Το «κύπελλο του Λυκούργου» και τα « διάτρητα »


Το κύπελλο του Λυκούργου  αντιπροσωπεύει ένα από τα σημαντικά επιτεύγματα της αρχαίας βιομηχανίας γυαλιού. Αυτό το γυάλινο κύπελλο είναι εξαιρετικό από διάφορες απόψεις, αρχικά από τη μέθοδο επεξεργασίας και την σχετική εξαιρετική εργασία και αφετέρου από την άποψη για τα ασυνήθιστα οπτικά αποτελέσματα που επιδεικνύονται από το γυαλί.

Το κύπελλο είναι ένα από μια κατηγορία γνωστή με την ελληνική λέξη «διάτρητα», όπου η διακόσμηση είναι σε δικτυωτό στέλεχος που στέκεται



υπερήφανο έξω  από το σώμα του σκάφους, στο οποίο συνδέεται από τις κνήμες ή γεφυρώνει χαρακτηριστικά αυτά τα δικτυωτά «κλουβιά», περιλαμβάνει ένα δικτυωτό πλέγμα των συνδεμένων κύκλων, αλλά ένας μικρός αριθμός από αυτά τα κύπελλα  έχει μεταφορικά σχέδια, αν και κανένα από αυτά δεν είναι τόσο επιμελημένο ή τόσο καλά συντηρημένο όσο στο κύπελλο αυτό .


 Ένα «Διάτρητον» γυάλινο σκεύος του 4ου μ.Χ. αιώνα  και  στην άνω σειρά υπάρχει ελληνικό κείμενο

Τα κύπελλα αυτά  χρονολογούνται γενικά στον τέταρτο μ.Χ. αιώνα. και έχουν βρεθεί πέρα από τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, αλλά ο αριθμός που ανακτάται μέχρι σήμερα είναι μικρός, και πιθανώς μόνο 50-100 παραδείγματα είναι γνωστά . Είναι μεταξύ των πιο τεχνικά περίπλοκων αντικειμένων γυαλιού που παράγονται πριν από τη σύγχρονη εποχή.

 Ο τρόπος κατασκευής στην αρχαιότητα του «διάτρητου»


Ένα «διάτρητον» γυάλινο σκεύος του 4ου αι. μ.Χ. που βρέθηκε στην περιοχή της σημερινής Γερμανίας.


Αναλύοντας το κύπελλο του Λυκούργου
Η δικτυωτή διακόσμηση του κυπέλλου του Λυκούργου περιλαμβάνει ένα μυθολογικό δρώμενο. απεικονίζοντας το μύθο του βασιλιά Λυκούργου από το έκτο βιβλίο της Ιλιάδας του Ομήρου.

Ο Dr Robert Brill του Μουσείου Γυαλιού Corning αναφέρει …. Ο διχροϊσμός συνδέθηκε με την παρουσία μικρών ποσοτήτων χρυσού (περίπου 40 PPM) και ασημιού (περίπου 300 PPM) στο γυαλί Εντούτοις, απλά να προσθέσει κάποιος τα ίχνη χρυσού και ασημιού στο γυαλί δεν θα παρήγε αυτές τις μοναδικές οπτικές ιδιότητες και ο κρίσιμος παράγοντας θεωρήθηκε να είσαι ο σχηματισμός των μικρών υπομικροσκοπικών κρυστάλλων ή των κολλοειδών των μετάλλων. Τα κολλοειδή συστήματα μπορούν να δώσουν αφορμή για τα φαινόμενα ελαφριάς διασποράς που οδηγούν στα διχροϊκά αποτελέσματα.

 
Η  προσπάθεια να φτιαχτεί ίδιο αποτέλεσμα στο γυαλί έδωσε αυτά τα αποτελέσματα από το   Corning Glassworks

Το γυαλί του «κυπέλου του Λυκούργου » είναι διχροϊκό  στο άμεσο φως μοιάζει με νεφρίτη με έναν αδιαφανή πρασινοκίτρινο τόνο, αλλά όταν λάμπει το φως μέσω του γυαλιού (διαβιβασθέν φως) γυρίζει σε ένα διαφανές ροδοκόκκινο χρώμα .Το κύπελλο δόθηκε στο βρετανικό μουσείο από το Λόρδο Rothschild , τον γνωστό , το 1958 (με την ενίσχυση μιας συμβολής από το Εθνικό Ταμείο Συλλογής Τέχνης) . Για τις  μυθολογικές σκηνές επάνω στο κύπελλο θα δούμε παρακάτω. Έχει θεωρηθεί από μερικούς σύγχρονους  ερευνητές  ότι το θέμα αυτού του μύθου - ο θρίαμβος του Διονύσου  επί του Λυκούργου- έχει επιλεχτεί για να αναφερθεί σε ένα σύγχρονο, τότε  πολιτικό γεγονός, την ήττα του αυτοκράτορα  Λυκίνιου  από το Κωνσταντίνο  . Κανένας ακριβής παραλληλισμός  αυτής της απεικόνισης του μύθου όμως  δεν υπάρχει και  η πρόωρη ιστορία του κυπέλλου , είναι άγνωστη (όπως είναι το σημείο που βρέθηκε . Εντούτοις, καμία λεπτομερής μελέτη του κυπέλλου  δεν αναλήφθηκε έως το 1950 όταν εξετάστηκε, κατά παράκληση του Λόρδου Rothschild, από τους Harden και Toynbee, με συνέπεια το οριστικό άρθρο τους στο τεύχος  Archaeologia το 1959 να είναι τα προαναφερόμενα .

Νανοτεχνολογία τον 4ο αι. μ. Χ.  από τους έλληνες καλλιτέχνες. Οι σημερινοί ερευνητές δεν μπορούν να πιστέψουν ότι κατασκευάστηκε τέτοιο αντικείμενο την εποχή εκείνη .

Το γυαλί παραγόταν την περίοδο εκείνη  στην Αίγυπτο και τη Παλαιστίνη λόγο πληθώρας πρώτης ύλης σε μεγάλους φούρνους  όπου τοποθετούσαν  πολλούς τόνους άμμου και της σόδας και τα  έλειωναν και κατόπιν τα παρασκευάσματα διανέμονται  ως ακατέργαστα κομμάτια ακόμα και πέρα από την αυτοκρατορία όπου μπορούσαν εκεί να λειώσουν ξανά και να γίνουν  χειροποίητα αντικείμενα.



Μια απεικόνιση της κλίμακας της υαλουργίας παρέχεται από τα λουτρά Caracella, μια σημαντική δημόσια οικοδόμηση που χρονολογεί στον πρόωρο τρίτο αιώνα μ.Χ., που χρησιμοποίησε περίπου 350 τόνους γυαλιού στα μωσαϊκά και τα παράθυρα [τοίχων και υπόγειων θαλάμων]. Το κύπελλο του Λυκούργου  και τα σχετικά αγγεία  πρέπει να το δούμε  στα πλαίσια μιας τέτοιας μακρόβιας και μεγάλης κλίμακας παραγωγής του γυαλιού. Ο μικρός αριθμός «διάτρητων» κυπέλλων  αντιπροσωπεύει ένα μικρό μέρος του συνολικού ποσού γυαλιού που ήταν στην κυκλοφορία τότε, και εκείνα δε που παρουσιάζουν αποκαλούμενες «διχροϊκές» αλλαγές χρώματος είναι ένα μικρό μέρος αυτής της ομάδας.  Ένας περιορισμένος αριθμός άλλων γυαλιών της  ρωμαϊκής περιόδου εμφανίζεται να χρωματίζεται από το χρυσό, στην την περιοχή της Α. Μεσογείου. Ούτε τα χρώματα των άλλων διχροϊκών γυαλιών δεν παρουσιάζουν όμως την επίδραση χρωματισμού ακριβώς όπως του Λυκούργου .


 Παραδείγματος χάριν, Αυτό το τεμάχιο αγγείου  έχει υψηλό ασημένιο περιεχόμενο (2270 PPM) και μόνο 13 PPM χρυσού ,έτσι ώστε η χρωματική  επίδραση είναι πιθανό να οφείλεται στα νανοτεμάχια  που είναι κατά ένα μεγάλο μέρος αυτά του  ασημιού.

       «ΔΙΑΤΡΗΤΟ» ΣΚΕΥΟΣ ΡΩΜΑΪΚΗΣ ΕΠΟΧΗΣ 300 μ.Χ.

 Η πιο αξιοπρόσεκτη πτυχή του κυπέλλου λοιπόν  είναι το χρώμα του. Μόνο μια χούφτα άλλων αρχαίων γυαλιών, όλα τους περίπου του 4ου αι. μ.Χ. , είναι που έχουν την διχροϊκή ιδιότητα  και η αλλαγή του φωτός τα χρωματίζει με αυτόν τον τρόπο , αρκετά  από αυτά  είναι στην ομάδα τα ονομαζόμενα «διάτρητα», με την πιο χαρακτηριστική διακόσμηση μια μορφή  γεωμετρικών σχεδίων , αλλά τείνουν να παρουσιάσουν λιγότερη αλλαγή χρώματος από αυτό του Λυκούργου  . Είναι επομένως πιθανό ότι το κύπελλο του Λυκούργου παρήχθη από ένα εργαστήριο που έκανε ήδη ιδιαίτερα εξειδικευμένα και ακριβά προϊόντα γυαλιού. 

 
Τμήμα του κυπέλου του Λυκούργου κατά την φασματογραφική ανάλυση

Μετά από την προκαταρκτική μελέτη στο Βρετανικό Μουσείο, συμπεριλαμβανομένης της ποιοτικής φασματογραφικής ανάλυσης, το μουσείο έστειλε ένα δείγμα το 1959 στα ερευνητικά εργαστήρια της (G.E. Company Ltd) στο Wembley για την πιο λεπτομερή ανάλυση μικροϋπολογιστών για να προσπαθήσει να καθορίσει τη χρωστική ουσία . Ακόμα και σε αυτή τη φάση ο ειδικός στην GEC σημείωσε ότι η παρουσία ιχνών ποσοτήτων χρυσού, ασημιού και άλλων στοιχείων στη περιεκτικότητα γυαλιού ότι είναι αρμόδια για το σύνθετο χρώμα και τα οποία στοιχεία διασκορπίζονται στην ύλη και έχει αυτά τα αποτελέσματα στην εμφάνιση του γυαλιού και προτείνει ότι το χρώμα μπορεί να προκύψει από «έναν συνδυασμό του «φυσικού οπτικού» χρωματισμού του κολλοειδούς μετάλλου στο γυαλί συν, ενδεχομένως, κάποια χρώση από τους συνδυασμούς» 12 μετάλλων .

Στοιχεία χρυσού ασημιού και δεξιά sodium chloride μέσα στο «κύπελλο του Λυκούργου» 

Το θεματικό δρώμενο αφορά τον ελληνικό μύθο

Εντυπωσιακό είναι ,λέει ο Whitehouse και έχει επιστήσει την προσοχή ,στην αναφορά στην αρχαία λογοτεχνία που με δύναμη περιγράφει καλά το κύπελλο. Ένα κύπελλο από την ρωμαϊκή περίοδο που κατασκευάστηκε πιθανά στην Αλεξάνδρεια Έχει σημασία να μάθουμε τι αναπαριστά το εν λόγω κύπελλο και την σημασία τους στα ελληνικά πολιτισμικά δρώμενα, ότι δηλαδή Ο θεός Διόνυσος νικά τον Λυκούργο.


Μέρος από το «κύπελλο του Λυκούργου» …Εδώ ο Λυκούργος

Ο Λυκούργος ήταν μυθικός βασιλιάς της αρχαίας Θράκης. Ήταν γιος του Δρύαντος ή κατά άλλη εκδοχή του Άρη. Κατά μια εκδοχή του μύθου ήταν βασιλιάς των Ηδωνών που κατοικούσαν δίπλα στον Στρυμόνα. Κάποτε πέρασε από τη χώρα του ο θεός Διόνυσος και ο Λυκούργος τον έδιωξε και φυλάκισε τους συνοδούς του, Βάκχες και Σάτυρους . Ο Διόνυσος τους ελευθέρωσε και μανία κατέλαβε τον Λυκούργο που με τσεκούρι διαμέλισε ένα κλήμα αμπέλου. Ο Διόνυσος τότε άφησε χρησμό αν δεν θανατωθεί ο Λυκούργος δεν θα ξαναφυτρώση άμπελος στην χώρα των Ηδωνών όπως κι δεν ξαναφύτρωσε.

Οι Ηδωνοί οδήγησαν τον Λυκούργο στο Παγγαίο και τον άφησαν να τον φάνε οι ίπποι για να εξυμνήσουν τον Διόνυσο. Κατά άλλη εκδοχή του μύθου Ο Λυκούργος ήταν βασιλιάς στον Ελλήσποντο , σε περιοχή που κατοικούσαν οι Κίκονες, φτάνοντας κάποτε εκεί ο Διόνυσος με την συνοδεία του ο Λυκούργος τους επιτέθηκε στην Νυσίη σκοτώνοντας πολλούς προκαλώντας το μίσος των θεών και ο Δίας τον τύφλωσε. [...] Είναι λοιπόν ένας βασιλιάς της Θράκης που διαδραματίζει κάποιο ρόλο στο μύθο του Διόνυσου. Η Ιλιάδα ήδη τον αναφέρει ως παράδειγμα των τιμωριών που επιφυλάσσονται σε όποιον περιφρονεί τους θεούς. Ο Λυκούργος, βασιλιάς της Θράκης, καταδιώκει τον Διόνυσο, που είχε έρθει στην πατρίδα του με τις τροφούς του. Προξενεί τέτοιο φόβο στο θεό, που τον αναγκάζει να πηδήξει στη θάλασσα, από όπου τον περιμάζεψε η Θέτιδα. Οι θεοί όμως τιμώρησαν τον Λυκούργο. Ο Δίας τον τύφλωσε. Στην παραλλαγή αυτή ο Διόνυσος είναι ακόμη ένα παιδί δειλό, που γρήγορα τον τρόμαξε η βία του Λυκούργου.

Στους Τραγικούς, και ήδη από τον Αισχύλο στην αφιερωμένη στον Λυκούργο τετραλογία του, που σήμερα είναι χαμένη, ο Διόνυσος εμφανίζεται ως ενήλικας. Βλέπουμε τον Διόνυσο να αναλαμβάνει ο ίδιος την εκδίκησή του, ενώ συγχρόνως προσδιορίζεται η προσωπικότητα του Λυκούργου· είναι βασιλιάς των Ηδωνών στη Θράκη και θεωρείται γιος του Δρύαντα. Όταν ο Διόνυσος θέλησε να διασχίσει τη Θράκη, για να προχωρήσει εναντίον των Ινδών, ο Λυκούργος του αρνήθηκε το πέρασμα. Αιχμαλώτισε τις Βάκχες που συνόδευαν το θεό καθώς και τους Σατύρους της ακολουθίας του. Ο ίδιος ο Διόνυσος κατέφυγε μέσα στη θάλασσα κοντά στη Θέτιδα, την κόρη του Νηρέα. Οι Βάκχες όμως ελευθερώθηκαν με θαύμα από τα δεσμά τους και ο Λυκούργος τρελάθηκε. Νομίζοντας ότι ο γιος του Δρύαντας ήταν κορμός από κλήμα τον χτύπησε με τον τσεκούρι και τον σκότωσε. Αμέσως μετά το φόνο αυτόν ξαναβρήκε τα λογικά του. Η γη τους όμως έγινε άγονη και ένας χρησμός υπέδειξε στους κατοίκους της χώρας πως ο μόνος τρόπος να ξαναβρεί τη γονιμότητά της ήταν να διαμελισθεί ο Λυκούργος σε τέσσερα κομμάτια. Πράγμα που έγινε πάνω στο όρος Παγγαίο, όπου οι υπήκοοί του τον έζεψαν σε τέσσερα άλογα που τον κομμάτιασαν.

Ο μύθος που διασώζει ο Υγίνος διαφέρει σημαντικά από τον προηγούμενο. Ο Λυκούργος, αμφισβητώντας το θεϊκό χαρακτήρα του Διόνυσου, τον έδιωξε από το βασίλειό του. Έπειτα ήπιε κρασί και πάνω στη μέθη του επιχείρησε να βιάσει την ίδια του τη μητέρα. Για να μην επαναληφθούν τέτοιες επαίσχυντες πράξεις, πήγε να ξεριζώσει τα αμπέλια, όμως ο Διόνυσος του πήρε τα λογικά, και ο Λυκούργος σκότωσε τη γυναίκα του και το γιο του. Τότε ο Διόνυσος τον εξέθεσε στους πάνθηρες πάνω στο όρος Ροδόπη και πιθανόν –αυτό δεν το αναφέρει ο Υγίνος– τον ξέσχισαν τα άγρια θηρία.

Ο Διόνυσος στο χάραγμα του κυπέλλου του Λυκούργου

Ο Διόδωρος γνωρίζει μια ευημεριστική παραλλαγή του μύθου. Γι' αυτόν ο Λυκούργος είναι βασιλιάς του μέρους της Θράκης που γειτονεύει με τον Ελλήσποντο. Ο Διόνυσος, όταν σχεδίαζε να περάσει με το στρατό του από την Ασία στην Ευρώπη, είχε κλείσει συμφωνία συμμαχίας μαζί του. Βασισμένες στη συμφωνία αυτή, οι Βάκχες είχαν διασχίσει τον πορθμό και είχαν εισχωρήσει στη Θράκη. Τη νύχτα ωστόσο ο Λυκούργος πρόσταξε τους στρατιώτες του να σκοτώσουν τις Βάκχες και τον ίδιο τον Διόνυσο. Κάποιος Χάροπας αποκάλυψε τη συνωμοσία στο θεό. Εκείνος τρομοκρατημένος αποφάσισε να κρατήσει τα περισσότερα από τα στρατεύματά του στην ασιατική ακτή και ξαναπέρασε μόνος τον πορθμό. Κατά την απουσία του ο Λυκούργος επιτέθηκε στις Βάκχες και τις σκότωσε.

Ένα εκπληκτικής κατασκευής «Διάτρητο» γυάλινο ελληνικό σκεύος που αναφέρει ΠΙΕ ΖΗCΑΙC ΚΑΛѠC ΑΕΙ 


Ο Διόνυσος όμως γύρισε πίσω με τις δυνάμεις του και κατέστρεψε το θρακικό στρατό. Αιχμαλώτισε τον Λυκούργο, του έβγαλε τα μάτια και τον σκότωσε σταυρώνοντάς τον, αφού πρώτα τον βασάνισε με χίλιους τρόπους. Ο Διόδωρος προσθέτει πως το επεισόδιο μερικές φορές τοποθετείται όχι στη Θράκη, αλλά στη Νύσα, στην Αραβία.

Ο Νόννος στα Διονυσιακά του ανέπτυξε υπερβολικά το επεισόδιο του Λυκούργου, βάζοντάς τον να παλέψει με τις Βάκχες και ιδιαίτερα με μία από αυτές, με την Αμβροσία, η οποία μεταμορφώνεται σε κλήμα, για να τον περιτυλίξει και να τον πνίξει. Η Ήρα χρειάστηκε να τον ελευθερώσει, κραδαίνοντας πάνω από τις Βάκχες το σπαθί του Άρη. πηγή: P. Grimal, Λεξικό της ελληνικής και ρωμαϊκής μυθολογίας, επιμ. ελλ. έκδ. Β. Άτσαλος, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1991].
Αυτό είναι  το δρώμενο που αναπαριστάτε στο «κύπελλο του Λυκούργου ».Αναρωτιέται λοιπόν κάποιος εάν είναι έλληνας ή κάτι άλλο αυτός που κατασκεύασε αυτό το κύπελλο ; Μετά από αυτά που διαβάσαμε υπάρχει περίπτωση να μην είναι Έλληνας αυτός που απέδωσε τον μύθο και το κατασκεύασε;


ΤΟ  ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑΤΙΚΟ ΔΙΧΡΩΜΟ ΚΥΠΕΛΛΟ   ΠΡΑΣΙΝΟ ΧΩΡΙΣ ΦΩΤΙΣΜΟ ΚΑΙ ΚΟΚΚΙΝΟ ΜΕ ΦΩΤΙΣΜΟ ΤΟ «ΚΥΠΕΛΛΟ ΤΟΥ  ΛΥΚΟΥΡΓΟΥ» ΠΟΥ ΕΠΙΤΙΘΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΑΜΒΡΟΣΙΑ ΑΛΛΑ ΤΙΜΩΡΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΜΑΙΝΑΔΕΣ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΟΥ  4ΟΣ ΑΙΩΝΑΣ μ.Χ.  . ΒΡΕΤ ΜΟΥΣΕΙΟ.

Για την περίοδο  του τρίτου αιώνα ,ο  Vopiscus, που έγραψε στις αρχές του τέταρτου αιώνα μ.Χ., τότε λοιπόν υποβάλλει μια επιστολή που γράφτηκε υποθετικά από τον Αδριανό προς τον  γαμπρό του Severianus στη Ρώμη […σας έχω στείλει τα κύπελλα  που αλλάζουν το χρώμα, που παρουσιάστηκαν σε εμένα από τον ιερέα ενός ναού. Αφιερώνονται ειδικά σε σας και την αδελφή μου. Θα επιθυμούσα να τα χρησιμοποιήσετε  στα συμπόσια στις ημέρες γιορτής…].

Εδώ είναι σαφής ένδειξη ότι τα κύπελλα που αλλάζουν χρώμα γινόταν στις αρχές του τέταρτου αιώνα ,ο Vopiscus τα είχε δει και ότι είχαν στοιχεία που προσδίδουν  γόητρο, αντάξια δώρα από τον αυτοκράτορα στους στενούς συγγενείς του. Επιπλέον, χρησιμοποιήθηκαν στις εξαίρετες  περιπτώσεις, σε ημέρες γιορτής. Μια σκέψη επίσης είναι ότι, η αλλαγή στο χρώμα από πράσινο στο κόκκινο συμβολίζει την ωρίμανση του σταφυλιού, και ότι τα φύλλα  των αμπέλων στο κύπελλο , καθώς επίσης ο Διόνυσος ο Θεός του κρασιού που θριαμβεύει επί του Λυκούργου  είναι ισχυρά στοιχεία αυτού του θεωρήματος . Κατά συνέπεια το κύπελλο  μπορεί να είχε προοριστεί ειδικά για τη χρήση στα συμπόσια που αφιερώνονται στον Διόνυσο .

Το  διχρωϊκό αποτέλεσμα επιτυγχάνεται κάνοντας το ποτήρι δίχρωμο αναλόγως συνθηκών του περιρρέοντος φωτισμού λόγω του ότι οι  μικροσκοπικές διαστάσεις των νανοσωματιδίων χρυσού και αργύρου  "διασκορπίζονται" (ο τεχνικός όρος στη χημεία) σε κολλοειδή μορφή σε όλη την ύαλο. Η ακριβής διαδικασία που χρησιμοποιήθηκε παραμένει ασαφής.



Το «κύπελλο του Λυκούργου »  καταδεικνύει   μια βραχύβια τεχνολογία αναπτύχθηκε στον τέταρτο αιώνα μ.Χ. από από τους τεχνήτες του γυαλιού της εποχής .. Ανακάλυψαν ότι το γυαλί θα μπορούσε να είναι χρωματισμένο πράσινο ή κόκκινο και με ασυνήθιστα αποτελέσματα αλλαγής χρώματος που παρήχθησαν από την προσθήκη ενός φέροντος υλικού πολύτιμων μετάλλων όταν το γυαλί ήταν λειωμένο.

Ο Πάν στο κύπελλο του Λυκούργου

Τώρα καταλαβαίνουμε ότι αυτά τα αποτελέσματα οφείλονται στην ανάπτυξη της νανοτεχνολογίας  την εποχή εκείνη στο γυαλί. Εντούτοις, η ανικανότητα να ελεγχθεί η διαδικασία επιχρωματισμού σήμαινε ότι σχετικά λίγα γυαλιά αυτού του τύπου παρήχθησαν, και ακόμη λιγότερα επέζησαν  έως σήμερα .





Το κύπελλο  είναι το σημαντικό παράδειγμα εργασίας αυτής της τεχνολογίας από κάθε άποψη - ο σημαντικός διχροϊσμός του και ο κόκκινος-πράσινος εναλλασσόμενος φωτισμός την δίνει ένα μοναδικό στοιχείο


ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝΑΣ





ΣΧΕΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ -ΑΝΑΦΟΡΕΣ

Ian Freestone, Nigel Meeks, Margaret Sax and Catherine Higgitt
1 Cardiff School of History and Archaeology, Cardiff
University, Cardiff CF10 3EU, Wales UK
2 Department of Conservation, Documentation and
Science, The British Museum, London WC1B 3DG, UK
1    Harden D.B. and Toynbee J.M.C. (1959), ‘The Rothschild Lycurgus Cup’, Archaeologia, Vol. 97, pp. 179-212 (the article includes in the appendix a catalogue of extant or lost but well authenticated cage cups and fragments known at that time)
2    Harden D.B., Hellenkemper H., Painter K. and Whitehouse D. (1987) Glass of the Caesars, Olivetti, Milan, pp. 245-249 (catalogue entry 139)
3    Harden D.B., Hellenkemper H., Painter K. and Whitehouse D. (1987) Glass of the Caesars, Olivetti, Milan, pp. 245-249 (catalogue entry 139)
4    Harden D.B. and Toynbee J.M.C. (1959), ‘The Rothschild Lycurgus Cup’,
Archaeologia, Vol. 97, pp. 179-212
5    Harden D.B. and Toynbee J.M.C. (1959), ‘The Rothschild Lycurgus Cup’,
Archaeologia, Vol. 97, pp. 179-212
6    Harden D.B., Hellenkemper H., Painter K. and Whitehouse D. (1987) Glass of the Caesars, Olivetti, Milan, pp. 245-249 (catalogue entry 139)
7    Harden D.B. and Toynbee J.M.C. (1959), ‘The Rothschild Lycurgus Cup’,
Archaeologia, Vol. 97, p. 180
8    British Museum Research Laboratory File 1144, letter dated 5.2.59 to
Dr Mackey, Department of Physics, Birkbeck College, London
9    Harden D.B. and Toynbee J.M.C. (1959), ‘The Rothschild Lycurgus Cup’,
Archaeologia, Vol. 97, pp. 179-212
10    Harden D.B., Hellenkemper H., Painter K. and Whitehouse D. (1987) Glass of the Caesars, Olivetti, Milan, pp. 245-249 (catalogue entry 139)
11    British Museum Research Laboratory File 1144, letter dated 11.6.59
12    British Museum Research Laboratory File 1144, letter dated 9.6.59 from
B.S. Cooper at GEC
13    SiO2 73.5%; Na2O 13.0; K2O 0.9; CaO 6.0; MgO 2.0; Al2O3 2.9; B2O3 0.1; MnO 0.5 (last 1% suggested to include traces of Fe, Ti, Ag, Au, Sb, Pb, Sn, Ba, Sr)
14    Chirnside R.C. and Proffitt P.M.C. (1963), ‘The Rothschild Lycurgus Cup: an analytical investigation’, J. Glass Studies, 5, p. 18
15    Chirnside R.C. (1965), ‘The Rothschild Lycurgus Cup: An analytical investigation’, Proc 7th Internat. Cong. Glass, comptes rendus 2. Paper
222, pp. 1-6; manganese is now known to be a common constituent of Roman glass and appears to have been used as an oxidising agent/ decolourant
16    Chirnside R.C. (1965), ‘The Rothschild Lycurgus Cup: An analytical investigation’, Proc 7th Internat Cong. Glass, comptes rendus 2. Paper
222, pp. 1-6
17    British Museum Research Laboratory File 1144, letter dated 20.11.62
18    Brill R.H. (1965) ‘The chemistry of the Lycurgus Cup’, Proc 7th Internat.
Cong. Glass, comptes rendus 2. Paper 223, pp. 1-13.
19    Chirnside R.C. (1965) ‘The Rothschild Lycurgus Cup: An analytical investigation’, Proc 7th Internat. Cong. Glass, comptes rendus 2. Paper
222, pp. 1-6
20    Brill R.H. (1965) ‘The chemistry of the Lycurgus Cup’, Proc 7th Internat.
Cong. Glass, comptes rendus 2. Paper 223, pp. 1-13.
21    Barber D.J. and Freestone I.C. (1990) ‘An investigation of the origin of the colour of the Lycurgus Cup by analytical transmission electron microscopy’, Archaeometry 32, pp. 33-45
22    Barber D.J. and Freestone I.C. (1990) ‘An investigation of the origin of the colour of the Lycurgus Cup by analytical transmission electron microscopy’, Archaeometry 32, pp. 33-45
23    Wagner F.E., Haslbeck S., Stievano L., Calogero S., Pankhurst Q.A. and Martinek K.-P. (2000) ‘Before striking gold in gold-ruby glass’, Nature 407, pp. 691-692
24    Kaminskaya N.L. (1980) ‘Initiating the finishing process for gold-containing glasses’, Glass and Ceramics 37, pp. 402-405
25    Harden D.B. and Toynbee J.M.C. (1959), ‘The Rothschild Lycurgus Cup’,
Archaeologia, Vol. 97, pp. 179-212
26    Fremersdorf F. (1930), ‘Die Herstellung der Diatreta’, Schumacher
Festschrift, Mainz, pp. 295 ff.
27    Scott G. (1993) ‘Reconstructing and reproducing the Hohensulzen cage cup’, J Glass Studies 35, pp. 106-118
28    Scott G. (1995) ‘A study of the Lycurgus Cup’, J Glass Studies 37, pp. 51-64
29    Lierke R. (1995) ‘One more time - the making of the diatreta cups’,
Glastech. Ber. Glass Sci Technol 68, pp. 195-204
30    Lierke R. (1995) ‘Vasa Diatreta. Teil II: Die Herstellung der romischen
Glasnetzbecher’, Antike Welt 26 (4) pp. 251-269
31    Lierke R. (1999) Antike Glastopferei: Ein vergessenes Kapitel der
Glasgeschichte Mainz
32    Sax,M., Meeks,N.D. and Collon,D. (2000),’The Introduction of the Lapidary
Engraving Wheel in Mesopotamia’, Antiquity 74, pp. 380-387
33    Sax,M., Meeks,N.D. and Collon,D. (2000),’The Introduction of the Lapidary
Engraving Wheel in Mesopotamia’, Antiquity 74, pp. 380-387
34    Healy J.F. (1981) ‘Pliny the Elder and Ancient Mineralogy’, Interdisciplinary
Science Reviews 6, pp. 166-180
35    Harden D.B. and Toynbee J.M.C. (1959), ‘The Rothschild Lycurgus Cup’,
Archaeologia, Vol. 97, pp. 179-212
36    Stern, E.M. (1999) ‘Roman glassblowing in a cultural context’, American
Journal of Archaeology 103, pp. 441-484
37    Price J. (2005) ‘Glassworking and glassworkers in cities and towns’, in A. MacMahon and J. Price (eds) Roman Working Lives and Urban Living: pp. 167-191. Oxford: Oxbow
38    Brill R.H. (1968) ‘The scientific investigation of ancient glasses’, Proc 8th
Internat. Cong. Glass, Sheffield, pp. 47-68
39    Scott G. (1993) ‘Reconstructing and reproducing the Hohensulzen cage cup’, J Glass Studies 35, pp. 106-118
40    Scott G. (1995) ‘A study of the Lycurgus Cup’, J Glass Studies 37, pp. 51-64
41    Welzel J. (1998) ‘Die Rekonstruktion eines Diatretglases nach einem
Scherbenfund’, J Glass Studies 40, pp. 127-139
42    Welzel J. (1999) ‘Das Diatretglas aus Szekszard in Ungarn’, J Glass Studies
41, pp. 153-165
43    Whitehouse D. (1989), ‘Roman Dichroic Glass: Two Contemporary
Descriptions?’, J Glass Studies, 31, pp. 119-121
44    Badger A.E., Weyl W. and Rudow H. (1939) ‘The effect of heat treatment on colour of gold ruby glass’, The Glass Industry November 1939, pp.
407-414
45    Analyses of gold and silver contents of five dichroic glasses are provided by Brill R.H. (1968) ‘The scientific investigation of ancient glasses’, Proc 8th Internat. Cong. Glass, Sheffield, pp. 47-68
46    Freestone I.C., Stapleton C.P. and Rigby V (2003) ‘The production of red glass and enamel in the Later Iron Age, Roman and Byzantine periods’, in Entwistle C. (ed.) Through a glass brightly - studies in Byzantine and Medieval Art and Archaeology presented to David Buckton. Oxbow pp.
142-154
47    Hunt L.B. (1976) ‘The true story of Purple of Cassius’, Gold Bull. 9, pp. 134-139

ΑΛΛΕΣ ΠΗΓΕΣ 

ΙΓΝΑΤΙΑΔΟΥ ΔΕΣΠΟΙΝΑ, «Υαλουργία στη Μ. Ασία (Αρχαιότητα)», 2002,
ΙΣΤΟΤΟΠΟΣ ΒΙΣΑΛΤΗΣ
ΤΑΤΙΑΝΑ ΡΟΚΟΥ. ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ
ΘΕΩΝΗ ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΥ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΟΣ – ΜΟΥΣΕΙΟΛΟΓΟΣ
ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Συντάκτες κειμένων: Λ. Στεφανή, Κ. Μαυρομιχάλη, Σ. Γκαλινίκη, Δ. Τερζοπούλου Υπεύθυνοι Έκθεσης: Λιάνα Στεφανή (αρχαιολόγος), Χριστίνα Ζαρκάδα (Αρχιτέκτονας)Περιοδικό "Αρχαιολογία"
ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΓΙΕΗΛ Η.Π.Α
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ" ΤΡΙΤΟ ΜΑΤΙ"



Επιλεγμένη βιβλιογραφία   

Goldstein S.M. 1979: Pre-Roman and Early Roman Glass in the Corning Museum of Glass (New York).
Grose D.F. 1989: Early Ancient Glass: Core-Formed, Rod-Formed, and Cast Vessels and Objects from the Late Bronze Age to the Early Roman Empire, 1600 BC to AD 50 (New York).
Κόντου Ελ. – Κοτζαμάνη Δ. – Λαμπροπούλου Β. 1995: Γυαλί: Τεχνολογία, Διάβρωση και Συντήρηση (Αθήνα)
Newby M. – Painter K. (επιμ.) 1991: Roman Glass. Two Centuries of Art and Invention (London).
Τριανταφυλλίδης Π. 2000: Ροδιακή Υαλουργία Ι (Αθήνα)
Von Saldern A. 1980: Glass - 500 BC to AD 1900. The Hans Cohn Collection (Mainz).
Weinberg G.D. 1992. Glass Vessels in Ancient Greece (Athens).
«Υαλουργία στη Μ. Ασία (Αρχαιότητα)», 2002, Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία
Jones, J. D. 2005. “Glass Vessels from Gordion: Trade and Influence along the Royal Road," in The Archaeology of Midas and the Phrygians: Recent Work at Gordion, ed. L. Kealhofer, Philadelphia, pp. 101-116.
von Saldern, A. 1959. "Glass Finds at Gordion," Journal of Glass Studies 1, pp. 23-51.· Harden D.B. and Toynbee J.M.C., The Rothschild Lycurgus Cup, 1959, Archaeologia, Vol. 97,
· Scott, G. A Study of the Lycurgus Cup, 1995, Journal of Glass Studies (Corning), 37
· Tait, Hugh (editor), Five Thousand Years of Glass, 1991, British Museum Press
"Ashby" (M. F. Ashby, Paulo J. S. G. Ferreira, Daniel L. Schodek), Nanomaterials, nanotechnologies and design: an introduction for engineers and architects, 2009, Butterworth-Heinemann, ISBN 0-7506-8149-7, ISBN 978-0-7506-8149-0
British Museum Collection Database with over 40 photos (nearly all labelled "front", many incorrectly)
"Barber"; D.J. Barber, I.C. Freestone, An investigation of the colour of the Lycurgus Cup by analytical transmission electron microscopy, 1990, Archeometry, 32, 33-45.
British Museum Highlights "The Lycurgus Cup". British Museum. Retrieved 2010-06-15. - The Lycurgus cup
Fleming, Stuart James. Roman glass: reflections on cultural change, 1999, UPenn Museum of Archaeology, ISBN 0-924171-72-3, ISBN 978-0-924171-72-7, google books
"Freestone": Freestone, Ian; Meeks, Nigel; Sax, Margaret; Higgitt, Catherine, The Lycurgus Cup - A Roman Nanotechnology, Gold Bulletin, 4, 4, London, World Gold Council (now distributed by Springer), 2007, PDF
Harden, D.B., Glass of the Caesars. Exhibition catalogue, organized by: The Corning Museum of Glass, Corning, N. Y., The British Museum, London, Römisch-Germanisches Museum, Cologne; 1987, Olivetti, Milan
Henderson, Julian. The science and archaeology of materials: an investigation of inorganic materials, 2000, Routledge, ISBN 0-415-19933-6, ISBN 978-0-415-19933-9. Google books
Henig, Martin. The Art of Roman Britain, 1995, Routledge
Williams, Dyfri. Masterpieces of Classical Art, 2009, British Museum Press, ISBN 978-0-7141-2254-0