Η «ανθρωπόμορφη» ιερή λάξευση των αρχαίων Θρακών τεκμηριώνει την λατρεία της Μεγάλης Μητέρας Θεάς και στο Διδυμότειχο




Του Απόστολου Τσακρίδη
Η εποχή του Χαλκού που άρχισε γύρω στο 3.000 π.Χ. παραμένει ακόμα και σήμερα σκοτεινή για τη Δυτική Θράκη ή Αιγαιακή Θράκη. Ελάχιστες πληροφορίες υπάρχουν καθώς ανάλογες ανασκαφικές δραστηριότητες απουσιάζουν στον χώρο της, σε αντίθεση με αντίστοιχες ανασκαφές που έχουν πραγματοποιηθεί στη Βουλγαρία.

Από το ανάτυπο «Η ιστορική, αρχαιολογική και λαογραφική έρευνα για τη Θράκη» του Ιωάννη Ασλάνη του 1988, πληροφορούμαστε, ότι κατά την εποχή του Χαλκού συντελούνται μία σειρά από μεταβολές, οι οποίες τη διαφοροποιούν σαφώς από τη Νεολιθική εποχή, με βασική, την ευρύτερη χρήση των χάλκινων εργαλείων. Μία σειρά από θέσεις εγκαταλείπονται και ιδρύονται άλλες, επιλέγονται θέσεις, φυσικά οχυρωμένες, όπως είναι οι συμβολές ποταμών, οι νησίδες, και οι γλωσσίδες ξηράς σε ελώδεις περιοχές (Ασλάνης, 1988: 150,151).

Ο καθηγητής Μιχ. Σακελλαρίου (έρευνα του 1980) τοποθετεί την κοιτίδα των Πελασγών στο χώρο της Αρχαίας Θράκης μέχρι τον Αίμο, τον Αλιάκμονα και τη Χαλκιδική και δέχεται ότι ένα από τα κύματα μετανάστευσης, το τρίτο κατά σειρά, Πελασγών και Θρακών, στη Βοιωτία, Άττική, Σκιάθο, Σκύρο και Λήμνο, εμφανίστηκε στο τέλος της εποχής του Χαλκού.

Σύμφωνα με τον αρχαιολόγο Διαμαντή Τριαντάφυλλο, η Δυτική Θράκη πρέπει να έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διάδοση του πολιτισμού της Χαλκοκρατίας από την ανατολή και το νότο προς τις περιοχές της δύσης και του βορρά, Ο ρόλος αυτός σύμφωνα με τον αρχαιολόγο, υποδεικνύεται έμμεσα από την παρουσία μεγάλων κέντρων – οχυρωμένων οικισμών σε γειτονικές περιοχές, την Τρωάδα, τη Λέσβο, τη Λήμνο και το Ezero και το Μιkhalits της Βουλγαρίας. Αν ανατρέξει κάποιος στα αποτελέσματα των ανασκαφών που έχουν γίνει στη γειτονική Βουλγαρία και μάλιστα στη ΝΑ περιοχή της, θα βρει περισσότερα αρχαιολογικά στοιχεία για την εποχή του Χαλκού στην Αρχαία Θράκη.

Η Πρώιμη και η Μέση εποχή του Σιδήρου που αντιστοιχεί με την Πρωτογεωμετρική και Γεωμετρική εποχή του Ελλαδικού χώρου, παραμένει επίσης άγνωστη για τη Δυτική Θράκη. Οι σχετικές έρευνες που έχουν γίνει ως τώρα δεν έχουν καταλήξει ακόμα σε ασφαλή συμπεράσματα.

Η μεταβατική περίοδος από την Ύστερη εποχή του Χαλκού στην εποχή του Σιδήρου και οι πρώτοι αιώνες που ακολουθούν, παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον για τον ερευνητή της Ιστορίας των Θρακικών φύλων. Η μετακίνηση, η διασπορά, η συγχώνευση, η διάσπαση και η εγκατάσταση τους στο χώρο της ευρύτερης Βαλκανικής χερσονήσου, η γένεση και η διαμόρφωση της θρησκείας, της μυθολογίας και του πολιτισμού τους, είναι θέματα και προβλήματα που ανάγονται σε αυτήν την αινιγματική εποχή (Τριαντάφυλλος 1984: 10-19. Ασλάνης 1988:139-158 ).

Σημαντικές πληροφορίες μπορούν να μας δώσουν τα μνημεία που εντοπίζονται σε διάφορες περιοχές της Θράκης, όπως τα μεγαλιθικά μνημεία, οι οχυρωματικοί περίβολοι, τα υπαίθρια ιερά και τα ταφικά μνημεία, οι βράχοι με τα εγχάρακτα σχέδια, τις λατρευτικές κόγχες, τους ηλιακούς δίσκους και τις κοιλότητες.

Τα μεγαλιθικά μνημεία συγκαταλέγονται στις αρχαιότερες και πιο μόνιμες αρχαιολογικές κατασκευές, καθώς πολλές από αυτές, χρησιμοποιήθηκαν ή έχουν χρησιμοποιηθεί και επαναχρησιμοποιηθεί, για χιλιάδες χρόνια. Η αρχική πρόθεση της κατασκευής τους, πιθανότατα χάθηκε, με το πέρασμα του χρόνου, αλλά μπορεί να είχαν πολλαπλές λειτουργίες και να χρησιμοποιήθηκαν από διαφορετικές πολιτισμικές ομάδες κατά τη διάρκεια των αιώνων και των χιλιετιών.

Τα μεγαλιθικά μνημεία, συνδέονται με την ανάπτυξη του ανθρώπινου πολιτισμού, από τα πρωταρχικά του στάδια, γι’ αυτό και έχουν ιδιαίτερη σημασία για την ιστορία της κάθε περιοχής, στην οποία εντοπίζονται.

Τα εν λόγω μνημεία, συσχετίζονται συνήθως, με μεγάλους βράχους που έχουν μετακινηθεί από την αρχική τους θέση (κατασκευή αρχιτεκτονικών μορφών) ή με επιφάνειες βράχων οι οποίες φέρουν σημάδια επιφανειακής λάξευσης.

Μεταξύ των μεγάλιθων μπορούν να αναφερθούν διάφοροι τύποι, όπως το Menhir (όρθια πέτρα), το Dolmen (πέτρινο τραπέζι), το Cromlech (πέτρινοι κύκλοι), πέτρινοι ναοί (Stonehenge) κλπ.

Στις ΝΑ περιοχές της Βαλκανικής χερσονήσου, εντοπίζονται σημάδια της ιερής αρχιτεκτονικής των Θρακών. Οι πρώτοι τόποι λατρείας των Θρακών, ήταν οι ψηλές βραχώδεις κορυφές. Σε πολλά υψώματα της Ροδόπης με ίχνη εγκατάστασης από την ύστερη εποχή του Χαλκού και την πρώιμη εποχή του Σιδήρου, έχουν εντοπιστεί ηλιακοί δίσκοι λαξευμένοι σε βράχους και στραμμένοι προς την ανατολή, που μαρτυρούν ότι η λατρεία του Ηλίου ήταν από τις πιο παλιές λατρείες των Θρακών. Σε βράχους επίσης που βρίσκονται κοντά σε οικισμούς ή κοντά σε νεκροταφεία υπάρχουν λαξευμένες κοιλότητες σε διάφορα μεγέθη, άλλοτε λίγες, άλλοτε περισσότερες ή σε ποικίλους συνδυασμούς (Τριαντάφυλλος 1984: 10-19).

Στη δημοσιευμένη διδακτορική διατριβή του αρχαιολόγου Στ. Κιοτσέκογλου με τίτλο: «Μεγαλιθικά Μνημεία στην Αιγιακή Θράκη. Μια ανθρωπολογική προσέγγιση», στο 3ο κεφάλαιο: «Μνημειώδη Μεγαλιθικά Συγκροτήματα στους Νομούς Έβρου και νοτιοανατολικής Ροδόπης», παρουσιάζονται σχόλια σχετικά με τις μαρτυρίες που εντοπίστηκαν στα μνημεία και τις πολιτισμικές, λογοτεχνικές και γεωλογικές προσεγγίσεις αυτών (Κιοτσέκογλου 2018).

Τα ιερά μνημεία της Αιγιακής Θράκης, μαρτυρούν τη λατρεία μιας γήινης θηλυκής θεότητας. Η ανθρωπόμορφη απεικόνιση της, βρίσκεται λαξευμένη σε κάθε βραχώδη επιφάνεια, με φυσικά χαρακτηριστικά κεφαλής, αποδίδοντας την με τρεις λαξευμένες τρύπες (δύο μάτια και ένα στόμα) ή με δύο λαξευμένες τρύπες (δύο μάτια). Με την εικόνα των δύο οφθαλμών που λαξεύουν στο βράχο οι Θράκες, συμβολίζουν την ελκυστική απανταχού παρούσα Θηλυκή Θεά που φέρει το όνομα της Δήμητρας ή Κυβέλης, Μεγάλης Μητέρας Θεάς ή Αρτέμιδος (Παυσ. 8,15,2-3). 

Η λαξευμένη στον βράχο Θεοφάνεια που κατοικούσε άλλοτε στο βραχώδες έξαρμα κοντά στο ποτάμι, στην κορυφή ή το σώμα του βράχου ή του λόφου που πρωτοαντίκριζαν ή έλουζαν καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας οι ακτίνες του ηλίου. Οι λαξεύσεις στο βράχο, ήταν μια διαβατήρια τελετουργική πρακτική των Θρακών λατρευτών που προσπαθούσαν να διεισδύσουν στην ενδόμυχο ύπαρξη της, προσφέροντας θυσίες και άλλες προσφορές για να την ικανοποιήσουν. Άλλοτε πάλι, λαξεύοντας τάφους, γύρω από τον ιερό βράχο, για να τοποθετήσουν κοντά της, τους αγαπημένους τους νεκρούς, ελπίζοντας στην ένωση μαζί της. Η διακριτική της παρουσία με τα δύο λαξευμένα μάτια, έδινε την εντύπωση της απανταχού παρούσας Θεάς (Francovich 1990:149, κ.εξ. Fol 2008: 153-162. Vassileva 1997:193-198, Κιοτσέκογλου 2018).

Στις ανασκαφές της Ζώνης-Μεσημβρίας του Αιγαίου, βρέθηκε επιχρυσωμένο, ασημένιο πλακίδιο, που απεικονίζει την Κυβέλη ένθρονη, με σκήπτρο στο αριστερό και φιάλη στο δεξί χέρι, που συ-λατρεύονταν στο Ιερό της Δήμητρας, το οποίο εντοπίσθηκε δίπλα στο ανατολικό τείχος της πόλης. Μία αφιερωτική επιγραφή του 4ου αι. π.Χ. που βρέθηκε κοντά στο ιερό με το όνομα της Δήμητρας γραμμένο σε δοτική, είναι η κύρια ένδειξη για την αναγνώριση της τοποθεσίας ως Ιερού της Δήμητρας: ΑΡΧΗΝΑΣΣΑ ΚΕΦΑΛΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙ. Από το ίδιο Ιερό προέρχονται και τα αναθηματικά ασημένια πλακίδια με έκτυπη παράσταση χαρακτηριστικών προσώπου, μάτια, μύτη (Εικ. 1,2) και στυλιζαρισμένα χείλη που έχουν πολλές εικονιστικές ομοιότητες με την ανθρωπόμορφη κόγχη που λαξεύτηκε σε βράχο του χωριού Κίρκη, υπαρκτή και σε άλλους Θρακικούς οικισμούς (Βαρβίτσας 1973:73-81).




ΕΠΑΝΩ: Μεταλλικά ελάσματα με ανθρωπόμορφα χαρακτηριστικά που εντοπίστηκαν στο ιερό της Δήμητρας στη Ζώνη νομού Έβρου. Βρίσκονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Κομοτηνής. ΚΑΤΩ: Το υπαίθριο Ιερό με την ανθρωπόμορφη κόγχη στην Κίρκη νομού Έβρου. Κάτι που είχε πρωτο-επισημανθεί από το περιοδικό ΑΕΡΟΠΟΣ, το 2003!

Η παρουσία του ανθρωπόμορφου λαξευμένου βράχου (μάσκα) δηλώνει την ιερότητα των τοποθεσιών, αφιερωμένων στη Μεγάλη Μητέρα Θεά και εντοπίζεται και σε άλλους Θρακικούς οικισμούς της Αιγαιακής Θράκης (Κιοτσέκογλου 2018: 229-234).

Στις ανασκαφές του Τελεστηρίου στην Ελευσίνα, βρέθηκε μαρμάρινη πλάκα, που απεικονίζει τα μάτια της θεάς Δήμητρας και φέρει επιγραφή του 5ου αι. π.Χ. με το όνομα του αφιερωτή: ΔΗΜΗΤΡΙ ΕΥΚΡΑΤΗΣ. Αυτή η επικοινωνιακή απεικόνιση της θεάς, που εκτείνεται από την Ελευσίνα μέχρι την ενδοχώρα της Θράκης, και όχι μόνο, μοιράζεται το ίδιο είδος αισθητικής ευαισθησίας και λατρείας, καθώς και κοινές μυστικιστικές εμπειρίες, συνδέοντας το πνεύμα της θεότητας με το λατρευτικό βραχώδη οίκο, στον οποίο φανερώνεται η θεότητα (Ruck 2008. Κιοτσέκογλου 2018: 229-234)


Έγχρωμο ανάγλυφο του 5ου π.Χ. αι. αφιέρωμα του Ευκράτη στην θεά Δήμητρα στην Ελευσίνα


Μέσα από θρησκευτικές ζυμώσεις, πνευματικές αναζητήσεις και οπτικές πρακτικές, τα σύμβολα της αρχαίας εικονογραφίας εναγκαλίσθηκαν με την ανθεκτική μνήμη της εικόνας, της Μεγάλης Μητέρας της Θράκης και της Κυβέλης της Μικράς Ασίας, περνώντας στη βυζαντινή εικονογραφία. Μπορούμε να παρατηρήσουμε το αρχαίο σύμβολο των δύο υπερτονισμένων ματιών, που συγκρατούνται στα χέρια της Αγίας Παρασκευής (Εικ. 5) που με το χρόνο παρήκμασε ως έμβλημα της Θεάς, συμβολίζοντας ένα απλό επεισόδιο θεραπείας ενός τυφλού από την Αγία (Κιοτσέκογλου 2018: 229-234).



Η Θράκη, λόγω της θέσης της, ανάμεσα στην Κωνσταντινούπολη και στη δεύτερη πόλη του Βυζαντίου, τη Θεσσαλονίκη, διαδραμάτισε σημαίνοντα ρόλο στην ιστορική εξέλιξη της Αυτοκρατορίας μέχρι την τελική πτώση της. Μεγάλος αριθμός αρχαίων, Ρωμαϊκών και Βυζαντινών πόλεων, ιδρυμένων στα παράλια και στην ενδοχώρα, αποτελούν ένδειξη της διαχρονικής σπουδαιότητας του ρόλου της.

Στην παλαιοχριστιανική περίοδο, αποτελούσε ξέχωρη διοικητική περιφέρεια, ενώ στους μεσοβυζαντινούς χρόνους, διαιρέθηκε σε δύο στρατιωτικές – διοικητικές περιφέρειες, η μία περιελάμβανε το μικρό τμήμα της Θράκης γύρω από την Κωνσταντινούπολη και η άλλη περιελάμβανε τη Μακεδονία και το μεγαλύτερο τμήμα της Θράκης. Από τα τέλη του 9ου αιώνα εμφανίστηκε μία ακόμη στρατιωτική – διοικητική περιφέρεια, που ισοδυναμούσε σε έκταση με το χώρο της σημερινής Δυτικής Θράκης. Είναι λοιπόν φανερό, ότι δόθηκε ιδιαίτερη προσοχή στη στρατιωτική οργάνωση της, δεδομένου ότι αποτελούσε το βόρειο προτείχισμα της Αυτοκρατορίας (Ζήκος: 1984: 71).

 
ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟΝ
 
Από τις πιο σημαντικές πόλεις του Βυζαντίου, υπήρξε το Διδυμότειχον. Ο επονομαζόμενος λόφος από τους ντόπιους «Καλές» , σώζει ίχνη ανθρώπινης παρουσίας από την εποχή του Σιδήρου (αρχαίοι Θράκες). Ο λόφος του Καλέ οχυρώθηκε την περίοδο της Βασιλείας του Ιουστινιανού Α’ (527 – 565 μ.Χ.) παράλληλα με την ενίσχυση της οχύρωσης της γειτονικής Πλωτινούπολης. Τα δύο οχυρά συνυπάρχουν μέχρι και τον 7ο – 8ο αι. μ.Χ. , γεγονός στο οποίο οφείλεται η αλλαγή του ονόματος της πόλης σε Διδυμότειχον. Η Βυζαντινή οχύρωση δέχθηκε διάφορες επισκευές και διαμορφώσεις στους χρόνους που ακολούθησαν. Το κάστρο προστατεύεται με κύριο τείχος, συνολικού μήκους περίπου 1.800 μ. Σε τακτικές αποστάσεις ενισχύεται από στρόγγυλους και ορθογώνιους πύργους, που χρονολογούνται από την Μεσοβυζαντινή περίοδο μέχρι και τους Οθωμανικούς χρόνους. Το κάστρο του Διδυμοτείχου, λειτουργώντας ως κέντρο αντίστασης και προμετωπίδα του Βυζαντίου, υπήρξε φρούριο ύψιστης σημασίας και πεδίο πολεμικών επιχειρήσεων στη περιοχή της Θράκης μέχρι και την σύγχρονη ιστορία.

Ο λόφος της καστροπολιτείας του Διδυμοτείχου. Η ΒΔ του όψη.
ΠΗΓΗ: Αεροφωτογραφία που βρίσκεται στο αρχείο της σελίδας του Δήμου Διδυμοτείχου στο Facebook.


Το πέτρωμα του λόφου του Διδυμοτείχου είναι ασβεστόλιθος (ιζηματογενές πέτρωμα) της ανώτερης Ηωκαίνου εποχής. Εμφανίζει ρηγματώσεις και αποσαρθρώσεις (κοιλώματα, σπήλαια, ανοίγματα) και λαξεύεται εύκολα (Τσουρής 2015:36).Ο λόφος περιρρέεται νότια από τον Ερυθροπόταμο και ανατολικά από τον Έβρο ποταμό. Ο γειτονικός βραχώδης λόφος ΝΑ της πόλης του Διδυμοτείχου, είναι γνωστός με το όνομα «Αγία Πέτρα», Από το 1959-60 η επιφανειακή έρευνα του καθηγητή Γ. Μπακαλάκη πάνω και γύρω από το λόφο επιβεβαίωσε την ταύτιση της θέσης αυτής με την Πλωτινούπολη, που φέρει το όνομα της συζύγου του Τραϊανού Πλωτίνης. Από αρχαίες πηγές βεβαιώνεται ότι η Πλωτινούπολη ιδρύθηκε από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Τραϊανό γύρω στο 98-117 μ.Χ.

Η Πλωτινούπολη κτίστηκε πάνω σε αρχαία Θρακική πόλη, λείψανα της χρονολογούνται από την Νεολιθική εποχή, την εποχή του Σιδήρου και του ισχυρού Θρακικού φύλου των Οδρυσών. Ευρήματα κεραμικής του 4ου- 3ου αι. π.Χ. όπως και ενσφράγιστες λαβές αμφορέων στο β’ μισό του 4ου αι. π.Χ. καθώς και νομίσματα του 4ου αι. π,Χ. (Αργυρό τετρώβολο Φιλίππου, Χάλκινο νόμισμα από τα Κύψελα, με όψη του θεού Ερμή), επιβεβαιώνουν τη προγενέστερη συνεχή κατοίκηση της περιοχής μέχρι και την Ρωμαϊκή εποχή.

Από την ανασκαφική έρευνα της Πλωτινούπολης ξεχωρίζει ένα εύρημα ηλικίας 7.000 χρόνων! Όστρακο με εγχάρακτη διακόσμηση χρονολογήθηκε στην 5η χιλιετία π.Χ. και αποτελεί τεκμήριο μιας εντυπωσιακής πορείας και συνέχειας στο χώρο και το χρόνο στην περιοχή του Διδυμοτείχου (Παπαθανάκης 2020).
Όπως και στον λόφο της Αγίας Πέτρας, έτσι και στον λόφο της καστροπολιτείας του Διδυμοτείχου βρέθηκαν προϊστορικά ίχνη κατοίκησης που δηλώνουν παρουσία αρχαίων Θρακών. Πιο συγκεκριμένα στην βορειοανατολική πλευρά του Βυζαντινού τείχους, δίπλα στον στρογγυλό πύργο, κατά την διάρκεια εργασιών βρέθηκαν προϊστορικά όστρακα της πρώιμης εποχής του Σιδήρου, τέλος του 9ου ή αρχές του 8ου αι. π.Χ. (Μπακιρτζής- Τριαντάφυλλος 1987-1990).
Στα πόδια του λόφου, ανασκάφηκαν λείψανα εγκατάστασης μισολαξευμένης στο βράχο, μισοκτισμένης, αγνώστου προορισμού, πάντως όχι εκκλησιαστικού, 5ου ή 6ου αιώνα, όπως επίσης και υπόσκαφα, υπόγεια διαμερίσματα πιθανόν κατοικιών (Τσουρής 2015:52). Υπόγεια λαξευμένα σπίτια στο βράχο, συναντώνται σε όλη την έκταση του λόφου, κυρίως στη νότια και τη δυτική πλευρά του. Σώζουν υποδοχές πίθων, μικρές δεξαμενές, γούρνες, ερμάρια και κάποια λαξεύματα αδιευκρίνιστου προορισμού (Τσουρής 2015:55).
Σύμφωνα με τον δρ. πολιτικό μηχανικό και αρχαιολόγο Αθανάσιο Γουρίδη, οι λόγοι που οδήγησαν στην δημιουργία αυτών των χώρων, ήταν η έλλειψη επαρκούς χώρου κατοικίας και βοηθητικών χώρων, η σπανιότητα του νερού, καθώς κατά περιόδους συσσωρεύονταν πολλοί κάτοικοι ιδιαίτερα σε περιόδους πολιορκίας. Τα υπόσκαφα λαξεύματα και τα αντίστοιχα επί αυτών κτίσματα δεν είχαν κανονικά σχήματα, αφού ακολουθούσαν τις ακανόνιστες μορφές των βράχων. Οι διαδοχικοί χώροι που αναπτύχθηκαν είτε επικοινωνούσαν μεταξύ τους με λαξευμένες στο βράχο κλίμακες, είτε χωρίζονταν από στενά δρομάκια, επίσης λαξευμένα (Γουρίδης 2008)


Επίσκεψη στον ιερό Λόφο

Κατά την επίσκεψη μου στη νότια πλευρά του λόφου, λίγο πιο κάτω από την κορυφή και τα ερείπια του πολυβολείου, πάνω σε βραχώδη έξαρση, παρατήρησα σημάδια λαξευτά στο βράχο που πιθανόν δηλώνουν τη παρουσία αρχαίου Θρακικού υπαίθριου Ιερού.
Στην βάση του βράχου και σχεδόν θαμμένα στο έδαφος διακρίνονται λαξευμένα τα φυσικά χαρακτηριστικά κεφαλής της Μεγάλης Γήινης Θεάς (τα μάτια είναι καταχωμένα καθώς και η μύτη). Η ολοκληρωμένη απεικόνιση του ιερού δεν είναι ευδιάκριτη διότι καλύπτεται από το στο έδαφος (Εικ. 7, αρ. φωτογραφία). Μία παραπλήσια σχεδιαστική μορφή υπαίθριου ιερού, συναντάμε στην περιοχή Κλίσετζικ των Πετρωτών (Εικ. 7, δε. φωτογραφία) κοντά στην θέση που εντοπίστηκε το μνημείο με τον θαλαμοειδή τάφο. (Κιοτσέκογλου 2018: 156 - 158).

Αριστερά: Η όψη του Θρακικού Ιερού με την ανθρωπόμορφη λάξευση της Μεγάλης Θεάς στον λόφο του Διδυμοτείχου.
Δεξιά: Το υπαίθριο ιερό με τα λαξευτά μάτια της Θεάς στην περιοχή Κλίσετζικ των Πετρωτών. 

Στην πάνω μεριά του βράχου, διακρίνονται σειρές από μικρές όμοιες λαξευτές στο βράχο τοξωτές κόγχες (Εικ. 9). Οι δύο σειρές αριθμούν εφτά εις τον αριθμό κόγχες. Δεξιά από αυτές, βρίσκονται δύο λαξευμένες κόγχες σε σχήμα οφθαλμών (Εικ. 8) που ομοιάζουν με τα μάτια της Θεάς του Ιερού βράχου της Κίρκης (Εικ. 3) και δηλώνουν τη λατρεία της Δήμητρας ή της Μεγάλης Μητέρας Θεάς που λατρεύουν οι Θράκες. Ακριβώς δεξιά και πάνω από τα μάτια διακρίνεται μία μεγαλύτερη τοξωτή κόγχη.

H «ανθρωπόμορφη» λάξευση της Μεγάλης Μητέρας Θεάς,
που καθαγιάζει το βραχώδες έξαρμα, νότια του λόφου.

Η ανθρωπόμορφη απεικόνιση της Θεάς δίπλα στις κόγχες καθαγιάζει το βραχώδες έξαρμα, που δέχεται τις ευεργετικές ακτίνες του ήλιου. Οι μικρές τοξωτές κόγχες που είναι αριστερά των λαξευμένων ματιών, όπως και η μεγάλη τοξωτή κόγχη ακριβώς από πάνω, πιθανότατα είχαν ταφικό προορισμό. Στο ύψος που έχουν λαξευτεί, είναι δύσκολα προσβάσιμες από λατρευτές για πιθανές προσφορές και μόνο ως ταφικές κόγχες ή οστεοφυλάκια μπορούν να ερμηνευτούν. 

Μέσα σε αυτές τις ταφικές κόγχες, τοποθετούνταν τα αποσαρκωμένα οστά ή η στάχτη του νεκρού ύστερα από την διαδικασίας της αποσάρκωσης ή της καύση του νεκρού. Την διαβατήρια τελετή να τοποθετείται η στάχτη του νεκρού σε ένα καθαγιασμένο χώρο (μάτια της Θεάς λαξευμένα στον βράχο), ο οποίος δέχεται τις ευεργετικές ακτίνες του ήλιου, την πληροφορούμαστε από τον Παυσανία (9,30,7-12), «όπου τα οστά του Ορφέα ήταν τοποθετημένα σε λίθινη υδρία και όταν τα δει ο ήλιος κάποιο γεγονός θα συμβεί…», δηλώνει ότι ο θρακικός ορφισμός είναι πίστη στην ηλιακή ενέργεια και όχι μόνο μια τυφλή ελπίδα για ανθρώπινη αιωνιότητα (Κιοτσέκογλου 2018: 236 κ.εξ).

Οι ταφικές κόγχες του Θρακικού Ιερού.

Σε άλλο σημείο του λόφου υπάρχουν μεγαλύτερες ταφικές κόγχες καθώς και μικρές σε ίδια νοητή ευθεία, ενώ σε χώρο εντός υπόσκαφου σπηλαίου, εντόπισα τα λαξευτά μάτια της Θεάς που συμβολίζουν την «κατοικία» της στο βράχο (Εικ. 10).

 Τα μάτια της θεάς, που συμβολίζουν την «κατοικία» της στον βράχο.
Η πανταχού παρούσα Θεά. 

Στην δυτική πλαγιά του λόφου, ανάμεσα στους λαξευτούς χώρους που αναπτύσσονται κλιμακωτά στο βράχο και χωρίζονται από στενά λαξευτά δρομάκια και σκάλες, εντοπίζονται λαξευμένες στο βράχο κόγχες (Εικ. 11) που έχουν σχέση με τη λατρεία της Μητέρας Θεάς σε όλη τη Θράκη και τη Μ. Ασία (Φρυγία).


Λαξευτές κόγχες που έχουν σχέση με τη λατρεία της Μητέρας Θεάς
σε όλη την Θράκη και την Μ. Ασία (Φρυγία).


Στη βάση της οχύρωσης, στην εξωτερική νοτιοδυτική πλευρά του τείχους και αριστερά από τις γνωστές «Πύλες της Γέφυρας», βρίσκεται λαξευμένη σπηλιά που πιθανόν να ήταν χώρος θυσιών. Στον χώρο του σπηλαίου υπάρχουν λαξευτές στο βράχο, κόγχες και μικρές κοιλότητες που πιθανόν σχετίζονται με τον τελετουργικό χαρακτήρα του χώρου (τελετουργικές λαξεύσεις για υγρές και ξηρές προσφορές). Στην δεξιά πλευρά του σπηλαίου, βρίσκεται μια βαθιά λαξευμένη κοιλότητα και στην εμπρόσθια πλευρά της εντοπίζεται διαμπερής οπή που πιθανόν χρησίμευε για το δέσιμο του θυσιαζόμενου ζώου.
 Εντός του σπηλαίου, δεξιά και αριστερά του λαξευτού θυσιαστηρίου εντοπίζονται διαμπερείς οπές λαξευμένες στο βράχο, προφανώς για δέσιμο των προσφερόμενων ζώων (Genov 2017: 2859-2864). Στις θυσίες προφανώς θυσιάζονταν μικρά ζώα (αίγες, πρόβατα, οικόσιτα) εύκολα διαχειρίσιμα από τον θυσιαστή. Παρόμοια περίπτωση θυσιαστηρίου εντοπίζεται στα Πετρωτά της νοτιοανατολικής Ροδόπης (Κιοτσέκογλου 2018: 148-156).
 Οι παρατηρήσεις όπως και οι εκτιμήσεις μου για τον χώρο του σπηλαίου αποτελούν μία αρχική διερευνητική προσέγγιση. Για μία πιο τεκμηριωμένη προσέγγιση θα πρέπει να γίνει επιτόπια έρευνα από αρχαιολόγο.


Χώρος που πιθανολογείται ότι χρησιμοποιούνταν σε θυσιαστήριες τελετές
(εκκρεμεί εξακρίβωση από αρχαιολόγο).

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Οι παραπάνω παρατηρήσεις βεβαιώνουν τη λατρεία της Μεγάλης Γήινης Μητέρας Θεάς στον κάστρο του Διδυμοτείχου όπου σήμερα συνυπάρχουν με τα βυζαντινής περιόδου συμφραζόμενα στο βραχώδη λόφο που περιβάλλεται από το κάστρο.

Μετά και από τις ανωτέρω εκτιμήσεις, διαπιστώνεται ότι, η θέση της βυζαντινής οχύρωσης και η επιλογή της ως επισκοπικό κέντρο (όλος ο λόφος περιβάλλεται από εκκλησίες και μικρά εικονοστάσια) δεν είναι τυχαία. Ίχνη κατοίκησης που χρονολογούνται από την 7η χιλιετία πριν από σήμερα στον γειτονικό λόφο «Αγία Πέτρα» μαρτυρούν την διαχρονική κατοίκηση αυτής της περιοχής. Η Θρακική παρουσία είναι βέβαιη και στους δύο λόφους. Στο ασβεστολιθικό πέτρωμα του βράχου εντοπίζονται σημάδια της Ιερής Αρχιτεκτονικής των Θρακών όπου συνυπάρχουν μαζί με τις λαξευτές κατασκευές (οικιστικού κυρίως χαρακτήρα) της βυζαντινής περιόδου. Μεγάλο μέρος του βράχου έχει καταστραφεί και επαναχρησιμοποιηθεί σε μεταγενέστερες εποχές των βυζαντινών και μεταβυζαντινών χρόνων. Η χρήση των λαξευτών Μεγαλιθικών Ιερών πιθανόν να έγινε μεταξύ της πρώιμης εποχής του Σιδήρου και της ιστορικής περιόδου της Θράκης (η χρονολόγηση είναι προσωπική μου εκτίμηση).
Η απουσία συστηματικών ανασκαφών στον λόφο του Κάστρου αποτελεί έναν ακόμα ανασταλτικό παράγοντα για τη μελέτη της προγενέστερης χρήσης του.

Με αγάπη για την ανάδειξη της ιστορικής και προϊστορικής κληρονομίας της Θράκης.
ΠΗΓΕΣ: ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 10.11.2020.


Ελληνόγλωσση Βιβλιογραφία:

Αέροπος, περιοδικό.

Ασλάνης Ι. 1988: Η Νεολιθική και Πρώιμη Εποχή του Χαλκού στην Αιγαιακή Θράκη, Πρακτικά του Συμποσίου, Η ιστορική, αρχαιολογική και λαογραφική έρευνα για τη Θράκη που πραγματοποιήθηκε στις 5-9 Δεκεμβρίου 1985 στην Ξάνθη-Κομοτηνή-Αλεξανδρούπολη, με θέμα 139-158

Βαβρίτσας Α.1973: Ανασκαφή Μεσημβρίας Θράκης, ΠΑΕ, 70-86

Γουρίδης Α. 2008: Διδυμότειχο, μια άγνωστη πρωτεύουσα, Δήμος Διδυμοτείχου

Ζήκος N. 1984: Αρχαιολογία και Τέχνες, Τεύχος 13, Νοέμβριος 1984, Βυζαντινό Οδοιπορικό στη Θράκη, Νικόλαος Ζήκος, επιμελητής Αρχαιοτήτων.

Κιοτσέκογλου Σ. 2018:Μεγαλιθικά Μνημεία στην Αιγιακή Θράκη. Μια ανθρωπολογική προσέγγιση, Διδακτορική διατριβή,Blagoevgrad

Κουτσουμανής Μ. 2020: Ο Αρχαιολογικός Θησαυρός της Πλωτινούπολης, - Ένα εξαιρετικό αφιέρωμα του "Βορέα" πριν 15 χρόνια με την υπογραφή του αρχαιολόγου Ματθαίου Κουτσουμανή, περιοδικό ΒΟΡΕΑΣ magazin, Δημοσιογράφος Σταύρος Παπαθανάκης.

Λεκάκης Γ. "Σύγχρονης Ελλάδος περιήγησις".

Μπακιρτζής Χ. – Τριαντάφυλλος Δ. 1987-1990: Προϊστορικά όστρακα εκ Διδυμοτείχου, Θρακική Επετηρίδα 7, 201-211

Παπαθανάκης Σ. 2020, "Ο ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΤΗΣ ΠΛΩΤΙΝΟΠΟΛΗΣ. " Ένα εξαιρετικό αφιέρωμα του "Βορέα" πριν 15 χρόνια με την υπογραφή του αρχαιολόγου Ματθαίου Κουτσουμανή, περιοδικό ΒΟΡΕΑΣ magazin ).

Τριαντάφυλλος Διαμ. 1984: Η προϊστορία στο χώρο της Δ. Θράκης, στο Αρχαιολογία 13, Αφιέρωμα: Θράκη, σελ. 10-19

Τσουρής Κ. 2015. Η Οχύρωση του Διδυμοτείχου, Εκδόσεις Σαΐτα.



Ξενόγλωσση Βιβλιογραφία

Fol V, 2008: Τhe Rock as a Topos of Faith, the interactive zone of the rock-cut monuments from Urartu to Thrace in Geoarchaeology and Archaeomineralogy : Sofia 2008, 153-162.

Francovich Géza De 1990: Santuari e Tombe Rupestri dell’ Antica Frigia, L’ Erma Roma.

Genov A. 2017: Α. Genov, The Symbolism of Caves as a Border Between Worlds in, Conceptions of Ancient societies, Intern J, vol.20.6, 2859 – 2864.

Ruck Carl 2008: Τα μυστικά της Αρχαίας Ελευσίνας, τα ιερά μανιτάρια της θεάς. Κικεών tales, Eleusis.

Vassileva M .1997: Thrace and Phrygia. Some problems of the megalithic culture in Actes 2e Symposium international, Komotini 20-27 September, 1992 Komotini 1997, 193-198.