Στο κείμενο για το 1821 «Έκοψαν την Επανάσταση στα μέτρα τους» (Περίπτερο Ιδεών, Δρόμος της Αριστεράς, φ. 539) υπογράμμισα την πολύ συχνά εφαρμοζόμενη μέθοδο από ιστορικούς, πολιτικούς και δημοσιογράφους που συνίσταται στο να αλλοιώνουν εκούσια ή ακούσια την ιστορική πραγματικότητα όχι δια της αναφοράς αναληθών περιστατικών, που εύκολα διαψεύδονται, αλλά δια της παραλείψεως αληθών περιστατικών που η συμπερίληψή τους μαζί με τα αναφερόμενα αληθή περιστατικά θα έδινε πολύ διαφορετικό νόημα και συμπέρασμα στα λεγόμενα και τα γραφόμενά τους. Δηλαδή, αυτό που στην καθομιλουμένη αποκαλεί ο λαός «μισή αλήθεια» που ενώ δεν είναι κάτι αφ’ εαυτού ψεύτικο, παραλείποντας την «άλλη μισή αλήθεια», καταλήγει στο να εξυπηρετεί τη στρέβλωση και την παραπλάνηση.
Μέρος Α’
Μια άλλη μορφή αλλοίωσης μέχρι πλήρους διαστροφής της αλήθειας είναι η δια του τρόπου γραφής, του ύφους και των λέξεων που χρησιμοποιεί κανείς για να πει την αλήθεια, καταλήγοντας στο να την παραχαράσσει εντέχνως, με το γάντι. Κι αυτή η μέθοδος είναι επίσης πολύ συνηθισμένη και χρησιμοποιείται κατά κόρον όταν ο συγγραφέας προσπαθεί να αμβλύνει τη σημασία ενός συμβάντος ή μιας πολιτικής υπηρετώντας κάποια σκοπιμότητα.Αυτές οι μέθοδοι απουσιάζουν από το έργο του Κυριάκου Σιμόπουλου. Αν κάτι σχετικό και γενικού χαρακτήρα έχει κανείς να παρατηρήσει στο έργο του είναι η μερικές φορές πληθωρική συμπερίληψη στοιχείων αποδεικτικών ή επιβεβαιωτικών των γραφομένων του και ο έντονος σε ύφος τονισμός των υλικών που επικαλείται και των επισημάνσεων που κάνει, αλλά αυτά δεν συνεπάγονται αλλοίωση της ιστορικής αλήθειας. Μπορεί να μην συμφωνεί κανείς με όλες τις προσεγγίσεις και εκτιμήσεις του Σιμόπουλου, αλλά δεν μπορεί να αμφισβητήσει ούτε τη βαθιά του γνώση ούτε την εντιμότητα και την άδολη ελληνικότητα.
Με αυτά κατά νου, νομίζω ότι γίνεται κατανοητό γιατί ο Κυριάκος Σιμόπουλος ενώ αναφέρεται πολύ συχνά από τους νεότερους ιστορικούς ως πηγή πρώτης ύλης, γιατί έχει σκάψει πολύ βαθιά στα υπόγεια και τα ανώγεια των εντόπιων και διεθνών αρχείων για να ανακαλύψει στοιχεία που τα δημοσιοποιεί στους τεράστιους τόμους που έχει συγγράψει, πολύ σπάνια αναφέρεται για τις απόψεις και τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγει από τη γνώση και την επεξεργασία όλου αυτού του απέραντου υλικού με γνώμονα την υπεράσπιση των δίκιων του Ελληνισμού.
Ιστορία συγκάλυψης
Ειδικά για τον Κυριάκο Σιμόπουλο είναι σημαντικό να τονίζεται κάθε φορά ότι ενώ ήταν ένας από τους ευγενέστερους, φιλικότερους και γλυκύτερους ανθρώπους που έχω γνωρίσει, η γλώσσα του είναι αιχμηρότατη, αλλά όχι ξεκρέμαστη αφού κάθε βέλος της τεκμηριώνεται με πλήθος αδιάσειστων στοιχείων και λογικών συμπερασμάτων. Και με αρκετή βεβαιότητα μπορώ να υποθέσω ότι η ελλιπής αναφορά της συμβολής του στο ξεκαθάρισμα της ελληνικής ιστορίας από άλλους συγγραφείς οφείλεται, μεταξύ άλλων, και στους εξής σημαντικούς παράγοντες: Πρώτον, ήταν ένας ανεξάρτητος στοχαστής που δεν ανήκε σε καμία ομάδα ιστορικών-ερευνητών που διαθέτει ένα «χώρο» πρόσφορο για τα μέλη της και, δεύτερον, δεν δεχόταν να βάλει φίλτρα στις διαπιστώσεις και τις κρίσεις του για τους ισχυρούς παράγοντες που με τις πολιτικές και τις παρεμβάσεις τους διαμορφώνουν τα γεγονότα ή καθορίζουν τις εξελίξεις.
Παρακολουθώντας την αυξημένη λόγω των 200 χρόνων φετινή δραστηριότητα των ιστορικών, φαίνεται ότι, με λίγες εξαιρέσεις, η κριτική θεώρηση του ρόλου του ξένου παράγοντα στην Επανάσταση του 1821, στο πριν και το μετά, είναι από ήπια και αμβλεία μέχρι υποτυπώδης και ανύπαρκτη. Κι αυτό έχει να κάνει με πολλούς λόγους, όπως για παράδειγμα ότι στη φάση της μεγάλης παρακμής που περνάει ο τόπος, βρίσκονται σε μεγάλη ακμή οι πιο επιτήδειοι ιστορικοί και οι την ιστορία ταλαιπωρούντες πολιτικοί, συγγραφείς και δημοσιογράφοι, οι οποίοι αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του συστήματος και έχουν διαμορφώσει τις απόψεις τους σε αρμονία με τις προδιαγραφές που βολεύουν την καθεστηκυία τάξη. Και μία βασικότατη προδιαγραφή για την ιστορία του 1821 είναι η εξ απαλών ονύχων αναφορά στους ρόλους της μοναρχίας, της Εκκλησίας και των ξένων δυνάμεων . Είτε δεν αγγίζονται καθόλου σε επίμαχα σημεία είτε μετριάζονται οι κακουργίες και τα ατοπήματά τους είτε προβάλλονται μονομερώς σαν θετικοί συντελεστές στην προεπαναστατική, επαναστατική και μετεπαναστατική Ελλάδα. Κι αυτός ο εξωραϊσμός, βέβαια, δεν έχει να κάνει μόνο με τα πεπραγμένα τους στο απώτερο παρελθόν, αλλά και με τις θέσεις που έκτοτε κατέχουν στην Ελλάδα. Η συνεχιζόμενη εξάρτηση της χώρας από τις δυτικές μητροπόλεις και η κουλτούρα του «δορυφόρου» επιτάσσει την αποφυγή σοβαρής και αφτιασίδωτης κριτικής στους συμμάχους. Εξάλλου, αρκετοί από τους ιστορικούς μας αφενός έχουν πάρει τα μαθήματά τους από τα ξένα πανεπιστήμια στα οποία έχουν σπουδάσει και αφετέρου εξασφαλίζουν τη δημοσιότητά τους μέσα από τα ελεγχόμενα ΜΜΕ με αντιπαροχή το ξέπλυμα των ενόχων από τα ανοσιουργήματά τους.
Ευρώπη του σκότους
Υπάρχει η εντύπωση σε αρκετούς ανθρώπους ότι η Επανάσταση και οι αξίες που την εμπνέουν, την συνοδεύουν και εκφράζουν τους πρωταγωνιστές της, είναι οι αξίες της Ευρώπης. Μεγαλύτερη πλάνη απ’ αυτήν δεν υφίσταται. Η Ευρώπη την εποχή που ολοκληρώνεται η προετοιμασία της και ξεσπάει η εξέγερση στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, στο Μωριά και τη Ρούμελη, είναι μαύρη κι άραχνη. Δεν είναι ούτε η Ευρώπη της δημοκρατίας ούτε η Ευρώπη του Διαφωτισμού. Είναι η Ευρώπη της Ιεράς Συμμαχίας. Είναι η Ευρώπη των απολυταρχιών που όχι μόνο είναι εχθρικές σε κάθε εξέγερση, σε κάθε δημοκρατικό θεσμό, σε κάθε έννοια ελευθερίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά είναι και σύμφωνες μεταξύ τους και αποφασισμένες να εμποδίσουν και να καταπνίξουν βίαια κάθε απόπειρα και κάθε εγχείρημα που προτάσσει τα αιτήματα του Διαφωτισμού, όπως αυτά διατυπώθηκαν από μεγάλους στοχαστές όπως ο Λοκ, ο Βολταίρος, ο Μοντεσκιέ και ο Ρουσσώ και υιοθετήθηκαν από τη Γαλλική Επανάσταση. Είναι η Ευρώπη του τσάρου της Ρωσίας, του αυτοκράτορα της Αυστρο-Ουγγαρίας, των βασιλιάδων της Γαλλίας, της Αγγλίας και της Πρωσσίας-Γερμανίας. Είναι η Ευρώπη που κυριαρχεί ο καγκελάριος Μέτερνιχ, ο προκάτοχος του οποίου παρέδωσε τον Ρήγα και τους επτά συναγωνιστές του στους Οθωμανούς για να τους στραγγαλίσουν, κι αυτός που με τη συναίνεση του τσάρου συνέλαβε και φυλάκισε μέχρι θανάτου τον Αλέξανδρο Υψηλάντη και τους συνεργάτες του. Αυτή είναι η Ευρώπη που κατέπνιξε με στρατιωτικές επιχειρήσεις τις εξεγέρσεις των Συνταγματικών στην Ισπανία, των Καρμπονάρων στην Ιταλία, των Δεκεμβριστών στη Ρωσία και κάθε άλλη ανεξάρτητη, φιλελεύθερη, δημοκρατική δράση, εκτελώντας, φυλακίζοντας και βασανίζοντας προοδευτικούς ανθρώπους, καίγοντας βιβλία και απαγορεύοντας την κυκλοφορία εφημερίδων και περιοδικών που προωθούσαν αυτές τις ιδέες. Ακόμα και η φιλελληνική ποίηση απαγορεύτηκε! (William St. Clair, That Greece Might Still Be Free: The Philhellenes in the War of Independence)
Τα υλικά που χρησιμοποίησα για τη σύνθεση αυτού του κειμένου προέρχονται από το βιβλίο του Κυριάκου Σιμόπουλου «Ξενοκρατία, Μισελληνισμός και Υποτέλεια» (πρώτη έκδοση 1990) και από το πεντάτομο έργο του «Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ’21» (πρώτη έκδοση 1979-1982). Αξίζει να σημειωθεί ότι στην «Ξενοκρατία…», ο Σιμόπουλος, πέρα από την πελώρια βιβλιογραφία, συνδέει όλα τα στοιχεία που αναφέρει με 2.232 παραπομπές στις συγκεκριμένες πηγές από τις οποίες τα άντλησε! Για κάθε ενδιαφερόμενο, τα πρώτα βιβλία του Σιμόπουλου εκδόθηκαν από τον ίδιο και στη συνέχεια από τις εκδόσεις «Στάχυ» που τις διαδέχτηκε ο εκδοτικός οίκος «Πιρόγα». Ο Κυριάκος Σιμόπουλος έφυγε από τη ζωή πριν από είκοσι (και) χρόνια.
Ιερά Συμμαχία και Ρωσία
Στην ελληνική υπόθεση, αφού τα μέλη της Ιεράς Συμμαχίας απέτυχαν να αποτρέψουν το ξέσπασμά της παίρνοντας το μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, προσπάθησαν στη συνέχεια να την ελέγξουν και να την υποτάξουν στα συμφέροντά τους.
«Η εξέγερση των Ελλήνων εξόργισε τις Δυνάμεις. Ήταν πρόκληση για τις παρακαταθήκες της Ιεράς Συμμαχίας. Η Επανάσταση αναστάτωσε το εύθραυστο σύστημα των ισορροπιών και έθιξε ζωτικά συμφέροντα στο νοτιοανατολικό άκρο της ηπείρου. Οι πολεμικές επιχειρήσεις υπονόμευαν τα οικονομικά προνόμια των Δυτικών στην οθωμανική αυτοκρατορία και απειλούσαν τους εμπορικούς δρόμους προς την Ανατολή. Εμφιλοχωρούσε και η υποψία ότι την ελληνική εξέγερση είχε υποκινήσει η Ρωσία… Αλλά ο τσάρος Αλέξανδρος Α΄ ξεπέρασε σε μισελληνισμό τους εταίρους του αυτοκράτορες και βασιλείς.
Αυστρία
«Η πολιτική του Μέτερνιχ απέναντι στον ελληνικό ξεσηκωμό ήταν απλή. Υποστήριξη της Τουρκίας με όλα τα μέσα για την εκμηδένιση των επαναστατών. Πραγματικά, σε όλη τη διάρκεια του Αγώνα αυστριακά πλοία είχαν αναλάβει τις οθωμανικές μεταφορές στρατού και εφοδίων. Ως το 1826 οι Έλληνες είχαν βυθίσει πάνω από 100 αυστριακά σκάφη… Οι Έλληνες, έλεγε ο Μέτερνιχ, είναι ένας ημιάγριος και επικίνδυνος λαός.» Ο καγκελάριος μισούσε τον Καποδίστρια και εκδήλωσε τον ενθουσιασμό του όταν ο μελλοντικός κυβερνήτης της Ελλάδας έχασε τη θέση του υπουργού Εξωτερικών της Ρώσικης αυτοκρατορίας. Στο βιβλίο «Ο φιλελληνισμός στη Γερμανία» (1904) ο Curt Erler αποδίδει στον Μέτερνιχ την ανατριχιαστική δήλωση: «Πέρα από τα ανατολικά σύνορά μας, τριακόσιες ή τετρακόσιες χιλιάδες κρεμασμένοι, στραγγαλισμένοι, παλουκωμένοι, δεν σημαίνει τίποτα για μας.»!
Ο Κλέμενς Μέτερνιχ ( -Klemens_von_Metternich)_από τον _Lawrence
Έτσι, δεν μας ξενίζει ότι οι Δυτικοί δεν είπαν τίποτα για τις σφαγές των Ελλήνων στην Πόλη,(Κωνσταντινούπολη) του Πατριάρχη συμπεριλαμβανομένου… «Ο Γάλλος γεωλόγος V. Fontanier που βρισκόταν το 1821 στην Πόλη χαρακτηρίζει ατιμωτική τη στάση των ευρωπαϊκών διπλωματικών αποστολών κατά την περίοδο των σφαγών. Γράφει για αναλγησία των ‘‘χριστιανικών κυβερνήσεων’’ και για ‘‘εκτουρκισμό της φράγκικης παροικίας’’.» (Voyage en Orient…, Paris 1829)
Γάλλοι
Οι Γάλλοι είχαν αναλάβει την αναβάθμιση και ενδυνάμωση του αιγυπτιακού στρατού, του Μεχμέτ Αλή που έστειλε τον Ιμπραήμ Πασά να ρημάξει τους εξεγερμένους Έλληνες στην Πελοπόννησο. Ο στρατός του Ιμπραήμ είχε Γάλλους αξιωματικούς και ο οθωμανικός στόλος Άγγλους! (Balkan Studies, 1975)
«Εκατοντάδες Γάλλοι αξιωματικοί εκσυγχρόνιζαν τον αιγυπτιακό στρατό. Τα ναυπηγεία της Μασσαλίας εργάζονταν για λογαριασμό του Μεχμέτ Αλή. Η Γαλλία προετοίμαζε τη φοβερή πολεμική μηχανή που θα επιχειρήσει το 1825 τον εξανδραποδισμό των Ελλήνων. Εγκέφαλος αυτής της πολιτικής ο υπουργός Εξωτερικών Σατωμπριάν, ο διαπρεπής ‘‘φιλέλληνας’’.(Άποψη του συγγραφέα την οποία δεν εστερνιζομεθα...).... Ο Γάλλος πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη ήταν στρατολόγος του Μεχμέτ Αλή. Εφοδίαζε τους ‘‘φιλέλληνες’’ Γάλλους στρατιωτικούς με συστατικά γράμματα και τους έστελνε στην Αλεξάνδρεια. Αυτοί οι αξιωματικοί, διοικητές των μονάδων του Ιμπραήμ, θα εξοντώσουν τους πολιορκημένους του Μεσολογγίου κατά την Έξοδο.»
«Ευρωπαϊκά πολεμικά – κυρίως γαλλικά και ολλανδικά – βομβάρδισαν την Πάτρα κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του κάστρου από τους επαναστάτες και την κατέστρεψαν.» (Γ. Θ. Ζώρας, «Απόρρητο Αρχείο Βατικανού»)
Οι Γάλλοι ήθελαν αφενός να διεκδικήσουν μεγαλύτερο μερίδιο στην Ελλάδα από τους Άγγλους ανταγωνιστές τους και αφετέρου να αποδυναμώσουν το ελληνικό εμπορικό ναυτικό που είχε παραγκωνίσει το γαλλικό εμπόριο με την Ανατολή. Εξάλλου, οι καθεστωτικοί Γάλλοι είχαν κι άλλο λόγο για να αντιπαθούν τους Έλληνες αφού τους θεωρούσαν «σχισματικούς».
Σατωμπριάν 1768-1848 – ( François-René de Chateaubriand – Σατωβριάνδος)
Portrait of Francois Rene Vicomte de Chateaubriand, 1786.
Ο Φρανσουά ντε Σατωμπριάν, γνωστός και σαν Σατωβριάνδος ένθ…
(ΣΗΜΕΙΩΣΗ Ο Φρανσουά ντε Σατωμπριάν, γνωστός και σαν Σατωβριάνδος ένθερμος φιλέλληνας, περιηγητής και συγγραφέας – υπηρέτησε ως διπλωμάτης και Πρέσβης της Γαλλίας σε διάφορες πρωτεύουσες της Ευρώπης, και χρημάτισε Υπουργός Εξωτερικών κατά την περίοδο 1823-1824. Υποστήριξε σθεναρά την Ελλάδα κατά την Επανάσταση του 1821.
Γεννήθηκε στο Σαιν-Μαλό της Βρετάνης στις 4 Σεπτεμβρίου 1768, τελευταίο από τα δέκα παιδιά του Ρενέ ντε Σατωμπριάν, τιτλούχου άρχοντα, που είχε αναγκαστεί να γίνει θαλασσινός για να ζήσει. Τολμηρός πλοίαρχος και έμπορος μαζί, σχημάτισε αρκετή περιουσία, που κατά μέγα μέρος την κληρονόμησε ο πρώτος γιος, όπως ήταν τότε τα έθιμα. Η πρώτη λοιπόν επαφή του Σατωβριάνδου ήταν με την τραχιά γη και την άγρια θάλασσα της Βρετάνης. Από τα 1777 ως τα 1779 σπουδάζει στα κολέγια της Ντολ, της Ρεν και της Ντινάν αποκαλύπτοντας στους δασκάλους του καταπληκτικά χαρίσματα μαθητή και τεράστια μνήμη, καθώς και ευκολία αφομοίωσης των κλασικών συγγραφέων.
Ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του ως αξιωματικός του γαλλικού στρατού και το 1791 ταξίδεψε στη Βόρειο Αμερική. Έναν χρόνο αργότερα, επέστρεψε στη Γαλλία για να καταταγεί στον στρατό των εξόριστων Γάλλων ευγενών και να υπερασπιστεί το βασιλικό καθεστώς. Ένας σοβαρός τραυματισμός τον ανάγκασε να καταφύγει στο Λονδίνο. Επέστρεψε στο Παρίσι τον Μάιο του 1800. Πολέμιος του Ναπολέοντα, κατά την Παλινόρθωση των Βουρβόνων υπηρέτησε ως πρέσβης της Γαλλίας σε διάφορες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, ενώ την περίοδο 1823-1824 διατέλεσε υπουργός Εξωτερικών. Στα γαλλικά γράμματα αναδείχτηκε με το έργο Αταλά ή Οι έρωτες δυο αγρίων στην έρημο (1800).
Ταξίδεψε στην Ελλάδα και στην Μέση Ανατολή (1806-1807), και το 1811 δημοσίευσε το βιβλίο του «Οδοιπορικό από το Παρίσι στην Ιερουσαλήμ», στο οποίο αναφέρεται εκτενώς και στην Ελλάδα της εποχής εκείνης, δίνοντας εξαίσιες περιγραφές της φυσικής ομορφιάς της, των παραμελημένων ιστορικών μνημείων που μαρτυρούσαν το μεγαλείο του ελληνικού πολιτισμού, αλλά και ρεαλιστικές εικόνες από τις απαίσιες συνθήκες ζωής των υπόδουλων Ελλήνων.
Κατά την προεπαναστατική περίοδο ο Σατωβριάνδος μπορεί να χαρακτηρισθεί ως απλός περιηγητής, και ως ρομαντικός λογοτέχνης, που μελαγχολεί βλέποντας τους απογόνους των αρχαίων Ελλήνων να ζουν σε ελεεινή κατάσταση, υπόδουλοι ενός δυνάστη.
Όμως με το ξέσπασμα της Επανάστασης, βλέποντας την αγωνιστικότητα των Ελλήνων από τη μια, και την εχθρική στάση των μεγάλων δυνάμεων της Ευρώπης προς το αγωνιζόμενο ελληνικό έθνος, ο Σατωβριάνδος μεταμορφώνεται σε ένθερμο φιλέλληνα, και τάσσεται ανεπιφύλακτα υπέρ του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων.
Τον τίτλο του φιλέλληνα τον οφείλει κυρίως στο περίφημο «Υπόμνημα περί της Ελλάδος» (Note sur la Grėce, 1825), το οποίο κατά κάποιο τρόπο αποτέλεσε φιλελληνικό μανιφέστο κατά τη διάρκεια της ελληνικής Επανάστασης.)
Άγγλοι
Η Αγγλία προχώρησε παραπέρα και πρότεινε στην Ιερά Συμμαχία να τεθεί η Οθωμανική Αυτοκρατορία υπό την προστασία των Δυτικών Δυνάμεων. Η Αγγλία είχε υφαρπάξει τα Επτάνησα από τους Γάλλους και είχε παραδώσει την Πάργα στον Αλή Πασά!
«Ο αρμοστής των Επτανήσων Τόμας Μέιτλαντ έγινε άγριος διώκτης των Ελλήνων και σύμμαχος, προμηθευτής, συνήγορος και προστάτης των Οθωμανών… Αποκαλούσε τυχοδιώκτες και εγκληματίες τους Κεφαλλονίτες και Ζακυνθινούς που διαπεραιώθηκαν στο Μωριά και αγωνίσθηκαν κατά των Τούρκων.»
O σερ Thomas Maitland γεννήθηκε το 1760 στη Σκωτία. Ήταν ανώτερος στρατιωτικός του Ηνωμένου Βασιλείου που διακρίθηκε σε πολλές μάχες, μεταξύ των οποίων και στη μάχη στο Βατερλώ. Το Δεκέμβρη του 1815, τον πρώτο χρόνο της Βρετανικής προστασίας, ο Maitland διορίστηκε Λόρδος Ύπατος Αρμοστής στα Ιόνια Νησιά. Ταυτόχρονα διατηρούσε τη θέση του κυβερνήτη της Μάλτας, ενώ διατελούσε διοικητής στην Μεσόγειο εκτός του Γιβραλτάρ. Το 1817 παραχώρησε Σύνταγμα στα Ιόνια Νησιά. Ο Maitland ήταν αυστηρός και επίμονος εθνικόφρων και περιφρονούσε όσους δεν ήταν Άγγλοι. Κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 δεν κράτησε φιλελληνική στάση. Πέθανε στη Μάλτα στις 17 Ιανουαρίου 1824.- (Ηλίας Τσιτσέλης, Κεφαλληνιακά Σύμμικτα, Τόμος Β', σελίδες 568-570.)
«Οι πρόξενοι της Αγγλίας στον ελληνικό χώρο πήραν εντολή να τεθούν στην υπηρεσία της Πύλης. Έγιναν όλοι πράκτορες και πληροφοριοδότες των Τούρκων. Τα πολιορκημένα από τους Έλληνες τουρκικά φρούρια εφοδιάζονταν προκλητικά από τους Άγγλους. Και τα επτανησιακά λιμάνια προσφέρονταν ως καταφύγιο για τον τουρκικό στόλο σε ώρα ανάγκης. Τον Μάιο του 1821 έγραφε ο Ανδρέας Λουριώτης στον Γεώργιο Πραΐδη (Παρίσι): ‘‘Αυτοί οι σκύλοι οι Άγγλοι μας καταπολεμούν κρυφά και φανερά όσον ημπορούν, χωρίς συνείδησιν…’’ Όπως το μεταφέρει ο Σιμόπουλος, ο R. Walsh στο βιβλίο του «Αφήγημα ενός ταξιδιού από την Κωνσταντινούπολη στην Αγγλία» (1828), γράφει ότι εξαιτίας του Φίλιπ Γκριν, πρόξενου της Αγγλίας στην Πάτρα, απέτυχε η άλωση του φρουρίου της Πάτρας. Είχε οργανώσει κατασκοπευτικό δίκτυο και μυστική επικοινωνία των πολιορκημένων Οθωμανών με τον Χουρσίτ πασά. Οι Έλληνες τον αποκαλούσαν νέο Εφιάλτη».
«Από το 1815 που (ο Μέιτλαντ) ανέλαβε τη διοίκηση των Επτανήσων προσπάθησε να συντρίψει με βαναυσότητα κάθε φιλελεύθερη εκδήλωση. Αντιτάχθηκε στην ίδρυση πανεπιστημίου στην Κέρκυρα – για να μην φωτισθούν οι Έλληνες. Αποκαλούσε ‘‘τυχοδιώκτες και εγκληματίες’’ τους Κεφαλονίτες και Ζακυνθινούς που διαπεραιώθηκαν στο Μωριά και αγωνίσθηκαν κατά των Τούρκων.» (Diplomatic Archiv of Chios, Cambridge)
Για έναν άλλο πολύ γνωστό στρατιωτικό, Άγγλο πράκτορα, γράφει στον Υψηλάντη ο Κ. Πολυχρονιάδης από την Πίζα «ο Gordon «εκοινολόγησεν ότι αναχωρεί φρίξας δια τας απανθρωπίας μας. Εις ταύτην την δημοσίευσιν βάλοντες βάσιν οι εχθροί μας είπον ότι έφαγον οι Γραικοί ψημένους ανθρώπους»!
Παπικά κράτη
Οι επαναστάτες ήξεραν ότι έκαναν έναν πολυμέτωπο αγώνα, με τους Οθωμανούς απέναντί τους και του Ευρωπαίους στα νώτα και τα πλευρά τους. Τα καταγγέλλει κι ο Μακρυγιάννης.
«Τα παπικά κράτη δέχονται πρόθυμα την αξίωση του Μέτερνιχ να παρεμποδίσουν τη διέλευση από τα εδάφη τους εθελοντών για την Ελλάδα. Έδειξαν μάλιστα αντιχριστιανική και απάνθρωπη συμπεριφορά απαγορεύοντας την είσοδο στην παπική επικράτεια Ελλήνων προσφύγων από περιοχές που είχε αφανίσει ο πόλεμος» (Γ. Θ. Ζώρας, Απόρρητο Αρχείο Βατικανού) Και ο πάπας απειλούσε, καταδίκαζε και αφόριζε τους εξεγερμένους στη Δύση, όπως ο πατριάρχης στην Ανατολή!
«Οι ευρωπαϊκές μοναρχίες πιστεύουν ότι η ελληνική Επανάσταση θα συντριβεί σε λίγους μήνες όπως οι πρόσφατες εξεγέρσεις στην Ιταλία. Ανατρέπονται όμως όλες οι προβλέψεις. Οι Έλληνες κυριεύουν κάστρα, σαρώνουν οθωμανικές στρατιές, καταποντίζουν εχθρικές ναυτικές μοίρες. Αντιμετωπίζουν ολομόναχοι , με τις δικές τους αποκλειστικά δυνάμεις, όχι μόνο την οθωμανική αυτοκρατορία αλλά και την εχθρότητα της πενταπλής συμμαχίας.»
Είναι πολύ χαρακτηριστικό της αγανάκτησης των Ελλήνων για τη σύμπραξη των Ευρωπαίων με τους Οθωμανούς, αλλά και της τόλμης τους, το μπλοκάρισμα των εμπορικών στόλων των ευρωπαϊκών δυνάμεων! «Την άνοιξη του 1823 μια γενναία πρωτοβουλία της ελληνικής ηγεσίας προκαλεί θύελλα στα ανακτοκοινοβούλια. Κηρύσσεται ναυτικός αποκλεισμός των τουρκοκρατούμενων περιοχών. Όλα τα ευρωπαϊκά πλοία που μεταφέρουν εφόδια και εμπορεύματα σε τουρκικά λιμάνια αιχμαλωτίζονται και θεωρούνται λεία πολέμου.
Αναστάτωση στους θαλάσσιους δρόμους της ανατολικής Μεσογείου, νεκρώνονται το εμπόριο και η ναυτιλία των Δυνάμεων. Σ’ αυτή την κρίσιμη στιγμή η αγγλική κυβέρνηση αναπροσαρμόζει την πολιτική της… Δεν πρόκειται φυσικά για φιλελληνική μεταστροφή. Αποβλέπει στη σωτηρία του βρετανικού εμπορικού ναυτικού που δεχόταν καταστροφικά πλήγματα από τους Έλληνες καταδρομείς»!
Οι έμπειροι Άγγλοι προσαρμόζουν την πολιτική τους για να μην χάσουν την πρωτοβουλία των κινήσεων σε μία πραγματικότητα που αλλάζει παρά τη θέληση και τις ενέργειές τους. «Όχι πια εμφανής καταπολέμηση των απελευθερωτικών κινημάτων, αλλά διείσδυση, υπονόμευση, άλωση από μέσα και πολιτικός έλεγχος.» (H.V. Temperly, The foreign policy of Canning, 1820-1827, Cambridge 1923) Τα χειρότερα με τους Ευρωπαίους έπονται!
Οι ελληνικοί τόποι γδάρθηκαν μέχρι το κόκκαλο. Από τους Έλληνες αφαιρέθηκαν τα ζωτικά τους λιπάσματα. Κι αν υπάρχουν αμφιβολίες και αντιρρήσεις για την ελληνικότητά μας δεν είναι ασύνδετες από τη συστηματική και βάρβαρη προσπάθεια των μεγάλων δυνάμεων να μας αποκόψουν από τις ρίζες μας, από τις πηγές μας και από τις μητρικές μας παραδόσεις με την υφαρπαγή και εξαφάνιση των πιο χειροπιαστών τεκμηρίων γι’ αυτούς τους δεσμούς. Αλλά ακόμα κι αν κάποιοι απ’ τους αρχαιοκάπηλους δεν είχαν αυτό κατά νου, πάρα μόνο τη δική τους ικανοποίηση από την αρπαγή, το αποτέλεσμα σε βάρος των Ελλήνων είναι το ίδιο. Μας ευνούχιζαν και μας έκοβαν τον ομφάλιο λώρο που μας συνέδεε με την αρχαιότητα, με την αρχαία ιστορία και τον πολιτισμό. Κι αυτό κάνει ακόμα πιο αξιοπρόσεκτη και αξιοζήλευτη τη διατήρηση και αναγέννηση της ελληνικότητάς μας, γιατί έγινε κάτω από συνθήκες βίαιου ξεριζωμού και αποκοπής μας από την πολιτιστική μας μήτρα.
Κυριάκος Σιμόπουλος
Πολλοί άλλοι λαοί που υπέστησαν αντίστοιχη κακοποίηση από τους ίδιους βιαστές, στερημένοι από την κουλτούρα τους, με κομμένο τον ομφάλιο λώρο από το σώμα της παράδοσής τους, με τα τοτέμ τους κλεμμένα και τοποθετημένα σε ψυχρές αίθουσες μουσείων στο Λονδίνο, το Παρίσι, τη Βιέννη, το Άμστερνταμ, τις Βρυξέλλες ή το Βερολίνο, αποσυντονίστηκαν, αποστερήθηκαν τους αρμούς τους και χάθηκαν από την ιστορία.
Γιατί, οι αποικιοκράτες, εκτός από τον πιο φρέσκο, νεανικό πληθυσμό που άρπαξαν σχεδόν απ’ όλη την Αφρική, διέπραξαν διπλή γενοκτονία γιατί ταυτόχρονα κατέστρεφαν και άρπαζαν τους πολιτιστικούς θησαυρούς των αφρικανικών λαών. Όπως γράφει ο Κυριάκος Σιμόπουλος στο συγκλονιστικό βιβλίο του «Η λεηλασία και καταστροφή των ελληνικών αρχαιοτήτων», μόνο στο Βρετανικό Μουσείο υπάρχουν διπλάσια αφρικανικά έργα τέχνης απ’ όσα υπάρχουν σε όλα τα μουσεία της ηπείρου! Γι’ αυτό όταν οι λαοί της Αφρικής άρχισαν να εξεγείρονται εναντίον των Ευρωπαίων Κατακτητών, για να ανασυγκροτήσουν την πολιτισμική και εθνική τους ταυτότητα, έπρεπε να μελετούν τα πολιτισμικά τους μνημεία και σύμβολα στην Ευρώπη και να εισάγουν στην Αφρική τον χαμένο τους πολιτισμό.
Οι επικυρίαρχοι δεν νοιάστηκαν ποτέ για τη διάσωση των πολιτισμών των άλλων για τους άλλους. Και εννοείται ότι δεν αναφέρομαι σε ανιδιοτελείς διανοούμενους και κοινούς ανθρώπου του μόχθου που σέβονταν ό,τι είχε αξία. Στις ελίτ αναφέρομαι. Που χρησιμοποιούσαν σαν δούλους τους λαούς, την ώρα που τους έκλεβαν ό,τι ιερό και όσιο, για τη δική τους δόξα και ευμάρεια. Στις ελίτ που κατέστρεψαν δεκάδες πολιτισμούς σε όλο τον κόσμο για δικό τους όφελος, όπως κάνουν έκτοτε και με τη φύση, που την μολύνουν και την εξαντλούν οδηγώντας τις κοινωνίες όχι μόνο στην πνευματική τους ισοπέδωση, αλλά και στη βιολογική τους εξαφάνιση, όπως έκαναν με τους ιθαγενείς λαούς της Αφρικής και της Αμερικής, όπως κάνουν και σήμερα καταστρέφοντας τα δάση του Αμαζονίου ή τις αρχαιότητες της Μεσοποταμίας. Οι ελίτ είναι οι εγκληματίες που διασφάλισαν την κυριαρχία και την ευημερία τους με καταστροφές, αρπαγές, εξανδραποδισμούς και γενοκτονίες.
Τουρίστες στον τόπο μας
Αν ζούσαμε σε μία πόλη και μία χώρα που τα στοιχεία της πολιτιστικής κληρονομιάς είναι σωστά τοποθετημένα στους δρόμους και τις πλατείες, στα εκπαιδευτικά ιδρύματα και τους χώρους δουλειάς, ενταγμένα μέσα στη ζωή όπως είναι τα δέντρα και τα λουλούδια, όπως είναι τα τραγούδια και τα ηλιοβασιλέματα, τότε κανένας δεν θα χρειαζόταν να οργανώνει εκδρομές για τους Έλληνες προκειμένου να γνωρίσουν σαν επισκέπτες από την Ιαπωνία ή το Βέλγιο την ιστορία τους σε ένα περίφρακτο αρχαιολογικό χώρο ή σε κάποιο μουσείο της Ελλάδας ή του εξωτερικού.
Όπως ήταν τα έργα τέχνης στην Αθήνα του Περικλή και όπως ήταν, πολύ αργότερα, στην Κωνσταντινούπολη μέχρι το 1204 που όλα καταστράφηκαν ή κλέφτηκαν και μεταφέρθηκαν στην Ιταλία από τους σταυροφόρους. Αυτή η απογύμνωση της Πόλης από τα έργα τέχνης που ήταν μέρος του αστικού της περιβάλλοντος, μέσα κι έξω από την Αγία Σοφία, στον Ιππόδρομο και στο λιμάνι, στα δημόσια κτήρια και τις γειτονιές, ξεσηκωμένα κι αυτά από τις ελληνικές πολιτείες αλλά διατηρημένα στην Πόλη επί 800 σχεδόν χρόνια, σήμανε και την αρχή της οριστικής μη αναστρέψιμης εξουθένωσης του Βυζαντίου.
Μας έσπασαν τους σπόνδυλους κι όμως αντέξαμε, αλλά μόλις είδαν ότι πεισματικά αναγεννιόμαστε, εμείς που θεωρούμασταν άγριοι, υποτελείς και καθυστερημένοι, επιδίδονται σε νέα λυσσώδη προσπάθεια να μας ξανασπάσουν όχι μόνο την ιστορική σύνδεση, αλλά και την αυτοπεποίθηση. Και μόνο όταν αποδεικνυόμαστε σκληρά καρύδια, όχι τόσο εύθραυστα στη δεδομένη στιγμή, βάζουν σε ενέργεια κι άλλα όπλα από την πλούσια αποικιοκρατική τους εμπειρία και το μεγάλο τους οπλοστάσιο.
Δεν είναι μονοδιάστατη η αρχαιογνωσία. Δεν έχει μόνο διεθνή απήχηση. Είναι κάτι απείρως σημαντικότερο για μας. Είναι η πιστοποίηση της ταυτότητας μας, της ύπαρξής μας σε σύνδεση με τον ελληνικό πολιτισμό, του οποίου, εντάξει, μετά από δυο χιλιάδες χρόνια καταπίεσης, στρέβλωσης και καταστολής, δεν είμαστε του επιπέδου του, αλλά δεν είμαστε και ανεμοσκορπίσματα και ανεμομαζώματα της Ιστορίας, ούτε περιφερόμενα αδέσποτα των μητροπόλεων, των «μεγάλων», των «προστάτιδων» δυνάμεων.
Γι’ αυτό, κάθε νέα πράξη ή παράλειψη εναντίον των μνημείων μας, των έργων τέχνης μας και του φυσικού μας περιβάλλοντος που ο ρόλος του στη διαμόρφωση του πολιτισμού μας, ενός πολιτισμού παγκόσμιας και διαχρονικής εμβέλειας, είναι καθοριστικός.
Γιατί αν οι Ίωνες και οι Δωριείς εγκαθίσταντο στον Αμαζόνιο, στην έρημο της Σαχάρας ή στις στέπες της Σιβηρίας, οπωσδήποτε θα είχαν έναν άλλο πολιτισμό, διαφορετικό, θα είχαν διαμορφώσει και καλλιεργήσει. Γι’ αυτό και πρέπει να αντιστεκόμαστε στους σύγχρονους βιαστές των στοιχείων του πολιτισμού και της ταυτότητάς μας. Το να ρίχνουν τσιμέντο γύρω από τον Παρθενώνα, να ξηλώνουν τα σπουδαία ευρήματα στη Θεσσαλονίκη ή να ισοπεδώνουν και να τσιμεντάρουν τις βουνοκορφές σε όλη την Ελλάδα, από το Μαίναλο μέχρι τα Άγραφα και όλα τα νησιά, για να στήσουν τις τεράστιες ανεμογεννήτριες προκειμένου να λιανίσουν τα ευρωπαϊκά κονδύλια προς όφελος της τσέπης τους και των ευρωπαίων βιομηχάνων που τις κατασκευάζουν, είναι πολύ μεγάλα εγκλήματα, ανεπανόρθωτα ζημιογόνα, κακουργήματα ιδιαζόντως ειδεχθή που όλοι πρέπει να εντείνουμε τις αντιδράσεις μας για να τα αποτρέψουμε. Οι βέβηλοι και ιερόσυλοι που τα διαπράττουν είναι εχθροί της Ελλάδας και των Ελλήνων, εχθροί και του πολιτισμού που ενώ γεννήθηκε και έλαμψε εδώ, αναγνωρίζεται ως παγκόσμιος.
Και είναι διπλά ένοχοι όταν τους λένε Μενδώνη, Μητσοτάκη ή Γεωργιάδη και όχι Λουδοβίκο, Έλγιν ή Φουρμόν.
Σπέρμα αμφισβήτησης
Ενώ η αρχαιογνωσία και η αρχαιολατρία ήταν σε έξαρση κατά τον 18ο και 19ο αιώνα, η εξουσία δεν είχε τις ευαισθησίες των διανοουμένων που μελετούσαν, ανακάλυπταν και διέδιδαν τα πλούτη και τα κάλλη της αρχαίας Ελλάδας μέσα κι έξω από τις χώρες τους. Η ελίτ των ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών υιοθέτησε και πριμοδότησε την απόκτηση των αρχαιοτήτων γιατί της έδιναν τη δυνατότητα να συνδεθεί έως και να ταυτιστεί με ένα ανώτερο και ωραιότερο πολιτισμό αποκτώντας ένα μεγάλο συγκριτικό πλεονέκτημα σε σχέση με τους λαούς που διαφέντευε και τις ανταγωνιστικές εξουσίες που ήθελε να κατανικήσει. Και για τους άρχοντες ατομικά τα κλοπιμαία ήταν στοιχεία πλούτου και γοήτρου.
Οι Έλληνες που ζούσαν στα μέρη που είχε ανθίσει ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός δεν ενδιέφεραν τους Ευρωπαίους δυνάστες και δεν τους απασχόλησαν μέχρι τη στιγμή που τους εξέπληξαν με τη δυναμική εξέγερσή τους κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ακόμα και τότε, όπως τονίζει κι ο Σιμόπουλος, «οι Ευρωπαϊκές Δυνάμεις τάχθηκαν αναφανδόν στο πλευρό των Οθωμανών καταπολεμώντας με όλα τα μέσα τον Εθνικό Αγώνα των Ελλήνων που εμπνεόταν από αυτά ακριβώς τα ανθρωπιστικά ιδεώδη, αλληλένδετα με τον κλασσικό πολιτισμό και το όραμα της ελευθερίας».
Η ειρωνεία της Ιστορίας είναι ότι η αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό τόσο από τους εμπνευσμένους διανοούμενους όσο και από τις απολυταρχικές εξουσίες, εξελίχθηκε σε ένα καθολικό πνευματικό, αισθητικό και πολιτικό ρεύμα με τεράστια δυναμική το οποίο κοινωνικοποίησε σταδιακά τις ιδέες και εξέθρεψε, ενέπνευσε και ενθάρρυνε τα κινήματα και τις εξεγέρσεις που στρέφονταν εναντίον των ελίτ που πίστευαν ότι η αρχαιογνωσία ήταν μόνο δικό τους προνόμιο.
Όταν έφτιαχναν τα ελληνοπρεπή μέγαρα και διακοσμούσαν παλάτια, επαύλεις, δημόσια κτήρια και κοινόχρηστους χώρους με έργα τέχνης, όταν γέμιζαν τις βιβλιοθήκες με χειρόγραφα των αρχαίων κ.λπ. δεν είχαν υπολογίσει ότι αυτή η φαντασμαγορία, αυτή η αναπαράσταση ενός κόσμου πραγματικού και μυθικού, θα κουβαλούσε μέσα της το σπέρμα της αμφισβήτησης της εξουσίας. Ότι φωτισμένοι άνθρωποι δεν θα αρκεστούν στα επιφαινόμενα, αλλά θα δελεαστούν, θα ενθουσιαστούν, θα επεξεργαστούν και θα αναδείξουν -με προτεινόμενες εφαρμογές στο νεωτερικό κόσμο- την ανθρωπιστική κουλτούρα που πηγαίνει αντάμα με τα αγάλματα και τους κίονες.
Και γι’ αυτό ήταν πολύ μεγάλος ο αιφνιδιασμός των απολυταρχικών εξουσιών, γιατί μόνο τέτοιες υπήρχαν, μοναρχικές, φεουδαρχικές και αριστοκρατικές, από την επίδραση που άσκησε η πνευματική πλευρά της αρχαιότητας που είχε επανέλθει στο προσκήνιο, πάνω στους καταπιεσμένους και παραπεταμένους λαούς των αυτοκρατοριών. Από κει που αντλούσαν το κύρος, την αίγλη, τη γνώση, την αισθητική και την υπεροχή τους έναντι όλων των άλλων οι εξουσιαστικές ελίτ της Ευρώπης, από εκεί αντλούσαν -με διαφορετική όμως επικέντρωση και προσανατολισμό- και οι δυνάμεις που επιζητούσαν την ανατροπή της καθεστηκυίας τάξης και την μεγάλη αλλαγή. Είτε επρόκειτο για τους πρωτεργάτες της Γαλλικής Επανάστασης είτε για τους πρωτεργάτες της Επανάστασης των Ελλήνων το 1821.
Απερίγραπτη λεηλασία
Αδιαφορώντας εντελώς για τους Έλληνες, πολλοί τους θεωρούσαν ως μη υπαρκτούς και τους αντιμετώπιζαν ως μία σπουδαία αρχαία φυλή που είχε αφήσει μια ανεκτίμητη κληρονομιά, αλλά στο διάβα του χρόνου είχε εκφυλιστεί και χαθεί ή μπορεί διάσπαρτα να επιβίωνε οριακά μέσα από προσμίξεις και μεταλλάξεις.
Έτσι, ιδιαίτερα από τον 18ο αιώνα, εξαπολύθηκε μια εκστρατεία για τον εντοπισμό και την υφαρπαγή των μικρών ή μεγάλων υπολειμμάτων της ελληνικής αρχαιότητας για να υποστηριχθεί, να πλαισιωθεί και να εμπλουτιστεί η ελληνοπρέπεια που ήταν εργαλείο για τη διασύνδεση της Ευρώπης με έναν αξεπέραστο πολιτισμό, για να αποκτήσει βαθιές ρίζες στην Ιστορία και ένα κοινό παρονομαστή, αλλά και για να κάνει ένα άλμα αξιοποιώντας τη συσσωρευμένη γνώση των αρχαίων Ελλήνων που ακόμα και μετά την πάροδο δύο χιλιάδων χρόνων δεν είχε ξεπεραστεί στους τομείς της φιλοσοφίας, των γραμμάτων, των τεχνών, της επιστήμης και, εξίσου βασικό, της πολιτικής.
Αυτή η εκστρατεία έχασε πολύ γρήγορα κάθε ευγενές και ηθικό έρεισμα και εξελίχτηκε σε καθαρή λεηλασία, η οποία επιβαρυνόταν από τον οξύτατο ανταγωνισμό, τον πολεμικό ανταγωνισμό, μεταξύ των ευρωπαϊκών δυνάμεων. Ουσιαστικά οι ελληνικές αρχαιότητες αντιμετωπίστηκαν ως λάφυρα, κηρυγμένων και ακήρυχτων πολέμων.
Γι’ αυτό, οι επιφορτισμένοι από τους αυτοκράτορες, τους βασιλιάδες και τους πλούσιους άρχοντες, με το καθήκον να αποκτήσουν πάση θυσία όσα περισσότερα και όσα σημαντικότερα στοιχεία του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού μπορούσαν, σε περίπτωση που υπήρχε κίνδυνος να υφαρπάξουν τη λεία οι ανταγωνιστές τους που επίσης τα διεκδικούσαν, είχαν και την εντολή να τα καταστρέφουν επί τόπου!
Ασύλληπτοι βάνδαλοι
Τα ανατριχιαστικά εγκλήματα εκ προμελέτης του αββά Φουρμόν είναι μερικά από τα αμέτρητα που στοιχειοθετούν τη βαρβαρότητα που επιδείξανε οι πολιτισμένοι Ευρωπαίοι φορώντας τη μάσκα του αρχαιολάτρη σε βάρος των ελληνικών αρχαιοτήτων και του ελληνικού πολιτισμού, αλλά ξεχωρίζουν για την ωμότητα, σαφήνεια και αποτελεσματικότητά τους. Ο αββάς, αξιωματούχος με ακαδημαϊκούς τίτλους, βασιλικός βιβλιοθηκάριος στη Γαλλία του Λουδοβίκου ΙΕ΄, σε επίσημη αποστολή, εξουσιοδοτημένος να ενεργεί για λογαριασμό της ηγεσίας του γαλλικού κράτους, αποτυπώνει εγγράφως και εκθειάζει με λεπτομέρειες τα κατορθώματα του χωρίς οποιουδήποτε είδους ενοχές και αναστολές: να αρπάζει και ταυτόχρονα να καταστρέφει ό,τι δεν μπορεί να μεταφέρει!
Αντιγράφω από τον Σιμόπουλο που ξεσκεπάζει τον Φουρμόν μέσα από τις γραπτές αναφορές του:
«Επί έξι εβδομάδες οργώνω την Αθήνα. Ψάχνω σε σπίτια, σε σταύλους, σε μαγαζιά, ακόμα και στους απόπατους. Κατεβαίνω σε πηγάδια για ν’ ανακαλύψω ενεπίγραφα μάρμαρα. Βαδίζουμε στους αθηναϊκούς δρόμους με μια παράξενη κουστωδία. Μπροστά ο δραγουμάνος για να δείχνει τη συνοικία, το δρόμο και το σπίτι που θα ερευνήσουμε. Τον ακολουθούμε με κασμάδες, λοστούς και φτυάρια για να ξεθάψουμε τα μάρμαρα. Άλλοι κουβαλούν σκάλες και σκοινιά για να σκαρφαλώσουμε στα τείχη, να κατεβούμε σε υπόγεια, να αναρριχηθούμε στις στέγες ναών και καμπαναριών».
Τέτοια προμελετημένη βαρβαρότητα δεν είχε ξαναγίνει από την εποχή των Βησιγότθων. Αλλά ο Fourmont είναι περήφανος για τις κακουργίες του. Γράφει το 1730 στον αυθέντη του από τη Σπάρτη: «Τα ισοπέδωσα, τα ξεθεμέλιωσα όλα. Από τη μεγάλη αυτή πολιτεία δεν απόμεινε λίθος επί λίθου. Εδώ και ένα μήνα συνεργεία από 30, 40 και 60 εργάτες γκρεμίζουν, καταστρέφουν, εξολοθρεύουν την αρχαία Σπάρτη. Ο βρόντος από την κατεδάφιση των τειχών, από το κατρακύλισμά τους ως τις όχθες του Ευρώτα, ακούγεται όχι μόνο στη Λακωνία αλλά και σ’ ολόκληρο τον Μωριά… Έψαξα να ανακαλύψω τις αρχαίες πόλεις αυτής της χώρας και κατέστρεψα μερικές. Την Ερμιόνη, την Τίρυνθα, την Τροιζηνία, τη μισή Ακρόπολη του Άργους, τη Φλιούντα, τη Φενεό… Εδώ και έξι βδομάδες είμαι απασχολημένος με τον ολοκληρωτικό όλεθρο της Σπάρτης. Γκρεμίζοντας τα τείχη και τους ναούς της θα κάνω αγνώριστο αυτό τον τόπο… Η Σπάρτη είναι η πέμπτη πόλη της Πελοποννήσου που ξεθεμελιώθηκε… Τώρα καταστρέφω τον ναό του Απόλλωνος στις Αμύκλες. Βρίσκω κάθε τόσο θαυμαστά πράγματα. Δεν μετανιώνω. Θα εξαφανίσω κι’ άλλους ναούς αν μ’ αφήσουν… Στην Τροιζήνα ισοπέδωσα και τα τελευταία λείψανα των αρχαίων τειχών και ναών».
Οι Έλληνες είχαν αρχικά ενθουσιασθεί από τον αρχαιολογικό ζήλο του Fourmont επειδή οι ανασκαφές αποκάλυπταν τα προγονικά μνημεία. Εξαγριώθηκαν όμως όταν διαπίστωσαν τους βανδαλισμούς του Γάλλου αρχαιοδιώκτη. Γράφει το 1730 στους προϊσταμένους του: «Οι Έλληνες, που είναι ισχυροί εδώ, ενώ στην αρχή έβλεπαν με ευχαρίστηση τα μάρμαρα που έρχονταν στο φως κατά χιλιάδες μόλις είδαν πως τα έθαβα πιο βαθιά απαγορεύοντάς τους να αποτυπώσουν τις επιγραφές, ξαναβρήκαν τον φριχτό χαρακτήρα τους και την ελεεινή τους καχυποψία και έδειξαν ανήκουστο φθόνο. Δεν τους φοβάμαι όμως γιατί έχω τους Τούρκους με το μέρος μου… Οι Αμύκλες είναι πολύ κοντά. Έστειλα εργάτες και γκρέμισαν τα λείψανα του περίφημου ναού του Απόλλωνος. Φαντασθείτε τη χαρά μου. Αλλά θα ήταν μεγαλύτερη αν είχα λίγη άνεση χρόνου. Υπάρχουν ακόμα η Στύμφαλος, το Παλλάδιον, η Τεγέα και κυρίως η Νεμέα και η Ολυμπία. Θα άξιζε να τις αναποδογυρίσω, να τις ξεθεμελιώσω. Έχω τη δύναμη να το κάνω. Εγώ δεν είμαι από κείνους που τρέχουν από πόλη σε πόλη μόνο για να δουν. Θέλω να παίρνω. Είναι βέβαια εξαντλητική δουλειά. Έχω όμως χρέος στον βασιλιά μου και στους προστάτες μου. Θα ήμουν ανάξιος να φέρω τον τίτλο του βασιλικού καθηγητή, του μέλους της Ακαδημίας Επιγραφών και Καλών Τεχνών και βιβλιοθηκάριου του βασιλιά αν έκανα αλλιώς».
Νοιώθει αγαλλίαση για τις βαρβαρότητές του. Γράφει στον Ιταλό μισιονάριο Delarocca που υπηρετούσε στη γαλλική πρεσβεία της Πόλης: «Δεν άφησα λίθον επί λίθου. Πρέπει να σας εξομολογηθώ ότι ζω σε παραλήρημα χαράς γιατί κατόρθωσα να εξολοθρεύσω τις ξακουστές αυτές πόλεις, ακριβώς όπως γίνεται στον πόλεμο. Το έκαμα για τη Γαλλία, για την Αυτού Εξοχότητα (τον πρέσβυ). Αυτό αποτελεί για μένα μια νέα δόξα».
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι βανδαλισμοί του Fourmont ήταν προγραμματισμένοι και πρέπει να ενταχθούν στο πλαίσιο του άγριου ανταγωνισμού των δύο ιμπεριαλιστικών Δυνάμεων της εποχής, της Γαλλίας και της Αγγλίας. Αποκαλυπτική η επιστολή του Fourmont στον καρδινάλιο Fleury: «Το βλέμμα μου έπεσε πάνω στα αρχαία κτίσματα της Σπάρτης που, κατά τη γνώμη μου έκρυβαν μόνο θησαυρούς για τα Γράμματα και τις Τέχνες. Κίονες, ανάβαθρα, μετόπες, ενεπίγραφες στήλες. Ν’ αφήσω όλα αυτά σε άλλους –γιατί δεν είμαι εδώ ό μόνος ερευνητής– θα ήταν έλλειψη καλού γούστου, θα ήταν αδιαφορία για την τιμή του έθνους μου. Θα σήμαινε πως είμαι ανάξιος να αντιληφθώ τις προθέσεις του βασιλιά μου και να εκτελέσω τις διαταγές του».
Ο ανταγωνισμός των δύο Δυνάμεων στις επιχειρήσεις αρπαγής των ελληνικών αρχαιοτήτων είχε αρχίσει από τον ΙΣΤ’ αιώνα. Και η αντιζηλία καθώς και οι αναμετρήσεις κατά τη διάρκεια των λαφυραγωγικών επιδρομών έφθαναν συχνά σε παροξυσμό. Δεν δίσταζαν έτσι μπροστά σε καμμιά επαίσχυντη πράξη, σε καμμιά βαρβαρότητα στην προσπάθεια να υπερφαλαγγίσουν τους ανταγωνιστές. Καλύτερα να καταστραφούν ολότελα οι πολιτιστικοί θησαυροί της ελληνικής γης παρά να περιέλθουν στον αντίπαλο. Αυτή η αγγλογαλλική σύγκρουση γύρω από τις ελληνικές αρχαιότητες οδήγησε, 70 χρόνια αργότερα, στους βανδαλισμούς του Έλγιν.
Ο Fourmont εκτελούσε εντολές της γαλλικής Αυλής. Στις αναφορές του μιλάει για βασιλική διαταγή, για την τιμή της Γαλλίας, για άλλους αρχαιολόγους που καραδοκούν. Σε μια επιστολή προς τον κόμη Maurepas καυχιέται ότι κατέστρεψε επιγραφές για να μη τις αντιγράψει κάποιος μελλοντικός περιηγητής…
Μερος Β΄
Αναμφίβολα η μεγάλη και καθοριστική επιρροή του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού στη διαμόρφωση των ιδεών, των γραμμάτων, των τεχνών και των πολιτευμάτων στη Δύση, είχε και μία τεράστια επίδραση, επίσης καθοριστική, στην αναγέννηση και διαμόρφωση της εθνικής συνείδησης που οδήγησε στη σύλληψη, την προετοιμασία και την πραγματοποίηση της Επανάστασης του 1821. Όμως, αυτή η «παρενέργεια» δεν ήταν ούτε μέσα στις προθέσεις των φωτισμένων από την αρχαία Ελλάδα δυτικών κέντρων εξουσίας ούτε συνεπαγόταν την υποστήριξη της Επανάστασης. Το αντίθετο συνέβη. Γιατί, όπως με πολύ μεγάλη σαφήνεια και κατηγορηματικότητα το διατυπώνει ο Κυριάκος Σιμόπουλος, οι Δυτικοί εξουσιαστές, βασιλιάδες, πολιτικοί ηγέτες και πλούσιοι, που θαύμαζαν τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, δεν είχαν σε καμία εκτίμηση τον ελληνικό λαό και θεωρούσαν τον σύγχρονο Έλληνα άγριο ή έστω ημιάγριο, ανάξιο για να είναι ο κληρονόμος του πολιτισμού των προγόνων του και κατώτερο για να είναι ελεύθερος και αυτεξούσιος.
Κι αυτός ο θαυμασμός των δυτικών ελίτ για την αρχαία Ελλάδα συνδυαζόταν θαυμάσια με την επιδίωξή τους να ελέγξουν αυτό το υπό κατασκευή ελληνικό κράτος και να χειραγωγήσουν τους απείθαρχους και θρασείς απέναντι στις μεγάλες δυνάμεις κατοίκους της νοτιοβαλκανικής χερσονήσου. Δυνάμεις που μόνο αυτές είχαν το δικαίωμα, εκ θεού συνήθως, να επιδίδονται σε μια αέναη μεταξύ τους σύγκρουση για το μοίρασμα και ξαναμοίρασμα της Ευρώπης, των Βαλκανίων, της Μεσογείου, της Ανατολής, του κόσμου ολόκληρου. Γι’ αυτό οι εκπρόσωποί τους ήταν ειδικώς εντεταλμένοι από τις μητροπόλεις σε πρώτη φάση να αποτρέψουν την επανάσταση και να διασφαλίσουν τα συμφέροντα και τη γεωγραφική παρουσία των εντολέων τους στην περιοχή και σε δεύτερη φάση, αν το ξέσπασμα της επανάστασης ήταν αναπότρεπτο, να ελέγξουν την εξέλιξή της ώστε να εξυπηρετηθούν με τον καλύτερο τρόπο οι επιδιώξεις τους.
Με αυτό το ρεαλιστικό σκεπτικό κατά νου πρέπει να δει και να αξιολογήσει κανείς όλες τις παραμέτρους και συνιστώσες. Για παράδειγμα, χωρίς αυτό το διαγνωστικό φίλτρο δεν είναι εύκολο να εκτιμήσει κανείς το ρόλο των καταγεγραμμένων ως Φιλελλήνων. Σε ποιο βαθμό ήταν ο καθένας απ’ αυτούς ανιδιοτελής και σε ποιο βαθμό ήταν εκτελεστής πολιτικών που μόνο ευκαιριακή σχέση μπορούσαν να έχουν με τον φιλεπεναστατικό φιλελληνισμό.
Ή, εξίσου σημαντικό, να μπορέσει κανείς να αντιληφθεί ότι σε πολύ μεγάλο βαθμό, σε επίπεδο κεντρικής ιδεολογίας και πολιτικής, ο θαυμασμός για τους αρχαίους Έλληνες, ενώ απέβη ωφέλιμος για τους Έλληνες που τον αξιοποίησαν, χρησιμοποιήθηκε από τις μητροπόλεις εναντίον των Ελλήνων και όχι μόνο με την καταφανώς άδικη και παραπλανητική σύγκριση των αρχαίων Ελλήνων με τους σύγχρονους. Και μάλιστα από τις ευρωπαϊκές εξουσίες που οι ίδιες ήταν διαμετρικά αντίθετες με το πνεύμα και τις αξίες των αρχαίων φιλοσόφων, καλλιτεχνών και αξιωματούχων.
Μία απ’ αυτές τις «εφαρμογές» εναντίον των Ελλήνων ήταν η «διαχείριση» των ελληνικών αρχαιοτήτων που ξεκινάει πολύ πριν ξεσπάσει η επανάσταση. Όχι για κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις, αλλά για ένα όργιο δραστηριοτήτων που στην κυριολεξία απογύμνωσαν τον ευρύτερο ελληνικό χώρο από ένα ασύλληπτο σε αξία, σημασία και μέγεθος θησαυρό, που αποτελεί συστατικό στοιχείο ανεκτίμητο και χωρίς αναπλήρωση για την ιστορία, τον πολιτισμό, την ταυτότητα και την ίδια την ύπαρξη των κατοίκων αυτού του τόπου.
Αφελληνισμός
Οι Δυτικοί είχαν αρχίσει να μας αποψιλώνουν πολύ πριν πάρουμε τα όπλα για να απαλλαγούμε από την οθωμανική εξουσία. Είχαν οργανώσει συστηματικά τον αφελληνισμό της γης με την αφαίρεση και την αποκοπή των ντόπιων από τα στοιχεία που η ύπαρξή τους ήταν πολύτιμη για τη σύνδεση των σημερινών με τους παλαιότερους, για την εύρεση της αφετηρίας του πολιτισμού των γηγενών και τη μεταφορά της ενέργειάς τους από το παρελθόν στο παρόν.
Όσο κι αν απείχε χρονικά η αρχαία Ελλάδα, μόνο αυτή μπορούσε να είναι η ρίζα, η βάση και η πηγή της ταυτότητάς μας. Όχι μόνο γιατί πρόκειται για έναν από τους αρχαιότερους και σημαντικότερους πολιτισμούς που στον αιώνα τον άπαντα θα απασχολεί τους ανθρώπους όπου γης και θα εμπνέει τους λαούς, αλλά και γιατί ο ενδιάμεσος πολιτισμός που κυριάρχησε στην περιοχή μας, ο ανατολικορωμαϊκός χριστιανικός ή βυζαντινός, όσο κι αν έκανε χρήση της ελληνικής γλώσσας, δεν είχε επαρκή στοιχεία με τα οποία θα μπορούσε μια κοινότητα ανθρώπων να συγκροτήσει έναν εθνικό πολιτισμό.
Η κεντρική θέση της απολυταρχίας και της θρησκείας στο Βυζάντιο ήταν χαρακτηριστικά ενός κοσμοσυστήματος ξεπερασμένου το οποίο, με πάρα πολύ παρατεταμένη παρακμή, είχε φθαρεί και λιώσει. Στην νέα εποχή της Αναγέννησης, της Γαλλικής Επανάστασης, των ιδεών του Διαφωτισμού και της ανερχόμενης αστικής τάξης, το Βυζάντιο δεν μπορούσε να αποτελέσει ούτε πηγή νεωτερισμού ούτε βιώσιμο σύστημα.(λανθάνουσα άποψη του συγγραφέα )
Ούτε η γλώσσα μόνη της, ούτε ο χριστιανισμός που δεν αφορούσε μόνο τους Έλληνες αλλά πολλές εθνότητες στα Βαλκάνια και τη Μαύρη Θάλασσα, επαρκούσαν για τη διαμόρφωση μιας σύγχρονης εθνικής συνείδησης που ήταν -με βάση το επίπεδο πολιτισμού της εποχής- ανάγκη και προϋπόθεση για την υλοποίηση ενός σύγχρονου κράτους με τις προδιαγραφές της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της επιστήμης, του εμπορίου και του κοσμοπολιτισμού.
Έτσι, η μαζική και λυσσώδης λεηλασία των αρχαιοτήτων από τους ξένους, συχνά με τη συνδρομή εντοπίων Οθωμανών, Ελλήνων και άλλων γηγενών, έπληττε στον πυρήνα της την απαραίτητη αυτογνωσία και υπονόμευε την προσπάθεια για την αναγέννηση και διαμόρφωση της εθνικής συνείδησης με όρους σύγχρονους.
Αρχαιολατρία και καταφρόνια
Στο βιβλίο του «Η λεηλασία και καταστροφή των ελληνικών αρχαιοτήτων» (εκδ. Πιρόγα), ο Κυριάκος Σιμόπουλος μιλάει, με ατράνταχτα επιχειρήματα βασισμένα σε πολύ πλούσιο υλικό που δεν επιδέχεται καμία αμφισβήτηση, για την «τραγικότερη πολιτιστική γενοκτονία της παγκόσμιας ιστορίας». Ξεκινάει, βέβαια, από πολύ νωρίς.
Οι Ρωμαίοι κατακτητές σάρωσαν στην κυριολεξία τις ελληνικές πόλεις. Όσα δεν κατέστρεφαν επί τόπου, τα μετέφεραν στη Ρώμη. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ήρθαν οι χριστιανοί, υπό τη στέγη των θρησκευτικά μεταλλαχθέντων Ρωμαίων, οι οποίοι ήταν ακόμα χειρότεροι, γιατί, σε αντίθεση με τους ειδωλολάτρες Ρωμαίους που ήθελαν έργα τέχνης για να επιδεικνύουν την ισχύ τους και να διακοσμούν τις πόλεις και τις επαύλεις τους, οι χριστιανοί θεωρούσαν τα έργα τέχνης και γραμμάτων κατασκευάσματα του διαβόλου και τα κατέστρεφαν όλα και ολοσχερώς. Πάνω από χίλια χρόνια έκανε η δυτική ανθρωπότητα για να αρχίσει να συνέρχεται απ’ τις συνέπειες αυτής της λαίλαπας. Ακολούθησαν οι Φράγκοι κατακτητές και οι Οθωμανοί. Κι άλλα αγάλματα μεταφέρθηκαν στη Βενετία και τη Γένοβα κι άλλοι κίονες έγιναν ασβέστης. Κι όλα αυτά, πολλές φορές, στο όνομα της αρχαιολατρίας.
Στην εποχή της Επανάστασης του ‘21, αυτοί που μέμφονταν και περιγελούσαν τους σύγχρονους Έλληνες ότι δεν έχουν σχέση με τους αρχαίους Έλληνες, ήταν οι ίδιοι και οι πρόγονοί τους που μέσα στους αιώνες έκαναν τα αδύνατα δυνατά για να αποκόψουν τους Έλληνες από τις ρίζες τους και να τους αφελληνίσουν. Οι Ιταλοί, οι Γάλλοι, οι Άγγλοι, οι Γερμανοί, οι Φράγκοι που λέει ο λαός εννοώντας γενικώς τους Δυτικοευρωπαίους, ανεξάρτητα από τη σημαία που ακολουθούσαν σε κάθε εποχή, δεν σταμάτησαν να καταστρέφουν και να αρπάζουν οτιδήποτε ήταν δημιούργημα των Ελλήνων, στερώντας τους Έλληνες από τα εργαλεία της γνώσης τους και τα σύμβολα της ταυτότητάς τους.
Χωρίς υπερβολή είναι εκατοντάδες χιλιάδες τα αντικείμενα (ναοί, αγάλματα, επιγραφές, βιβλία, κοσμήματα, αμφορείς, μωσαϊκά, όπλα, μνημεία, εργαλεία, μουσικά και επιστημονικά όργανα, ακόμα και τα λείψανα των αρχαίων Ελλήνων) που εξαφανίστηκαν από το φυσικό τους χώρο και το πολιτισμικό περιβάλλον που τα γέννησε και τα έθρεψε, είτε επειδή τα θρυμμάτισαν και τα έκαψαν ηθελημένα είτε επειδή τα έκλεψαν για να τα οικειοποιηθούν ή να τα πουλήσουν.
Κι αυτό συνεχιζόταν με νέα ένταση στα χρόνια που αναπτυσσόταν ο Ουμανισμός, ο Διαφωτισμός και ο Ρομαντισμός, σημαντικότατα ρεύματα ενός εξελισσόμενου πολιτισμού που αντλούσε κινητήρια ύλη από την αρχαία Ελλάδα. Η έξοδος, όμως, των μητροπόλεων της Ευρώπης από το σκοτάδι του Μεσαίωνα, από τη δεισιδαιμονία του χριστιανισμού, το δουλεμπόριο και τη δουλοπαροικία της αποικιοκρατίας, τη φεουδαρχία και τον απολυταρχισμό, με θεμέλια και ενέργεια από τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, δεν συμπεριλάμβανε και τους σύγχρονους Έλληνες. Περιλάμβανε τα έργα τέχνης και γραμμάτων που υπήρχαν στην επικράτεια που κατοικούσαν οι Έλληνες, αλλά όχι και τους Έλληνες.
Με δεδομένο ότι οι γεωπολιτικές σκοπιμότητες που καθόριζαν τη στάση των μεγάλων δυνάμεων προέκριναν τη διατήρηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι Έλληνες δεν λογαριάζονταν και δεν δικαιούνταν τίποτα. Κι όταν σήκωσαν κεφάλι, οι μεγάλες δυνάμεις συνέβαλαν όσο μπορούσαν, ενώ τρώγονταν μεταξύ τους, στην αποτυχία του εγχειρήματός των εξεγερμένων. Ευλογούσαν τους αρχαίους Έλληνες ως ευεργέτες τους και αντιμάχονταν τους σύγχρονους Έλληνες που διεκδικούσαν την αποκατάσταση της αυθύπαρκτης ύπαρξής τους και την ανάκτηση της κλεμμένης πολιτισμικής τους ταυτότητας.
Μουσεία κλεπταποδόχοι
Ο Κυριάκος Σιμόπουλος παρουσιάζει έναν ονομαστικό κατάλογο με 751 ζωγράφους, αγγειογράφους, γλύπτες, χαράκτες, αρχιτέκτονες, τορευτές και μωσαϊκούς, της αρχαίας Ελλάδας! Προφανώς πολύ μεγάλος αριθμός αν και δεν συμπεριλαμβάνονται όλοι κρίνοντας από τον αριθμό των έργων που γνωρίζουμε σίγουρα ότι αρπάχτηκαν ή καταστράφηκαν και από τον αριθμό των έργων που υπάρχουν σε μουσεία και ιδιωτικές συλλογές σε όλο τον κόσμο και τα οποία ανέρχονται σε εκατοντάδες χιλιάδες! Και μόνο να σκεφτεί κανείς ότι η συλλογή της οικογένειας Μητσοτάκη, που τα μέλη της δεν είναι ούτε αρχαιολόγοι ούτε μεγιστάνες, αποτελείται από 1.062 αντικείμενα (!), μπορεί να καταλάβει το μέγεθος της συστηματικής πολλών αιώνων διεθνούς «αξιοποίησης» των ελληνικών αρχαιοτήτων. Διαρπαγή, που σε ένα μεγάλο βαθμό πραγματοποιήθηκε από τον 18ο αιώνα και μετά. Δηλαδή, εντείνεται ακριβώς από την εποχή που εκδηλώνεται και απλώνεται το ρεύμα της εθνικής συνειδητοποίησης των Ελλήνων, κορυφώνεται στην προεπαναστατική περίοδο και «νομιμοποιείται» κατά την εποχή της βαυαροκρατίας και αγγλοκρατίας σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, χωρίς ποτέ να σταματάει.
Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι σ’ αυτή την εποχή ιδρύονται δεκάδες Μουσεία στη Δύση, με πολλές χιλιάδες ελληνικά εκθέματα, όλα προϊόντα αρχαιοκαπηλίας. Μέχρι το 1939, μέσα σε μερικές δεκαετίες, όπως επισημαίνει ο Σιμόπουλος, οι ΗΠΑ απέκτησαν, εκτός από το Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης στη Νέα Υόρκη (1872), άλλα 2.500 ιδιωτικά μουσεία γεμάτα με ελληνικές αρχαιότητες. Στα βήματα, βεβαίως, της Ευρώπης, με ναυαρχίδες το Βρετανικό Μουσείο που ιδρύθηκε το 1753 και το Λούβρο (1793), αλλά και την Κρατική Αρχαιολογική Συλλογή (1848) με ελληνικές αρχαιότητες σχεδόν αποκλειστικά και τη Γλυπτοθήκη (1830) του Μονάχου με ελληνικά γλυπτά στις 12 από τις 13 αίθουσές της, των οποίων οι συλλογές πρωτοδημιουργήθηκαν από τον βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκο Α΄, δηλαδή τον πατέρα του Όθωνα!
Στην πρώτη επίσκεψή μου στο Μουσείο της Περγάμου στο Βερολίνο (1930) αυτό που είχε χωρέσει ολόκληρο μέσα σε μία τεραστίων διαστάσεων αίθουσα δεν χωρούσε μέσα στο μυαλό μου. Οι αθεόφοβοι είχαν ξηλώσει και τεμαχίσει έναν ακέραιο βωμό-ναό, διαστάσεων 36,44Χ34,20 μ., της ελληνιστικής περιόδου, για να τον μεταφέρουν στη Γερμανία όπου τον συναρμολόγησαν άψογα. Η ζωφόρος του, που συναγωνίζεται εκείνη του Παρθενώνα που τεμάχισαν και έκλεψαν οι Άγγλοι, έχει μήκος 120 μέτρα και ύψος 2,30 μ., αποτελείται από 160 ανάγλυφες πλάκες με περισσότερες από 100 μορφές, μεταξύ των οποίων ο Δίας, η Αθηνά, ο Ηρακλής και ο Απόλλωνας φιλοτεχνημένοι από 16 γλύπτες, απεικονίζοντας ανάγλυφα τη μάχη Θεών και Γιγάντων! Κι αυτή η «αφαίρεση» έγινε στους νεότερους χρόνους, μεταξύ 1878 και 1886! Και δεν είναι η μόνη. «Με πολιτικές πιέσεις, εκβιασμούς και μυστικές συναλλαγές, οι Γερμανοί διενεργούν, ύστερα από διακρατικές συμφωνίες, ανασκαφικές έρευνες στην Ολυμπία, στη Σάμο, στην Πέργαμο, στη Μαγνησία, στην Πριήνη, στη Μίλητο, στα Δίδυμα. Πληθώρα ευρημάτων μεταφέρονται στα μουσεία του Βερολίνου χάρη στην ενδοτικότητα και τις σκοτεινές συναλλαγές με τουρκικές και ελληνικές κυβερνήσεις.» (Κ. Σιμόπουλος «Η λεηλασία…»)!
Προς δόξαν του γερμανικού έθνους που όχι μόνο ξέρει να αξιολογεί τα έργα, αλλά έχει και τη θέληση και την ισχύ να τα οικειοποιείται. Μία από τις αμέτρητες αρπαγές ελληνικών αρχαιοτήτων απ’ όπου κι αν ευρίσκονταν, στην Ελλάδα, τη Βόρεια Αφρική, τη Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή, την Κύπρο, τη Μικρά Ασία, τα Βαλκάνια ή τη Μαύρη Θάλασσα, που συνεχίστηκαν από όλες τις μεγάλες δυνάμεις μέσα στον 20ο αιώνα, με νέα κορύφωση στα χρόνια της γερμανικής Κατοχής.
Εντόπιοι συνεργοί
Βέβαια, υπήρχαν και Έλληνες που συνέργησαν σ’ αυτά τα εγκλήματα, από ιδιοτέλεια, πολιτική σκοπιμότητα και ξενοδουλεία ή από άγνοια, λειψή εθνική συνείδηση και λανθασμένες εκτιμήσεις. Από τη συμμετοχή τους στις ραδιουργίες των ξένων δυνάμεων σε βάρος της ανεξαρτησίας και της δημοκρατίας ως την καταστροφή, πώληση και δωρεά στους αρχαιοκάπηλους σπουδαίων έργων τέχνης, αλλά και από τη χρήση μελών των αρχαιοτήτων για το χτίσιμο εκκλησιών, σπιτιών και αποθηκών μέχρι την ανοικοδόμηση ολόκληρων πόλεων, όπως η Αθήνα, η Θήβα, το Άργος κ.ά., πάνω σε αρχαιολογικούς χώρους μέγιστης αξίας και σημασίας. Κι αυτό συμβαίνει διαχρονικά στην Ελλάδα. Από τις μεγάλες προδοσίες μέχρι τα επιμέρους σημαντικά ζητήματα. Μάλιστα, στις μέρες μας, έχουμε έξαρση τέτοιων φαινομένων.
Από τα πιο κραυγαλέα είναι:
– η κάτω από μεγάλη επιμονή των κυβερνώντων και των διαπλεκόμενων εργολάβων-επενδυτών υποβάθμιση της αρχαιολογικής σημασίας του πρώην αεροδρομίου του Ελληνικού και η ανέγερση ουρανοξυστών στην παραλία που θα μεταφέρουν το κέντρο βάρους της Αττικής από την Ακρόπολη και τον Παρθενώνα στο πολυώροφο καζίνο αλλάζοντας πολιτισμικά το ιστορικό στίγμα, το σήμα κατατεθέν της Αθήνας,
– το ξήλωμα του σπανιότατου αρχαιολογικού ευρήματος στη Θεσσαλονίκη, μοναδικής αρτιότητας και μεγέθους, προκειμένου να μην αλλάξει ο σχεδιασμός ενός σταθμού του υπό κατασκευή μετρό, και
– η εκτεταμένη κάλυψη με τσιμέντο γυμνών επιφανειών του βράχου της Ακρόπολης μέχρι τον φυσικό περίγυρο του Παρθενώνα με στόχο την για εισπρακτικούς λόγους αύξηση των τουριστικών επισκέψεων στο παγκόσμιο μνημείο του πολιτισμού.
Ενώ και άλλες τέτοιες βέβηλες βαρβαρότητες μαγειρεύονται και εξαγγέλλονται ανερυθρίαστα όπως η αλλαγή χρήσης του Μετσόβιου Πολυτεχνείου που δεν ανήκει στις αρχαιότητες, αλλά είναι ένα από τα πιο εμβληματικά αρχιτεκτονικά και εκπαιδευτικά συγκροτήματα της Ελλάδας.
Ίλιγγος
Μπορεί, λοιπόν, κανείς, αναλογιζόμενος το μέγεθος της λεηλασίας, να φανταστεί με τι τεράστιους μηχανισμούς, με πόση υποστήριξη από το στρατό, τις διπλωματικές υπηρεσίες των κρατών και τη συνδρομή εντόπιων συνεργών, με πόση βία, τρομοκρατία, απαγωγές, δωροδοκίες, ρουσφέτια και εκβιασμούς, επιτεύχθηκε αυτή η τρομακτική μεταφορά θησαυρών, όταν μόνο το Βρετανικό Μουσείο έχει περισσότερα από 80.000 ελληνικά αρχαιολογικά αντικείμενα στις αίθουσες και τις αποθήκες του και το Λούβρο εκθέτει ένα μικρό μόνο μέρος από τα «δικά του» ελληνικά αντικείμενα σε 25 αίθουσες και χώρους του μουσείου.
Αν σ’ αυτά που κατέχουν τα μουσεία προσθέσει κανείς και τα αντικείμενα που καταστράφηκαν εκούσια και ακούσια επί τόπου ή κατά τη μεταφορά τους με πρωτόγονα μέσα επί ξηράς και με όχι ασφαλή πλοία που κάποια απ’ αυτά, κατάφορτα, κατέληξαν στο βυθό της θάλασσας, τότε πραγματικά οι αριθμοί είναι ιλιγγιώδεις
Στη μνήμη του Κυριάκου Σιμόπουλου (1921-2001)
Στέλιος Ελληνιάδης
ΦΩΤΟΓΡ, αρχείο ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝ
~~~~~~~~~~{*}~~~~~~~~~~
ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΣΟ Κυριάκος Σιμόπουλος (1921-2001) ήταν δημοσιογράφος και ιστοριοδίφης. Γεννήθηκε στις 31 Δεκεμβρίου του 1921 στο Καστανοχώρι Μεγαλόπολης (Κραμποβό). Σπούδασε στη Νομική Αθηνών. Στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής συμμετείχε ενεργά στην Εθνική Αντίσταση και έγραφε με το ψευδώνυμο "Αχιλλέας" στον παράνομο Τύπο της Εθνικής Αντίστασης από το όρος Ελικώνα. Το 1947, και ενώ υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία, εξορίστηκε στη Μακρόνησο όπου έμεινε μέχρι το 1950. Μετά την απελευθέρωση ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία για 35 χρόνια συνεργαζόμενος με πολλές εφημερίδες όπως τη "Δημοκρατική Αλλαγή", "Βήμα" (επί εννέα χρόνια σαν διευθυντής σύνταξης), "Ανεξάρτητος Τύπος", "Σημερινά" και τέλος "Βραδυνή" απ' όπου συνταξιοδοτήθηκε το 1985. Στα άρθρα του υπέγραφε με το μυθικό ψευδώνυμο Ανταίος. Από το 1961 επιμελούνταν, στο ραδιόφωνο του Ε.Ι.Ρ, την εκπομπή Ο κόσμος του βιβλίου, μέχρι το 1967. Πέθανε στις 12 Οκτωβρίου του 2001 στην Αθήνα.
full-width
