Ενδυμασίες του Ελληνικού κόσμου στην αρχαιότητα .



Πρωτότυπος τίτλος :Οι άνδρες φορούσαν έξωμα και οι γυναίκες μάξι

Οι αρχαίοι δεν φορούσαν παντελόνια, οι γυναίκες κυκλοφορούσαν ντυμένες από την κορυφή μέχρι τα νύχια, τα ξωμάνικα τα φορούσαν άντρες, και κατασκευάζονταν από μαλλί, βαμβάκι ή λινάρι. Όσο για την μόδα με τον ένα ώμο έξω, είχε καθιερωθεί στην αρχαία Ελλάδα για τους τεχνίτες και για τον ίδιο τον θεό Ήφαιστο. Τι φορούσαν τις καθημερινές και με ποια ενδύματα συμμετείχαν σε θρησκευτικές εορτές και τελετουργίες, θα δούμε σήμερα.

Το κείμενο που έγραψε η δρ Χρυσάνθη Τσούλη, επιμελήτρια αρχαιοτήτων στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, αναφέρεται στο ένδυμα κατά τους ιστορικούς χρόνους και περιλαμβάνεται στον τόμο που έχει εκδοθεί για την έκθεση «Οι αμέτρητες όψεις του ωραίου» που φιλοξενήθηκε στο Μουσείο. Την επιμέλεια της έκθεσης είχε η διευθύντρια Μαρία Λαγογιάννη. Η δρ. Τσούλη ξεκινά αναφέροντας πού βασίζονται οι γνώσεις μας επί του θέματος: αφ’ ενός στις φιλολογικές και επιγραφικές μαρτυρίες και αφ’ ετέρου στην εικονογραφία, στις απεικονίσεις δηλαδή των ενδυμάτων στην αγγειογραφία, την κοροπλαστική και τη γλυπτική.


Πήλινο ειδώλιο πεπλοφόρου.465-435 π.Χ.  Πηλός ανοικτός κοκκινωπός καφέ. Συγκολλημένο στον λαιμό. Λείπουν τμήματα της πρόσθιας πλευράς, της στεφάνης στα μαλλιά και το πίσω μέρος της βάσης. Η πρόσθια πλευρά κατασκευάστηκε με χωριστές μήτρες για το πρόσωπο και το σώμα, που ενώνονται στον λαιμό. Με το χέρι προστέθηκαν τα κοσμήματα της στεφάνης, η πίσω πλευρά του κεφαλιού και η βάση, ενώ με χάραξη τονίζονται οι πτυχές και διαχωρίζονται τα δάκτυλα των χεριών. Η οπή αερισμού στην πίσω πλευρά αντιστοιχούσε περίπου σε όλο το ύψος του σώματος. Ίχνη λευκόχρωμου επιχρίσματος για την επίθεση των χρωμάτων διατηρούνται στην επιφάνειά του. Η μορφή εικονίζεται κατενώπιον προβάλλοντας το δεξιό άνετο σκέλος. Φορά πέπλο με απόπτυγμα, ανοικτό στη δεξιά πλευρά, που πέφτει με πτυχές σχήματος ζιγκ ζαγκ. Με τα χέρια παράλληλα με τον κορμό κρατά την απόληξη του αποπτύγματος. Το πρόσωπο είναι στρογγυλό. Τα μαλλιά, που σχηματίζοντας βοστρύχους μαζεύονται στο μέρος του κεφαλιού, στολίζει κυλινδρικό στεφάνι, πίσω από το οποίο υπάρχει ένα δεύτερο. Πατά με γυμνά πόδια σε ψηλή και τετράπλευρη βάση. Με κόκκινο χρώμα καλύπτονται τα μαλλιά και η στεφάνη, η επάνω επιφάνεια της βάσης, μια οριζόντια ταινία στην πρόσθια πλευρά της και διακοσμείται ο πέπλος. Κυανό χρώμα στους βραχίονες δηλώνει την ύπαρξη χειριδωτού χιτώνα. 


Ας ξεκινήσουμε από τον πέπλο (αρσενικό κατά την αρχαιότητα). «Ο πέπλος», σημειώνει, «αποτελεί την τυπική ελληνική ‘δωρική’ ενδυμασία των γυναικείων μορφών ήδη από την εποχή του Ομήρου, ενώ την εικόνα του αποδίδουν τα πρωιμότερα αγάλματα της μνημειακής πλαστικής, αλλά και τα ειδώλια της δαιδαλικής τεχνοτροπίας (7ος αι. π.Χ.). Πρόκειται για ένα ορθογώνιο κομμάτι χονδρού, πιθανώς μάλλινου, υφάσματος που τυλίγει το σώμα, στερεώνεται με περόνες (καρφίδες) στους ώμους και δένεται σφιχτά με ζώνη στη μέση.

Στους αρχαϊκούς χρόνους φαίνεται να προτιμάται ο συνδυασμός του λεπτού ιωνικού χιτώνα με το ιμάτιο έναντι του πέπλου ο οποίος όμως ξαναγίνεται ιδιαίτερα δημοφιλής στην εικονογραφία κατά την Πρώιμη Κλασική περίοδο (480-450 π.Χ.). Το ένδυμα αναδιπλώνεται στο πάνω μέρος σε απόπτυγμα και ζώνεται πάνω ή κάτω από αυτό σχηματίζοντας πλατιές βαριές πτυχές που καλύπτουν τα σκέλη χωρίς να επιτρέπουν στις καμπύλες του κορμιού να προβάλλουν κάτω από το ένδυμα» (αυτό μας λέει πολλά για την ηθική της εποχής).


«Κατά τους ώριμους κλασικούς χρόνους, εντούτοις, ο πέπλος παρουσιάζεται στην εικονογραφία αρκετά λεπτός, με πλούσιες πτυχώσεις και συχνά διάφανος. Η μία πλευρά του ενδύματος δεν είναι κατά κανόνα ραμμένη, παρέχοντας μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων, στοιχείο που καθιστά τον τύπο αυτό του ενδύματος δημοφιλή σε νεαρές μορφές έντονα κινημένες, όπως Νίκες, Αύρες και Νύμφες. 




Συχνά, στις μορφές αυτές το ένδυμα αποδίδεται να έχει γλιστρήσει από τον ώμο και να έχει αποκαλύψει τον έναν μαστό.


 Η αναβίωση της χρήσης του λιτού πέπλου στην Πρώιμη Κλασική περίοδο έχει αποδοθεί στον περιορισμό της χρήσης του ιωνικού χιτώνα, στο πλαίσιο της απόρριψης οποιουδήποτε στοιχείου θα μπορούσε να ανακαλεί φιλοπερσικά αισθήματα μετά τα Μηδικά, κατ’ αντιστοιχία με την ιστορικά μαρτυρημένη αλλαγή στην ανδρική ενδυμασία στην Αττική την ίδια περίοδο και την αντικατάσταση των πολυτελών ιωνικών χιτώνων από τη λιτότερη δωρική ενδυμασία των Λακεδαιμονίων.»

Η παρθένος θεά Αθηνά απεικονίζεται πάντα ενδεδυμένη με πέπλο. Το ιερό ένδυμα της, που υφαινόταν από τις αρρηφόρους και τις εργαστίνες, αποτελούσε το επίκεντρο του τελετουργικού της τελευταίας ημέρας της εορτής των Παναθηναίων, καθώς μεταφερόταν με πομπή σε μορφή ιστίου πλοίου-άρματος πάνω στον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης και παραδιδόταν στο ξόανο της θεάς. Η μεγαλοπρεπής πομπή και η παράδοση του πέπλου απεικονίζεται στην ζωφόρο του Παρθενώνα.

η κεντρική σκηνή της παράδοσης του πέπλου, η σημαντικότερη αλλά και η πιο αινιγματική σκηνή, που αποτελεί τον τελικό προορισμό της πομπής. Καταλαμβάνει το μέσον του λίθου V και περιλαμβάνει πέντε μορφές (31-35). Αριστερά δύο νεαρές κόρες (31 & 32) με χιτώνα και ιμάτιο μεταφέρουν στο κεφάλι δίφρους, η μία κατενώπιον, η άλλη προς τα δεξιά. Η πρώτη κρατάει στο αριστερό της χέρι δυσδιάγνωστο αντικείμενο, που ερμηνεύτηκε ως κανούν ή υποπόδιο. Οι μορφές αυτές είναι ίσως οι διφροφόροι, δηλ. κόρες μετοίκων που συνόδευαν τις κανηφόρους. Ωστόσο πιθανότερο είναι ότι πρόκειται για τις αρρηφόρους, κορίτσια 7-11 ετών, στην υπηρεσία της Αθηνάς, που μετείχαν στην τελετή της αρχής της ύφανσης του πέπλου που προοριζόταν για το διιπετές ξοανόμορφο άγαλμα της θεάς, από ξύλο ελιάς. Ορισμένοι μελετητές ερμήνευσαν τους δίφρους ως καθίσματα προορισμένα για θεότητες ("θεοξένια"), επειδή όμως οι 12 θεοί παρίστανται ήδη καθιστοί θεώρησαν, ότι προορίζονταν για τους απόντες, την Γη Κουροτρόφο και την Πάνδροσο ή για τις μορφές (33) & (34) την ιέρεια και τον άρχοντα βασιλέα ( Ε. Simon). Αντίθετα ο Μ. Robertson υπέθεσε ότι οι δίφροι προορίζονταν για την απόθεση των δύο πέπλων του παλαιού και του καινούργιου, ενώ κατά μια άλλη άποψη τα μαξιλαράκια πάνω στους δίφρους είναι διπλωμένα ενδύματα (χιτώνας και ιμάτιο), που ίσως προσφέρονταν παράλληλα με τον πέπλο. Δεξιά από τις δύο διφροφόρους, μια γυναίκα (33) που ταυτίστηκε με την ιέρεια της θεάς Αθηνάς, με χιτώνα και ιμάτιο, προς τα αριστερά ετοιμάζεται να πάρει το σκαμνί από το κεφάλι της δεύτερης κόρης (32).  Στη σκηνή της παράδοσης του πέπλου συμμετέχουν πέντε μορφές31-35.

Η επικράτηση της μόδας του ιωνικού χιτώνα, που υιοθετήθηκε τον 6ο αιώνα, αποδίδεται, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο σε ένα ιστορικό γεγονός, αυτό της δολοφονίας του μοναδικού επιζώντος Αθηναίου από μια εκστρατεία στην Αίγινα από τις γυναίκες των συμπολεμιστών του, που χρησιμοποίησαν εναντίον του τις περόνες των δωρικών εσθήτων τους. Έκτοτε, ο πέπλος απαγορεύτηκε και προτάθηκε ο ιωνικός χιτώνας, για τη στερέωση του οποίου δεν απαιτούνταν περόνες.

Περόνες των δωρικών εσθήτων

Ο πέπλος παρέμεινε σε χρήση καθ’ όλη τη διάρκεια της αρχαιότητας, από νεαρές γυναικείες μορφές, κόρες και παρθένους, όπως και παρθένες θεές (Αθηνά, Άρτεμις), Νύμφες και Νίκες, ενώ συχνά στην εικονογραφία δίνεται έμφαση στη σημασία του ως ιερατικού, τελετουργικού και βαρύτιμου γυναικείου ενδύματος σε μυθολογικού χαρακτήρα σκηνές

Περνώντας στον χιτώνα, θα πούμε πως είναι τόσο αρχαίο ένδυμα, ώστε μαρτυρείται στις πινακίδες της Γραμμικής Β γραφής, ενώ ο Όμηρος τον αναφέρει ως αποκλειστικά ανδρική ενδυμασία «Kατά την Αρχαϊκή εποχή κατέστη ιδιαίτερα δημοφιλής και για τα δύο φύλα όπως μαρτυρούν οι πηγές και η εικονογραφία» σημειώνει η κα Τσούλη, «ενώ αποτελεί την τυπική ενδυμασία των Κορών, σε συνδυασμό με το λoξό ιμάτιο. Πρόκειται για ένδυμα ιωνικής προέλευσης, ραμμένο στις πλευρές, το οποίο στερεωνόταν με κουμπιά στους ώμους, ενώ με κουμπιά ή ραφές διαμορφώνονταν και τα μανίκια. 

Είναι καμωμένο συνήθως από λινάρι, υλικό που προσδίδει στο ύφασμα ελαστικότητα, σχετική διαφάνεια και πλαστικότητα, και αποδίδεται με πυκνές λεπτές πτυχώσεις, ενίοτε κυματιστές από το τράβηγμα των κομβίων των χειρίδων, ή ακόμα και με κατσαρή υφή ανάλογα με την τεχνική γνεσίματος. Οι πολυποίκιλτοι χιτώνες σχετίζονταν με την επιτήδευση και την πολυτελή εμφάνιση, γι’ αυτό και η εγκατάλειψή τους από τις ανδρικές μορφές, από τις αρχές του 5ου αιώνα, έχει αποδοθεί στην απόρριψη της εξ Ανατολής τρυφής, με εξαίρεση τους ιερείς ή σημαίνοντα μυθολογικά και ιστορικά πρόσωπα. Η χρήση του χιτώνα συνεχίζεται από τις γυναίκες καθ’ όλη την Κλασική, αλλά και την Ελληνιστική και τη Ρωμαϊκή εποχή, οπότε επανέρχεται η χρήση του και από τους άνδρες, χρηστούς πολίτες.»

Μαλακός και διαφανής, ο χιτώνας «προσφέρει τη δυνατότητα στους καλλιτέχνες της Ώριμης Κλασικής και της Ελληνιστικής εποχής να αποδώσουν το ένδυμα να κολλά στο σώμα και να διαγράφει τις καμπύλες του» τάση που είχε εκδηλωθεί στις αρχαίες Κόρες.


Ο χιτώνας έχει διάφορες παραλλαγές, κυρίως όσον αφορά στο μήκος του. Ο χιτωνίσκος είναι κοντός χιτώνας που επιτρέπει την ελευθερία κινήσεων και φέρεται (φοριέται δηλαδή) κατά κανόνα από άνδρες, ιδιαίτερα οπλίτες οι οποίοι τον συνδυάζουν με θώρακα. Από γυναίκες φέρεται αποκλειστικά στην περίπτωση των μυθικών κυνηγών, όπως οι Αμαζόνες, η Άρτεμις και η Αταλάντη, των μετεχουσών σε θρησκευτικούς αθλητικούς αγώνες και των χορευτριών. Στις επιγραφικές πηγές συχνά αναφέρονται χιτώνες και χιτωνίσκοι από υφάσματα φημισμένα για την ποιότητα, τη λαμπρότητα και τη διαφάνειά τους.

Φτάσαμε στην εμφάνιση με τον ένα ώμο έξω. «Η εξωμίδα ή ετερομάσχαλος χιτώνας» γράφει η αρχαιολόγος, «αποτελεί παραλλαγή του χιτωνίσκου που αφήνει τον έναν ώμο ελεύθερο.» Αλλά, προσέξτε: «Φοριέται αποκλειστικά από άνδρες χειρώνακτες, δούλους, αλιείς, αμαξάδες, ανθρώπους της υπαίθρου και του μόχθου, ενώ αποτελεί την τυπική ενδυμασία του Ηφαίστου, του θεού των τεχνιτών.

Μία ακόμα παραλλαγή του χιτώνα χωρίς μανίκια είναι η ξυστίς, μακρύ ένδυμα, ζωσμένο κάτω από το στήθος, που φοριέται κατά κανόνα από ηνιόχους, όπως το γνωστό άγαλμα του Ηνίοχου των Δελφών, ή τραγικούς ηθοποιούς. Η χλαμύδα, επίσης αποκλειστικά ανδρικό ένδυμα, ιδιαίτερα δημοφιλής στη Μακεδονία και τη Θεσσαλία, αποτελείται από ένα κομμάτι υφάσματος που πορπώνεται (σ.σ. στερεώνεται με πόρπη) στον έναν ώμο και φοριέται μόνη της ή σε συνδυασμό με χιτωνίσκο. Αποτελεί το επίσημο ένδυμα των εφήβων και το κατ’ εξοχήν ένδυμα των ιππέων, των ταξιδιωτών και των οδοιπόρων. Το ιμάτιο, φαρδύ κομμάτι υφάσματος από μαλλί ή άλλο υλικό που προορίζεται και για τα δύο φύλα, παρουσιάζει τη μεγαλύτερη ποικιλομορφία στο μέγεθος και τον τρόπο ένδυσής του ως περίβλημα ή επίβλημα (πανωφόρι).


Για τους άνδρες αποτελεί συχνά το μοναδικό ένδυμα, εξ ολοκλήρου μάλιστα κατά την Κλασική εποχή, ενώ λιγοστά είναι τα παραδείγματα των ενδεδυμένων με ιμάτιο Κούρων της Αρχαϊκής εποχή , έργων των εργαστηρίων της Ανατολικής Ελλάδας. Οι γυναίκες το φέρουν πάντα πάνω από κάποιο άλλο ένδυμα, με εξαίρεση τη θεά της ομορφιάς Αφροδίτη, η οποία απεικονίζεται συχνά ημίγυμνη με ένα ιμάτιο γύρω από τους γοφούς της. Οι αρχαϊκές Κόρες φορούν το λοξό ιωνικό ιμάτιο, ενώ σύγχρονες μορφές στην αγγειογραφία φορούν και ένα πολύ μακρύτερο ένδυμα που καλύπτει και την κεφαλή.»

Kατά την Κλασική εποχή εμφανίζεται και το κοντό ιμάτιο σε μορφή καλύπτρας για την κεφαλή, ενώ συνηθέστερο είναι ένα μεγαλύτερο ιμάτιο που πέφτει στη ράχη, ή περνά λοξά μπροστά από τον κορμό και συγκρατείται από το ένα χέρι. Από τα τέλη της Κλασικής και κατά την Ελληνιστική εποχή είναι ιδιαίτερα δημοφιλή υπερμεγέθη ιμάτια που τυλίγονται σφιχτά γύρω από το σώμα διαγράφοντας τους όγκους του και σχηματίζουν πλούσιες πτυχώσεις ανάλογα με τη θέση των χεριών κάτω από το ένδυμα, ενώ δεν λείπουν και εκείνα που καλύπτουν και μέρος του προσώπου μαζί με την κεφαλή.


Το ανασήκωμα μιας άκρης του ιματίου/καλύπτρας με το χέρι αποσκοπεί στην κάλυψη ή αποκάλυψη του προσώπου της γυναικείας μορφής. Είναι χειρονομία οικεία στις έγγαμες κατά κανόνα γυναίκες, η οποία δηλώνει τη σεμνότητα (αιδώ), την ευπρέπεια και την κοσμιότητα που πρέπει να χαρακτηρίζουν την αξιοπρεπή αστή. Η χρήση των ελληνικών τύπων ενδυμάτων συνεχίζεται και στους ρωμαϊκούς χρόνους στον ελλαδικό χώρο, που ανήκει πλέον στις ανατολικές επαρχίες της αυτοκρατορίας.


Εσώρουχα υπήρχαν; Ναι, όπως αναφέρει η κα Τσούλη: το διάζωμα ή περίζωμα, ο κεστός και το στροφίον. «Στην Ιλιάδα Ξ, 214-217 αναφέρεται ο κεντημένος κεστὸς ἱμάς της Αφροδίτης (ἀπὸ στήθεσφιν ἐλύσατο κεστὸν ἱμάντα ποικίλον), που έχει ερμηνευθεί ως ένα είδος στηθόδεσμου ή ζώνης. Oμοίως και το στροφίον απαντά στις αρχαίες πηγές ως στηθόδεσμος, αλλά και ως ταινία για τον στολισμό της κεφαλής, βλ. αντίστοιχα Αριστοφάνης, Λυσιστράτη και Πλούταρχος, Αριστείδης. Tο διάζωμα ή περίζωμα αποτελεί κάλυμμα της οσφυϊκής χώρας.»


Αγγελική Κώττη 31/01/2021 
  • www.liberal.gr.
  • Επικουρία  αρχείο  ΑΙ  ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝ

ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝ

ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΚΑΝΟΝΙΚΑ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΣΤΟ ΚΙΝΗΤΟ ΚΛΙΚ ΕΠΑΝΩ ΤΗΣ