Η ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΗΣ «ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ» ΠΕΡΙ ΤΟ 200 Π.Χ.- ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΣ

Ο ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΣ
Ο Καλλίμαχος ένας διάσημος Έλληνας ποιητής από την Κυρήνη του Λιβυκού  και επικεφαλής της Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας , συνέταξε έναν κατάλογο των έγγραφων συμμετοχών της, τον οποίο ονόμασε Πίνακες τον τρίτο αιώνα π.Χ. (πίνακες ή λίστες).Είναι ο επιστήμονας που εφηύρε την βιβλιογραφία. 


Υποθετικά ,με την επέκταση σε 120 βιβλία από πάπυρο , αυτός ο κατάλογος ανήλθε σε μια συστηματική έρευνα της ελληνικής λογοτεχνίας μέχρι την εποχή του. Αντιπροσώπευε επίσης την προέλευση της βιβλιογραφίας. Μόνο λίγα σπαράγματα σώζονται γιατί η ενδεχόμενη καταστροφή της βιβλιοθήκης, σε συνδυασμό με τη διασπορά σε αναφορές σε αυτό και σε άλλα αρχαία έργα, είναι τα μόνα στοιχεία που έχουμε σήμερα  




Οι Βιβλιογραφικές μεθόδους που ανέπτυξε ο Καλλίμαχος έχουν θέση σε μια σύγχρονηβιβλιοθήκη. Μια ανάλυση των οκτώ υπόλοιπων τμημάτων από τους Πίνακες  δείχνει ότι ο Καλλίμαχος :
1  Διαιρεί  τους  συγγραφείς σε τάξεις και μέσα σε αυτές τις κατηγορίες, εάν κρίνεται σκόπιμο, σε υποδιαιρέσεις.
2 Έχει κανονιστεί οι συγγραφείς να τοποθετούνται σε  κατηγορίες ή σε υποδιαιρέσεις με αλφαβητική σειρά.
3 Προστίθεται στο όνομα του κάθε συγγραφέα (αν είναι δυνατόν) και μερικά απο τα προσωπικά δεδομένα.
4 Όπου αναφέρεται  στο όνομα ενός συγγραφέα στους τίτλους των έργων του, εκεί  συνδυάζει έργα του ίδιου είδους σε ομάδες (όχι περισσότερο από ότι μπορεί να συναχθεί από τις οκτώ παραπομπές)
 Και
5 Παρέθεσε στο άνοιγμα μερικά από τα λόγια ,του κάθε έργου, καθώς και την έκταση του, δηλαδή, τον αριθμό των γραμμών" (Blum, σ. 152).

Οι  Πίνακες δεν ήταν ούτε απογραφή ούτε ένας πλήρης κατάλογος των έργων της  βιβλιοθήκης. Δεν ήταν λίστα με όλα τα αντίγραφα ενός έργου που είχε η βιβλιοθήκη ή που ανήκει και δεν δίνουν μια ένδειξη για το πώς να εντοπίσετε ένα βιβλίο στη βιβλιοθήκη αλλά  απαιτούσαν διαβούλευση με την βιβλιοθηκονόμο. Οι  Πίνακες ήταν χτισμένοι  σε προϋπάρχουσες πρακτικές μιας λίστας αποφάσεων (συμπεριλαμβανομένων των πινάκων του Αριστοτέλη περί των ποιητών), της διαλογής (όπως δοξογραφίες του  Θεόφραστου που  είναι ταξινομημένο τοπικά και χρονικά), και αλφαβητικά, τις αρχές της οποίας ήταν πιθανό ήδη ότι έχει καταλάβει, αν και δεν είχε ποτέ τεθεί σε τέτοια εκτεταμένη χρήση ποτέ πριν από τώρα. Κατά τον Blair ήταν ο Καλλίμαχος ένα  διευθύνων μιας φιλολογικής ενημέρωσης πολύ πριν από τα την σύγχρονη εποχή.

 Τα σωζόμενα σπαράγματα από τους Πίνακες του  Καλλίμαχου δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά σε έντυπη μορφή στους  ΥΜΝΟΥΣ ΕΠΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΠΑΡΑΓΜΑΤΑ (;) -Hymni, epigrammata et -που επιμελήθηκε  ο Θεόδωρος (Θεόδωρος) JGF Graevius et al. (2 τόμοι, Ουτρέχτη, 1697).
Εκτός από τη συμβολή του στη βιβλιογραφία, Καλλίμαχος είναι γνωστός στην ιστορία των βιβλίων για πείραγμα του σε θραύσματα (επιμ. Pfeiffer) 465 ότι ένα "μεγάλο βιβλίο είναι ένα μεγάλο κακό" (μεγα βιβλιον μεγα κακων), ṯὸ μέγα βίβλίον ἴσον  ɛἷναί ṯῷ μɛγάλῳκακῷ, το σπουδαίο βιβλίο είναι ίσο με ένα μεγάλο κακό. Αυτό έχει επίσης μεταφραστεί ως " Ένα σπουδαίο βιβλίο είναι ένα μεγάλο κακό . "
Breslauer & Folter, Βιβλιογραφία. Ιστορία και την ανάπτυξή του (1984) καμία. 1. Blum, Καλλίμαχος. Η Αλεξανδρινή Βιβλιοθήκη και η προέλευση των Βιβλιογραφία .Μεταφράστηκε από Hans H. Wellisch (1991).



ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΛΛΙΜΑΧΟ 

 Καταγόταν από μεγάλη οικογένεια της Κυρήνης που ανήγε την καταγωγή της στον μυθικό οικιστή της πόλης Βάττο. Μεγάλωσε και σπούδασε στην Αθήνα, αλλά πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του στην Αλεξάνδρεια εργαζόμενος στην αλεξανδρινή βιβλιοθήκη. Άκμασε την εποχή των Πτολεμαίων Φιλάδελφου και Ευεργέτη. 
Το σπουδαιότερο πεζό του έργο ήταν οι ‘Πίνακες των εν πάση παιδεία διαλαμψάντων και ών συνέγραψαν”, ένας κατάλογος σε 120 βιβλία που περιλάμβανε όλα τα έργα όλων των συγγραφέων, ακόμα κι αυτά που δεν σώζονταν. 




Από το ποιητικό του έργο σώθηκαν έξι Ύμνοι, 64 επιγράμματα στην Παλατινή Ανθολογία (ΔΕΣ ΠΑΡΑΚΑΤΩ) από τον Στέφανο του Μελεάγρου και μερικά αποσπάσματα από άλλα έργα του. Τα σπουδαιότερα από αυτά ήταν ένα επύλλιο, η «Εκάλη», τα Αίτια, που ήταν ποιήματα πάνω σε διάφορα θέματα και κατέληγαν στον περίφημο Βόστρυχο της Βερενίκης, γνωστό κυρίως από την μετάφραση του Λατίνου ποιητή Κάτουλλου. Ένας από τους μαθητές του, και ισχυρός αντίζηλος και εχθρός του ήταν ο Απολλώνιος ο Ρόδιος, με τον οποίο φαίνεται ότι διαλλάχτηκε αργότερα, αφού μετά θάνατον οι τάφοι τους ήταν ο ένας δίπλα στον άλλο.

ΣΕ ΠΑΠΥΡΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΗ  ΟΞΥΡΥΓΧΟ ΤΟΥ 1ΟΥ ΑΙΩΝΑ -Η ΑΕΤΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΥ  
Ο Καλλίμαχος υπήρξε από τους αντιπροσωπευτικούς ποιητές της ελληνιστικής εποχής. Δεν ασχολήθηκε με τα μεγάλα θέματα της κλασσικής ποίησης αλλά με την καθημερινότητα και τους λαϊκούς μύθους. 



ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ

Μεγάλη ήταν η επίδρασή του στον ελληνιστικό χώρο καθώς επίσης και στην Ρώμη. Το ιδιότυπο, σύντομο μα περιεκτικό ύφος του το μιμήθηκε ύστερα από αιώνες ένας άλλος Αλεξανδρινός ποιητής, ο Καβάφης.


ΕΠΙΓΡΑΜΜΑΤΑ


Ὤμοσε Καλλίγνωτος Ἰωνίδι μήποτ᾽ ἐκείνης

ἕξειν μήτε φίλον κρέσσονα μήτε φίλην.


Ὤμοσεν.•Ἀλλὰ λέγουσιν ἀληθέα τοὺς ἐν ἔρωτι

ὅρκους μὴ δύνειν οὔατ᾽ ἐς ἀθανάτων.


Νῦν δ᾽ ὁ μὲν ἀρσενικῷ θέρεται πυρί, τῆς δὲ ταλαίνης

νύμφης ὡς Μεγαρέων οὐ λόγος οὐδ᾽ ἀριθμός.


(Παλατινή Ανθολογία, V 6)



Οὕτως ὑπνώσαις Κωνώπιον, ὡς ἐμὲ ποιεῖς

κοιμᾶσθαι ψυχροῖς τοῖσδε παρὰ προθύροις.


οὕτως ὑπνώσαις ἀδικωτάτη, ὡς τὸν ἐραστήν

κοιμίζεις, ἐλέου δ᾽ οὐδ᾽ ὄναρ ἠντίασας.


γείτονες οἰκτείρουσι, σὺ δ᾽ οὐδ᾽ ὄναρ. ἡ πολιὴ δέ

αὐτίκ᾽ ἀναμνήσει ταῦτά σε πάντα κόμη.


(Παλατινή Ανθολογία, V 23)



Τέσσαρες αἱ Χάριτες, ποτὶ γὰρ μία ταῖς τρισὶ τήναις

ἄρτι ποτεπλάσθη κἤτι μύροισι νοτεῖ.


εὐαίων ἐν πᾶσιν ἀρίζαλος Βερενίκα,

ἇς ἄτερ οὐδ᾽ αὐταὶ ταὶ Χάριτες Χάριτες.


(Παλατινή Ανθολογία, V 146)



Κυνθιάδες θαρσεῖτε, τὰ γὰρ τοῦ Κρητὸς Ἐχέμμα

κεῖται ἐν Ὀρτυγίηι τόξα παρ᾽ Ἀρτέμιδι,


οἷς ὑμέων ἐκένωσεν ὄρος μέγα: νῦν δὲ πέπαυται,

αἶγες, ἐπεὶ σπονδὰς ἡ θεὸς εἰργάσατο.


(Παλατινή Ανθολογία, VI 121)




Καὶ πάλιν Εἰλήθυια Λυκαινίδος ἐλθὲ καλεύσης

εὔλοχος ὠδίνων ὧδε σὺν εὐτοκίηι,


ὡς τόδε νῦν μέν, ἄνασσα, κόρης ὕπερ, ἀντὶ δὲ παιδός

ὕστερον εὐώδης ἄλλο τι νηὸς ἔχοι.


(Παλατινή Ανθολογία, VI 146)



Τὸ χρέος ὡς ἀπέχεις Ἀσκλήπιε, τὸ πρὸ γυναικός

Δημοδίκης Ἀκέσων ὤφελεν εὐξάμενος,


γινώσκειν, ἤν δ᾽ ἆρα λάθηι καί † μιν ἀπαιτῆις,

φησὶ παρέξεσθαι μαετυρίην ὁ πίναξ.


(Παλατινή Ανθολογία, VI 147)



Τῶι με Κανωπίται Καλλίστιον εἴκοσι μύξαις

πλούσιον ἁ Κριτίου λύχνον ἔθηκε θεῶι


εὐξαμένα περὶ παιδὸς Ἀπελλίδος: ἐς δ᾽ ἐμὰ φέγγη

ἀθρήσας φάσεις 'Ἕσπερε πῶς ἔπεσες᾽.


(Παλατινή Ανθολογία, VI 148)



Φησὶν ὅ με στήσας Εὐαίνετος (οὐ γὰρ ἔγωγε

γινώσκω) νίκης ἀννί με τῆς ἰδίης


ἀγκεῖσθαι χάλκειον ἀλέκτορα Τυνδαρίδηισι:

πιστεύω Φαίδρου παιδὶ Φιλοξενίδεω.


(Παλατινή Ανθολογία, VI 149)



Ἰναχίης ἕστηκεν ἐν Ἴσιδος ἡ Θάλεω παῖς

Αἰσχυλὶς Εἰρήνης μητρὸς ὑποσχεσίηι.


(Παλατινή Ανθολογία, VI 150)



Τὴν ἁλίην Εὔδημος, ἀφ᾽ ἧς ἅλα λιτὸν ἐπέσθων

χειμῶνας μεγάλους ἐξέφυγεν δανέων,


θῆκε θεοῖς Σαμόθρηιξι λέγων ὅτι τήνδε κατ᾽ εὐχήν,

ὦ μεγάλοι, σωθεὶς ἐξ ἁλὸς ὧδ᾽ ἔθετο.


(Παλατινή Ανθολογία, VI 301)



Εὐμαθίην ἠιτεῖτο διδοὺς ἐμὲ Σῖμος ὁ Μίκκου

ταῖς Μούσαις: αἳ δὲ Γλαῦκος ὅκως ἔδοσαν


ἀντ᾽ ὀλίγου μέγα δῶρον. ἐγὼ δ᾽ ἀνὰ τῆιδε κεχηνώς

κεῖμαι τοῦ Σαμίου διπλόον ὁ τραγικός


παιδαρίων Διόνυσος ἐπήκοος: οἳ δὲ λέγουσιν

'ἱερὸς ? πλόκαμος᾽ τοὐμὸν ὄνειαρ ἐμοί.


(Παλατινή Ανθολογία, VI 310)




Τῆς Ἀγοράνακτός με λέγε ξένε κωμικὸν ὄντως

ἀγκεῖσθαι νίκης μάρτυρα τοῦ Ῥοδίου


Πάμφιλον, οὐ μὲν ἔρωτι δεδαγμένον, ἥμισυ δ᾽ ὀπτῆι

ἰσχάδι καὶ λύχνοις Ἴσιδος εἰδόμενον.


(Παλατινή Ανθολογία, VI 311)




Ἄρτεμι τὶν τόδ᾽ ἄγαλμα Φιληρατὶς εἵσατο τῆιδε:

ἀλλὰ σὺ μὲν δέξαι πότνια, τὴν δὲ σάω.


(Παλατινή Ανθολογία, VI 347)



Τίν με λεοντάγχ᾽ ὦνα συοκτόνε φήγινον ὄζον

θῆκε 'τίς᾽; Ἀρχῖνος 'ποῖος᾽; ὁ Κρής 'δέχομαι᾽.


(Παλατινή Ανθολογία, VI 351)




Ειπέ τις, Ηράκλειτε, τεόν μόρον, ες δέ με δάκρυ

ήγαγεν, εμνήσθην δ’ οσσάκις αμφότεροι


ήλιον εν λέσχη κατεδύσαμεν.αλλά σύ μέν που,

ξείν’ Αλικαρνησεύ, τετράπαλαι σποδιή.


αι δέ τεαί ζώουσιν αηδόνες, ήσιν ο πάντων

αρπακτής Αΐδης ουκ επί χείρα βαλεί.


(Παλατινή Ανθολογία, VII 80)



Ξεῖνος Ἀταρνείτης τις ἀνήρετο Πιττακὸν οὕτω

τὸν Μυτιληναῖον, παῖδα τὸν Ὑρράδιον:


'ἄττα γέρον, δοιός με καλεῖ γάμος: ἡ μία μὲν δή

νύμφη καὶ πλούτωι καὶ γενεῆι κατ' ἐμέ,


ἡ δ' ἑτέρη προβέβηκε: τί λώιον; εἰ δ' ἄγε σύμ μοι

βούλευσον, ποτέρην εἰς ὑμέναιον ἄγω.'


εἶπεν: ὁ δὲ σκίπωνα, γεροντικὸν ὅπλον, ἀείρας,

ἠνίδε, κεῖνοί τοι πᾶν ἐρέουσιν ἔπος.'


οἳ δ' ἄρ' ὑπὸ πληγῆισι θοὰς βέμβικας ἔχοντες

ἔστρεφον εὐρείηι παῖδες ἐνὶ τριόδωι.


'κείνων ἔρχεο' φησὶ 'μετ' ἴχνια'. χὠ μὲν ἐπέστη

πλησίον: οἳ δ' ἔλεγον: 'τὴν κατὰ σαυτὸν ἔλα'.


ταῦτ' ἀίων ο ξεῖνος ἒφείσατο μείζονος οἴκου

δράξασθαι παίδων κληδόνι συνθέμενος.


τὴν δ' ὀλίγην ὡς κεῖνος ἐς οἰκίον ἤγετο νύμφην,

οὕτω καὶ σύ, Δίων, τὴν κατὰ σαυτὸν ἔλα.


(Παλατινή Ανθολογία, VII 89)



Ὤφελε μηδ᾽ ἐγένοντο θοαὶ νέες• οὐ γὰρ ἂν ἡμεῖς

παῖδα Διοκλείδεω Σώπολιν ἐστένομεν.


Νῦν δ᾽ ὁ μὲν εἰν ἁλί που φέρεται νέκυς, ἀντὶ δ᾽ ἐκείνου

οὔνομα καὶ κενεὸν σῆμα παρερχόμεθα.


(Παλατινή Ανθολογία, VII 271)




Νάξιος οὐκ ἐπὶ γῆς ἔθανεν Λύκος, ἀλλ᾽ ἐνὶ πόντῳ

ναῦν ἅμα καὶ ψυχὴν εἶδεν ἀπολλυμένην,


ἔμπορος Αἰγίνηθεν ὅτ᾽ ἔπλεε• χὠ μὲν ἐν ὑγρῇ5

νεκρός, ἐγὼ δ᾽ ἄλλως6 οὔνομα τύμβος ἔχων


κηρύσσω πανάληθες ἔπος τόδε· „Φεῦγε θαλάσσῃ

συμμίσγειν Ἐρίφων, ναυτίλε, δυομένων.“


(Παλατινή Ανθολογία, VII 272)



Τίς, ξένος ὦ ναυηγέ; Λεόντιχος ἐνθάδε νεκρόν

εὗρέ ς᾽ ἐπ᾽ αἰγιαλοῦ χῶσέ τε τῶιδε τάφωι


δακρύσας ἐπίκηρον ἑὸν βίον: οὐδὲ γὰρ αὐτός

ἥσυχον, αἰθυίηι δ᾽ ἶσα θαλασσοπορεῖ.


(Παλατινή Ανθολογία, VII 277)

Ποιός είσαι, ξένε ναυαγέ ; Ο Λεόντιχος σέ βρήκε

στήν παραλία καί σ΄ έθαψε σ’ αυτόν εδώ τόν τάφο•

δάκρυσε τήν αβέβαιη ζωή του σάν εσκέφτη,

γιατί κι αυτός στίς θάλασσες πλανιέται σάν τούς γλάρους.



—Τίμων, οὐ γὰρ ἔτ᾿ ἐσσί, τί τοι, σκότος ἢ φάος, ἐχθρόν;

—Τὸ σκότος· ὑμέων γὰρ πλείονες εἰν Ἀΐδῃ.


(Παλατινή Ανθολογία, VII 317)

«Τίμων, τώρα πού πέθανες, τό φώς ή τό σκοτάδι

ποθείς ;»

«Τό φώς, τί πιό πολλοί είσαστε εδώ στόν Άδη».



Μὴ χαίρειν εἴπῃς με, κακὸν κέαρ, ἀλλὰ πάρελθε·

ἶσον ἐμοὶ χαίρειν ἐστὶ τὸ μὴ σὲ πελᾶν.


(Παλατινή Ανθολογία, VII 318)



Βαττιάδεω παρὰ σῆμα φέρεις πόδας εὖ μὲν ἀοιδήν

εἰδότος, εὖ δ᾽ οἴνωι καίρια συγγελάσαι.


(Παλατινή Ανθολογία, VII 415)



Σύντομος ἦν ὁ ξεῖνος, ὃ καὶ στίχος οὐ μακρὰ λέξων

'Θῆρις Ἀρισταίου Κρής᾽ ἐπ᾽ ἐμοὶ δολιχός.


(Παλατινή Ανθολογία, VII 447)



Τῆιδε Σάων ὁ Δίκωνος Ἀκάνθιος ἱερὸν ὕπνον

κοιμᾶται: θνήισκειν μὴ λέγε τοὺς ἀγαθούς.


(Παλατινή Ανθολογία, VII 451)




Δωδεκέτη τὸν παῖδα πατὴρ ἀπέθηκε Φίλιππος

ἐνθάδε τὴν πολλὴν ἐλπίδα Νικοτέλην.


(Παλατινή Ανθολογία, VII 453)

Τό δωδεκάχρονό του γιό εδώ έχει αποθέσει,

τό Νικοτέλη ο Φίλιππος, τήν πιό μεγάλη ελπίδα.



Τὴν Φρυγίην Αἴσχρην, ἀγαθὸν γάλα, πᾶσιν ἐν ἐσθλοῖς

Μίκκος καὶ ζωὴν οὖσαν ἐγηροκόμει


καὶ φθιμένην ἀνέθηκεν, ἐπεσσομένοισιν ὁρᾶσθαι,

ἡ γρῆυς μαστῶν ὡς ἀπέχει χάριτας.


(Παλατινή Ανθολογία, VII 458)



Εἶχον ἀπὸ σμικρῶν ὀλίγον βίον οὔτε τι δεινόν

ῥέζων οὔτ᾽ ἀδικέων οὐδένα. Γαῖα φίλη,


Μικύλος εἴ τι πονηρὸν ἐπήινεσα, μήτε σὺ κούφη

γίνεο μήθ᾽ ἵλεω δαίμονες οἵ μ᾽ ἔχετε.


(Παλατινή Ανθολογία, VII 460)

Πάντα η ζωή μου ταπεινή• δέν έβλαψα κανένα.

Άν παίνεσα, εγώ ο Μίκυλος, ποτέ πράξη κακή,

τότε τών χθόνιων θεών τήν εύνοια νά μήν έχω

κι εσύ βαριά από πάνω μου νά είσαι, μάνα Γή.



Εἴπας· „῞Ηλιε χαῖρε.“ Κλεόμβροτος ὡμβρακιώτης

ἥλατ᾽ ἀφ᾽ ὑψηλοῦ τείχεος εἰς Ἀΐδην,


ἄξιον οὐδὲν ἰδὼν θανάτου κακόν, ἀλλὰ Πλάτωνος

ἓν τὸ περὶ ψυχῆς γράμμ᾽ ἀναλεξάμενος.


(Παλατινή Ανθολογία, VII 471)



Ἠῶιοι Μελάνιππον ἐθάπτομεν, ἠελίου δέ

δυομένου Βασιλὼ κάτθανε παρθενική


αὐτοχερί: ζώειν γὰρ ἀδελφεὸν ἐν πυρὶ θεῖσα

οὐκ ἔτλη. δίδυμον δ᾽ οἶκος ἐπεῖδε κακόν


πατρὸς Ἀριστίπποιο, κατήφησεν δὲ Κυρήνη

πᾶσα τὸν εὔτεκνον χῆρον ἰδοῦσα δόμον.


(Παλατινή Ανθολογία, VII 517)



Ἀστακίδην τὸν Κρῆτα1 τὸν αἰπόλον ἥρπασε Νύμφη

ἐξ ὄρεος, καὶ νῦν ἱερὸς2 Ἀστακίδης.


Οὐκέτι Δικταίῃσιν3 ὑπὸ δρυσίν,4 οὐκέτι Δάφνιν

ποιμένες, Ἀστακίδην δ᾽ αἰὲν ἀεισόμεθα.


(Παλατινή Ανθολογία, VII 518)



Δαίμονα τίς δ᾽ εὖ οἶδε τὸν Αὔριον; ἁνίκα καὶ δέ

Χάρμι τὸν ὀφθαλμοῖς χθιζὸν ἐν ἁμετέροις


τᾶι ἑτέραι κλαύσαντες ἐθάπτομεν: οὐδὲν ἐκείνου

εἶδε πατὴρ Διοφῶν χρῆμ᾽ ἀνιαρότερον.


(Παλατινή Ανθολογία, VII 519)

Τό τί τού μέλλεται αύριο ποιός ξέρει,

αφού κι εσένα, Χάρμη, πού μαζί μας

σέ είχαμεν ώς χτές, τήν άλλη μέρα

μέ κλάματα σέ θάψαμε• κανένα

ποτέ ο πατέρας σου ο Διοφώντας

κακό τρομακτικότερο δέν είδε.



Ἡν δίζηι Τίμαρχον ἐν Ἄιδος, ὄφρα πύθηαι

ἤ τι περὶ ψυχῆς ἢ πάλι πῶς ἔσεαι,


δίζησθαι φυλῆς Πτολεμαίδος υἱέα πατρός

Παυσανίου: δήεις δ᾽ αὐτὸν ἐν εὐσεβέων.


(Παλατινή Ανθολογία, VII 520)



Κύζικον ἢν ἔλθηις, ὀλίγος πόνος Ἱππακὸν εὑρεῖν

καὶ Διδύμην: ἀφανὴς οὔ τι γὰρ ἡ γενεή.


καί σφιν ἀνιηρὸν μὲν ἐρεῖς ἔπος, ἔμπα δὲ λέξαι

τοῦθ᾽, ὅτι τὸν κείνων ὧδ᾽ ἐπέχω Κριτίην.


(Παλατινή Ανθολογία, VII 521)


'Τιμονόη.' τίς δ᾽ ἐσσί; μὰ δαίμονας, οὔ ς᾽ ἂν ἐπέγνων,

εἰ μὴ Τιμοθέου πατρὸς ἐπῆν ὄνομα


στήληι καὶ Μήθυμνα, τεὴ πόλις. ἦ μέγα φημί

χῆρον ἀνιᾶσθαι σὸν πόσιν Εὐθυμένη.


(Παλατινή Ανθολογία, VII 522)



Οἵτινες Ἀλείοιο παρέρπετε σῆμα Κίμωνος,

ἴστε τὸν Ἱππαίου παῖδα παρερχόμενοι.


(Παλατινή Ανθολογία, VII 523)



῏Η ῥ᾽ ὑπὸ σοὶ Χαρίδας ἀναπαύεται; – „Εἰ τὸν Ἀρίμμα

τοῦ Κυρηναίου παῖδα λέγεις, ὑπ᾽ ἐμοί.“ –


Ὦ Χαρίδα, τί τὰ νέρθε; – „Πολὺ σκότος.“ – Αἱ δ᾽ ἄνοδοι τί;–

„Ψεῦδος.“ –Ὁ δὲ Πλούτων; – „Μῦθος.“ –Ἀπωλόμεθα. –


„Οὗτος ἐμὸς λόγος ὔμμιν ἀληθινός• εἰ δὲ τὸν ἡδύν

βούλει, Πελλαίου6 βοῦς μέγας εἰν Ἀΐδῃ.“


(Παλατινή Ανθολογία, VII 524)



Ὅστις ἐμὸν παρὰ σῆμα φέρεις πόδα, Καλλιμάχου με

ἴσθι Κυρηναίου παῖδά τε καὶ γενέτην.


Εἰδείης δ᾽ ἄμφω κεν• ὁ μέν κοτε πατρίδος ὅπλων

ἦρξεν, ὁ δ᾽ ἤεισεν κρέσσονα βασκανίης.


Οὐ νέμεσις• Μοῦσαι γὰρ ὅσους ἴδον ὄμματι παῖδας

μη λοξῷ πολιοὺς οὐκ ἀπέθεντο φίλους.


(Παλατινή Ανθολογία, VII 525)



Αἴνιε, καὶ σὺ γὰρ ὧδε, Μενέκρατες, οὐκ ἐπὶ πουλύ

ἦσθα: τί δέ, ξείνων λῶιστε, κατειργάσατο;


ἦ ῥα τὸ καὶ Κένταυρον; 'ὅ μοι πεπρωμένος ὕπνος

ἦλθεν, ὁ δὲ τλήμων οἶνος ἔχει πρόφασιν᾽.


(Παλατινή Ανθολογία, VII 725)



Ἱερέη Δήμητρος ἐγώ ποτε καὶ πάλιν Καβείρων,

ὦνερ, καὶ μετέπειτα Δινδυμήνης


ἡ γρῆυς γενόμην, ἡ νῦν κόνις, ἡ Νο . . . . .

πολλῶν προστασίη νέων γυναικῶν.


καί μοι τέχν᾽ ἐγένοντο δύ᾽ ἄρσενα, κἠπέμυς᾽ ἐκείνων

εὐγήρως ἐνὶ χερσίν: ἕρπε χαίρων.


(Παλατινή Ανθολογία, VII 728)



Ήρως Αἰετίωνος ἐπίσταθμος Ἀμφιπολίτεω

ἵδρυμαι μικρῶι μικρὸς ἐπὶ προθύρωι


λοξὸν ὄφιν καὶ μοῦνον ἔχων ξίφος: ἀνδρὶ † ιπειωι

θυμωθεὶς πεζὸν κἀμὲ παρωικίσατο.


(Παλατινή Ανθολογία, ΙΧ 336)


Ἡσιόδου τό τ᾽ ἄεισμα καὶ ὁ τρόπος• οὐ τὸν ἀοιδῶν

ἔσχατον, ἀλλ᾽ ὀκνέω μὴ τὸ μελιχρότατον


τῶν ἐπέων ὁ Σολεὺς ἀπεμάξατο• χαίρετε λεπταί

ῥήσιες, Ἀρήτου σύμβολον ἀγρυπνίης.


(Παλατινή Ανθολογία, ΙΧ 507)




Ἦλθε Θεαίτητος καθαρὴν ὁδόν. εἰ δ᾽ ἐπὶ κισσόν

τὸν τεὸν οὐχ αὕτη, Βάκχε, κέλευθος ἄγει:


ἄλλων μὲν κήρυκες ἐπὶ βραχὺν οὔνομα καιρόν

φθέγξονται, κείνου δ᾽ Ἑλλὰς ἀεὶ σοφίην.


(Παλατινή Ανθολογία, ΙΧ 565)


Μικρή τις Διόνυσε καλὰ πρήσσοντι ποιητῆι

ῥῆσις: ὃ μὲν 'νικῶ᾽ φησὶ τὸ μακρότατον,


ὧι δὲ σὺ μὴ πνεύσηις ἐπιδέξιος, ἤν τις ἔρηται

'πῶς ἔβαλες᾽; φησί 'σκληρὰ τὰ γιγνόμενα᾽.


τῶι μερμηρίξαντι τὰ μ? νδικα τοῦτο γένοιτο

τοὖπος: ἐμοὶ δ᾽, ὦναξ, ἡ βραχυσυλλαβίη.


(Παλατινή Ανθολογία, ΙΧ 566)


Εὐδαίμων ὅτι τἄλλα μανεὶς ὡρχαῖος Ὀρέστας,

λευκαρετανμαν οὐκ ἐμάνη μανίαν


οὐδ᾽ ἔλαβ᾽ ἐξέτασιν τῶ Φωκέος ἅτις ἐλέγχει

τὸν φίλον, † ἀλλαιχ᾽ ἓν δρᾶμ᾽ ἐδίδαξε μόνον:


ἦ τάχα κα τὸν ἑταῖρον ἀπώλεσε τοῦτο ποήσας —

κἠγὼ τὼς πολλὼς οὐκέτ᾽ ἔχω Πυλάδας.


(Παλατινή Ανθολογία, ΧΙ 362)


Ἐχθαίρω τὸ ποίημα τὸ κυκλικόν, οὐδὲ κελεύθῳ2

χαίρω, τίς πολλοὺς ὧδε καὶ ὧδε φέρει.


Μισῶ καὶ περίφοιτον ἐρώμενον, οὐδ᾽ ἀπὸ κρήνης

πίνω• σικχαίνω πάντα τὰ δημόσια.


Λυσανίη, σὺ δὲ ναίχι καλὸς καλός – ἀλλὰ πρὶν εἰπεῖν

τοῦτο σαφῶς, Ἠχώ φησί τις· «Ἄλλος ἔχει.»


(Παλατινή Ανθολογία, ΧII 43)


Ἔγχει καὶ πάλιν εἰπὲ 'Διοκλέος᾽. οὐδ᾽ Ἀχελῶιος

κείνου τῶν ἱερῶν αἰσθάνεται κυάθων.


καλὸς ὁ παῖς Ἀχελῶιε λίην καλός, εἰ δέ τις οὐχί

φησίν — ἐπισταίμην μοῦνος ἐγὼ τὰ καλά.


(Παλατινή Ανθολογία, ΧII 51)



Θεσσαλικὲ Κλεόνικε τάλαν, τάλαν, οὐ μὰ τὸν ὀξύν

ἥλιον, οὐκ ἔγνων: σχέτλιε ποῦ γέγονας;


ὀστέα σοὶ καὶ μοῦνον ἔτι τρίχες: ἦ ῥά σε δαίμων

οὑμὸς ἔχει, χαλεπῆι δ᾽ ἤντεο θευμορίηι;


ἔγνω?: Εὐξίθεός σε συνήρπασε, καὶ σὺ γὰρ ἐλθών

τὸν καλόν, ὦ μοχθήρ᾽, ἔβλεπες ἀμφοτέροις.


(Παλατινή Ανθολογία, ΧII 71)


Ἥμισύ μευ ψυχῆς ἔτι τὸ πνέον, ἥμισυ δ᾽ οὐκ οἶδ᾽

εἴτ᾽ Ἔρος εἴτ᾽ Ἀίδης ἥρπασε, πλὴν ἀφανές.


ἦ ῥά τιν᾽ ἐς παίδων πάλιν ὤιχετο; καὶ μὲν ἀπεῖπον

πολλάκι 'τὴν δρῆστιν μὴ ὑποδέχεσθε νέοι᾽.


+ουκισυ δίφησον: ἐκεῖσε γὰρ ἡ λιθόλευστος

κείνη καὶ δύσερως οἶδ᾽ ὅτι που στρέφεται.


(Παλατινή Ανθολογία, ΧII 73)


Ὡγρευτὴς Ἐπίκυδες ἐν οὔρεσι πάντα λαγωόν

διφᾶι καὶ πάσης ἴχνια δορκαλίδος


στείβηι καὶ νιφετῶι κεχαρημένος, ἢν δέ τις εἴπηι

'τῆ, τόδε βέβληται θηρίον᾽ οὐκ ἔλαβεν.


χοὐμὸς ἔρως τοιόσδε: τὰ γὰρ φεύγοντα διώκειν

οἶδε, τὰ δ᾽ ἐν μέσσωι κείμενα παρπέτεται.


(Παλατινή Ανθολογία, ΧII 102)


Εἰ μὲν ἑκὼν Ἀρχῖν᾽ ἐπεκώμασα, μυρία μέμφου,

εἰ δ᾽ ἄκων ἥκω, τὴν προπέτειαν ἔα.


Ακρητος καὶ Ἔρως μ᾽ ἠνάγκασαν, ὧν ὃ μὲν αὐτῶν

εἷλκεν, ὃ δ᾽ οὐκ εἴα τὴν προπέτειαν ἐᾶν.


ἐλθὼν δ᾽ οὐκ ἐβόησα, τίς ἢ τίνος, ἀλλ᾽ ἐφίλησα

τὴν φλιήν: εἰ τοῦτ᾽ ἔστ᾽ ἀδίκημ᾽, ἀδικέω.


(Παλατινή Ανθολογία, ΧII 118)



Έλκος ἔχων ὁ ξεῖνος ἐλάνθανεν: ὡς ἀνιηρόν

πνεῦμα διὰ στηθέων,εἶδες; ἀνηγάγετο,


τὸ τρίτον ἡνίκ᾽ ἔπινε, τὰ δὲ ῥόδα φυλλοβολεῦντα

τὠνδρὸς ἀπὸ στεφάνων πάντ᾽ ἐγένοντο χαμαί:


ὤπτηται μέγα δή τι: μὰ δαίμονας οὐκ ἀπὸ ῥυσμοῦ

εἰκάζω, φωρὸς δ᾽ ἴχνια φὼρ ἔμαθον.


(Παλατινή Ανθολογία, ΧII 134)


Ἔστι τι ναὶ τὸν Πᾶνα κεκρυμμένον, ἔστι τι ταύτηι

ναὶ μὰ Διώνυσον πῦρ ὑπὸ τῆι σποδίηι:


οὐ θαρσέω: μὴ δή με περίπλεκε. πολλάκι λήθει

τοῖχον ὑποτρώγων ἡσύχιος ποταμός:


τῶι καὶ νῦν δείδοικα, Μενέξενε, μή με παρεισδύς

οὗτος † ὁσειγαρνης εἰς τὸν ἔρωτα βάληι.


(Παλατινή Ανθολογία, ΧII 139)



Οἶδ᾽ ὅτι μου πλούτου κενεαὶ χέρες, ἀλλὰ Μένιππε

μὴ λέγε πρὸς Χαρίτων τοὐμὸν ὄνειρον ἐμοί.


ἀλγέω τὴν διὰ παντὸς ἔπος τόδε πικρὸν ἀκούων:

ναὶ φίλε, τῶν παρὰ σοῦ τοῦτ᾽ ἀνεραστότατον.


(Παλατινή Ανθολογία, ΧII 148)


'Ληφθήσει, περίφευγε Μενέκρατες᾽ εἶπα Πανήμου

εἰκάδι, καὶ Λώιου τῆι τίνι; τῆι δεκάτηι


ἦλθεν ὁ βοῦς ὑπ᾽ ἄροτρον ἑκούσιος. εὖ γ᾽, ἐμὸς Ἑρμῆς,

εὖ γ᾽, ἐμός: οὐ παρὰ τὰς εἴκοσι μεμφόμεθα.


(Παλατινή Ανθολογία, ΧII 149)


Ὡς ἀγαθὰν Πολύφαμος ἀνεύρατο τὰν ἐπαοιδάν

τὠραμένῳ· ναὶ Γᾶν, οὐκ ἀμαθὴς ὁ Κύκλωψ.


Αἱ Μοῖσαι τὸν ἔρωτα κατισχναίνοντι, Φίλιππε·

ἦ πανακὲς πάντων φάρμακον ἁ σοφία.


Τοῦτο, δοκέω, χἀ λιμὸς ἔχει μόνον ἐς τὰ πονηρά

τὠγαθόν• ἐκκόπτει τὰν φιλόπαιδα νόσον.


ἔσθ᾽ ἁμὶν †χ᾽ακαστας ἀφειδέα ποττὸν Ἔρωτα

τοῦτ᾽ εἶπαι· „Κείρευ τὰ πτερά, παιδάριον,


οὐδ᾽ ὅσον ἀττάραγόν τυ δεδοίκαμες.“ Αἱ γὰρ ἐπῳδαί

οἴκοι τῶ χαλεπῶ τραύματος ἀμφότεραι.


(Παλατινή Ανθολογία, ΧII 150)


Τὸν τὸ καλὸν μελανεῦντα Θεόκριτον, εἰ μὲν ἔμ᾽ ἔχθει,

τετράκι μισοίης, εἰ δὲ φιλεῖ, φιλέοις:


ναιχὶ πρὸς εὐχαίτεω Γανυμήδεος, οὐράνιε Ζεῦ:

καὶ σύ ποτ᾽ ἠράσθης — οὐκέτι μακρὰ λέγω.


(Παλατινή Ανθολογία, ΧII 230)


Ὁ Λύκτιος Μενοίτας τὰ τόξα ταῦτ᾽ ἐπειπών


ἔθηκε "τῆ, κέρας τοι δίδωμι καὶ φαρέτρην


Σάραπι: τοὺς δ᾽ ὀιστούς ἔχουσιν 'Εσπερῖται".


(Παλατινή Ανθολογία, ΧIIΙ 7)


Τὰ δῶρα τἀφροδίτηι


Σῖμον ἡ περίφοιτος, εἰκόν᾽ αὑτῆς,

ἔθηκε, τήν τε μίτρην


† ἡ μαστοὺς ἐφίλησε, τόν τε πανόν

καὶ .................


τοὺς αὐτοὺς ώρῆι τάλαινα θύρσους. (Παλατινή Ανθολογία, ΧIIΙ 24)



Δήμητρι τῆι Πυλαίηι, τῆι τοῦτον οὑκ Πελασγῶν


Ἀκρίσιος τὸν νηὸν ἐδείματο, ταῦθ᾽ ὁ Ναυκρατίτης


καὶ τῆι κάτω θυγατρί τὰ δῶρα Τιμόδημος


εἵσατο τῶν κερδέων δεκατεύματα: καὶ γὰρ εὔξαθ᾽ οὕτως.


(Παλατινή Ανθολογία, ΧIIΙ 25)



το κείμενο είναι από απόθεση της ΒΙΚΙΘΗΚΗΣ ΕΔΩ 

ΤΟ ΒΙΒΛΊΟ ΜΕ ΛΑΤΙΝΙΚΉ ΕΠΕΞΉΓΗΣΗ ΜΠΟΡΕΊΤΕ ΝΑ ΤΟ ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ




ΠΗΓΕΣ
Σ. Δ. Βυζάντιος και Α. Ρ. Ραγκαβής, επιμ. (1853). Ελληνική Χρηστομάθεια. Αθήνα: Ανδρέας Κορομηλάς, Τυπογραφείο Ανδρέα Κορομηλά. Ανακτήθηκε στις 27 Μαρτίου 2010.
Γιάννης Δάλλας, “Καλλίμαχος, ο ξύλινος νους”, Γιάννινα, "Ενδοχώρα", 1960 (μετάφραση 33 επιγραμμάτων).
Α. Γαβρίλης, εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάννικα, λήμμα Καλλίμαχος (1).
«Φιλοσοφικό Κοινωνιολογικό Λεξικό». Καβάσιλας – Μπεντά. Εκδόσεις: Καπόπουλος. Αθήνα, 1995.