Όψεις του ιδιωτικού και του δημόσιου βίου στον αρχαίο ελληνικό κόσμο.Β



Εικόνες Κεφαλαίου 2

2.1Λατρευτική ζωή

Εικόνα 2.1 Μελανόμορφος αμφορέας τύπου Β του «Ζωγράφου του Βερολίνου» 1686, Βερολίνο Staatliche Museen, Antikensammlung 1686 (© Staatliche Museen zu Berlin, Antikensammlung)

Κλεόκριτος δὲ ὁ τῶν μυστῶν κῆρυξ, μάλ’ εὔφωνος ὤν, κατασιωπησάμενος ἔλεξεν· Ἄνδρες πολῖται, τί ἡμᾶς ἐξελαύνετε; τί ἀποκτεῖναι βούλεσθε; ἡμεῖς γὰρ ὑμᾶς κακὸν μὲν οὐδὲν πώποτε ἐποιήσαμεν, μετεσχήκαμεν δὲ ὑμῖν καὶ ἱερῶν τῶν σεμνοτάτων καὶ θυσιῶν καὶ ἑορτῶν τῶν καλλίστων, καὶ συγχορευταὶ καὶ συμφοιτηταὶ γεγενήμεθα καὶ συστρατιῶται, καὶ πολλὰ μεθ’ ὑμῶν κεκινδυνεύκαμεν καὶ κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλατταν ὑπὲρ τῆς κοινῆς ἀμφοτέρων ἡμῶν σωτηρίας τε καὶ ἐλευθερίας. πρὸς θεῶν πατρῴων καὶ μητρῴων καὶ συγγενείας καὶ κηδεστίας καὶ ἑταιρίας, πάντων γὰρ τούτων πολλοὶ κοινωνοῦμεν ἀλλήλοις, αἰδούμενοι καὶ θεοὺς καὶ ἀνθρώπους



Εικόνα 2.2 Επιτύμβιο ανάγλυφο της ιέρειας Χοιρίνης από την Ελευσίνα, Λονδίνο Βρετανικό Μουσείο
2007,5001.1 (CC BY-NC-SA 4.0)

Εικόνα 2.3 Μελανόμορφος αμφορέας με λαιμό του «Ζωγράφου του Εδιμβούργου», Λονδίνο Βρετανικό Μουσείο
1856,1226.220 (CC BY-NC-SA 4.0)

237

Εικόνα 2.4 Ερυθρόμορφη λήκυθος του «Ζωγράφου του Bowdoin», Λονδίνο Βρετανικό Μουσείο
1772,0320.150 (Ε 585) (CC BY-NC-SA 4.0)


Εικόνα 2.5 Ερυθρόμορφος χους με Νίκες εκατέρωθεν τρίποδα, Αθήνα Μουσείο Αρχαίας Αγοράς P 23896
(© American School of Classical Studies at Athens: Agora Excavations)

238

Εικόνα 2.6 Ερυθρόμορφα και μελαμβαφή αγγεία ως αναθήματα από τον «ιερό περίβολο στη συμβολή δύο δρόμων»
(Crossroads Shrine) της αθηναϊκής Αγοράς, Αθήνα Μουσείο Αρχαίας Αγοράς
(© American School of Classical Studies at Athens: Agora Excavations)

239

Εικόνα 2.7 Αναθηματικό ανάγλυφο στην Άρτεμη, Βραυρώνα Αρχαιολ. Μουσείο 1151 (wikimedia commons – public domain, user: Ophelia2)

Εικόνα 2.8 Αναθηματικό ανάγλυφο στον Πάνα και τις Νύμφες, Αθήνα Μουσείο Αρχαίας Αγοράς Ι 7154
(© American School of Classical Studies at Athens: Agora Excavations)

240

Εικόνα 2.9 Μελανόμορφη οινοχόη του Ζωγράφου της Γέλας, Θεσσαλονίκη Αρχαιολ. Μουσείο 5232
(© Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης)

Εικόνα 2.10 Παναθηναϊκός αμφορέας του Ζωγράφου του Κλεοφράδη, Malibu J.P. Getty Museum 86.AE.227
(© The J. Paul Getty Museum, Villa Collection, Malibu CA)

241

Εικόνα 2.11 Μαρμάρινη ανάγλυφη βάση με παράσταση αποβατικού αγώνα από αναθηματικό μνημείο,
Αθήνα Μουσείο Αρχαίας Αγοράς S 399 (© American School of Classical Studies at Athens: Agora Excavations)

Εικόνα 2.12 Τρισδιάστατη αναπαράσταση του Ελευσινίου στην Αγορά της Αθήνας,
στο βάθος διακρίνεται το Δίπυλο στον Κεραμεικό (© Δημήτρης Τσαλκάνης – www.ancientathens3d.com)

242

Εικόνα 2.13 Πλημοχόες από το αθηναϊκό Ελευσίνιον, Αθήνα Μουσείο Αρχαίας Αγοράς
(© American School of Classical Studies at Athens: Agora Excavations)

243
Εικόνα 2.14α-β Μελανόμορφος σκύφος του Ζωγράφου του Θησέα, Λονδίνο Βρετανικό Μουσείο
1836,0224.62 (Β 79) (CC BY-NC-SA 4.0)

244

Εικόνα 2.15 Ερυθρόμορφος χους, Αθήνα Μουσείο Αρχαίας Αγοράς P 28245
(© American School of Classical Studies at Athens: Agora Excavations)

Εικόνα 2.16 Ερυθρόμορφος κωδωνόσχημος κρατήρας του Ζωγράφου του Πόθου, New Haven Yale University Art
Gallery 2011.74.1 (© Yale University Art Gallery)

245
Εικόνα 2.17 Ερυθρόμορφη στάμνος του Πολυγνώτου, Λονδίνο Βρετανικό Μουσείο
1839,0214.68 (E 445) (CC BY-NC-SA 4.0)

246
Εικόνα 2.18 Ερυθρόμορφη πελίκη του Ζωγράφου του Hasselmann, Λονδίνο Βρετανικό Μουσείο
1865,1118.49 (CC BY-NC-SA 4.0)

247
Εικόνα 2.19 Ερυθρόμορφη υδρία-κάλπις της Ομάδας της Απολλωνίας, Λονδίνο Βρετανικό Μουσείο
1856,1001.18 (CC BY-NC-SA 4.0)

248

Εικόνα 2.20 Μελανόμορφη λήκυθος του Ζωγράφου του Θησέα, Δήλος Αρχαιολ. Μουσείο Β 6.135
(© Εφορεία Αρχαιοτήτων Κυκλάδων)

249
Εικόνα 2.21 Μελανόμορφος σκύφος της Ομάδας CHC, Πολύγυρος Αρχαιολ. Μουσείο 373
(© Εφορεία Αρχαιοτήτων Χαλκιδικής, φωτογρ. Ε. Στεφανίδης)

Εικόνα 2.22 Ερυθρόμορφος σκύφος, Malibu J.P. Getty Museum 86.AE.265
(© The J. Paul Getty Museum, Villa Collection, Malibu CA)

250
Εικόνα 2.23 Κεφάλι πήλινου γυναικείου ειδωλίου με κανούν, Αθήνα Μουσείο Αρχαίας Αγοράς Τ 104
(© American School of Classical Studies at Athens: Agora Excavations)

251

Εικόνα 2.24 Ερυθρόμορφος χους, Λονδίνο Βρετανικό Μουσείο 1869.0614.2 (Ε 551) (CC BY-NC-SA 4.0)

Εικόνα 2.25 Ερυθρόμορφη κύλικα (tondo) του Ζωγράφου του Βρύγου, Malibu J.P. Getty Museum 86.ΑΕ.288
(© The J. Paul Getty Museum, Villa Collection, Malibu CA)

252

Εικόνα 2.26 Ερυθρόμορφος χους, Αθήνα ΕΑΜ 1322 (© Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών)

253

Εικόνα 2.27 Ερυθρόμορφη βαλανοειδής λήκυθος, Λονδίνο Βρετανικό Μουσείο 1888,0601.716 (CC BY-NC-SA 4.0)

254
Εικόνα 2.28 Ερυθρόμορφος αμφορέας με λαιμό (τύπου Nola) του Ζωγράφου του Sabouroff, Λονδίνο Βρετανικό Μουσείο
1867,0508.1059 (E 324) (CC BY-NC-SA 4.0)


Εικόνα 2.29 Μελανόμορφη φιάλη, Αθήνα Μουσείο Αρχαίας Αγοράς Ρ 16589
(© American School of Classical Studies at Athens: Agora Excavations)

255

Εικόνα 2.30 Μαρμάρινο ανάγλυφο της Λεοντίδος φυλής, Αθήνα Μουσείο Αρχαίας Αγοράς Ι 7167
(© American School of Classical Studies at Athens: Agora Excavations)

256

2.2 Εκπαίδευση

Εικόνα 2.31 Ερυθρόμορφη υδρία-κάλπις του Ζωγράφου του Χοίρου, Λονδίνο Βρετανικό Μουσείο
1864,1007.85 (Ε 172) (CC BY-NC-SA 4.0)

257
Εικόνα 2.32 Ερυθρόμορφος χους του «Ζωγράφου του Shuvalov», Λονδίνο Βρετανικό Μουσείο
1772.0320.221 (E 525) (CC BY-NC-SA 4.0)

258
Εικόνα 2.33 Ερυθρόμορφη λήκυθος του Ζωγράφου του Ευχαρίδη, Malibu J.P. Getty Museum 73.ΑΕ.23
(© The J. Paul Getty Museum, Villa Collection, Malibu CA)

259

Εικόνα 2.34 Ερυθρόμορφη υδρία του Φιντία, Μόναχο Antikensammlungen 2421
(wikimedia commons – public domain, user: Bibi Saint-Pol)

260

Εικόνα 2.35 Μελανόμορφος ψευδο-παναθηναϊκός αμφορέας του Ζωγράφου της Αιώρας, Λονδίνο Βρετανικό Μουσείο
1849.1122.1 (CC BY-NC-SA 4.0)

261


Εικόνα 2.36α-γ Ερυθρόμορφη κύλικα του Ζωγράφου του Ξυλουργού, Malibu J.P. Getty Museum 85.AE.25
(© The J. Paul Getty Museum, Villa Collection, Malibu CA)

262

Εικόνα 2.37 Ερυθρόμορφη υδρία-κάλπις, Λονδίνο Βρετανικό Μουσείο 1867,0508.1139 (CC BY-NC-SA 4.0)

263

Εικόνα 2.38α-β Ερυθρόμορφη κύλικα του Δούρη (κεραμέας Πύθων), Malibu J.P. Getty Museum 86.ΑΕ.290
(© The J. Paul Getty Museum, Villa Collection, Malibu CA)

264

Εικόνα 2.39α-β Ερυθρόμορφη κύλικα του Ζωγράφου του Χυτηρίου, Λονδίνο Βρετανικό Μουσείο
1850,0302.2 (Ε 78) (CC BY-NC-SA 4.0)

265

2.3 Συμπόσια

Εικόνα 2.40 Σχεδιαστική αναπαράσταση ανδρώνα στη Νότια Στοά της αθηναϊκής Αγοράς
(σχ. Piet de Jong, © American School of Classical Studies at Athens: Agora Excavations)

Εικόνα 2.41 Ερυθρόμορφη κύλικα (tondo) του Ζωγράφου του Βρύγου, Φλωρεντία Museo Archeologico Nazionale 3949
(© Firenze, Museo Archeologico Nazionale)

266

Εικόνα 2.42 Μελανόμορφη κύλικα του Ζωγράφου ΚΥ, Νew Haven Yale University Art Gallery 1913.10
(© Yale University Art Gallery)

Εικόνα 2.43 Μελανόμορφη πυξίς, Νew Haven Yale University Art Gallery 1913.12
(© Yale University Art Gallery)

267

Εικόνα 2.44 Μελανόμορφη όλπη της Ομάδας του Λεάγρου, Malibu J.P. Getty Museum 76.AE.93
(© The J. Paul Getty Museum, Villa Collection, Malibu CA)

Εικόνα 2.45 Μελανόμορφος σκύφος του Ζωγράφου του Θησέα, Αθήνα Μουσείο Αρχαίας Αγοράς Ρ 1544
(© American School of Classical Studies at Athens: Agora Excavations)

268
Εικόνα 2.46 Ερυθρόμορφη υδρία-κάλπις του Ζωγράφου του Ευχαρίδη, Malibu J.P. Getty Museum 86.ΑΕ.227
(© The J. Paul Getty Museum, Villa Collection, Malibu CA)

269

Εικόνα 2.47α-β Ερυθρόμορφη κύλικα (tondo) του Ζωγράφου του Βρύγου, Λονδίνο Βρετανικό Μουσείο
1848,0619.7 (Ε 68) (CC BY-NC-SA 4.0)

Εικόνα 2.48 Ερυθρόμορφος χους του Ζωγράφου του Οιωνoκλή, Malibu J.P. Getty Museum 86.ΑΕ.237
(© The J. Paul Getty Museum, Villa Collection, Malibu CA)

270

Εικόνα 2.49 Ερυθρόμορφη κύλικα (tondo) του Ονήσιμου, Malibu J.P. Getty Museum 82.ΑΕ.14 (© The J. Paul Getty
Museum, Villa Collection, Malibu CA)

271

Εικόνα 2.50 Ερυθρόμορφη κύλικα (tondo) του Επικτήτου, Αθήνα Μουσείο Αρχαίας Αγοράς Ρ 24131
(© American School of Classical Studies at Athens: Agora Excavations)

272
Εικόνα 2.51α-β Ερυθρόμορφη κύλικα του Ζωγράφου της Γιγαντομαχίας του Παρισιού, Λονδίνο Βρετανικό Μουσείο
1836,0224.212 (Ε 70) (CC BY-NC-SA 4.0)

273
Εικόνα 2.52α-γ Ερυθρόμορφη κύλικα του Ζωγράφου της Βρισηίδος (κεραμέας Βρύγος),
Malibu J.P. Getty Museum 86.AE.293 (© The J. Paul Getty Museum, Villa Collection, Malibu CA)

274
Εικόνα 2.53 Συμποσιακά αγγεία (κύλικα, σκύφος, στάμνοι, ρυτά) από το λεγόμενο «τάφο του Βρύγου» στην Καπύη
(Capua), Λονδίνο Βρετανικό Μουσείο (CC BY-NC-SA 4.0)

Εικόνα 2.54 Ερυθρόμορφη κύλικα (tondo) του Ζωγράφου του Ευαίωνος, Malibu J.P. Getty Museum 86.AE.682
(© The J. Paul Getty Museum, Villa Collection, Malibu CA)

275

Εικόνα 2.55 Ερυθρόμορφο ρυτό κατά το ήμισυ με κεφάλι όνου και με κεφάλι κριού,
Malibu J.P. Getty Museum 86.AE.699 (© The J. Paul Getty Museum, Villa Collection, Malibu CA)

Εικόνα 2.56 Διπρόσωπος κάνθαρος με κεφάλια νέγρου και γυναίκας, Πρίνσετον University Art Museum y1933-45
(© Princeton University Art Museum)

276

Εικόνα 2.57 Μελανόμορφος μαστός του Ψιάκος, Malibu J.P. Getty Museum 90.AE.122
(© The J. Paul Getty Museum, Villa Collection, Malibu CA)


277


Γραμματειακές πηγές

2.1 ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΗ ΖΩΗ


Ξενοφών, Ἑλληνικά 2.4.20-21
Κλεόκριτος δὲ ὁ τῶν μυστῶν κῆρυξ, μάλ’ εὔφωνος ὤν, κατασιωπησάμενος ἔλεξεν· Ἄνδρες πολῖται, τί ἡμᾶς ἐξελαύνετε; τί ἀποκτεῖναι βούλεσθε; ἡμεῖς γὰρ ὑμᾶς κακὸν μὲν οὐδὲν πώποτε ἐποιήσαμεν, μετεσχήκαμεν δὲ ὑμῖν καὶ ἱερῶν τῶν σεμνοτάτων καὶ θυσιῶν καὶ ἑορτῶν τῶν καλλίστων, καὶ συγχορευταὶ καὶ συμφοιτηταὶ γεγενήμεθα καὶ συστρατιῶται, καὶ πολλὰ μεθ’ ὑμῶν κεκινδυνεύκαμεν καὶ κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλατταν ὑπὲρ τῆς κοινῆς ἀμφοτέρων ἡμῶν σωτηρίας τε καὶ ἐλευθερίας. πρὸς θεῶν πατρῴων καὶ μητρῴων καὶ συγγενείας καὶ κηδεστίας καὶ ἑταιρίας, πάντων γὰρ τούτων πολλοὶ κοινωνοῦμεν ἀλλήλοις, αἰδούμενοι καὶ θεοὺς καὶ ἀνθρώπους

Ἡρόδοτος 8.144.9-14
Πολλά τε γὰρ καὶ μεγάλα ἐστὶ τὰ διακωλύοντα ταῦτα μὴ ποιέειν μηδ’ ἢν ἐθέλωμεν· πρῶτα μὲν καὶ μέγιστα
τῶν θεῶν τὰ ἀγάλματα καὶ τὰ οἰκήματα ἐμπεπρησμένα τε καὶ συγκεχωσμένα, τοῖσι ἡμέας ἀναγκαίως ἔχει
τιμωρέειν ἐς τὰ μέγιστα μᾶλλον ἤ περ ὁμολογέειν τῷ ταῦτα ἐργασαμένῳ

Ἀριστοφάνης, Λυσιστράτη 1128-34
Λαβοῦσα δ’ ὑμᾶς λοιδορῆσαι βούλομαι
κοινῇ δικαίως, οἳ μιᾶς ἐκ χέρνιβος
βωμοὺς περιρραίνοντες ὥσπερ ξυγγενεῖς
Ὀλυμπίασιν, ἐν Πύλαις, Πυθοῖ – πόσους
εἴποιμ’ ἂν ἄλλους, εἴ με μηκύνειν δέοι; –
ἐχθρῶν παρόντων βαρβάρῳ στρατεύματι
Ἕλληνας ἄνδρας καὶ πόλεις ἀπόλλυτε.

Ἰσοκράτης, Πανηγυρικός 43
Τῶν τοίνυν τὰς πανηγύρεις καταστησάντων δικαίως ἐπαινουμένων ὅτι τοιοῦτον ἔθος ἡμῖν παρέδοσαν ὥστε
σπεισαμένους καὶ τὰς ἔχθρας τὰς ἐνεστηκυίας διαλυσαμένους συνελθεῖν εἰς ταὐτὸν, καὶ μετὰ ταῦτ’ εὐχὰς
καὶ θυσίας κοινὰς ποιησαμένους ἀναμνησθῆναι μὲν τῆς συγγενείας τῆς πρὸς ἀλλήλους ὑπαρχούσης, εὐμενε-
στέρως δ’ εἰς τὸν λοιπὸν χρόνον διατεθῆναι πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς, καὶ τάς τε παλαιὰς ξενίας ἀνανεώσασθαι καὶ
καινὰς ἑτέρας ποιήσασθαι,

Μένανδρος, Δύσκολος 407-409
ἐὰν ἴδηι γὰρ ἐνύπνιον τὸν Πᾶνα τὸν
Παιανιοῖ, τούτωι βαδιούμεθ’, οἶδ’ ὅτι,
θύσοντες εὐθύς.

Πλάτων, Νόμοι 935b
ὧν δὴ χάριν ἐν μὲν ἱερῷ τὸ παράπαν μηδεὶς τοιοῦτον φθέγξηται μηδέποτε μηδὲν μηδ’ ἔν τισι δημοτελέσι θυ-
σίαις,

Αἰσχίνης 1 (κατὰ Τιμάρχου).23
Καὶ πῶς κελεύει τοὺς προέδρους χρηματίζειν; ἐπειδὰν τὸ καθάρσιον περιενεχθῇ καὶ ὁ κῆρυξ τὰς πατρίους
εὐχὰς εὔξηται, προχειροτονεῖν κελεύει τοὺς προέδρους περὶ ἱερῶν τῶν πατρίων καὶ κήρυξι καὶ πρεσβείαις καὶ
ὁσίων, καὶ μετὰ ταῦτα ἐπερωτᾷ ὁ κῆρυξ·

Ἀντιφών, περὶ χορευτοῦ 45
ὁρῶντες δ’ ἐμὲ βουλεύοντα καὶ εἰσιόντ’ εἰς τὸ βουλευτήριον – καὶ ἐν αὐτῷ τῷ βουλευτηρίῳ Διὸς Βουλαίου
καὶ Ἀθηνᾶς Βουλαίας ἱερόν ἐστι, καὶ εἰσιόντες οἱ βουλευταὶ προσεύχονται, ὧν κἀγὼ εἷς ἦ, ὁ ταὐτὰ πράττων,
καὶ εἰς τἆλλα ἱερὰ πάντα εἰσιὼν μετὰ τῆς βουλῆς, καὶ θύων καὶ εὐχόμενος ὑπὲρ τῆς πόλεως ταύτης, καὶ πρὸς
τούτοις πρυτανεύσας τὴν πρώτην πρυτανείαν ἅπασαν πλὴν δυοῖν ἡμέραιν, καὶ ἱεροποιῶν καὶ θύων ὑπὲρ τῆς
δημοκρατίας,

278

Ἡρόδοτος 6.57
Ἢν θυσίη τις δημοτελὴς ποιῆται, πρώτους ἐπὶ τὸ δεῖπνον ἵζειν τοὺς βασιλέας καὶ ἀπὸ τούτων πρώτων ἄρχε-
σθαι, διπλήσια νέμοντας ἑκατέρῳ τὰ πάντα ἢ τοῖσι ἄλλοισι δαιτυμόνεσι·

Θουκυδίδης 2.15.2
καὶ ξυνοίκια ἐξ ἐκείνου (ενν. Θησέας) Ἀθηναῖοι ἔτι καὶ νῦν τῇ θεῷ ἑορτὴν δημοτελῆ ποιοῦσιν

Aἰσχίνης 1 (κατὰ Τιμάρχου).183
Ὁ δὲ Σόλων ὁ τῶν νομοθετῶν ἐνδοξότατος γέγραφεν ἀρχαίως καὶ σεμνῶς περὶ τῆς τῶν γυναικῶν εὐκοσμίας.
Τὴν γὰρ γυναῖκα ἐφ’ ᾗ ἂν ἁλῷ μοιχὸς οὐκ ἐᾷ κοσμεῖσθαι, οὐδὲ εἰς τὰ δημοτελῆ ἱερὰ εἰσιέναι, ἵνα μὴ τὰς ἀνα-
μαρτήτους τῶν γυναικῶν ἀναμειγνυμένη διαφθείρῃ· ἐὰν δ’ εἰσίῃ ἢ κοσμῆται, τὸν ἐντυχόντα κελεύει καταρ-
ρηγνύναι τὰ ἱμάτια καὶ τὸν κόσμον ἀφαιρεῖσθαι καὶ τύπτειν, εἰργόμενον θανάτου καὶ τοῦ ἀνάπηρον ποιῆσαι,
ἀτιμῶν τὴν τοιαύτην γυναῖκα καὶ τὸν βίον ἀβίωτον αὐτῇ παρασκευάζων.

Aἰσχίνης 3 (κατὰ Κτησιφῶντος).176
Ὁ μὲν τοίνυν νομοθέτης τὸν ἀστράτευτον καὶ τὸν δειλὸν καὶ τὸν λιπόντα τὴν τάξιν ἔξω τῶν περιραντηρίων τῆς
ἀγορᾶς ἐξείργει, καὶ οὐκ ἐᾷ στεφανοῦσθαι, οὐδ’ εἰσιέναι εἰς τὰ ἱερὰ τὰ δημοτελῆ

Πλάτων, Νόμοι 909d-910e
Ἱερὰ μηδὲ εἷς ἐν ἰδίαις οἰκίαις ἐκτήσθω· θύειν δ’ ὅταν ἐπὶ νοῦν ἴῃ τινί, πρὸς τὰ δημόσια ἴτω θύσων, καὶ τοῖς
ἱερεῦσί τε καὶ ἱερείαις ἐγχειριζέτω τὰ θύματα, οἷς ἁγνεῖαι τούτων ἐπιμελεῖς. συνευξάσθω δὲ αὐτός τε καὶ ὃν
ἂν ἐθέλῃ μετ’ αὐτοῦ συνεύχεσθαι. ταῦτα δὲ γιγνόμενα τῶν τοιῶνδε χάριν ἔστω. ἱερὰ καὶ θεοὺς οὐ ῥᾴδιον
ἱδρύεσθαι, μεγάλης δὲ διανοίας τινὸς ὀρθῶς δρᾶν τὸ τοιοῦτον, ἔθος τε γυναιξί τε δὴ διαφερόντως πάσαις καὶ
τοῖς ἀσθενοῦσι πάντῃ καὶ κινδυνεύουσι καὶ ἀποροῦσιν, ὅπῃ τις ἂν ἀπορῇ, καὶ τοὐναντίον ὅταν εὐπορίας τινὸς
λάβωνται, καθιεροῦν τε τὸ παρὸν ἀεὶ καὶ θυσίας εὔχεσθαι καὶ ἱδρύσεις ὑπισχνεῖσθαι θεοῖς καὶ δαίμοσιν καὶ
παισὶν θεῶν, ἔν τε φάσμασιν ἐγρηγορότας διὰ φόβους καὶ ἐν ὀνείροις, ὡς δ’ αὕτως ὄψεις πολλὰς ἀπομνη-
μονεύοντας ἑκάσταισί τε αὐτῶν ἄκη ποιουμένους, βωμοὺς καὶ ἱερὰ πάσας μὲν οἰκίας, πάσας δὲ κώμας ἔν τε
καθαροῖς ἱδρυομένους ἐμπιμπλάναι καὶ ὅπῃ τις ἔτυχε τῶν τοιούτων. ὧν ἕνεκα χρὴ πάντων ποιεῖν κατὰ τὸν νῦν
λεγόμενον νόμον· πρὸς τούτοις δὲ ἕνεκα τῶν ἀσεβούντων, ἵνα μὴ καὶ ταῦτα κλέπτοντες ταῖς πράξεσιν, ἱερά
τε καὶ βωμοὺς ἐν ἰδίαις οἰκίαις ἱδρυόμενοι, λάθρᾳ τοὺς θεοὺς ἵλεως οἰόμενοι ποιεῖν θυσίαις τε καὶ εὐχαῖς, εἰς
ἄπειρον τὴν ἀδικίαν αὐξάνοντες αὑτοῖς τε ἐγκλήματα πρὸς θεῶν ποιῶνται καὶ τοῖς ἐπιτρέπουσιν, οὖσιν αὐτῶν
βελτίοσιν, καὶ πᾶσα οὕτως ἡ πόλις ἀπολαύῃ τῶν ἀσεβῶν τρόπον τινὰ δικαίως. τὸν μὲν δὴ νομοθέτην ὁ θεὸς
οὐ μέμψεται· κείσθω γὰρ νόμος οὗτος·Μὴ κεκτῆσθαι θεῶν ἐν ἰδίαις οἰκίαις ἱερά, τὸν δὲ φανέντα κεκτημένον
ἕτερα καὶ ὀργιάζοντα πλὴν τὰ δημόσια, ἐὰν μὲν ἄδικον μηδὲν τῶν μεγάλων καὶ ἀνοσίων εἰργασμένος ἀνὴρ ἢ
καὶ γυνὴ κεκτῆταί τις, ὁ μὲν αἰσθανόμενος καὶ εἰσαγγελλέτω τοῖς νομοφύλαξιν, οἱ δὲ προσταττόντων εἰς τὰ
δημόσια ἀποφέρειν ἱερὰ τὰ ἴδια, μὴ πείθοντες δὲ ζημιούντων ἕως ἂν ἀπενεχθῇ· ἐὰν δέ τις ἀσεβήσας μὴ παιδί-
ων ἀλλ’ ἀνδρῶν ἀσέβημα ἀνοσίων γένηται φανερός, εἴτε ἐν ἰδίοις ἱδρυσάμενος εἴτ’ ἐν δημοσίοις θύσας ἱερὰ
θεοῖς οἱστισινοῦν, ὡς οὐ καθαρὸς ὢν θύων θανάτῳ ζημιούσθω. τὸ δὲ παίδειον ἢ μὴ κρίναντες οἱ νομοφύλακες,
εἰς τὸ δικαστήριον οὕτως εἰσαγαγόντες, τὴν τῆς ἀσεβείας δίκην τούτοις ἐπιτελούντων.

Πλάτων, Νόμοι 759c
κατ’ ἐνιαυτὸν δὲ εἶναι καὶ μὴ μακρότερον τὴν ἱερωσύνην ἑκάστην, ἔτη δὲ μὴ ἔλαττον ἑξήκοντα ἡμῖν εἴη γε-
γονὼς ὁ μέλλων καθ’ ἱεροὺς νόμους περὶ τὰ θεῖα ἱκανῶς ἁγιστεύσειν· ταὐτὰ δὲ καὶ περὶ τῶν ἱερειῶν ἔστω τὰ
νόμιμα.

ψευδο-Ἀριστοτέλης, Ἀθηναίων πολιτεία 57
Καὶ ὁ [μὲν ἄρχων ἐπιμελεῖτ]αι τούτ[ων. ὁ] δὲ <βασιλεὺς> πρῶτον μὲν μυστηρίων ἐπιμελεῖ[ται μετὰ τῶν ἐπιμε-
λητῶν ὧ]ν ὁ δῆμ[ος χ]ειροτονεῖ, δύο μὲν ἐξ Ἀθηναίων ἁπάντων, ἕνα δ’ [ἐξ Εὐμολπιδῶν, ἕνα] δ’ ἐκ Κηρ[ύκω]ν.
ἔπειταΔιονυσίων τῶν ἐπὶΛηναίῳ· ταῦτα δέ ἐστι [πομπή τε καὶ ἀγών. τ]ὴν μὲν οὖν πομπὴν κοινῇ πέμ‖πουσιν ὅ
τε βασιλεὺς καὶ οἱ ἐπιμεληταί, τὸν δὲ ἀγῶνα διατίθησιν ὁ βασιλεύς. τίθησι δὲ καὶ τοὺς τῶν λαμπάδων ἀγῶνας
ἅπαντας· ὡς δ’ ἔπος εἰπεῖν καὶ τὰς πατρίους θυσίας διοικεῖ οὗτος πάσας

Λυσίας 24 (ὑπὲρ τοῦ ἀδυνάτου).13
τί με κωλύει κληροῦσθαι τῶν ἐννέα ἀρχόντων

Αἰσχίνης 1 (κατὰ Τιμάρχου).19-21
μὴ ἐξέστω αὐτῷ τῶν ἐννέα ἀρχόντων γενέσθαι, ὅτι οἶμαι στεφανηφόρος ἡ ἀρχή, μηδ’ ἱερωσύνην ἱεράσασθαι,
ὡς οὐδὲ καθαρῷ τῷ σώματι, μηδὲ συνδικησάτω, φησί, τῷ δημοσίῳ, μηδὲ ἀρξάτω ἀρχὴν μηδεμίαν μηδέποτε,
μήτ’ ἔνδημον μήτε ὑπερόριον, μήτε κληρωτὴν μήτε χειροτονητήν·

279

ψευδο-Δημοσθένης 59 (κατὰ Νεαίρας).85-86
ἐφ’ ᾗ γὰρ ἂν μοιχὸς ἁλῷ γυναικί, οὐκ ἔξεστιν αὐτῇ ἐλθεῖν εἰς οὐδὲν τῶν ἱερῶν τῶν δημοτελῶν, εἰς ἃ καὶ τὴν
ξένην καὶ τὴν δούλην [ἐλθεῖν] ἐξουσίαν ἔδοσαν οἱ νόμοι καὶ θεασομένην καὶ ἱκετεύσουσαν εἰσιέναι· ἀλλὰ
μόναις ταύταις ἀπαγορεύουσιν οἱ νόμοι ταῖς γυναιξὶ μὴ εἰσιέναι εἰς τὰ ἱερὰ τὰ δημοτελῆ, ἐφ’ ᾗ ἂν μοιχὸς ἁλῷ,
ἐὰν δ’ εἰσίωσι καὶ παρανομῶσι, νηποινεὶ πάσχειν ὑπὸ τοῦ βουλομένου ὅ τι ἂν πάσχῃ, πλὴν θανάτου, καὶ ἔδω-
κεν ὁ νόμος τὴν τιμωρίαν ὑπὲρ αὐτῶν τῷ ἐντυχόντι,

Ἀριστοφάνης,Ὄρνιθες 959-91
Μὴ κατάρξῃ τοῦ τράγου.
{ΠΙ.} Σὺ δ’ εἶ τίς;{ΧΡ.}Ὅστις; χρησμολόγος.{ΠΙ.} Οἴμωζέ νυν.
{ΧΡ.}Ὦ δαιμόνιε, τὰ θεῖα μὴ φαύλως φέρε·
ὡς ἔστι Βάκιδος χρησμὸς ἄντικρυς λέγων
εἰς τὰς Νεφελοκοκκυγίας.
{ΠΙ.} Κἄπειτα πῶς ταῦτ’ οὐκ ἐχρησμολόγεις σὺ πρὶν ἐμὲ τὴν πόλιν
τήνδ’ οἰκίσαι;{ΧΡ.} Τὸ θεῖον ἐνεπόδιζέ με.
{ΠΙ.} Ἀλλ’ οὐδὲν οἷον εἰσακοῦσαι τῶν ἐπῶν.
{ΧΡ.} Ἀλλ’ ὅταν οἰκήσωσι λύκοι πολιαί τε κορῶναι
ἐν ταὐτῷ τὸ μεταξὺ Κορίνθου καὶ Σικυῶνος,
{ΠΙ.} Τί οὖν προσήκει δῆτ’ ἐμοὶ Κορινθίων;
{ΧΡ.}Ἠινίξαθ’ ὁ Βάκις τοῦτο πρὸς τὸν ἀέρα.
πρῶτον Πανδώρᾳ θῦσαι λευκότριχα κριόν·
ὃς δέ κ’ ἐμῶν ἐπέων ἔλθῃ πρώτιστα προφήτης,
τῷ δόμεν ἱμάτιον καθαρὸν καὶ καινὰ πέδιλα –
{ΠΙ.}Ἔνεστι καὶ τὰ πέδιλα;{ΧΡ.}Λαβὲ τὸ βιβλίον.
καὶ φιάλην δοῦναι καὶ σπλάγχνων χεῖρ’ ἐνιπλῆσαι, –
{ΠΙ.} Καὶ σπλάγχνα διδόν’ ἔνεστι;{ΧΡ.}Λαβὲ τὸ βιβλίον.
κἢν μέν, θέσπιε κοῦρε, ποῇς ταῦθ’ὡς ἐπιτέλλω,
αἰετὸς ἐν νεφέλῃσι γενήσεαι· αἰ δέ κε μὴ δῷς,
οὐκ ἔσε’ οὐ τρυγών, οὐ λάιος, οὐ δρυκολάπτης.
{ΠΙ.} Καὶ ταῦτ’ ἔνεστ’ ἐνταῦθα;{ΧΡ.}Λαβὲ τὸ βιβλίον.
{ΠΙ.} Οὐδὲν ἄρ’ ὅμοιός ἐσθ’ ὁ χρησμὸς τουτῳί,
ὃν ἐγὼ παρὰ τἀπόλλωνος ἐξεγραψάμην·
Αὐτὰρ ἐπὴν ἄκλητος ἰὼν ἄνθρωπος ἀλαζὼν
λυπῇ θύοντας καὶ σπλαγχνεύειν ἐπιθυμῇ,
δὴ τότε χρὴ τύπτειν αὐτὸν πλευρῶν τὸ μεταξὺ –
{ΧΡ.} Οὐδὲν λέγειν οἶμαί σε.
{ΠΙ.}Λαβὲ τὸ βιβλίον.
καὶ φείδου μηδὲν μηδ’ αἰετοῦ ἐν νεφέλῃσιν,
μήτ’ ἢν Λάμπων ᾖ μήτ’ ἢν ὁ μέγας Διοπείθης.
{ΧΡ.} Καὶ ταῦτ’ ἔνεστ’ ἐνταῦθα;{ΠΙ.}Λαβὲ τὸ βιβλίον.
Οὐκ εἶ θύραζ’; Ἐς κόρακας. {ΧΡ.} Οἴμοι δείλαιος.
{ΠΙ.} Οὔκουν ἑτέρωσε χρησμολογήσεις ἐκτρέχων;

Eὐριπίδης, Ἑλένη 744-57
{Αγ.} ἔσται τάδ’, ὦναξ. ἀλλά τοι τὰ μάντεων
ἐσεῖδον ὡς φαῦλ’ ἐστὶ καὶ ψευδῶν πλέα.
οὐδ’ ἦν ἄρ’ ὑγιὲς οὐδὲν ἐμπύρου φλογὸς
οὐδὲ πτερωτῶν φθέγματ’· εὔηθες δέ τοι
τὸ καὶ δοκεῖν ὄρνιθας ὠφελεῖν βροτούς.
Κάλχας γὰρ οὐκ εἶπ’ οὐδ’ ἐσήμηνε στρατῷ
νεφέλης ὑπερθνῄσκοντας εἰσορῶν φίλους
οὐδ’Ἕλενος, ἀλλὰ πόλις ἀνηρπάσθη μάτην.
εἴποις ἄν· Οὕνεχ’ ὁ θεὸς οὐκ ἠβούλετο;
τί δῆτα μαντευόμεθα; τοῖς θεοῖσι χρὴ
θύοντας αἰτεῖν ἀγαθά, μαντείας δ’ ἐᾶν·
βίου γὰρ ἄλλως δέλεαρ ηὑρέθη τόδε,
κοὐδεὶς ἐπλούτησ’ ἐμπύροισιν ἀργὸς ὤν·
γνώμη δ’ ἀρίστη μάντις ἥ τ’ εὐβουλία.

280

Ἡρόδοτος 1.62-3
Ἐνθαῦτα θείῃ πομπῇ χρεώμενος παρίσταται Πεισιστράτῳ Ἀμφίλυτος ὁ Ἀκαρνὰν χρησμολόγος ἀνήρ, ὅς οἱ
προσιὼν χρᾷ ἐν ἑξαμέτρῳ τόνῳ τάδε λέγων· «Ἔρριπται δ’ ὁ βόλος, τὸ δὲ δίκτυον ἐκπεπέτασται, θύννοι δ’
οἱμήσουσι σεληναίης διὰ νυκτός.». Ὁ μὲν δή οἱ ἐνθεάζων χρᾷ ταῦτα,

Ἡροδότος 9.33.1–2
Ἕλλησι μὲν Τεισαμενὸς Ἀντιόχου ἦν ὁ θυόμενος· οὗτος γὰρ δὴ εἵπετο τῷ στρατεύματι τούτῳ μάντις·

ψευδο-Δημοσθένης 47 (κατὰ Εὐέργου καὶ Μνησιβούλου ψευδομαρτυριῶν).68-71
ἀκούσαντες δέ μου οἱ ἐξηγηταὶ ταῦτα, ἤροντό με πότερον ἐξηγήσωνταί μοι μόνον ἢ καὶ συμβουλεύσωσιν·
ἀποκριναμένου δέ μου αὐτοῖς ἀμφότερα, εἶπόν μοι ‘ἡμεῖς τοίνυν σοι τὰ μὲν νόμιμα ἐξηγησόμεθα, τὰ δὲ σύμ-
φορα παραινέσομεν· (…) ταῦτα ἀκούσας ἐγὼ τῶν ἐξηγητῶν, καὶ τοὺς νόμους ἐπισκεψάμενος τοὺς τοῦ Δρά-
κοντος ἐκ τῆς στήλης, (…)

Ἀριστοτέλης, Πολιτικά 1322b
ἄλλο δ’ εἶδος ἐπιμελείας ἡ περὶ τοὺς θεούς, οἷον ἱερεῖς τε καὶ ἐπιμεληταὶ τῶν περὶ τὰ ἱερὰ τοῦ σῴζεσθαί τε τὰ
ὑπάρχοντα καὶ ἀνορθοῦσθαι τὰ πίπτοντα τῶν οἰκοδομημάτων καὶ τῶν ἄλλων ὅσα τέτακται πρὸς τοὺς θεούς.
συμβαίνει δὲ τὴν ἐπιμέλειαν ταύτην ἐνιαχοῦ μὲν εἶναι μίαν, οἷον ἐν ταῖς μικραῖς πόλεσιν, ἐνιαχοῦ δὲ πολλὰς
καὶ κεχωρισμένας τῆς ἱερωσύνης, οἷον ἱεροποιοὺς καὶ ναοφύλακας καὶ ταμίας τῶν ἱερῶν χρημάτων. ἐχομένη
δὲ ταύτης ἡ πρὸς τὰς θυσίας ἀφωρισμένη τὰς κοινὰς πάσας, ὅσας μὴ τοῖς ἱερεῦσιν ἀποδίδωσιν ὁ νόμος, ἀλλ’
ἀπὸ τῆς κοινῆς ἑστίας ἔχουσι τὴν τιμήν· καλοῦσι δ’ οἱ μὲν ἄρχοντας τούτους οἱ δὲ βασιλεῖς οἱ δὲ πρυτάνεις.

Πλάτων, Πολιτικός 290c
{ΞΕ.} εἰσὶ δὲ οἵ τε περὶ μαντικὴν ἔχοντές τινος ἐπιστήμης διακόνου μόριον· ἑρμηνευταὶ γάρ που νομίζονται
παρὰ θεῶν ἀνθρώποις. Καὶ μὴν καὶ τὸ τῶν ἱερέων αὖ γένος, ὡς τὸ νόμιμόν φησι, παρὰ μὲν ἡμῶν δωρεὰς θεοῖς
διὰ θυσιῶν ἐπιστῆμόν ἐστι κατὰ νοῦν ἐκείνοις δωρεῖσθαι, παρὰ δὲ ἐκείνων ἡμῖν εὐχαῖς κτῆσιν ἀγαθῶν αἰτήσασθαι· ταῦτα δὲ διακόνου τέχνης ἐστί που μόρια ἀμφότερα.

ψευδο-Ἀριστοτέλης, Ἀθηναίων πολιτεία 55
κληροῖ δὲ καὶ <ἱεροποιοὺς> δέκα, τοὺς ἐπὶ τὰ ἐκθύματα καλουμένους, [οἳ] τά τε μ[αν]τευτὰ ἱερὰ θύουσιν,
κἄν τι καλλιερῆσαι δέῃ, καλλιεροῦσι μετὰ τῶν μάντε[ων]. κληροῖ δὲ καὶ ἑτέρους δέκα, τοὺς κατ’ ἐνιαυτὸν
καλουμένους, οἳ θυσίας τέ τινας θύουσι, [καὶ τ]ὰς πεντετηρίδας ἁπάσας διοικοῦσιν πλὴν Παναθηναίων. ε[ἰσὶ]
δὲ πεντετηρίδες μία μ[ὲν ἡ εἰ]ς Δῆλον (ἔστι δὲ καὶ ἑπ[τ]ετηρὶς ἐνταῦθα), δευτέρα δὲ Βραυρώνια, τρίτη [δ’
Ἡράκλε]ια, τετάρτη [δ’] Ἐλευσ[ίν]ια· εʹ δὲ Πα[ν]αθήναια, καὶ τούτων οὐδεμία ἐν τῷ αὐτῷ ἐγγίγνε[ται. νῦν]
δὲ πρόσκειται [καὶ Ἡ]φαί-σ[τια], ἐπὶ Κηφισοφῶντος ἄρχοντος.

ψευδο-Ξενοφών, Ἀθηναίων πολιτεία 2.9–10
Θυσίας δὲ καὶ ἱερὰ καὶ ἑορτὰς καὶ τεμένη γνοὺς ὁ δῆμος ὅτι οὐχ οἷόν τέ ἐστιν ἑκάστῳ τῶν πενήτων θύειν καὶ
εὐωχεῖσθαι καὶ ἵστασθαι ἱερὰ καὶ πόλιν οἰκεῖν καλὴν καὶ μεγάλην, ἐξηῦρεν ὅτῳ τρόπῳ ἔσται ταῦτα. θύουσιν
οὖν δημοσίᾳ μὲν ἡ πόλις ἱερεῖα πολλά· ἔστι δὲ ὁ δῆμος ὁ εὐωχούμενος καὶ διαλαγχάνων τὰ ἱερεῖα. καὶ γυμνά-
σια καὶ λουτρὰ καὶ ἀποδυτήρια τοῖς μὲν πλουσίοις ἔστιν ἰδίᾳ ἐνίοις, ὁ δὲ δῆμος αὐτὸς αὑτῷ οἰκοδομεῖται ἰδίᾳ
παλαίστρας πολλάς, ἀποδυτήρια, λουτρῶνας· καὶ πλείω τούτων ἀπολαύει ὁ ὄχλος ἢ οἱ ὀλίγοι καὶ οἱ εὐδαίμο-
νες.

Ἀριστοφάνης, Νεφέλαι 814-31
{Στ.} οὔτοι μὰ τὴν Ὁμίχλην ἔτ’ ἐνταυθοῖ μενεῖς,
ἀλλ’ ἔσθι’ ἐλθὼν τοὺς Μεγακλέους κίονας.
{Φε.} ὦ δαιμόνιε, τί χρῆμα πάσχεις, ὦ πάτερ;
οὐκ εὖ φρονεῖς, μὰ τὸν Δία τὸν Ὀλύμπιον.
{Στ.} ἰδού γ’ ἰδοὺ Δί’Ὀλύμπιον. τῆς μωρίας·
τὸν Δία νομίζειν ὄντα τηλικουτονί.
{Φε.} τί δὲ τοῦτ’ ἐγέλασας ἐτεόν; {Στ.} ἐνθυμούμενος
ὅτι παιδάριον εἶ καὶ φρονεῖς ἀρχαιϊκά.
ὅμως γε μὴν πρόσελθ’, ἵν’ εἰδῇς πλείονα,
καί σοι φράσω τι πρᾶγμ’ ὃ [σὺ] μαθὼν ἀνὴρ ἔσει.

281

ὅπως δὲ τοῦτο μὴ διδάξεις μηδένα.
{Φε.} ἰδού. τί ἐστιν; {Στ.} ὤμοσας νυνὶ Δία.{Φε.} ἔγωγ’.
{Στ.} ὁρᾷς οὖν ὡς ἀγαθὸν τὸ μανθάνειν;
οὐκ ἔστιν, ὦ Φειδιππίδη, Ζεύς.{Φε.} ἀλλὰ τίς;
{Στ.} Δῖνος βασιλεύει τὸν Δί’ ἐξεληλακώς.
{Φε.} αἰβοῖ· τί ληρεῖς;
{Στ.} ἴσθι τοῦθ’ οὕτως ἔχον.
{Φε.} τίς φησι ταῦτα; {Στ.} Σωκράτης ὁ Μήλιος
καὶ Χαιρεφῶν, ὃς οἶδε τὰ ψυλλῶν ἴχνη.

Πλάτων, Νόμοι 884b-85d
μέγιστα δὲ δὴ τῶν λοιπῶν αἱ τῶν νέων ἀκολασίαι τε καὶ ὕβρεις, εἰς μέγιστα δέ, ὅταν εἰς ἱερὰ γίγνωνται, καὶ
διαφερόντως αὖ μεγάλα, ὅταν εἰς δημόσια καὶ ἅγια ἢ κατὰ μέρη κοινὰ φυλετῶν ἤ τινων ἄλλων τοιούτων κε-
κοινωνηκότων· εἰς ἱερὰ δὲ ἴδια καὶ τάφους δεύτερα καὶ δευτέρως, εἰς δὲ γονέας τρίτα, χωρὶς τῶν ἔμπροσθεν
εἰρημένων, ὅταν ὑβρίζῃ τις. (…) ὅσα δὲ λόγῳ καὶ ὅσα ἔργῳ περὶ θεοὺς ὑβρίζει τις λέγων ἢ πράττων, τὸ πα-
ραμύθιον ὑποθεμένῳ ῥητέον ἃ δεῖ πάσχειν. ἔστω δὴ τόδε. Θεοὺς ἡγούμενος εἶναι κατὰ νόμους οὐδεὶς πώποτε
οὔτε ἔργον ἀσεβὲς ἠργάσατο ἑκὼν οὔτε λόγον ἀφῆκεν ἄνομον, ἀλλὰ ἓν δή τι τῶν τριῶν πάσχων, ἢ τοῦτο, ὅπερ
εἶπον, οὐχ ἡγούμενος, ἢ τὸ δεύτερον ὄντας οὐ φροντίζειν ἀνθρώπων, ἢ τρίτον εὐπαραμυθήτους εἶναι θυσίαις
τε καὶ εὐχαῖς παραγομένους.

Θουκυδίδης 6.27
Ἐν δὲ τούτῳ, ὅσοι Ἑρμαῖ ἦσαν λίθινοι ἐν τῇ πόλει τῇ Ἀθηναίων (εἰσὶ δὲ κατὰ τὸ ἐπιχώριον, ἡ τετράγωνος ἐρ-
γασία, πολλοὶ καὶ ἐν ἰδίοις προθύροις καὶ ἐν ἱεροῖς), μιᾷ νυκτὶ οἱ πλεῖστοι περιεκόπησαν τὰ πρόσωπα. καὶ τοὺς
δράσαντας ᾔδει οὐδείς, ἀλλὰ μεγάλοις μηνύτροις δημοσίᾳ οὗτοί τε ἐζητοῦντο καὶ προσέτι ἐψηφίσαντο, καὶ
εἴ τις ἄλλο τι οἶδεν ἀσέβημα γεγενημένον, μηνύειν ἀδεῶς τὸν βουλόμενον καὶ ἀστῶν καὶ ξένων καὶ δούλων.
καὶ τὸ πρᾶγμα μειζόνως ἐλάμβανον· τοῦ τε γὰρ ἔκπλου οἰωνὸς ἐδόκει εἶναι καὶ ἐπὶ ξυνωμοσίᾳ ἅμα νεωτέρων
πραγμάτων καὶ δήμου καταλύσεως γεγενῆσθαι.

Πλούταρχος, Ἀλκιβιάδης 22.5
ἐρήμην δ’ αὐτοῦ καταγνόντες καὶ τὰ χρήματα δημεύσαντες, ἔτι καὶ καταρᾶσθαι προσεψηφίσαντο πάντας
ἱερεῖς καὶ ἱερείας, ὧν μόνην φασὶ Θεανὼ τὴν Μένωνος Ἀγρυλῆθεν ἀντειπεῖν πρὸς τὸ ψήφισμα, φάσκουσαν
εὐχῶν, οὐ καταρῶν ἱέρειαν γεγονέναι.

Θεόφραστος, Χαρακτῆρες 16
Ἀμέλει ἡ δεισιδαιμονία δόξειεν <ἂν> εἶναι δειλία πρὸς τὸ δαιμόνιον, ὁ δὲ δεισιδαίμων τοιοῦτός τις, οἷος
ἐπιτυχὼν ἐκφορᾷ ἀπονιψάμενος τὰς χεῖρας καὶ περιρρανάμενος ἀπὸ ἱεροῦ δάφνην εἰς τὸ στόμα λαβὼν οὕτω
τὴν ἡμέραν περιπατεῖν. καὶ τὴν ὁδὸν ἐὰν ὑπερδράμῃ γαλῆ, μὴ πρότερον πορευθῆναι, ἕως διεξέλθῃ τις ἢ λί-
θους τρεῖς ὑπὲρ τῆς ὁδοῦ διαβάλῃ.καὶ ἐὰν ἴδῃ ὄφιν ἐν τῇ οἰκίᾳ, ἐὰν παρείαν, Σαβάζιον καλεῖν, ἐὰν δὲ ἱερόν,
ἐνταῦθα ἡρῷον εὐθὺς ἱδρύσασθαι. καὶ τῶν λιπαρῶν λίθων τῶν ἐν ταῖς τριόδοις παριὼν ἐκ τῆς ληκύθου ἔλαιον
καταχεῖν καὶ ἐπὶ γόνατα πεσὼν καὶ προσκυνήσας ἀπαλλάτεσθαι. καὶ ἐὰν μῦς θύλακον ἀλφίτων διαφάγῃ, πρὸς
τὸν ἐξηγητὴν ἐλθὼν ἐρωτᾶν, τί χρὴ ποιεῖν, καὶ ἐὰν ἀποκρίνηται αὐτῷ ἐκδοῦναι τῷ σκυτοδέψῃ ἐπιρράψαι, μὴ
προσέχειν τούτοις, ἀλλ’ ἀποτραπεὶς ἐκθύσασθαι. καὶ πυκνὰ δὲ τὴν οἰκίαν καθᾶραι δεινὸς Ἑκάτης φάσκων
ἐπαγωγὴν γεγονέναι. κἂν γλαῦκες βαδίζοντος αὐτοῦ ταράττωνται, [καὶ] εἴπας· Ἀθηνᾶ κρείττων, παρελθεῖν
οὕτω. καὶ οὔτε ἐπιβῆναι μνήματι οὔτ’ ἐπὶ νεκρὸν οὔτ’ ἐπὶ λεχὼ ἐλθεῖν ἐθελῆσαι, ἀλλὰ τὸ μὴ μιαίνεσθαι συμφέ-
ρον αὑτῷ φῆσαι εἶναι. καὶ ταῖς τετράσι δὲ καὶ ἑβδόμαις προστάξας οἶνον ἕψειν τοῖς ἔνδον, ἐξελθὼν ἀγοράσαι μυρσίνας, λιβανωτόν, πόπανα καὶ εἰσελθὼν εἴσω στεφανοῦν τοὺς Ἑρμᾶς, ἀφρονεῖν ὅλην τὴν ἡμέραν. καὶ ὅταν ἐνύπνιον ἴδῃ, πορεύεσθαι πρὸς τοὺς ὀνειροκρίτας, πρὸς τοὺς μάντεις, πρὸς τοὺς ὀρνιθοσκόπους, ἐρωτήσων,τίνι θεῶν –ἢ θεᾷ– προσεύχεσθαι δεῖ. καὶ τελεσθησόμενος πρὸς τοὺς Ὀρφεοτελεστὰς κατὰ μῆνα πορεύεσθαι
μετὰ τῆς γυναικός –ἐὰν δὲ μὴ σχολάζῃ ἡ γυνή, μετὰ τῆς τίτθης– καὶ τῶν παιδίων. καὶ τῶν περιρραινομένων
ἐπὶ θαλάττης ἐπιμελῶς δόξειεν ἂν εἶναι. κἄν ποτε ἐπίδῃ σκορόδῳ ἐστεμμένον τῶν ἐπὶ ταῖς τριόδοις, ἀπελθὼν
κατὰ κεφαλῆς λούσασθαι καὶ ἱερείας καλέσας σκίλλῃ ἢ σκύλακι κελεῦσαι αὑτὸν περικαθᾶραι. μαινόμενον δὲ
ἰδὼν ἢ ἐπίληπτον φρίξας εἰς κόλπον πτύσαι.

Δημοσθένης 18 (περὶ τοῦ στεφάνου).259-60
ἀνὴρ δὲ γενόμενος τῇ μητρὶ τελούσῃ τὰς βίβλους ἀνεγίγνωσκες καὶ τἄλλα συνεσκευωροῦ, τὴν μὲν νύκτα
νεβρίζων καὶ κρατηρίζων καὶ καθαίρων τοὺς τελουμένους καὶ ἀπομάττων τῷ πηλῷ καὶ τοῖς πιτύροις, καὶ
ἀνιστὰς ἀπὸ τοῦ καθαρμοῦ κελεύων λέγειν «ἔφυγον κακόν, εὗρον ἄμεινον», ἐπὶ τῷ μηδένα πώποτε τηλικοῦτ’

282

ὀλολύξαι σεμνυνόμενος (καὶ ἔγωγε νομίζω· μὴ γὰρ οἴεσθ’ αὐτὸν φθέγγεσθαι μὲν οὕτω μέγα, ὀλολύζειν δ’ οὐχ
ὑπέρλαμπρον), ἐν δὲ ταῖς ἡμέραις τοὺς καλοὺς θιάσους ἄγων διὰ τῶν ὁδῶν, τοὺς ἐστεφανωμένους τῷ μαρά-
θῳ καὶ τῇ λεύκῃ, τοὺς ὄφεις τοὺς παρείας θλίβων καὶ ὑπὲρ τῆς κεφαλῆς αἰωρῶν, καὶ βοῶν «εὐοῖ σαβοῖ», καὶ
ἐπορχούμενος «ὑῆς ἄττης ἄττης ὑῆς», ἔξαρχος καὶ προηγεμὼν καὶ κιττοφόρος καὶ λικνοφόρος καὶ τοιαῦθ’ ὑπὸ
τῶν γρᾳδίων προσαγορευόμενος, μισθὸν λαμβάνων τούτων ἔνθρυπτα καὶ στρεπτοὺς καὶ νεήλατα, ἐφ’ οἷς τίς
οὐκ ἂν ὡς ἀληθῶς αὑτὸν εὐδαιμονίσειε καὶ τὴν αὑτοῦ τύχην;

Πλάτων, Πολιτεία 364b-c, 364e-365a
ἀγύρται δὲ καὶ μάντεις ἐπὶ πλουσίων θύρας ἰόντες πείθουσιν ὡς ἔστι παρὰ σφίσι δύναμις ἐκ θεῶν ποριζομένη
θυσίαις τε καὶ ἐπῳδαῖς, εἴτε τι ἀδίκημά του γέγονεν αὐτοῦ ἢ προγόνων, ἀκεῖσθαι μεθ’ ἡδονῶν τε καὶ ἑορτῶν,
ἐάν τέ τινα ἐχθρὸν πημῆναι ἐθέλῃ, μετὰ σμικρῶν δαπανῶν ὁμοίως δίκαιον ἀδίκῳ βλάψει ἐπαγωγαῖς τισιν καὶ
καταδέσμοις, τοὺς θεούς, ὥς φασιν, πείθοντές σφισιν ὑπηρετεῖν.
περὶ ἱερῆς νούσου 1.6
καὶ κατὰ μὲν τὴν ἀπορίην αὐτοῖσι τοῦ μὴ γινώσκειν τὸ θεῖον αὐτῇ διασώζεται, κατὰ δὲ τὴν εὐπορίην τοῦ τρό-
που τῆς ἰήσιος ᾧ ἰῶνται, ἀπόλλυται, ὅτι καθαρμοῖσί τε ἰῶνται καὶ ἐπαοιδῇσιν.

Ξενοφών, Ἀπομνημονεύματα 1.3.1
τὰ μὲν τοίνυν πρὸς τοὺς θεοὺς φανερὸς ἦν καὶ ποιῶν καὶ λέγων ᾗπερ ἡ Πυθία ἀποκρίνεται τοῖς ἐρωτῶσι πῶς
δεῖ ποιεῖν ἢ περὶ θυσίας ἢ περὶ προγόνων θεραπείας ἢ περὶ ἄλλου τινὸς τῶν τοιούτων· ἥ τε γὰρ Πυθία νόμῳ
πόλεως ἀναιρεῖ ποιοῦντας εὐσεβῶς ἂν ποιεῖν, … καὶ ηὔχετο δὲ πρὸς τοὺς θεοὺς ἁπλῶς τἀγαθὰ διδόναι, ὡς
τοὺς θεοὺς κάλλιστα εἰδότας ὁποῖα ἀγαθά ἐστι· τοὺς δ’ εὐχομένους χρυσίον ἢ ἀργύριον ἢ τυραννίδα ἢ ἄλλο
τι τῶν τοιούτων οὐδὲν διάφορον ἐνόμιζεν εὔχεσθαι ἢ εἰ κυβείαν ἢ μάχην ἢ ἄλλο τι εὔχοιντο τῶν φανερῶς
ἀδήλων ὅπως ἀποβήσοιτο. θυσίας δὲ θύων μικρὰς ἀπὸ μικρῶν οὐδὲν ἡγεῖτο μειοῦσθαι τῶν ἀπὸ πολλῶν καὶ
μεγάλων πολλὰ καὶ μεγάλα θυόντων. οὔτε γὰρ τοῖς θεοῖς ἔφη καλῶς ἔχειν, εἰ ταῖς μεγάλαις θυσίαις μᾶλλον
ἢ ταῖς μικραῖς ἔχαιρον· πολλάκις γὰρ ἂν αὐτοῖς τὰ παρὰ τῶν πονηρῶν μᾶλλον ἢ τὰ παρὰ τῶν χρηστῶν εἶναι
κεχαρισμένα· οὔτ’ ἂν τοῖς ἀνθρώποις ἄξιον εἶναι ζῆν, εἰ τὰ παρὰ τῶν πονηρῶν μᾶλλον ἦν κεχαρισμένα τοῖς
θεοῖς ἢ τὰ παρὰ τῶν χρηστῶν· ἀλλ’ ἐνόμιζε τοὺς θεοὺς ταῖς παρὰ τῶν εὐσεβεστάτων τιμαῖς μάλιστα χαίρειν.
ἐπαινέτης δ’ ἦν καὶ τοῦ ἔπους τούτου·
Καδδύναμιν δ’ ἔρδειν ἱέρ’ἀθανάτοισι θεοῖσι, καὶ πρὸς φίλους δὲ καὶ ξένους καὶ πρὸς τὴν ἄλλην δίαιταν καλὴν
ἔφη παραίνεσιν εἶναι τὴν Καδδύναμιν δ’ ἔρδειν. εἰ δέ τι δόξειεν αὐτῷ σημαίνεσθαι παρὰ τῶν θεῶν, ἧττον ἂν
ἐπείσθη παρὰ τὰ σημαινόμενα ποιῆσαι ἢ εἴ τις αὐτὸν ἔπειθεν ὁδοῦ λαβεῖν ἡγεμόνα τυφλὸν καὶ μὴ εἰδότα τὴν
ὁδὸν ἀντὶ βλέποντος καὶ εἰδότος· καὶ τῶν ἄλλων δὲ μωρίαν κατηγόρει, οἵτινες παρὰ τὰ ὑπὸ τῶν θεῶν σημαι-
νόμενα ποιοῦσί τι, φυλαττόμενοι τὴν παρὰ τοῖς ἀνθρώποις ἀδοξίαν· αὐτὸς δὲ πάντα τἀνθρώπινα ὑπερεώρα
πρὸς τὴν παρὰ τῶν θεῶν συμβουλίαν.

Ἰλιάς 1.35-43, 450-6
πολλὰ δ’ ἔπειτ’ ἀπάνευθε κιὼν ἠρᾶθ’ ὃ γεραιὸς
Ἀπόλλωνι ἄνακτι, τὸν ἠΰκομος τέκε Λητώ·
κλῦθί μευ ἀργυρότοξ’, ὃς Χρύσην ἀμφιβέβηκας
Κίλλάν τε ζαθέην Τενέδοιό τε ἶφι ἀνάσσεις,
Σμινθεῦ εἴ ποτέ τοι χαρίεντ’ ἐπὶ νηὸν ἔρεψα,
ἢ εἰ δή ποτέ τοι κατὰ πίονα μηρί’ ἔκηα
ταύρων ἠδ’ αἰγῶν, τὸ δέ μοι κρήηνον ἐέλδωρ·
τίσειαν Δαναοὶ ἐμὰ δάκρυα σοῖσι βέλεσσιν.
Ὣς ἔφατ’ εὐχόμενος, τοῦ δ’ ἔκλυε Φοῖβος Ἀπόλλων,
(…)
τοῖσιν δὲ Χρύσης μεγάλ’ εὔχετο χεῖρας ἀνασχών·
κλῦθί μευ ἀργυρότοξ’, ὃς Χρύσην ἀμφιβέβηκας
Κίλλάν τε ζαθέην Τενέδοιό τε ἶφι ἀνάσσεις·
ἦ μὲν δή ποτ’ ἐμεῦ πάρος ἔκλυες εὐξαμένοιο,
τίμησας μὲν ἐμέ, μέγα δ’ ἴψαο λαὸν Ἀχαιῶν·
ἠδ’ ἔτι καὶ νῦν μοι τόδ’ ἐπικρήηνον ἐέλδωρ·
ἤδη νῦν Δαναοῖσιν ἀεικέα λοιγὸν ἄμυνον

Θουκυδίδης 6.32
ξύμπαντες δὲ ὑπὸ κήρυκος ἐποιοῦντο, κρατῆράς τε κεράσαντες παρ’ ἅπαν τὸ στράτευμα καὶ ἐκπώμασι χρυ-

283

σοῖς τε καὶ ἀργυροῖς οἵ τε ἐπιβάται καὶ οἱ ἄρχοντες σπένδοντες. ξυνεπηύχοντο δὲ καὶ ὁ ἄλλος ὅμιλος ὁ ἐκ
τῆς γῆς τῶν τε πολιτῶν καὶ εἴ τις ἄλλος εὔνους παρῆν σφίσιν. παιανίσαντες δὲ καὶ τελεώσαντες τὰς σπονδὰς
ἀνήγοντο (…)

Ἡσίοδος,Ἔργα καὶ Ἡμέραι 336-41
Κὰδ δύναμιν δ’ ἔρδειν ἱέρ’ ἀθανάτοισι θεοῖσιν
ἁγνῶς καὶ καθαρῶς, ἐπὶ δ’ ἀγλαὰ μηρία καίειν·
ἄλλοτε δὲ σπονδῇσι θύεσσί τε ἱλάσκεσθαι,
ἠμὲν ὅτ’ εὐνάζῃ καὶ ὅτ’ ἂν φάος ἱερὸν ἔλθῃ,
ὥς κέ τοι ἵλαον κραδίην καὶ θυμὸν ἔχωσιν,
ὄφρ’ ἄλλων ὠνῇ κλῆρον, μὴ τὸν τεὸν ἄλλος

ψευδο-Ἀριστοτέλης, Ἀθηναίων πολιτεία 55.3
ἐπερωτῶσιν δ’, ὅταν δοκιμάζωσιν, πρῶτον μὲν «τίς ‖ σοι πατὴρ καὶ πόθεν τῶν δήμων, καὶ τίς πατρὸς πατήρ,
καὶ τίς μήτηρ, καὶ τίς μητρὸς πατὴρ καὶ πόθεν τῶν δήμων»; μετὰ δὲ ταῦτα εἰ ἔστιν αὐτῷ Ἀπόλλων Πατρῷος
καὶ Ζεὺς Ἑρκεῖος, καὶ ποῦ ταῦτα τὰ ἱερά ἐστιν, εἶτα ἠρία εἰ ἔστιν καὶ ποῦ ταῦτα, (…)

Ἰσαῖος 8 (περὶ τοῦ Κίρωνος κλήρου).15-16
Ἡμεῖς τοίνυν καὶ ἄλλα τεκμήρια πρὸς τούτοις ἔχομεν εἰπεῖν, [ἵνα γνώσεσθε] ὅτι ἐκ θυγατρὸς ἡμεῖς Κίρωνός
ἐσμεν. Οἷα γὰρ εἰκὸς παίδων [ὑέων] <ὄντων> ἐξ ἑαυτοῦ θυγατρός, οὐδεπώποτε θυσίαν ἄνευ ἡμῶν οὐδεμίαν
ἐποίησεν, ἀλλ’ εἴτε μικρὰ εἴτε μεγάλα θύοι, πανταχοῦ παρῆμεν ἡμεῖς καὶ συνεθύομεν. Καὶ οὐ μόνον εἰς τὰ
τοιαῦτα παρεκαλούμεθα, ἀλλὰ καὶ εἰς Διονύσια εἰς ἀγρὸν ἦγεν ἀεὶ ἡμᾶς, καὶ μετ’ ἐκείνου τε ἐθεωροῦμεν κα-
θήμενοι παρ’ αὐτὸν καὶ τὰς ἑορτὰς ἤγομεν παρ’ ἐκεῖνον πάσας· τῷ Διί τε θύων τῷ Κτησίῳ, περὶ ἣν μάλιστ’
ἐκεῖνος θυσίαν ἐσπούδαζε καὶ οὔτε δούλους προσῆγεν οὔτε ἐλευθέρους ὀθνείους, ἀλλ’ αὐτὸς δι’ ἑαυτοῦ πάντ’
ἐποίει, ταύτης ἡμεῖς ἐκοινωνοῦμεν καὶ τὰ ἱερὰ συνεχειρουργοῦμεν καὶ συνεπετίθεμεν καὶ τἆλλα συνεποιοῦ-
μεν, καὶ ηὔχετο ἡμῖν ὑγίειαν διδόναι καὶ κτῆσιν ἀγαθήν, ὥσπερ εἰκὸς ὄντα πάππον.

Μένανδρος, Δύσκολος 260-5
μέλλουσα δ’ ἡ μήτηρ θεῶι θύειν τινί –
οὐκ οἶδ’ ὅτωι – ποιεῖ δὲ τοῦθ’ ὁσημέραι,
περιέρχεται θύουσα τὸν δῆμον κύκλωι
ἅπαντ’ – ἀπέσταλκ’ αὐτὸν αὐτόθεν τινὰ
μισθωσόμενον μάγειρον. ἐρρῶσθαι δὲ τῆι
θυσίαι φράσας ἥκω πάλιν πρὸς τἀνθάδε

Ἡσίοδος, Θεογονία 535-41, 556-7
καὶ γὰρ ὅτ’ ἐκρίνοντο θεοὶ θνητοί τ’ ἄνθρωποι
Μηκώνῃ, τότ’ ἔπειτα μέγαν βοῦν πρόφρονι θυμῷ
δασσάμενος προύθηκε, Διὸς νόον ἐξαπαφίσκων.
τῷ μὲν γὰρ σάρκάς τε καὶ ἔγκατα πίονα δημῷ
ἐν ῥινῷ κατέθηκε, καλύψας γαστρὶ βοείῃ,
τοῖς δ’ αὖτ’ ὀστέα λευκὰ βοὸς δολίῃ ἐπὶ τέχνῃ
εὐθετίσας κατέθηκε, καλύψας ἀργέτι δημῷ.
556-7 ἐκ τοῦ δ’ ἀθανάτοισιν ἐπὶ χθονὶ φῦλ’ ἀνθρώπων
καίουσ’ ὀστέα λευκὰ θυηέντων ἐπὶ βωμῶν.

Εὐριπίδης, Ἴων 184-217
{ – } οὐκ ἐν ταῖς ζαθέαις Ἀθά- {[στρ.}
ναις εὐκίονες ἦσαν αὐ-
λαὶ θεῶν μόνον, οὐδ’ ἀγυι-
άτιδες θεραπεῖαι·
ἀλλὰ καὶ παρὰ Λοξίᾳ
τῷ Λατοῦς διδύμων προσώ-
πων καλλιβλέφαρον φῶς.
{ – } ἰδοὺ τάνδ’, ἄθρησον,
Λερναῖον ὕδραν ἐναίρει
χρυσέαις ἅρπαις ὁ Διὸς παῖς·

284

φίλα, πρόσιδ’ ὄσσοις.
{ – } ὁρῶ. καὶ πέλας ἄλλος αὐ- {[ἀντ.}
τοῦ πανὸν πυρίφλεκτον αἴ-
ρει τις – ἆρ’ ὃς ἐμαῖσι μυ-
θεύεται παρὰ πήναις,
ἀσπιστὰς Ἰόλαος, ὃς
κοινοὺς αἰρόμενος πόνους
Δίῳ παιδὶ συναντλεῖ;
{ – } καὶ μὰν τόνδ’ ἄθρησον
πτεροῦντος ἔφεδρον ἵππου·
τὰν πῦρ πνέουσαν ἐναίρει
τρισώματον ἀλκάν.
{ – } πάντᾳ τοι βλέφαρον διώ- {[στρ.}
κω. σκέψαι κλόνον ἐν τείχες-
σι λαΐνοισι Γιγάντων.
{ – } ὦ φίλαι, ὧδε δερκόμεσθα.
{ – } λεύσσεις οὖν ἐπ’Ἐγκελάδῳ
γοργωπὸν πάλλουσαν ἴτυν . . .;
{ – } λεύσσω Παλλάδ’, ἐμὰν θεόν.
{ – } τί γάρ; κεραυνὸν ἀμφίπυρον
ὄβριμον ἐν Διὸς
ἑκηβόλοισι χερσίν;
{ – } ὁρῶ· τὸν δάϊον
Μίμαντα πυρὶ καταιθαλοῖ.
{ – } καὶ Βρόμιος ἄλλον ἀπολέμοι-
σι κισσίνοισι βάκτροις
ἐναίρει Γᾶς τέκνων ὁ Βακχεύς.

Ἡρώδας 4 (Ἀσκληπιῷ ἀνατιθεῖσαι καὶ θυσιάζουσαι) 1-38, 55-74
χαίροις, ἄν̣αξ Παίη̣ον, ὂ̣ς μ̣έδεις Τρίκκης
καὶ Κῶν γλυκεῖαν κἠπίδαυρον ὤικηκας,
σὺν καὶ Κορωνὶς ἤ σ’ ἔτικτε κὠπόλλων
χαίροιεν, ἦς τε χειρὶ δεξιῆι ψαύεις
᾽Υγίεια, κὦνπερ οἴδε τίμιοι βωμοί
Πανάκη τε κἠπιώ τε κἰησὼ χαίροι,
κοἰ Λεωμέδοντος οἰκίην τε καὶ τείχεα
πέρσαντες, ἰητῆρες ἀγρίων νούσων,
Ποδαλείριός τε καὶ Μαχάων χαιρόντων,
κὤσοι θεοὶ σὴν ἐστίην κατοικεῦσιν
καὶ θεαί, πάτερ Παίηον· ἴλεωι δεῦτε
τοῦ ἀλέκτορος τοῦδ’, ὄντιν’ οἰκίης †τοίχων†
κήρυκα θύω, τἀπίδορπα δέξαισθε.
οὐ γάρ τι πολλὴν οὐδ’ ἔτοιμον ἀντλεῦμεν,
ἐπεὶ τάχ’ ἂν βοῦν ἢ νενημένην χοῖρον
πολλῆς φορίνης, κοὐκ ἀλέκτορ’, ἴητρα
νούσων ἐποιεύμεσθα τὰς ἀπέψησας
ἐπ’ ἠπίας σὺ χεῖρας, ὦ ἄναξ, τείνας.
ἐκ δεξιῆς τὸν πίνακα, Κοκκάλη, στῆσον
τῆς ᾽Υγιείης. {<ΦΙΛΗ>} ἆ, καλῶν, φίλη Κυννοῖ,
ἀγαλμάτων· τίς ἦρα τὴν λίθον ταύτην
τέκτων ἐπο<ί>ει καὶ τίς ἐστιν ὀ στήσας;
{<ΚΥ.>} οἰ Πρηξιτέλεω παῖδες· οὐκ ὀρῆις κεῖνα
ἐν τῆι βάσι τὰ γράμματ’; Εὐθίης δ’ αὐτήν
ἔστησεν ὀ Πρήξωνος. {<ΦΙ.>} ἴλεως εἴη
καὶ τοῖσδ’ ὀ Παιὼν καὶ Εὐθίηι καλῶν ἔργων.

285

{<ΚΥ.>} ὄρη, Φίλη, τὴν παῖδα τὴν ἄνω κείνην
βλέπουσαν ἐς τὸ μῆλον· οὐκ ἐρεῖς αὐτήν
ἢν μὴ λάβηι τὸ μῆλον ἐκ τάχα ψύξει<ν>;
{<ΦΙ.>} κεῖνον δέ, Κυννοῖ, τὸν γέροντ’ – {<ΚΥ.>} ἆ πρὸς Μοιρέων
τὴν χηναλώπεκα ὠς τὸ παιδίον πνίγει.
πρὸ τῶν ποδῶν γοῦν εἴ τι μὴ λίθος, τοὔργον,
ἐρεῖς, λαλήσει. μᾶ, χρόνωι κοτ’ὤνθρωποι
κἠς τοὺς λίθους ἔξουσι τὴν ζοὴν θεῖναι.
{ΦΙ.} τὸν Βατάλης γὰρ τοῦτον οὐκ ὀρῆις, Κυννοῖ,
ὄκως βέ̣β̣η̣κ̣ε̣ν̣ ἀνδρ[ι]άντα τῆς Μύττεω;
εἰ μή τ̣ι̣ς α̣ὐ̣τὴ̣ν εἶδε Βατάλην, βλέψας
ἐς τοῦτο τὸ εἰκόνισμα μὴ ἐτ̣ύ̣μ̣ης δείσθω.
(...)
55 αὔτη σύ, μεῖνον· ἠ θύρη γὰρ ὤϊκται
κἀνεῖτ’ ὀ παστός. {<ΦΙ.>} οὐκ ὀρῆις, φίλη Κυννοῖ;
οἶ’ ἔργα κεῖ ’νῆν· ταῦτ’ ἐρεῖς Ἀθηναίην
γλύψαι τὰ καλά – χαιρέτω δὲ δέσποινα.
τὸν παῖδα δὴ <τὸν> γυμνὸν ἢν κνίσω τοῦτον
οὐκ ἔλκος ἔξει, Κύννα; πρὸς γάρ οἰ κεῖνται
αἰ σάρκες οἶα θερμὰ θερμὰ πηδῶσαι
ἐν τῆι σανίσκηι. τὠργύρευν δὲ πύραυστρον
οὐκ ἢν ἴδη<σι>Μύλλος ἢ Παταικίσκος
ὀ Λαμπρίωνος, ἐκβαλεῦσι τὰς κούρας
δοκεῦντες ὄντως ἀργύρευν πεποιῆσθαι;
ὀ βοῦς δὲ κὠ ἄγων αὐτὸν ἤ τ’ ὀμαρτεῦσα
κὠ γρυπὸς οὖτος κὠ [ἀν]άσιλλος ἄνθρωπος
οὐχὶ ζοὴν βλέπουσι κἠμέρην πάντες;
εἰ μὴ ἐδόκευν τι μέζον ἢ γυνὴ πρήσσειν,
ἀνηλάλαξ’ ἄν, μή μ’ ὀ βοῦς τι πημήνηι·
οὔτω ἐπιλοξοῖ, Κυννί, τῆι ἐτέρηι κούρηι.
{ΚΥ.} ἀληθιναί, Φίλη, γὰρ αἰ Ἐφεσίου χεῖρες
ἐς πάντ’Ἀπελλέω γράμματ’· οὐδ’ ἐρεῖς “κεῖνος
ὤνθρωπος ἒν μὲν εἶδεν, ἒν δ’ ἀπηρνήθη”

Θεόφραστος, περὶ εὐσεβείας απ. 12
Τὰ μὲν ἀρχαῖα τῶν ἱερῶν νηφάλια παρὰ πολλοῖς ἦν, νηφάλια δ’ ἐστὶν τὰ ὑδρόσπονδα, τὰ δὲ μετὰ ταῦτα μελί-
σπονδα· τοῦτον γὰρ ἕτοιμον παρὰ μελιττῶν πρῶτον ἐλάβομεν τὸν ὑγρὸν καρπόν· εἶτ’ ἐλαιόσπονδα· τέλος δ’
ἐπὶ πᾶσιν τὰ ὕστερον γεγονότα οἰνόσπονδα. μαρτυρεῖται δὲ ταῦτα οὐ μόνον ὑπὸ τῶν κύρβεων, αἳ τῶν Κρήτη-
θέν εἰσι Κορυβαντικῶν ἱερῶν οἷον ἀντίγραφα ἄττα πρὸς ἀλήθειαν, ἀλλὰ καὶ παρ’Ἐμπεδοκλέους, ὃς περί τε
τῶν θυμάτων καὶ περὶ τῆς θεογονίας διεξιὼν παρεμφαίνει λέγων·
οὐδέ τις ἦν κείνοισιν Ἄρης θεὸς οὐδὲ Κυδοιμὸς
οὐδὲ Ζεὺς βασιλεὺς οὐδὲ Κρόνος οὐδὲ Ποσειδῶν,
ἀλλὰ Κύπρις βασίλεια,
ἥ ἐστιν ἡ φιλία·
τὴν οἵ γ’ εὐσεβέεσσιν ἀγάλμασιν ἱλάσκοντο
γραπτοῖς τε ζῴοισι μύροισί τε δαιδαλεόδμοις
σμύρνης τ’ ἀκράτου θυσίαις λιβάνου τε θυώδους
ξουθῶν τε σπονδὰς μελίτων ῥιπτοῦντες ἐς οὖδας,
ἅπερ καὶ νῦν ἔτι σῴζεται παρ’ ἐνίοις οἷον ἴχνη τινὰ τῆς ἀληθείας ὄντα,
ταύρων δ’ ἀκράτοισι φόνοις οὐ δεύετο βωμός.
τῆς γὰρ οἶμαι φιλίας καὶ τῆς περὶ τὸ συγγενὲς αἰσθήσεως πάντα κατεχούσης, οὐδεὶς οὐθὲν ἐφόνευεν, οἰκεῖα
εἶναι νομίζων τὰ λοιπὰ τῶν ζῴων. ἐπεὶ δὲ Ἄρης καὶ Κυδοιμὸς καὶ πᾶσα μάχη καὶ πολέμων ἀρχὴ κατέσχεν, τότε
πρῶτον οὐθεὶς οὐθενὸς ὄντως ἐφείδετο τῶν οἰκείων. σκεπτέον δ’ ἔτι καὶ ταῦτα· ὥσπερ γὰρ οἰκειότητος οὔσης
ἡμῖν πρὸς τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς κακοποιοὺς καὶ καθάπερ ὑπό τινος πνοῆς τῆς ἰδίας φύσεως καὶ μοχθηρίας
φερομένους πρὸς τὸ βλάπτειν τὸν ἐντυγχάνοντα ἀναιρεῖν ἡγούμεθα δεῖν καὶ κολάζειν ἅπαντας, οὕτως καὶ τῶν

286



ἀλόγων ζῴων τὰ ἄδικα τὴν φύσιν καὶ κακοποιὰ πρός τε τὸ βλάπτειν ὡρμημένα τῇ φύσει τοὺς ἐμπελάζοντας
ἀναιρεῖν ἴσως προσήκει, τὰ δὲ μηθὲν ἀδικοῦντα τῶν λοιπῶν ζῴων μηδὲ τῇ φύσει πρὸς τὸ βλάπτειν ὡρμημένα
ἀναιρεῖν τε καὶ φονεύειν ἄδικον δήπου, ὥσπερ καὶ τῶν ἀνθρώπων τοὺς τοιούτους. ὃ δὴ καὶ ἐμφαίνειν ἔοικεν ἓν
δίκαιον ἡμῖν μηδὲν εἶναι πρὸς τὰ λοιπὰ τῶν ζῴων, διὰ τὸ βλαβερὰ ἄττα τούτων εἶναι καὶ κακοποιὰ τὴν φύσιν,
τὰ δὲ μὴ τοιαῦτα, καθάπερ καὶ τῶν ἀνθρώπων. ἆρ’ οὖν θυτέον τὰ ἄξια τοῦ σφάττεσθαι τοῖς θεοῖς; καὶ πῶς,
εἴ γε φαῦλα τὴν φύσιν ἐστίν; οὐθὲν γὰρ μᾶλλον οὕτω ἢ τὰ ἀνάπηρα θυτέον. κακῶν δὲ οὕτως ἀπαρχὴν καὶ οὐ
τιμῆς ἕνεκα τὰς θυσίας ποιήσομεν. εἰ δ’ ἄρα θυτέον τοῖς θεοῖς ζῷα, τὰ μηθὲν ἀδικοῦντα τούτων ἡμᾶς θυτέον.
οὐκ ἀναιρετέον δὲ ὡμολογηκότες μηθὲν ἡμᾶς ἀδικοῦντα τῶν λοιπῶν ζῴων, ὥστε οὐδὲ θυτέον αὐτὰ τοῖς θεοῖς.
εἰ οὖν οὔτε ταῦτα θυτέον οὔτε τὰ κακοποιά, πῶς οὐ φανερόν, ὅτι παντὸς μᾶλλον ἀφεκτέον καὶ οὐ θυτέον ἐστὶ
τῶν λοιπῶν ζῴων οὐδέν, ἀναιρεῖν γε μέντοι τούτων ἕτερ’ ἄττα προσήκει; καὶ γὰρ ἄλλως τριῶν ἕνεκα θυτέον
τοῖς θεοῖς· ἢ γὰρ διὰ τιμὴν ἢ διὰ χάριν ἢ διὰ χρείαν τῶν ἀγαθῶν. καθάπερ γὰρ τοῖς ἀγαθοῖς ἀνδράσιν, οὕτω
κἀκείνοις ἡγούμεθα δεῖν ποιεῖσθαι τὰς ἀπαρχάς. τιμῶμεν δὲ τοὺς θεοὺς ἢ κακῶν μὲν ἀποτροπήν, ἀγαθῶν δὲ
παρασκευὴν ἡμῖν γενέσθαι ζητοῦντες, ἢ προπεπονθότες εὖ, οὐχ ἵνα τύχωμεν ὠφελείας τινός, ἢ κατὰ ψιλὴν
τὴν τῆς ἀγαθῆς αὐτῶν ἕξεως ἐκτίμησιν. ὥστε καὶ τῶν ζῴων, εἰ ἀπαρκτέον αὐτὰ θεοῖς, τούτων τινὸς ἕνεκα
θυτέον. καὶ γὰρ ἃ θύομεν, τούτων τινὸς ἕνεκα θύομεν. ἆρ’ οὖν τιμῆς ἡγήσαιτ’ ἄν τις τυγχάνειν ἡμῶν ἢ θεός,
ὅταν ἀδικοῦντες εὐθὺς διὰ τῆς ἀπαρχῆς φαινώμεθα, ἢ μᾶλλον ἀτιμίαν οἰήσαιτ’ ἂν τὸ τοιοῦτο δρᾶν; ἐν τῷ δέ
γε θύειν ἀναιροῦντες τὰ μηδὲν ἀδικοῦντα τῶν ζῴων, ἀδικήσειν ὁμολογοῦμεν· ὥστε τιμῆς μὲν ἕνεκα οὐ θυτέον
τῶν λοιπῶν ζῴων οὐθέν· οὐ μὴν οὐδὲ τῶν εὐεργεσιῶν χάριν αὐτοῖς ἀποδιδόντας. ὁ γὰρ τὴν δικαίαν ἀμοιβὴν
τῆς εὐεργεσίας καὶ τῆς εὐποιίας τὸ ἀντάξιον ἀποδιδοὺς οὐκ ἐκ τοῦ κακῶς τινὰς δρᾶν ὀφείλει ταῦτα παρέχειν·
οὐδὲν γὰρ μᾶλλον ἀμείβεσθαι δόξει ἢ κἂν εἰ τὰ τοῦ πέλας ἁρπάσας τις στεφανοίη τινὰς ὡς χάριν ἀποδιδοὺς καὶ
τιμήν. ἀλλ’ οὐδὲ χρείας τινὸς ἕνεκα τῶν ἀγαθῶν. ὁ γὰρ ἀδίκῳ πράξει τὸ παθεῖν εὖ θηρεύων ὕποπτός ἐστι μηδὲ
εὖ παθὼν χάριν ἕξειν· ὥστ’ οὐδ’ ἐλπιζομένης εὐεργεσίας θυτέον ἐστὶ τοῖς θεοῖς ζῷα. καὶ γὰρ δὴ τῶν μὲν ἀν-
θρώπων λάθοι τις ἂν ἴσως τινὰ τοῦτο πράττων, τὸν δὲ θεὸν ἀμήχανον καὶ λαθεῖν. εἰ τοίνυν θυτέον μὲν τούτων
τινὸς ἕνεκα, οὐδενὸς δὲ τούτων χάριν αὐτὸ πρακτέον, δῆλον ὡς οὐ θυτέον ἐστὶν ζῷα τὸ παράπαν τοῖς θεοῖς.
ταῖς γὰρ ἐκ τῶν θυμάτων ἀπολαύσεσι τὸ περὶ τούτων ἀληθὲς ἐξαλείφειν πειρώμενοι λανθάνομεν ἡμᾶς αὐτούς,
οὐ γὰρ δὴ τὸν θεόν. τῶν μὲν οὖν ἀτίμων ζῴων, ἃ μηδεμίαν εἰς τὸν βίον ἡμῖν παρέχεται χρείαν κρείττω, οὐδε-
μίαν ἀπόλαυσιν ἐχόντων οὐθὲν θύομεν τοῖς θεοῖς. τίς γὰρ δὴ πώποτε ἔθυσεν ὄφεις καὶ σκορπίους ἢ πιθήκους ἤ
τι τῶν τοιούτων ζῴων; τῶν δὲ τοῖς βίοις ἡμῶν χρείαν τινὰ παρεχομένων καί τι εἰς ἀπόλαυσιν ἐν αὑτοῖς ἐχόντων
οὐθενὸς ἀπεχόμεθα, σφάττοντες ὡς ἀληθῶς καὶ δέροντες ἐπὶ προστασίας τοῦ θείου. βοῦς γὰρ καὶ πρόβατα
πρός τε τούτοις ἐλάφους καὶ ὄρνιθας, αὐτούς τε τοὺς καθαρειότητος μὲν οὐθὲν κοινωνοῦντας, ἀπόλαυσιν δὲ
ἡμῖν παρέχοντας σιάλους σφάττομεν τοῖς θεοῖς· ὧν τὰ μὲν τοῖς βίοις ἡμῶν ἐπικουρεῖ συμπονοῦντα, τὰ δὲ εἰς
τροφὴν ἤ τινας ἄλλας χρείας ἔχει βοήθειαν. τὰ δὲ οὐθὲν τούτων δρῶντα διὰ τὴν ἐξ αὐτῶν ἀπόλαυσιν ὁμοίως
τοῖς ἔχουσι τὸ χρήσιμον ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων ἀπόλλυται ταῖς θυσίαις. ἀλλ’οὐκ ὄνους οὐδ’ ἐλέφαντας οὐδὲ ἄλλο
τῶν συμπονούντων μέν, οὐκ ἐχόντων δὲ ἀπόλαυσιν θύομεν. καίτοι καὶ χωρίς γε τοῦ θύειν οὐκ ἀπεχόμεθα τῶν
τοιούτων, σφάττοντες διὰ τὰς ἀπολαύσεις, καὶ θύομεν αὐτῶν τῶν θυσίμων οὐ τὰ τοῖς θεοῖς, πολὺ δὲ μᾶλλον
τὰ ταῖς τῶν ἀνθρώπων ἐπιθυμίαις κεχαρισμένα, καταμαρτυροῦντες ἡμῶν αὐτῶν, ὅτι τῆς ἀπολαύσεως χάριν
ἐμμένομεν τοῖς τοιούτοις θύμασιν.

2.1.1Άνδρες και λατρεία

Θεόφραστος, περὶ εὐσεβείας απ. 18
ἀπὸ δ’ ἐκείνου μέχρι τοῦ νῦν ἀεὶ τοῖς Διιπολείοις Ἀθήνησιν ἐν ἀκροπόλει οἱ εἰρημένοι τὸν αὐτὸν τρόπον
ποιοῦνται τὴν τοῦ βοὸς θυσίαν. θέντες γὰρ ἐπὶ τῆς χαλκῆς τραπέζης πέλανον καὶ ψαιστά, περιελαύνουσι τοὺς
κατανεμηθέντας βοῦς, ὧν ὁ γευσάμενος κόπτεται. καὶ γένη τῶν ταῦτα δρώντων ἔστιν μέχρι τοῦ νῦν· οἳ μὲν
ἀπὸ τοῦ πατάξαντος βουτύποι καλούμενοι πάντες, οἳ δ’ ἀπὸ τοῦ περιελάσαντος κεντριάδαι· τοὺς δ’ ἀπὸ τοῦ
ἐπισφάξαντος δαιτροὺς ὀνομάζουσιν διὰ τὴν ἐκ τῆς κρεανομίας γιγνομένην δαῖτα. πληρώσαντες δὲ τὴν βύρ-
σαν, ὅταν πρὸς τὴν κρίσιν ἀχθῶσιν, καταποντοῦσι τὴν μάχαιραν. οὕτως οὔτε τὸ παλαιὸν ὅσιον ἦν κτείνειν τὰ
συνεργὰ τοῖς βίοις ἡμῶν ζῷα, νῦν τε τοῦτο φυλακτέον ἐστὶ πράττειν,

Ἀριστοφάνης, Νεφέλαι 984-5
ἀρχαῖά γε καὶ Διπολιώδη καὶ τεττίγων ἀνάμεστα
καὶ Κηκείδου καὶ Βουφονίων

Θουκυδίδης 1.126.6
ἔστι γὰρ καὶ ἈθηναίοιςΔιάσια ἃ καλεῖται Διὸς ἑορτὴ Μειλιχίου μεγίστη ἔξω τῆς πόλεως, ἐν ᾗ πανδημεὶ θύουσι

287



πολλὰ οὐχ ἱερεῖα, ἀλλ’ ἁγνὰ θύματα ἐπιχώρια.

Ἀριστοφάνης, Νεφέλαι 408-9, 863-4
{Στ.} νὴ Δί’ ἐγὼ γοῦν ἀτεχνῶς ἔπαθον τουτί ποτε Διασίοισιν.
ὀπτῶν γαστέρα τοῖς συγγένεσιν κᾆτ’ οὐκ ἔσχων ἀμελήσας,
863-4
ὃν πρῶτον ὀβολὸν ἔλαβον ἠλιαστικόν,
τούτου ‹πριάμην σοι Διασίοις ἁμαξίδα.

Παναθήναια

Εὐριπίδης, Ἡρακλεῖδαι 777-83 (παννυχίς)
ἐπεί σοι πολύθυτος ἀεὶ
τιμὰ κραίνεται, οὐδὲ λά-
θει μηνῶν φθινὰς ἁμέρα,
νέων τ’ ἀοιδαὶ χορῶν τε μολπαί.
ἀνεμόεντι δ’ ἐπ’ ὄχθῳ
ὀλολύγματα παννυχίοις ὑπὸ παρ-
θένων ἰαχεῖ ποδῶν κρότοισιν.

Ἀριστοφάνης, Εἰρήνη 418-20
Καὶ σοὶ τὰ μεγάλ’ ἡμεῖς Παναθήναι’ ἄξομεν
πάσας τε τὰς ἄλλας τελετὰς τὰς τῶν θεῶν,
Μυστήρι’Ἑρμῇ, Διπολίει’, Ἀδώνια·

Ἀριστοφάνης, Νεφέλαι 987-9 (πυρριχισταί)
σὺ μὲν τοὺς νῦν εὐθὺς ἐ ἱματίοισι διδάσκεις ἐντετυλίχθαι,
ὥστε μ᾽ ἀπάγχεσθ᾽ ὅταν ὀρχεῖσθαι Παναθηναίοις δέον αὐτοὺς
τὴν ἀσπίδα τῆς κωλῆς προέχων ἀμελῇ τις Τριτογενείης.

Λυσίας 21 (ὑπὲρ τοῦ ἀδυνάτου).1 και 4
(ἀνήλωσα) ἐπὶ Γλαυκίππου ἄρχοντος εἰς πυρριχιστὰς Παναθηναίοις τοῖς μεγάλοις ὀκτακοσίας... 4 καὶ Πανα-
θηναίοις τοῖς μικροῖς ἐχορήγουν πυρριχισταῖς ἀγενείοις καὶ ἀνήλωσα ἐπτὰ μνᾶς.

ψευδο-Ἀριστοτέλης, Ἀθηναίων πολιτεία 49.3
ἔκρινεν δέ ποτε καὶ τὰ παραδείγματα καὶ τὸν πέπλον ἡ βουλή, νῦν δὲ τὸ δικαστήριον τὸ λαχόν· ἐδόκουν γὰρ
οὗτοι καταχαρίζεσθαι τὴν κρίσιν. καὶ τῆς ποιήσεως τῶν Νικῶν καὶ τῶν ἄθλων τῶν εἰς τὰ Παναθήναια συνεπι-
μελεῖται μετὰ τοῦ ταμίου τῶν στρατιωτικῶν.

ψευδο-Ἀριστοτέλης, Ἀθηναίων πολιτεία 60
(ενν. οι άρχοντες) οὗτοι δὲ δοκιμασθέντες ἄρχουσι τέτταρα ἔτη, καὶ διοικοῦσι τήν τε πομπὴν τῶν Παναθηναί-
ων καὶ τὸν ἀγῶνα τῆς μουσικῆς καὶ τὸν γυμνικὸν ἀγῶνα καὶ τὴν ἱπποδρομίαν, καὶ τὸν πέπλον ποιοῦνται, καὶ
τοὺς ἀμφορεῖς ποιοῦνται μετὰ τῆς βουλῆς, καὶ τὸ ἔλαιον τοῖς ἀθληταῖς ἀποδιδόασι. συλλέγεται δὲ τὸ ἔλαιον
ἀπὸ τῶν μοριῶν· εἰσπράττει δὲ τοὺς τὰ χωρία κεκτημένους ἐν οἷς αἱ μορίαι εἰσὶν ὁ ἄρχων, τρί’ἡμικοτύλια ἀπὸ
τοῦ στελέχους ἑκάστου. πρότερον δ’ ἐπώλει τὸν καρπὸν ἡ πόλις· (...)
62 ἀθλοθέται δ’ ἐν πρυτανείῳ δειπνοῦσι τὸν Ἑκ[ατ]ομβαιῶνα μῆνα, ὅ[τ]αν ᾖ τὰ Παναθήναια,

Πλάτων, Ἴων 530b2 (αγώνες)
{ΣΩ.} Εὖ λέγεις· ἄγε δὴ ὅπως καὶ τὰ Παναθήναια νικήσομεν.

Δημοσθένης 18 (περὶ τοῦ στεφάνου).116
δεδόχθαι τῇ βουλῇ καὶ τῷ δήμῳ στεφανῶσαι Χαρίδημον καὶ Διότιμον χρυσῷ στεφάνῳ, καὶ ἀναγορεῦσαι
Παναθηναίοις τοῖς μεγάλοις ἐν τῷ γυμνικῷ ἀγῶνι καὶ Διονυσίοις τραγῳδοῖς καινοῖς· τῆς δὲ ἀναγορεύσεως
ἐπιμεληθῆναι θεσμοθέτας, πρυτάνεις, ἀγωνοθέτας.

Πλούταρχος, Θησεύς 24.3
ἓν δὲ ποιήσας ἅπασι κοινὸν ἐνταῦθα πρυτανεῖον καὶ βουλευτήριον ὅπου νῦν ἵδρυται τὸ ἄστυ, τήν τε πόλιν
Ἀθήνας προσηγόρευσε, καὶ Παναθήναια θυσίαν ἐποίησε κοινήν

288

Παυσανίας 8.2.1
οὐκέτι δὲ τὰ παρ’Ἀθηναίοις Παναθήναια τεθῆναι πρότερα ἀποφαίνομαι· τούτῳ γὰρ τῷ ἀγῶνι Ἀθήναια ὄνομα
ἦν, Παναθήναια δὲ κληθῆναί φασιν ἐπὶ Θησέως, ὅτι ὑπὸ Ἀθηναίων ἐτέθη συνειλεγμένων ἐς μίαν ἁπάντων
πόλιν.

Ξενοφών, Ἱππαρχικός 3.2
Τὰς μὲν οὖν πομπὰς οἴομαι ἂν καὶ τοῖς θεοῖς κεχαρισμενωτάτας καὶ τοῖς θεαταῖς εἶναι εἰ, ὅσων ἱερὰ καὶ ἀγάλ-
ματα ἐν τῇ ἀγορᾷ ἐστι, ταῦτα ἀρξάμενοι ἀπὸ τῶν Ἑρμῶν κύκλῳ [περὶ τὴν ἀγορὰν καὶ τὰ ἱερὰ] περιελαύνοιεν
τιμῶντες τοὺς θεούς. καὶ ἐν τοῖς Διονυσίοις δὲ οἱ χοροὶ προσεπιχαρίζονται ἄλλοις τε θεοῖς καὶ τοῖς δώδεκα
χορεύοντες. ἐπειδὰν δὲ πάλιν πρὸς τοῖς Ἑρμαῖς γένωνται περιεληλακότες, ἐντεῦθεν καλόν μοι δοκεῖ εἶναι
κατὰ φυλὰς εἰς τάχος ἀνιέναι τοὺς ἵππους μέχρι τοῦ Ἐλευσινίου. οὐδὲ δόρατα μὴν παραλείψω ὡς ἥκιστα ἂν
ἀλλήλοις ἐπαλλάττοιτο. δεῖ γὰρ μεταξὺ τοῖν ὤτοιν τοῦ ἵππου ἕκαστον σχεῖν, εἰ μέλλει φοβερά τε καὶ εὐκρινῆ
ἔσεσθαι καὶ ἅμα πολλὰ φανεῖσθαι. ἐπειδὰν δὲ τῆς εἰς τάχος διελάσεως λήξωσι, τὴν ἄλλην καλὸν ἤδη σχέδην
εἰς τὰ ἱερά, ᾗπερ καὶ πρόσθεν, διελαύνειν. καὶ οὕτως ὅσα ἔστιν ἡδέα ἰδεῖν ἐν ἵππῳ ἀναβεβαμένῳ πάντα ἐπιδε-
δειγμένα ἔσται καὶ τοῖς θεοῖς καὶ τοῖς ἀνθρώποις

Θουκυδίδης 6.56.1
ἀδελφὴν γὰρ αὐτοῦ κόρην ἐπαγγείλαντες ἥκειν κανοῦν οἴσουσαν ἐν πομπῇ τινί, ἀπήλασαν λέγοντες οὐδὲ
ἐπαγγεῖλαι τὴν ἀρχὴν διὰ τὸ μὴ ἀξίαν εἶναι. (...) περιέμενον δὲ Παναθήναια τὰ μεγάλα, ἐν ᾗ μόνον ἡμέρᾳ οὐχ
ὕποπτον ἐγίγνετο ἐν ὅπλοις τῶν πολιτῶν τοὺς τὴν πομπὴν πέμψοντας ἁθρόους γενέσθαι·

Σχόλια Ἱππῆς 566
ἄξιοι καὶ τοῦ πέπλου: ἰδίᾳ παρὰ τοῖς Ἀθηναίοις πέπλος τὸ ἄρμενον τῆς Παναθηναϊκῆς νεώς, ἣν οἱ Ἀθηναῖοι
κατασκευάζουσι τῇ θεῷ διὰ τετραετηρίδος. ἧς καὶ τὴν πομπὴν ἀπὸ τοῦ Κεραμεικοῦ ποιοῦσι μέχρι τοῦ Ἐλευ-
σινίου. πέπλον δὲ καλοῦσι τὸ ἄρμενον διὰ τὸ ἐρεοῦν αὐτὸ εἶναι.
(II) ἄλλως: καὶ τοῦ πέπλου: οὗ ἐνεγέγραπτο Ἐγκέλαδος, ὃν ἀνεῖλεν ἡ Ἀθηνᾶ· ἦν δὲ εἷς τῶν Γιγάντων. ἐπε-
σκευάζετο οὖν ὁ πέπλος καθ’ ἕκαστον ἐνιαυτόν, καὶ ἐπομπεύετο ἐν τοῖς Παναθηναίοις. VEΓ3ΘM
(III) ἄλλως: νικήσαντες πέπλον ἐποίησαν τῇ Ἀθηνᾷ καὶ ἐνέθεντο τὰς ἀριστείας ἐν αὐτῷ. VEΓ3ΘM
566c.1 ἰδίως παρὰ τοῖς Ἀθηναίοις πέπλος τὸ ἄρμενον τῆς Παναθηναϊκῆς νεώς, ἣν οἱ Ἀθηναῖοι κατασκευάζου-
σι τῇ θεῷ διὰ τετραετηρίδος· ἧς καὶ τὴν πομπὴν ἀπὸ τοῦ Κεραμεικοῦ ποιοῦσι μέχρι τῆς Ἐλευσῖνος. ἢ πέπλον
λέγει ὃν κατασκευάζουσι τῇ Ἀθήνῃ κατ’ ἐνιαυτόν, τὰς ἀριστείας αὐτῆς ἐν αὐτῷ ὑφαίνοντες. (...)

Ἀριστοφάνης,Ὄρνιθες 826-31
Τίς δαὶ θεὸς
πολιοῦχος ἔσται; Τῷ ξανοῦμεν τὸν πέπλον;
{ΕΥ.} Τί δ’ οὐκ Ἀθηναίαν ἐῶμεν πολιάδα;
{ΠΙ.} Καὶ πῶς ἂν ἔτι γένοιτ’ ἂν εὔτακτος πόλις,
ὅπου θεὸς γυνὴ γεγονυῖα πανοπλίαν
ἕστηκ’ ἔχουσα, Κλεισθένης δὲ κερκίδα;

Ἁρποκρατίων
σκαφηφόροι· Δείναρχος ἐν τῷ Κατὰ Ἀγασικλέους φησίν· <οἳ ἀντὶ σκαφηφόρων ἔφηβοι εἰς τὴν ἀκρόπολιν
ἀναβήσονται, οὐχ ὑμῖν ἔχοντες χάριν τῆς πολιτείας, ἀλλὰ τῷ τούτου ἀργυρίῳ>, ἀντὶ τοῦ μέτοικοι· οὗτοι γὰρ
ἐσκαφηφόρουν Ἀθήνησι.Δημήτριος γοῦν ἐν γʹ Νομοθεσίας (FGrHist 228 F 5 = fr. 146 Wehrli) φησὶν ὅτι προ-
σέταττεν ὁ νόμος τοῖς μετοίκοις ἐν ταῖς πομπαῖς αὐτοὺς μὲν σκάφας φέρειν, τὰς δὲ θυγατέρας αὐτῶν ὑδρεῖα
καὶ σκιάδεια· διείλεκται περὶ τούτων καὶ Θεόφραστος ἐν ιʹ Νόμων

Θεόφραστος απ. 103
Συστομώτερον σκάφης τάσσεται ἐπὶ τῶν διὰ τὸ ἀγενὲς σιωπώντων. Θ. γὰρ ἐν τῷ περὶ νόμων εἰρῆσθαι ἀπὸ τοῦ
τοὺς μετοίκους Ἀθήνῃσιν ἐν ταῖς δημοτελέσι πομπαῖς σκάφας φέροντας πομπεύειν καὶ ὁπότε δὲ ἐβούλοντο
μέτοικον δηλῶσαι ἢ σκάφην ἔλεγον ἢ σκαφηφόρον· διὰ δὲ τὸ ἀπαρρησίαστον εἶναι συστομώτερον ποιήσειν
ἀπειλεῖν σκάφης.

Πλάτων, Εὐθύφρων 6c
καὶ ὑπὸ τῶν ἀγαθῶν γραφέων τά τε ἄλλα ἱερὰ ἡμῖν καταπεποίκιλται, καὶ δὴ καὶ τοῖς μεγάλοις Παναθηναίοις ὁ
πέπλος μεστὸς τῶν τοιούτων ποικιλμάτων ἀνάγεται εἰς τὴν ἀκρόπολιν;

Δήμητρα και Κόρη

289

Ὁμηρικὸς ὕμνος εἰς Δήμητρα 473-82
ἡ δὲ κιοῦσα θεμιστοπόλοις βασιλεῦσι
δ[εῖξε,] Τριπτολέμῳ τε Διοκλεῖ τε πληξίππῳ,
Εὐμόλπου τε βίῃ Κελεῷ θ’ ἡγήτορι λαῶν,
δρησμοσύνην θ’ ἱερῶν καὶ ἐπέφραδεν ὄργια πᾶσι,
Τριπτολέμῳ τε Πολυξείνῳ τ’, ἐπὶ τοῖς δὲ Διοκλεῖ,
σεμνά, τά τ’ οὔ πως ἔστι παρεξ[ίμ]εν [οὔτε πυθέσθαι,]
οὔτ’ ἀχέειν· μέγα γάρ τι θεῶν σέβας ἰσχάνει αὐδήν.
ὄλβιος ὃς τάδ’ ὄπωπεν ἐπιχθονίων ἀνθρώπων·
ὃς δ’ ἀτελὴς ἱερῶν, ὅς τ’ ἄμμορος, οὔ ποθ’ ὁμοίων
αἶσαν ἔχει φθίμενός περ ὑπὸ ζόφῳ εὐρώεντι.

Ἡρόδοτος 8.65
ἰδεῖν δὲ κονιορτὸν χωρέοντα ἀπ’ Ἐλευσῖνος ὡς ἀνδρῶν μάλιστά κῃ τρισμυρίων, ἀποθωμάζειν τέ σφεας τὸν κονιορτὸν ὅτεών κοτε εἴη ἀνθρώπων, καὶ πρόκατε φωνῆς ἀκούειν, καί οἱ φαίνεσθαι τὴν φωνὴν εἶναι τὸν μυστικὸν ἴακχον. Εἶναι δ’ ἀδαήμονα τῶν ἱρῶν τῶν ἐν Ἐλευσῖνι γινομένων τὸν Δημάρητον, εἰρέσθαι τε αὐτὸν ὅ τι τὸ φθεγγόμενον εἴη τοῦτο· αὐτὸς δὲ εἰπεῖν· «Δημάρητε, οὐκ ἔστι ὅκως οὐ μέγα τι σίνος ἔσται τῇ βασιλέος στρατιῇ. Τάδε γὰρ ἀρίδηλα, ἐρήμου ἐούσης τῆς Ἀττικῆς, ὅτι θεῖον τὸ φθεγγόμενον, ἀπ’Ἐλευσῖνος ἰὸν ἐς τιμωρίην Ἀθηναίοισί τε καὶ τοῖσι συμμάχοισι. (...) «Τὴν δὲ ὁρτὴν ταύτην ἄγουσι Ἀθηναῖοι ἀνὰ πάντα ἔτεα τῇ Μητρὶ καὶ τῇ Κόρῃ, καὶ αὐτῶν τε ὁ βουλόμενος καὶ τῶν ἄλλων Ἑλλήνων μυεῖται· καὶ τὴν φωνὴν τῆς ἀκούεις ἐν ταύτῃ τῇ ὁρτῇ ἰακχάζουσι.»

Ἰσοκράτης, Πανηγυρικός 28
Δήμητρος γὰρ ἀφικομένης εἰς τὴν χώραν, ὅτ’ ἐπλανήθη τῆς Κόρης ἁρπασθείσης, καὶ πρὸς τοὺς προγόνους
ἡμῶν εὐμενῶς διατεθείσης ἐκ τῶν εὐεργεσιῶν, ἃς οὐχ οἷόν τ’ ἄλλοις ἢ τοῖς μεμυημένοις ἀκούειν, καὶ δούσης
δωρεὰς διττὰς, αἵπερ μέγισται τυγχάνουσιν οὖσαι, τούς τε καρποὺς, οἳ τοῦ μὴ θηριωδῶς ζῆν ἡμᾶς αἴτιοι γε-
γόνασιν, καὶ τὴν τελετὴν, ἧς οἱ μετασχόντες περί τε τῆς τοῦ βίου τελευτῆς καὶ τοῦ σύμπαντος αἰῶνος ἡδίους
τὰς ἐλπίδας ἔχουσιν, (...)

Ξενοφών, Ἑλληνικά 6.3.2-6
ἐπεὶ λέγεται μὲν Τριπτόλεμος ὁ ἡμέτερος πρόγονος τὰΔήμητρος καὶ Κόρης ἄρρητα ἱερὰ πρώτοις ξένοις δεῖξαι
Ἡρακλεῖ τε τῷ ὑμετέρῳ ἀρχηγέτῃ καὶ Διοσκούροιν τοῖν ὑμετέροιν πολίταιν, καὶ τοῦ Δήμητρος δὲ καρποῦ εἰς
πρώτην τὴν Πελοπόννησον σπέρμα δωρήσασθαι.

Ψευδο-Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη 1.5.1
Πλούτων δὲ Περσεφόνης ἐρασθεὶς Διὸς συνεργοῦντος ἥρπασεν αὐτὴν κρύφα. Δημήτηρ δὲ μετὰ λαμπάδων
νυκτός τε καὶ ἡμέρας κατὰ πᾶσαν τὴν γῆν ζητοῦσα περιῄει· μαθοῦσα δὲ παρ’Ἑρμιονέων ὅτι Πλούτων αὐτὴν
ἥρπασεν, ὀργιζομένη θεοῖς κατέλιπεν οὐρανόν, εἰκασθεῖσα δὲ γυναικὶ ἧκεν εἰς Ἐλευσῖνα. καὶ πρῶτον μὲν
ἐπὶ τὴν ἀπ’ ἐκείνης κληθεῖσαν Ἀγέλαστον ἐκάθισε πέτραν παρὰ τὸ Καλλίχορον φρέαρ καλούμενον. ἔπειτα
πρὸς Κελεὸν ἐλθοῦσα τὸν βασιλεύοντα τότε Ἐλευσινίων, ἔνδον οὐσῶν γυναικῶν, καὶ λεγουσῶν τούτων παρ’
αὑτὰς καθέζεσθαι, γραῖά τις Ἰάμβη σκώψασα τὴν θεὸν ἐποίησε μειδιᾶσαι. διὰ τοῦτο ἐν τοῖς θεσμοφορίοις τὰς
γυναῖκας σκώπτειν λέγουσιν. ὄντος δὲ τῇ τοῦ Κελεοῦ γυναικὶ Μετανείρᾳ παιδίου, τοῦτο ἔτρεφεν ἡ Δημήτηρ
παραλαβοῦσα· βουλομένη δὲ αὐτὸ ἀθάνατον ποιῆσαι, τὰς νύκτας εἰς πῦρ κατετίθει τὸ βρέφος καὶ περιῄρει
τὰς θνητὰς σάρκας αὐτοῦ. καθ’ ἡμέραν δὲ παραδόξως αὐξανομένου τοῦ Δημοφῶντος (τοῦτο γὰρ ἦν ὄνομα τῷ
παιδί) ἐπετήρησεν ἡ <Μετάνειρα>, καὶ καταλαβοῦσα εἰς πῦρ ἐγκεκρυμμένον ἀνεβόησε· διόπερ τὸ μὲν βρέφος
ὑπὸ τοῦ πυρὸς ἀνηλώθη, ἡ θεὰ δὲ αὑτὴν ἐξέφηνε. Τριπτολέμῳ δὲ τῷ πρεσβυτέρῳ τῶν Μετανείρας παίδων
δίφρον κατασκευάσασα πτηνῶν δρακόντων τὸν πυρὸν ἔδωκεν, ᾧ τὴν ὅλην οἰκουμένην δι’ οὐρανοῦ αἰρόμενος
κατέσπειρε. Πανύασις δὲ Τριπτόλεμον Ἐλευσῖνος λέγει· φησὶ γὰρ Δήμητρα πρὸς αὐτὸν ἐλθεῖν. Φερεκύδης
δέ φησιν αὐτὸν Ὠκεανοῦ καὶ Γῆς. Διὸς δὲ Πλούτωνι τὴν Κόρην ἀναπέμψαι κελεύσαντος, ὁ Πλούτων, ἵνα μὴ
πολὺν χρόνον παρὰ τῇ μητρὶ καταμείνῃ, ῥοιᾶς ἔδωκεν αὐτῇ φαγεῖν κόκκον. ἡ δὲ οὐ προϊδομένη τὸ συμβησό-
μενον κατηνάλωσεν αὐτόν. καταμαρτυρήσαντος δὲ αὐτῆς Ἀσκαλάφου τοῦ Ἀχέροντος καὶ Γοργύρας, τούτῳ
μὲν Δημήτηρ ἐν Ἅιδου βαρεῖαν ἐπέθηκε πέτραν, Περσεφόνη δὲ καθ’ ἕκαστον ἐνιαυτὸν τὸ μὲν τρίτον μετὰ
Πλούτωνος ἠναγκάσθη μένειν, τὸ δὲ λοιπὸν παρὰ τοῖς θεοῖς.

Παυσανίας 1.14.2
λέγεται οὖν ὡς Δήμητρα ἐς Ἄργος ἐλθοῦσαν Πελασγὸς δέξαιτο οἴκῳ καὶ ὡς Χρυσανθὶς τὴν ἁρπαγὴν ἐπι-
σταμένη τῆς Κόρης διηγήσαιτο· ὕστερον δὲ Τροχίλον ἱεροφάντην φυγόντα ἐξ Ἄργους κατὰ ἔχθος Ἀγήνορος

290

ἐλθεῖν φασιν ἐς τὴν Ἀττικὴν καὶ γυναῖκά τε ἐξ Ἐλευσῖνος γῆμαι καὶ γενέσθαι οἱ παῖδας Εὐβουλέα καὶ Τρι-
πτόλεμον. ὅδε μὲν Ἀργείων ἐστὶ λόγος Ἀθηναῖοι δὲ καὶ ὅσοι παρὰ τούτοις ** ἴσασι Τριπτόλεμον τὸν Κελεοῦ
πρῶτον σπεῖραι καρπὸν ἥμερον.

Σχόλια Ἀριστοφάνη Ἱππῆς 785a
Σαλαμὶς ὀλίγον πρὸ τῆς Ἐλευσῖνος πόλεως, ἱερᾶς Δήμητρος καὶ Κόρης, πλήρης οὖσα κατορθωμάτων Ἑλληνι-
κῶν (…) ἔνθα καὶ πέτρα Εἰρεσία, οὕτω καλουμένη ὥσπερ διὰ τοῦ ὀνόματος τρόπαιον οὖσα τῆς Ἀττικῆς. ἔστι
δὲ καὶ Ἀγέλαστος πέτρα καλουμένη παρὰ τοῖς Ἀθηναίοις, ὅπου καθίσαι φασὶ Θησέα μέλλοντα καταβαίνειν εἰς
Ἅιδου· ὅθεν καὶ τοὔνομα τῇ πέτρᾳ. ἢ ὅτι ἐκεῖ ἐκάθισεν ἡ Δημήτηρ κλαίουσα, ὅτε ἐζήτει τὴν Κόρην.

Ἀριστοφάνης, Βάτραχοι 324-52
{ΧΟ.} Ἴακχ’, ὦ πολυτίμητ’ ἐν ἕδραις ἐνθάδε ναίων, {Str.}
Ἴακχ’, ὦ Ἴακχε,
ἐλθὲ τόνδ’ ἀνὰ λειμῶνα χορεύσων
ὁσίους εἰς θιασώτας,
πολύκαρπον μὲν τινάσσων
περὶ κρατὶ σῷ βρύοντα
στέφανον μύρτων, θρασεῖ δ’ ἐγκατακρούων
ποδὶ τὰν ἀκόλαστον
φιλοπαίγμονα τιμάν,
χαρίτων πλεῖστον ἔχουσαν μέρος, ἁγνήν, ἱερὰν
ὁσίοις μύσταις χορείαν.
{ΞΑ.}Ὦ πότνια πολυτίμητε Δήμητρος κόρη,
ὡς ἡδύ μοι προσέπνευσε χοιρείων κρεῶν.
{ΔΙ.} Οὔκουν ἀτρέμ’ ἕξεις, ἤν τι καὶ χορδῆς λάβῃς;
{ΧΟ.}Ἔγειρε· φλογέας ἐν χερσὶ γὰρ ἥκει τινάσσων,
Ἴακχ’, ὦ Ἴακχε,
νυκτέρου τελετῆς φωσφόρος ἀστήρ.
Φλογὶ φέγγεται δὲ λειμών·
γόνυ πάλλεται γερόντων·
ἀποσείονται δὲ λύπας
χρονίους τ’ ἐτῶν παλαιῶν ἐνιαυτοὺς
ἱερᾶς ὑπὸ τιμῆς.
Σὺ δὲ λαμπάδι φέγγων
προβάδην ἔξαγ’ ἐπ’ ἀνθηρὸν ἕλειον δάπεδον
χοροποιόν, μάκαρ, ἥβαν.

Αριστοφάνης, Ἀχαρνῆς 247-61
{ΔΙ.} Καὶ μὴν καλόν γ’ ἔστ’.ὮΔιόνυσε δέσποτα,
κεχαρισμένως σοι τήνδε τὴν πομπὴν ἐμὲ
πέμψαντα καὶ θύσαντα μετὰ τῶν οἰκετῶν
ἀγαγεῖν τυχηρῶς τὰ κατ’ ἀγροὺς Διονύσια,
στρατιᾶς ἀπαλλαχθέντα, τὰς σπονδὰς δέ μοι
καλῶς ξυνενεγκεῖν τὰς τριακοντούτιδας.
Ἄγ’, ὦ θύγατερ, ὅπως τὸ κανοῦν καλὴ καλῶς
οἴσεις βλέπουσα θυμβροφάγον. Ὡς μακάριος
ὅστις σ’ ὀπύσει κἀκποήσεται γαλᾶς
σοῦ μηδὲν ἥττους βδεῖν, ἐπειδὰν ὄρθρος ᾖ.
Πρόβαινε, κἀν τὤχλῳ φυλάττεσθαι σφόδρα
μή τις λαθών σου περιτράγῃ τὰ χρυσία.
Ὦ Ξανθία, σφῷν δ’ ἐστὶν ὀρθὸς ἑκτέος
ὁ φαλλὸς ἐξόπισθε τῆς κανηφόρου·
ἐγὼ δ’ ἀκολουθῶν ᾄσομαι τὸ φαλλικόν·


2.1.2 Γυναίκες και λατρεία

291

Eὐριπίδης, Μελανίππη δεσμῶτις απ. 494.12-21
ἃ δ᾽ εἰς θεοὺς αὖ (πρῶτα γὰρ κρίνω τάδε),
μέρος μέγιστον ἔχομεν˙ ἐν Φοίβου τε γὰρ
δόμοις προφητεύουσι Λοξίου φρένα
γυναῖκες, ἀμφί θ᾽ ἁγνὰ Δωδώνη<ς> βάθρα
φηγῷ παρ᾽ ἱερᾷ θῆλυ τὰ[ς] Διὸς φρένας
γένος πορεύει τοῖς θέλουσιν Ἑλλάδος.
ἃ δ᾽ εἴς τε Μοίρας τάς τ᾽ ἀνωνύμους θεάς
ἱερὰ τελεῖται, ταῦτ᾽ ἐν ἀνδράσιν μὲν οὐ
ὅσια καθέστηκ᾽, ἐν γυναιξὶ δ᾽ αὔξεται
ἅπαντα. (...)

Ἀριστοφάνης, Λυσιστράτη 641-7
Ἑπτὰ μὲν ἔτη γεγῶσ’ εὐθὺς ἠρρηφόρουν·
εἶτ’ ἀλετρὶς ἦ δεκέτις οὖσα τἀρχηγέτι·
κᾆτ’ ἔχουσα τὸν κροκωτὸν ἄρκτος ἦ Βραυρωνίοις·
κἀκανηφόρουν ποτ’ οὖσα παῖς καλὴ ‹χουσ’
ἰσχάδων ὁρμαθόν

Ἡσύχιος ε 5653
ἐργαστῖναι· αἱ τὸν πέπλον ὑφαίνουσαι

Ἡσύχιος λ 1277
λουτρίδες· αἱ περὶ τὸ ἕδος τῆς Ἀθηνᾶς δύο παρθένοι, αἳ καὶ πλυντρίδες λέγονται

Θεσμοφόρια

Ἀριστοφάνης, Θεσμοφοριάζουσαι 280-8, 300-2
Ὦ Θρᾷττα, θέασαι, καομένων τῶν λαμπάδων
ὅσον τὸ χρῆμ’ ἀνέρχεθ’ ὑπὸ τῆς λιγνύος.
Ἀλλ’, ὦ περικαλλεῖ Θεσμοφόρω, δέξασθέ με
ἀγαθῇ τύχῃ καὶ δεῦρο <καὶ> πάλιν οἴκαδε.
Ὦ Θρᾷττα, τὴν κίστην κάθελε, κᾆτ’ ἔξελε
τὸ πόπανον, ὅπως λαβοῦσα θύσω τοῖν θεοῖν.
Δέσποινα πολυτίμητε Δήμητερ φίλη
καὶ Φερρέφαττα, πολλὰ πολλάκις μέ σοι
θύειν ἔχουσαν, εἰ δὲ μἀλλὰ νῦν λαθεῖν.

...300-2
Εὐφημία ἔστω, εὐφημία ἔστω. Εὔχεσθε τοῖν Θεσ-
μοφόροιν, καὶ τῷ Πλούτῳ, καὶ τῇ Καλλιγενείᾳ, καὶ
τῇ Κουροτρόφῳ, καὶ τῷ Ἑρμῇ, καὶ <ταῖς> Χάρισιν,

Ἰσαῖος 3 (περὶ τοῦ Πύρρου κλήρου).80
[Καὶ] ἔν τε τῷ δήμῳ, κεκτημένος τὸν τριτάλαντον οἶκον, εἰ ἦν γεγαμηκώς, ἠναγκάζετο ἂν ὑπὲρ τῆς γαμετῆς
γυναικὸς καὶ θεσμοφόρια ἑστιᾶν τὰς γυναῖκας καὶ τἆλλα ὅσα προσῆκε λῃτουργεῖν ἐν τῷ δήμῳ ὑπὲρ τῆς γυ-
ναικὸς ἀπό γε οὐσίας τηλικαύτης.

Ἰσαῖος 8 (περὶ τοῦ Κίρωνος κλήρου).19
Αἵ τε γυναῖκες αἱ τῶν δημοτῶν μετὰ ταῦτα προύκριναν αὐτὴν μετὰ τῆςΔιοκλέους γυναικὸς τοῦ Πιθέως ἄρχειν
εἰς τὰ Θεσμοφόρια καὶ ποιεῖν τὰ νομιζόμενα μετ’ ἐκείνης.

Μένανδρος, Ἐπιτρέποντες 749-50
τὴν πολυτέλειαν. Θεσμοφόρια δὶς τίθει,
Σκίρα δίς· τὸν ὄλεθρον τοῦ βίου καταμάνθανε.

Αδώνια

292



Ἀριστοφάνης, Λυσιστράτη 387-97
Ἆρ’ ἐξέλαμψε τῶν γυναικῶν ἡ τρυφὴ
χὠ τυμπανισμὸς χοἰ πυκνοὶ Σαβάζιοι,
ὅ τ’Ἀδωνιασμὸς οὗτος οὑπὶ τῶν τεγῶν,
οὗ ‹γώ ποτ’ὢν ἤκουον ἐν τἠκκλησίᾳ;
Ἔλεγεν ὁ μὴ ὥρασι μὲν Δημόστρατος
πλεῖν εἰς Σικελίαν, ἡ γυνὴ δ’ ὀρχουμένη
«Αἰαῖ Ἄδωνιν» φησίν. Ὁ δὲ Δημόστρατος
ἔλεγεν ὁπλίτας καταλέγειν Ζακυνθίων,
ἡ δ’ ὑποπεπωκυῖ’ ἡ γυνὴ ‹πὶ τοῦ τέγους
«Κόπτεσθ’Ἄδωνιν» φησίν. Ὁ δ’ ἐβιάζετο,
ὁ θεοῖσιν ἐχθρὸς καὶ μιαρὸς Χολοζύγης.

Διονυσιακές εορτές

Πλούταρχος, Ἠθικά = Συμποσιακὰ προβλήματα 655e
Τοῦ νέου οἴνου Ἀθήνησι μὲν ἑνδεκάτῃ μηνὸς Ἀνθεστηριῶνος κατάρχονται, Πιθοίγια τὴν ἡμέραν καλοῦντες·

Δημοσθένης 59 (κατὰ Νεαίρας).76-78
καὶ τοῦτον τὸν νόμον γράψαντες ἐν στήλῃ λιθίνῃ ἔστησαν ἐν τῷ ἱερῷ τοῦ Διονύσου παρὰ τὸν βωμὸν ἐν Λί-
μναις (καὶ αὕτη ἡ στήλη ἔτι καὶ νῦν ἕστηκεν, ἀμυδροῖς γράμμασιν Ἀττικοῖς δηλοῦσα τὰ γεγραμμένα), μαρ-
τυρίαν ποιούμενος ὁ δῆμος ὑπὲρ τῆς αὑτοῦ εὐσεβείας πρὸς τὸν θεὸν καὶ παρακαταθήκην καταλείπων τοῖς
ἐπιγιγνομένοις, ὅτι τήν γε θεῷ γυναῖκα δοθησομένην καὶ ποιήσουσαν τὰ ἱερὰ τοιαύτην ἀξιοῦμεν εἶναι. καὶ
διὰ ταῦτα ἐν τῷ ἀρχαιοτάτῳ ἱερῷ τοῦ Διονύσου καὶ ἁγιωτάτῳ ἐν Λίμναις ἔστησαν, ἵνα μὴ πολλοὶ εἰδῶσιν τὰ
γεγραμμένα· ἅπαξ γὰρ τοῦ ἐνιαυτοῦ ἑκάστου ἀνοίγεται, τῇ δωδεκάτῃ τοῦ ἀνθεστηριῶνος μηνός. ὑπὲρ τοίνυν
ἁγίων καὶ σεμνῶν ἱερῶν, ὧν οἱ πρόγονοι ὑμῶν οὕτως καλῶς καὶ μεγαλοπρεπῶς ἐπεμελήθησαν, ἄξιον καὶ ὑμᾶς
σπουδάσαι, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, καὶ τοὺς ἀσελγῶς μὲν καταφρονοῦντας τῶν νόμων τῶν ὑμετέρων, ἀναιδῶς
δ’ ἠσεβηκότας εἰς τοὺς θεοὺς ἄξιον τιμωρήσασθαι δυοῖν ἕνεκα, ἵνα οὗτοί τε τῶν ἠδικημένων δίκην δῶσιν, οἵ
τ’ ἄλλοι πρόνοιαν ποιῶνται καὶ φοβῶνται μηδὲν εἰς τοὺς θεοὺς καὶ τὴν πόλιν ἁμαρτάνειν. Βούλομαι δ’ ὑμῖν
καὶ τὸν ἱεροκήρυκα καλέσαι, ὃς ὑπηρετεῖ τῇ τοῦ βασιλέως γυναικί, ὅταν ἐξορκοῖ τὰς γεραρὰς <τὰς> ἐν κα-
νοῖς πρὸς τῷ βωμῷ, πρὶν ἅπτεσθαι τῶν ἱερῶν, ἵνα καὶ τοῦ ὅρκου καὶ τῶν λεγομένων ἀκούσητε, ὅσα οἷόν τ’
ἐστὶν ἀκούειν, καὶ εἰδῆτε ὡς σεμνὰ καὶ ἅγια καὶ ἀρχαῖα τὰ νόμιμά ἐστιν.
ΟΡΚΟΣ ΓΕΡΑΡΩΝ:
Ἁγιστεύω καὶ εἰμὶ καθαρὰ καὶ ἁγνὴ ἀπό <τε> τῶν ἄλλων τῶν οὐ καθαρευόντων καὶ ἀπ’ἀνδρὸς συνουσίας, καὶ
τὰ θεοίνια καὶ τὰ ἰοβάκχεια γεραρῶ τῷ Διονύσῳ κατὰ τὰ πάτρια καὶ ἐν τοῖς καθήκουσι χρόνοις.

Ἀριστοφάνης, Ἐκκλησιάζουσαι 14-15
στοάς τε καρποῦ Βακχίου τε νάματος
πλήρεις ὑποιγνύσαισι συμπαραστατεῖς·

Eὔβουλος απ. 43 Κ.-Α.
ὦ γαῖα κεραμί, τίς σε Θηρικλῆς ποτε
ἔτευξε κοίλης λαγόνος εὐρύνας βάθος;
ἦ που κατειδὼς τὴν γυναικείαν φύσιν,
ὡς οὐχὶ μικροῖς ἥδεται ποτηρίοις.

Ἀριστοφάνης, Κώκαλος απ. 350 Κ.-Α.
ἄλλαι <δ᾽> ὑποπρεσβύτεραι Θασίου
μέλανος μεστὸν κεραμευόμεναι
κοτύλαις μεγάλαις
ἐνέχεον ἐς <τὸ> σφέτερον δέμας οὐδ᾽
ἕνα κόσμον ἔρωτι βιαζόμεναι
μελαν<αιγίδ>δος οἴνου ἀκράτου.

Φερεκράτης απ. 143 Κ.-Α.
σφίσι δέ γ᾽ αὐταῖσιν βαθείας κύλικας ὥσπερ ὀλκάδας
οἰναγωγούς, περιφερεῖς, λεπτάς, μέσας γατροιίδιας,

293



οὐκ ἀβούλως, ἀλλὰ πόρρωθεν κατεσκευασμέναι
αὔθ᾽, ὅπως ἀνεκλογίστως πλεῖστος οἶνος ἐκποθῇ.
εἶθ᾽ ὅταν τὸν οἶνον αὐτὰς αἰτιώμενθ᾽ ἐκπιεῖν,
λοιδοροῦνται κώμνύουσι μὴ ᾽κπιεῖν ἀλλ᾽ ἢ μίαν.
ἡ δὲ κρείττων ἡ μί᾽ ἐστὶ χιλίων ποτηρίων.

Παυσανίας 1.29.16
Λυκούργῳ δὲ ἐπορίσθη μὲν τάλαντα ἐς τὸ δημόσιον πεντακοσίοις πλείονα καὶ ἑξακισχιλίοις ἢ ὅσα Περικλῆς ὁ
Ξανθίππου συνήγαγε, κατεσκεύασε δὲ πομπεῖα τῇ θεῷ καὶ Νίκας χρυσᾶς καὶ παρθένοις κόσμον ἑκατόν

Ἀριστοφάνης, Εἰρήνη 948-9
{ΤΡ.} Τὸ κανοῦν πάρεστ’ ὀλὰς ἔχον καὶ στέμμα καὶ μάχαιραν,
καὶ πῦρ γε τουτί, κοὐδὲν ἴσχει πλὴν τὸ πρόβατον ὑμᾶς.

Ἀριστοφάνης, Εἰρήνη 956-62
{ΤΡ.} Ἄγε δή, τὸ κανοῦν λαβὼν σὺ καὶ τὴν χέρνιβα
περίιθι τὸν βωμὸν ταχέως ἐπιδέξια.
{ΟΙ.} Ἰδού.Λέγοις ἂν ἄλλο· περιελήλυθα.
{ΤΡ.} Φέρε δή, τὸ δαλίον τόδ’ ἐμβάψω λαβών.
Σείου σὺ ταχέως· σὺ δὲ πρότεινε τῶν ὀλῶν,
καὐτός τε χερνίπτου παραδοὺς ταύτην ἐμοί,
καὶ τοῖς θεαταῖς ῥῖπτε τῶν κριθῶν.

Φιλόχορος 328F8 DK
περὶ τῶν κανηφόρων Φιλόχορος ἐν βʹ Ἀτθίδος (FGrHist 328 F 8) φησὶν ὡς Ἐριχθονίου βασιλεύοντος πρῶτον
κατέστησαν αἱ ἐν ἀξιώματι παρθένοι φέρειν τὰ κανᾶ τῇ θεῷ, ἐφ’ οἷς ἐπέκειτο τὰ πρὸς τὴν θυσίαν, τοῖς τε Πα-
ναθηναίοις καὶ ταῖς ἄλλαις πομπαῖς.

Ἀριστοφάνης,Ὄρνιθες 1549-52
... Ἀλλ’ὡς ἂν ἀποτρέχω πάλιν
φέρε τὸ σκιάδειον, ἵνα με κἂν ὁ Ζεὺς ἴδη
ἄνωθεν, ἀκολουθεῖν δοκῶ κανηφόρῳ.
{ΠΙ.} Καὶ τὸν δίφρον γε διφροφόρει τονδὶ λαβών.

Ἡσύχιος λ 1016
Λικνίτης· ἐπίθετον Διονύσου· ἀπὸ τῶν λίκνων, ἐν οἷς τὰ παιδία κοιμῶνται.

Σούδα κ 1681
Κιστοφόρος: ἔοικε δὲ τὰς κίστας ἱερὰς εἶναι Διονύσου καὶ ταῖν Θεαῖν

2.1.3 Παιδιά και λατρεία

Ἡρόδοτος 1.147
Εἰσὶ δὲ πάντες Ἴωνες, ὅσοι ἀπ’Ἀθηνέων γεγόνασι καὶ Ἀπατούρια ἄγουσι ὁρτήν. ἄγουσι δὲ πάντες πλὴν Ἐφε-
σίων καὶ Κολοφωνίων· οὗτοι γὰρ μοῦνοι Ἰώνων οὐκ ἄγουσι Ἀπατούρια, καὶ οὗτοι κατὰ φόνου τινὸς σκῆψιν

Ἀριστοφάνης, Νεφέλαι 862-4
οἶδ’ ἑξέτει σοι τραυλίσαντι πιθόμενος.
ὃν πρῶτον ὀβολὸν ἔλαβον ἠλιαστικόν,
τούτου ‹πριάμην σοι Διασίοις ἁμαξίδα.

Ἁρποκρατίων
Ἀρρηφορεῖν: Δείναρχος κατὰ Πυθέου. τέσσαρες μὲν ἐχειροτονοῦντο δι’ εὐγένειαν ἀρρηφόροι, δύο δὲ ἐκρίνο-
ντο, αἳ τῆς ὑφῆς τοῦ πέπλου ἦρχον καὶ τῶν ἄλλων τῶν περὶ αὐτόν. λευκὴν δ’ ἐσθῆτα ἐφόρουν. εἰ δὲ χρυσία
περιέθεντο, ἱερὰ ταῦτα ἐγίνετο.

Ἡσύχιος α 7281
ἡ τῶν ἀρκτευομένων παρθένων τελετή, Ἀρκτεύειν δὲ τὸ καθιεροῦν.

294



Ἡρόδοτος 6.138
τὰς Ἀθηναίων ὁρτάς, πεντηκοτέρους κτησάμενοι ἐλόχησαν Ἀρτέμιδι ἐν Βραυρῶνι ἀγούσας ὁρτὴν τὰς τῶν
Ἀθηναίων γυναῖκας, ἐθεῦτεν δὲ ἁρπάσαντες τουτέων πολλὰς οἴχοντο ἀποπλέοντες...

2.2 ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Ἀριστοτέλης, Πολιτικά 1260b 13-20
περὶ δ’ ἀνδρὸς καὶ γυναικός, καὶ τέκνων καὶ πατρός, τῆς τε περὶ ἕκαστον αὐτῶν ἀρετῆς καὶ τῆς πρὸς σφᾶς
αὐτοὺς ὁμιλίας, τί τὸ καλῶς καὶ μὴ καλῶς ἐστι, καὶ πῶς δεῖ τὸ μὲν εὖ διώκειν τὸ δὲ κακῶς φεύγειν, ἐν τοῖς περὶ
τὰς πολιτείας ἀναγκαῖον ἐπελθεῖν. ἐπεὶ γὰρ οἰκία μὲν πᾶσα μέρος πόλεως, ταῦτα δ’ οἰκίας, τὴν δὲ τοῦ μέρους
πρὸς τὴν τοῦ ὅλου δεῖ βλέπειν ἀρετήν, ἀναγκαῖον πρὸς τὴν πολιτείαν βλέποντας παιδεύειν καὶ τοὺς παῖδας καὶ
τὰς γυναῖκας, εἴπερ τι διαφέρει πρὸς τὸ τὴν πόλιν εἶναι σπουδαίαν καὶ <τὸ> τοὺς παῖδας εἶναι σπουδαίους καὶ
τὰς γυναῖκας σπουδαίας. ἀναγκαῖον δὲ διαφέρειν· αἱ μὲν γὰρ γυναῖκες ἥμισυ μέρος τῶν ἐλευθέρων, ἐκ δὲ τῶν
παίδων οἱ κοινωνοὶ γίνονται τῆς πολιτείας.

Ἀριστοφάνης, Βάτραχοι 1030-6
Ταῦτα γὰρ ἄνδρας χρὴ ποιητὰς ἀσκεῖν. Σκέψαι γὰρ ἀπ’ ἀρχῆς
ὡς ὠφέλιμοι τῶν ποιητῶν οἱ γενναῖοι γεγένηνται.
Ὀρφεὺς μὲν γὰρ τελετάς θ’ ἡμῖν κατέδειξε φόνων τ’ ἀπέχεσθαι,
Μουσαῖος δ’ ἐξακέσεις τε νόσων καὶ χρησμούς,Ἡσίοδος δὲ
γῆς ἐργασίας, καρπῶν ὥρας, ἀρότους· ὁ δὲ θεῖος Ὅμηρος
ἀπὸ τοῦ τιμὴν καὶ κλέος ἔσχεν πλὴν τοῦδ’ ὅτι χρήστ’ ἐδίδαξεν,
τάξεις, ἀρετάς, ὁπλίσεις ἀνδρῶν

Ξενοφών, Συμπόσιον 3.5-6
Ὁ πατὴρ ὁ ἐπιμελούμενος ὅπως ἀνὴρ ἀγαθὸς γενοίμην ἠνάγκασέ με πάντα τὰ Ὁμήρου ἔπη μαθεῖν· καὶ νῦν
δυναίμην ἂν Ἰλιάδα ὅλην καὶ Ὀδύσσειαν ἀπὸ στόματος εἰπεῖν.

Ἰλιάς 9.438-43
σοὶ δέ μ’ ἔπεμπε γέρων ἱππηλάτα Πηλεὺς
ἤματι τῷ ὅτε σ’ ἐκ Φθίης Ἀγαμέμνονι πέμπε
νήπιον οὔ πω εἰδόθ’ ὁμοιΐου πολέμοιο
οὐδ’ ἀγορέων, ἵνα τ’ ἄνδρες ἀριπρεπέες τελέθουσι.
τοὔνεκά με προέηκε διδασκέμεναι τάδε πάντα,
μύθων τε ῥητῆρ’ ἔμεναι πρηκτῆρά τε ἔργων.

Ἰλιάς 15.283-4
Τοῖσι δ’ ἔπειτ’ ἀγόρευε Θόας Ἀνδραίμονος υἱός,
Αἰτωλῶν ὄχ’ ἄριστος ἐπιστάμενος μὲν ἄκοντι
ἐσθλὸς δ’ ἐν σταδίῃ· ἀγορῇ δέ ἑ παῦροι Ἀχαιῶν
νίκων, ὁππότε κοῦροι ἐρίσσειαν περὶ μύθων

Ἰλιάς 6.208 = 11.784
αἰὲν ἀριστεύειν καὶ ὑπείροχον ἔμμεναι ἄλλων

Πλάτων, Νόμοι 643a-645
πρῶτον δὴ οὖν πρὸς τὸν λόγον ὁρισώμεθα παιδείαν τί ποτ’ ἐστὶν καὶ τίνα δύναμιν ἔχει·
διὰ γὰρ ταύτης φαμὲν ἰτέον εἶναι τὸν προκεχειρισμένον ἐν τῷ νῦν λόγον ὑφ’ ἡμῶν, μέχριπερ ἂν πρὸς τὸν θεὸν
ἀφίκηται.
{ΚΛ.} Πάνυ μὲν οὖν δρῶμεν ταῦτα, εἴπερ σοί γε ἡδύ.
{ΑΘ.}Λέγοντος τοίνυν ἐμοῦ τί ποτε χρὴ φάναι παιδείαν εἶναι, σκέψασθε ἂν ἀρέσκῃ τὸ λεχθέν.
{ΚΛ.}Λέγοις ἄν.
{ΑΘ.} Λέγω δή, καί φημι τὸν ὁτιοῦν ἀγαθὸν ἄνδρα μέλλοντα ἔσεσθαι τοῦτο αὐτὸ ἐκ παίδων εὐθὺς μελετᾶν
δεῖν, παίζοντά τε καὶ σπουδάζοντα ἐν τοῖς τοῦ πράγματος ἑκάστοις προσήκουσιν. οἷον τὸν μέλλοντα ἀγαθὸν
ἔσεσθαι γεωργὸν ἤ τινα οἰκοδόμον, τὸν μὲν οἰκοδομοῦντά τι τῶν παιδείων οἰκοδομημάτων παίζειν χρή, τὸν
δ’ αὖ γεωργοῦντα, καὶ ὄργανα ἑκατέρῳ σμικρά, τῶν ἀληθινῶν μιμήματα, παρασκευάζειν τὸν τρέφοντα αὐτῶν

295



ἑκάτερον, καὶ δὴ καὶ τῶν μαθημάτων ὅσα ἀναγκαῖα προμεμαθηκέναι προμανθάνειν, οἷον τέκτονα μετρεῖν ἢ
σταθμᾶσθαι καὶ πολεμικὸν ἱππεύειν παίζοντα ἤ τι τῶν τοιούτων ἄλλο ποιοῦντα, καὶ πειρᾶσθαι διὰ τῶν παιδιῶν
ἐκεῖσε τρέπειν τὰς ἡδονὰς καὶ ἐπιθυμίας τῶν παίδων, οἷ ἀφικομένους αὐτοὺς δεῖ τέλος ἔχειν. κεφάλαιον δὴ
παιδείας λέγομεν τὴν ὀρθὴν τροφήν, ἣ τοῦ παίζοντος τὴν ψυχὴν εἰς ἔρωτα μάλιστα ἄξει τούτου ὃ δεήσει γε-
νόμενον ἄνδρ’ αὐτὸν τέλειον εἶναι τῆς τοῦ πράγματος ἀρετῆς· ὁρᾶτε οὖν εἰ μέχρι τούτου γε, ὅπερ εἶπον, ὑμῖν
ἀρέσκει τὸ λεχθέν.
{ΚΛ.} Πῶς γὰρ οὔ;
{ΑΘ.} Μὴ τοίνυν μηδ’ ὃ λέγομεν εἶναι παιδείαν ἀόριστον γένηται. νῦν γὰρ ὀνειδίζοντες ἐπαινοῦντές θ’ ἑκά-
στων τὰς τροφάς, λέγομεν ὡς τὸν μὲν πεπαιδευμένον ἡμῶν ὄντα τινά, τὸν δὲ ἀπαίδευτον ἐνίοτε εἴς τε καπη-
λείας καὶ ναυκληρίας καὶ ἄλλων τοιούτων μάλα πεπαιδευμένων σφόδρα ἀνθρώπων· οὐ γὰρ ταῦτα ἡγουμένων,
ὡς ἔοικ’, εἶναι παιδείαν ὁ νῦν λόγος ἂν εἴη, τὴν δὲ πρὸς ἀρετὴν ἐκ παίδων παιδείαν, ποιοῦσαν ἐπιθυμητήν τε
καὶ ἐραστὴν τοῦ πολίτην γενέσθαι τέλεον, ἄρχειν τε καὶ ἄρχεσθαι ἐπιστάμενον μετὰ δίκης. ταύτην τὴν τροφὴν
ἀφορισάμενος ὁ λόγος οὗτος, ὡς ἐμοὶ φαίνεται, νῦν βούλοιτ’ ἂν μόνην παιδείαν προσαγορεύειν, τὴν δὲ εἰς
χρήματα τείνουσαν ἤ τινα πρὸς ἰσχύν, ἢ καὶ πρὸς ἄλλην τινὰ σοφίαν ἄνευ νοῦ καὶ δίκης, βάναυσόν τ’ εἶναι καὶ
ἀνελεύθερον καὶ οὐκ ἀξίαν τὸ παράπαν παιδείαν καλεῖσθαι. ἡμεῖς δὴ μηδὲν ὀνόματι διαφερώμεθ’αὑτοῖς, ἀλλ’
ὁ νυνδὴ λόγος ἡμῖν ὁμολογηθεὶς μενέτω, ὡς οἵ γε ὀρθῶς πεπαιδευμένοι σχεδὸν ἀγαθοὶ γίγνονται, καὶ δεῖ δὴ
τὴν παιδείαν μηδαμοῦ ἀτιμάζειν, ὡς πρῶτον τῶν καλλίστων τοῖς ἀρίστοις ἀνδράσιν παραγιγνόμενον· καὶ εἴ
ποτε ἐξέρχεται, δυνατὸν δ’ ἐστὶν ἐπανορθοῦσθαι, τοῦτ’ ἀεὶ δραστέον διὰ βίου παντὶ κατὰ δύναμιν.

Ξενοφών, Οἰκονομικός 7.12-13
τέκνα μὲν οὖν ἂν θεός ποτε διδῷ ἡμῖν γενέσθαι, τότε βουλευσόμεθα περὶ αὐτῶν ὅπως ὅτι βέλτιστα παιδεύσο-
μεν αὐτά· κοινὸν γὰρ ἡμῖν καὶ τοῦτο ἀγαθόν, συμμάχων καὶ γηροβοσκῶν ὅτι βελτίστων τυγχάνειν

Πλάτων, Πρωταγόρας 325c-326c
οἴεσθαί γε χρή, ὦ Σώκρατες. ἐκ παίδων σμικρῶν ἀρξάμενοι, μέχρι οὗπερ ἂν ζῶσι, καὶ διδάσκουσι καὶ νου-
θετοῦσιν. ἐπειδὰν θᾶττον συνιῇ τις τὰ λεγόμενα, καὶ τροφὸς καὶ μήτηρ καὶ παιδαγωγὸς καὶ αὐτὸς ὁ πατὴρ
περὶ τούτου διαμάχονται, ὅπως <ὡς> βέλτιστος ἔσται ὁ παῖς, παρ’ ἕκαστον καὶ ἔργον καὶ λόγον διδάσκοντες
καὶ ἐνδεικνύμενοι ὅτι τὸ μὲν δίκαιον, τὸ δὲ ἄδικον, καὶ τόδε μὲν καλόν, τόδε δὲ αἰσχρόν, καὶ τόδε μὲν ὅσιον,
τόδε δὲ ἀνόσιον, καὶ τὰ μὲν ποίει, τὰ δὲ μὴ ποίει. καὶ ἐὰν μὲν ἑκὼν πείθηται· εἰ δὲ μή, ὥσπερ ξύλον διαστρε-
φόμενον καὶ καμπτόμενον εὐθύνουσιν ἀπειλαῖς καὶ πληγαῖς. μετὰ δὲ ταῦτα εἰς διδασκάλων πέμποντες πολὺ
μᾶλλον ἐντέλλονται ἐπιμελεῖσθαι εὐκοσμίας τῶν παίδων ἢ γραμμάτων τε καὶ κιθαρίσεως· οἱ δὲ διδάσκαλοι
τούτων τε ἐπιμελοῦνται, καὶ ἐπειδὰν αὖ γράμματα μάθωσιν καὶ μέλλωσιν συνήσειν τὰ γεγραμμένα ὥσπερ τότε
τὴν φωνήν, παρατιθέασιν αὐτοῖς ἐπὶ τῶν βάθρων ἀναγιγνώσκειν ποιητῶν ἀγαθῶν ποιήματα καὶ ἐκμανθάνειν
ἀναγκάζουσιν, ἐν οἷς πολλαὶ μὲν νουθετήσεις ἔνεισιν πολλαὶ δὲ διέξοδοι καὶ ἔπαινοι καὶ ἐγκώμια παλαιῶν
ἀνδρῶν ἀγαθῶν, ἵνα ὁ παῖς ζηλῶν μιμῆται καὶ ὀρέγηται τοιοῦτος γενέσθαι. οἵ τ’ αὖ κιθαρισταί, ἕτερα τοιαῦτα,
σωφροσύνης τε ἐπιμελοῦνται καὶ ὅπως ἂν οἱ νέοι μηδὲν κακουργῶσιν· πρὸς δὲ τούτοις, ἐπειδὰν κιθαρίζειν
μάθωσιν, ἄλλων αὖ ποιητῶν ἀγαθῶν ποιήματα διδάσκουσι μελοποιῶν, εἰς τὰ κιθαρίσματα ἐντείνοντες, καὶ
τοὺς ῥυθμούς τε καὶ τὰς ἁρμονίας ἀναγκάζουσιν οἰκειοῦσθαι ταῖς ψυχαῖς τῶν παίδων, ἵνα ἡμερώτεροί τε ὦσιν,
καὶ εὐρυθμότεροι καὶ εὐαρμοστότεροι γιγνόμενοι χρήσιμοι ὦσιν εἰς τὸ λέγειν τε καὶ πράττειν· πᾶς γὰρ ὁ βίος
τοῦ ἀνθρώπου εὐρυθμίας τε καὶ εὐαρμοστίας δεῖται. ἔτι τοίνυν πρὸς τούτοις εἰς παιδοτρίβου πέμπουσιν, ἵνα τὰ
σώματα βελτίω ἔχοντες ὑπηρετῶσι τῇ διανοίᾳ χρηστῇ οὔσῃ, καὶ μὴ ἀναγκάζωνται ἀποδειλιᾶν διὰ τὴν πονηρί-
αν τῶν σωμάτων καὶ ἐν τοῖς πολέμοις καὶ ἐν ταῖς ἄλλαις πράξεσιν. καὶ ταῦτα ποιοῦσιν οἱ μάλιστα δυνάμενοι
<μάλιστα> – μάλιστα δὲ δύνανται οἱ πλουσιώτατοι – καὶ οἱ τούτων ὑεῖς, πρῳαίτατα εἰς διδασκάλων τῆς ἡλικί-
ας ἀρξάμενοι φοιτᾶν, ὀψιαίτατα ἀπαλλάττονται. ἐπειδὰν δὲ ἐκ διδασκάλων ἀπαλλαγῶσιν, (…)

Αἰσχίνης 1 (κατὰ Τιμάρχου).9-12
Ὁ γὰρ νομοθέτης πρῶτον μὲν τοῖς διδασκάλοις, οἷς ἐξ ἀνάγκης παρακατατιθέμεθα τοὺς ἡμετέρους αὐτῶν
παῖδας, οἷς ἐστιν ὁ μὲν βίος ἀπὸ τοῦ σωφρονεῖν, ἡ δ’ ἀπορία ἐκ τῶν ἐναντίων, ὅμως ἀπιστῶν φαίνεται, καὶ
διαρρήδην ἀποδείκνυσι, πρῶτον μὲν ἣν ὥραν προσήκει ἰέναι τὸν παῖδα τὸν ἐλεύθερον εἰς τὸ διδασκαλεῖον,
ἔπειτα μετὰ πόσων παίδων εἰσιέναι, καὶ πηνίκα ἀπιέναι. Καὶ τοὺς διδασκάλους τὰ διδασκαλεῖα καὶ τοὺς παι-
δοτρίβας τὰς παλαίστρας ἀνοίγειν μὲν ἀπαγορεύει μὴ πρότερον πρὶν ἂν ἥλιος ἀνίσχῃ, κλῄειν δὲ προστάττει
πρὸ ἡλίου δεδυκότος, τὰς ἐρημίας καὶ τὸ σκότος ἐν πλείστῃ ὑποψίᾳ ποιούμενος· καὶ τοὺς νεανίσκους τοὺς
εἰσφοιτῶντας οὕστινας δεῖ εἶναι καὶ ἅστινας ἡλικίας ἔχοντας, καὶ ἀρχὴν ἥτις ἔσται ἡ τούτων ἐπιμελησομένη,
καὶ περὶ παιδαγωγῶν ἐπιμελείας καὶ περὶ Μουσείων ἐν τοῖς διδασκαλείοις καὶ περὶ Ἑρμαίων ἐν ταῖς παλαί-
στραις, καὶ τὸ τελευταῖον περὶ τῆς συμφοιτήσεως τῶν παίδων καὶ τῶν χορῶν τῶν κυκλίων. Κελεύει γὰρ τὸν
χορηγὸν τὸν μέλλοντα τὴν οὐσίαν τὴν ἑαυτοῦ εἰς ὑμᾶς ἀναλίσκειν ὑπὲρ τετταράκοντα ἔτη γεγονότα τοῦτο

296



πράττειν, ἵν’ἤδη ἐν τῇ σωφρονεστάτῃ αὑτοῦ ἡλικίᾳ ὤν, οὕτως ἐντυγχάνῃ τοῖς ὑμετέροις παισίν. Ἀναγνώσεται
οὖν ὑμῖν τούτους τοὺς νόμους ὁ γραμματεύς, ἵν’ εἰδῆτε ὅτι ὁ νομοθέτης ἡγήσατο τὸν καλῶς τραφέντα παῖδα
ἄνδρα γενόμενον χρήσιμον ἔσεσθαι τῇ πόλει· ὅταν δ’ ἡ φύσις τοῦ ἀνθρώπου εὐθὺς πονηρὰν ἀρχὴν λάβῃ τῆς
παιδείας, ἐκ τῶν κακῶς τεθραμμένων παίδων παραπλησίους ἡγήσατο πολίτας ἔσεσθαι Τιμάρχῳ τουτῳί.Λέγε
αὐτοῖς τοὺς νόμους τούτους.
Νόμοι Σόλωνα:
[Οἱ δὲ τῶν παίδων διδάσκαλοι ἀνοιγέτωσαν μὲν τὰ διδασκαλεῖα μὴ πρότερον ἡλίου ἀνιόντος, κλειέτωσαν δὲ
πρὸ ἡλίου δύνοντος.Καὶ μὴ ἐξέστω τοῖς ὑπὲρ τὴν τῶν παίδων ἡλικίαν οὖσιν εἰσιέναι τῶν παίδων ἔνδον ὄντων,
ἐὰν μὴ υἱὸς διδασκάλου ἢ ἀδελφὸς ἢ θυγατρὸς ἀνήρ· ἐὰν δέ τις παρὰ ταῦτ’ εἰσίῃ, θανάτῳ ζημιούσθω. Καὶ οἱ
γυμνασιάρχαι τοῖς Ἑρμαίοις μὴ ἐάτωσαν συγκαθιέναι μηδένα τῶν ἐν ἡλικίᾳ τρόπῳ μηδενί· ἐὰν δὲ ἐπιτρέπῃ
καὶ μὴ ἐξείργῃ τοῦ γυμνασίου, ἔνοχος ἔστω ὁ γυμνασιάρχης τῷ τῆς ἐλευθέρων φθορᾶς νόμῳ. Οἱ δὲ χορηγοὶ οἱ
καθιστάμενοι ὑπὸ τοῦ δήμου ἔστωσαν τὴν ἡλικίαν ὑπὲρ τετταράκοντα ἔτη.]

Ἡρόδοτος 6.27
παισὶ γράμματα διδασκομένοισι ἐνέπεσε ἡ στέγη, ὥστε ἀπ’ ἑκατὸν καὶ εἴκοσι παίδων εἷς μοῦνος ἀπέφυγε.

Θουκυδίδης 7. 29.5
... καὶ ἐπιπεσόντες διδασκαλείῳ παίδων, ὅπερ μέγιστον ἦν αὐτόθι καὶ ἄρτι ἔτυχον οἱ παῖδες ἐσεληλυθότες,
κατέκοψαν πάντα

Παυσανίας 6.9.6
τῇ δὲ ὀλυμπιάδι τῇ πρὸ ταύτης Κλεομήδην φασὶν Ἀστυπαλαιέα ὡς Ἴκκῳ πυκτεύων ἀνδρὶ Ἐπιδαυρίῳ τὸν
Ἴκκον ἀποκτείνειεν ἐν τῇ μάχῃ, καταγνωσθεὶς δὲ ὑπὸ τῶν Ἑλλανοδικῶν ἄδικα εἰργάσθαι καὶ ἀφῃρημένος τὴν
νίκην ἔκφρων ἐγένετο ὑπὸ τῆς λύπης καὶ ἀνέστρεψε μὲν ἐς Ἀστυπάλαιαν, διδασκαλείῳ δ’ ἐπιστὰς ἐνταῦθα
ὅσον ἑξήκοντα ἀριθμὸν παίδων ἀνατρέπει τὸν κίονα ὃς τὸν ὄροφον ἀνεῖχεν. ἐμπεσόντος δὲ τοῦ ὀρόφου τοῖς
παισί, καταλιθούμενος ὑπὸ τῶν ἀστῶν κατέφυγεν ἐς Ἀθηνᾶς ἱερόν·

Δημοσθένης 18 (περὶ τοῦ στεφάνου).257-258
Ἐμοὶ μὲν τοίνυν ὑπῆρξεν, Αἰσχίνη, παιδὶ μὲν ὄντι φοιτᾶν εἰς τὰ προσήκοντα διδασκαλεῖα, καὶ ἔχειν ὅσα χρὴ
τὸν μηδὲν αἰσχρὸν ποιήσοντα δι’ ἔνδειαν, (…) (ενώ ο Αισχίνης) δι’ ἣν παῖς μὲν ὢν μετὰ πολλῆς τῆς ἐνδείας
ἐτράφης, ἅμα τῷ πατρὶ πρὸς τῷ διδασκαλείῳ προσεδρεύων τὸ μέλαν τρίβων καὶ τὰ βάθρα σπογγίζων καὶ τὸ
παιδαγωγεῖον κορῶν, οἰκέτου τάξιν, οὐκ ἐλευθέρου παιδὸς ἔχων, ἀνὴρ δὲ γενόμενος τῇ μητρὶ τελούσῃ τὰς
βίβλους ἀνεγίγνωσκες καὶ τἄλλα συνεσκευωροῦ, τὴν μὲν νύκτα νεβρίζων καὶ κρατηρίζων καὶ καθαίρων τοὺς
τελουμένους καὶ ἀπομάττων τῷ πηλῷ καὶ τοῖς πιτύροις,…

Πλάτων, Πρωταγόρας 312b1
Ἀλλ’ ἄρα, ὦ Ἱππόκρατες, μὴ οὐ τοιαύτην ὑπολαμβάνεις σου τὴν παρὰ Πρωταγόρου μάθησιν ἔσεσθαι, ἀλλ’
οἵαπερ ἡ παρὰ τοῦ γραμματιστοῦ ἐγένετο καὶ κιθαριστοῦ καὶ παιδοτρίβου; τούτων γὰρ σὺ ἑκάστην οὐκ ἐπὶ
τέχνῃ ἔμαθες, ὡς δημιουργὸς ἐσόμενος, ἀλλ’ ἐπὶ παιδείᾳ, ὡς τὸν ἰδιώτην καὶ τὸν ἐλεύθερον πρέπει.

Πλάτων, Εὐθύδημος 279e4
Οὐκοῦν, ἦν δ’ ἐγώ, καὶ περὶ γραμμάτων γραφῆς τε καὶ ἀναγνώσεως οἱ γραμματισταί; { – } Πάνυ γε.

Πλάτων, Νόμοι 812b2
Ἆρ’ οὖν οὐ μετὰ τὸν γραμματιστὴν ὁ κιθαριστὴς ἡμῖν προσρητέος;

Πλούταρχος, Ἠθικά = 186d2
Ἀλκιβιάδης ἔτι παῖς ὢν ἐλήφθη λαβὴν ἐν παλαίστρᾳ· καὶ μὴ δυνάμενος διαφυγεῖν ἔδακε τὴν χεῖρα τοῦ κατα-
παλαίοντος· εἰπόντος δ’ ἐκείνου ‘δάκνεις ὡς αἱ γυναῖκες’, ‘οὐ μὲν οὖν’ εἶπεν ‘ἀλλ’ὡς οἱ λέοντες.’

Ἰσοκράτης, περὶ ἀντιδόσεως 181-83
ὁρῶντές τινες τῶν πολὺ πρὸ ἡμῶν γεγονότων περὶ μὲν τῶν ἄλλων πολλὰς τέχνας συνεστηκυίας, περὶ δὲ τὸ
σῶμα καὶ τὴν ψυχὴν οὐδὲν τοιοῦτον συντεταγμένον, εὑρόντες διττὰς ἐπιμελείας κατέλιπον ἡμῖν, περὶ μὲν τὰ
σώματα τὴν παιδοτριβικὴν, ἧς ἡ γυμναστικὴ μέρος ἐστὶν, περὶ δὲ τὰς ψυχὰς τὴν φιλοσοφίαν, περὶ ἧς ἐγὼ μέλ-
λω ποιεῖσθαι τοὺς λόγους ... 183 Ἐπειδὰν γὰρ λάβωσι μαθητὰς, οἱ μὲν παιδοτρίβαι τὰ σχήματα τὰ πρὸς τὴν
ἀγωνίαν εὑρημένα τοὺς φοιτῶντας διδάσκουσιν,

Πλάτων, Λύσις 206d
ἂν γὰρ εἰσέλθῃς μετὰ Κτησίππου τοῦδε καὶ καθεζόμενος διαλέγῃ, οἶμαι μὲν καὶ αὐτός σοι πρόσεισι – φιλή-

297



κοος γάρ, ὦ Σώκρατες, διαφερόντως ἐστίν, καὶ ἅμα, ὡς Ἑρμαῖα ἄγουσιν, ἀναμεμειγμένοι ἐν ταὐτῷ εἰσιν οἵ τε
νεανίσκοι καὶ οἱ παῖδες

Δημοσθένης 18 (περὶ τοῦ στεφάνου).129
ὡς ὁ πατήρ σου Τρόμης ἐδούλευε παρ’ Ἐλπίᾳ τῷ πρὸς τῷ Θησείῳ διδάσκοντι γράμματα, χοίνικας παχείας
ἔχων καὶ ξύλον;

ψευδο-Λυσίας 20 (ὑπὲρ Πολυστράτου).11
ὁ μὲν γὰρ ἐν ἀγρῷ πένης ὢν ἐποίμαινεν, ὁ δὲ πατὴρ ἐν τῷ ἄστει ἐπαιδεύετο.

Ἀριστοφάνης, Ἱππῆς 188-9
{ΑΛ.} Ἀλλ’, ὦγάθ’, οὐδὲ μουσικὴν ἐπίσταμαι
πλὴν γραμμάτων, καὶ ταῦτα μέντοι κακὰ κακῶς.

Πλούταρχος, Ἀλκιβιάδης 7
Τὴν δὲ παιδικὴν ἡλικίαν παραλλάσσων ἐπέστη γραμματοδιδασκαλείῳ καὶ βιβλίον ᾔτησεν Ὁμηρικόν. εἰπόντος
δὲ τοῦ διδασκάλου μηδὲν ἔχειν Ὁμήρου, κονδύλῳ καθικόμενος αὐτοῦ παρῆλθεν

Πλάτων, Πρωταγόρας 325c5-326c5
ἴεσθαί γε χρή, ὦ Σώκρατες. ἐκ παίδων σμικρῶν ἀρξάμενοι, μέχρι οὗπερ ἂν ζῶσι, καὶ διδάσκουσι καὶ νουθε-
τοῦσιν. ἐπειδὰν θᾶττον συνιῇ τις τὰ λεγόμενα, καὶ τροφὸς καὶ μήτηρ καὶ παιδαγωγὸς καὶ αὐτὸς ὁ πατὴρ περὶ
τούτου διαμάχονται, ὅπως <ὡς> βέλτιστος ἔσται ὁ παῖς, παρ’ ἕκαστον καὶ ἔργον καὶ λόγον διδάσκοντες καὶ
ἐνδεικνύμενοι ὅτι τὸ μὲν δίκαιον, τὸ δὲ ἄδικον, καὶ τόδε μὲν καλόν, τόδε δὲ αἰσχρόν, καὶ τόδε μὲν ὅσιον,
τόδε δὲ ἀνόσιον, καὶ τὰ μὲν ποίει, τὰ δὲ μὴ ποίει. καὶ ἐὰν μὲν ἑκὼν πείθηται· εἰ δὲ μή, ὥσπερ ξύλον διαστρε-
φόμενον καὶ καμπτόμενον εὐθύνουσιν ἀπειλαῖς καὶ πληγαῖς. μετὰ δὲ ταῦτα εἰς διδασκάλων πέμποντες πολὺ
μᾶλλον ἐντέλλονται ἐπιμελεῖσθαι εὐκοσμίας τῶν παίδων ἢ γραμμάτων τε καὶ κιθαρίσεως· οἱ δὲ διδάσκαλοι
τούτων τε ἐπιμελοῦνται, καὶ ἐπειδὰν αὖ γράμματα μάθωσιν καὶ μέλλωσιν συνήσειν τὰ γεγραμμένα ὥσπερ τότε
τὴν φωνήν, παρατιθέασιν αὐτοῖς ἐπὶ τῶν βάθρων ἀναγιγνώσκειν ποιητῶν ἀγαθῶν ποιήματα καὶ ἐκμανθάνειν
ἀναγκάζουσιν, ἐν οἷς πολλαὶ μὲν νουθετήσεις ἔνεισιν πολλαὶ δὲ διέξοδοι καὶ ἔπαινοι καὶ ἐγκώμια παλαιῶν
ἀνδρῶν ἀγαθῶν, ἵνα ὁ παῖς ζηλῶν μιμῆται καὶ ὀρέγηται τοιοῦτος γενέσθαι. οἵ τ’ αὖ κιθαρισταί, ἕτερα τοιαῦτα,
σωφροσύνης τε ἐπιμελοῦνται καὶ ὅπως ἂν οἱ νέοι μηδὲν κακουργῶσιν· πρὸς δὲ τούτοις, ἐπειδὰν κιθαρίζειν
μάθωσιν, ἄλλων αὖ ποιητῶν ἀγαθῶν ποιήματα διδάσκουσι μελοποιῶν, εἰς τὰ κιθαρίσματα ἐντείνοντες, καὶ
τοὺς ῥυθμούς τε καὶ τὰς ἁρμονίας ἀναγκάζουσιν οἰκειοῦσθαι ταῖς ψυχαῖς τῶν παίδων, ἵνα ἡμερώτεροί τε ὦσιν,
καὶ εὐρυθμότεροι καὶ εὐαρμοστότεροι γιγνόμενοι χρήσιμοι ὦσιν εἰς τὸ λέγειν τε καὶ πράττειν· πᾶς γὰρ ὁ βίος
τοῦ ἀνθρώπου εὐρυθμίας τε καὶ εὐαρμοστίας δεῖται.

Ἀριστοφάνης, Βάτραχοι 727-9
Τῶν πολιτῶν θ’ οὓς μὲν ἴσμεν εὐγενεῖς καὶ σώφρονας
ἄνδρας ὄντας καὶ δικαίους καὶ καλούς τε κἀγαθοὺς
καὶ τραφέντας ἐν παλαίστραις καὶ χοροῖς καὶ μουσικῇ,

2.2.1 Γραμματική παιδεία

Πλάτων, Πρωταγόρας 326d2
ἀλλ’ ἀτεχνῶς ὥσπερ οἱ γραμματισταὶ τοῖς μήπω δεινοῖς γράφειν τῶν παίδων ὑπογράψαντες γραμμὰς τῇ γρα-
φίδι οὕτω τὸ γραμματεῖον διδόασιν καὶ ἀναγκάζουσι γράφειν κατὰ τὴν ὑφήγησιν τῶν γραμμῶν,

Πλάτων, Εὐθύδημος 276c4
Τί δέ, ὦ Κλεινία, ἔφη, ὁπότε ἀποστοματίζοι ὑμῖν ὁ γραμματιστής, πότεροι ἐμάνθανον τῶν παίδων τὰ ἀποστο-
ματιζόμενα, οἱ σοφοὶ ἢ οἱ ἀμαθεῖς;

Ξενοφών, Συμπόσιον 4.27
αὐτὸν δέ σε, ἔφη, ἐγὼ εἶδον ναὶ μὰ τὸν Ἀπόλλω, ὅτε παρὰ τῷ γραμματιστῇ ἐν τῷ αὐτῷ βιβλίῳ ἀμφότεροι
ἐμαστεύετέ τι, τὴν κεφαλὴν πρὸς τῇ κεφαλῇ καὶ τὸν ὦμον γυμνὸν πρὸς γυμνῷ τῷ Κριτοβούλου ὤμῳ ἔχοντα

Αἰσχύλος, Ἑπτὰ ἐπὶ Θήβας 468
βοᾷ δὲ χοὖτος γραμμάτων ἐν ξυλλαβαῖς

298



κωμικό απ. 339a, b10
τῶν ἐπῶγ γὰρ ὧμ μέλλ[ο]μ̣[ε]ν̣ [ἐρεῖν, / ἕκαστον ἀπὸ τῶγ γραμμάτων ῥη̣[θήσεται, / ἃ δὴ νόμωι στοιχεῖα προ-
σαγορεύομ[ε]ν, / ἓν ἀφ’ ἑνὸ[ς ἑ]ξῆς κατὰ φύς[ι]γ γεγρα[μ]μ[ένα / ἀκόλουθα καὶ σύμφωνα· [δι]ατρ[ι]βὴν δ[ὲ
μὴ/ ἔχωμεν, ἀπὸ τοῦ δ’ ἄλφα [πρ]ῶ[το]ν [ἄ[ρ]ξο[μαι

Πλάτων, Θεαίτητος 205b
εἴπερ ἡ συλλαβὴ μὴ τὰ στοιχεῖά ἐστιν, ἀνάγκη αὐτὴν μὴ ὡς μέρη ἔχειν ἑαυτῆς τὰ στοιχεῖα, ἢ ταὐτὸν οὖσαν
αὐτοῖς ὁμοίως ἐκείνοις γνωστὴν εἶναι;
{ΘΕΑΙ.}Οὕτως. (…) εἰ μὴ τὰ στοιχεῖα συλλαβῆς μέρη ἐστίν, ἔχεις ἄλλ’ἄττα εἰπεῖν ἃ μέρη μέν ἐστι συλλαβῆς,
οὐ μέντοι στοιχεῖά γ’ ἐκείνης;
{ΘΕΑΙ.} Οὐδαμῶς. εἰ γάρ, ὦ Σώκρατες, μόρι’ ἄττ’ αὐτῆς συγχωροίην, γελοῖόν που τὰ στοιχεῖα ἀφέντα ἐπ’
ἄλλα ἰέναι.

Ἡρώδας, Μιμίαμβος (Διδάσκαλος) 3.22-26, 34
ἐπίσταται δ’ οὐδ’ ἄλφα συλλαβὴν γνῶναι,
ἢν μή τις αὐτῶι ταὐτὰ πεντάκις βώσηι.
ἢν μή τις αὐτῶι ταὐτὰ πεντάκις βώσηι.
τριτἠμέρηι Μάρωνα γραμματίζοντος
τοῦ πατρὸς αὐτῶι, τὸν Μάρωνα ἐποίησεν
οὖτος Σίμωνα ὀ χρηστός
(...)
34 «Ἄπολλον ... Ἀγρεῦ ...», «τοῦτο» φημὶ «κἠ μάμμη,

Πλάτων, Φαῖδρος 276c7-9
{ΣΩ.} Οὐκ ἄρα σπουδῇ αὐτὰ ἐν ὕδατι γράψει μέλανι σπείρων διὰ καλάμου μετὰ λόγων ἀδυνάτων μὲν αὑτοῖς
λόγῳ βοηθεῖν…

Ἡρώδας, Μιμίαμβος 3 (Διδάσκαλος) 14-18
κἠ μὲν τάλαινα δέλτος, ἢν ἐγὼ κάμνω
κηροῦσ’ ἐκάστου μηνός, ὀρφανὴ κεῖται
πρὸ τῆς χαμεύνης τοῦ ἐπὶ τοῖχον ἐρμῖνος,
ἢν μήκοτ’ αὐτὴν οἶον Ἀίδην βλέψας
γράψηι μὲν οὐδὲν καλόν, ἐκ δ’ ὄλην ξύσηι

Δημοσθένης 18 (περὶ τοῦ στεφάνου).258-9
ἅμα τῷ πατρὶ πρὸς τῷ διδασκαλείῳ προσεδρεύων, τὸ μέλαν τρίβων καὶ τὰ βάθρα σπογγίζων καὶ τὸ παιδαγω-
γεῖον κορῶν, οἰκέτου τάξιν, οὐκ ἐλευθέρου παιδὸς ἔχων

2.2.2 Moυσική παιδεία

Πλούταρχος, Ἠθικά 827a4-b1
Ὥσπερ οὖν ὁ ἁρμονικὸς καὶ μουσικὸς ἀνὴρ παντὶ μὲν ὀργάνῳ χρήσεται προσῳδῷ τεχνικῶς ἁρμοσάμενος καὶ
λόγῳ κρούων ἕκαστον, ὡς πέφυκεν ἐμμελὲς ὑπηχεῖν· ἤδη μέντοι συμβούλῳ Πλάτωνι χρησάμενος, πηκτίδας,
σαμβύκας καὶ ψαλτήρια πολύφθογγα καὶ βαρβίτους καὶ τρίγωνα παραπέμψας, τὴν λύραν καὶ τὴν κιθάραν
προτιμήσει·

Πλάτων, Πολιτεία 376e, 377a
Τίς οὖν ἡ παιδεία; ἢ χαλεπὸν εὑρεῖν βελτίω τῆς ὑπὸ τοῦ πολλοῦ χρόνου ηὑρημένης; ἔστιν δέ που ἡ μὲν ἐπὶ
σώμασι γυμναστική, ἡ δ’ ἐπὶ ψυχῇ μουσική. …Ἆρ’οὖν οὐ μουσικῇ πρότερον ἀρξόμεθα παιδεύοντες ἢ γυμνα-
στικῇ; … 377a Τοῦτο δὴ ἔλεγον, ὅτι μουσικῆς πρότερον ἁπτέον ἢ γυμναστικῆς. Ὀρθῶς, ἔφη (...)

Ἀριστοτέλης, Πολιτικά 1341a 18-28
οὔτε γὰρ αὐλοὺς εἰς παιδείαν ἀκτέον οὔτ’ ἄλλο τι τεχνικὸν ὄργανον, οἷον κιθάραν κἂν εἴ τι τοιοῦτον ἕτερον
ἔστιν, ἀλλ’ ὅσα ποιήσει τούτων ἀκροατὰς ἀγαθοὺς ἢ τῆς μουσικῆς παιδείας ἢ τῆς ἄλλης· ἔτι δὲ οὐκ ἔστιν ὁ
αὐλὸς ἠθικὸν ἀλλὰ μᾶλλον ὀργιαστικόν, ὥστε πρὸς τοὺς τοιούτους αὐτῷ καιροὺς χρηστέον ἐν οἷς ἡ θεωρία
κάθαρσιν μᾶλλον δύναται ἢ μάθησιν. προσθῶμεν δὲ ὅτι συμβέβηκεν ἐναντίον αὐτῷ πρὸς παιδείαν καὶ τὸ κω-
λύειν τῷ λόγῳ χρῆσθαι τὴν αὔλησιν. διὸ καλῶς ἀπεδοκίμασαν οἱ πρότερον αὐτοῦ τὴν χρῆσιν ἐκ τῶν νέων καὶ

299



τῶν ἐλευθέρων, καίπερ χρησάμενοι τὸ πρῶτον αὐτῷ.

Πλούταρχος, Περικλῆς 13.11
φιλοτιμούμενος δ’ ὁ Περικλῆς τότε πρῶτον ἐψηφίσατο μουσικῆς ἀγῶνα τοῖς Παναθηναίοις ἄγεσθαι, καὶ διέ-
ταξεν αὐτὸς ἀθλοθέτης αἱρεθείς, καθότι χρὴ τοὺς ἀγωνιζομένους αὐλεῖν ἢ ᾄδειν ἢ κιθαρίζειν. ἐθεῶντο δὲ καὶ
τότε καὶ τὸν ἄλλον χρόνον ἐν Ὠιδείῳ τοὺς μουσικοὺς ἀγῶνας.

Θέογνις 789-2 West
μήποτέ μοι μελέδημα νεώτερον ἄλλο φανείη
ἀντ᾽ ἀρετῆς σοφίης τ᾽ ἀλλὰ τόδ᾽ αἰὲν ἔχων
τερποίμην φόρμιγγι καὶ ὀρχηθμῷ καὶ ἀοιδῇ,
καὶ μετὰ τῶν ἀγαθῶν ἐσθλὸν ἔχοιμι νόον,

Ἀλκμάν απ. 41 PMG
ἕρπει γὰρ ἄντα τῶ σιδάρω τὸ καλῶς κιθαρίσδην

Ἀθήναιος, Δειπνοσοφισταί 4.79
ὅτι Ἀλεξανδρέων μουσικώτεροι ἄλλοι γενέσθαι οὐχ ἱστόρηνται, καὶ οὐ λέγω περὶ κιθαρῳδίαν μόνην, ἧς καὶ ὁ
εὐτελέστατος παρ’ἡμῖν ἰδιώτης προσέτι τε καὶ ἀναλφάβητος οὕτως ἐστὶ συνήθης ὡς τάχιστα ἐλέγχειν τὰ παρὰ
τὰς κρούσεις ἁμαρτήματα γινόμενα, (...)

Πλούταρχος, Κίμων 9.1
ἐκεῖνον (ενν. Θεμιστοκλής) γὰρ ᾄδειν μὲν οὐ φάναι μαθεῖν οὐδὲ κιθαρίζειν, πόλιν δὲ ποιῆσαι μεγάλην καὶ
πλουσίαν ἐπίστασθαι

ψευδο-Πλούταρχος, Παραμυθητικὸς εἰς Ἀπολλώνιον 111ab
οὐδὲ γὰρ ὁ πλεῖστα κιθαρῳδήσας ἢ ῥητορεύσας ἢ κυβερνήσας ἀλλ’ ὁ καλῶς ἐπαινεῖται.

ψευδο-Πλούταρχος, Ἠθικά = Λακεδαιμονίων Ἀποφθέγματα 218c
Πρὸς δὲ τὸν ἐπαινοῦντα κιθαρῳδὸν καὶ θαυμάζοντα τὴν δύναμιν αὐτοῦ ‘ὦ λῷστε’ ἔφη ‘ποῖον γέρας παρὰ σοῦ
τοῖς ἀγαθοῖς ἀνδράσιν ἔσται, ὅταν κιθαρῳδὸν οὕτως ἐπαινῇς;’

Πλούταρχος, Ἀλκιβιάδης 2.5.1-7
ἐπεὶ δ’ εἰς τὸ μανθάνειν ἧκε, τοῖς μὲν ἄλλοις ὑπήκουε διδασκάλοις ἐπιεικῶς, τὸ δ’ αὐλεῖν ἔφευγεν ὡς ἀγεννὲς
καὶ ἀνελεύθερον· πλήκτρου μὲν γὰρ καὶ λύρας χρῆσιν οὐδὲν οὔτε σχήματος οὔτε μορφῆς ἐλευθέρῳ πρεπούσης
διαφθείρειν, αὐλοὺς δὲ φυσῶντος ἀνθρώπου στόματι καὶ τοὺς συνήθεις ἂν πάνυ μόλις διαγνῶναι τὸ πρόσωπον

ψευδο-Πλάτων, Ἀλκιβιάδης Ι 106e
ἔμαθες γὰρ δὴ σύ γε κατὰ μνήμην τὴν ἐμὴν γράμματα καὶ κιθαρίζειν καὶ παλαίειν

2.2.3Αθλητική παιδεία

Ἰσοκράτης, περὶ ἀντιδόσεως 181.6
περὶ δὲ τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχὴν οὐδὲν τοιοῦτον συντεταγμένον, εὑρόντες διττὰς ἐπιμελείας κατέλιπον ἡμῖν,
περὶ μὲν τὰ σώματα τὴν παιδοτριβικὴν, ἧς ἡ γυμναστικὴ μέρος ἐστὶν, περὶ δὲ τὰς ψυχὰς τὴν φιλοσοφίαν

Πλάτων, Χαρμίδης 153a
καὶ δὴ καὶ εἰς τὴν Ταυρέου παλαίστραν τὴν καταντικρὺ τοῦ τῆς Βασίλης ἱεροῦ εἰσῆλθον, καὶ αὐτόθι κατέλα-
βον πάνυ πολλούς, τοὺς μὲν καὶ ἀγνῶτας ἐμοί, τοὺς δὲ πλείστους γνωρίμους

Ξενοφών, Ἀπομνημονεύματα 2.1.28-29
εἰ δὲ καὶ τῷ σώματι βούλει δυνατὸς εἶναι, τῇ γνώμῃ ὑπηρετεῖν ἐθιστέον τὸ σῶμα καὶ γυμναστέον σὺν πόνοις
καὶ ἱδρῶτι.

Ξενοφών, Ἀπομνημονεύματα 3. 12.4
καὶ μὴν πάντα γε τἀναντία συμβαίνει τοῖς εὖ τὰ σώματα ἔχουσιν ἢ τοῖς κακῶς. καὶ γὰρ ὑγιαίνουσιν οἱ τὰ σώμα-
τα εὖ ἔχοντες καὶ ἰσχύουσι· καὶ πολλοὶ μὲν διὰ τοῦτο ἐκ τῶν πολεμικῶν ἀγώνων σῴζονταί τε εὐσχημόνως καὶ
τὰ δεινὰ πάντα διαφεύγουσι, πολλοὶ δὲ φίλοις τε βοηθοῦσι καὶ τὴν πατρίδα εὐεργετοῦσι καὶ διὰ ταῦτα χάριτός
τε ἀξιοῦνται καὶ δόξαν μεγάλην κτῶνται καὶ τιμῶν καλλίστων τυγχάνουσι καὶ διὰ ταῦτα τόν τε λοιπὸν βίον

300



ἥδιον καὶ κάλλιον διαζῶσι καὶ τοῖς ἑαυτῶν παισὶ καλλίους ἀφορμὰς εἰς τὸν βίον καταλείπουσιν.

Πλάτων, Νόμοι 832e
{ΑΘ.}Ἆρ’οὖν οὐ τούτοις ἐφεξῆς ἐστιν μνησθῆναί ποτε περὶ ἁπάντων τῶν ἀγώνων τῶν γυμνικῶν, ὡς ὅσα μὲν
αὐτῶν πρὸς πόλεμόν ἐστιν ἀγωνίσματα ἐπιτηδευτέον καὶ θετέον ἆθλα νικητήρια, ὅσα δὲ μή, χαίρειν ἐατέον;

Ἰσοκράτης, προς Δημόνικον 14.4-5
Ἄσκει τῶν περὶ τὸ σῶμα γυμνασίων μὴ τὰ πρὸς τὴν ῥώμην ἀλλὰ τὰ πρὸς τὴν ὑγίειαν· τούτου δ’ ἂν ἐπιτύχοις,
εἰ λήγοις τῶν πόνων ἔτι πονεῖν δυνάμενος.

Ξενοφών, Λακεδαιμονίων πολιτεία 2.12.5-14
εἰσὶ δὲ καὶ οἳ παντάπασι τοῦ διαλέγεσθαι τοὺς ἐραστὰς εἴργουσιν ἀπὸ τῶν παίδων. ὁ δὲ Λυκοῦργος ἐναντία
καὶ τούτοις πᾶσι γνούς, εἰ μέν τις αὐτὸς ὢν οἷον δεῖ ἀγασθεὶς ψυχὴν παιδὸς πειρῷτο ἄμεμπτον φίλον ἀποτε-
λέσασθαι καὶ συνεῖναι, ἐπῄνει καὶ καλλίστην παιδείαν ταύτην ἐνόμιζεν· εἰ δέ τις παιδὸς σώματος ὀρεγόμε-
νος φανείη, αἴσχιστον τοῦτο θεὶς ἐποίησεν ἐν Λακεδαίμονι μηδὲν ἧττον ἐραστὰς παιδικῶν ἀπέχεσθαι ἢ γονεῖς
παίδων ἢ καὶ ἀδελφοὶ ἀδελφῶν εἰς ἀφροδίσια ἀπέχονται. τὸ μέντοι ταῦτα ἀπιστεῖσθαι ὑπό τινων οὐ θαυμάζω·
ἐν πολλαῖς γὰρ τῶν πόλεων οἱ νόμοι οὐκ ἐναντιοῦνται ταῖς πρὸς τοὺς παῖδας ἐπιθυμίαις.

Ἀριστοφάνης,Ὄρνιθες 137-142
{ΠΙ.}Ὅπου ξυναντῶν μοι ταδί τις μέμψεται
ὥσπερ ἀδικηθεὶς παιδὸς ὡραίου πατήρ·
«Καλῶς γέ μου τὸν υἱόν, ὦ στιλβωνίδη,
εὑρὼν ἀπιόντ’ ἀπὸ γυμνασίου λελουμένον
οὐκ ἔκυσας, οὐ προσεῖπας, οὐ προσηγάγου,
οὐκ ὠρχιπέδισας, ὢν ἐμοὶ πατρικὸς φίλος.»

Πλάτων, Νόμοι 794c
πρὸς δὲ τὰ μαθήματα τρέπεσθαι χρεὼν ἑκατέρους, τοὺς μὲν ἄρρενας ἐφ’ ἵππων διδασκάλους καὶ τόξων καὶ
ἀκοντίων καὶ σφενδονήσεως, …

2.2.4 Στρατιωτική παιδεία

ψευδο-Ἀριστοτέλης, Ἀθηναίων πολιτεία 42
μετέχουσιν μὲν τῆς πολιτείας οἱ ἐξ ἀμφοτέρων γεγονότες ἀστῶν, ἐγγράφονται δ’ εἰς τοὺς δημότας ὀκτωκαί-
δεκα ἔτη γεγονότες. ὅταν δ’ ἐγγράφωνται, διαψηφίζονται περὶ αὐτῶν ὀμόσαντες οἱ δημόται, πρῶτον μὲν εἰ
δοκοῦσι γεγονέναι τὴν ἡλικίαν τὴν ἐκ τοῦ νόμου, κἂν μὴ δόξωσι, ἀπέρχονται πάλιν εἰς παῖδας, δεύτερον δ’ εἰ
ἐλεύθερός ἐστι καὶ γέγονε κατὰ τοὺς νόμους.

Λυκοῦργος, κατὰ Λεωχάρους 76
ὑμῖν γὰρ ἔστιν ὅρκος, ὃν ὀμνύουσι πάντες οἱ πολῖται, ἐπειδὰν εἰς τὸ ληξιαρχικὸν γραμματεῖον ἐγγραφῶσιν καὶ
ἔφηβοι γένωνται, μήτε τὰ ἱερὰ ὅπλα καταισχυνεῖν μήτε τὴν τάξιν λείψειν, ἀμυνεῖν δὲ τῇ πατρίδι καὶ ἀμείνω
παραδώσειν
[Όρκος] Οὐκ αἰσχυνῶ τὰ ἱερὰ ὅπλα οὐδὲ λείψω τὸν παραστάτην ὅπου ἂν στ<ο>ιχήσω· ἀμυνῶ δὲ καὶ ὑπὲρ
ἱερῶν καὶ ὁσίων καὶ ο<ὐ>κ ἐλάττω παραδώσω τὴν πατρίδα, πλείω δὲ καὶ ἀρείω κατά τε ἐμαυτὸν καὶ μετὰ
ἁπάντων· καὶ εὐηκοήσω τῶν ἀεὶ κραινόντων ἐμφρόνως καὶ τῶν θεσμῶν τῶν ἱδρυμένων καὶ οὓς ἂν τὸ λοιπὸν
ἱδρύσωνται ἐμφρόνως· ἐὰν δέ τις ἀναιρεῖ, οὐκ ἐπιτρέψω κατά τε ἐμαυτὸ καὶ μετὰ πάντων, καὶ τιμήσω ἱερὰ
τὰ πάτρια. ἵστορες [ο] θεοὶ Ἄγλαυρος, Ἑστία, Ἐνυώ, Ἐνυάλιος Ἄρης καὶ Ἀθηνᾶ Ἀρεία, Ζεύς, Θαλλώ,Αὐξώ,
Ἡγεμόνη,Ἡρακλῆς, ὅροι τῆς πατρίδος πυροί, κριθαί, ἄμπελοι, ἐλάαι, συκαῖ.

Αἰσχίνης 1 (κατὰ Τιμάρχου).49.7
Τυγχάνει μὲν γὰρ ἡλικιώτης ὢν ἐμὸς καὶ συνέφηβος ...

Πλούταρχος, Κίμων 16.5
ἐν δὲ μέσῃ τῇ στοᾷ, γυμναζομένων ὁμοῦ τῶν ἐφήβων καὶ τῶν νεανίσκων, λέγεται μικρὸν πρὸ τοῦ σεισμοῦ
λαγὼν παραφανῆναι, καὶ τοὺς μὲν νεανίσκους ὥσπερ ἦσαν ἀληλιμμένοι μετὰ παιδιᾶς ἐκδραμεῖν καὶ διώκειν,
τοῖς δ’ ἐφήβοις ὑπολειφθεῖσιν ἐπιπεσεῖν τὸ γυμνάσιον, καὶ πάντας ὁμοῦ τελευτῆσαι.

Αἰσχίνης 2 (περὶ τῆς παραπρεσβείας).167

301



ἐκ παίδων μὲν γὰρ ἀπαλλαγεὶς περίπολος τῆς χώρας ταύτης ἐγενόμην δύ’ ἔτη, καὶ τούτων ὑμῖν τοὺς συνεφή-
βους καὶ τοὺς ἄρχοντας ἡμῶν μάρτυρας παρέξομαι·

Λουκιανός, περὶ ὀρχήσεως 12
ὁ δὲ ὅρμος ὄρχησίς ἐστιν κοινὴ ἐφήβων τε καὶ παρθένων, παρ’ ἕνα χορευόντων καὶ ὡς ἀληθῶς ὅρμῳ ἐοικότων·
καὶ ἡγεῖται μὲν ὁ ἔφηβος τὰ νεανικὰ ὀρχούμενος καὶ ὅσοις ὕστερον ἐν πολέμῳ χρήσεται, ἡ παρθένος δὲ ἕπεται
κοσμίως τὸ θῆλυ χορεύειν διδάσκουσα, ὡς εἶναι τὸν ὅρμον ἐκ σωφροσύνης καὶ ἀνδρείας πλεκόμενον

Σπάρτη

Ἀλκμάν, Παρθένιον 1.39-101 PMG
... ἐγὼν δ’ ἀείδω
40 Ἀγιδῶς τὸ φῶς· ὁρῶ
ϝ’ὥτ’ ἄλιον, ὅνπερ ἇμιν
Ἀγιδὼ μαρτύρεται
φαίνην· ἐμὲ δ’ οὔτ’ ἐπαινῆν
οὔτε μωμήσθαι νιν ἁ κλεννὰ χοραγὸς
οὐδ’ ἁμῶς ἐῆι· δοκεῖ γὰρ ἤμεν αὔτα
ἐκπρεπὴς τὼς ὥπερ αἴτις
ἐν βοτοῖς στάσειεν ἵππον
παγὸν ἀεθλοφόρον καναχάποδα
τῶν ὑποπετριδίων ὀνείρων·
50 ἦ οὐχ ὁρῆις; ὁ μὲν κέλης
Ἐνετικός· ἁ δὲ χαίτα
τᾶς ἐμᾶς ἀνεψιᾶς
Ἁγησιχόρας ἐπανθεῖ
χρυσὸς [ὡ]ς ἀκήρατος·
τό τ’ ἀργύριον πρόσωπον,
διαφάδαν τί τοι λέγω;
Ἁγησιχόρα μὲν αὕτα·
ἁ δὲ δευτέρα πεδ’Ἀγιδὼ τὸ ϝεῖδος
ἵππος Ἰβηνῶι Κολαξαῖος δραμήται·
ταὶ Πεληάδες γὰρ ἇμιν
ὀρθρίαι φᾶρος φεροίσαις
νύκτα δι’ ἀμβροσίαν ἅτε σήριον
ἄστρον ἀυηρομέναι μάχονται·
οὔτε γάρ τι πορφύρας
τόσσος κόρος ὥστ’ ἀμύναι,
οὔτε ποικίλος δράκων
παγχρύσιος, οὐδὲ μίτρα
Λυδία, νεανίδων
ἰανογ[λ]εφάρων ἄγαλμα,
70 οὐδὲ ταὶ Ναννῶς κόμαι,
ἀλλ’ οὐ[δ’] Ἀρέτα σιειδής,
οὐδὲ Σύλακίς τε καὶ Κλεησισήρα,
οὐδ’ ἐς Αἰνησιμβρ[ό]τας ἐνθοῖσα φασεῖς·
Ἀσταφίς [τ]έ μοι γένοιτο
καὶ ποτιγλέποι Φίλυλλα
Δαμαρ[έ]τα τ’ ἐρατά τε ϝιανθεμίς·
ἀλλ’Ἁγησιχόρα με τείρει.
οὐ γὰρ ἁ κ[α]λλίσφυρος
Ἁγησιχ[ό]ρ[α] πάρ’ αὐτεῖ,
80 Ἀγιδοῖ .... αρμένει
θωστήρ[ιά τ’] ἅμ’ ἐπαινεῖ.
ἀλλὰ τᾶν [..]... σιοὶ
δέξασθε· [σι]ῶν γὰρ ἄνα

302



καὶ τέλος· [χο]ροστάτις,
ϝείποιμί δ’, [ἐ]γὼν μὲν αὐτὰ
παρσένος μάταν ἀπὸ θράνω λέλακα
γλαύξ· ἐγὼ[ν] δὲ τᾶι μὲν Ἀώτι μάλιστα
ϝανδάνην ἐρῶ· πόνων γὰρ
ἇμιν ἰάτωρ ἔγεντο·
ἐξ Ἁγησιχόρ[ας] δὲ νεάνιδες
ἰρ]ήνας ἐρατ[ᾶ]ς ἐπέβαν·

Πλούταρχος, Λυκοῦργος 21.3
Ὅλως δὲ ἄν τις ἐπιστήσας τοῖς Λακωνικοῖς ποιήμασιν, ὧν ἔτι καθ’ ἡμᾶς ἔνια διεσώζετο, καὶ τοὺς ἐμβατηρί-
ους ῥυθμοὺς ἀναλαβών, οἷς ἐχρῶντο πρὸς τὸν αὐλὸν ἐπάγοντες τοῖς πολεμίοις, οὐ κακῶς ἡγήσαιτο καὶ τὸν
Τέρπανδρον καὶ τὸν Πίνδαρον τὴν ἀνδρείαν τῇ μουσικῇ συνάπτειν. ὁ μὲν γὰρ οὕτως πεποίηκε περὶ τῶν Λα-
κεδαιμονίων·

Ξενοφών, Λακεδαιμονίων πολιτεία 2.1, 3.1-5, (το πρώτο τμήμα)
Ἐγὼ μέντοι, ἐπεὶ καὶ περὶ γενέσεως ἐξήγημαι, βούλομαι καὶ τὴν παιδείαν ἑκατέρων σαφηνίσαι. τῶν μὲν τοίνυν
ἄλλων Ἑλλήνων οἱ φάσκοντες κάλλιστα τοὺς υἱεῖς παιδεύειν, ἐπειδὰν τάχιστα αὐτοῖς οἱ παῖδες τὰ λεγόμε-
να ξυνιῶσιν, εὐθὺς μὲν ἐπ’ αὐτοῖς παιδαγωγοὺς θεράποντας ἐφιστᾶσιν, εὐθὺς δὲ πέμπουσιν εἰς διδασκάλων
μαθησομένους καὶ γράμματα καὶ μουσικὴν καὶ τὰ ἐν παλαίστρᾳ. πρὸς δὲ τούτοις τῶν παίδων πόδας μὲν
ὑποδήμασιν ἁπαλύνουσι, σώματα δὲ ἱματίων μεταβολαῖς διαθρύπτουσι· σίτου γε μὴν αὐτοῖς γαστέρα μέτρον
νομίζουσιν. ὁ δὲ Λυκοῦργος, ἀντὶ μὲν τοῦ ἰδίᾳ ἕκαστον παιδαγωγοὺς δούλους ἐφιστάναι, ἄνδρα ἐπέστησε
κρατεῖν αὐτῶν ἐξ ὧνπερ αἱ μέγισται ἀρχαὶ καθίστανται, ὃς δὴ καὶ παιδονόμος καλεῖται, τοῦτον δὲ κύριον
ἐποίησε καὶ ἁθροίζειν τοὺς παῖδας καὶ ἐπισκοποῦντα, εἴ τις ῥᾳδιουργοίη, ἰσχυρῶς κολάζειν. ἔδωκε δ’ αὐτῷ
καὶ τῶν ἡβώντων μαστιγοφόρους, ὅπως τιμωροῖεν ὁπότε δέοι, ὥστε πολλὴν μὲν αἰδῶ, πολλὴν δὲ πειθὼ ἐκεῖ
συμπαρεῖναι. ἀντί γε μὴν τοῦ ἁπαλύνειν τοὺς πόδας ὑποδήμασιν ἔταξεν ἀνυποδησίᾳ κρατύνειν, νομίζων, εἰ
τοῦτ’ ἀσκήσειαν, πολὺ μὲν ῥᾷον ἂν ὀρθιάδε ἐκβαίνειν, ἀσφαλέστερον δὲ πρανῆ καταβαίνειν, καὶ πηδῆσαι
δὲ καὶ ἀναθορεῖν καὶ δραμεῖν θᾶττον [ἀνυπόδητον, εἰ ἠσκηκὼς εἴη τοὺς πόδας, ἢ ὑποδεδεμένον]. καὶ ἀντί γε
τοῦ ἱματίοις διαθρύπτεσθαι ἐνόμιζεν ἑνὶ ἱματίῳ δι’ ἔτους προσεθίζεσθαι, νομίζων οὕτως καὶ πρὸς ψύχη καὶ
πρὸς θάλπη ἄμεινον ἂν παρεσκευάσθαι. σῖτόν γε μὴν ἔταξε τοσοῦτον ἔχοντα συμβολεύειν τὸν εἴρενα ὡς ὑπὸ
πλησμονῆς μὲν μήποτε βαρύνεσθαι, τοῦ δὲ ἐνδεεστέρως διάγειν μὴ ἀπείρως ἔχειν, νομίζων τοὺς οὕτω παιδευ-
ομένους μᾶλλον μὲν ἂν δύνασθαι, εἰ δεήσειεν, ἀσιτήσαντας ἐπιπονῆσαι, μᾶλλον δ’ ἄν, εἰ παραγγελθείη, ἀπὸ
τοῦ αὐτοῦ σίτου πλείω χρόνον ἐπιταθῆναι, ἧττον δ’ ἂν ὄψου δεῖσθαι, εὐχερέστερον δὲ πρὸς πᾶν ἔχειν βρῶμα,
καὶ ὑγιεινοτέρως δ’ ἂν διάγειν· καὶ εἰς μῆκος ἂν τὴν αὐξάνεσθαι ῥαδινὰ τὰ σώματα ποιοῦσαν τροφὴν μᾶλλον
συλλαμβάνειν ἡγήσατο ἢ τὴν διαπλατύνουσαν τῷ σίτῳ. ὡς δὲ μὴ ὑπὸ λιμοῦ ἄγαν αὖ πιέζοιντο, ἀπραγμόνως
μὲν αὐτοῖς οὐκ ἔδωκε λαμβάνειν ὧν ἂν προσδέωνται, κλέπτειν δ’ ἐφῆκεν ἔστιν ἃ τῷ λιμῷ ἐπικουροῦντας. καὶ
ὡς μὲν οὐκ ἀπορῶν ὅ τι δοίη ἐφῆκεν αὐτοῖς γε μηχανᾶσθαι τὴν τροφήν, οὐδένα οἶμαι τοῦτο ἀγνοεῖν· δῆλον δ’
ὅτι τὸν μέλλοντα κλωπεύειν καὶ νυκτὸς ἀγρυπνεῖν δεῖ καὶ μεθ’ ἡμέραν ἀπατᾶν καὶ ἐνεδρεύειν, καὶ κατασκό-
πους δὲ ἑτοιμάζειν τὸν μέλλοντά τι λήψεσθαι. ταῦτα οὖν δὴ πάντα δῆλον ὅτι μηχανικωτέρους τῶν ἐπιτηδείων
βουλόμενος τοὺς παῖδας ποιεῖν καὶ πολεμικωτέρους οὕτως ἐπαίδευσεν. εἴποι δ’ ἂν οὖν τις, τί δῆτα, εἴπερ τὸ
κλέπτειν ἀγαθὸν ἐνόμιζε, πολλὰς πληγὰς ἐπέβαλλε τῷ ἁλισκομένῳ; ὅτι, φημὶ ἐγώ, καὶ τἆλλα, ὅσα ἄνθρωποι
διδάσκουσι, κολάζουσι τὸν μὴ καλῶς ὑπηρετοῦντα. κἀκεῖνοι οὖν τοὺς ἁλισκομένους ὡς κακῶς κλέπτοντας
τιμωροῦνται. καὶ ὡς πλείστους δὴ ἁρπάσαι τυροὺς παρ’Ὀρθίας καλὸν θείς, μαστιγοῦν τούτους ἄλλοις ἐπέτα-
ξε, τοῦτο δηλῶσαι καὶ ἐν τούτῳ βουλόμενος ὅτι ἔστιν ὀλίγον χρόνον ἀλγήσαντα πολὺν χρόνον εὐδοκιμοῦντα
εὐφραίνεσθαι. δηλοῦται δὲ ἐν τούτῳ ὅτι καὶ ὅπου τάχους δεῖ ὁ βλακεύων ἐλάχιστα μὲν ὠφελεῖται, πλεῖστα δὲ
πράγματα λαμβάνει. ὅπως δὲ μηδ’ εἰ ὁ παιδονόμος ἀπέλθοι, ἔρημοί ποτε οἱ παῖδες εἶεν ἄρχοντος, ἐποίησε τὸν
ἀεὶ παρόντα τῶν πολιτῶν κύριον εἶναι καὶ ἐπιτάττειν τοῖς παισὶν ὅ τι [ἂν] ἀγαθὸν δοκοίη εἶναι, καὶ κολάζειν,
εἴ τι ἁμαρτάνοιεν. τοῦτο δὲ ποιήσας διέπραξε καὶ αἰδημονεστέρους εἶναι τοὺς παῖδας· οὐδὲν γὰρ οὕτως αἰδοῦ-
νται οὔτε παῖδες οὔτε ἄνδρες ὡς τοὺς ἄρχοντας. ὡς δὲ καὶ εἴ ποτε μηδεὶς τύχοι ἀνὴρ παρών, μηδ’ ὣς ἔρημοι
οἱ παῖδες ἄρχοντος εἶεν, ἔθηκε τῆς ἴλης ἑκάστης τὸν τορώτατον τῶν εἰρένων ἄρχειν· ὥστε οὐδέποτε ἐκεῖ οἱ
παῖδες ἔρημοι ἄρχοντός εἰσι.

3.1-5
ἐξ ὁποτέρας δ’ αὐτῶν καὶ εὐπειθέστεροι καὶ αἰδημονέστεροι καὶ ὧν δεῖ ἐγκρατέστεροι ἄνδρες ἀποτελοῦνται,
ὁ βουλόμενος καὶ ταῦτα ἐπισκοπείσθω. Ὅταν γε μὴν ἐκ παίδων εἰς τὸ μειρακιοῦσθαι ἐκβαίνωσι, τηνικαῦτα
οἱ μὲν ἄλλοι παύουσι μὲν ἀπὸ παιδαγωγῶν, παύουσι δὲ ἀπὸ διδασκάλων, ἄρχουσι δὲ οὐδένες ἔτι αὐτῶν, ἀλλ’

303



αὐτονόμους ἀφιᾶσιν· ὁ δὲ Λυκοῦργος καὶ τούτων τἀναντία ἔγνω. καταμαθὼν γὰρ τοῖς τηλικούτοις μέγιστον
μὲν φρόνημα ἐμφυόμενον, μάλιστα δὲ ὕβριν ἐπιπολάζουσαν, ἰσχυροτάτας δὲ ἐπιθυμίας τῶν ἡδονῶν παρι-
σταμένας, τηνικαῦτα πλείστους μὲν πόνους αὐτοῖς ἐπέβαλε, πλείστην δὲ ἀσχολίαν ἐμηχανήσατο. ἐπιθεὶς δὲ
καὶ εἴ τις ταῦτα φύγοι, μηδενὸς ἔτι τῶν καλῶν τυγχάνειν, ἐποίησε μὴ μόνον τοὺς ἐκ δημοσίου ἀλλὰ καὶ τοὺς
κηδομένους ἑκάστων ἐπιμελεῖσθαι, ὡς μὴ ἀποδειλιάσαντες ἀδόκιμοι παντάπασιν ἐν τῇ πόλει γένοιντο. πρὸς
δὲ τούτοις τὸ αἰδεῖσθαι ἰσχυρῶς ἐμφῦσαι βουλόμενος αὐτοῖς καὶ ἐν ταῖς ὁδοῖς ἐπέταξεν ἐντὸς μὲν τοῦ ἱματίου
τὼ χεῖρε ἔχειν, σιγῇ δὲ πορεύεσθαι, περιβλέπειν δὲ μηδαμοῖ, ἀλλ’ αὐτὰ τὰ πρὸ τῶν ποδῶν ὁρᾶν. ἔνθα δὴ καὶ
δῆλον γεγένηται ὅτι τὸ ἄρρεν φῦλον καὶ εἰς τὸ σωφρονεῖν ἰσχυρότερόν ἐστι [τῶν] τῆς θηλείας φύσεως. ἐκεί-
νων γοῦν ἧττον μὲν ἂν φωνὴν ἀκούσαις ἢ τῶν λιθίνων, ἧττον δ’ ἂν ὄμματα [μετα]στρέψαις ἢ τῶν χαλκῶν, αἰ-
δημονεστέρους δ’ ἂν αὐτοὺς ἡγήσαιο καὶ αὐτῶν τῶν ἐν τοῖς ὀφθαλμοῖς παρθένων. καὶ ἐπειδὰν εἰς τὸ φιλίτιόν
γε ἀφίκωνται, ἀγαπητὸν αὐτῶν καὶ τὸ ἐρωτηθὲν ἀκοῦσαι. καὶ τῶν μὲν αὖ παιδίσκων οὕτως ἐπεμελήθη.

Πλούταρχος, Λυκοῦργος 14
Τῆς δὲ παιδείας, ἣν μέγιστον ἡγεῖτο τοῦ νομοθέτου καὶ κάλλιστον ἔργον εἶναι, πόρρωθεν ἀρχόμενος εὐθὺς
ἐπεσκόπει τὰ περὶ τοὺς γάμους καὶ τὰς γενέσεις. οὐ γάρ, ὡς Ἀριστοτέλης φησίν, ἐπιχειρήσας σωφρονίζειν
τὰς γυναῖκας, ἐπαύσατο μὴ κρατῶν τῆς πολλῆς ἀνέσεως καὶ γυναικοκρατίας διὰ τὰς πολλὰς στρατείας τῶν
ἀνδρῶν, ἐν αἷς ἠναγκάζοντο κυρίας ἀπολείπειν ἐκείνας, καὶ διὰ τοῦτο μᾶλλον τοῦ προσήκοντος αὐτὰς ἐθερά-
πευον καὶ δεσποίνας προσηγόρευον· ἀλλὰ καὶ τούτων τὴν ἐνδεχομένην ἐπιμέλειαν ἐποιήσατο. τὰ μέν γε σώ-
ματα τῶν παρθένων δρόμοις καὶ πάλαις καὶ βολαῖς δίσκων καὶ ἀκοντίων διεπόνησεν, ὡς ἥ τε τῶν γεννωμένων
ῥίζωσις ἰσχυρὰν ἐν ἰσχυροῖς σώμασιν ἀρχὴν λαβοῦσα βλαστάνοι βέλτιον, αὐταί τε μετὰ ῥώμης τοὺς τόκους
ὑπο μένουσαι καλῶς ἅμα καὶ ῥᾳδίως ἀγωνίζοιντο πρὸς τὰς ὠδῖνας. ἀφελὼν δὲ θρύψιν καὶ σκιατραφίαν καὶ
θηλύτητα πᾶσαν οὐδὲν ἧττον εἴθισε τῶν κόρων τὰς κόρας γυμνάς τε πομπεύειν καὶ πρὸς ἱεροῖς τισιν ὀρχεῖσθαι
καὶ ἄδειν τῶν νέων παρόντων καὶ θεωμένων. ἔστι δὲ ὅτε καὶ σκώμματα λέγουσαι πρὸς ἕκαστον εὐχρήστως
ἐπελαμβάνοντο τῶν ἁμαρτανομένων· καὶ πάλιν εἰς τοὺς ἀξίους αὐτῶν ἐγκώμια μετ’ᾠδῆς πεποιημένα διεξιοῦ-
σαι, φιλοτιμίαν πολλὴν καὶ ζῆλον ἐνεποίουν τοῖς νεανίσκοις. ὁ γὰρ ἐγκωμιασθεὶς ἐπ’ ἀνδραγαθίᾳ καὶ κλεινὸς
ἐν ταῖς παρθένοις γεγονὼς ἀπῄει μεγαλυνόμενος ὑπὸ τῶν ἐπαίνων· αἱ δὲ μετὰ παιδιᾶς καὶ σκωμμάτων δήξεις
οὐδὲν ἀμβλύτεραι τῶν μετὰ σπουδῆς νουθετημάτων ἦσαν, ἅτε δὴ πρὸς τὴν θέαν ὁμοῦ τοῖς ἄλλοις πολίταις καὶ
τῶν βασιλέων καὶ τῶν γερόντων συμπορευομένων.Ἡ δὲ γύμνωσις τῶν παρθένων οὐδὲν αἰσχρὸν εἶχεν, αἰδοῦς
μὲν παρούσης, ἀκρασίας δὲ ἀπούσης, ἀλλ’ ἐθισμὸν ἀφελῆ καὶ ζῆλον εὐεξίας ἐνειργάζετο, καὶ φρονήματος τὸ
θῆλυ παρέγευεν οὐκ ἀγεννοῦς, ὡς μηδὲν ἧττον αὐτῷ καὶ ἀρετῆς καὶ φιλοτιμίας μετουσίαν οὖσαν. ὅθεν αὐταῖς
καὶ λέγειν ἐπῄει καὶ φρονεῖν οἷα καὶ περὶ Γοργοῦς ἱστόρηται τῆς Λεωνίδου γυναικός. εἰπούσης γάρ τινος, ὡς
ἔοικε, ξένης πρὸς αὐτὴν ὡς «Μόναι τῶν ἀνδρῶν ἄρχετε ὑμεῖς αἱ Λάκαιναι», «Μόναι γάρ», ἔφη, «τίκτομεν
ἄνδρας».

Πλάτων, Νόμοι 633b-c
τὸ περὶ τὰς καρτερήσεις τῶν ἀλγηδόνων πολὺ παρ’ ἡμῖν γιγνόμενον, ἔν τε ταῖς πρὸς ἀλλήλους ταῖς χερσὶ
μάχαις καὶ ἐν ἁρπαγαῖς τισιν διὰ πολλῶν πληγῶν ἑκάστοτε γιγνομένων· ἔτι δὲ καὶ κρυπτεία τις ὀνομάζεται
θαυμαστῶς πολύπονος πρὸς τὰς καρτερήσεις, χειμώνων τε ἀνυποδησίαι καὶ ἀστρωσίαι καὶ ἄνευ θεραπόντων
αὐτοῖς ἑαυτῶν διακονήσεις νύκτωρ τε πλανωμένων διὰ πάσης τῆς χώρας καὶ μεθ’ ἡμέραν. ἔτι δὲ κἀν ταῖς γυ-
μνοπαιδίαις δειναὶ καρτερήσεις παρ’ἡμῖν γίγνονται τῇ τοῦ πνίγους ῥώμῃ διαμαχομένων, καὶ πάμπολλα ἕτερα,
σχεδὸν ὅσα οὐκ ἂν παύσαιτό τις ἑκάστοτε διεξιών.
{ΑΘ.} Εὖ γε, ὦΛακεδαιμόνιε ξένε, λέγεις.

Θουκυδίδης 2.39.1
καὶ ἐν ταῖς παιδείαις οἱ μὲν ἐπιπόνῳ ἀσκήσει εὐθὺς νέοι ὄντες τὸ ἀνδρεῖον μετέρχονται...

Παυσανίας 3.14.8
αὐτὸ δὲ τὸ χωρίον, ἔνθα τοῖς ἐφήβοις μάχεσθαι καθέστηκε, κύκλῳ μὲν εὔριπος περιέχει κατὰ ταὐτὰ καὶ εἰ
νῆσον θάλασσα, ἔφοδοι δὲ ἐπὶ γεφυρῶν εἰσι. γεφυρῶν δὲ ἐφ’ ἑκατέρᾳ τῇ μέν ἐστιν ἄγαλμα Ἡρακλέους, τῇ δὲ
εἰκὼν Λυκούργου· νόμους δὲ ἔς τε τὴν ἄλλην πολιτείαν καὶ ἐς τὴν μάχην τῶν ἐφήβων ἔθηκεν ὁ Λυκοῦργος.
καὶ τάδε ἄλλα τοῖς ἐφήβοις δρώμενά ἐστι· (...) ἐπὶ δὲ τῇ θυσίᾳ κάπρους ἠθάδας οἱ ἔφηβοι συμβάλλουσι μα-
χουμένους· ὁποτέρων δ’ ἂν ὁ κάπρος τύχῃ νικῶν, [ἐστιν] ἐν τῷ Πλατανιστᾷ κρατῆσαι τούτους ὡς τὰ πλείω
συμβαίνει. τοσάδε μὲν δρῶσιν ἐν τῷ Φοιβαίῳ· ἐς δὲ τὴν ἐπιοῦσαν ὀλίγον πρὸ μεσούσης ἡμέρας ἐσίασι κατὰ
τὰς γεφύρας ἐς τὸ εἰρημένον χωρίον. τὴν μὲν δὴ ἔσοδον, καθ’ ἣν ἐσελθεῖν δεῦρο ἔστιν ἑκατέραν τάξιν, προ-
εδήλωσε κλῆρός σφισιν ἐν τῇ νυκτί· μάχονται δὲ καὶ ἐν χερσὶ καὶ ἐμπηδῶντες λάξ, δάκνουσί τε καὶ τοὺς
ὀφθαλμοὺς ἀντορύσσουσιν.

304



Ξενοφών, Λακεδαιμονίων πολιτεία 2.9
ταῦτα οὖν δὴ πάντα δῆλον ὅτι μηχανικωτέρους τῶν ἐπιτηδείων βουλόμενος τοὺς παῖδας ποιεῖν καὶ πολεμι-
κωτέρους οὕτως ἐπαίδευσεν. εἴποι δ’ ἂν οὖν τις, τί δῆτα, εἴπερ τὸ κλέπτειν ἀγαθὸν ἐνόμιζε, πολλὰς πληγὰς
ἐπέβαλλε τῷ ἁλισκομένῳ; ὅτι, φημὶ ἐγώ, καὶ τἆλλα, ὅσα ἄνθρωποι διδάσκουσι, κολάζουσι τὸν μὴ καλῶς ὑπη-
ρετοῦντα. κἀκεῖνοι οὖν τοὺς ἁλισκομένους ὡς κακῶς κλέπτοντας τιμωροῦνται. καὶ ὡς πλείστους δὴ ἁρπάσαι
τυροὺς παρ’Ὀρθίας καλὸν θείς, μαστιγοῦν τούτους ἄλλοις ἐπέταξε, τοῦτο δηλῶσαι καὶ ἐν τούτῳ βουλόμενος
ὅτι ἔστιν ὀλίγον χρόνον ἀλγήσαντα πολὺν χρόνον εὐδοκιμοῦντα εὐφραίνεσθαι.] δηλοῦται δὲ ἐν τούτῳ ὅτι
καὶ ὅπου τάχους δεῖ ὁ βλακεύων ἐλάχιστα μὲν ὠφελεῖται, πλεῖστα δὲ πράγματα λαμβάνει. ὅπως δὲ μηδ’ εἰ ὁ
παιδονόμος ἀπέλθοι, ἔρημοί ποτε οἱ παῖδες εἶεν ἄρχοντος, ἐποίησε τὸν ἀεὶ παρόντα τῶν πολιτῶν κύριον εἶναι
καὶ ἐπιτάττειν τοῖς παισὶν ὅ τι [ἂν] ἀγαθὸν δοκοίη εἶναι, καὶ κολάζειν, εἴ τι ἁμαρτάνοιεν. τοῦτο δὲ ποιήσας
διέπραξε καὶ αἰδημονεστέρους εἶναι τοὺς παῖδας· οὐδὲν γὰρ οὕτως αἰδοῦνται οὔτε παῖδες οὔτε ἄνδρες ὡς τοὺς
ἄρχοντας. ὡς δὲ καὶ εἴ ποτε μηδεὶς τύχοι ἀνὴρ παρών, μηδ’ὣς ἔρημοι οἱ παῖδες ἄρχοντος εἶεν, ἔθηκε τῆς ἴλης
ἑκάστης τὸν τορώτατον τῶν εἰρένων ἄρχειν· ὥστε οὐδέποτε ἐκεῖ οἱ παῖδες ἔρημοι ἄρχοντός εἰσι.

Δισσοὶ λόγοι 2.10
Λακεδαιμονίοις τὰς κόρας γυμνάζεσθαι <καὶ> ἀχειριδώτως καὶ ἀχίτωνας παρέρπεν καλόν· Ἴωσι δὲ αἰσχρόν.
(10) καὶ <τοῖς μὲν> τὼς παῖδας μὴ μανθάνειν μωσικὰ καὶ γράμματα καλόν. Ἴωσι δ’ αἰσχρὸν μὴ ἐπίστασθαι
ταῦτα πάντα

2.3 ΣΥΜΠΟΣΙΑ

Σόλων απ. 38 West
πίνουσι καὶ τρώγουσιν οἱ μὲν ἴτρια
οἱ δ’ ἄρτον αὐτῶν, οἱ δὲ συμμεμιγμένους
γούρους φακοῖσι κεῖθι δ᾽ οὔτε πεμμάτων
ἄπεστιν οὐδ᾽ ἕν, ἅσσ᾽ ἐν ἀνθρώποισι γῆ
φέρει μέλαινα, πάντα δ᾽ἀφθόνως πάρα

Σόλων απ. 39, 40 West
σπεύδουσι δ᾽ οἱ μὲν ἴγδιν, οἱ δὲ σίλφιον,
οἱ δ᾽ ὄξος,
κόκκωνας ἄλλος, οὕτερος δὲ σήσαμα

Ἀθήναιος, Δειπνοσοφισταί (14.639B-643E) επιλογή
ὅτι γὰρ ἦσαν καὶ παρὰ τοῖς ἀρχαίοις αἱ δεύτεραι τράπεζαι πολυτελῶς μεμεριμνημέναι, παρίστησιν Πίνδαρος
ἐν Ὀλυμπιονίκαις περὶ τῆς Πέλοπος κρεουργίας διηγούμενος·
τραπέζαισι δ’ ἀμφὶ δεύτερα κρεῶν
σέθεν διεδάσαντο καὶ φάγον.
ἐμοὶ δ’ ἄπορα γαστρίμαργον μακάρων τιν’ εἰπεῖν.
οἱ δὲ παλαιότεροι ἁπλῶς τραπέζας ἔλεγον, ὡς Ἀχαιὸς ἐν Ἡφαίστῳ σατυρικῷ (fr. 17 N)·
θοίνῃ σε πρῶτον τέρψομεν· πάρεστι δέ.
{Β.} τὸ δεύτερον <δὲ> τῷ με κηλήσεις τρόπῳ;
{Α.} μύρῳ σε χρίσω πάμπαν εὐόσμῳ δέμας.
{Β.} ὕδωρ δὲ νῖψαι χεῖρας οὐ πρόσθεν δίδως;
{Α.} ἡνίκα τράπεζά γ’ ἐκποδὼν ἀπαίρεται.
Ἀριστοφάνης, Σφηξίν (1216)·
ὕδωρ κατὰ χειρός, τὰς τραπέζας εἰσφέρειν.
Ἀριστοτέλης δ’ ἐν τῷ περὶ Μέθης παραπλησίως ἡμῖν
δευτέρας τραπέζας προσαγορεύει διὰ τούτων·
’τὸ μὲν οὖν ὅλον διαφέρειν τράγημα βρώματος νομιστέον ὅσον ἔδεσμα τρωγαλίου. τοῦτο γὰρ πάτριον τοὔ-
νομα τοῖς Ἕλλησιν, ἐπεὶ ἐν τραγήμασι [τὰ βρώματα] παρατίθενται. διόπερ οὐ κακῶς ἔοικεν εἰπεῖν ὁ πρῶτος
δευτέραν προσαγορεύσας τράπεζαν· ὄντως γὰρ ἐπιδορπισμός τις ὁ τραγηματισμός ἐστιν, καὶ δεῖπνον ἕτερον
παρατίθεται <τὰ> τραγήματα.’Δικαίαρχος δ’ ἐν πρώτῳ τῆς εἰς Τροφωνίου Καταβάσεώς φησιν οὕτως· ‘ἥ γε
τὴν πολλὴν δαπάνην ἐν τοῖς δείπνοις παρέχουσα δευτέρα τράπεζα προσεγένετο, καὶ στέφανοι καὶ μύρα καὶ
θυμιάματα καὶ τὰ τούτοις ἀκόλουθα πάντα. ἐδίδοτο δὲ καὶ ᾠὸν ἐν τῇ δευτέρᾳ τραπέζῃ, ὥσπερ καὶ λαγῷα καὶ
κίχλαι κοινῇ μετὰ τῶν μελιπήκτων εἰσεφέρετο, ὡς Ἀντιφάνης ἐν Λεπτινίσκῳ φησὶν οὕτως·

305

οἶνον Θάσιον πίνοις ἄν; {Β.} εἴ τις ἐγχέοι.
{Α.} πρὸς ἀμυγδάλας δὲ πῶς ἔχεις; {Β.} εἰρηνικῶς ...
μαλακὰς σφόδρα, διας μέλιτι προσπαίζειν βίαι.
{Α.} μελίπηκτα δ’ εἴ σοι προσφέροι; {Β.} τρώγοιμι καί.
{Α.} ᾠὸν δέ; {Β.} καταπίνοιμ’ ἄν. {Α.} ἄλλου δεῖ τινος; ἐν δὲ Ὁμοίοις·
εἶτ’ ἐπεισῆγεν χορείαν ἢ τράπεζαν δευτέραν,
καὶ παρέθηκε γέμουσαν πέμμασι παντοδαποῖς.
Ἄμφις δὲ ἐν Γυναικομανίᾳ (ib. 238)·
ἤδη ποτ’ ἤκουσας βίον
ἀληλεμένον; {Β.} ναί. {Α.} τοῦτ’ ἐκεῖν’ ἔστιν σαφῶς·
ἄμητες, οἶνος ἡδύς, ᾠά, σησαμαῖ,
μύρον, στέφανος, αὐλητρίς. {Β.} ὦ Διοσκόρω, ὀνόματα τῶν δώδεκα θεῶν διελήλυθας.
Ἀναξανδρίδης Ἀγροίκοις·
ὡς δ’ ἐστεφανώθην, ἡ τράπεζ’ εἰσήγετο τοσαῦτ’ ἔχουσα βρώμαθ’ ὅσα μὰ τοὺς θεοὺς καὶ τὰς θεὰς οὐδ’ ἔνδον
ὄντ’ ᾔδειν ἐγώ· οὕτως παρέζων χρηστῶς οὐκ ἔζων τότε.
Κλέαρχος Πανδρόσῳ·
λάβ’ ὕδωρ κατὰ χειρός. {Β.} μηδαμῶς· καλῶς ἔχει.
{Α.} λάβ’, ὦγάθ’, οὐδὲν χεῖρον. <ἡ> παῖς, ἐπιτίθει
ἐπὶ τὴν τράπεζαν κάρυα καὶ τραγήματα.
Εὔβουλος Καμπυλίωνι ·
τραγημάτων δ’ ἔσθ’ ἡ τράπεζά σοι πλέα.
{Β.} οὐ φιλοτραγήμων εἰμί πως ἑκάστοτε.
Ἄλεξις Πολυκλείᾳ – ἑταίρας δ’ ὄνομα Πολύκλεια – ὁ πρῶτος εὑρὼν κομψὸς ἦν τραγήματα. τοῦ συμποσίου
γὰρ διατριβὴν ἐξεῦρε καὶ ἀργοὺς ἔχειν μηδέποτε τὰς σιαγόνας. καὶ ἐν Ὁμοίᾳ – τὸ δ’ αὐτὸ δρᾶμα καὶ ὡς Ἀντι-
δότου φέρεται – ·
οὐδὲ φιλόδειπνός εἰμι, μὰ τὸν Ἀσκληπιόν,
τραγήμασιν χαίρω δὲ μᾶλλον. {Β.} εὖ πάνυ.
{Α.} τραγήματ’ αἰσθάνομαι γὰρ ὅτι νομίζεται
τοῖς νυμφίοις μετιοῦσι τὴν νύμφην λέγεις
παρέχειν, ἄμητας καὶ λαγῷα καὶ κίχλας.
τούτοισι χαίρω, τοῖς δὲ κεκαρυκευμένοις
ὄψοισι καὶ ζωμοῖσιν ἡδ’ ὀμωθεοι.
Ἀπίων δὲ καὶ Διόδωρος, ὥς φησι Πάμφιλος, ἐπαίκλειά φησι καλεῖσθαι τὰ μετὰ τὸ δεῖπνον τραγήματα (...)

Θέογνις 495 West
εἰς τὸ μέσον φωνεῦντες, ὁμῶς ἑνὶ καὶ συνάπασιν˙
χοὔτως συμπόσιον γίνεται οὐκ ἄχαρι

Ἀριστοφάνης, Σφῆκες 20
{Σω.} οὐδὲν ἄρα γρίφου διαφέρει Κλεώνυμος.

Πλάτων, Φίληβος 61bc
Τοῖς δὴ θεοῖς, ὦ Πρώταρχε, εὐχόμενοι κεραννύωμεν, εἴτε Διόνυσος εἴτε Ἥφαιστος εἴθ’ ὅστις θεῶν ταύτην
τὴν τιμὴν εἴληχε τῆς συγκράσεως.

Ἀνακρέων απ. 38 PMG
οἰνοχόει δ’ ἀμφίπολος μελιχρὸν
οἶνον τρικύαθον κελέβην ἔχουσα.

Ἀλκμάν απ. 19
κλίναι μὲν ἑπτὰ καὶ τόσαι τραπέσδαι
μακωνιᾶν ἄρτων ἐπιστεφοίσαι
λίνω τε σασάμω τε κὴν πελίχναιας
πεδεστε χρυσοκόλλα.

Ἀριστοφάνης, Eἰρήνη 1130-9
Οὐ γὰρ φιληδῶ μάχαις,

306

ἀλλὰ πρὸς πῦρ διέλ-
κων μετ’ ἀνδρῶν ἑταί-
ρων φίλων, ἐκκέας,
τῶν ξύλων ἅττ’ ἂν ᾖ
δανότατα τοῦ θέρους
ἐκπεπρεμνισμένα
κἀνθρακίζων τοὐρεβίνθου
τήν τε φηγὸν ἐμπυρεύων,
χἄμα τὴν Θρᾷτταν κυνῶν
τῆς γυναικὸς λουμένης.

Ἀριστοφάνης, Ἐκκλησιάζουσαι 44-5
τὴν ὑστάτην ἥκουσαν οἴνου τρεῖς χοᾶς
ἡμῶν ἀποτείσειν κἀρεβίνθων χοίνικα.

Ὀδύσσεια 9.2-12
ἦ τοι μὲν τόδε καλὸν ἀκουέμεν ἐστὶν ἀοιδοῦ
τοιοῦδ’, οἷος ὅδ’ ἐστί, θεοῖσ’ ἐναλίγκιος αὐδήν.
οὐ γὰρ ἐγώ γέ τί φημι τέλος χαριέστερον εἶναι
ἢ ὅτ’ ἐϋφροσύνη μὲν ἔχῃ κάτα δῆμον ἅπαντα,
δαιτυμόνες δ’ ἀνὰ δώματ’ ἀκουάζωνται ἀοιδοῦ
ἥμενοι ἑξείης, παρὰ δὲ πλήθωσι τράπεζαι
σίτου καὶ κρειῶν, μέθυ δ’ ἐκ κρητῆρος ἀφύσσων
οἰνοχόος φορέῃσι καὶ ἐγχείῃ δεπάεσσι·
τοῦτό τί μοι κάλλιστον ἐνὶ φρεσὶν εἴδεται εἶναι.

Πλάτων, Νόμοι 671 c
{ΑΘ.} Οὐκοῦν ἔφαμεν, ὅταν γίγνηται ταῦτα, καθάπερ τινὰ σίδηρον τὰς ψυχὰς τῶν πινόντων διαπύρους γιγνο-
μένας μαλθακωτέρας γίγνεσθαι καὶ νεωτέρας, ὥστε εὐαγώγους συμβαίνειν τῷ δυναμένῳ τε καὶ ἐπισταμένῳ
παιδεύειν τε καὶ πλάττειν, καθάπερ ὅτ’ἦσαν νέαι; τοῦτον δ’ εἶναι τὸν πλάστην τὸν αὐτὸν ὥσπερ τότε, τὸν ἀγα-
θὸν νομοθέτην, οὗ νόμους εἶναι δεῖ συμποτικούς, δυναμένους τὸν εὔελπιν καὶ θαρραλέον ἐκεῖνον γιγνόμενον
καὶ ἀναισχυντότερον τοῦ δέοντος, καὶ οὐκ ἐθέλοντα τάξιν καὶ τὸ κατὰ μέρος σιγῆς καὶ λόγου καὶ πόσεως καὶ
μούσης ὑπομένειν, ἐθέλειν ποιεῖν πάντα τούτοις τἀναντία (...)

Πλάτων, Συμπόσιον 176a
Μετὰ ταῦτα, ἔφη, κατακλινέντος τοῦ Σωκράτους καὶ δειπνήσαντος καὶ τῶν ἄλλων, σπονδάς τε σφᾶς ποιήσα-
σθαι, καὶ ᾄσαντας τὸν θεὸν καὶ τἆλλα τὰ νομιζόμενα, τρέπεσθαι πρὸς τὸν πότον·

Ἀλκαῖος απ. 167 PMG
μαρμαίρει δὲ μέγας δόμος
χάλκωι, παῖσα δ’ †ἄρηι κεκόσμηται στέγα
λάμπραισιν κυνίαισι, κὰτ
τᾶν λεῦκοι κατέπερθεν ἴππιοι λόφοι
νεύοισιν, κεφάλαισιν ἄν-
δρων ἀγάλματα· χάλκιαι δὲ πασσάλοις
κρύπτοισιν περικείμεναι
λάμπραι κνάμιδες, ἄρκος ἰσχύρω βέλεος,
θόρρακές τε νέω λίνω
κόϊλαί τε κὰτ ἄσπιδες βεβλήμεναι·
πὰρ δὲ Χαλκίδικαι σπάθαι,
πὰρ δὲ ζώματα πόλλα καὶ κυπάσσιδες.
τῶν οὐκ ἔστι λάθεσθ’ ἐπεὶ
δὴ πρώτιστ ὑπὰ τὦργον ἔσταμεν τόδε.

Ἀλκαῖος απ. 170 PMG
ἀλλ’ ἀνήτω μὲν περὶ ταὶς δέραισι
περθέτω πλέκταις ὐπαθύμιδάς τις

307

κὰδ δὲ χευάτω μύρον ἆδυ κὰτ τὼ
στήθεος ἄμμι

Ἀλκαῖος απ. 161 PMG
πώνωμεν· τί τὰ λύχν’ ὀμμένομεν; δάκτυλος ἀμέρα·
κὰδ †δ’ ἄερρε κυλίχναις μεγάλαις †αιταποικιλλις†·
οἶνον γὰρ Σεμέλας καὶ Δίος υἶος λαθικάδεον
ἀνθρώποισιν ἔδωκ’. ἔγχεε κέρναις ἔνα καὶ δύο
πλήαις κὰκ κεφάλας, <ἀ> δ’ ἀτέρα τὰν ἀτέραν κύλιξ
ὠθήτω

Ἀλκαῖος απ. 174 PMG
ἦρος ἀνθεμόεντος †ἐπάιον ἐρχομένοιο ...
ἐν δὲ κέρνατε τὼ μελιάδεος ὄττι τάχιστα
κράτηρα…

Ξενοφάνης απ. 1 West
νῦν γὰρ δὴ ζάπεδον καθαρὸν καὶ χεῖρες ἁπάντων
καὶ κύλικες· πλεκτοὺς δ’ ἀμφιτιθεῖ στεφάνους,
ἄλλος δ’ εὐῶδες μύρον ἐν φιάληι παρατείνει·
κρητὴρ δ’ ἕστηκεν μεστὸς ἐυφροσύνης·
ἄλλος δ’ οἶνος ἑτοῖμος, ὃς οὔποτέ φησι προδώσειν,
μείλιχος ἐν κεράμοις, ἄνθεος ὀζόμενος·
ἐν δὲ μέσοις ἁγνὴν ὀδμὴν λιβανωτὸς ἵησιν,
ψυχρὸν δ’ ἐστὶν ὕδωρ καὶ γλυκὺ καὶ καθαρόν·
παρκέαται δ’ ἄρτοι ξανθοὶ γεραρή τε τράπεζα
τυροῦ καὶ μέλιτος πίονος ἀχθομένη·
βωμὸς δ’ ἄνθεσιν ἂν τὸ μέσον πάντηι πεπύκασται,
μολπὴ δ’ ἀμφὶς ἔχει δώματα καὶ θαλίη.
χρὴ δὲ πρῶτον μὲν θεὸν ὑμνεῖν εὔφρονας ἄνδρας
εὐφήμοις μύθοις καὶ καθαροῖσι λόγοις,
σπείσαντάς τε καὶ εὐξαμένους τὰ δίκαια δύνασθαι
πρήσσειν· ταῦτα γὰρ ὦν ἐστι προχειρότερον,
οὐχ ὕβρεις· πίνειν δ’ ὁπόσον κεν ἔχων ἀφίκοιο
οἴκαδ’ ἄνευ προπόλου μὴ πάνυ γηραλέος.
ἀνδρῶν δ’ αἰνεῖν τοῦτον ὃς ἐσθλὰ πιὼν ἀναφαίνει,
ὡς ἦι μνημοσύνη καὶ τόνος ἀμφ’ ἀρετῆς,
οὔ τι μάχας διέπειν Τιτήνων οὐδὲ Γιγάντων
οὐδὲ < > Κενταύρων, πλάσμα<τα> τῶν προτέρων,
ἢ στάσιας σφεδανάς· τοῖς οὐδὲν χρηστὸν ἔνεστιν·
θεῶν <δὲ> προμηθείην αἰὲν ἔχειν ἀγαθήν.

Ἱππῶναξ απ. 13 West
ἐκ πελλίδος πίνοντες· οὐ γὰρ ἦν αὐτῆι
κύλιξ, ὁ παῖς γὰρ ἐμπεσὼν κατήραξε,

Ἱππῶναξ απ. 14 West
ἐκ δὲ τῆς πέλλης
ἔπινον· ἄλλοτ’ αὐτός, ἄλλοτ’Ἀρήτη
προύπινεν.

Ἡρόδοτος 6.129
Ὡς δὲ ἀπὸ δείπνου ἐγένοντο, οἱ μνηστῆρες ἔριν εἶχον ἀμφί τε μουσικῇ καὶ τῷ λεγομένῳ ἐς τὸ μέσον. Προϊού-
σης δὲ τῆς πόσιος κατέχων πολλὸν τοὺς ἄλλους ὁ Ἱπποκλείδης ἐκέλευσέ οἱ τὸν αὐλητὴν αὐλῆσαι ἐμμελείην·
πειθομένου δὲ τοῦ αὐλητέω ὀρχήσατο. Καί κως ἑωυτῷ μὲν ἀρεστῶς ὀρχέετο, ὁ Κλεισθένης δὲ ὁρέων ὅλον τὸ
πρῆγμα ὑπώπτευε. Μετὰ δὲ ἐπισχὼν ὁ Ἱπποκλείδης χρόνον ἐκέλευσέ τινα τράπεζαν ἐσενεῖκαι· ἐσελθούσης
δὲ τῆς τραπέζης πρῶτα μὲν ἐπ’ αὐτῆς ὀρχήσατο Λακωνικὰ σχημάτια, μετὰ δὲ ἄλλα Ἀττικά, τὸ τρίτον δὲ τὴν

308

κεφαλὴν ἐρείσας ἐπὶ τὴν τράπεζαν τοῖσι σκέλεσι ἐχειρονόμησε. Κλεισθένης δὲ τὰ μὲν πρῶτα καὶ τὰ δεύτερα
ὀρχεομένου ἀποστυγέων γαμβρὸν ἄν οἱ ἔτι γενέσθαι Ἱπποκλείδην διὰ τήν τε ὄρχησιν καὶ τὴν ἀναιδείην κα-
τεῖχε ἑωυτόν, οὐ βουλόμενος ἐκραγῆναι ἐς αὐτόν· ὡς δὲ εἶδε τοῖσι σκέλεσι χειρονομήσαντα, οὐκέτι κατέχειν
δυνάμενος εἶπε· «Ὦ παῖ Τεισάνδρου, ἀπορχήσαό γε μὲν τὸν γάμον».

adesp. eleg. 27 West
χαίρετε συμπόται ἄνδρες ὁμ[....... ἐ]ξ ἀγαθοῦ γάρ
ἀρξάμενος τελέω τὸν λόγον [ε]ἰς ἀγα[θό]ν.
χρὴ δ᾽, ὅταν εἰς τοιοῦτο συνέλθωμεν φίλοι ἄνδρες
πρᾶγμα, γελᾶν παίζειν χρησαμένους ἀρετῇ,
ἥδεσθαί τε συνόντας, ἐς ἀλλήλους τε φ[λ]υαρεῖν
καὶ σκώπτειν τοιαῦθ᾽ οἷα γέλωτα φέρειν.
Ἡ δὲ σπουδὴ ἑπέσθω, ἀκούωμέν [τε λ]εγόντων
ἐν μέρει· ἥδ᾽ ἀρετὴ συμποσίου πέλεται.
τοῦ δὲ ποταρχοῦντος πειθώμεθα· ταῦτα γάρ ἐστιν
ἔργ᾽ ἀνδρῶν ἀγαθῶν, εὐλογίαν τε φέρειν.

Ἀθήναιος, Δειπνοσοφισταί 10.421F
τοῖς δὲ τετελευτηκόσι τῶν φίλων ἀπένεμον τὰ πίπτοντα τῆς τροφῆς ἀπὸ τῶν τραπεζῶν· διὸ καὶ Εὐριπίδης περὶ
τῆς Σθενεβοίας φησίν, ἐπειδὴ νομίζει τὸν Βελλεροφόντην τεθνάναι·
πεσὸν δέ νιν λέληθεν οὐδὲν ἐκ χερός

Ὀδύσσεια 3.339
κοῦροι δὲ κρητῆρας ἐπεστέψαντο ποτοῖο

Ὀδύσσεια 15.141
οἰνοχόει δ’ υἱὸς Μενελάου κυδαλίμοιο.

Ἰλιάς 9.70-75
δαίνυ δαῖτα γέρουσιν· ἔοικέ τοι, οὔ τοι ἀεικές.
πλεῖαί τοι οἴνου κλισίαι, τὸν νῆες Ἀχαιῶν
ἠμάτιαι Θρῄκηθεν ἐπ’ εὐρέα πόντον ἄγουσι·
πᾶσά τοί ἐσθ’ ὑποδεξίη, πολέεσσι δ’ ἀνάσσεις.
πολλῶν δ’ ἀγρομένων τῷ πείσεαι ὅς κεν ἀρίστην
βουλὴν βουλεύσῃ·

Ὀδύσσεια 1.136-54
χέρνιβα δ’ ἀμφίπολος προχόῳ ἐπέχευε φέρουσα
καλῇ χρυσείῃ, ὑπὲρ ἀργυρέοιο λέβητος,
νίψασθαι· παρὰ δὲ ξεστὴν ἐτάνυσσε τράπεζαν.
σῖτον δ’ αἰδοίη ταμίη παρέθηκε φέρουσα,
εἴδατα πόλλ’ ἐπιθεῖσα, χαριζομένη παρεόντων·
δαιτρὸς δὲ κρειῶν πίνακας παρέθηκεν ἀείρας
παντοίων, παρὰ δέ σφι τίθει χρύσεια κύπελλα,
κῆρυξ δ’ αὐτοῖσιν θάμ’ ἐπῴχετο οἰνοχοεύων.
ἐς δ’ ἦλθον μνηστῆρες ἀγήνορες· οἱ μὲν ἔπειτα
ἑξείης ἕζοντο κατὰ κλισμούς τε θρόνους τε.
τοῖσι δὲ κήρυκες μὲν ὕδωρ ἐπὶ χεῖρας ἔχευαν,
σῖτον δὲ δμῳαὶ παρενήεον ἐν κανέοισι,
κοῦροι δὲ κρητῆρας ἐπεστέψαντο ποτοῖο.
οἱ δ’ ἐπ’ ὀνείαθ’ ἑτοῖμα προκείμενα χεῖρας ἴαλλον.
αὐτὰρ ἐπεὶ πόσιος καὶ ἐδητύος ἐξ ἔρον ἕντο
μνηστῆρες, τοῖσιν μὲν ἐνὶ φρεσὶν ἄλλα μεμήλει,
μολπή τ’ ὀρχηστύς τε· τὰ γάρ τ’ ἀναθήματα δαιτός.
κῆρυξ δ’ ἐν χερσὶν κίθαριν περικαλλέα θῆκε
Φημίῳ, ὅς ῥ’ ἤειδε παρὰ μνηστῆρσιν ἀνάγκῃ.

Θέογνις 309 West

309

ἐν μὲν συσσίτοισιν ἀνὴρ πεπνυμένος εἶναι

Διόδωρος Σικελιώτης 5.9.4
καὶ τὰς οὐσίας δὲ κοινὰς ποιησάμενοι καὶ ζῶντες κατὰ συσσίτια

Πλάτων, Νόμοι 625e
ἐπεὶ καὶ τὰ συσσίτια κινδυνεύει συναγαγεῖν, ὁρῶν ὡς πάντες ὁπόταν στρατεύωνται, τόθ’ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ πράγ-
ματος ἀναγκάζονται φυλακῆς αὑτῶν ἕνεκα συσσιτεῖν τοῦτον τὸν χρόνον. ἄνοιαν δή μοι δοκεῖ καταγνῶναι
τῶν πολλῶν ὡς οὐ μανθανόντων ὅτι πόλεμος ἀεὶ πᾶσιν διὰ βίου συνεχής ἐστι πρὸς ἁπάσας τὰς πόλεις· εἰ δὴ
πολέμου γε ὄντος φυλακῆς ἕνεκα δεῖ συσσιτεῖν καί τινας ἄρχοντας καὶ ἀρχομένους διακεκοσμημένους εἶναι
φύλακας αὐτῶν, τοῦτο καὶ ἐν εἰρήνῃ δραστέον

Πλάτων, Νόμοι 636b
ἐπεὶ καὶ τὰ γυμνάσια ταῦτα καὶ τὰ συσσίτια πολλὰ μὲν ἄλλα νῦν ὠφελεῖ τὰς πόλεις, πρὸς δὲ τὰς στάσεις χαλε-
πά – δηλοῦσιν δὲ Μιλησίων καὶ Βοιωτῶν καὶ Θουρίων παῖδες –

Ἀριστοφάνης, Ἐκκλησιάζουσαι 715-6
... καταστῆσαί τε τὰ ξυσσίτια,
ὅπως ἂν εὐωχῆσθε πρῶτον τήμερον

Πλούταρχος, Λυκοῦργος 12
Τὰ δὲ συσσίτια Κρῆτες μὲν ἀνδρεῖα,Λακεδαιμόνιοι δὲ φιδίτια προσαγορεύουσιν, εἴτε ὡς φιλίας καὶ φιλοφροσύνης ὑπαρχόντων, ἀντὶ τοῦ λ τὸ δ λαμβάνοντες, εἴτε ὡς πρὸς εὐτέλειαν καὶ φειδὼ συνεθιζόντων. (…)
συνήρχοντο δὲ ἀνὰ πεντεκαίδεκα καὶ βραχεῖ τούτων ἐλάττους ἢ πλείους. ἔφερε δὲ ἕκαστος κατὰ μῆνα τῶν
συσσίτων ἀλφίτων μέδιμνον, οἴνου χόας ὀκτώ, τυροῦ πέντε μνᾶς, σύκων ἡμιμναῖα πέντε, πρὸς δὲ τούτοις εἰς
ὀψωνίαν μικρόν τι κομιδῇ νομίσματος. ἄλλως δὲ καὶ θύσας τις ἀπαρχὴν καὶ θηρεύσας μέρος ἔπεμψεν εἰς τὸ
συσσίτιον. (…) Εἰς δὲ τὰ συσσίτια καὶ παῖδες ἐφοίτων, ὥσπερ εἰς διδασκαλεῖα σωφροσύνης ἀγόμενοι, καὶ
λόγων ἠκροῶντο πολιτικῶν καὶ παιδευτὰς ἐλευθερίας ἑώρων, αὐτοί τε παίζειν εἰθίζοντο καὶ σκώπτειν ἄνευ βωμολοχίας καὶ σκωπτόμενοι μὴ δυσχεραίνειν.

Ἔφορος, FGrH 70F 149
διόπερ τοὺς μὲν παῖδας εἰς τὰς ὀνομαζομένας ἀγέλας κελεῦσαι φοιτᾶν, τοὺς δὲ τελείους <σιτεῖσθαι> ἐν τοῖς
συσσιτίοις, ἃ καλοῦσιν ἀνδρεῖα [συσσίτια], ὅπως τῶν ἴσων μετάσχοιεν τοῖς εὐπόροις οἱ πενέστεροι, δημοσίαι
τρεφόμενοι (…) τοὺς μὲν οὖν ἔτι νεωτέρους εἰς τὰ συσσίτια ἄγουσι [τὰ ἀνδρεῖα]· χαμαὶ δὲ καθήμενοι διαιτῶ-
νται μετ’ ἀλλήλων ἐν φαύλοις τριβωνίοις καὶ χειμῶνος καὶ θέρους τὰ αὐτά, διακονοῦσί τε καὶ ἑαυτοῖς καὶ τοῖς
ἀνδράσι. συμβάλλουσι <δ’> εἰς μάχην καὶ οἱ ἐκ τοῦ αὐτοῦ συσσιτίου πρὸς ἀλλήλους καὶ πρὸς ἕτερα συσσίτια.
καθ’ ἕκαστον δὲ ἀνδρεῖον ἐφέστηκε παιδονόμος.

Πλάτων, Νόμοι 640d-641d
Οὐκοῦν νήφοντά τε καὶ σοφὸν ἄρχοντα μεθυόντων δεῖ καθιστάναι, καὶ μὴ τοὐναντίον; ... 641d {ΚΛ.} Δοκεῖς
ἡμῖν, ὦ φίλε, τὴν ἐν τοῖς οἴνοις κοινὴν διατριβὴν ὡς εἰς παιδείας μεγάλην μοῖραν τείνουσαν λέγειν, ἂν ὀρθῶς
γίγνηται. {ΑΘ.} Τί μήν; {ΚΛ.}Ἔχοις ἂν οὖν τὸ μετὰ τοῦτ’ εἰπεῖν ὡς ἔστιν τὸ νῦν εἰρημένον ἀληθές; …

Ἀριστοτέλης, Πολιτικά 1336 b9, 21-22
τὸν μὲν ἐλεύθερον μήπω δὲ κατακλίσεως ἠξιωμένον ἐν τοῖς συσσιτίοις (…) τοὺς δὲ νεωτέρους οὔτ’ ἰάμβων
οὔτε κωμῳδίας θεατὰς θετέον, πρὶν ἢ τὴν ἡλικίαν λάβωσιν ἐν ᾗ καὶ κατακλίσεως ὑπάρξει κοινωνεῖν ἤδη καὶ
μέθης

Ξενοφών, Λακεδαιμονίων πολιτεία 5.5
οὕτω γε μὴν συσκηνούντων πῶς ἄν τις ἢ ὑπὸ λιχνείας ἢ οἰνοφλυγίας ἢ αὑτὸν ἢ οἶκον διαφθείρειεν; καὶ γὰρ δὴ
ἐν μὲν ταῖς ἄλλαις πόλεσιν ὡς τὸ πολὺ οἱ ἥλικες ἀλλήλοις σύνεισι, μεθ’ὧνπερ καὶ ἐλαχίστη αἰδὼς παραγίγνε-
ται· ὁ δὲ Λυκοῦργος ἐν τῇ Σπάρτῃ ἀνέμειξε ... παιδεύεσθαι τὰ πολλὰ τοὺς νεωτέρους ὑπὸ τῆς τῶν γεραιτέρων
ἐμπειρίας. καὶ γὰρ δὴ ἐπιχώριον ἐν τοῖς φιλιτίοις λέγεσθαι ὅ τι ἂν καλῶς τις ἐν τῇ πόλει ποιήσῃ· ὥστ’ ἐκεῖ
ἥκιστα μὲν ὕβριν, ἥκιστα δὲ παροινίαν, ἥκιστα δὲ αἰσχουργίαν καὶ αἰσχρολογίαν ἐγγίγνεσθαι

Πίνδαρος, Πυθιόνικος 1.96-97
οὐδέ νιν φόρμιγγες ὑπωρόφιαι κοινανίαν
μαλθακὰν παίδων ὀάροισι δέκονται.

310

Ἀριστοφάνης, Νεφέλαι 1354-60
… ΄πειδὴ γὰρ εἱστιώμεθ’, ὥσπερ ἴστε,
πρῶτον μὲν αὐτὸν τὴν λύραν λαβόντ’ ἐγὼ ‹κέλευσα
ᾆσαι Σιμωνίδου μέλος, τὸν Κριόν, ὡς ἐπέχθη.
ὁ δ’ εὐθέως ἀρχαῖον εἶν’ ἔφασκε τὸ κιθαρίζειν
ᾄδειν τε πίνονθ’, ὡσπερεὶ κάχρυς γυναῖκ’ ἀλοῦσαν.
{Φε.} οὐ γὰρ τότ’ εὐθὺς χρῆν σ’ ἀράττεσθαί τε καὶ πατεῖσθαι,
ᾄδειν κελεύονθ’, ὡσπερεὶ τέττιγας ἑστιῶντα;

Ἀριστοφάνης, Εiρήνη 1265-9
{ΤΡ.} Νὴ τὸν Δί’, ὡς τὰ παιδί’ ἤδη ‘ξέρχεται
οὐρησόμενα τὰ τῶν ἐπικλήτων δεῦρ’, ἵνα
ἅττ’ ᾄσεται προαναβάληταί, μοι δοκεῖ.
Ἀλλ’ ὅ τι περ ᾄδειν ἐπινοεῖς, ὦ παιδίον,
αὐτοῦ παρ’ ἐμὲ στὰν πρότερον ἀναβαλοῦ ‹νθαδί.

Ἀντιφάνης απ. 85 K.-A.
τί οὖν ἐνέσται τοῖς θεοῖσιν; {Β.} οὐδὲ ἕν,
ἂν μὴ κεράσῃ τις. {Α.} ἴσχε, τὸν ᾠδὸν λάμβανε.
ἔπειτα μηδὲν τῶν ἀπηρχαιωμένων
τούτων περάνῃς, τὸν Τελαμῶνα μηδὲ τὸν
Παιῶνα μηδ’Ἁρμόδιον.

απ. 873 PMG (= Πλούταρχος Ἠθικά 761Β)
ὦ παῖδες <ὅς>οι Χαρίτων τε καὶ πατέρων λάχετ’ ἐσθλῶν
μὴ φθονεῖθ’ὥρας ἀγαθοῖσιν ὁμιλεῖν·
σὺν γὰρ ἀνδρείαι καὶ ὁ λυσιμελὴς
Ἔρως ἐνὶ Χαλκιδέων θάλλει πόλεσιν.

Πλούταρχος, Ἠθικά = Συμποσιακὰ Προβλήματα 615b
ἐπεί τοι καὶ τὰ σκόλιά φασιν οὐ γένος ᾀσμάτων εἶναι πεποιημένων ἀσαφῶς, ἀλλ’ ὅτι πρῶτον μὲν ᾖδον ᾠδὴν
τοῦ θεοῦ κοινῶς ἅπαντες μιᾷ φωνῇ παιανίζοντες, δεύτερον δ’ ἐφεξῆς ἑκάστῳ μυρσίνης παραδιδομένης, ἣν
αἴσακον οἶμαι διὰ τὸ ᾄδειν τὸν δεξάμενον ἐκάλουν, ἐπὶ δὲ τούτῳ λύρας περιφερομένης ὁ μὲν πεπαιδευμένος
ἐλάμβανε καὶ ᾖδεν ἁρμοζόμενος, τῶν δ’ ἀμούσων οὐ προσιεμένων σκολιὸν ὠνομάσθη τὸ μὴ κοινὸν αὐτοῦ
μηδὲ ῥᾴδιον. ἄλλοι δέ φασι τὴν μυρσίνην οὐ καθεξῆς βαδίζειν, ἀλλὰ καθ’ ἕκαστον ἀπὸ κλίνης ἐπὶ κλίνην
διαφέρεσθαι· τὸν γὰρ πρῶτον ᾄσαντα τῷ πρώτῳ τῆς δευτέρας κλίνης ἀποστέλλειν, ἐκεῖνον δὲ τῷ πρώτῳ τῆς
τρίτης, εἶτα τὸν δεύτερον ὁμοίως τῷ δευτέρῳ, καὶ τὸ ποικίλον καὶ πολυκαμπὲς ὡς ἔοικε τῆς περιόδου σκολιὸν
ὠνομάσθη.

Ἡσύχιος α 2096 αἴσακος ὁ τῆς δάφνης κλάδος, ὃν κατέχοντες ὕμνουν τοὺς θεούς.

Δημοσθένης 19 (περὶ παραπρεσβείας).196
ἐπεδὴ δ᾽ἦκον εἰς τὸ πίνειν, εἰσάγει τιν᾽ Ὀλυνθίαν γυναῖκα, εὐπρεπῆ μέν, ἐλευθέραν δὲ καὶ σώφρονα, ὡς τὸ
ἔργον ἐδήλωσεν. Ταύτην τὸ μὲν πρῶτον οὑτωσὶ πίνειν ἡσυχῇ καὶ τρώγειν ἠνάγκαζον οὗτοί μοι δοκεῖ,… ὡς
δὲ προῄει τὸ πρᾶγμα καὶ διεθερμαίνοντο, κατακλίνεσθαι καί τι καὶ ᾄδειν ἐκέλευον. ἀδημονούσης δὲ τῆς ἀν-
θρώπου καὶ οὔτ’ ἐθελούσης οὔτ’ ἐπισταμένης, ὕβριν τὸ πρᾶγμ’ ἔφασαν οὑτοσὶ καὶ ὁ Φρύνων καὶ οὐκ ἀνεκτὸν
εἶναι, τῶν θεοῖς ἐχθρῶν, τῶν ἀλειτηρίων Ὀλυνθίων αἰχμάλωτον οὖσαν τρυφᾶν· καὶ ‘κάλει παῖδα,’ καὶ ‘ἱμᾶντά
τις φερέτω.’ ἧκεν οἰκέτης ἔχων ῥυτῆρα, καὶ πεπωκότων, οἶμαι, καὶ μικρῶν ὄντων τῶν παροξυνόντων, εἰπούσης τι καὶ δακρυσάσης ἐκείνης περιρρήξας τὸν χιτωνίσκον ὁ οἰκέτης ξαίνει κατὰ τοῦ νώτου πολλάς. ἔξω δ’ αὑτῆς οὖσ’ὑπὸ τοῦ κακοῦ καὶ τοῦ πράγματος ἡ γυνή, ἀναπηδήσασα προσπίπτει πρὸς τὰ γόνατα τῷ Ἰατροκλεῖ,
καὶ τὴν τράπεζαν ἀνατρέπει. καὶ εἰ μὴ ‹κεῖνος ἀφείλετο, ἀπώλετ’ ἂν παροινουμένη· καὶ γὰρ ἡ παροινία τοῦ καθάρματος τουτουὶ δεινή.

Πλάτων, Πρωταγόρας 347cd
καὶ γὰρ δοκεῖ μοι τὸ περὶ ποιήσεως διαλέγεσθαι ὁμοιότατον εἶναι τοῖς συμποσίοις τοῖς τῶν φαύλων καὶ ἀγο-
ραίων ἀνθρώπων. καὶ γὰρ οὗτοι, διὰ τὸ μὴ δύνασθαι ἀλλήλοις δι’ ἑαυτῶν συνεῖναι ἐν τῷ πότῳ μηδὲ διὰ τῆς
ἑαυτῶν φωνῆς καὶ τῶν λόγων τῶν ἑαυτῶν ὑπὸ ἀπαιδευσίας, τιμίας ποιοῦσι τὰς αὐλητρίδας, πολλοῦ μισθού-

311

μενοι ἀλλοτρίαν φωνὴν τὴν τῶν αὐλῶν, καὶ διὰ τῆς ἐκείνων φωνῆς ἀλλήλοις σύνεισιν· ὅπου δὲ καλοὶ κἀγα-
θοὶ συμπόται καὶ πεπαιδευμένοι εἰσίν, οὐκ ἂν ἴδοις οὔτ’ αὐλητρίδας οὔτε ὀρχηστρίδας οὔτε ψαλτρίας, ἀλλὰ
αὐτοὺς αὑτοῖς ἱκανοὺς ὄντας συνεῖναι ἄνευ τῶν λήρων τε καὶ παιδιῶν τούτων διὰ τῆς αὑτῶν φωνῆς, λέγοντάς
τε καὶ ἀκούοντας ἐν μέρει ἑαυτῶν κοσμίως, κἂν πάνυ πολὺν οἶνον πίωσιν.

Ὀδύσσεια 17.382-7
τίς γὰρ δὴ ξεῖνον καλεῖ ἄλλοθεν αὐτὸς ἐπελθὼν
ἄλλον γ’, εἰ μὴ τῶν, οἳ δημιοεργοὶ ἔασι;
μάντιν ἢ ἰητῆρα κακῶν ἢ τέκτονα δούρων,
ἢ καὶ θέσπιν ἀοιδόν, ὅ κεν τέρπῃσιν ἀείδων.
οὗτοι γὰρ κλητοί γε βροτῶν ἐπ’ ἀπείρονα γαῖαν·
πτωχὸν δ’ οὐκ ἄν τις καλέοι τρύξοντα ἓ αὐτόν.

Ἀρχίλοχος απ. 124 West
πολλὸν δὲ πίνων καὶ χαλίκρητον μέθυ,
οὔτε τῖμον εἰσενείκας <–υ–×–υ–>
οὐδὲ μὲν κληθεὶς <υ–×> ἦλθες οἷα δὴ φίλος,
ἀλλά σ<εο> γαστὴρ νόον τε καὶ φρένας παρήγαγεν
εἰς ἀναιδείην,

Ξενοφών, Συμπόσιον (επιλογές)
(o γελωτοποιός) 1Φίλιππος δ’ὁ γελωτοποιὸς κρούσας τὴν θύραν εἶπε τῷ ὑπακούσαντι εἰσαγγεῖλαι ὅστις τε εἴη
καὶ δι’ ὅ τι κατάγεσθαι βούλοιτο, συνεσκευασμένος τε παρεῖναι ἔφη πάντα τὰ ἐπιτήδεια ὥστε δειπνεῖν τἀλλό-
τρια, καὶ τὸν παῖδα δὲ ἔφη πάνυ πιέζεσθαι διά τε τὸ φέρειν μηδὲν καὶ διὰ τὸ ἀνάριστον εἶναι. ὁ οὖν Καλλίας
ἀκούσας ταῦτα εἶπεν· Ἀλλὰ μέντοι, ὦ ἄνδρες, αἰσχρὸν στέγης γε φθονῆσαι· εἰσίτω οὖν. καὶ ἅμα ἀπέβλεψεν
εἰς τὸν Αὐτόλυκον, δῆλον ὅτι ἐπισκοπῶν τί ἐκείνῳ δόξειε τὸ σκῶμμα εἶναι. ὁ δὲ στὰς ἐπὶ τῷ ἀνδρῶνι ἔνθα
τὸ δεῖπνον ἦν εἶπεν· Ὅτι μὲν γελωτοποιός εἰμι ἴστε πάντες· ἥκω δὲ προθύμως νομίσας γελοιότερον εἶναι τὸ
ἄκλητον ἢ τὸ κεκλημένον ἐλθεῖν ἐπὶ τὸ δεῖπνον. (...) 2.21-22 Ἄγε δή, ἔφη ὁ Φίλιππος, καὶ ἐμοὶ αὐλησάτω, ἵνα
καὶ ἐγὼ ὀρχήσωμαι. ἐπειδὴ δ’ ἀνέστη, διῆλθε μιμούμενος τήν τε τοῦ παιδὸς καὶ τὴν τῆς παιδὸς ὄρχησιν. καὶ
πρῶτον μὲν ὅτι ἐπῄνεσαν ὡς ὁ παῖς σὺν τοῖς σχήμασιν ἔτι καλλίων ἐφαίνετο, ἀνταπέδειξεν ὅ τι κινοίη τοῦ σώ-
ματος ἅπαν τῆς φύσεως γελοιότερον· ὅτι δ’ ἡ παῖς εἰς τοὔπισθεν καμπτομένη τροχοὺς ἐμιμεῖτο, ἐκεῖνος ταὐτὰ
εἰς τὸ ἔμπροσθεν ἐπικύπτων μιμεῖσθαι τροχοὺς ἐπειρᾶτο. τέλος δ’ ὅτι τὸν παῖδ’ ἐπῄνουν ὡς ἐν τῇ ὀρχήσει
ἅπαν τὸ σῶμα γυμνάζοι, κελεύσας τὴν αὐλητρίδα θάττονα ῥυθμὸν ἐπάγειν ἵει ἅμα πάντα καὶ σκέλη καὶ χεῖρας
καὶ κεφαλήν. ἐπειδὴ δὲ ἀπειρήκει, κατακλινόμενος εἶπε· Τεκμήριον, ὦ ἄνδρες, ὅτι καλῶς γυμνάζει καὶ τὰ ἐμὰ
ὀρχήματα. ἐγὼ γοῦν διψῶ· καὶ ὁ παῖς ἐγχεάτω μοι τὴν μεγάλην φιάλην. (...)
2 Ὡς δ’ ἀφῃρέθησαν αἱ τράπεζαι καὶ ἔσπεισάν τε καὶ ἐπαιάνισαν, ἔρχεται αὐτοῖς ἐπὶ κῶμον Συρακόσιός τις
ἄνθρωπος, ἔχων τε αὐλητρίδα ἀγαθὴν καὶ ὀρχηστρίδα τῶν τὰ θαύματα δυναμένων ποιεῖν, καὶ παῖδα πάνυ γε
ὡραῖον καὶ πάνυ καλῶς κιθαρίζοντα καὶ ὀρχούμενον. ταῦτα δὲ καὶ ἐπιδεικνὺς ὡς ἐν θαύματι ἀργύριον ἐλάμβα-
νεν. ἐπεὶ δὲ αὐτοῖς ἡ αὐλητρὶς μὲν ηὔλησεν, ὁ δὲ παῖς ἐκιθάρισε, καὶ ἐδόκουν μάλα ἀμφότεροι ἱκανῶς εὐφραί-
νειν, εἶπεν ὁ Σωκράτης· Νὴ Δί’, ὦ Καλλία, τελέως ἡμᾶς ἑστιᾷς. οὐ γὰρ μόνον δεῖπνον ἄμεμπτον παρέθηκας,
ἀλλὰ καὶ θεάματα καὶ ἀκροάματα ἥδιστα παρέχεις. καὶ ὃς ἔφη· Τί οὖν εἰ καὶ μύρον τις ἡμῖν ἐνέγκαι, ἵνα καὶ
εὐωδίᾳ ἑστιώμεθα; (...)
2.8 ὁρῶ γὰρ ἔγωγε τήνδε τὴν ὀρχηστρίδα ἐφεστηκυῖαν καὶ τροχούς τινα αὐτῇ προσφέροντα. ἐκ τούτου δὴ
ηὔλει μὲν αὐτῇ ἡ ἑτέρα, παρεστηκὼς δέ τις τῇ ὀρχηστρίδι ἀνεδίδου τοὺς τροχοὺς μέχρι δώδεκα. ἡ δὲ λαμβά-
νουσα ἅμα τε ὠρχεῖτο καὶ ἀνερρίπτει δονουμένους συντεκμαιρομένη ὅσον ἔδει ῥιπτεῖν ὕψος ὡς ἐν ῥυθμῷ δέ-
χεσθαι αὐτούς. (...) 2.11 μετὰ δὲ τοῦτο κύκλος εἰσηνέχθη περίμεστος ξιφῶν ὀρθῶν. εἰς οὖν ταῦτα ἡ ὀρχηστρὶς
ἐκυβίστα τε καὶ ἐξεκυβίστα ὑπὲρ αὐτῶν. ὥστε οἱ μὲν θεώμενοι ἐφοβοῦντο μή τι πάθῃ, ἡ δὲ θαρρούντως τε καὶ
ἀσφαλῶς ταῦτα διεπράττετο. (...) 2.16 ἐκ τούτου ὁ παῖς ὠρχήσατο.
2.24 (οίνος) Ἀλλὰ πίνειν μέν, ὦ ἄνδρες, καὶ ἐμοὶ πάνυ δοκεῖ· τῷ γὰρ ὄντι ὁ οἶνος ἄρδων τὰς ψυχὰς τὰς μὲν
λύπας, ὥσπερ ὁ μανδραγόρας τοὺς ἀνθρώπους, κοιμίζει,
3 Ἐκ δὲ τούτου συνηρμοσμένῃ τῇ λύρᾳ πρὸς τὸν αὐλὸν ἐκιθάρισεν ὁ παῖς καὶ ᾖσεν. ἔνθα δὴ ἐπῄνεσαν μὲν
ἅπαντες· ὁ δὲ Χαρμίδης καὶ εἶπεν· Ἀλλ’ ἐμοὶ μὲν δοκεῖ, ὦ ἄνδρες, ὥσπερ Σωκράτης ἔφη τὸν οἶνον, οὕτως καὶ
αὕτη ἡ κρᾶσις τῶν τε παίδων τῆς ὥρας καὶ τῶν φθόγγων τὰς μὲν λύπας κοιμίζειν, τὴν δ’ ἀφροδίτην ἐγείρειν.
6.6. Τοιούτων δὲ λόγων ὄντων ὡς ἑώρα ὁ Συρακόσιος τῶν μὲν αὑτοῦ ἐπιδειγμάτων ἀμελοῦντας, ἀλλήλοις δὲ
ἡδομένους, φθονῶν τῷ Σωκράτει εἶπεν·
7.2-4 καὶ εὐθὺς τοῦτ’ εἰπὼν ἦρχεν ᾠδῆς. ἐπεὶ δ’ ᾖσεν, εἰσεφέρετο τῇ ὀρχηστρίδι τροχὸς τῶν κεραμεικῶν, ἐφ’

312

οὗ ἔμελλε θαυματουργήσειν. ἔνθα δὴ εἶπεν ὁ Σωκράτης· Ὦ Συρακόσιε, κινδυνεύω ἐγώ, ὥσπερ σὺ λέγεις,
τῷ ὄντι φροντιστὴς εἶναι· νῦν γοῦν σκοπῶ ὅπως ἂν ὁ μὲν παῖς ὅδε ὁ σὸς καὶ ἡ παῖς ἥδε ὡς ῥᾷστα διάγοιεν,
ἡμεῖς δ’ ἂν μάλιστα εὐφραινοίμεθα θεώμενοι αὐτούς· ὅπερ εὖ οἶδα ὅτι καὶ σὺ βούλει. δοκεῖ οὖν μοι τὸ μὲν εἰς
μαχαίρας κυβιστᾶν κινδύνου ἐπίδειγμα εἶναι, ὃ συμποσίῳ οὐδὲν προσήκει. καὶ μὴν τό γε ἐπὶ τοῦ τροχοῦ ἅμα
περιδινουμένου γράφειν τε καὶ ἀναγιγνώσκειν θαῦμα μὲν ἴσως τί ἐστιν, ἡδονὴν δὲ οὐδὲ ταῦτα δύναμαι γνῶναι
τίν’ἂν παράσχοι. οὐδὲ μὴν τό γε διαστρέφοντας τὰ σώματα καὶ τροχοὺς μιμουμένους ἥδιον ἢ ἡσυχίαν ἔχοντας
τοὺς καλοὺς καὶ ὡραίους θεωρεῖν.
7.5 εἰ δὲ ὀρχοῖντο πρὸς τὸν αὐλὸν σχήματα ἐν οἷς Χάριτές τε καὶ Ὧραι καὶ Νύμφαι γράφονται, πολὺ ἂν οἶμαι
αὐτούς γε ῥᾷον διάγειν καὶ τὸ συμπόσιον πολὺ ἐπιχαριτώτερον εἶναι. ὁ οὖν Συρακόσιος, Ἀλλὰ ναὶ μὰ τὸν Δί’,
ἔφη, ὦ Σώκρατες, καλῶς τε λέγεις καὶ ἐγὼ εἰσάξω θεάματα ἐφ’ οἷς ὑμεῖς εὐφρανεῖσθε.
9.2-7Ἐκ δὲ τούτου πρῶτον μὲν θρόνος τις ἔνδον κατετέθη, ἔπειτα δὲ ὁ Συρακόσιος εἰσελθὼν εἶπεν·Ὦἄνδρες,
Ἀριάδνη εἴσεισιν εἰς τὸν ἑαυτῆς τε καὶ Διονύσου θάλαμον· μετὰ δὲ τοῦθ’ ἥξει Διόνυσος ὑποπεπωκὼς παρὰ
θεοῖς καὶ εἴσεισι πρὸς αὐτήν, ἔπειτα παιξοῦνται πρὸς ἀλλήλους. ἐκ τούτου πρῶτον μὲν ἡ Ἀριάδνη ὡς νύμφη
κεκοσμημένη παρῆλθε καὶ ἐκαθέζετο ἐπὶ τοῦ θρόνου. οὔπω δὲ φαινομένου τοῦ Διονύσου ηὐλεῖτο ὁ βακχεῖος
ῥυθμός. ἔνθα δὴ ἠγάσθησαν τὸν ὀρχηστοδιδάσκαλον. εὐθὺς μὲν γὰρ ἡ Ἀριάδνη ἀκούσασα τοιοῦτόν τι ἐποίησεν ὡς πᾶς ἂν ἔγνω ὅτι ἀσμένη ἤκουσε· καὶ ὑπήντησε μὲν οὒ οὐδὲ ἀνέστη, δήλη δ’ ἦν μόλις ἠρεμοῦσα. ἐπεί
γε μὴν κατεῖδεν αὐτὴν ὁ Διόνυσος, ἐπιχορεύσας ὥσπερ ἂν εἴ τις φιλικώτατα ἐκαθέζετο ἐπὶ τῶν γονάτων, καὶ
περιλαβὼν ἐφίλησεν αὐτήν. ἡ δ’ αἰδουμένῃ μὲν ἐῴκει, ὅμως δὲ φιλικῶς ἀντιπεριελάμβανεν. οἱ δὲ συμπόται
ὁρῶντες ἅμα μὲν ἐκρότουν, ἅμα δὲ ἐβόων αὖθις. ὡς δὲ ὁ Διόνυσος ἀνιστάμενος συνανέστησε μεθ’ ἑαυτοῦ τὴν
Ἀριάδνην, ἐκ τούτου δὴ φιλούντων τε καὶ ἀσπαζομένων ἀλλήλους σχήματα παρῆν θεάσασθαι. οἱ δ’ ὁρῶντες
ὄντως καλὸν μὲν τὸν Διόνυσον, ὡραίαν δὲ τὴν Ἀριάδνην, οὐ σκώπτοντας δὲ ἀλλ’ ἀληθινῶς τοῖς στόμασι
φιλοῦντας, πάντες ἀνεπτερωμένοι ἐθεῶντο. καὶ γὰρ ἤκουον τοῦ Διονύσου μὲν ἐπερωτῶντος αὐτὴν εἰ φιλεῖ
αὐτόν, τῆς δὲ οὕτως ἐπομνυούσης <ὥστε> μὴ μόνον τὸν Διόνυσον ἀλλὰ καὶ τοὺς παρόντας ἅπαντας συνομό-
σαι ἂν ἦ μὴν τὸν παῖδα καὶ τὴν παῖδα ὑπ’ἀλλήλων φιλεῖσθαι. ἐῴκεσαν γὰρ οὐ δεδιδαγμένοις τὰ σχήματα ἀλλ’
ἐφειμένοις πράττειν ἃ πάλαι ἐπεθύμουν. τέλος δὲ οἱ συμπόται ἰδόντες περιβεβληκότας τε ἀλλήλους καὶ ὡς εἰς
εὐνὴν ἀπιόντας, οἱ μὲν ἄγαμοι γαμεῖν ἐπώμνυσαν, οἱ δὲ γεγαμηκότες ἀναβάντες ἐπὶ τοὺς ἵππους ἀπήλαυνον
πρὸς τὰς ἑαυτῶν γυναῖκας, ὅπως τούτων τύχοιεν. Σωκράτης δὲ καὶ τῶν ἄλλων οἱ ὑπομείναντες πρὸς Λύκωνα
καὶ τὸν υἱὸν σὺν Καλλίᾳ περιπατήσοντες ἀπῆλθον. αὕτη τοῦ τότε συμποσίου κατάλυσις ἐγένετο.

Ὀδύσσεια 1.106-7
εὗρε δ’ ἄρα μνηστῆρας ἀγήνορας· οἱ μὲν ἔπειτα
πεσσοῖσι προπάροιθε θυράων θυμὸν ἔτερπον

Ἀθήναιος, Δειπνοσοφισταί 11.58
ΚΟΤΤΑΒΙΣ. Ἁρμόδιος ὁ Λεπρεάτης ἐν τῷ περὶ τῶν κατὰ Φιγάλειαν Νομίμων (FHG IV 411) διεξιὼν περὶ
τῶν ἐπιχωρίων δείπνων γράφει καὶ ταῦτα· ‘καθαγισάντων ταῦτα ἐν κεραμέᾳ κοτταβίδι πιεῖν ἑκάστῳ μικρόν,
καὶ ὁ προσφέρων ἂν εἶπεν «εὐδειπνίας». Ἡγήσανδρος δ’ ὁ Δελφὸς ἐν Ὑπομνήμασιν, ὧν ἀρχὴ «ἐν τῇ ἀρίστῃ
πολιτείᾳ», φησίν (FHG IV 419)· «ὁ καλούμενος κότταβος παρῆλθεν εἰς τὰ συμπόσια καὶ περὶ Σικελίαν, ὥς
φησιν Δικαίαρχος (FHG II 247), πρῶτον εἰσαγαγόντων. τοσαύτη δὲ ἐγένετο σπουδὴ περὶ τὸ ἐπιτήδευμα ὥστε
εἰς τὰ συμπόσια παρεισφέρειν ἆθλα κοτταβεῖα καλούμενα. εἶτα κύλικες αἱ πρὸς τὸ πρᾶγμα χρήσιμαι μάλιστ’
εἶναι δοκοῦσαι κατεσκευάζοντο, καλούμεναι κοτταβίδες. πρὸς δὲ τούτοις οἶκοι κατεσκευάζοντο κυκλοτερεῖς,
ἵνα πάντες εἰς τὸ μέσον τοῦ κοττάβου τεθέντος ἐξ ἀποστήματος ἴσου καὶ τόπων ὁμοίων ἀγωνίζοιντο περὶ τῆς
νίκης. οὐ γὰρ μόνον ἐφιλοτιμοῦντο βάλλειν ἐπὶ τὸν σκοπόν, ἀλλὰ καὶ καλῶς ἕκαστα αὐτῶν. ἔδει γὰρ εἰς τὸν
ἀριστερὸν ἀγκῶνα ἐρείσαντα καὶ τὴν δεξιὰν ἀγκυλώσαντα ὑγρῶς ἀφεῖναι τὴν λάταγα· οὕτω γὰρ ἐκάλουν τὸ
πῖπτον ἐκ τῆς κύλικος ὑγρόν· ὥστε ἔνιοι μεῖζον ἐφρόνουν ἐπὶ τῷ καλῶς κοτταβίζειν τῶν ἐπὶ τῷ ἀκοντίζειν
μέγα φρονούντων».

Ἀθήναιος, Δειπνοσοφισταί 10.427D
ἀλλ’ ἦν ἀπ’ ἀρχῆς τὸ μὲν σπένδειν ἀποδεδομένον τοῖς θεοῖς, ὁ δὲ κότταβος τοῖς ἐρωμένοις. ἐχρῶντο γὰρ ἐπι-
μελῶς τῷ κοτταβίζειν ὄντος τοῦ παιγνίου Σικελικοῦ, καθάπερ καὶ Ἀνακρέων ὁ Τήιος πεποίηκε (fr. 53 B)·
Σικελὸν κότταβον ἀγκύλῃ λατάζων.
διὸ καὶ τὰ σκολιὰ καλούμενα μέλη τῶν ἀρχαίων ποιητῶν πλήρη ἐστί· λέγω δ’ οἷον καὶ Πίνδαρος πεποίηκε (fr. 128)·
Χάριτάς τ’Ἀφροδισίων ἐρώτων, ὄφρα σὺνχειμαμάρωι μεθύων Ἀγάθωνι δὲ βάλω κότταβον.

313

Ἀθήναιος, Δειπνοσοφισταί 11.782D-F
ΑΓΚΥΛΗ ποτήριον πρὸς τὴν τῶν κοττάβων παιδιὰν χρήσιμον. Κρατῖνος (I 93 K)·
πιεῖν δὲ θάνατος οἶνον, ἂν ὕδωρ ἐπῇ. ἀλλ’ ἴσον ἴσῳ μάλιστ’ ἀκράτου δύο χοᾶς
πίνουσ’ ἀπ’ ἀγκύλης, ἐπονομάζουσ’ <ἅμα>
ἵησι λάταγας τῷ Κορινθίῳ πέει. καὶ Βακχυλίδης (fr. 24 B)·
εὖτε τὴν ἀπ’ ἀγκύλης ἵησι τοῖς νεανίαις, λευκὸν ἀντείνουσα πῆχυν.
ἐντεῦθεν ἐννοοῦμεν τοὺς παρ’Αἰσχύλῳ (fr. 179 N) ἀγκυλητοὺς κοττάβους. λέγονται δὲ καὶ δόρατα ἀγκυλητὰ καὶ μεσάγκυλα ἄλλα· ἀπὸ ἀγκύλης ἤτοι τῆς δεξιᾶς χειρός. καὶ ἡ κύλιξ δὲ [ἡ] ἀγκύλη διὰ τὸ ἐπαγκυλοῦν τὴν
δεξιὰν χεῖρα ἐν τῇ προέσει. ἦν γὰρ τοῖς παλαιοῖς πεφροντισμένον καλῶς καὶ εὐσχημόνως κότταβον προίεσθαι. καὶ οἱ πολλοὶ ἐπὶ τούτῳ μᾶλλον ἐφρόνουν μέγα ἢ ἐπὶ τῷ εὖ ἀκοντίζειν. ὠνομάσθη οὖν ἀπὸ τοῦ τῆς χειρὸς σχηματισμοῦ, ὃν ποιούμενοι εὐρύθμως ἐρρίπτουν εἰς τὸ κοττάβιον. καὶ οἴκους δὲ ἐπιτηδείους κατεσκεύαζον εἰς ταύτην τὴν παιδιάν. ὅτι παρὰ Τιμαχίδᾳ αἰακίς ἡ κύλιξ καλεῖται.


Σημειώσεις

1 Ιστορία της κλασικής φιλολογίας, Θεσσαλονίκη 2005 (ελλην. μτφρ. του Geschichte der klassischen Philologie,Λειψία 1921, 21927) 1.

2 Αθανασάκη – Νικολαΐδης – Σπαθάρας 2014, ΧΧΙ
.
3 Πρβλ. τη γνωστή ρήση του Σιμωνίδη του Κείου: «τὴν μὲν ζωγραφίαν ποίησιν σιωπῶσαν προσαγορεύει, τὴν δὲ ποίησιν ζωγραφίαν λαλοῦσαν», δηλαδή «(ο Σιμωνίδης) αποκαλεί τη ζωγραφική σιωπηλή ποίηση και την ποίηση ομιλούσα ζωγραφική», την οποία παραδίδει ο Πλούταρχος (Πότερον Αθηναίοι κατά πόλεμον ή κατά σοφίαν ενδοξότεροι, 346, 3: De Gloria Atheniensium III 346f–347c), και στη συνέχεια αυτή πέρασε στη δυτική φιλολογία μέσα από την Ποιητική Τέχνη του Ορατίου (Ars poetica 361–365): «ut pictura poesis», μεταφέροντας την πεποίθηση ότι η ζωγραφική είναι σιωπηλή ποίηση και η ποίηση είναι ζωγραφική με το χάρισμα του λόγου. Βλ. και Χ. Καρούζος, Περικαλλές άγαλμ εξεποίησ’ ουκ αδαής: οι αρχαϊκοί Έλληνες για την τέχνη τους,Αθήνα 1946.

4 Bérard κ.ά. 1984. Bérard 1987. Lissarrague –Thelamon 1983. H. Hoffmann, Why Did the Greeks Need Imagery? An Anthropological Approach to the Study of Greek Vase Painting, Hephaistos 9, 1988, 143-162. J. Bažant, The Case for a Complex Approach to Athenian Vase Painting, Mètis 5, 1990,
93-112. Sourvinou-Inwood 1991.Α. Schnapp, De la cité des images à la cité dans l’image, Mètis 9,
1994-1995, 209-218. Marconi 2004. F. Lissarrague – A. Schnapp Athènes, la cité, les images, στο: P.Schmitt Pantel – F. de Polignac (επιμ.), Athènes et le politique: dans le sillage de Claude Mossé, Παρίσι 2007, 25-55. Steiner 2007. Yatromanolakis 2009. Schmidt – Oakley 2009. I. Isler-Kerényi, Iconographical and Iconological Approaches, στο: Marconi 2015, 557-578. B. Fehr, Sociohistoricalμ Approaches, στο: Marconi 2015, 579-601. C. Ferrari, Anthropological Approaches, στο: Marconi 2015, 621-636. T. Hölscher, Semiotics to Agency, στο: Marconi 2015, 662-686.

5 H.J. Rose, The Religion of the Greek Household, Euphrosyne 1, 1957, 97-116. N. Massar, Images de la famille sur les vases attiques à figures rouges à l’époque classique (480-430 av. J.-C.), Annales μd’Histoire de l’Art et d’Archéologie 17, 1995, 27-38. Cox 1998. C. Pettersen, The Family in Greek History, Harvard Mass. 1998. R.F. Sutton, Family Portraits. Recognizing the Oikos on Attic Red- Figure Pottery, στο: A.P. Chapin (επιμ.), Charis. Essays in Honor of Sara A. Immerwahr, Hesperiaμ Supplement 33, Πρίνσετον N.J. 2004, 327-350. C.A. Faraone, Household Religion in Ancient Greece, και D. Boedeker, Family Matters: Domestic Religion in Classical Greece, στο: Bodel – Olyan 2008, 210-228 και 229-247. Laurence – Strömberg 2011. Rawson 2011. Beaumont 2012. Hackworth Petersen – Salzman-Mitchell 2012.

6 L.C. Nevett, House and Society in the Ancient Greek World, Καίμπριτζ 1999. N. Cahil, Household and City Organization at Olynthus, New Haven Conn. 2002. Blanck 2004, 35-63. B.A. Ault – L.C. Nevett (επιμ.), Ancient Greek Houses and Households: Chronological, Regional, and Social Diversity, Φιλαδέλφια 2005. J. Morgan, The Classical Greek House,Μπρίστολ 2010. L.C. Nevett, Domestic Space in Classical Antiquity, Καίμπριτζ – Νέα Υόρκη 2010.

7 G. Ahlberg, Prothesis and Ekphora in Greek Geometric Art, Göteborg 1971.
8 A.B. Spiess, Der Kriegerabschied auf attischen Vasen der archaischen Zeit, Φραγκφούρτη 1992.
9 T. Carpenter, Dionysian Imagery in Archaic Greek Art: its Development in Black-figure Vase

Painting, Οξφόρδη 1986.Α. Schöne-Denkinger, Der Thiasos: Eine ikonographische Untersuchung über das Gefolge des Dionysos in der attischen Vasenmalerei des 6. und 5. Jhs. v.Chr., Götteborg 1987. Cl. Vatin, Ariane et Dionysos: un mythe de l’amour conjugal, Παρίσι 2004. C. Isler-Kerényi, Dionysos in Archaic Greece: an Understanding Through Images, Leiden 2007.

10 B. Breitenberger, Aphrodite and Eros: the Development of Erotic Mythology in Early Greek Poetry
and Cult, Νέα Υόρκη 2007. Shapiro 1993, 120-121 σημ. 20-21 πίν. 53.

11 O. Palagia, Euphranor, Leiden 1980, 33 (Πλίνιος Naturalis Historiae 34, 77-78), 36-40 εικ. 58-59. H Λητώ με τα δύο δίδυμα παιδιά της στα χέρια ήταν χάλκινο έργο του Ευφράνορος και βρισκόταν στο ναό της Concordia στη Ρώμη.

12 E. Hartman, Heirat und Bürgerstatus in Athen, στο: Späth – Wagner-Hasel 2000, 16-31. Της ίδιας, Εhe, Heirat und Hetärentum, Φραγκφούρτη 2002.

13 M.Ν. Tod, A Selection of Greek Historical Inscriptions, Οξφόρδη 21946-1948, II αρ. 204, 39 κ.ε.
14 Για το μοτίβο της δεξίωσης, βλ. G. Davies, The Significance of the Handshake Motif in Classical Funerary Art, American Journal of Archaeology 89, 1985, 627-640. G. Pemberton, The Dexiosis on

Attic Gravestones, Mediterranean Archaeology 2, 1989, 45-50. N. Himmelmann, Attische Grabreliefs, Opladen 1999, 27, 114. J. Grosmann, Funerary Sculpture, Athenian Agora XXXV, Πρίνσετον N.J., 38.

15 A. Klöckner, Habitus und Status. Geschlechtsspezifisches Rollenverhalten auf griechischen Weihreliefs, στο: Die griechische Klassik: Idee oder Wirklichkeit, Κατάλογος έκθεσης, Mainz 2002, 321-330 (με παλαιότερη βιβλιογραφία).

16 S. Pingiatoglou, Eileithyia, Würzburg 1981. M. Stern, Die Frau in den gynäkologischen Schriften des “Corpus Hippocraticum”, στο: M.H. Dettenhofer (επιμ.), Reine Männersache? Frauen in Männerdomänen der antiken Welt, Mόναχο 1996, 69-95. Demand 1994. A. Dierichs, Von der Götter Geburt und der Frauen Niederkunft, Mainz 2002. Ε. Κing, Motherhood and Health in the Hippocratic
Corpus: Does Maternity Protect Against Disease?, Mètis N.S. 11, 2003, 51-70. V. Dasen (επιμ.), Naissance et petit enfance dans l’antiquité. Actes du colloque de Fribourg, 18 novembre - 1er décembre 2001, Fribourg – Göttingen 2004. Dasen 2005. Της ίδιας, Childbirth and Infancy in Greek and Roman Antiquity, στο: Rawson 2011, 291-314.Α. Οικονομοπούλου, Η μαιευτική και η γυναικολογία στην αρχαία Ελλάδα,Αρχαιολογία & Τέχνες 102, 2007, 49-57 (στο διαδίκτυο: http://www.archaiologia.gr/αρχείο-τευχών/). Beaumont 2012, 45-103. Gherchanoc 2015.

17 Βλ. επιγραφή στο Φάληρο, IG II2 4547 με αναφορά σε τέτοιες θεότητες. Γενικά για λατρείες Νυμφών σε J.L. Larson, Greek Nymphs: Myth, Cult, Lore, Οξφόρδη 2001. Επίσης, το αναθηματικό ανάγλυφο της Ξενοκράτειας και του γιου της Ξενιάδη ως αφιέρωμα στον «κουροτρόφο» Κηφισό, Αθήνα ΕΑΜ 2756, 410 π.Χ. (IG II2 4547, βλ. Αναθηματικές επιγραφές αρ. 10): M. Guarducci, L’offerta di Xenokrateia nel santuario di Cefiso al Falero, στο: D.W. Bradeen – M.F. MacGregor (επιμ.), Tribute to Benjamin Dean Meritt,Αugustin 1974, 57-66. I. Leventi, The Mondragone Relief Revisited.
Eleusinian Cult Iconography in Campania, Hesperia 76, 2007, 107, 128 και σημ. 76 (βιβλιογραφία). E. Βουτυράς, Φροντίσµατα: Το ανάγλυφο της Ξενοκράτειας και το ιερό του Κηφισού στο Νέο Φάληρο, στο: Ά. Δεληβορριάς – Γ. Δεσπίνης –Ά. Ζαρκάδας (επιμ.), Έπαινος Luigi Beschi,Αθήνα 2011, 49-58.

18 Parker 1983, 48. Για μίασμα από αποβολή ή έκτρωση, ό.π. 354-5.
19 Πηγές συγκεντρωμένες σε Garland 1990, 45 και γενικά 17-58.
20 Demand 1994, 71-101.
21 Η άλλη όψη του νομίσματος είναι ότι οι Έλληνες δεν χρησιμοποιούσαν το ρήμα παιδοκτονεῖν, αλλά πιο ουδέτερα ρήματα, όπως ἀποτίθεσθαι ή ἐκβάλλειν, πιθανότατα επειδή το παιδί δεν θεωρούνταν ακόμη τμήμα του κοινωνικού ιστού και επομένως δεν ήταν θύμα φόνου. Έτσι, Garland 1990, 13.

22 Πρβλ. τη μέχρι πρόσφατα συχνή ρήση στη σύγχρονη Ελλάδα, ιδιαίτερα σε αγροτικές περιοχές, ότι κάποιος γονιός «δεν έχει κανένα παιδί, παρά μόνο δύο (ή τρία) κορίτσια»!

23 Αρχαίες πηγές σε P. Herfst, Le travail de la femme dans la Grèce ancienne, Παρίσι 1922 (επανέκδ.1979), 52-63.

24 Garland 1990, 61-64, 307.
25 Αυτό θα δικαιολογούσε την απόφαση των Περσών πατεράδων να μη θέλουν να βλέπουν τα παιδιά τους μέχρι την ηλικία των πέντε ετών, ώστε να μη λυπηθούν σε περίπτωση πρόωρου θανάτου τους (Ηρόδοτος 1.136).

26 Ε. Baziotopoulou-Valavani, AMass Burial from the Cemetery of Kerameikos, στο: M. Stamatopoulou
– M. Yeroulanou (επιμ.), Excavating Classical Culture. Recent Archaeological Discoveries in Greece, Οξφόρδη 2002, 187-201. Χάρη στη συνεργασία των αρχαιολόγων με επιστήμονες άλλων ειδικοτήτων (όπως οδοντιάτρους, μοριακούς βιολόγους κ.ά.) επιτεύχθηκε η ανάπλαση του προσώπου ενός κοριτσιού από τον ομαδικό τάφο στον Κεραμεικό, επειδή το κρανίο του σωζόταν σε πολύ καλή κατάσταση, βλ. σχετικά www.myrtis.gr

27 Λ. Παλαιοκρασσά, Το ιερό της Αρτέμιδος Μουνιχίας, Αθήνα 1991. L. Cleland, The Brauron Clothing Catalogues: Text, Analysis, Glossary and Translation, Οξφόρδη 2005. V. Mitsopoulos-Leon, Βραυρών: die Tonstatuetten aus dem Heiligtum der Artemis Brauronia, die frühen Statuetten 7. bis 5. Jh. v.
Chr.,Αθήνα 2009. Γ. Δεσπίνης, Άρτεμις Βραυρωνία: λατρευτικά αγάλματα και αναθήματα από τα ιερά της θεάς στη Βραυρώνα και την Ακρόπολη της Αθήνας, Αθήνα 2010.

28 Βλ. τη σχετική συζήτηση στον Garland 1990, 307-8.
29 J.Μ. Hemelrjik, Caeretan Hydriae, Mainz 1984, 10 πίν. 29.
30 C.B. Patterson, Not Worth the Rearing: The Causes of Infant Exposure in Ancient Greece,Transactions of the American Philological Association 115, 1985, 102-123.
31 Για το θέμα και τις διάφορες απόψεις σχετικά με αυτό, βλ. Blundell 2004, 200-202.
32 Η λεχώνα ήταν ανάμεσα στα μιάσματα που απέφευγε ο Πυθαγόρας (Διογένης Λαέρτιος 8.32). Για μετά τη γέννα, βλ. Parker 1983, 49-52. Γενικά για το μίασμα, βλ. A. Bendlin, Purity and Pollution, στο: Ogden 12007, 178-189. Κearns 2010, 101–115.

33 Parker 1983, 34 μιλά για το άβολο αίσθημα που ένιωθαν οι Αθηναίοι του 5ου αι. π.Χ. απέναντι σε τέτοιου είδους απαγορευτικούς κανόνες.

34 Garland 55, Kearns 2010, 103-107.
35 R. Hamilton, Sources for the Athenian Amphidromia, Greek, Roman and Byzantine Studies 25, 1984, 243-251. Seifert 2011, 264-265.
36 Ένα πρώιμο παράδειγμα προέρχεται από τη Χαλκηδόνα του Βοσπόρου, Κωνσταντινούπολη Αρχαιολ. Μουσείο 524, γύρω στα μέσα του 6ου αι. π.Χ.: J. Boardman,Αρχαϊκή πλαστική,Αθήνα 1982, 200 εικ.
248. Παραστάσεις τοκετού σε Neils – Oakley 2003, 185-7, 222-4 με παραδείγματα αττικών επιτύμβιων στηλών που χρονολογούνται στο β΄ μισό του 4ου αι. π.Χ. Beaumont 2012, 46-48.

37 Neils – Oakley 2003, 133 εικ. 25. Ν. Καλτσάς, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο: Τα Γλυπτά,Αθήνα 2002, 183 αρ. 362.

38 Lewis 2002, 15 εικ. 1.2. Οικονομοπούλου, ό.π. σημ. 16, 51 εικ. 3.
39 M. Liston – J.K. Papadopoulos, The “Rich Athenian Lady” Was Pregnant. The Anthropology of a

Geometric Tomb Reconsidered, Hesperia 73, 2004, 7-38.
40 L. Bonfante, Nursing Mothers in Classical Art, στο: Kaloski-Ostrow – Lyons 1997, 174-196. J. Boardman,Αρχαία πλαστική: ύστερη κλασική περίοδος, Aθήνα 1999, 190, εικ. 174 (πώρινο αγαλμάτιο θηλάζουσας με δύο βρέφη, από τα Μέγαρα Υβλαία, ύστερος 6ος αι. π.Χ. Συρακούσες Αρχαιολ. Μουσείο 53234). Δ. Βοσνάκης, Επιτύμβια ανάγλυφη στήλη με παράσταση θηλάζουσας από την Κάλυμνο, Αρχαιολογικόν Δελτίον Μελέτες 58-64, 2003-2009 (2012), 377-390.

41 F. Dakoronia, Artemiskult auf einem neuen Weihrelief aus Achinos bei Lamia, Athenische Mitteilungen 107, 1992, 217-227. Dillon 2002, 231-233.

42 Ο Πλούταρχος διαφωνεί, μάλιστα, με τον Αριστοτέλη, ο οποίος θεωρούσε ότι στόχος της αγωγής αυτής ήταν η σωφροσύνη των γυναικών.

43 Schulze 1998. Ηarten 1999. Marrou 2009, 310-312.
44 Ένας συγγενής του Αλεξάνδρου, ο Λεωνίδας, που είχε και το ρόλο του παιδαγωγού του, θεωρείται από τον Πλούταρχο ότι άφησε πίσω του καλό και λαμπρό έργο (Ἀλέξανδρος 5.7.2). Ο Δημοσθένης, που αδικήθηκε από τους συγγενείς του μετά το θάνατο του πατέρα του, στερήθηκε παιδείας και αντίστοιχα διδασκάλων και παιδαγωγών (Πλούταρχος Δημοσθένης).

45 «Πολλές φορές μου έβρεξες στο στήθος το χιτώνα βγάζοντας από το στόμα σου κρασιά στα κουραστικά νηπιακά σου χρόνια. Έτσι τράβηξα πολλά για σένα και πολύ κοπίασα...».

46 Beck 1975, 44-46, 328-329. E. Olshausen, Eros mit dem Barbiermesser, Archäologischer Anzeiger
1979, 17-24. M. Golden, Childhood in Ancient Greece, στο: Neils – Oakley 2003, 24-26.Με παρόμοιο τρόπο τιμωρεί η Αφροδίτη τον Έρωτα σαν άτακτο παιδί.

47 Ο Κένταυρος Χείρων σχετίζεται με την ανατροφή του Αχιλλέα, του Ασκληπιού, του Ιάσονα και άλλων ηρώων, αλλά απεικονίζεται στην αγγειογραφία μόνο με τον πρώτο. ΟΛίνος αναφέρεται ως παιδαγωγός και δάσκαλος στα γράμματα και τη μουσική του Ηρακλή και του αδελφού του Ίφιτου, του Ορφέα, του Μουσαίου και του Θάμυρι.

48 N. Young, The Figure of the Paidagogos in Art and Literature, Biblical Archaeologist 53, 1990, 80-86. Ε. Voutiras, Grabstele eines Paidagogos aus Byzanz, Epigrafica Anatolica 30, 1998, 145-148.

49 Ν. Σταμπολίδης, To σύμπλεγμα αρ. 257 του Eθνικού Μουσείου και οι Πλατωνικοί Σειληνοί. Μία ακόμη προσέγγιση στην «προσωπογραφία» του Σωκράτη, Αρχαιογνωσία 3, 1982-1984, 123-161, πίν.
16.

50 J.-P. Vernant, Le mariage en Grèce archaïque, La parola del passato 28, 1973, 51-74. Oakley –Sinos
1993. Vérilhac – Vial 1998. S. Perentidis, Pratiques de mariage et nuances de continuité dans le monde grec: quatre études d’anthropologie historique et juridique,Μονπελιέ 2002. G. Ferrari, What Kind of
Rite of Passage Was the Ancient Greek Wedding?, στο: D.B. Dodd – C.A. Faraone (επιμ.), Initiation in Ancient Greek Rituals and Narratives. New Critical Perspectives,Λονδίνο 2003, 27-42. Brulé 2003,
114-150. Blundell 2004, 185-192. Reinsberg 2008. L. Larsson Lovén – A. Strömberg (επιμ.), Ancient Marriage – in Myth and Reality, Newcastle upon Tyne 2010. C.A. Cox, Marriage in Ancient Athens, στο: Rawson 2011, 232-244.

51 Ο Ισχόμαχος μιλά για γονείς, άρα ίσως και η μητέρα της νύφης είχε κάποιο λόγο στην απόφαση (Οἰκονομικός 7.10). Βλ. και S.B. Pomeroy, Xenophon. Oeconomicus: A Social and Historical Commentary, Οξφόρδη 1994. Δεν αποκλείεται και ο γαμπρός να άκουγε τις προτιμήσεις του πατέρα του (ψευδο-Δημοσθένης 40.12-13). Ο Αριστοτέλης (Οἰκονομικά 3.1 απ. 184 Rose) θεωρεί ότι μία σωστή γυναίκα δεν παρεμβαίνει στο γάμο των παιδιών της.

52 Για το θεσμό της προίκας, βλ. Blundell 2004, 177-180.
53 Η Λυσιστράτη εκφράζει τη θλίψη της για τα κορίτσια που γερνούν ανύπαντρα στο γαμήλιο θάλαμο (Αριστοφάνης Λυσιστράτη 592-4).
54 Σύμφωνα με τη νομοθεσία της κρητικής Γόρτυνας (γύρω στα μέσα του 5ου αι. π.Χ.) τα κορίτσια έπαιρναν το μισό από την κληρονομιά που λάμβαναν τα αγόρια και, όταν παντρεύονταν, κρατούσαν την περιουσία τους. Σε περίπτωση διαζυγίου, τη διατηρούσαν επίσης και δεν την επέστρεφαν στον προηγούμενο «κύριον» τους, ενώ κρατούσαν και τα μισά υφαντά που κατασκεύαζαν στη διάρκεια του
έγγαμου βίου.

55 Βλ. αναλυτικάA. Cohen, Gendering the Age Gap: Boys, Girls and Abduction in Ancient Greek Art, στο: Cohen – Rutter 2007, 257-278, η οποία αναλύοντας το παράδειγμα του πολύ μεγαλύτερου σε ηλικία Θησέα (ίσως γύρω στα 50) και της πολύ νεαρής Ελένης έδειξε ότι γενικά οι αρχαίοι δεν επιθυμούσαν την πρόωρη ή την πολύ ώριμη σεξουαλικότητα. Εξαιρέσεις υπάρχουν στην κωμωδία, όπου π.χ. μια κοπέλα περιμένει να υποδεχθεί τον καλό της, ενώ η μητέρα της απουσιάζει (Αριστοφάνης
Ἐκκλησιάζουσαι 910-17).

56 F. Salviat, Les Théogamies attiques, Zeus Teleios et l’Agamemnon d’Eschyle, Bulletin de Correspondance Hellénique 88, 1964, 647-654.

57 V. Sabetai, Women’s Ritual Roles in the Cycle of Life (Οι γυναίκες και ο κύκλος της ζωής: οι τελετουργικοί ρόλοι των γυναικών στον κύκλο της ζωής), στο: Kaltsas – Shapiro 2008, 289-297.

58 Η λέξη νύμφη σημαίνει εξίσου τη νύφη και τη Νύμφη, και η δεύτερη μπορεί να συνδεθεί με τον τρόπο αυτό με τη θνητή συνονόματή της, βλ. σχετικά Kreilinger 2007, 54-59.

59 H. Winkler Lutophorie: Hochzeitskult auf attischen Vasen, Freiburg 1999.
60 Η Κλυταιμνήστρα φέρνει η ίδια το νυφικό νερό για την κόρη της, για να τονίσει το ρόλο του στη γονιμότητα του γάμου (Ευριπίδης Ἰφιγένεια ἐν Ταύροις 818-9).
61 A. von Salis, Die Brautkrone, Rheinisches Museum für Philologie 73, 1920-1924, 199-215.
62 Η συγκεκριμένη χειρονομία αποτελεί το λεγόμενο «ἡραῖον σχῆμα» και παραπέμπει στην κίνηση της αποκάλυψης που έκανε η Ήρα κατά τον ιερό γάμο της με το Δία. Βλ. σχετικά, J.H. Oakley, The
Anakalypteria, Archäologischer Anzeiger 1982, 113-118. F. Gherchanoc, Le(s) voile(s) de mariage dans le monde grec: se voiler, se dévoiler. La question particulière des anakalupteria, Mètis N.S.
4, 1996, 239-267. L. Llewellyn-Jones, Aphrodite’s Tortoise: the Veiled Woman of Ancient Greece,Swansea 2003.

63 Σε μία περίπτωση ὀπτήρια προσφέρονται σε μικρό κοριτσάκι, Καλλίμαχος Ὕμνος εἰς Ἄρτεμιν 74.
64 Ξενοφών Οἰκονομικός 9.3 αναφέρει ότι μπορεί να έχει πολλαπλή χρήση εκτός από κρεβατοκάμαρα και ως αποθήκη ή θησαυροφυλάκιο.
65 L. Deubner, Hochzeit und Opferkorb, Jahrbuch des Deutschen Archäologischen Instituts 40, 1925,
210-223, κάνει λόγο για μια ευγονική κανηφορία που γινόταν προς τιμήν των νεονύμφων. Βλ. καιBrulé 1987, 320-322. Vérilhac – Vial 1998, 298, 328. Για τη χρήση του στη λατρεία, βλ. αναλυτικά 2.2, ΙΙ. Εξεταζόμενη περίπτωση.

66 Oakley-Sinos 1993. Laxander 2000, 55-75.Α.C. Smith, The Politics of Wedding at Athens: an Iconographic Assessment, Leeds International Classical Studies 4, 2005, 1-32.

67 Ε.Μανακίδου, Παραστάσεις με άρματα. Παρατηρήσεις στην εικονογραφία τους, Θεσσαλονίκη 1994, 211-225. E. Manakidou, Ein fragmentierter Kolonnettenkrater aus Karaburnaki und die Darstellung heroischer Hochzeiten auf korinthischen und attischen schwarzfigurigen Vasen, Athenische Mitteilungen 120, 2005, 71-83.

68 Ε.Μανακίδου, Ομοιώματα και παραστάσεις αμαξών στα αρχαϊκά και κλασικά χρόνια: χρήσεις και συμβολισμοί, στο: Δ. Τριαντάφυλλος – Δ. Τερζοπούλου (επιμ.),Άλογα και άμαξες στον αρχαίο κόσμο, Πρακτικά επιστημονικής συνάντησης, Ορεστιάδα 2010, 177-197.

69 L. Kahil, Quelques exemples de vases de mariage à Brauron, στο: Β.Χ. Πετράκος (επιμ.), Έπαινος Iωάννoυ K. Παπαδημητρίoυ,Αθήνα 1997, 379-404. V. Sabetai, Aspects of Nuptial and Genre Imagery in Fifth-Century Athens. Issues of Interpretation and Methodology, στο: J.H. Oakley – W.D.E. Coulson
– O. Palagia (επιμ.), Athenian Potters and Painters. The Conference Proceedings, Οξφόρδη 1997, 319- 335. Της ίδιας, The Wedding Vases of the Athenians: a View from Sanctuaries and Houses, Mètis N.S. 12, 2014, 51-79. Για βοιωτικά γαμήλια αγγεία, βλ. V. Sabetai, Marriage Boiotian Style, Hesperia 67,
1998, 323-334. C. Avronidaki, An Assortment of Bridal Images on a Boeotian Red-figure Pyxis from


the Workshop of the Painter of the Great Athenian Kantharos, στο: S. Schierup – V. Sabetai (επιμ.),The Regional Production of Red- Figure Pottery: Greece, Magna Graecia and Etruria, Aahrus 2014, 81-102.

70 S. Kaempf-Dimitriadou, Die Liebe der Götter in der attischen Kunst des 5. Jahrhunderts v. Chr., Antike Kunst Beiheft 11, Βέρνη 1979.

71 F. Harl-Schaller, Zur Entstehung und Bedeutung des attischen Lebes gamikos, Jahreshefte des Österreichischen Archäologischen Institutes in Wien 50B, 1972-1975, 151-170.Μ. Σγούρου, Λέβητες γαμικoί. O γάμoς και η αττική κεραμεική παραγωγή των κλασικών χρóνων, στο: J.H. Oakley – W.D.E. Coulson – O. Palagia (επιμ.), Athenian Potters and Painters. The Conference Proceedings, Οξφόρδη 1997, 71-83. Θ. Κυριακού-Ζαφειροπούλου, Γαμικóς λέβης απó τιςAχαρνικές πύλες,Αρχαιολογικόν Δελτίον Μελέτες 54, 1999, 55-171. S. Blundell, Scenes from Marriage: Viewing the Imagery on a Lebes Gamikos, στο: S. Keay – S. Moser (επιμ.), Greek Art in View: Essays in Honour of Brian Sparkes, Οξφόρδη 2004, 39-53.

72 Χ. Παπαδοπούλου-Κανελλοπούλου, Ιερό της Νύμφης.Μελανόμορφες λουτροφόροι, Αθήνα 1997.
Της ίδιας, Ιερό της Νύμφης. Μελανόμορφες λουτροφόροι: συμπλήρωμα, Αρχαιολογικά Ανάλεκτα εξ Αθηνών 35-38, 2002-2005, 205-222. R. Mösch-Klingel, Die Loutrophóros im Hochzeits- und
Begräbnisritual des 5. Jahrhunderts v. Chr. in Athen, Βέρνη 2006. Της ίδιας, Braut ohne Bräutigam:Schwarz- und Rotfigurigen Lutrophoren als Spiegel gesellschaftlicher Veränderungen in Athen, Mainz 2010.

73 E. Diehl, Die Hydria: Formgeschichte und Verwendung im Kult des Altertums, Mainz 1964. Ι. Κrauskopf, Eine attisch schwarzfigurige Hydria in Heidelberg, Archäologischer Anzeiger 1977, 13-37.
E. Trinkl, Sacrificial and Profane Use of Greek Hydriai, στο:Α. Tsingarida (επιμ.), Shapes and Uses of Greek Vases (7th - 4th Centuries B.C.), Proceedings of the Symposium held at the Université libre de Bruxelles 27-29 April 2006, Βρυξέλλες 2009, 153-171.

74 R.M. Becker, Formen attischer Peliken von der Pionier-Gruppe bis zum Beginn der Frühklassik,  Böblingen 1977. H.A. Shapiro, Correlating Shape and Subject: The Case of the Archaic Pelike, στο: J.H. Oakley – W.D.E. Coulson – O. Palagia (επιμ.), Athenian Potters and Painters: The Conference Proceedings, Οξφόρδη 1997, 63-70.

75 I. Schwenk-Raab, Hochzeitsbild auf einer attischen Pyxis in Mainz, στο: U. Höckmann – A. Krug (επιμ.), Festschrift für Frank Brommer, Mainz 1977, 277-280. C. Roberts, The Attic Pyxis, Σικάγο 1978. C. Mercati, Le pissidi attiche figurate: Problemi di forma e decorazione, Studi Classici Annali
Perugia 24, 1986-1987, 105-137. Schmidt 2005, 86-151. C. Lyons, Nikosthenic Pyxides between Etruria and Greece, στο: J.H. Oakley – O. Palagia (επιμ.), Athenian Potters and Painters II, Οξφόρδη 2009, 166-180. S. Schmidt, Between Toy Box and Wedding Gift: Functions and Images of Athenian Pyxides, στο: Villanueva-Puig 2009, 111-130.

76 A. Lioutas, Attische schwarzfigurige Lekanai und Lekanides, Würzburg 1987. D. Breitfeld-von
Eickstedt, Die Lekanis vom 6. - 4. Jh. v.Chr. Beobachtungen zur Form und Entwicklung einer
Vasengattung, στο: J.H. Oakley – W.D.E. Coulson – O. Palagia (επιμ.), Athenian Potters and Painters:
The Conference Proceedings, Οξφόρδη 1997, 55-61.

77 W.W. Rudolph, Die Bauchlekythos: ein Beitrag zur Formgeschichte der attischen Keramik des 5.Jahrhunderts v. Chr., Bloomington 1971.

78 Ι. Scheibler, Exaleiptra, Jahrbuch des Deutschen Archäologischen Instituts 79, 1964, 72-108. B.
Kreuzer, The Exaleiptron in Attica and Boeotia: Early Black Figure Workshops Reconsidered, στο:
Α. Tsingarida (επιμ.), Shapes and Uses of Greek Vases (7th - 4th Centuries B.C.), Proceedings of the Symposium held at the Université libre de Bruxelles 27-29 April 2006, Βρυξέλλες 2009, 17-30. Ο όρος «πλημοχόη» χρησιμοποιείται και για τα τελετουργικά σκεύη στα Ελευσίνια μυστήρια (βλ. 2.1.1).

79 P. Badinou, La laine et le parfum: épinetra et alabastres, forme, iconographie et fonction. Recherche de céramique attique féminine, Leuven 2003. I. Algrain, L’Alabastre attique: origine, forme et usages, Βρυξέλλες 2014.

80 D.C. Kurtz – J. Boardman, Έθιμα ταφής στο αρχαίο ελληνικό κόσμο, Αθήνα 2011 (ελλην. μτφρ. του Greek Burial Customs,Λονδίνο 1971). E. Vermeule, Aspects of Death in Early Greek Art and Poetry,
Λος Άντζελες –Λονδίνο 1979. Garland 1985. I. Morris, Death-Ritual and Social Structure in Classical Antiquity, Καίμπριτζ 1992. C. Sourvinou-Inwood, “Reading” Greek Death: to the End of the Classical Period,Λονδίνο – Νέα Υόρκη 1996.

81 Garland 1985, 133 (αρχαίες πηγές).

326

82 Δημήτριοι ήταν ένας τίτλος για ορισμένους νεκρούς στην Αθήνα (Πλούταρχος Ἠθικά = περὶ τοῦ ἐμφαινομένου προσώπου τῷ κύκλῳ τῆς σελήνης 943b), ίσως για τους μυημένους στα Ελευσίνια μυστήρια.

83 Ανάλογη πληροφορία έχουμε και από τον Πλάτωνα Νόμοι 958e-959a.
84 Για τις σχετικές πληροφορίες σε άλλες περιοχές κατά την πρώιμη περίοδο, βλ. Kurtz – Boardman ό.π., 161–176.
85 Το κείμενο του νόμου σε Kurtz - Boardman ό.π., 189-190. Kearns 2010, 110-112.
86 N. Kaltsas, Die Kore und der Kouros aus Myrrhinous, Antike Plastik 27, Κολονία 2001, 7-38.
87 Ἐκτείνειν, βλ. Ευριπίδης Ἱππόλυτος 786: ὀρθώσατ’ ἐκτείνοντες ἄθλιον νέκυν· και 789 ἤδη γὰρ ὡς νεκρόν νιν ἐκτείνουσι δή.
88 Πρβλ. στο θρήνο για τον Πάτροκλο, την έκφραση «στήθεα πεπλήγοντο» (18.31).
89 2.318.11 κ.ε.
90 Σούδα ε 191: αἱ τὰς χοὰς τοῖς τετελευτηκόσιν ἐπιφέρουσαι. ἔλεγον δὲ καὶ τὸ βλάψαι καταχυτρίσαι, ὡς Ἀριστοφάνης. ἐγχυτριστρίας δὲ λέγεσθαι καὶ ὅσαι τοὺς ἐναγεῖς καθαίρουσιν αἷμα ἐπιχέουσαι ἱερείου,
καὶ τὰς θρηνητρίας, ἔτι γε μὴν καὶ τὰς μαίας τὰς ἐκτιθείσας ἐν χύτραις τὰ βρέφη.

91 Ε. Kistler, Die «Opferrinne-Zeremonie»: Bankettideologie am Grab, Orientalisierung und Formierung
einer Adelsgesellschaft in Athen, Στουττγάρδη 1998.

92 Για την αρχαϊκή και την κλασική εποχή στην Αττική: Η. Diepolder, Die attischen Grabreliefs des 5.
und 4. Jahrhunderts v. Chr.,Βερολίνο 1931. G.M. Richter, Archaic Gravestones of Attica, Νέα Υόρκη
1961. M. Salta, Attische Grabstelen mit Inschriften. Beiträge zur Topographie und Prosopographie
der Nekropolen von Athen, Attika und Salamis, vom peloponnesischen Krieg bis zur Mitte des 4. Jhs.
v. Chr., Tübingen 1991. C. Clairmont, Classical Attic Tombstones, Kilchberg 1993-1995. A. Scholl,
Πoλυτάλαντα μνημεία. Zur literarischen und monumentalen Überlieferung aufwendiger Grabmäler
im spätklassischen Athen, Jahrbuch des Deutschen Archäologischen Instituts 109, 1994, 239-271.
Του ίδιου, Die attischen Bildfeldstelen des 4. Jhs. v. Chr.: Untersuchungen zu den kleinformatigen
Grabreliefs im spätklassischen Athen, Athenische Mitteilungen Beiheft 17, 1996.Μ.Ι. Πωλογιώργη,
Μνημεία του Δυτικού νεκροταφείου του Ωρωπού: Oικóπεδo oργανισμoύ σχoλικών κτιρίων,Αθήνα
1998. Kaltsas, ό.π. σημ. 86. F. Hildebrandt, Die attischen Namenstelen. Untersuchungen zu Stellen
des 5. und 4. Jahrhunderts v.Chr., Βερολίνο 2006. J.B. Grossman, The Athenian Agora. 35: Funerary
Sculpture, Πρίνσετον N.J. 2013. Ε. Walter-Karydi, Die Athener und ihre Gräber (1000-300 v. Chr.),
Βερολίνο 2015, 51-100, 198-207, 233-334. Για άλλες περιοχές: H. Biesantz, Die thessalischen
Grabreliefs: Studien zur nordgriechischen Kunst, Mainz 1965. Η. Hiller, Ionische Grabreliefs der
ersten Hälfte des 5. Jahrhunderts v. Chr., Istanbuler Mitteilungen Beiheft 12, Tübingen 1975. E.
Pfuhl, Die ostgriechischen Grabreliefs, Mainz 1977-1979. W. Schild-Xenidou, Boiotische Grab- und Weihreliefs archaischer und klassicher Zeit,Μόναχο 1972. I.A. Papapostolou, Achaean Grave Stelai,
Αθήνα 1993. Π. Κωνσταντινίδης, Κλασικά επιτύμβια ανάγλυφα από τη Μακεδονία, Αρχαιογνωσία 15,
2007-2009, 253-316.

93 Συγκεντρωμένη σχετική βιβλιογραφία και περιγραφές αγγείων σε Ε.Μανακίδου,Από την εικονογραφία του πένθους στην αττική αγγειογραφία των γεωμετρικών και αρχαϊκών χρόνων, στο:Α. Στέφος
(επιμ.), Ομηρική Φιλολογία. Σεμινάριο 30,Αθήνα 2004, 75-92.

94 Ενδεικτικά για τις πρώιμες ταφικές πρακτικές, βλ. Antonaccio 1995. Kistler, ό.π. σημ. 91. Boehringer
2001. A.-F. Alexandridou, Offering Trenches and Funerary Ceremonies in the Attic Countryside, στο: T. Fischer-Hansen – B. Poulsen (επιμ.), FromArtemis to Diana: the Goddess of Man and Beast, Κοπεγχάγη 2009, 497-522.

95 Siourla-Theodoridou 1989. M. Xagorari-Gleissner, Untersuchungen zu frühgriechischen
Grabsitten: figürliche plastische Beigaben aus geschlossenen Grabfunden Attikas und Euböas des 10.
bis 7. Jhs. v. Chr., Mainz 1996.Α. Haug, Die Entdeckung des Körpers: Körper- und Rollenspiele im
Athen des 8. und 7. Jahrhunderts v. Chr., Βερολίνο 2012, 45-118.

96 Επιφυλακτική ως προς αυτό ηA.-F. Alexandridou, De l’eau pour les défunts. Le cas de l’hydrie décorée en contexte funéraire attique à l’âge du Fer et au début de l’époque archaïque, Pallas 94, 2014,
20-23, δεχόμενη την άποψη της S. Langdon, Art and Identity in Dark Age Greece, 1100-700 B.C.E., Καίμπριτζ – Νέα Υόρκη 2008, 172, ότι τα φίδια σχετίζονται με το νερό.

97 Σ. Παπασπυρίδη-Καρούζου,Αγγεία του Αναγυρούντος,Αθήνα 1963.Α.-F. Alexandridou, The North Necropolis of Vari Revisited,Αρχαιολογική Εφημερίς 151, 2012, 1-73.

98 H. Mommsen, Exekias I. Die Grabtafel, Mainz 1997. Laxander 2000, 75-112.

99 Μ. Alexiou, Ο τελετουργικός θρήνος στην ελληνική παράδοση,Αθήνα 2002. H.A. Shapiro, The
Iconography of Mourning in Athenian Art, American Journal of Archaeology 95, 1991, 629-656.

100 Laxander 2000, 112-124. Ε. Brigger, Prothésis: étude sur les rites funéraires chez les Grecs et chez les
Étrusques, Mélanges de l’École française de Rome 116, 2004, 179-246.

101 Ε.Μανακίδου, Συγγενείς εξ αίματος και εξ αγχιστείας στις αττικές μελανόμορφες σκηνές πρόθεσης, Αρχαιογνωσία 13, 2005, 89-104.

102 J. Bergemann, Die sogenannte Lutrophoros. Grabmal für unverheiratete Tote, Athenische
Mitteilungen 111, 1996, 149-190. V. Sabetai, Marker Vase or Burnt Offering?: The Clay Loutrophoros
in Context, στο: A. Tsingarida (επιμ.), Shapes and Uses of Greek Vases (7th - 4th Centuries B.C.),
Proceedings of the Symposium Held at the Université Libre de Bruxelles 27-29 April 2006, Βρυξέλλες
2009, 291-306.

103 Β. Schmalz, Untersuchungen zu den attischen Marmorlekythen, Βερολίνο 1970. G. Kokula,
Marmorloutrophoroi, Athenische Mitteilungen Beiheft 11, Βερολίνο 1984.

104 N. Nakayama, Untersuchung der auf weissgrundigen Lekythen dargestellten Grabmäler, Freiburg
1982. H. Willinghöfer, Thanatos: die Darstellung des Todes in der griechischen Kunst der archaischen
und klassischen Zeit, Marburg 1996. E. Mintsi, Hypnos et Thanatos sur les lécythes attiques à fond blanc. Deuxième moitié du Ve siècle av. J.C., Revue des Études Anciennes 99, 1997, 47-61. Ό. Τζάχου-Αλεξανδρή, Λευκές λήκυθοι του Ζωγράφου του Αχιλλέως στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο,
Αθήνα 1998. Της ίδιας, Ο Ζωγράφος του Θανάτου στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Το Μουσείον 3, 2002-2003, 115-158. Oakley 2004. Schmidt 2005, 29-79. Ε. Κunze-Götte, Beobachtungen
zur Darstellungsweise sepulkraler Thematik auf weißgrundigen Lekythen, στο: Schmidt – Oakley
2009, 53-64. M. Pipili, White-ground Lekythoi in Athenian Private Collections: Some Iconographic
Observations, στο: J.H. Oakley – O. Palagia (επιμ.), Athenian Potters and Painters II, Οξφόρδη 2009,
221-249.

105 Ο. Hirsch-Dyczek, Les représentations des enfants sur les stéles funéraires attiques, Βαρσοβία 1983.
Rühfel 1984β, 75-184. U. Vedder, Frauentod-Kriegertod im Spiegel der attischen Grabkunst des 4. Jhs.
v. Chr., Athenische Mitteilungen 103, 1988, 161-191. W. Schild-Xenidou, Zur Bedeutung von Jägern
und Epheben auf griechischen Grabreliefs, Athenische Mitteilungen 112, 1997, 247-268. K. Stears,
Women and the Family in the Funerary Ritual and Art of Classical Athens (αδημ. διδ. διατριβή),
Λονδίνο 1993. Της ίδιας, Spinning Women. Iconography and Status in Athenian Funerary Sculpture,
στο: G. Hoffmann (επιμ.), Les pierres de l’offrande. Autour de l’oeuvre de Christoph W. Clairmont,
Kilchberg 2001, 107-114. A. Kosmopoulou, Working Women: Female Professionals on Attic Classical
Gravestones, Annual of the British School of Athens 96, 2001, 281-319. D. Burton, Public Memorials,
Private Virtues: Women on Classical Athenian Grave Monuments, Mortality 8, 2003, 20-35. Neils –
Oakley 2003, 132-135, 179-191. 305-308. N. Sojc, Trauer auf attischen Grabreliefs: Frauendarstellu
ngen zwischen Ideal und Wirklichkeit, Βερολίνο 2005. J.B. Grossman, Forever Young: Depiction of
Children on Classical Attic Funerary Monuments, στο: Cohen – Rutter 2007, 309-322. Κ.Μαργα-
ρίτη, Ο θάνατος της αγάμου κόρης στην Αθήνα των κλασικών χρόνων (αδημ. διδ. διατριβή), Βόλος
2010. W.E. Closterman, Family Groupings in Classical Attic Peribolos Tombs, στο: K. Sporn (επιμ.),
Griechische Grabbezirke klassischer Zeit: Normen und Regionalismen,Μόναχο 2013, 45-53. Της
ίδιας, Family Meals: Banquet Imagery on Classical Athenian Funerary Reliefs, στο: Κ. Daly – L.A.
Riccardi (επιμ.), Cities Called Athens. Studies Honoring John McK. Camp II, Lanham MD 2015, 1-22.

106 H.Α. Shapiro, Fathers and Sons, Men and Boys, στο: Neils – Oakley 2003, 105-106.
107 C.C. Clairmont, Classical Attic Τombstones, Kilchberg 1993-1995, 229-230 αρ. 3370.Ανάλογες παραστάσεις ό.π. 237 αρ. 3372c (Αθήνα ΕAΜ αρ. ευρ. 2042) και 241 αρ. 337c (Αθήνα EAΜ χωρίς αρ.ευρ.).

108 Clairmont ό.π., III, αρ. 3.461 (με εικ.).
109 Α.-Μ. Vérilhac, Παῖδες ἄωροι. Poésie funéraire. Tome premier, Textes και Tome second,Commentaire,Αθήνα 1978 και 1982. Neils – Oakley 2003, 163-194, 305-308. J.H. Oakley, Children in Athenian Funerary Art During the Peloponnesian War, στο: O. Palagia (επιμ.), Art in Athens During the Peloponnesian War, Καίμπριτζ 2009, 207-235. A.-M. Guimier-Sorberts – Y. Morizot (επιμ.), L’enfant et la mort dans l’antiquité I. Nouvelles recherches dans les nécropoles grecques: le signalement des tombes d’enfants, Παρίσι 2010. M.-D. Nenna L’enfant et la mort dans l’antiquité II. Types de tombes et traitement du corps des enfants dans l’antiquité gréco-romaine, Αλεξάνδρεια 2012. A. Hermary – C. Dubois (επιμ.), L’enfant et la mort dans l’antiquité. III. Le matériel associé aux tombes d’enfants, Aix-en-Provence 2012. C. Bourbou, The Imprint of Emotions
Surrounding the Death of Children in Antiquity, στο: A. Chaniotis – P. Ducrey (επιμ.), UnveilingEmotions II. Emotions in Greece and Rome: Texts, Images, Material Culture, Στουττγάρδη 2013, 331-350.

110 Για τον εικονογραφικό τύπο της Αθηναίας κόρης σε ηλικία γάμου στα κλασικά επιτύμβια αλλά
και αναθηματικά ανάγλυφα, με αττικό πέπλο και ιμάτιο ριγμένο στην πλάτη, βλ. L.J. Roccos, Back Mantle and Peplos. The Special Costume of Greek Maiden in Fourth-Century Funerary and Votive Reliefs, Hesperia 69, 2000, 135-155.

111 Clairmont ό.π., ΙΙ, 104-106, αρ. 2.156 (με εικ.). ΟΛυκέας μαρτυρείται ως τριήραρχος. Για την πιθανή
επιρροή από την εικονογραφία των αττικών μνημείων στο «δημόσιο σήμα», βλ. H.R. Goette, Images
in the Athenian “Demosion Sema”, σε: Ο. Palagia (επιμ.),Αrt in Athens During the Peloponnesian
War, Καίμπριτζ 2009, 199-202, εικ. 50.

112 B.X. Πετράκος, Ο δήμος του Ραμνούντα Ι. Τοπογραφία,Αθήνα 1999, 387-390, εικ. 289.
113 Neils – Oakley 2003, 182 εικ. 22. Για το επίγραμμα της στήλης: C. Brown, The Stele of Mnesagora

and Nicochares (“CEG” 84), Zeitschrift für Papyrologie und Epigraphik 152, 2005, 1-5.
114 R. Stupperich, Eine Gefässgruppenstele aus dem Kerameikos, Boreas 1, 1978, 94-102.
115 N. Felson – L. Slatkin, Κοινωνικό φύλο και ομηρικά έπη, στο: R. Fowler (επιμ.), The Cambridge

Companion to Homer, Καίμπριτζ 2004 (ελλην. μτφρ.Αθήνα 2013, 126-154).
116 Veyne – Lissarrague – Frontisi-Ducroux 2008, 225. Πρβλ. το επίθετο «γλαυκῶπις» για την Αθηνά και «βοῶπις» για την Ήρα ως ένδειξη για διαφορετικές ιδιότητες των γυναικών.
117 M.Y. Goldberg, Spatial and Behavioural Negotiation in Classical Athenian City Houses, στο: P.M.Allison (επιμ.), The Archaeology of Household Activities,Λονδίνο – Νέα Υόρκη 1999, 142-161.
118 L.S. Sussman, Workers and Drones, Labor, Idleness and Gender Definition in Hesiod’s Beehive,Arethusa 11, 1978, 27-41. P.A. Marquardt, Hesiod’s Ambiguous View of Woman, Classical Philology
77.4, 1982, 283-291. P. Walcott, Greek Attitudes towards Women: the Mythological Evidence, Greece
& Rome 31, 1984, 37-47. F. Zeitlin, Signifying Difference: The Myth of Pandora, στο: Hawley –Levick 1995, 58-74.

119 Β. Robertson, Personal Names as Evidence for Athenian Social and Political History about 570-300
B.C., University of Toronto 1999. Πρβλ. Blundell 2004, 202.

120 Βλ. Blundell 2004, 206-215.
121 A.R.W. Harrison, The Law ofΑthens: the Family and Property, Οξφόρδη 1968. R. Just, Women in

Athenian Law and Life,Λονδίνο 1989. C. Carey,Μετατοπίσεις των ορίων ανάμεσα στο δημόσιο και
το ιδιωτικό στους Αττικούς ρήτορες, στο:Αθανασάκη – Νικολαΐδης – Σπαθάρας 2014, 3-43.

122 Garland 1990, 106-198. Golden 1990. Sofaer Derevenski 2000. Neils – Oakley 2003. Crelier
2008. Βeaumont 2012. M. Stark, Göttliche Kinder: ikonographische Untersuchung zu den
Darstellungskonzeptionen von Gott und Kind bzw. Gott und Mensch in der griechischen Kunst,
Στουττγάρδη 2012. Evans Grubbs – Parkin – Bell 2013. Ο. Βobou, Children in the Hellenistic World:
Statues and Representation, Οξφόρδη 2015, 19-40.

123 L.A. Alberici – M. Harlow, Age and Innocence: Female Transitions to Adulthood in Late Antiquity,
στο: Cohen – Rutter 2007, 193-203.

124 Sofaer Derevenski 200, 111: «Τα παιδιά κατοικούν στο παρελθόν, όχι ως παθητικοί αποδέκτες των δεδομένων των κοινοτήτων και των οικογενειών τους, αλλά ως ατομικοί κοινωνικoί φορείς που ασχολούνται με ευκαιρίες και ταυτότητες για τους εαυτούς τους μέσα στις πολιτιστικές τους κοινωνίες. Τα παιδιά δεν είναι και δεν ήταν μόνο μικρές εκδοχές των ενηλίκων. Η ηλικία και το καθεστώς τους τούς παρείχαν ξεχωριστές φροντίδες, ανάγκες και κοινωνικά δίκτυα» και K. Mizoguchi, The Child as a Node of Past, Present and Future, στο: Sofaer Derevenski 2000, 141-150.

125 D.R. Jordan, A Personal Letter in the Athenian Agora, Hesperia 69, 2000, 91-103.
126 L’enfant et la vie familiale sous l’ancien régime, Παρίσι 1960 (και αγγλ. μτφρ. Centuries of

Childhood, Νέα Υόρκη 1962).
127 Bλ. κυρίως τους συλλογικούς τόμους των Neils – Oakley 2003, Cohen – Rutter 2007 και Evans

Grubbs – Parkin – Bell 2013. Στο δεύτερο, ό.π. 6, γίνεται αναφορά στην άποψη τουMoses Finley, ο
οποίος πίστευε ότι η παιδική ηλικία στην αρχαιότητα ήταν ένα προπαρασκευαστικό στάδιο για την ενήλικη ζωή, που έπρεπε να διανυθεί όσο το δυνατό ταχύτερα από άποψη βιολογική και τίποτε περισσότερο: «Δεν υπήρχε ένδοξη παρουσίαση της παιδικής ηλικίας, που είναι ένα προϊόν του σύγχρονου
ρομαντισμού...». Σύντομη παρουσίαση των συναισθημάτων των Ελλήνων για τα παιδιά τους γίνεται από τονM. Golden, Childhood in Ancient Greece, στο: Νeils – Oakley 2003, 22-24.
128 Στο χωρίο αυτό ο Πλάτων δίνει και διάφορες άλλες πληροφορίες εκτός από τις ηλικιακές διακρίσεις και μεταξύ των δύο φύλων.
129 P. Slater, The Glory of Hera: Greek Mythology and the Greek Family, Πρίνσετον N.J. 1971.
130 Βλ. κυρίως H.A. Shapiro, Fathers and Sons, Men and Boys, στο: Neils – Oakley 2003, 85-111.
131 Shapiro ό.π., στο: Neils – Oakley 2003, 92-111.
132 J.H. Οakley, Death and the Child, στο: Neils-Oakley 2003, 163-194. Βλ. και στην αρχή του κεφαλαίου, ό.π. σημ. 5.
133 Για αναθηματικά ανάγλυφα με απεικονίσεις παιδιών, βλ. Ε. Βουτυράς, Παίδων χορός, Εγνατία 3,
1991-1992, 29-55. O. Palagia, Akropolis Museum 581. A Family at the Apaturia?, Hesperia 64, 1995,
493-501. Edelmann 1999. Comella 2002. C. Lawton, Children in Classical Attic Votive Reliefs,στο: Cohen – Rutter 2007, 41-60. Της ίδιας, Attic Votive Reliefs and the Peloponnesian War, στο: O. Palagia (επιμ.), Art in Athens During the Peloponnesian War, Καίμπριτζ 2009, 66-93. Seifert 2011,
157-255, 299-346. Επιτύμβια ανάγλυφα με παιδιά, ό.π. σημ. 105.

134 Sourvinou-Inwood 1988, 78. L. Beaumont, Shifting Gender: Age and Social Status as Modifiers of
Childhood Gender in Ancient Athens, στο: Evans Grubbs – Parkin – Bell 2013, 195-206.

135 V. Sabetai, The Poetics of Maidenhood: Visual Constructs of Womanhood in Vase-Painting, στο:
Schmidt – Oakley 2009, 103-114.

136 G. Ηam, Choes and Anthesteria Reconsidered: Male Maturation Rites and the Peloponnesian Wars,
στο: M. Padilla (επιμ.), Rites of Passage in Ancient Greece: Literature, Religion, Society, Lewisburg
PA 1999, 201-218. Beaumont 2012, 69-84.

137 V. Dasen, Les amulettes d’enfants dans le monde gréco-romain, Latomus 62, 2003, 275-289.Α.
Castor, Protecting Athena’s Children. Amulets in Classical Athens, στο: C.C. Mattusch – A.A.
Donohue – A. Brauer (επιμ.), Proceedings of the XVIth International Congress of Classical Archaeology, Boston, August 23-26, 2003. Common Ground: Archaeology, Art, Science, and Humanities, Οξφόρδη 2006, 625-627. Seifert 2011, 125-135.

138 G. van Hoorn, Choes and Anthesteria, Leiden 1951. Rühfel 1984α, 125-174. Hamilton 1992. Seifert 2011, 107-138.

139 T. Hadzisteliou Price, Kourotrophos: Cults and Representations of the Greek Nursing Deities, Leiden 1978. Beaumont 2012, 64-67. Στην Αθήνα, μία αντίστοιχη θεότητα λατρευόταν στο Κουροτρόφιον.

140 Bλ. Η.Π. Νικολούδης, Πλάτων. Νόμοι,Αθήνα 2008, 616.
141 Schmidt 1977. Ε. Παρασκευαΐδης, Τα παίγνια των αρχαίων Ελλήνων, Πλάτων 41, 1989, 68-92 και

42, 1990, 20-39 και 44, 1992, 17-42 και 45, 1993, 18-36. Fittà 1997. Ε. Diego, Giochi infantili nel
mondo greco: la documentazione archeologica, στο: C. Lambrugo – C. Torre (επιμ.), Il gioco e i giochi nel mondo antico. Tra cultura materiale e immateriale,Μπάρι 2013, 41-51. Neils – Oakley 2003, 262-279. Carbone 2005.

142 Τα πιο γνωστά, που παίζονται ακόμη με διάφορες παραλλαγές, ήταν η κρυπτίνδα ή ἀποδιδρασκίνδα ή μυίνδα (κρυφτό, Πολυδεύκης 9.113), η χαλκή μυία ή ψηλαφίνδα (τυφλόμυγα: σώζεται ο σχετικός διάλογος των παιδιών: χαλκῆν μυῖαν θηράσω. θηράσεις ἀλλ᾽οὐ λήψῃ; Πολυδεύκης 9.123), μελολόνθη (ένα πουλί που το έδεναν σε κλωστή και το στριφογύριζαν: Ἀριστοφάνης Νεφέλαι 763: λινόδετον
ὥσπερ μηλολόνθην, τοῦ ποδός, σχόλια 291: χρυσομηλολόνθιον, ζωύφιόν τι ἐστι κατὰ κάνθαρον,ξανθόν, ὃ καὶ κατέχοντες οἱ παῖδες δεσμεύουσιν ἐκ τοῦ ποδός καὶ ἀφιᾶσι πρὸς τὸν ἀέρα, πρβλ. Πολυδεύκης 9, 124), η ἀκινητίνδα (αγαλματάκια), η αμπάριζα (σκλαβάκια), ο ἐφεδρισμός, η βασιλίνδα (κλέφτες και αστυνόμοι), η διελκυστίνδα (τράβηγμα σκοινιού), ο ἀσκωλιασμός (ασκί, παραλλαγή του σημερινού κουτσού), ο κολλαβισμός (μπιζ), ο κυνδαλισμός (παλούκια), ο ιμαντελιγμός (λουρί), η σχοινοφιλίνδα (μαντηλάκι, λουρί), η χυτρίνδα (γύρω-γύρω), ἐποστρακισμός (με ρίξιμο πετρών στηνεπιφάνεια της θάλασσας και η νίκη δινόταν σε όποιον κατάφερνε να κάνει τα περισσότερα πηδήματα στην πέτρα πριν αυτή βυθιστεί: Πολυδεύκης 9.19). Πολύ περισσότερες πληροφορίες αναφέρει ο Πολυδεύκης στο Ονομαστικόν IX 94-129 (Z΄ κεφάλαιο).

143 L. Kurke, Coins, Bodies, Games, and Gold: the Politics of Meaning in Archaic Greece, Πρίνσετον N.J. 1999. Της ίδιας, Ancient Greek Board Games and How to Play Them, Classical Philology 94, 1999, 247-267. U. Schödler, Pente Grammai – The Ancient Greek Board Game Five Lines, στο: J. Nuno Silva (επιμ.), Proceedings of Board Game Studies Colloquium XI,Λισαβόνα 2009, 173-196.

144 Νευρόσπαστον ονομαζόταν η κούκλα-μαριονέτα, δηλαδή με κινούμενα μέλη, τα οποία ήταν αρθρωτά και συνδέονταν με τον κορμό. Ορφικά απ. 34 για «παίγνια καμπεσίγυια» μαζί με κῶνον και ρόμβο.

330

145 Ορισμένες συνδέονταν με τελετές ενηλικίωσης, βλ. Lewis 2002, 152-157. Dasen 2005.
146 E. Hatzivassiliou, The Attic Phormiskos. Problems of Origin and Function, Bulletin of the Institute of Classical Studies 45, 2001, 113-148. Ε. Kefalidou, On Phormiskoi Again, Bulletin of the Institute of Classical Studies 47, 2004, 23-44.

147 H.A. Cahn, Morra drei Silene beim Knoblen, στο: H. Froning κ.ά. (επιμ.), Kotinos: Festschrift für Erika Simon, Mainz 1992, 214-7.

148 Για την περιστροφική κίνησή του, βλ. Πλάτων Πολιτεία 436d: οἵ γε στρόβιλοι ὅλοι ἑστᾶσί τε ἅμα
καὶ κινοῦνται, ὅταν ἐν τῷ αὐτῷ πήξαντες τὸ κέντρον περιφέρωνται, ἢ καὶ ἄλλο τι κύκλῳ περιιὸν ἐν
τῇ αὐτῇ ἕδρᾳ τοῦτο δρᾷ, οὐκ ἂν ἀποδεχοίμεθα, ὡς οὐ κατὰ ταὐτὰ ἑαυτῶν τὰ τοιαῦτα τότε μενόντων
τε καὶ φερομένων, ἀλλὰ φαῖμεν ἂν ἔχειν αὐτὰ εὐθύ τε καὶ περιφερὲς ἐν αὑτοῖς, καὶ κατὰ μὲν τὸ εὐθὺ
ἑστάναι – οὐδαμῇ γὰρ ἀποκλίνειν – κατὰ δὲ τὸ περιφερὲς κύκλῳ κινεῖσθαι, καὶ ὅταν δὲ τὴν εὐθυω-
ρίαν ἢ εἰς δεξιὰν ἢ εἰς ἀριστερὰν ἢ εἰς τὸ πρόσθεν ἢ εἰς τὸ ὄπισθεν ἐγκλίνῃ ἅμα περιφερόμενον, τότε
οὐδαμῇ [ἔστιν] ἑστάναι.

149 Neils – Oakley 2003, 270-271.
150 Για το παιχνίδι, βλ. G.M.A. Richter – L.F. Hall, Red-Figured Vases in the Metropolitan MuseumArt, New Haven Conn. 1936, 203 αρ. 7.
151 S. Karouzou, Vases from Odos Pandrosou, Journal of Hellenic Studies 64, 1945, 42. V. Sabetai, The

Washing Painter: A Contribution to the Wedding and Genre Iconography in the Second Half of the
Fifth Century B.C. (αδημ. διδ. διατριβή), Cincinnati 1993, 82-84.

152 Βλ. Carbone 2005, 163-169.
153 Για το παιχνίδι με μπάλα, βλ. Η. Harris, Sport in Greece and Rome,Λονδίνο 1972, 75-111.
154 Neils – Oakley 2003, 275-276.
155 Για τα πουλιά, βλ. J. Pollard, Birds in Greek life and Myth,Λονδίνο 1977, 135-40. Cohen σε Cohen

– Rutter 2007. Για τα σκυλιά, βλ. C. Franco, Senza ritegno. Il cane e la donna nell’immaginario della Grecia antica,Μπολόνια 2003.

156 A. Shmead, Greek Cats: Exotic Pets by Rich Youths in Fifth-Century Athens, as Portrayed on Greek Vases, Expedition 20/3, 1978, 38-47. G. Schwarz, Wie Hund und Katz? Bemerkungen zu einigen Tierdarstellungen aus Athen, στο: C. Brandstätter (επιμ.), Ikarus. Gedenkschrift für Gerhild Jeschek, Graz 2012, 69-74.

157 Neils – Oakley 2003, 182 εικ. 22. Βλ. και Grossman ό.π., στο: Cohen – Rutter 2007, 322.
158 L. Beaumont, The Social Status and Artistic Presentation of “Adolesence” in Fifth Century Athens, στο: Sofaer Derevenski 2000, 39-50. Neils – Oakley 2003, 145-147, 285-287. Beaumont 2012, 74-75,
80-82.

159 Αυτή είναι η άποψη του G. Glotz, Le travail dans la Grèce ancienne, Παρίσι 1920 (ελλην. μτφρ. Η εργασία στην αρχαία Ελλάδα,Αθήνα 1982) 169 κ.ε. Ο Glotz δέχεται, παρόλα αυτά, ότι στην Αθήνα υπήρχε και μία τάση εναντίον της ισότητας των διαφόρων επαγγελμάτων. Άλλη σχετική βιβλιογραφία: Burford 1972. Mossé 1971. Ziomecki 1975. R. Descat, L’acte et l’idéologie du travail en Grèce
ancienne, Παρίσι 1986. Γ. Παναγιωτάτου-Χαραλάμπους, Ελληνικές επιτύμβιες στήλες με θέμα τη χειρωνακτική εργασία κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους,Αρχαιογνωσία 5, 1987-1988 (1990) 31-54. Finley
1988. Vidale 2002. Χατζηδημητρίου 2005, 197-204.

160 Ειδικά όσοι δούλευαν στα μεταλλεία είχαν να υποστούν πολύ σκληρές συνθήκες διαβίωσης (για την
εποχή των Πτολεμαίων βλ. Διόδωρο Σικελιώτη 3.12.2-13.2).

161 Για το θέμα, βλ. αναλυτικά Davidson 2003. Για τον Αρχέστρατο, βλ. S. Olson Douglas – A. Sens,
Archestratos of Gela: Greek Culture and Cuisine in the Fourth Century BCE: Text, Translation, and Commentary, Οξφόρδη 2000.

162 Στη Σούδα β 92 βάναυσος: πᾶς τεχνίτης διὰ πυρὸς ἐργαζόμενος. βαῦνος γὰρ ἡ κάμινος.Ἡσύχιος β 86
βαναυσία. Πολυδεύκης Ὀνομαστικόν Ι 50, βάναυσοι είναι όσοι σχετίζονται με την καθιστική εργασία.
Για τους βάναυσους, βλ. A. Wilson, Nightingale, Liberal Education in Plato’s Republic and Aristotle’sPolitics, στο: Too 2001, 134-5, με σημ. 3 και 4 (παλαιότερη βιβλιογραφία).

163 Βurford 1972, 84.
164 Πρβλ. το νόθο πλατωνικό ἔργο Ἀλκιβιάδης, όπου γίνεται διάκριση ανάμεσα στα μαθήματα ενός ἀνδρός ἀγαθοῦ και στις λεγόμενες βαναυσικές τέχνες (βάναυσοι τέχναι).
165 Βurford 1972, 80-82. 166 Σε μολύβδινο έλασμα υπάρχει αναφορά «εἰς τὸν κέραμον τῶν χυτρικῶν»: A. Wilhelm, Der älteste griechische Brief, Österreichische Jahreshefte 7, 1904, 94-96.


167 O. Lau, Schuster und Schusterhandwerk in der griechisch–römischen Literatur und Kunst, Βόννη
1967.

168 Η λέξη εμφανίζεται μέσα στην επαινετική παρουσίαση της τραγικής τέχνης του Αισχύλου, που είναι πολεμοχαρής και όχι αγοραία.

169 K. Vanhaegendoren, Travail et loisir en Gréce ancienne: À propos de la complémentarité des activités du citoyen,Αncient Society 37, 2007, 1-35.

170 Ziomecki 1975. Vidale 2002. Χατζηδημητρίου 2005.
171 P. Sapirstein, Painters, Potters, and the Scale of the Attic Vase-Painting Industry, American Journal of Archaeology 117, 2013, 493–510. 172 A. Raubitschek, Dedications from the Athenian Akropolis: a Catalogue of the Inscriptions of the Sixth and Fifth Centuries B.C., Καίμπριτζ 1949. H. Philipp, Tektonon Daidala: der bildende Künstler und sein Werk im vorplatonischen Schrifttum, Βερολίνο 1968. C. Wagner, The Potters and Athena.Dedications on the Athenian Acropolis, στο: G.R. Tsetskhladze – A.J.N.W. Prag – A.M. Snodgrass(επιμ.), Periplous. Papers on Classical Art and Archaeology Presented to Sir John Boardman,Λονδίνο 2000, 383-387. Keesling 2003. Χατζηδημητρίου 2005, 178-181.Α. Verbank-Piérard, Sous les yeux d’Athéna et des Athéniens: vases, techniques et statut de l’artisan à l’Acropole, Mètis N.S. 12, 2014,
25-49.

173 Ο μεταφορέας ονομαζόταν τότε «ἀμφορεαφόρος» και χρησιμοποιούσε ένα ειδικό ξύλο, τον «ἀνάφορον», για να μεταφέρει, κρεμασμένους από τα άκρα του, δύο αμφορείς.

174 Χατζηδημητρίου 2005, 121-127. Β. Σαμπετάι, Ψαράδες: οι παῖδες και η θάλασσα, στο: Ε. Κεφαλίδου – Δ. Τσιαφάκη (επιμ.), Κεραμέως παῖδες.Αντίδωρο στον Καθηγητή Μιχάλη Τιβέριο από τους μαθητές του, Θεσσαλονίκη 2012, 49-59.

175 Isager – Skydsgaard 1990. Wells 1992. Hanson 1998. Γενικές πληροφορίες για την αρχαία αγροτική
τεχνολογία με παραδείγματα ελαιοκαλλιέργειας και αμπελοκαλλιέργειας για την παραγωγή ελαιόλα-
δου και οίνου, βλ. και στην ιστοσελίδα του Κέντρου Διάδοσης Επιστημών και Μουσείου Τεχνολογίας
ΝΟΗΣΙΣ: Καλλιέργεια αμπέλου – Κρασί, Παραγωγή Ελαιολάδου –Αρχαία Ελαιοτριβεία (http://www.
tmth.edu.gr/aet/thematic_areas/).

176 Μ. Τιβέριος,Αμπέλου παίς εύφρων οίνος.Από την εικονογραφία της αμπέλου και του οίνου στα αρχαία ελληνικά αγγεία,Αθήνα 2002.

177 Ν. Dietrich, Figur ohne Raum? Bäume und Felsen in der attischen Vasenmalerei des 6. und 5. Jahrhunderts v.Chr., Βερολίνο 2010, 70-78.

178 N. Malagarde, Images du monde rural attique à l’époque archaïque. Travail et société. L’outil et le geste sur les vases,Αρχαιολογική Εφημερίς 1988, 95-134. J.-L. Durand, Sacrifice et labour en Grèce ancienne: essai d’anthropologie religieuse, Παρίσι 1986.

179 Ελιά και λάδι, Τριήμερο εργασίας, Καλαμάτα, 7-9Μαΐου 1993, Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ, Αθήνα 1996. Foxhall 2007. Περισσότερα είναι τα υλικά κατάλοιπα από εγκαταστάσεις ελαιοτριβείων που έχουν βρεθεί σε διάφορες περιοχές, κάτι που φανερώνει τον κύριο ρόλο του ελαιόλαδου ως αγροτικού προϊόντος με πολλές χρήσεις.

180 N. Himmelmann, Über Hirten-Genre in der antiken Kunst, Opladen 1980. G. Lüdorf, Leitformen der attischen Gebrauchskeramik. Der Bienenkorb, Boreas 21, 1998-1999, 41-169. R. Bortolin, Arnie, miele e api nella Grecia antica, Rivista di Archeologia 35, 2011, 149-165. Γ. Μαυροφρύδης, Κυψέλες
κινητής κηρήθρας στην αρχαία Ελλάδα, Αρχαιολογική Εφημερίς 152, 2013, 15-27.

181 Το κείμενο σε μετάφραση στο: Fantham κ.ά. 2001, 65-67. Επίσης, Σημωνίδης Αμοργίνος, Ίαμβος
κατά γυναικών, μτφ.Μ. Κοπιδάκης,Αθήνα 1996. Γενικά βλ. Η. Lloyd Jones – M. Quinton, Females of
the Species-Semonides on Women,Λονδίνο 1975. Συγκεντρωμένες γυναικείες ασχολίες: Lewis 2002,
59-90. Lynch 2011, 150-157.

182 R. Brock, The Labour of Women in Classical Athens, Classical Quarterly 44, 1994, 336-346. A.
Kosmopoulou, “Working Women”: Female Professionals on Classical Attic Gravestones, Annual of the British School of Athens 96, 2001, 281-319. Lewis 2002, 91-98.

183 D. Williams, Women on Athenian Vases, Images of Women in Antiquity. Problems of Interpretation, στο: Cameron – Kuhrt 1983, 92-106. D. Harvey, Painted Ladies. Fact, Fiction and Fantasy, στο: J. Christiansen – T. Melander (επιμ.), Proceedings of the 3rd Symposium on Ancient Greek and Related Pottery, Copenhagen, August 31-September 4, 1987, Κοπεγχάγη 1988, 242-254. Lewis 2002, 8-12. K.Topper, Approaches to Reading Attic Vases, στο: James – Dillon 2012, 141-152. Foxhall 2013. Πολύ λιγότερες είναι οι σχετικές μελέτες για τις γυναίκες σε άλλες περιοχές του αρχαίου ελληνικού κόσμου,

332

π.χ. Pomeroy 2002.
184 Για τη διαδικασία, τα στάδια και τη σημασία της αρχαίας οικιακής υφαντουργίας, με την αντίστοιχη εικονογραφία, βλ. E. Keuls, Attic Vase-Painting and the Home Textile Industry, στο: W.G. Moon
(επιμ.), Ancient Greek Art and Iconography, Madison 1983, 209-230. Killet 1996, 115-129. K. Carr,
Women’s Work. Spinning and Weaving in the Greek Home, στο: Archéologie des textiles. Des origines
au Ve siècle, Actes du colloque de Lattes, octobre 1999,Μontagnac 2000, 163-166. Lewis 2002,
62-65. R. Reuthner, Wer webte Athenes Gewänder?: die Arbeit von Frauen im antiken Griechenland,
Φραγκφούρτη 2006. S. Bundrick, The Fabric of the City: Imaging Textile Production in Classical
Athens, Hesperia 77, 2008, 283-334. M. Fischer, The Hetaira’s Kalathos: Prostitutes and the Textile
Industry in Ancient Greece, The Ancient History Bulletin 25, 2011, 9-28. L. Lovén, Textile Production,
Female Work and Social Values in Athenian Vase Painting, στο: A.-L. Schallin (επιμ.), Perspectives
on Ancient Greece, Papers in Celebration of the 60th Anniversary of the Swedish Institute at Athens,
Στοκχόλμη 2013, 135-151. Εικονογραφία και σημασία των ειδικών οικιακών σκευών για την κατεργασία του μαλλιού: P. Badinou, La laine et le parfum: épinetra et alabastres, forme, iconographie et
fonction. Recherche de céramique attique féminine, Leuven 2003. C. Mercati, Epinetron: storia di una
forma ceramica fra archeologia e cultura, Città di Castello 2003. F. Heinrich, Das Epinetron: Aspekte
der weiblichen Lebenswelt im Spiegel eines Arbeitsgeräts, Rahden/Westf 2006. E. Trinkl, The Wool
Basket: Function, Depiction and Meaning of the Kalathos, στο: M. Harlow – M. Nosch (επιμ.), Greek
and Roman Textiles and Dress. An Interdisciplinary Anthology, Οξφόρδη 2014, 190-206.
Γενικές πληροφορίες για την αρχαία υφαντική, βλ. στην ιστοσελίδα του Κέντρου Διάδοσης Επιστημών και Μουσείου Τεχνολογίας ΝΟΗΣΙΣ:Υφαντική (http://www.tmth.edu.gr/aet/thematic_areas/).
Αρχαίες πηγές και εθνογραφικά παράλληλα σχετικά με το γνέσιμο βλ. στον ιστότοπο http://ilakate.blogspot.gr Για αναπαραστάσεις αρχαίων κάθετων αργαλειών βλ. στην ιστοσελίδα του Λαογραφικού Μουσείου Αράχωβας http://www.arachovamuseum.gr/index.php/el/to-ktirio-tou-mouseiou/
ekpaideftika-programmata/anaparastaseis-arxaion-argaleion
Γενικά για θέματα της γυναικείας ενδυμασίας και τη σημασία της για τη διάκριση ρόλων και ηλικιών:
Α. Πεκρίδου-Γκορέκι, Η μόδα στην αρχαία Ελλάδα,Αθήνα 1993 (ελλην. μτφρ. τουMode im antiken
Griechenland: textile Fertigung und Kleidung,Μόναχο 1989). L. Llewellyn-Jones (επιμ.), Women’s
Dress in the Ancient Greek World,Λονδίνο 2002. U. Theisen, Parthenos, Nymphe, Gyne, WeiblicheTrachtikonographie als Bedeutungsträger im 5. Jahrhundert v. Chr. in Griechenland, Göttingen 2009.
L. Cleland – G. Davies – L. Llewellyn-Jones (επιμ.), Greek and Roman Dress fromA to Z, Abingdon– Νέα Υόρκη 2012.Μ. Lee, Maternity and Miasma: Dress and the Transition from Pathenos to Gunē,
στο: Hackworth Petersen – Salzman-Mitchell 2012, 23-42. Της ίδιας, Body, Dress and Identity in Ancient Greece, Νέα Υόρκη 2015. Για την προϊστορική υφαντική υπάρχουν σχετικές συνθετικές εργασίες, ενώ δεν ισχύει το ίδιο για τα ιστορικά χρόνια, βλ. Barber 1994. Ί. Τζαχίλη,Υφαντική και υφάντρες στο προϊστορικό Αιγαίο: 2000 - 1000 π.Χ., Ηράκλειο 1997. B. Burke, From Minos to Midas,
Ancient Cloth Production in the Aegean and in Anatolia, Οξφόρδη 2010.

185 J. Scheid – J. Svenbro, The Craft of Zeus: Myths of Weaving and Fabric, Καίμπριτζ Μass. 1996.
186 Ε.Μανακίδου, Ιστορημένα υφάσματα. Mια κατηγoρία μικρoγραφικών παραστάσεων πάνω σε ατ-

τικά αγγεία, στο: J.H. Oakley – W.D.E. Coulson – O. Palagia (επιμ.), Athenian Potters and Painters,
The Conference Proceedings, Οξφόρδη 1997, 297-308. M.C. Miller, Athens and Persia in the Fifth
Century B.C.Α Study in Cultural Receptivity, Καίμπριτζ 1997, 75-81, 153-187. M. Vickers, Images on
Textiles: The Weave of Fifth-Century Athenian Art and Society, Κωνσταντία 1999.

187 L. Cleland, The Brauron Clothing Catalogues: Text, Analysis, Glossary and Translation, Οξφόρδη
2005. Kearns 2010, 268-270.

188 M. Xagorari-Gleissner, Das Motiv der Frau mit Kalathos auf attischen Grabreliefs klassischer Zeit
und seine Deutung im Wandel des archäologischen Denkens, στο: S. Wefers (επιμ.), Bilder – Räume –
Rollen, Langenweissbach 2013, 42-52.

189 Β. Τσουκαλά, Εικόνα και λόγος περί γυναικείας αρετής: μια νέα ματιά σε έναν βοιωτικό σκύφο του Μουσείου Κανελλοπούλου, στο: Ε. Κεφαλίδου – Δ. Τσιαφάκη (επιμ.), Κεραμέως Παίδες. Αντίδωρο στον καθηγητή Μιχάλη Τιβέριο από τους μαθητές του, Θεσσαλονίκη 2012, 189-197.

190 J. Neils, Kitchen or Cult? Women with Mortars and Pestles, στο: S. Keay – S. Moser (επιμ.), Greek Art in View: Essays in Honour of Brian Sparkes, Οξφόρδη 2004, 54-62.

191 S. Walker, Women and Housing in Classical Greece. TheΑrchaeological Εvidence, στο: A. Cameron
– A. Kuhrt (επιμ.), Images of Women in Antiquity,Λονδίνο 1983, 81-91. P.M. Allison (επιμ.), The

333

Archaeology of Household Activities,Λονδίνο – Νέα Υόρκη 1999. L.C. Nevett, Gender Relations in
the Classical Greek Household. The Archaeological Evidence, Annual of the British School of Athens
90, 1995, 364-381. Της ίδιας, House and Society in the Ancient Greek World, Καίμπριτζ 1999. Της
ίδιας, Domestic Space in Classical Antiquity, Καίμπριτζ 2010. G. Lüdorf Die Lekane: Typologie und
Chronologie einer Leitform der attischen Gebrauchskeramik des 6.-1. Jahrhunderts v. Chr., Rahden
Westf. 2000. N. Cahill, Household and City Organization at Olynthus, New Haven Conn. 2002.

192 Β.Α. Sparkes, The Greek Kitchen, Journal of Hellenic Studies 82, 1962, 121-137. Του ίδιου, The Greek Kitchen: Addenda, Journal of Hellenic Studies 85, 1965, 162-163. Του ίδιου, Not Cooking
but Baking, Greece & Rome 28, 1981, 172-178. S. Morris,ΛΑΣΑΝΑ. A Contribution to the Ancient
Greek Kitchen, Hesperia 54, 1985, 393-409. Lewis 2002, 65-71. V. Tsoukala, Cereal Processing and
the Performance of Gender in Archaic and Classical Greece: Iconography and Function of a Group
of Terracotta Statuettes and Vases, στο: Ç. Özkan Aygün (επιμ.), SOMA 2007. Proceedings of the XI
Symposium on Mediterranean Archaeology, Istanbul Technical University, 24-29 April 2007, Οξφόρδη 2009, 387-395. A. Villing, The Daily Grind of Ancient Greece: Mortars and Mortaria Between Symbol and Reality, στο:Α. Tsingarida (επιμ.), Shapes and Uses of Greek Vases (7th - 4th Centuries B.C.), Proceedings of the Symposium held at the Université libre de Bruxelles 27-29 April 2006, Βρυξέλλες 2009, 319-333. Β.Μισαηλίδου-Δεσποτίδου – Δ.Ακτσελή –Ά.Αρβανιτάκη (επιμ.), «…νέος και με υγείαν αρίστην»: Όψεις της ζωής των νέων στην αρχαία Μακεδονία, Θεσσαλονίκη 2014, 94-95 (Ε. Τρακοσοπούλου-Σαλακίδου).

193 Lewis 2002, 83-87, 159-166.
194 Killet 1996, 115. Lewis 2002, 84-86. S. Pfisterer-Haas, Mädchen und Frauen im Obstgarten und beimBallspiel. Untersuchungen zu zwei vorhochzeitlichen Motiven und zur Liebessymbolik des Apfels auf Vasen archaischer und klassischer Zeit, Athenische Mitteilungen 118, 2003, 139-195.

195 I. Manfrini-Aragno, Femmes à la fontaine: réalité et imaginaire, στο: C. Bron – E. Kassapoglou (επιμ.), L’image en jeu de l’antiquité à Paul Klee, Yens-sur-Morges 1992, 127-148. E. Manakidou, Athenerinnen in schwarzfigurigen Brunnenhausszenen, Hephaistos 11, 1992-1993, 51-91. Killet 1996, 172-190. Lewis 2002, 71-75. S. Pfisterer-Haas, Mädchen und Frauen am Wasser. Brunnenhaus und Louterion als Orte der Frauengemeinschaft und der möglichen Begegnung mit einem Mann, Jahrbuch
des Deutschen Archäologischen Instituts 117, 2002, 1-79. G. Ferrari, Myth and Genre on Athenian
Vases, Classical Antiquity 22, 2003, 37-54. E. Trinkl, Sacrificial and Profane Use of Greek Hydriai, στο:Α. Tsingarida (επιμ.), Shapes and Uses of Greek Vases (7th - 4th Centuries B.C.), Proceedings of the Symposium held at the Université libre de Bruxelles 27-29 April 2006, Βρυξέλλες 2009, 153- 172. C. Kosso, Women at the Fountain and the Well: Imagining Experience στο: C. Kosso – A. Scott (επιμ.), The Nature and Function of Water, Baths, Bathing, and Hygiene fromAntiquity through the Renaissance, Leiden – Βοστόνη 2009, 87-108.

196 L. Schneider, Zur sozialen Bedeutung der archaischen Korenstatuen,Αμβούργο 1975. Πρβλ. αγάλμα-
τα Κορών σε: K. Karakasi, Archaische Koren,Μόναχο 2001 (και σε αγγλική μτφρ. Archaic Korai,Λος
Άντζελες 2003). M.C. Stieber, The Poetics of Appearance in the Attic Korai, Austin Texas 2004.

197 Γυναικεία ονόματα σε μελανόμορφες σκηνές με κρήνες:Μνησίλα,Ανθύλη, Καλίπη, Ερεσίλα, Ιόπη, Ροδόπις, Κλέω, Σίμη, Σίμυλις, Επεράτη, Κυάνη, Ευήνη, Χορονίκη.

198 Killet 1996, 191-196. Lewis 2002, 145-149. M. Tiverios, Zur Ikonographie der weiblichen Welt im
Zeitalter des Perikles, στο: T. Ganschow κ.ά. (επιμ.), Otium. Festschrift für Volker Michael Strocka,
Rehmshalden 2005, 381-390. Kreilinger 2007. A. Stähli, Nackte Frauen, στο: Schmidt – Oakley
2009, 43-51. R.F. Sutton, Female Bathers and the Emergence of the Female Nude in Greek Art, στο:
C. Kosso – A. Scott (επιμ.), The Nature and Function of Water, Baths, Bathing, and Hygiene from
Antiquity through the Renaissance, Leiden – Βοστόνη 2009, 61-86.

199 Killet 1996, 196-199. Lewis 2002, 75-80. S. Moraw, Schönheit und Sophrosyne. Zum Verhältnis von weiblicher Nacktheit und bürgerlichem Status in der attischen Vasenmalerei, Jahrbuch des Deutschen Archäologischen Instituts 118, 2003, 1-47. Kreilinger 2007, 67-179.

200 M. Schmidt, Rituelle Frauengelage auf einer noch unbekannten attischen Vase, στο: P. Linant de Bellefonds (επιμ.), Aγαθός Δαίμων: mythes et cultes, études d’iconographie en l’honneur de Lilly Kahil, Bulletin de Correspondance Hellénique Supplément 38, Παρίσι 2000, 433-442. S. Pingiatoglou,Rituelle Frauengelage auf schwarzfigurigen attischen Vasen, Athenische Mitteilungen 109, 1994, 39-51. Lewis 2002, 150-152. Kaltsas – Shapiro 2008, 279 (Ε. Vivliodetis).

201 R. Olmos, Archedike und Hapalina. Hetären auf einer Wippe. Zur Interpretation einer rotfiguren

334

Hydria in Madrid, στο: E. Böhr – W. Martini (επιμ.), Studien zur Mythologie und Vasenmalerei
Konrad Schauenburg zum 65. Geburtstag am 16. April 1986, Mainz 1986, 107-113. Lewis 2002, 152-
157. M. Tiverios, Eiresione, στο: P. Badenas de la Peña – P. Cabrera Bonet – M. Moreno Conde – A.
Ruiz Rodrígez – Carmen Sánchez Fernández – T. Tortosa Rocamora (επιμ.), Homenaje a Ricardo
Olmos. Per speculum in aenigmate, Miradas sobre la Antigüedad,Μαδρίτη 2014, 147-154.

202 Τελευταία έχει αμφισβητηθεί από την έρευνα η ύπαρξη του «γυναικωνίτη» ως απομονωμένου και αποκλειστικού χώρου για τη διαβίωση των γυναικών στις αρχαίες οικίες. Για τις υπό εξέταση παραστάσεις, βλ. M. Reilly, Many Brides. «Mistress and Maid» on Athenian Lekythoi, Hesperia 58, 1989,
411-444. Killet 1996, 203-219. S. Moraw, Unvereinbare Gegensätze? Frauengemachbilder des 4.
Jahrhunderts v.Chr. und das Ideal der bürgerlichen Frau, στο: von den Hoff – Schmidt 2001, 211-223.
Ferrari 2002. Lewis 2002, 130-141. Schmidt 2005.Ά. Ζαρκάδας, Σκηνές γυναικωνίτη σε άγνωστης χρήσης σκεύος του τέλου του 5ου αι. π.Χ., στο: J.H. Oakley – O. Palagia (επιμ.), Potters and Painters II, Οξφόρδη 2009, 318-327.

203 Η απεικόνιση ανδρών μαζί με γυναίκες που υφαίνουν έχει οδηγήσει ορισμένους μελετητές στην ταύτιση των γυναικών με εταίρες (βλ. διαφορετικές απόψεις, ό.π. σημ. 184), πρβλ. την επιγραφή ΗΕ
ΠΑΙΣ ΚΑΛΕ σε οινοχόη Ζωγράφου του Βρύγου,Λονδίνο Βρετανικό Μουσείο 1873.8-20.34 (D13) BAPD 204379, και για την ερμηνεία ανάλογων επιγραφών, βλ. Kreilinger 2007, 170-173.

204 E. Böhr, A Rare Bird on Greek Vases. The Wryneck, στο: J.H. Oakley – W.D.E. Coulson – O. Palagia (επιμ.), Athenian Potters and Painters, The Conference Proceedings, Οξφόρδη 1997, 109-123. Της ίδιας, Mit Schopf an Brust und Kopf. Der Jungfernkranich, στο: A.J. Clark – J. Gaunt – B. Gilman (επιμ.), Essays in Ηonor of Dietrich von Bothmer,Άμστερνταμ 2002, 37-47.

205 E. Pellegrini, Eros nella Grecia arcaica e classica: iconografia e iconologia, Ρώμη 2009.
206 Shapiro 1993. A.C. Smith, The Politics of Wedding at Athens: an Iconographic Assessment, Leeds International Classical Studies 4, 2005, 1-32.
207 S. Havelock, Mourners on Greek Vases. Remarks on the Social History of Women, στο: S.L. Hyatt (επιμ.), The Greek Vase, Papers Based on Lectures Presented to a Symposium Held at Troy, New York in April of 1979, Latham 1981, 113-118. H.A. Shapiro, The Iconography of Mourning in Athenian Art, American Journal of Archaeology 95, 1991, 629-656. I. Huber, Die Ikonographie der Trauer in der griechischen Kunst, Mannheim 2001. M. Pedrina, I gesti del dolore nella ceramica attica (VI-V secolo a.C.): per un’ analisi della comunicazione non verbale nel mondo greco, Βενετία 2001. Ε.Μανακίδου,
Συγγενείς εξ αίματος και εξ αγχιστείας στις αττικές μελανόμορφες σκηνές πρόθεσης, Αρχαιογνωσία 13, 2005, 89-104.

208 S. Pfisterer-Haas 1989, 16-46. Schulze 1998. Β. Bäbler, Fremde Frauen in Athen: Thrakische Ammen
und athenische Kinder, στο: U. Riemer – P. Riemer (επιμ.), Xenophobie – Philoxenie: vom Umgang
mit Fremden in der Antike, Στουττγάρδη 2005, 65-88.

209 Βλ. R. Parker, Gods Cruel and Kind: Tragic and Civic Theology, στο: C. Pelling (επιμ.), Greek
Tragedy and the Historian, Οξφόρδη 1997, 143-160.

210 Mikalson 1983.
211 Βλ. ενδεικτικά την επιγραφή της Κυρήνης με προδιαγραφές για καθαρμούς κάθε είδους: P.J. Rhodes– R.G. Osborne, Greek Historical Inscriptions 404-323 B.C., Οξφόρδη 2003. Kearns 2010, 103-107 και την επιγραφή από την Ιουλίδα της Κέας για τον καθαρμό από θάνατο: Kearns 2010, 110-2 (LSGG 97).

212 Rhodes – Osborne ό.π., 88, 97.
213 Για ανάλογες περιπτώσεις που αφορούν άνδρες και κυρίως γυναίκες, βλ. Dillon 2002, 237-239.
214 Συγκεντρωμένες πηγές για θρησκευτικές δοξασίες και λατρευτικές πρακτικές σε Larson 2007. Kearns 2010.
215 Καθοριστική για τη μελέτη των εορτών και των λατρευτικών πρακτικών είναι η συνεκτίμηση των αρ-

χαιολογικών δεδομένων, βλ. σχετικά J. Mylonopoulos, Greek Sanctuaries as Places of Communication through Rituals; An Archaeological Perspective, στο: E. Stavrianopoulou (επιμ.), Ritual and Communication in the Graeco-Roman World, Kernos Supplément 16,Λιέγη 2006, 69-110. R. Brandt, Content and Form: Some Considerations on Greek Festivals and Archaeology, στο: Βrandt – Iddeng 2012, 139-198.

216 Laxander 2000, 7-27. Gebauer 2002, 17-212. J. Blok, Sacrifice and Processions on Attic black-
and Red-Figure Pottery: Reflections on the Distinction between “Public” and “Private”, στο: E.M.
Moormann – V.V. Stissi (επιμ.), Shapes and Images: Studies on Attic Black Figure and Related Topics

in Honour of Herman A.G. Brijder, Leuven 2009, 127-135.
217 Στις πηγές αναφέρονται, συνήθως, ως «πλακοῦντες» (ο πλακοῦς) ή «πόπανα» (το πόπανον, ρήμα πέπτω = ψήνω), αν και υπάρχει ποικιλία αρχαίων ονομάτων ανάλογα με το σχήμα και τα συστατικά τους. Διάφορα αρτοσκευάσματα απεικονίζονται σε πολλές εορτές μέσα σε δίσκους ή πάνω σε τράπεζες προσφορών μαζί με σταφύλια, ρόδια, σύκα και άλλους καρπούς. Έχουν βρεθεί, επίσης, πήλινα
ομοιώματα παρόμοιων γλυκών μέσα σε σκεύη προσφοράς κατά τις ανασκαφές σε ιερά, βλ. παρακάτω σημ. 320.

218 J. Casabona, Recherches sur le vocabulaire des sacrifices en grec. Des origines à la fin de l’époque
classique, Aix-en-Provence 1966. van Straten 1995. Laxander 2000, 27-55. Gebauer 2002, 213-549.
J. Bremmer, Greek Normative Animal Sacrifice, στο: Ogden 2007, 132-144. S. Bundrick, Selling Sacrifice on Classical Athenian Vases, Hesperia 83, 2014, 653-708.

219 Μάντης 1990. Connelly 2007. Για επιτύμβια ανάγλυφα ιερειών, βλ. Kaltsas – Shapiro 2008, 204-211.
220 Ο επενδύτης αποτελεί ένα ιδιαίτερο πανωφόρι, που φοριέται σε τελετουργίες και μουσικές ή χορευτικές σκηνές από διάφορες μορφές, και όχι μόνον από ιερείς, βλ. σχετικάM.C. Miller, The Ependytes in Classical Athens, Hesperia 58, 1989, 313-329. Της ίδιας, Athens and Persia in the Fifth Century B.C.Α Study in Cultural Receptivity, Καίμπριτζ 1997, 170-183. Vazaki 2003, 201-202.

221 Aktseli 1996. Gebauer 2002, 515-541. G. Ekroth, Why (not) Paint an Altar?, στο: Nørskov κ.ά. 2009,
89-114.

222 Για λατρευτικές χειρονομίες, βλ. D.ΜcNiven, «Things to Which We Give Service»: Interaction with
Sacred Images on Athenian Pottery, στο: Yatromanolakis 2009, 298-324.

223 H. Wrede, Die antike Herme, Mainz 1986. B. Rückert, Die Herme im öffentlichen und privaten Leben der Griechen, Regensburg 1998.

224 Rouse 1902 / 1976. Linders – Nordquist 1987. Alroth 1989. Anathema 1989-1990. F.T. van Straten,
Gifts for the Gods, στο: Versnel 1981, 65-151. Του ίδιου, Votives and Votaries in Greek Sanctuaries,
στο: Buxton 2000, 191-223. Prêtre – Huysecom-Haxhi 2009. A. Scholl,ΑΝΑΘΗΜΑΤΑΤΩΝΑΡΧΑΙ-
ΩΝ. Die Akropolisvotive aus dem 8. bis frühen 6. Jahrhundert v. Chr. und die Staatswerdung Athens,
Jahrbuch des Deutschen Archäologischen Instituts 121, 2006, 1-173. Ενδεικτικά για γραπτούς και
ανάγλυφους αναθηματικούς πίνακες, βλ. Βλασσοπούλου 2003. Karoglou 2010. Löhr 2000. Schulze
2004. M.C. Parra, Pinakes, tra Grecia e Magna Grecia, στο: G. Graziadio (επιμ.), Φιλική Συναυλία: Studies in Mediterranean Archaeology for Mario Benzi, Οξφόρδη 2013, 323-332. Για αναθηματικά αγάλματα, βλ. Keesling 2003. Meyer – Brüggemann 2007. Δεσπίνης, ό.π. σημ. 27. Franssen 2011.
Η βιβλιογραφία για μεμονωμένα ή σύνολα με αναθηματικά ανάγλυφα είναι πολύ μεγάλη, για σχετικές συνθετικές και νεότερες μελέτες βλ. Neumann 1979. Edelmann 1999. Comella 2001. Güntner 2004.E. Vikela, Griechische Reliefweihungen. Ikonographie der Göttin und Bildkomposition der Reliefs,
Athenische Mitteilungen 120, 2005, 85-161. A. Klöckner, Votive als Gegenstände des Rituals. Votiveals Bilder von Ritualen. Das Beispiel der griechischen Weihreliefs, στο: Mylonopoulos – Roeder 2006,
139-152. C. Lawton, Attic Votive Reliefs and the Peloponnesian War, στο: O. Palagia (επιμ.), Art in
Athens During the Peloponnesian War, Νέα Υόρκη – Καίμπριτζ 2009, 66-93. Ε. Βικέλα, Ο ιστορικός
χαρακτήρας ορισµένων αναθηµατικών αναγλύφων και η προβολή του αναθέτη τους, στο:Ά. Δεληβορριάς – Γ. Δεσπίνης –Ά. Ζαρκάδας (επιμ.), Έπαινος Luigi Beschi,Αθήνα 2011, 13-24. H.A. Shapiro, Votive Relief and Vase-Painting: An Archaeological “Kreuzung der Gattungen” in Classical Athens, Marburger Winckelmann-Program 2014, 57-65.

225 Ι. Threpsiades – E. Vanderpool, Themistokles’ Sanctuary of Artemis Aristoboule,Αρχαιολογικόν Δελ-
τίον 19, 1964, 26-26. Dillon 2002, 23-25. Kearns 2010, 332-336.

226 H. Kyrieleis, Fremde Weihungen in griechischen Heiligtümern vom 8. bis zum Beginn des 7.Jahrhunderts v. Chr., Jahrbuch des Römisch-Germanischen Zentralmuseums Mainz 32, 1985, 215-254.
Του ίδιου, Etruskische Bronzen aus dem Heraion von Samos, Athenische Mitteilungen 101, 1986, 127-136. H. Kyrieleis – W. Röllig, Ein altorientalischer Pferdeschmuck aus dem Heraion von Samos,
Athenische Mitteilungen 103, 1988, 37-75. M.E. Cavaliere, Dediche di Occidentali nel santuario di
Apollo a Delfi (VI-IV a. C.), Oξφόρδη 2013. Kaltsas – Shapiro 2008, 50-66.

227 A.E. Raubitschek, Dedications from the Athenian Akropolis:ΑCatalogue of the Inscriptions of the
Sixth and Fifth Centuries B.C., Kαίμπριτζ 1949. M.L. Lazzarini, Le formule delle dediche votive nella
Grecia arcaica, Atti della Accademia nazionale dei Lincei Memorie 8.19, 1976, 47-354. Της ίδιας,
Iscrizioni votive greche, στο: Anathema 1989-1990, 845-859. J.W. Day, Archaic and Greek Epigram and Dedication: Representation and Reperformance, Καίμπριτζ 2010. Βλ. ενδεικτικά παραδείγματα στο τέλος του κεφαλαίου, Αναθηματικές επιγραφές.


228 W. Gauer, Weihgeschenke aus den Perserkriegen, Tübingen 1968. C. Ioakimidou, Die Statuenreihen griechischer Poleis und Bünde aus spätarchaischer und klassischer Zeit,Μόναχο 1997. P. Schollmeyer, Antike Gespanndenkmäler,Αμβούργο 2001. F. Jünger, Gespann und Herrschaft: Form und Intention großformatiger Gespanndenkmäler im griechischen Kulturraum von der archaischen bis in die hellenistische Zeit,Αμβούργο 2006. Η.R. Goette, Choregic Monuments and the Athenian Democracy, στο: P. Wilson (επιμ.), The Greek Theater and Festivals: Documentary Studies, Οξφόρδη 2007, 122-149.

229 L. Beschi, Il monumento di Telemachos, fondatore dell’Asklepieion ateniese, Annuario della Scuola
Αrcheologica Italiana di Atene 45, 1967-1968, 381-436. Του ίδιου, Rilievi votivi attici ricomposti,Annuario della ScuolaΑrcheologica Italiana di Atene 47, 1969-1970, 85-132. Του ίδιου, ll rilievo di Telemachos ricompletato,Αρχαιολογικά Ανάλεκτα εξ Αθηνών 15, 1982, 31-43. C.M. Edwards, Greek Votive Reliefs to Pan and the Nymphs, Ann Arbor MI 1986 / 1992. S. Aleshire, The Athenian Asklepieion: the People, their Dedications, and the Inventories,Άμστερνταμ 1989. Ε. Tagalidou, Weihreliefs an Herakles aus klassischer Zeit, Jonsered 1993. E. Vikela, Die Weihreliefs aus dem Athener Pankrates-Heiligtum am Ilissos: religionsgeschichtliche Bedeutung und Typologie, Athenische Mitteilungen Beiheft 16, 1994. I.Λεβέντη, Οι θεότητες του κύκλου του Ασκληπιού ως κουροτρόφοι. Οι εικονογραφικές μαρτυρίες,Αρχαιογνωσία 10, 1999-2000, 87-103. J. Larson, Greek Nymphs: Myth, Cult, Lore, Οξφόρδη – Νέα Υόρκη 2001. Ι.Λεβέντη, Παρατηρήσεις στα αττικά αναθηματικά ανάγλυφα του ύστερου 4ου και πρώιμου 3ου αι. π.Χ., στο: O. Palagia – S. Tracy (επιμ.),The Macedonians in Athens 322-229 B.C., Proceedings of an International Conference held at the University of Athens, May 24-26, 2001, Οξφόρδη 2003, 127-139.

230 Ο. Palagia, Akropolis Museum 581. A Family at the Apaturia, Hesperia 64, 1995, 493-501.Αντίθετα,
Dillon 2002, 31-32. Επίσης, Comella 2002, 19-20, 190 αρ. Atene 8, εικ. 11.

231 Comella 2002, 16-18, 191 αρ. Atene 15, εικ. 10. Χατζηδημητρίου 2005, 225 αρ. Στ2 πίν. 59. Βλ. επίσης Αναθηματικές επιγραφές αρ. 6.

232 Για την κοινωνική θέση και τις οικονομικές δυνατότητες των κεραμέων, ιδιαίτερα των μελών της
Ομάδας των Πρωτοπόρων, στην υστεροαρχαϊκή Αθήνα, βλ. Neer 2002.

233 Γ.Ι. Δεσπίνης, Το αναθηματικό ανάγλυφο της Αριστονίκης στην Άρτεμη Βραυρωνία, στο: Δεσπίνης,
ό.π. σημ. 27, 105-114, πίν. 23-25. Βλ. επίσης Αναθηματικές επιγραφές αρ. 13.

234 Comella 2002, 201 αρ. Atene 135, 51-52, εικ. 37-39. Ι. Leventi Hygieia in Classical Greek Art,
Archaiognosia Supplementary Volume 2,Αθήνα 2003, 134-135, αρ. R 14, πίν. 15.

235 Leventi ό.π., 134, αρ. R 37, πίν. 27.
236 Comella 2002, 107-108, 197-198 αρ. Atene 80, εικ. 105. Leventi ό.π., 149, αρ. R 56, πίν. 36.
237 Leventi ό.π., 133-134.
238 Leventi ό.π., 148, αρ. R 53, πίν. 35 και για την τελετή 72-73.
239 Comella 2002, 71-72, 212 αρ. Falero 2, εικ. 63. Βλ. επίσης Αναθηματικές επιγραφές αρ. 10.
240 Comella 2004, αρ. Epidauro 5, 143, 211, εικ. 145.
241 J.A. Dickmann, Bilder von Kindern im klassischen Athen, στο: Die Griechische Klassik, Idee oder Wirklichkeit, Κατάλογος έκθεσης, Mainz 2002, 310-320, 312 εικ. 213.
242 Comella 2002, 139, 217 αρ. Pentelico 2, εικ. 141.
243 Comella 2002, 117-118, 195 αρ. Atene 62, εικ. 118.
244 E. Vikela, Die Weihreliefs aus demAthener Pankrates-Heiligtum am Ilissos. Religionsgeschichtliche Bedeutung und Typologie, Athenische Mitteilungen Beiheft 16, Βερολίνο 1994, 12-13, αρ. A 3, πίν. 3,40-41, αρ. Β 14 πίν. 24,3.

245 Comella 2002, 134-135 με παραδείγματα. Vikela ό.π., πίν. 34,2.
246 G. Bakalakis, Das Zeusfest der Dipolieia auf einer Oinochoe in Saloniki, Antike Kunst 12, 1969, 56-60. Simon 1983, 8-12.
247 S. Scullion, Festivals, στο: Ogden 2007, 190-193.Μ.Λίτσα, Ζευς Μειλίχιος εν Άγρας, Γραμματείον 4, 2015, 49-52.
248 Simon 1983, 55-72.Μ. Τιβέριος, Περίκλεια Παναθήναια. Ένας κρατήρας του Zωγράφου του Μονάχου 2335,Αθήνα 1989. Neils 1992. Neils 1996.Μ. Bentz, Panathenäische Preisamphoren: eine
athenische Vasengattung und ihre Funktion vom 6.-4. Jahrhundert v. Chr., Βασιλεία 1998. Π. Βαλαβάνης, Ιερά και Αγώνες στην αρχαία Ελλάδα,Αθήνα 2004, 490-565. Mikalson 2005, 58-81. Larson 2007, 46-47. C. Ellinghaus, Die Parthenonskulpturen: der Bauschmuck eines offentlichen

337

Monumentes der demokratischen Gesellschaft Athens zur Zeit des Perikles, Techniken in der  bildenden Kunst zur Tradierung von Aussagen,Αμβούργο 2011. J. Neils, The Political Process in the Public Festival: The Panathenaic Festival of Athens, στο: Βrandt – Iddeng 2012, 199-215.

249 M. Robertson, The Parthenon Frieze,Λονδίνο 1975. L. Beschi, Η ζωφóρoς τoυ Παρθενώνα. Mια νέα πρóταση ερμηνείας, στο: H. Kyrieleis (επιμ.), Archaische und klassische griechische Plastik, Akten des internationalen Kolloquiums vom 22.-25. April 1985 in Athen, 2. Klassische griechische Plastik,
Mainz 1986, 199-224. J. Connelly, Parthenon and Parthenoi: AMythological Interpretation of theParthenon Frieze, American Journal of Archaeology 100, 1996, 53-80. J. Neils, The Parthenon Frieze,Καίμπριτζ 2001. S. Symeonoglou, A NewAnalysis of the Parthenon Frieze στο: M. Cosmopoulos (επιμ.), The Parthenon and its Sculptures, Καίμπριτζ 2004, 5-42. B. Fehr, Becoming Good Democratsand Wives: Civic Education and Female Socialization on the Parthenon Frieze, Münster 2011. Για μια  εξαιρετική ψηφιακή απόδοση της ζωφόρου, βλ. http://www.parthenonfrieze.gr/home

250 Simon 1983, 24-35. Larson 2007, 73-76. Mikalson 2005, 82-90. Γ.Μυλωνάς, Ελευσίς και ελευσίνια μυστήρια, Αθήνα 2010 (ελλην. μτφρ. του: G. Mylonas, Eleusis and the Eleusinian Mysteries, Πρίνσετον N.J. 1961).

251 Από επιγραφικές μαρτυρίες γνωρίζουμε ότι υπήρχαν και δύο γυναίκες ἱεροφάντιδες από το γένος των Ευμολπιδών, οι οποίες είχαν συγκεκριμένα καθήκοντα.

252 Κ. Κουρουνιώτης, Ελευσινιακή δαδουχία,Αρχαιολογική Εφημερίς 1937, 227-230. H. Metzger, Les
représentations dans la céramique attique du 4e siècle, Παρίσι 1951. A. Peschlow-Bindokat, Demeter
und Persephone in der attischen Kunst des 6. bis 4. Jahrhunderts, 87, 1972, 60-157. Simon 1983,
27-30. R. Lindner, Der Raub der Persephone in der antiken Kunst, Würzburg 1984. Clinton 1992. T. Hayashi, Bedeutung und Wandel des Triptolemosbildes, vom 6.-4. Jh. v. Chr.: Religionshistorische und typologische Untersuchungen, Würzburg 1992. Ε. Simon, Eleusis in Athenian Vase-Painting: New Literature and Somes Suggestions, στο: J.H. Oakley – W.D.E. Coulson – O. Palagia (επιμ.), Potters and Painters: Τhe Conference Proceedings, Οξφόρδη 1997, 97-108.Μ. Tiverios, Eleusinian Iconography, στο: O. Palagia (επιμ.), Greek Οfferings: Εssays on Greek Art in Honour of John Boardman,Λονδίνο 1997, 167-175.Μ. Tiverios, Women of Athens in the Worship of Demeter: Iconographic Evidence fromArchaic and Classical Times, στο: Kaltsas – Shapiro 2008, 125-135. I. Leventi, The Mondragone Relief Revisited: Eleusinian Cult Iconography in Campania, Hesperia 76, 2007, 107-141.

253 Επειδή οι πιστοί σταματούσαν στη γέφυρα του Θριάσιου Κηφισού, τα σκώμματα αυτά ονομάζονταν «γεφυρισμοί».

254 Ο κυκεών (κυκάω = αναμειγνύω) ήταν ένα παχύρευστο ρόφημα από κριθάλευρο (ἄλφιτον), τυρί, μέλι, αρωματικά βότανα και άλλα απροδιόριστα συστατικά, ανάμεσα στα οποία αναφέρονται ενίοτε από τους μελετητές και ψυχοτρόποι μύκητες. Βλ. A. Delatte, Le Cycéon, breuvage rituel des mystères d’Éleusis, Παρίσι 1955.

255 Μ. Τιβέριος, Ελευσινιακὲς ἐσχαρίδες και οι αγγειογράφοι της «ακολουθίας του Συλέα» (The Syleus Sequence), στο: Δ. Δαμάσκος (επιμ.), Επιτύμβιον Gerhard Neumann,Αθήνα 2003, 113-121. Του ίδιου,
Αγγεία-αναθήματα από το Μεγάλο Ελευσινιακό ιερό, στο: J.H. Oakley – O. Palagia (επιμ.), Potters and Painters II, Οξφόρδη 2009, 280-290. Του ίδιου, Ελευσινιακὲς ροιές. Παλιὰ ευρήματα και νέες ερμηνείες, Annuario della ScuolaΑrcheologica Italiana di Atene 87, 2009, 465-478. Του ίδιου, Ξανα-βλέποντας τα παλιά κεραμικά ευρήματα από το Μεγάλο Ελευσινιακό ιερό,Μέντωρ 105, 2013, 175-
228. Πολλά καμένα και σπασμένα αγγεία διαφόρων σχημάτων και με ποικίλο θεματολόγιο βρέθηκαν,μεταξύ άλλων αντικειμένων, στα υπολείμματα τελετουργικών πυρών κοντά στο χώρο του Τελεστηρίου, βλ. Κ. Κόκκου-Βυριδή, Πρώιμες πυρές θυσιών στο Τελεστήριο της Ελευσίνος, Αθήνα 1999. Της ίδιας, Μελανόμορφα γαμήλια αγγεία από τις πυρές θυσιών στο ιερό της Ελευσίνας, Αθήνα 2010.

256 Συγκεντρωμένη και αναθεωρημένη η σχετική βιβλιογραφία σε: C. Mitsopoulou, De nouveaux Kernoi
pour Kernos… Réévaluation et mise à jour de la recherche sur les vases de culte éleusiniens, Kernos
23, 2010, 145-178. Της ίδιας, The Eleusinian Processional Cult Vessel: Iconographic Evidence and
Interpretation, στο: M. Haysom – J. Wallensten (επιμ.), Current Approaches to Religion in Ancient
Greece, Papers presented at a Symposium at the Swedish Institute at Athens 17-19 April 2008, Στοκ-
χόλμη 2011, 189-226.

257 Deubner 1932, 93-142. Simon 1983, 92-104. Τ. Guazzelli, Le Antesterie: Liturgie e pratiche
simboliche, Φλωρεντία 1992.

258 S. Guettel Cole, Procession and Celebration at the Dionysia, στο: R. Scodel (επιμ.), Theater and


Society in the Classical World, Ann Arbor MI 1993, 25-38. Laxander 2000, 18-19. Gebauer 2002, 87- 96. J. Boardman, The Triumph of Dionysos: Convivial Processions, fromAntiquity to the Present Day, Οξφόρδη 2014.

259 A. Pickard-Cambridge, The Dramatic Festivals of Athens, Οξφόρδη 1953 / 21968. J.R. Green, Theatre in Ancient Greek Society,Λονδίνο – Νέα Υόρκη 1994. P. Wilson (επιμ.), The Greek Theatre and Festivals: Documentary Studies, Οξφόρδη – Νέα Υόρκη 2007. B. Kowalzig – P. Wilson (επιμ.), Dithyrambos in Context, Οξφόρδη 2013.

260 Simon 1983, 52-54. Larson 2007, 159-160.
261 Όταν συνδυάζονται με διθυραμβικούς χορούς, ταιριάζουν καλύτερα στα Ηφαίστεια. Για την ερμηνεία των σχετικών παραστάσεων, βλ. H. Froning, Dithyrambos und Vasenmalerei in Athen, Würzburg 1971, 78-81, 118-119.

262 Cole 1994. Blundell – Williamson 1998. Dillon 2002. Parca – Tzanetou 2007. Kaltsas – Shapiro
2008/2009. A. Klöckner, Women’s Affairs?: on a Group of Attic Votive Reliefs with Unusual
Decoration, στο: J. Dijkstra – J. Kroesen – Y. Kuiper (επιμ.), Myths, Martyrs, and Modernity: Studies
in the History of Religions in Honour of Jan N. Bremmer, Leiden 2010, 179-191. A. Avramidou,
Women Dedicators on the Athenian Acropolis and their Role in Family Festivals: The Evidence for
Maternal Votives Between 530-450 BCE, στο: Gherchanoc 2015 [En ligne], 6 | 2015, mis en ligne le
23 janvier 2015, consulté le 13 novembre 2015. URL: http://mondesanciens.revues.org/1365; DOI: 10.4000/mondesanciens.1365

263 Γενικά για τις γυναικείες εορτές ανά τον αρχαίο ελληνικό κόσμο, βλ. Dillon 2002, 109-138.
264 Simon 1983, 39, 46-48. Dillon 2002, 132-136. Larson 2007, 45. Kaltsas – Shapiro 2008, 33-35 (O.Palagia).
265 Μία διαφορετική άποψη θεωρεί ότι οι εργαστίναι ύφαιναν τον πέπλο κάθε χρόνο για τα Μικρά Παναθήναια και ότι ο πέπλος για τα Μεγάλα Παναθήναια υφαινόταν από άνδρες επαγγελματίες: Ζ.
Stamatopoulou, Weaving Titans for Athena: Euripides and the Panathenaic Peplos, Classical Quarterly 62.1, 2012, 72–80.

266 Simon 1983, 46-48. Larson 2007, 45.
267 Simon 1983, 18-22. Dillon 2002, 110-120.Α. Kledt, Die Entführung Kores: Studien zur athenisch- eleusinischen Demeterreligion, Στουττγάρδη 2004, 114-147. Larson 2007, 70-72.Μολονότι οι μελετητές δεν συμφωνούν ως προς τη μαζικότητα της γυναικείας συμμετοχής στην εορτή -άλλοι κάνουν λόγο για το σύνολο των γυναικών της πόλης, ενώ άλλοι μόνο για έναν αντιπροσωπευτικό αριθμό-, γνωρίζουμε όμως ότι οι πολιτικές λειτουργίες αναστέλλονταν για εκείνο το διάστημα. Για λατρεία και ιερά της Δήμητρας και Κόρης, βλ.Α.C. Brumfield, The Attic Festivals of Demeter and their Relation to the Agricultural Year, Salem NH 1981. Ι.Λεβέντη – Χ.Μητσοπούλου (επιμ.), Ιερά και λατρείες της Δήμητρας στον αρχαίο ελληνικό κόσμο, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, Βόλος, 4-5 Ιουνίου 2005, Βόλος 2010. S.Th. Schipporeit, Kulte und Heiligtümer der Demeter und Kore in Ionien, Istanbul 2013. Σ. Πινγιάτογλου, Δίον: το ιερό της Δήμητρος, Θεσσαλονίκη 2015.

268 Δημοσιεύσεις ανεσκαμένων Θεσμοφορίων: I.R. Metzger, Das Thesmophorion von Eretria: Funde und
Befunde eines Heiligtums, Βέρνη 1985.Μ.Λιλιμπάκη-Ακαμάτη, Το Θεσμοφόριο της Πέλλας,Αθήνα
1996. R. Agostino – M. Milanesio Macrì (επιμ.), Il Thesmophorion di Locri Epizefiri, Reggio 2014. R.
Nawracala, Das Thesmophorion von Rhamnous,Αμβούργο 2014.

269 U. Kron, Frauenfeste in Demeterheiligtümern: das Thesmophorion von Bitalemi; eine archäologische Fallstudie, Archäologischer Anzeiger 1992, 611-650. N. Bookidis, Ritual Dining at Corinth, στο: Marinatos –Hägg 1993, 45-61.

270 Kaltsas – Shapiro 2008, 128 (M. Tiverios), 259 (C. Avronidaki).
271 Simon 1983, 35-37. Dillon 2002, 120-124.
272 Α.Ν. Οικονομίδης, Kόλλιξ, όλισβoς, oλισβoκόλλιξ, Ηόρος 4, 1986, 168-178. Dillon 2002, 122-124,
199. Kreilinger 2007, 163-169.
273 A.C. Brumfield, Aporreta: Verbal and Ritual Obscenity in the Cults of Ancient Women, στο: R. Hägg
(επιμ.), The Role of Religion in the Early Greek Polis, Στοκχόλμη 1996, 67-74.
274 R. Atallah, Adonis dans la littérature et l’art grecs, Παρίσι 1966. N. Weil, Adôniazousai ou les femmes sur le toit, Bulletin de Correspondance Hellénique 90, 1966, 664-698. M. Detienne Les jardins
d’Adonis, Παρίσι 1972. V. Pirenne-Delforge, L’Aphrodite grecque: contribution à l’étude de ses cultes et de sa personnalité dans le panthéon archaïque et classique,Αθήνα –Λιέγη 1994. R.R. Simms,

339

Mourning and Community in the Athenian Adonia, The Classical Journal 93, 1997-1998, 121-141. Dillon 2002, 162-169. J.H. Oakley, AΗellenistic Terracotta and the Gardens of Adonis, The Journal of Hellenic Studies 125, 2005, 142-144.

275 G. Fahlbusch, Die Frauen im Gefolge des Dionysos auf den attischen Vasenbildern des 6. und 5. Jhs. v.Chr. als Spiegel des weiblichen Idealbildes, BAR International Series 1322, Οξφόρδη 2004.
Dillon 2002, 140-152. Goff 2004. Sourvinou-Inwood 2005. Για μυθολογικές, κυρίως, παραστάσεις ενδεικτικά, βλ. S. Moraw, Die Mänade in der attischen Vasenmalerei des 6. und 5. Jahrhunderts
v. Chr.: rezeptionsästhetische Analyse eines antiken Weiblichkeitsentwurfs, Mainz 1998. C. Isler- Kerényi, Frauen um Dionysos vom 7. Jahrhundert bis um 540 v. Chr, Archäologischer Anzeiger 1999,
551-566. M.-C. Villanueva Puig, Ménades: recherches sur la genèse iconographique du thiase féminin de Dionysos des origines à la fin de la période archaïque, Παρίσι 2009.

276 Deubner 1932, 123-134. Simon 1983, 100-101. D. Noël, Du Vin et des Femmes aux Lénéennes,
Hephaistos 18, 2000, 93-99.

277 Deubner 1932, 93-123. Simon 1983, 92-99. D. Noël, Les Anthestéries et le vin, Kernos 12, 1999, 125- 152. Dillon 2002, 101-103, 149-152.

278 Για γεωμετρικές και πρωτοαττικές παραστάσεις γυναικείων κυκλικών χορών βλ. R. Tölle, Frühgriechische Reigentänze, Waldsassen 1964. M. Wegner, Musik und Tanz, ArchHom III, Kap. U, Göttingen 1968, 49-65. Wickert-Micknat 1982, 22-35. T. Rombos, The Iconography of Attic Late Geometric II Pottery, Jonsered 1988, 345-351.

279 Calame 1997, 90-141. Killet 1996, 47-54. Lonsdale 1993, 212-218.
280 Ο. Borgers, The Theseus Painter: Style, Shapes and Iconography,Άμστερνταμ 2004 / 2007. Σ. Φριτζίλας, Ο Ζωγράφος του Θησέα: η αττική αγγειογραφία στην εποχή της νεοσύστατης αθηναϊκής δημοκρατίας,Αθήνα 2006.

281 Ε.Μανακίδου, Ίδιον δ’ είναι Διονύσου: χορός και μουσική σ’ έναν αττικό μελανόμορφο σκύφο στο Μουσείο Εκμαγείων του Α.Π.Θ., Εγνατία 9, 2005, 11-33. Της ίδιας, Frauentänze für Dionysos in der attischen spätarchaischen Vasenmalerei, Kilchberg (υπό έκδοση).

282 Frontisi-Ducroux 1991. R. Hamilton, Lenaia Vases in Context, στο: E. Csapo – M.C. Miller (επιμ.),
Poetry, Theory, Praxis. The Social Life of Myth, Word and Image in Ancient Greece, Essays in Honour
of W.J. Slater, Οξφόρδη 2003, 48-68. S. Chryssoulaki, The Participation of Women in the Worship and
Festivals of Dionysos, στο: Kaltsas – Shapiro 2008, 267-275.

283 Vazaki 2003.
284 I. Scheibler, Attische Skyphoi für attische Feste, Antike Kunst 43, 2000, 17-43.
285 Οι περισσότεροι μελετητές τις θεωρούν Μαινάδες, αλλά ίσως πρόκειται για Αθηναίες βάκχες και όχιγια τις μυθικές ομολόγους τους.
286 Burkert 1977, 362. Simon 1983, 100-101. Killet 1996, 143-144. Dillon 2002, 149-152. Lewis 2002,
51-52. Goff 2004, 264-265. Sourvinou-Inwood 2005. Kaltsas – Shapiro 2008, 247-248, 272-282.
287 Τα Αγριόνια, τα Θεοίνια και τα Ιοβάκχεια, για τα οποία ξέρουμε ελάχιστα πράγματα, ήταν επίσης διονυσιακές εορτές, στα οποία περιλαμβάνονταν οινοποσίες και συμμετείχαν οι Γεραρές.
288 Laxander 2000, 7-55. Gebauer 2002, 17-212. Tsochos 2002, 200-19, 247-251. Kaltsas – Shapiro 2008.
289 Γενικές πληροφορίες για τους ρόλους αυτούς είναι συγκεντρωμένες στα εξής: ThesCRA 2004, λ. Processions. ThesCRA 2005, λ. Kultpersonal και λ. Kultinstrumente. Ο. Borgers, Religious Citizenship in Classical Athens. Men and Women in Religious Representations on Athenian Vase- Painting, Bulletin Antieke Beschaving 83, 2008, 73-97. Τη σημασία της γυναικείας συμμετοχής στα θρησκευτικά δρώμενα της Αθήνας τονίζει ηM.R. Lefkowitz, Women in the Panathenaic and Other Festivals, στο: Neils 1996, 78-91. Βλ. επίσης, Kaltsas – Shapiro 2008, 31-37 (Ο. Palagia) και γενικά Dillon 2002.

290 Deubner 1932, 91. J.J. Pollitt, Kernoi from the Athenian Agora, Hesperia 48, 1979, 205-233.
F. Brommer, Plemochoe, Archäologischer Anzeiger 1980, 544-549. G. Bakalakis, Les Kernoi éleusiniens, Kernos 4, 1991, 105-113. A.M. Bignasca, I Kernoi circolari in Oriente e in Occidente.
Strumenti di culto e immagini cosmiche, Fribourg 2000. Χρ.Μητσοπούλου, Το αττικό ελευσινιακό σκεύος και το Ιερό της Δήμητρας στην Κύθνο (αδημ. διδ. διατριβή),Αθήνα 2007 και κυρίως πρόσφατα της ίδιας, ό.π. σημ. 256.

291 E. Pirovano, Kalathos e Kiste nel culto urbano, Atti Centro ricerche e documentazione sull’antichità classica 11, 1980-1981, 171-174. G.J. Baudy, Der Heros in der Kiste. Der Erichthoniosmythos als

Aition athenischer Erntefeste, Antike und Aberland 38, 1992, 1-47.
292 Βλ. σχετικά στο 1.3.
293 Είναι γνωστό ότι μόνον «αἱ εὐγενεῖς καὶ αἱ ἀσταί παρθένοι ἐκανηφόρουν»: Schelp 1975, 18 σημ. 87.
294 Brulé 1987, 301-302, 316. Reeder 1995, 235.
295 J. Bažant, The Sacrificial Basket in Vase Painting and Possible Persistence of Several Elements of Minoan-Mycenean Religion in Classical Greece, Graecolatina Pragensia 6, 1974, 61-86. Schelp 1975.
van Straten 1995, 10-11. Gebauer 2002, 500-509. ThesCRA 2005, 269-270. Kaltsas – Shapiro 2008, 32 (Ο. Palagia).

296 Deubner 1932, 25, 135, 142 σημ. 1, 202 σημ. 8. Schelp 1975, 20-21. Brulé 1987, 329 σημ. 149. van Straten 1995, 14-21. Connelly 2007, 34.

297 Πρόκειται κυρίως για φιαλίδια, οινοχόες και πυξίδες με παρόμοια εικονογραφία, η οποία έχει δεχθεί
διάφορες ερμηνείες κυρίως ως προς το είδος των λατρευτικών εκδηλώσεων εκ μέρους των γυναικών-πρωταγωνιστριών και ως προς την ταυτότητα της θεάς ή των θεαινών: van Straten 1995, 22-3,
214, 253-254 εικ. 15-6. Dillon 2002, 128-130. Gebauer 2002, 164. Lewis 2002, 49 εικ. 1.30. Tsochos 2002, 112-115 πίν. XV-XVIa-b.
298 van Straten 1995, 57-58 εικ. 56. Gebauer 2002, 163 αρ. Pv 142. Tsochos 2002, 195-196 πίν. XVII.
ThesCRA 2004, 15-16 αρ. 97. Connelly 2007, 170-1 εικ. 6.3. Kaltsas – Shapiro 2008, 225 αρ. 101 (Ε.Stasinopoulou-Kakarouga).

299 Schelp 1975, 34-37. van Straten 1995, 22-24. Tsochos 2002, 205.
300 Schelp 1975, 37-38. van Straten 1995, 21-22, 212 αρ. V 107 εικ. 14. Gebauer 2002, 162-163 αρ. Pv 140. ThesCRA 2004, 12 αρ. 69. Connelly 2007, 168 εικ. 6.1. Kaltsas – Shapiro 2008, 232-233 αρ. 106.
301 van Straten 1995, 253 αρ. V 321-2. Στους καβειρικούς σκύφους το κανοῦν εμφανίζεται με τη μορφή

επίπεδου δίσκου στα χέρια ανδρικών μορφών που συμμετέχουν στην πομπή.
302 Σχετικά παραδείγματα συγκεντρωμένα σε: Schelp 1975, 38-43. L.J. Roccos, The Kanephoros and Her Festival Mantle in Greek Art, American Journal of Archaeology 99, 1995, 652-659. van Straten 1995, 14 κ.ε. Gebauer 2002, 170-71. Tsochos 2002, 206. Connelly 2007, 34-39, 168-171.

303 van Straten 1995, 197 αρ. V 22 εικ. 11. Laxander 2000, 160 αρ. ΟΖ 10 πίν. 4, 1. Gebauer 2002, 37 αρ. Ρ 6 εικ. 6.

304 van Straten 1995, 198 αρ. V 24 εικ. 9. Laxander 2000, 166 αρ. ΟΖ 68 πίν. 13, 1. Gebauer 2002, 90-91
αρ. Ρ 44 εικ. 43. ThesCRA 2004, 14 αρ. 81. πίν. 12.

305 Gebauer 2002, 561 αρ. Kv 9. ThesCRA 2005, αρ. 237α.
306 Τις πιο χαρακτηριστικές και πλήρεις σκηνές προσφέρουν μία λήκυθος του Ζ. του Γάλη στη Βοστόνη

MFA 13.195 και ένας ελικωτός κρατήρας του Ζ. του Κλεοφώντος στη Φερράρα Museo Nazionale
44894 (Τ 416): Bérard 1984, 48 εικ. 73. Roccos 1995, 642 εικ. 1, 649 εικ. 3, 658. van Straten 1995, 206 αρ. V 74 εικ. 17, 207 αρ. V 78 εικ. 13. Laxander 2000, 163 αρ. ΟΖ 35 πίν. 14, 1. Gebauer 2002,
69-71 αρ. Ρ 28 εικ. 27, 106- 9 αρ. Ρ 58 πίν. 57-8. ThesCRA 2004, 10 αρ. 52, 19 αρ. 126. Connelly
2007, 34 εικ. 2.2, 37-8 εικ. 2.5. Kaltsas – Shapiro 2008, 220-221 αρ. 96 (A. Shapiro).

307 van Straten 1995, 246 αρ. V 285. Gebauer 2002, 561 αρ. Kv 8 εικ. 342. Connelly 2007, 35 εικ. 2.4.
Kaltsas – Shapiro 2008, 216-217 αρ. 94 (A. Shapiro).

308 van Straten 1995, 250 αρ. V 304. Gebauer 2002, αρ. 562 Kv 16. Lewis 2002, 48 εικ. 1.29. Connelly
2007, 38-39 εικ. 2.6. Kaltsas – Shapiro 2008, 218-219 αρ. 95 (S.A. Waite).

309 Για τον όρκο των Γεραρών, βλ. Deubner 1932, 100. Parke 2000, 179-180. Dillon 2002, 103, 255.
310 Gebauer 2002, 565-566 αρ. Kv 34a και 34b. ThesCRA 2005, 788 αρ. 784. Kaltsas – Shapiro 2008,

248 εικ. 5α (J. Neils), 273 εικ. 4 (S. Chryssoulaki). H τελετουργική χρήση του κανοῦν από γυναίκες σε
διονυσιακές εορτές επιβεβαιώνεται και από την παρουσία του σκεύους σε δρώμενα του ίδιου του θεού
και του θιάσου του, όπως σε σκηνές πομπής και θυσίας του Διονύσου μαζί με Μαινάδες.

311 van Straten 1995, 248 αρ. V 292. A.M. Esposito – G. De Tommaso, Vasi attici, Φλωρεντία 1993, 71-
72 εικ. 116. Gebauer 2002, 566 αρ. Kv 37 εικ. 350.

312 Αναλυτική παρουσίαση των σκηνών θυσίας, όπου το κανοῦν βρίσκεται στα χέρια νεαρών ακολούθων
ή δούλων, βλ. σε: van Straten 1995, 31-38. Gebauer 2002, 479-81, 504-506.

313 Reeder 1995, 236. L.J. Roccos, The Kanephoros and Her Festival Mantle in Greek Art, American Journal of Archaeology 99, 1995, 641-666. Gebauer 2002, 171.

314 Ο αττικός μύθος για την απαγωγή της Ωρείθυιας, κόρης του Ερεχθέα, από τον Βορέα, όταν αυτή ήταν
κανηφόρος σε ηλικία γάμου και συμμετείχε στην πομπή της θυσίας για την Αθηνά Πολιάδα, εκφράζει
πλήρως τις πεποιθήσεις της αθηναϊκής κοινωνίας. Ανάλογη σημασία έχει και η ιστορία με την αδερφή

του τυραννοκτόνου Αρμόδιου, στην οποία δεν επέτρεψε ο Ίππαρχος να κανηφορήσει κατά την πομπή
των Παναθηναίων του 514 π.Χ.: Brulé 1987, 303-304, 308-309. Dillon 2002, 38. Gebauer 2002, 170
σημ. 653, 171 σημ. 661. Connelly 2007, 34.

315 Schelp 1975, 26. Reeder 1995, 235-236 αρ. 60. Dillon 2002, 41-42 εικ. 2.2. Gebauer 2002, 509, 571-
573 εικ. 357-366. Neils – Oakley 2003, 294-295. Schmidt 2005, 54 εικ. 19. ThesCRA 2005, 272 αρ.
774-775. Rotroff – Lamberton 2006, 20 εικ. 17.

316 ThesCRA 2005, 281 αρ. 839-840.
317 Bérard 1984, 24 εικ. 26, 25, 95 εικ 135. Oakley – Sinos 1993, 29, 86 εικ. 65. Verilhac – Vial 1998,

318 Deubner 1932, 78. Oakley – Sinos 1993, 38. Verilhac – Vial 1998, 335-336, 352-353. Βλ. και 1.3.
319 Χ. Παπαδοπούλου-Κανελλοπούλου, Ιερό της Νύμφης.Μελανόμορφες λουτροφόροι,Αθήνα 1997,175-176 αρ. 419 πίν. 82.
320 Α. Brumfield, Cakes in the Liknon. Votives from the Sanctuary of Demeter and Kore on Acrocorinth,
Hesperia 66, 1997, 147-172. U. Kurz, Früchte und Opferkuchen in der Koroplastik des Demeter- und Kore/Persephonekultes von Herakleia/Policoro, στο: Chr. Fanek κ.ά. (επιμ.), Thiasos. Festschrift für Erwin Pochmarski zum 65. Geburtstag, Βιέννη 2008, 513-536. Παρόμοιο περιεχόμενο έχει και το
λίκνο που μεταφέρει στο κεφάλι της μία λικνοφόρος σε αποσπ. ειδώλιο από την αθηναϊκή Αγορά: Rotroff – Lamberton 2006, 55 εικ. 71.

321 Oakley – Sinos 1993, 26, 83 εικ. 60. Reeder 1995, 169-171 αρ. 26. Kaltsas – Shapiro 2008, 296 εικ. 7 (V. Sabetai).

322 B. Ashmole, Kalligeneia and Ieros Arotos, Journal of Hellenic Studies 66, 1946, 8-10. Connelly 2007,
66 εικ. 3.2, 81-82. Kaltsas – Shapiro 2008, 128-129 εικ. 4α (Μ. Tiverios).

323 Οι μορφές έχουν ερμηνευθεί ως «αντλήτριες» στην εορτή των Θεσμοφορίων από τον L. Deubner, Zu
den Thesmophoria und anderen attischen Festen, Archäologischer Anzeiger 1936, 335-339.

324 Bérard 1984, 18 εικ. 21β. ThesCRA 2004, 15 αρ. 88. Connelly 2007, 171-172 εικ. 6.4. Ο θεός ταυτίζεται συνήθως με το Διόνυσο-Σαβάζιο και η θεά με τη Μεγάλη Μητέρα-Ρέα-Κυβέλη.

325 Ουψάλα, ΠανεπιστήμιοMuseum Gustavianum UAS 1628, San Antonio Art Museum 86.134.64(Zωγράφος του Σικάγο) και Γενεύη ΗR 59: C. Bérard – Chr. Bron, Le Liknon, la Masque et le Poteau. Images du rituel dionysiaque, στο: Mélanges P. Lévêque 4. Religion, Besançon 1990, 29-44. Frontisi-Ducroux 1991, 80 εικ. 17, 159-160 εικ. 98, 237 αρ. L13 και L14. Sourvinou-Inwood 2005, 222-223 εικ. 4.

326 Bérard 1984, 148 εικ. 209. Frontisi-Ducroux 1991, 80 εικ. 17. Schmidt 2005, 182-183 εικ. 93.
Sourvinou-Inwood 2005, 214-215, 224. Kaltsas – Shapiro 2008, 264 αρ. 122 (Α. Gadolou). Πρβλ. και ανάλογη απεικόνιση του λίκνου, τοποθετημένου επίσης πάνω σε τράπεζα και στολισμένου με κλαδιά δάφνης, στη μυθολογική σκηνή ενός παρόμοιου χου στην Αθήνα, Γ΄ Εφορεία Αρχαιοτήτων 3500:Schmidt 2005, 184-186 εικ. 94. Sourvinou-Inwood 2005, 222-224, 227.

327 Η κύλικα και οι στάμνοι άμεσα και ο χους έμμεσα εντάσσονται στην ομάδα των «αγγείων των Ληναίων». Οι ερμηνείες που έχουν προταθεί ως τώρα για τις παραστάσεις αυτές στο σύνολό τους κυμαίνονται ανάμεσα στα Λήναια, τα Ανθεστήρια, τα Θεοξένια, τη λατρεία του Διονύσου Λικνίτη, κάποια απροσδιόριστη διονυσιακή τελετή, ακόμη και στην απόρριψη οποιασδήποτε συγκεκριμένης διονυσιακής εορτής: Frontisi-Ducroux 1991, 17-52, 67-90, 167-174. Sourvinou-Inwood 2005, 215-222, 235-240.

328 Mylonas 1961, 303-304. Connelly 2007, 64.
329 Στην ελευσινιακή εικονογραφία συνυπάρχει συχνά με την πλημοχόη, το στάχυ, το μήκωνα και το βάκχο. Σε παραστάσεις του 4ου αι. π.Χ. η Δήμητρα εικονίζεται να κάθεται πάνω σε μία κίστη, ενώ υπάρχουν αρκετές σκηνές με μύστριες που κουβαλούν τις «κίστες» με τα ιερά αντικείμενα: E.
Kosmetatou, Cistophori and Cista Mystica: A New Interpretation of the Early Cistophoric Types,
Revue Belge de Numismatique 144, 1998, 11-19. Dillon 2002, 56-57. ThesCRA 2004, 12 αρ. 64.
ThesCRA 2005, 276 αρ. 813, 277 αρ. 817 και 820. Kaltsas – Shapiro 2008, 125-126 (Μ. Tiverios).

330 Λήκυθος από την Ελευσίνα, Αθήνα ΕΑΜ 493, κοντά στο Ζωγράφο των Αγκώνων: Kaltsas – Shapiro
2008, 132-133 (M. Tiverios), 239 αρ. 110 (Ε. Vivliodetis). Το σκεύος έχει σχεδιαστεί πολύ σχηματικά, καθώς είναι στρυμωγμένο κάτω από το γώνιασμα του ώμου, αλλά δεν φαίνεται να είχε λαβές, ώστε να το ερμηνεύσουμε ως κανοῦν. Η κίστη θα ταίριαζε καλύτερα στο ελευσινιακό περιβάλλον της σκηνής.

331 Αμφορέας τύπου Β του Ζωγράφου του Princeton, Νέα ΥόρκηMMA 53.11.1: A. Shapiro, σε Reeder 1995, 43 εικ. 7 (διπλωμένος πέπλος). Kaltsas – Shapiro 2008, 258-259 αρ. 117 (A. Shapiro: κιβώτιο που περιείχε ποικίλα αντικείμενα).
332 Πολλά παραδείγματα σε van Straten 1995, 59-88 εικ. 57-59, 65, 67, 69, 71-73, 75-77, 82, 86, 87, 93.

ThesCRA 2004, 11-12 αρ. 56, 57, 59, 61, 63, 65, 16 αρ. 100, 101, 104, 105, 108, 113. ThesCRA 2005,
276 αρ. 810. Kaltsas – Shapiro 2008, 226-227 αρ. 102-103 (Ν. Kaltsas).

333 Τα αντικείμενα αυτά απεικονίζονται κυρίως σε αττικά μελανόμορφα αγγεία μεγάλου μεγέθους (υδρίες, αμφορείς, κιονωτούς κρατήρες, γαμικούς λέβητες) με σκηνές γαμήλιας πομπής με άρμα και σπανιότερα σε ερυθρόμορφα. Για σχετικά παραδείγματα βλ. Oakley – Sinos 1993, 89 εικ. 71, 92 εικ. 75. Laxander 2000, 63-4 πίν. 30-31, 34-37. Rotroff – Lamberton 2006, 15-6 εικ. 12. Εκτός από κίστες και λίκνα, στις μελανόμορφες σκηνές οι γυναίκες μπορεί να μεταφέρουν επίσης λέβητες, υδρίες και γαμικούς λέβητες. Στις ερυθρόμορφες παραστάσεις η ποικιλία των αντικειμένων είναι μεγαλύτερη και στα δωριζόμενα σκεύη προστίθενται πυξίδες, λουτροφόροι, αλάβαστρα και κάλαθοι.

334 F. Lissarrague, σε Reeder 1995, 91 κ.ε. Oakley – Sinos 1993, 64 εικ. 23, 66 εικ. 29, 68 εικ. 32.34, 69
εικ. 36-37, 70 εικ. 38, 73 εικ. 41, 102 εικ. 93, 118 εικ. 117, 124 εικ. 125. Kaltsas – Shapiro 2008, 292
εικ. 2, 295 εικ. 6, 297 εικ. 8β (V. Sabetai), 318-319 αρ. 142, 320 αρ. 143, 322-323 αρ. 143.

335 Schmidt 2005, 73-78 εικ. 38, 41, 42. Kaltsas – Shapiro 2008, 338-339 εικ. 4 (J. Oakley), 348-349 αρ.
155 (G. Kavvadias).

336 To αντίστοιχο συμβαίνει με τους καλάθους, τις πυξίδες, τους γαμικούς λέβητες και τις λουτροφόρους που φέρνουν ως δώρα οι γυναίκες συγγενείς και οι φίλες της νύφης στις σχετικές παραστάσεις και που αποτελούσαν εξίσου προσφιλή αφιερώματα στα ιερά γυναικείων θεοτήτων. Η σημασία της προσφοράς των σκευών και των αγγείων αυτών έγκειται στο ότι, καθώς είχαν ένα συγκεκριμένο ρόλο σε διάφορες άλλες εορταστικές περιστάσεις, μετέφεραν κατά κάποιο τρόπο και στα γαμήλια δρώμενα τη βαρύτητα και τους συμβολισμούς εκείνων των τελετουργιών.

337 Rühfel 1984α, 77-124. J. Neils, Children and Greek Religion, στο: Neils – Oakley 2003, 139-161.
C. Lawton, Children in Classical Attic Votive Reliefs, στο: Cohen – Rutter 2007, 41-60. Seifert 2011. Beaumont 2012, 152-186. R. Garland, Children in Athenian Religion, στο: Evans Grubbs – Parkin – Bell 2013, 207-226.

338 Seifert 2011, 268-272. Beaumont 2012, 67-69.
339 Ενώ, όμως, οι σκαφηφόροι απεικονίζονται στη ζωφόρο του Παρθενώνα, οι κοπέλες-μέτοικοι απουσιάζουν. Επίσης, οι αρχαίες πηγές αναφέρουν ότι οι κόρες των μετοίκων ήταν και υδριαφόροι, αλλά στη ζωφόρο οι υδρίες μεταφέρονται από νεαρούς άνδρες: Simon 1983, 63-65. Dillon 2002, 205-206.

340 Με την προϋπόθεση να ζουν και οι δύο γονείς τους, ήταν δηλαδή παῖδες ἀμφιθαλεῖς. Βλ. ανάλογα και στο 1.3.

341 Parke 2000, 241-245. Reeder 1995, 247 κ.ε. B. Wesenberg, Panathenäische Peplosdedikation und Arrhephorie. Zur Thematik des Parthenonfrieses, Jahrbuch des Deutschen Archäologischen Instituts 110, 1995, 149-178. Lewis 2002, 26. Dillon 2002, 57-60. Kaltsas – Shapiro 2008, 34-37 (Ο. Palagia),
168-9 (A. Shapiro), 245 (J. Neils).

342 Simon 1983, 39-46. Larson 2007, 45-46.Από τους μελετητές τονίζεται σωστά η σχέση της εορτής με τη δροσιά που ευνοεί τη βλάστηση, μία έννοια που εμπεριέχεται στα ονόματα της Πανδρόσου και της Έρσης.

343 Ορισμένοι βλέπουν εδώ τις διφροφόρους, αλλά κάτι τέτοιο δεν ευσταθεί: Simon 1983, 67-68. Dillon 2002, 45-46.

344 Για τις διάφορες ερμηνείες των μορφών αυτών, βλ. Kaltsas – Shapiro 2008, 37 (Ο. Palagia), 245 (J.Neils), 250-251 (C. Vlassopoulou).

345 Dillon 2002, 43-9. Tsochos 2002, 232 σημ. 937. J. Gebauer, Die Gestaltung des Kanoun am Parthenonfries, στο: J. Gebauer κ.ά. (επιμ.), Bildergeschichte: Festschrift Klaus Stähler, Möhnesee
2004, 179-182, 185-186 εικ. 1-2. Kaltsas – Shapiro 20098 33-34 (Ο. Palagia), 248-249 (J. Neils). Βλ. και παραπάνω, Παναθηναϊκή πομπή.

346 Στην ξενόγλωσση βιβλιογραφία συναντώνται ως rites de passage (γαλλικά), rites of passage (αγγλικά), Übergangsriten (γερμανικά), riti di passaggio (ιταλικά). Βλ. γενικά,Α. van Gennep, The Rites of
Passage,Λονδίνο 1960. M.W. Padilla (επιμ.), Rites of Passage in Ancient Greece: Literature, Religion,
Society, Lewisburg PA 1999. D.B. Dodd – C.A. Faraone (επιμ.), Initiation in Ancient Greek Rituals
and Narratives: New Critical Perspectives,Λονδίνο 2003.

347 L. Ghali-Kahil, Autour de l’Artemis attique, Antike Kunst 8, 1965, 20-33. Της ίδιας, Le „cratérisque” d’Artémis et le Brauronion de l’Acropole, Hesperia 50, 1981, 253-263. C. Sourvinou-Inwood, Studies in Girls’ Transitions,Αθήνα 1988. R. Hamilton, Alkman and the Athenian Arkeia, Hesperia 58, 1989,

449-472.Λ. Παλαιοκρασσά, Το ιερό της Αρτέμιδος Μουνιχίας,Αθήνα 1991. Lonsdale 1993, 171-193. Seifert 2011, 145-154. Beaumont 2012, 174-186. Για το ιερό και τις ανασκαφές στη Βραυρώνα, βλ. www.archetai.gr/site/content.php?artid=123. Για άλλες κατηγορίες αναθημάτων και τελετουργίες, βλ.
V. Mitsopoulou-Leon, Zu Knaben und Mädchen in Artemisheiligtümern. Die Aussage der Quellen und Votive, στο: Ε. Σημαντώνη-Μπουρνιά –Α.Α.Λαιμού –Λ.Γ.Μενδώνη – Ν. Κούρου (επιμ.),Αμύμονα
έργα: Τιμητικός Τόμος για τον καθηγητή Βασίλη Κ.Λαμπρινουδάκη,Αθήνα 2007, 189-200. B. Gentili
– F. Perusino (επιμ.), Le orse di Brauron: un rituale di iniziazione femminile nel santuario di Artemide, Πίζα 2002. Γ. Δεσπίνης,Άρτεμις Βραυρωνία: λατρευτικά αγάλματα και αναθήματα από τα ιερά της θεάς στη Βραυρώνα και την Ακρόπολη της Αθήνας,Αθήνα 2010.

348 K. Wigand, Thymiateria, Βόννη 1912. C. Zaccagnino, Il Thymiaterion nel mondo greco: analisi delle fonti, tipologia, impieghi, Ρώμη 1998. L. Ambrosini, Thymiateria etruschi in bronzo: di età tardo classica, alto e medio ellenistica, Ρώμη 2002.

349 Schelp 1975 και νεότερη βιβλιογραφία στην ΙΙ. Εξεταζόμενη περίπτωση.
350 A. Clark, Some Practical Aspects of Attic Black-Figured Olpai and Oinochoai, στο:Α. Tsingarida (επιμ.), Shapes and Uses of Greek Vases (7th - 4th Centuries B.C.), Proceedings of the Symposium held at the Université libre de Bruxelles 27-29 April 2006, Βρυξέλλες 2009, 89-109. L. Puritani, Die Oinochoe des Typus VII: Produktion und Rezeption im Spannungsfeld zwischen Attika und Etrurien, Φραγκφούρτη – Βερολίνο 2009.

351 H. Luschey, Die Phiale, Bleicherode am Harz 1939.Μ. Hasserodt, Griechische und orientalische Metallphialen des frühen ersten Jahrtausends v. Chr. in Griechenland, Βόννη 2009. A. Tsingarida, À la santé des dieux et des hommes la phiale: un vase à boire au banquet athénien?, στο: Villanueva-Puig
2009, 910-109.

352 J.D. Mikalson, The Sacred and Civil Calendar of the Athenian Year, Πρίνσετον N.J. 1975. C. Trümpy,
Untersuchungen zu den altgriechischen Monatsnamen und Monatsfolgen, Χαϊδελβέργη 1997.

353 Εξαίρεση αποτελούσαν ορισμένες πόλεις στην Κρήτη, όπου η εκπαίδευση ήταν κατά βάση δημόσια, καθώς προσφερόταν σε όλους τους πολίτες με δημόσια έξοδα και ενίσχυε την κοινωνική και πολιτισμική τους αλληλεγγύη.

354 Μ. Griffin, Public and Private in Early Greek Institutions of Education, στο: Too 2001, 23-73.
355 Για τη διάκριση μεταξύ αρχαίας και νέας παιδείας βλ. Smith 1995, 138-140. Marrou 2009, 99-210.
356 Σχετική ιστορία με τον Αλκιβιάδη που όντας «παῖς» πιάστηκε στα χέρια με κάποιον στην παλαίστρα και τον δάγκωσε (Πλούταρχος Ἠθικά 186d2, πρβλ. Ἠθικά 475e10).357 Έτσι, ο Αλκιβιάδης μαλώνει και χειροδικεί με τους δασκάλους του για διάφορους λόγους (Πλούταρχος Ἀλκιβιάδης 7). Για την οργάνωση των διδασκαλείων, το ρόλο και τη θέση των δασκάλων, βλ.Marrou 2009, 312-322.

358 M. Tiverios, An Archaic Alphabet on a Thasian Kylix, στο: G.R. Tsetskhladze (επιμ.), The Black Sea, Greece, Anatolia and Europe in the First Millennium BC, Leuven – Παρίσι 2011, 317-329. R. Woodart, The Textualization of the Greek Alphabet, Καίμπριτζ – Νέα Υόρκη 2014.

359 Βλ. Neils-Oakley 2003, 250-252. G. Papasavvas, AWriting Tablet from Crete, Athenische
Mitteilungen 118, 2003, 67-89.

360 Ο όρος στῦλος δεν μαρτυρείται στα αρχαία κείμενα.
361 Μπορούσαν να έχουν σφαιρικό (σαν σύγχρονη μπάλα ποδοσφαίρου) ή ορθογώνιο σχήμα. Είναι αξιοσημείωτο ότι τα μελανοδοχεία συγκαταλέγονται ανάμεσα στα οικιστικά και ταφικά ευρήματα, κυρίως σε πόλεις της ελληνιστικής εποχής, όπως στην Πέλλα, την Πριήνη και αλλού.

362 Διάφορα έγχορδα όργανα αναφέρονται συχνά στις πηγές, π.χ. «ἐγὼ δὲ βαρβίτους τριχόρδους, πηκτίδας, / κιθάρας, λύρας, σκινδαψοὺς ἐξηρτυόμαν» (Ἀναξίλας Λυροποιός απ. 15 K.-A =Αθήναιος Δειπνοσοφισταί 4.81.11).

363 D. Paquette, L’instrument de musique dans la céramique de la Grèce antique: études d’organologie,
Παρίσι 1984. M. Maas – J. McIntosh Snyder, Stringed Instruments of Ancient Greece, New Haven Conn. 1989. A. Bélis, H καθημερινή ζωή των μουσικών στην αρχαιότητα,Αθήνα 2004 (ελλην. μτφρ.του Les musiciens dans l’Antiquité, Παρίσι 1999).

364 Βλ.Α. Χατζηδημητρίου, Σκηνή διδασκαλίας σε αττικό ερυθρόμορφο αρύβαλλο, στο: Π.Αδάμ-Βελένη – Κ. Τζαναβάρη (επιμ.), Δινήεσσα. Τιμητικός τόμος για την Κατερίνα Ρωμιοπούλου, Θεσσαλονίκη
2012, 277-288.

365 Για πρόσφατες ερμηνείες, βλ. Neer 2002, 102-107. S. Bundrick, Music and Image in Classical Athens, Καίμπριτζ 2005, 60-61.

344

366 Βλ. ενδεικτικά: J. Beazley, Hymn to Hermes, American Journal of Archaeology 52, 1948, 337-338 αρ. 2. Κ. Ρωμαίος, Εικών αρχαίου σχολείου,Μικρά Μελετήματα, Θεσσαλονίκη 1955, 8-13. D. Sider, Greek Verse on a Vase by Douris, Hesperia 79, 2010, 541-544.

367 Για το θεσμό και τις εγκαταστάσεις του Γυμνασίου σε διάφορες περιοχές του ελληνικού κόσμου κα-
θώς και τα διεξαγόμενα αγωνίσματα, βλ. J. Delorme, Gymnasion: étude sur les monuments consacrés
à l’éducation en Grèce (des origines à l’Empire Romain), Παρίσι 1960. W. Zschietzschmann, Palaistra
– Gymnasion, Στουττγάρδη 1961. S.L. Glass, Palaistra and Gymnasium in Greek Architecture, Ann Arbor MI 1981. W. Martini, Samos XVI: Das Gymnasium von Samos, Βόννη 1984. C. Wacker, Das Gymnasion in Olympia: Geschichte und Funktion, Würzburg 1996. E. Mango, Eretria ΧΙΙΙ: Das Gymnasion, Gollion 2003. D. Kah – P. Scholz (επιμ.), Das hellenistische Gymnasion, Βερολίνο 2004.
S. Miller, Ancient Greek Athletics, New Haven Conn. –Λονδίνο 2004, 31-86, 166-195. Marrou 2009, 255-287. N. Fisher: Gymnasia and the Democratic Values of Leisure, σε: J. König (επιμ.), Greek Athletics, Εδιμβούργο 2010, 66-86. C. Trombetti, Il ginnasio greco: genesi, topografia e culti dei luoghi della paideia, Οξφόρδη 2013.

368 Ε. Κεφαλίδου, Νικητής. Εικονογραφική μελέτη του αρχαίου ελληνικού αθλητισμού, Θεσσαλονίκη 1996.

369 F. Buffière, Eros adolescent. La pédérastie dans la Grèce antique, Παρίσι 1980. H. Patzer, Die griechische Knabenliebe, Wiesbaden 1982. K.J. Dover, Η ομοφυλοφιλία στην αρχαία Ελλάδα, Αθήνα 1990 (ελλην. μτφρ. του Greek Homosexuality,Λονδίνο 1978). V.J. Hunter, Polishing Athens, Πρίνσετον N.J. 1994. T. Hubbard, Homosexuality in Greece and Rome: A Textbook of Documents,Μπέρκλεϊ–Λος Άντζελες 2003. Marrou 2009, 77-97.

370 H.A. Shapiro, Courtship Scenes in Attic Vase-Painting, American Journal of Archaeology 85, 1981, 133-143. G. Koch-Harnack, Knabenliebe und Tiergeschenke: ihre Bedeutung im päderastischen Erziehungssystem Athens, Βερολίνο 1983. H.A. Shapiro, Eros in Love: Pederasty and Pornography in Greece, στο: A. Richlin (επιμ.), Pornography and Representation in Greece and Rome, Νέα Υόρκη 1991, 53-72. A. Stähli, Der Körper, das Begehren, die Bilder: visuelle Strategien der Konstruktion einer homosexuellen Männlichkeit, στο: von den Hoff – Schmidt 2001, 197-209. A. Lee – E. Candarella, Images of Ancient Greek Pederasty: Boys Were their Gods,Λονδίνο – Νέα Υόρκη 2008.

371 A. Bruckner, Palästradarstellungen auf frührotfigurigen attischen Vasen,Αμβούργο 1954.
372 Αναλυτικά βλ. Marrou 2009, 233-246.
373 Οι περισσότερες μαρτυρίες για το θεσμό της εφηβείας ανάγονται στην ύστερη κλασική και την

ελληνιστική εποχή, βλ. συγκεντρωμένες σε P. Vidal-Naquet, Le chasseur noir et l’origine de l’éphébie
athénienne, Annales 23, 1968, 947-964. N.M. Kennell, Ephebeia: a Register of Greek Cities with
Citizen Training Systems in the Hellenistic and Roman Periods, Nikephoros Beiheft 12, Hildesheim
2006. H. Beck, Ephebie – Ritual – Geschichte. Polisfest und historische Erinnerung im klassischen
Griechenland, στο: H. Beck – Η.-U. Wiemer (επιμ.), Feiern und Erinnern: Geschichtsbilder im
Spiegel antiker Feste, Βερολίνο 2009, 55-82. A.S. Chankowski, L’éphébie hellénistique: étude d’une
institution civique dans les cités grecques des îles de la Mer Égée et de l’Asie Mineure, Παρίσι 2010.

374 Για την ανάγνωση της εφηβείας από τη μεριά του κοινωνικού φύλου και ως «διαβατήρια» διαδικασία,
βλ. P. Vidal-Naquet, Ο μαύρος κυνηγός,Αθήνα 1983 (ελλην. μτφρ. του Le chasseur noir: formes de
pensées et formes de société dans le monde grec, Παρίσι 1981).

375 Βλ. σχετικά Ε.Μανακίδου, Συνέφηβοι και παῖδες ἡλικιῶται σε ομαδικές δραστηριότητες στις κύλικες
του Ζωγράφου της Βρισιήδος, του Ζωγράφου της Δοκιμασίας και του Ζωγράφου του Τριπτόλεμου,
στο:Μ. Γιαννοπούλου – Χ. Καλλίνη – Ε. Κώτσου (επιμ.), Τιμητικός τόμος για την καθηγήτρια Στέλλα
Δρούγου,Αθήνα 2015 (υπό έκδοση).

376 Beaumont στο: Sofaer Derevenski 2000, 43 και για ανάγλυφα C. Lawton, Children in Classical
Attic Votive Reliefs, στο: Cohen – Rutter 2007, 57-60. Σε αναθηματικά ανάγλυφα παριστάνονται
έφηβοι και νέοι, άλλοτε γυμνοί και άλλοτε με ντυμένοι με ιμάτιο, μαζί με τον Ηρακλή –ο οποίος
ήταν προστάτης του Γυμνασίου και στον οποίον οι έφηβοι έκαναν χοές κατά τα Οἰνιστήρια- ή με τον
Ασκληπιό. Στα ανάγλυφα αυτά, οι νέοι δεν φέρουν πέτασο, άρα ίσως δεν σχετίζονται με το θεσμό της
εφηβείας.

377 H. Jeanmaire, Couroi et Courètes. Essai sur l’éducation spartiate et sur les rites d’adolescence dans
l’antiquité hellénique, Lille 1939. Brelich 1969, 113-207. Τ.Α. Boring, Literacy in Ancient Sparta,
Leiden 1979. N.M. Kennell, The Gymnasium of Virtue: Education and Culture in Ancient Sparta,
New Chapell –Λονδίνο 1995. F. Bourriot, Kaloi Kagatoi, Kalogathia à Sparte aux époques archaïque

345

et classique, Historia 46, 1996, 119-140. Ν. Birgalias, L’odyssée de l’éducation spartiate,Αθήνα 1999. S. Hodkinson, An Agonistic Culture? Athletic Competition in Archaic and Classical Spartan
Society, στο: S. Hodkinson – A. Powell (επιμ.) Sparta. New Perspectives,Λονδίνο 1999, 147-187.
S. Link, Der geliebte Bürger. Paideia und Paidika in Sparta und auf Kreta, Philologus 143, 1999,
3-25. Του ίδιου, Education and Pederasty in Spartan and Cretan Society, στο: S. Hodkinson (επιμ.),
Sparta: Comparative Approaches, Swansea – Οξφόρδη 2009, 89-111. Marrou 2009, 51-75. N.M.
Kennell, Boys, Girls, Family, and the State at Sparta, στο: Evans Grubbs – Parkin – Bell 2013, 381-395.

378 Μία νέα ερμηνεία του πρώτου Παρθενείου έδωσε πρόσφατα ο K. Tsantsanoglou, Of Golden Manes and Silvery Faces: The Partheneion 1 of Alcman, Βερολίνο 2012, όπου υποστηρίζει ότι εκεί παρουσιάζεται με ζωντάνια ο ανταγωνισμός μεταξύ των παρθένων και ότι ο «ομιλητής» είναι μία κοπέλα του χορού που σχολιάζει αυτές τις σχέσεις. Βλ. επίσης, Lonsdale 1993, 193-205. Hodkinson, ό.π. 170-173.

379 Μ. Lipka, Xenophon’s Spartan Constitution. Text, Commentary, Βερολίνο – Νέα Υόρκη 2002.
380 Hodkinson, ό.π. 152-156. Για αθλητικούς και μουσικούς αγώνες στο πλαίσιο θρησκευτικών εορτασμών, βλ. Parker 1989, 146-147. S. Miller, Ancient Greek Athletics, New Haven –Λονδίνο 2004. Π. Βαλαβάνης, Ιερά και Αγώνες στην αρχαία Ελλάδα,Αθήνα 2004.

381 Ιδιαίτερη μνεία αξίζει να γίνει στην παλαιότερη παρουσίαση του συμποσίου από τον Ι. Συκουτρή στη σχολιασμένη έκδοση του πλατωνικού Συμποσίου (Πλάτωνος Συμπόσιον, Κείμενον, μετάφρασις και ερμηνεία, Αθήνα 1934) κυρίως 29-39 και στο σύνολο της εισαγωγής του για τα θέματα του παιδικού έρωτα. Επίσης, R. Hunter, Το Συμπόσιον του Πλάτωνα, Θεσσαλονίκη 2007. Γενικά βλ.Μurray 1990. P. Schmitt-Pantel, Banquet et cité grecque: Quelques questions suscitées par les recherches récentes, Mélanges de l’École française de Rome 97, 1985, 135-158 και τη Βασική Βιβλιογραφία.

382 A. Dalby, Σειρήνια δείπνα,Αθήνα 2001 (ελλην. μτφρ. του Siren Feasts: A History of Food and Gastronomy in Greece,Λονδίνο 1996). J. Wilkins – D. Harvey – M. Dobson (επιμ.). Food in Antiquity: Studies in Ancient Greek Society and Culture, Έξετερ 1995. J. Wilkins – S. Hill, Food in the Ancient World, Οξφόρδη 2006.

383 Αλλιώς ἐπιδορπίσματα ή ἐπιφορήματα του φαγητού, όπως ἴτριον δηλαδή γλύκισμα από μέλι και σουσάμι, ἄρτος ο οποίος, σε αντίθεση προς τη μᾶζα, ίσως ήταν είδος ντελικατέσεν, γοῦρος είδος γλυκίσματος σαν τον πλακοῦντα, πρβλ. και για πέμματα,Μ. Noussia, Solon’s Symposium (frs. 32-4 and 36
Gentili-Prato 2 = 38-40 and 41 West), The Classical Quarterly 51, 2001, 353-9.

384 S. Douglas Olson – A. Sens, Matro of Pitane and the Tradition of Epic Parody in the Fourth Century B.C.E., Translation and Commentary, Atlanta 1999, 138.

385 Ενδεικτικά βλ. B. Gentili, Poesia e pubblico nella Grecia antica, Ρώμη,Μπάρι 1969 / 21984. W. Rösler, Dichter und Gruppe: Eine Untersuchung zu den Bedingungen und zur historischen Funktion früher griechischer Lyrik am Beispiel Alkaios,Μόναχο 1980. M. Vetta, Poesia e simposio nella Grecia antica: Guida storica e critica, Ρώμη –Μπάρι 1983. Του ίδιου, Symposion: Antologia dai lirici greci, Νάπολη 1999.

386 Για την πολυπλοκότητα του νοήματος στις παραστάσεις, βλ. P. Schmitt-Pantel, Sacrificial Meal and Symposion. Two Models of Civic Institutions in the Archaic City?, στο:Μurray 1990, 14-33. P. Schmitt-Pantel – A. Schnapp, Image et société en Grèce ancienne: les représentations de la chasse et du banquet, Revue Archéologique 1982, 57-74. L.E. Rossi, Il simposio greco arcaico e classico come spettacolo a se stesso, Spettacoli conviviali dall’antiquità classica alle corti italiane del’ 400: Atti de VII Convegno di Studio, Viterbo 1983, 41-50. M. Vetta, Il simposio: La monodia e il Giambo, στο: G. Cambiano – L. Canfora – D. Lanza κ.ά. (επιμ.), Lo spazio letterario della Grecia Antica, vol. I, Lapolis. Ρώμη 1992, κυρίως 199-205 (για τον αρχαϊκό ίαμβο), 177-180 (γενικά για το συμπόσιο).

387 Βλ. Β. Bergquist, Sympotic Space. A Functional Aspect of Greek Dining-Rooms, στο:Μurray 1990, 37-65. Για τις κλίνες βλ. J. Boardman Symposion Furniture, στο: Murray 1990, 122-131. H. Kyrieleis,
Thronen und Klinen, Βερολίνο 1969. G.M.A. Richter, The Furniture of the Greeks, Etruscans and Romans,Λονδίνο 1966.Μία διάταξη στο χώρο του ανδρώνα απεικονίζεται στην έκδοση του Συμποσίου του Συκουτρή, ό.π. σημ. 381. Παρόμοιες κτιστές κλίνες καθώς και ζωγραφισμένες σε τοιχογραφίες
υπάρχουν σε αρχαίους τάφους (π.χ. τάφος του βουτηχτή στην Ποσειδωνία, 480 π.Χ.).

388 Fehr 1971. Dentzer 1982. Schmitt-Pantel 1992.
389 Βλ. π.χ. Rösler, ό.π. σημ. 385, 240-271.
390 Ο.Μurray, Symposion and Männerbund, στο: P. Oliva – A. Frolikova (επιμ.), Concilium Eirene XV/1, Proceedings of the 16th International Eirene Conference Prague 31.8-4.9.1982, Πράγα 1983,

346



47-52. Του ίδιου, The Greek Symposion as Social Organisation, στο: R. Hägg (επιμ.), The Greek Renaissance of the Eighth Century B.C.: Tradition and Innovation, Proceedings of the Second International Symposium at the Swedish Institute in Athens, 1-5 June 1981, Στοκχόλμη 1983, 195-199.

391 Βλ. A.J. Bowen, Xenophon Symposium, Warmister 1998 (με σχετική βιβλιογραφία).
392 Συκουτρής, ό.π. σημ. 381, 34
.
393 Ο. Ribbeck, Κόλαξ: Eine ethnologische Studie, Abh. Sächs. Gesellschaft d. Wiss. 9/1,Λειψία 1883.
Ε. Wüst, Parasitos, σε RE XVIII, 4, 1949, στήλες 1381-97. L. Pearson, Popular Ethics in Ancient Greece, Stanford CA 1962. Για τη συχνή παρουσία τους βλ. B. Fehr, Entertainers at the Symposion.
The Akletoi in the Archaic Period, στο: Murray 1990, 188-195, ο οποίος τους συνδέει με τους λεγόμενους κωμαστές («Dickbauchtänzer») στα αγγεία της αρχαϊκής εποχής.

394 π.χ. Οδύσσεια 17.449, 18.364, 20.377 κ.ε, 16.67.
395 Fehr 1971. Lissarrague 1987. A. Heinemann, Ungleiche Festgenossen: Spätarchaische Gelagegemeinschaften im Medium der Vasenmalerei, στο: C. Mann – M. Haake – R. von den Hoff
(επιμ.), Rollenbilder in der athenischen Demokratie: Medien, Gruppen, Räume im politischen
und sozialen System, Beiträge zu einem interdisziplinären Kolloquium in Freiburg i. Br., 24.-25.November 2006, Wiesbaden 2009, 35-70. D. Yatromanolakis, Symposia, Noses, Πρόσωπα: A Kylixin the Company of Banqueters on the Ground, στο: Yatromanolakis 2009, 414-464. Catoni 2010. Lynch 2011. Shapiro 2012. Topper 2012. Węcowski 2014. Dickmann - Heinemann 2015. K.M. Lynch, Drinking Cups and the Symposium at Athens in the Archaic and Classical Periods, στο: K.F. Daly – L.A. Riccardi (επιμ.), Cities Called Athens: Studies Honoring John McK. Camp II, Lanham MD 2015, 231-240.

396 Dentzer 1982. Schmitt-Pantel 1992.
397 Schäfer 1997, 30-35. D. Steiner, Pot Bellies: The Komast Vases and Contemporary Song, στο: Yatromanolakis 2009, 240-281. Smith 2010.
398 E.P. Baughan, Sculpted Symposiasts of Ionia, American Journal of Archaeology 115, 2011, 19-53.
399 Για τις σχετικές παραστάσεις και το λίγο μεταγενέστερο άγαλμα του ποιητή στην Ακρόπολη, βλ. Shapiro 2012.

400 D.C. Kurtz – J. Boardman, Booners, Greek Vases in the J. Paul Getty Museum 3, Malibu 1986, 35-70.
S. Price, Anacreontic Vases Reconsidered, Greek, Roman and Byzantine Studies 31, 1990, 133-175.
401 E.R. Knauer, Ου γαρ ην αμίς, A Chous by the Oionokles Painter, Greek Vases in the J. Paul Getty

Museum 3, Malibu 1986, 91-100. B. Cohen – H.A. Shapiro, The Use and Abuse of Athenian Vases, στο: A.J. Clark – J. Gaunt – B. Gilman (επιμ.), Essays in Honor of Dietrich von Bothmer,Άμστερνταμ 2002, 83-90.

402 Peschel 1997. M.S. Venit, Women in their Cups, Classical World 92, 1998, 117-130. C. Kelly Blazeby, Woman + Wine = Prostitute in Classical Athens?, στο: A. Glazebrook – M.M. Henry (επιμ.), Greek Prostitutes in the Ancient Mediterranean, 800 BCE-200 CE, Madison WI 2011, 86-105. Topper 2012, 105-135.

403 Α. Τhomas, Kindliche Hetären in Athen in der spätarchaischen und klassischen Zeit aufgrund der bildlichen und literarischen Zeugnisse, στο: H. Heinen (επιμ.), Kindersklaven – Sklavenkinder: Schicksale zwischen Zuneigung und Ausbeutung in der Antike und im interkulturellen Vergleich, Beiträge zur Tagung des Akademievorhabens Forschungen zur antiken Sklaverei, Mainz,14. Oktober 2008, Στουττγάρδη 2012, 123-139.

404 M. Kilmer, Greek Erotica on Attic Red-figure Vases,Λονδίνο 1993. Lewis 2002, 98-129.
405 Schäfer 1997. E. Csapo – C.M. Miller, The Kottabos-Toast and an Inscribed Red-figured Cup, Hesperia 60, 1991, 367-382. L. Ambrosini, Candelabra, Thymiateria and Kottaboi at Banquets: Greece and Etruria in Comparison, Etruscan Studies 16, 2013, 1-38.

406 Τα γραμματειακά χωρία για το παιγνίδι σε Carbone 2005, 185-211 και αναλυτικά 416-419.Υπάρχουν
και χωρία από τους τραγικούς, όπου το παιγνίδι παρωδείται και παίζεται με αγγεία νυκτός (Αἰσχύλος απ. 180 R ἀμίχαι, Σοφοκλῆς Σὐνδειπνοι 565 R. κάκοσμος οὐράνη: Carbone 2005, 193).

407 Για τα κατάλοιπα ενός ανάλογου δημόσιου χώρου με περίοδο χρήσης σχεδόν μισού αιώνα (475-425 π.Χ.), βλ. Rotroff – Oakley 1992.

408 Rotroff – Oakley 1992, 41-43. Lynch 2011, 44, 86-87.
409 Η παρατιθέμενη βιβλιογραφία είναι καθαρά ενδεικτική. Περισσότερα συγκεντρωμένα δημοσιεύματα, γενικά για σχήματα αγγείων και ειδικά ανά σχήμα, υπάρχουν στην ιστοσελίδα του Classical Art Research Centre and the Beazley Archive, Πανεπιστήμιο Οξφόρδης, http://www.beazley.ox.ac.uk/

tools/bibliographies/pottery/shapes.htm
410 T. Bakır, Der Kolonettenkrater in Korinth und Attika zwischen 625 und 550 v. Chr., Würzburg 1974. K. Hitzl, Die Entstehung und Entwicklung des Volutenkraters von den frühesten Anfängen bis zur Ausprägung des kanonischen Stils in der attisch schwarzfigurigen Vasenmalerei, Φραγκφούρτη 1982. S. Frank, Attische Kelchkratere. Eine Untersuchung zum Zusammenspiel von Gefäßform und Bemalung, Φραγκφούρτη 1990. H.E. Schleiffenbaum, Der griechische Volutenkrater, Φραγκφούρτη
1991. J. de La Genière (επιμ.), Le cratère à volutes, Destination d’un vase de prestige entre Grecs et non-Grecs, Παρίσι 2014.

411 A.B. Brownlee, Antimenean Dinoi, στο: J.H. Oakley – W.D.E. Coulson – O. Palagia (επιμ.), Athenian Potters and Painters: The Conference Proceedings, Oξφόρδη 1997, 509-522. A. Sakowski, Κρατήρ Αργολικός. Über die Beziehungen zwischen Greifenkessel und Dinos sowie ihren Untersätzen,Athenische Mitteilungen 112, 1997, 1-24.

412 S. Drougou, Der attische Psykter, Würzburg 1975.
413 B. Philippaki, The Attic Stamnos, Οξφόρδη 1967. C. Isler-Kerényi, Stamnoi,Λουγκάνο 1976. Της ίδιας, Retour au stamnos attique: quelques réflexions sur l’usage et le répertoire, στο: Villanueva-Puig 2009, 75-89.

414 H. Bloesch, Formen Attischer Schalen von Exekias bis zum Ende des Strengen Stils, Βέρνη 1940.
Vierneisel – Kaeser 1990. Lynch 2011, 79-103. S. Bundrick, Athenian Eye Cups in Context, American Journal of Archaeology 119, 2015, 295-341. Lynch, ό.π. σημ. 395, 240-271.

415 S. Batino, Lo skyphos attico dall’ iconografia alla funzione, Νάπολη 2002. B. Kreuzer, “... ἐν Ἀθήναις δὲ γλαῦκας ...”: Eulen in der Bilderwelt Athens, Jahreshefte des Österreichischen Archäologischen Institutes in Wien, 79, 2010, 119-178. Lynch 2011, 104-121.

416 P. Courbin, Les origines du canthare attique archaïque, Bulletin de Correspondance Hellénique 77,
1953, 322-345. L. Frey-Asche, Der Kantharos: Studien zu Form und Bedeutung von den Anfängen bis zum Ende der geometrischen Zeit (αδημ. διδ. διατριβή), Mainz 1956.

417 H. Hoffmann, Attic Red-figured Rhyta, Mainz 1962. Του ίδιου, Tarentine Rhyta, Mainz 1966. Του ίδιου, Rhyta and Kantharoi in Greek Ritual, Greek Vases in The J. Paul Getty Museum 4, Occasional Papers on Antiquities 5, 1989, 131-166. M. True, Athenian Potters and the Production of Plastic Vases,
στο: B. Cohen (επιμ.), The Colors of Clay: Special Techniques in Athenian Vases,Λος Άντζελες 2006,
240-290. S. Ebbinghaus, Of Rams, Women, and Orientals: A Brief History of Attic Plastic Vases, και D. Williams, Some Thoughts on the Potters and Painters of Plastic Vases Before Sotades, στο: Κ. Lapatin (επιμ.), Papers on Special Techniques in Athenian Vases, Proceedings of a Symposium held in Connection with the Exhibition “The Colors of Clay: Special Techniques in Athenian Vases”, at the Getty Villa, June 15-17, 2006,Λος Άντζελες 2008, 145-160 και 161-172. W.R. Biers, Greek “Plastic”
Vases: A Brief Summary, Muse 44, 2012, 49-58. S. Böhm, Korinthische Figurenvasen: Düfte, Gaben und Symbole, Regensburg 2014.

418 A. Greifenhagen, Mastoi, στο: U. Höckmann – A. Krug (επιμ.), Festschrift für Frank Brommer, Mainz1977, 133-137. A.P. von Helden, Mastoi, Kölner und Bonner Archaeologica 2, 2012, 31-56.

 Ἐν οἴκῳ καὶ ἐν δήμῳ                   ΜΕΡΟΣ β΄

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Πρωτότυπος  τίτλος:
Όψεις του ιδιωτικού και του δημόσιου βίου
μέσα από γραμματειακές και εικονογραφικές μαρτυρίες
στην αρχαϊκή και κλασική εποχή

ΕΛΕΝΗ ΜΑΝΑΚΙΔΟΥ 
Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Κλασικής Αρχαιολογίας 
Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης 
 ΦΛΩΡΑ ΜΑΝΑΚΙΔΟΥ 
Καθηγήτρια Κλασικής Φιλολογίας  
Τμήμα Φιλολογίας, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης 

 full-width

ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝ

ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΚΑΝΟΝΙΚΑ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΣΤΟ ΚΙΝΗΤΟ ΚΛΙΚ ΕΠΑΝΩ ΤΗΣ