφήλιο επιχειρούν να αποκωδικοποιήσουν την πανάρχαια αυτή ιστορία, η οποία, σύμφωνα με τους ειδικούς, σηματοδοτεί τις απαρχές της Ευρωπαϊκής Ιστορίας.
Τα τρία νησιά
Στα σημαντικότερα συμπεράσματα οφείλει να συγκαταλέγει κανείς την ύπαρξη διάσπαρτων βασιλείων των Αχαιών, τα οποία και ενεπλάκησαν από κοινού σε πόλεμο για μια προίκα που δεν δόθηκε ποτέ. Δύο αριστοκρατικές οικογένειες των Αχαιών και των Τρώων ενώθηκαν μέσω γάμου που συνήφθη το 1380 π.Χ.
Η οικογένεια ευγενών της Τροίας υποσχέθηκε ως προίκα τρία νησιά, τα οποία ενδέχεται να ήταν η Τένεδος, η Ίμβρος και η Λήμνος ή η Λέσβος. Παρά τα 150 χρόνια που πέρασαν από τον γάμο και την αθέτηση της προίκας, αυτή στάθηκε ως η ιδανική αφορμή για τη στρατιωτική σύγκρουση που δεν αποκλείεται να είναι αυτή που σήμερα γνωρίζουμε ως τον περίφημο Τρωικό Πόλεμο. Εξάλλου, την εποχή εκείνη δεν ήταν ασυνήθιστο να ξεσπούν αιματηρές συγκρούσεις για βεντέτες, προσβολές και γαμήλιες διενέξεις.
Η αποκρυπτογράφηση αυτών αποτέλεσε γενικά ένα σημαντικό γεγονός, αλλά αποδείχθηκε ιδιαίτερα πολύτιμη σε σχέση με την ευρύτερη κατανόηση του Μυκηναϊκού πολιτισμού και την τεκμηρίωση έμμεσων στοιχείων για τον Τρωικό Πόλεμο. Τα στοιχεία που τον αφορούν στηρίζονται στην παραδοχή ότι η χώρα που οι Χετταίοι αναφέρουν ως Αχιγιάβα ήταν βασίλειο των Αχαιών στο Αιγαίο και στη Μίλητο. Το Ιλιον, δηλαδή η Τροία, είναι η χεττιτική «Wilusa» με βασιλιά τον Alaksandu, που είναι εκφορά του Αλέξανδρου ή Πάρη. Ο βασιλιάς Attarissiya των Αχαιών που αναφέρεται από τους Χετταίους, ήταν κάποιος Ατρέας ή Ατρείδης.
Μεταξύ άλλων, στο βιβλίο επιβεβαιώνεται η σημασία του Μυκηναϊκού πολιτισμού και η βαρύτητά του στη γεωπολιτική σκακιέρα της εποχής εκείνης. Επιπλέον, αναφέρεται ότι πράγματι οι Έλληνες κατευθύνθηκαν προς Ανατολάς. Αποστολή τους, όμως, δεν ήταν να φέρουν πίσω την «ωραιότερη γυναίκα του κόσμου». Ο πόλεμος δεν πραγματοποιήθηκε «για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη» όπως λέει και ο Γιώργος Σεφέρης, αλλά για κάτι πολύ πιο πρακτικό.
Ήταν μια εποχή που οι Έλληνες στο ανατολικό Αιγαίο και στη Μίλητο συστηματικά παρενοχλούσαν τους Χετταίους, οι οποίοι δέσποζαν στη Μικρά Ασία. Ίσως γνώριζαν ότι αν δεν κυριαρχήσουν θα εξαφανιστούν, όπως τόσοι και τόσοι πριν απ’ αυτούς. Το μόνο βέβαιο είναι ότι υπάρχει επιστολή Αχαιού βασιλιά που θέτει στον αντίστοιχο των Χετταίων ως πρόβλημα την εκκρεμότητα της απόδοσης κάποιων νησιών από προίκα, για γάμο που έγινε πριν από αρκετές γενιές και είχε συμφωνηθεί με τον προ-προπάππο του βασιλιά των Χετταίων Muwatalli B’. Αυτός φαίνεται να έζησε περίπου το 1270 π.Χ.
Το τέχνασμα των Αχιγιάβα
Ακόμα και αν χρειάστηκε να περάσει περισσότερο από ένας αιώνας από τον γάμο και την αθέτηση της προίκας, οι Αχαιοί τη θυμήθηκαν, οργανώνοντας πολεμική εκστρατεία! Προφανώς επρόκειτο για τέχνασμα. Ήταν ένας βασιλιάς των Αχιγιάβα (Αχαιών) αυτός που αποφάσισε να διεκδικήσει μέσω πολέμου αυτό που είχαν υποσχεθεί στον πρόγονό του και βασιλιά της Wilusa (Ιλίου). Όλα τα παραπάνω προκύπτουν από τα χεττιτικά κείμενα που ανακαλύφθηκαν. Σε αυτά συναντά κανείς τον όρο «Αχιγιάβα», ο οποίος θεωρείται από τη συντριπτική πλειονότητα των μελετητών ότι σχετίζεται ετυμολογικά με το εθνώνυμο «Αχαιοί».
Οι Χετταίοι αναφέρονται και σε κάποιον Πιγιαμαράντο, ο οποίος ήταν Χετταίος που συμμάχησε με τους Έλληνες. Αυτός παρενοχλούσε συστηματικά τα παράλια και την ενδοχώρα της Μικράς Ασίας και σημείωνε σημαντικές νίκες. Οι Χετταίοι γράφουν: «Έδιωξε από το Ιλιον (Wilusa) τον βασιλιά Αλέξανδρο (Alaksandu). Πήγε ως εκεί με τον στρατό του και τον έδιωξε. Τον τρόμαξε και έφυγε;... Επαναστάτησαν οι κάτοικοι του Ιλίου και τον έδιωξαν;.... Δεν γνωρίζουμε. Πάντως, ο Αλέξανδρος ήταν βασιλιάς, υποτελής του Χετταίου ηγεμόνα, είχαν υπογράψει συνθήκη μεταξύ τους, γι’ αυτό και οι Χετταίοι τελικά τον βοήθησαν να ξαναπάρει τον θρόνο».
Όπως και να ’χει, οι νέες αυτές μελέτες απομακρύνουν τον έτσι και αλλιώς φερόμενο ως φαντασιακό μύθο της Ωραίας Ελένης. «Ου νέμεσις Τρώας και ευκνήμιδας Αχαιούς τοιήδ’ αμφί γυναικί πολύν χρόνον άλγεα πάσχειν. Αινώς αθανάτησι θεής εις ώπα έοικεν». (Γ’ 156, 8 ) Οι ομηρικοί αυτοί στίχοι σημαίνουν: «Χαλάλι, τόσοι παιδεμοί για μια τέτοια γυναίκα, στους Τρώες και στους Αχαιούς με τις καλές κνημίδες. Με τις αθάνατες θεές φρικτά μοιάζει στην όψη» και αναφέρονται στην Ωραία Ελένη, για χάρη της οποίας υποτίθεται ότι ξεκίνησε ένας δεκαετής πόλεμος. Η παλαιότερη και πιο διάσημη αφήγηση του Τρωικού Πολέμου ανήκει στον Όμηρο, ο οποίος έζησε γύρω στο 700 π.Χ., εκεί πού σήμερα βρίσκεται η δυτική Τουρκία. Συνέθεσε δύο επικά ποιήματα: την Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Αυτά διδάσκονται ακόμα και σήμερα. Ο ποιητής στη συνέχεια περιγράφει τη μυθική πέτρα του σκανδάλου και σύζυγο του Μενέλαου ως καλλίκομον (ομορφομαλλούσα), καλλιπάρηον (ομορφοπρόσωπη), λευκώλενον (ασπροχέρα), τανύπεπλον (ομορφοντυμένη), αλλά και ριγεδανήν (φρικτή). Κι αυτό επειδή προκάλεσε τον αφανισμό τόσων και τόσων γενναίων ανδρών. Ο θρύλος αυτός διαχύθηκε, επηρεάζοντας και τα έργα άλλων σημαντικών τραγωδών και ποιητών.
Από τον καθηγητή Κλασικών Σπουδών και μελετητή στο Χάρβαρντ, Νίκολας Μπλάκγουελ
Ο Μυκηναϊκός πολιτισμός
Ο Αισχύλος αποκαλεί την Ωραία Ελένη «ελεύναν, έλανδρον, ελέπτολιν». Δηλαδή καταστροφή για τα καράβια, τους άνδρες και τις πολιτείες. Λυρικοί ποιητές όπως ο Ιβυκος και ο Αλκαίος επίσης εμπνέονται από αυτήν, ταυτίζοντάς την με την απιστία που οδηγεί στην καταστροφή. Άλλοι, όπως η ποιήτρια από τη Λέσβο Σαπφώ, αναφέρονται στην Ελένη όχι για να την κατακρίνουν, αλλά για να αποδείξουν τη σφοδρότητα του έρωτα που ενίοτε προκαλεί τα χειρότερα δεινά. Αντιθέτως, στον Ευριπίδη η Ελένη παρουσιάζεται περισσότερο ως θύμα και πάει λέγοντας... Όπως και να ’χει, η Ωραία Ελένη αποτελεί έναν μύθο με ποικίλες παραλλαγές. Οι νέες μελέτες, όμως, προτάσσουν πολύ πιο κυνικά αίτια πολέμου από την ομορφιά. Εξετάζοντας κανείς τα παραπάνω επιστημονικά έργα, κατανοεί όχι μόνο τον Τρωικό πόλεμο και τα πιθανά αίτιά του, αλλά και τον περίφημο Μυκηναϊκό πολιτισμό.
Όταν η φύση, μέσω της έκρηξης του Ηφαιστείου στη Σαντορίνη, βοήθησε και έδωσε ίσως τέλος στον πολιτισμό και τουλάχιστον στην κυριαρχία των Μινωιτών, οι Μυκηναίοι ήταν αυτοί που άνθησαν. O πολιτισμός τους ονομάζεται Μυκηναϊκός και χαρακτηριζόταν από ιδιαίτερα έντονο στρατιωτικό και πολεμικό χαρακτήρα, ο οποίος αποτυπώνεται στα όπλα και στα περίφημα κυκλώπεια φρούριά τους. Ουσιαστικά ήταν μια σειρά από ξεχωριστά βασίλεια πολεμιστών με κυριότερα αυτά των Μυκηνών, της Θήβας, της Τίρυνθας και της Πύλου. Εμφανίζονται από τον Όμηρο να ενώνουν δυνάμεις για να επιτεθούν στην Τροία, στη βορειοδυτική ασιατική ήπειρο (Ανατολία). Αυτή βρισκόταν στη δυτική Μικρά Ασία και αποκαλούνταν αρχικά Βίλιον και στη συνέχεια Ιλιον - Τροία. Κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού, ήταν πλούσια και κραταιά.
Ο καθηγητής Κοπανιάς καταλήγει στο ότι «τα χεττιτικά κείμενα όντως επιβεβαιώνουν την ύπαρξη ενός ιστορικού πυρήνα στα ομηρικά έπη και στη Μυθολογία και πρέπει να τα διαβάζουμε με μεγάλο ενδιαφέρον και ιδιαίτερη προσοχή. Όχι ως ιστορικά κείμενα αλλά ως κείμενα που μας προσφέρουν ιστορικές πληροφορίες, τις οποίες όμως πρώτα πρέπει να επιβεβαιώσουμε και από άλλες πηγές, προτού τις υιοθετήσουμε».
ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝ