Το Βοιωτικό κράνος


Οι συμβατικές ονομασίες και η τυπολογία στα κράνη της αρχαιότητας είναι σε μεγάλο βαθμό συμβατική και δεν αντανακλούν τη σύγχρονη με την εποχή τους ονομασία. Όροι όπως «Ιλλυρικού» και « Αττικού » χρησιμοποιούνται στην σύγχρονη αρχαιολογία για την ευκολία και για να υποδηλώσει ένα συγκεκριμένο τύπο κράνους και δεν συνεπάγονται την καταγωγή του ". ( Connolly, σ.. 72) Ο όρος «βοιωτικό κράνος» αποτελεί εξαίρεση, όπως έχει πιστοποιηθεί από τον Ξενοφώντα ως εκ τούτου είναι σύγχρονη της εποχής του η χρήση του ονόματος αυτού . ( Connolly, σ.. 60) Connolly, P. (1981) Greece and Rome at War. Macdonald Phoebus, London. Το βοιωτικό κράνος ήταν ιδιόμορφος τύπος πολεμικού εξαρτήματος που γνώρισε μεγάλη διάδοση τον 4ο και τον 3ο αι. π.Χ. Το χρησιμοποιούσαν κυρίως οι Έλληνες ιππείς. Ο Ξενοφών συνιστά τη χρήση του βοιωτικού κράνους λόγω του ευρύτατου οπτικού πεδίου για τον πολεμιστή, ιδίως την ώρα της μάχης. Στο πεζικό δεν ήταν πολύ διαδεδομένο, εκτός από τους Βοιωτούς που το φορούσαν και από τους οποίους πήρε και το όνομά του.

Το  Βοιωτικό κράνος λοιπόν ένας τύπος κράνος που χρησιμοποιήθηκε στην Κλασική Αρχαιότητα και την «Ελληνιστική» περίοδο την περίοδο των μακεδόνων βασιλέων δηλαδή , και προέρχεται σίγουρα από την περιοχή της Βοιωτίας .

Το Βοιωτικό ήταν ένα ανοικτό κράνος, επιτρέποντας καλή περιφερική όραση όπου  άφηνε και την ακοή ανεπηρέαστη. Είχε ένα θόλο και περιβάλλεται από έναν μεγάλο, γείσο, ένα επικλινές χείλος δηλαδή . Το χείλος στρέφετε κάτω και στο πίσω μέρος για να προστατεύει το πίσω μέρος του λαιμού, τον αυχένα και για την προβλεπόμενη προς τα εμπρός προφύλαξη πάνω από το μέτωπο επίσης λίγο προς τα κάτω και  έχει πτυχώσεις που προσφέρουν κάποια πλευρική προστασία και για το πρόσωπο. Ένα μακρύ λοφίο μερικές φορές συνδέεται με αυτό το είδος του κράνους.