Ελλάδα εκτός Ελλαδoς : ο «θησαυρός» από το Ολανεστι.

01-Η «ερυθρά» αίθουσα του Μουσείου, όπου εκτίθενται οι αρχαιότητες.

Το 1958, σε ένα χωριό της Δημοκρατίας της Μολδαβίας, βρέθηκε αποθησαυρισμένο ένα σύνολο από μπρούντζινα μέρη αμυντικού οπλισμού — κάποια επιχρυσωμένα. Ο «θησαυρός» περιλάμβανε περικνημίδες, κράνη και ένα λύχνο με εγχάρακτη επιγραφή, μάρτυρα της πολύ διαδεδομένης λατρείας της Εφεσίας Αρτέμιδος στον βόρειο και βορειοδυτικό Πόντο. Έχει διατυπωθεί η υπόθεση ότι η αποθησαύριση των αντικειμένων, που τοποθετούνται ανάμεσα στο τέλος του 5ου και το γ΄ τέταρτο του 4ου αιώνα π.Χ., πραγματοποιήθηκε κατά την εκστρατεία του μακεδονικού στρατού εναντίον των Σκυθών (331–330 π.Χ.).

Το φθινόπωρο του 1958 ένας κάτοικος του χωριού Ολανέστι (Olănești), στην κοιλάδα του Τύρα (Δνείστερου), στη σημερινή Δημοκρατία της Μολδαβίας, βρήκε στο χωράφι του ένα σύνολο αποθησαυρισμένων αρχαίων αντικειμένων. Έβγαλε από τη γη, το ένα μετά το άλλο, οξειδωμένα μεταλλικά αντικείμενα καλυμμένα από την «πράσινη πατίνα» του χρόνου. Πέντε κράνη ήταν τοποθετημένα σε ελλειψοειδές όρυγμα βάθους 80 εκ., ενώ μισό μέτρο πιο πέρα, σε άλλο όρυγμα, βρέθηκαν δέκα περικνημίδες.



02 Το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο στο Κισινάου.

Τα ευρήματα μεταφέρθηκαν στο τοπικό σχολείο, όπου εξετάστηκαν πρώτα από τους αρχαιολόγους του Μουσείου του Κισινάου (πρωτεύουσας και τότε της Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μολδαβίας), οι οποίοι ξαφνιάστηκαν από τα αντικείμενα. Αμέσως εκφράστηκε η άποψη ότι πρόκειται για ένα «θησαυρό» με αρχαίο ελληνικό αμυντικό οπλισμό και τα αντικείμενα θεωρήθηκαν από την αρχή εντυπωσιακά. Η έρευνα που ακολούθησε προκάλεσε πλήθος ερωτημάτων στην επιστημονική κοινότητα της πρώην ΈΣΣΔ1.

Τι ήταν όμως το σύνολο των αντικειμένων που αποτελούσαν τον «Θησαυρό του Ολανέστι» (όπως ονομάστηκε η ομάδα των ευρημάτων); Οι δέκα περικνημίδες, κάποιες από τις οποίες βρέθηκαν σε αποσπασματική διατήρηση, ήταν από επιχρυσωμένο μπρούντζο και τα πέντε κράνη ήταν και αυτά μπρούντζινα και το ένα από αυτά επιχρυσωμένο• σε σχετικά καλή κατάσταση διατηρήθηκαν μόνο τα τέσσερα2. Τα κράνη ήταν τοποθετημένα στο όρυγμα κάθετα, «κτισμένα» το ένα πάνω στο άλλο, και κάλυπταν ένα άλλο αντικείμενο που δεν ανήκε στην κατηγορία του οπλισμού και το οποίο, επειδή προστατευόταν από το κράνος που το κάλυπτε, διατηρήθηκε σε άριστη κατάσταση.



04 Το μπρούντζινο λυχνάρι


Πρόκειται για έναν μπρούντζινο λύχνο (αρ. ευρ. FB.10652–1) με κυκλική οπή πλήρωσης από την οποία εκφύονται άλλες τρεις μικρότερες ζωόμορφες οπές σε σχήμα κεφαλής αετού (εικ. 4). Ανάμεσα στις τρεις αυτές οπές πλήρωσης οι μυκτήρες έχουν και αυτοί σχήμα πετεινού. Από το κέντρο της μεγάλης οπής ξεκινά ένα κυλινδρικό στέλεχος ανάρτησης το οποίο καταλήγει σε ανθρωπόμορφο δίσκο, έντονα στιλιζαρισμένο, πλάι στον οποίο είναι στερεωμένα δύο πουλιά (περιστέρια;). Ανάμεσά τους, στην κορυφή του στελέχους, έχει συγκολληθεί ένας δακτύλιος ανάρτησης διαμέτρου 3,2 εκ. Το λυχνάρι διαθέτει και τρία υποστηρίγματα σε σχήμα ποδιών πουλιού τοποθετημένα κάτω από την πεπλατυσμένη οπή πλήρωσης, στις αντίστοιχες θέσεις κάτω από τις μικρότερες «αετόμορφες» οπές πλήρωσης.
Σημειώνεται ότι οι οπές πλήρωσης και οι μυκτήρες φέρουν ίχνη χρήσης, ενώ στο σώμα του λυχναριού διακρίνονται πολλά ίχνη επισκευών.
Ένα άλλο λυχνάρι με παρόμοιο στέλεχος και στιλιζαρισμένο ανθρωπόμορφο δίσκο, χωρίς όμως άλλα διακοσμητικά στοιχεία εκτός από ένα δακτύλιο ανάρτησης στην άνω απόληξη του στελέχους, είχε βρεθεί στον σκυθικό τύμβο Baby (Alexeev 1987, σ. 30).

03 Λεπτομέρεια του ενεπίγραφου λύχνου που αφιέρωσε
η Ηγήνασσα Λύκωνος στην Εφεσία Αρτέμιδα.

Τη σημαντικότερη όμως πληροφορία για το λυχνάρι τη δίνει η εγχάρακτη επιγραφή στο κάθετο στέλεχος (εικ. 3) όπου αναγράφεται: ΑΡΤΈΜΙΈΦΈΣΗΙΗ ΗΓΗΝΑΣΣΑ ΗΛΥΚΩΝΟΣ. Στην πρώτη δημοσίευση έγιναν δύο προσπάθειες ανάγνωσης της επιγραφής, αλλά και οι δύο αποδεικνύονται εσφαλμένες (Sergeev 1966, σ. 166). Η σωστή ανάγνωση είναι: Ἀρτέμι Ἐφεσηίη<ι> Ἡγήνασσα ἡ Λύκωνος3. 
Στην πρώτη δημοσίευση οι συγγραφείς αναφέρουν ότι η χρονολόγηση του λυχναριού μπορεί να τοποθετηθεί, με κριτήριο την επιγραφή, στον 6ο–5ο αιώνα π.Χ. (Ser- geev 1966, σ. 134). Σε συζήτηση με τον επιγραφικό Άγγελο Ματθαίου4 προτάθηκε μια χαμηλότερη και στενότερη χρονολόγηση της επιγραφής προς τα τέλη του 5ου και τις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ.

Από τα υπόλοιπα αντικείμενα του θησαυρού, τα τέσσερα κράνη που διατηρούνται σε ικανοποιητική κατάσταση ανήκουν σε δύο κατηγορίες: δύο αττικού τύπου (εικ. 5, 6) και δύο φρυγικού–αττικού τύπου (εικ. 7, 8). Τα δύο αττικά κράνη, πολύ καλά διατηρημένα, έχουν κατασκευαστεί με φύλλα μπρούντζου με σφαιρική την πάνω επιφάνεια, λείπουν όμως οι παραγναθίδες.


05 Το κράνος αττικού τύπου FB.10652–5.
06 Το κράνος FB.10652–4 με το πρόσθετο διακοσμητικό πλακίδιο.
07, 08 Κράνη φρυγικού–αττικού τύπου (FB.10652–7 και FB.10652–6 αντίστοιχα).

Το ένα από τα κράνη (εικ. 5, αρ. ευρ. FB.10652–5) έχει σημαντικές παραμορφώσεις στο επάνω μέρος. Έχει ύψος 25,6 εκ. και πλάτος βάσης 16,5 εκ. Στο άλλο (εικ. 6, αρ. ευρ. FB.10652–4) λείπει το επιρρίνιον (φαίνεται ότι είχε κοπεί από την αρχαιότητα, ενώ το τμήμα που είχε παραμείνει είχε γυαλιστεί, γεγονός που αποδεικνύει τη μακρόχρονη χρήση του).
Το κράνος έχει ένα διακοσμητικό στοιχείο στη θέση του μετώπου• ένα μικρό μπρούντζινο πλακίδιο (4,9x3 εκ.) φέρει την κατ’ ενώπιον κεφαλή της Αθηνάς (αρ. ευρ. FB.10652–3), με πολύ ωραία απόδοση της κόμης, με τονισμένα τα μεγάλα και εκφραστικά μάτια της, ενώ πάνω στο κεφάλι, ως λοφίο, εξέχει
ο λαιμός και το κεφάλι ενός κύκνου (εικ. 6). Το κράνος αυτό έχει και μια άλλη επιδιόρθωση —συγκόλληση με χαλκό— στα πλάγια.


14 Η βιτρίνα με τα αντικείμενα

Είναι εμφανή τα ίχνη των χτυπημάτων που δέχτηκε από όπλα εκείνης της εποχής. Αυτός ο τύπος κράνους χρονολογείται περί τα μέσα και το β΄ μισό του 4ου αιώνα π.Χ. (Sergeev 1966, σ. 140). Οι διαστάσεις του είναι: ύψος 21 εκ., βάση 22,7x19 εκ. Δύο σχετικά ικανοποιητικά διατηρημένα κράνη και ένα τμηματικά σωζόμενο ανήκουν στον φρυγικό–αττικό τύπο. Όλα είναι κατασκευασμένα από μεγάλα μπρούντζινα φύλλα, όπως και τα αττικού τύπου. Τα λοφία τους έχουν τη γνωστή καμπυλωμένη προς τα εμπρός κορυφή, όπως ο φρυγικός σκούφος, ενώ στη βάση τους μοιάζουν με τα αττικά κράνη.

Πολύ λίγα είναι τα κράνη του τύπου αυτού που έχουν βρεθεί στον βόρειο ή βορειοανατολικό Πόντο. Η παλαιότερη ανακάλυψη, από το 1885, προέρχεται από τον σκυθικό τύμβο Μπαλσάια Μπλίζνιτσα (Bolsha- ja Bliznitza) στο νησί Ταμάν της Ρωσίας (Tol- stoi / Kondakof 1889, σ. 45, εικ. 55). Πολεμιστές (Θράκες) με παρόμοια κράνη εικονίζονται στις τοιχογραφίες του τάφου του Καζανλίκ (Βουλγαρία) (Mikov 1954, σ. 28) και στη σαρκοφάγο του Μ. Αλεξάνδρου της Σιδώνος, σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Κωνσταντινούπολης (von Graeve 1970, πίν. 28.32–35).


Ένα από τα μπρούντζινα αυτά κράνη είναι επιχρυσωμένο (εικ. 7, αρ. ευρ. FB.10652–7), αλλά 
παρουσιάζει εμφανή ίχνη συμμετοχής του ιδιοκτήτη (ή ιδιοκτητών) του σε σκληρές μάχες — τόσο στο μπροστινό μέρος όσο και στα πλάγια παρατηρούνται βαθουλώματα από χτυπήματα (πιθανότατα με οδοντωτό ρόπαλο), ενώ στη μετωπική πλευρά υπάρχει χτύπημα βέλους. Σε μερικά εξωτερικά σημεία παρατηρούνται ίχνη συγκόλλησης με άργυρο κάποιων χρυσών (;) πρόσθετων διακοσμητικών πλακιδίων. Το ύψος του κράνους είναι 30 εκ., ενώ οι διαστάσεις στη βάση είναι 29x20 εκ.
Το άλλο κράνος δεν σώζει ίχνη επιχρυσώματος (εικ. 8, αρ. ευρ. FB.10652–6), αλλά η επιμελημένη καλλιτεχνική του διακόσμηση το καθιστά εξίσου πολύτιμο με το προηγούμενο. Και εδώ παρατηρούνται ίχνη σκληρών χτυπημάτων με μη αιχμηρό όπλο. Το ύψος του είναι 26,5 εκ. και οι διαστάσεις στη βάση είναι 24x18,5 εκ. Όπως και σε όλα τα άλλα κράνη δεν έχουν διατηρηθεί οι παραγναθίδες. Ιδιαίτερη σημασία έχουν τα διακοσμητικά στοιχεία στη μετωπιαία περιοχή, καθώς και στα πλάγια. 


09 Η μετωπιαία περιοχή του κράνους FB.10652–6 (εικ. 8) με ανάγλυφη την εικόνα του Πανός.

Το ανάγλυφο στη μετωπιαία περιοχή εικονίζει την κεφαλή του Πανός με πλούσια κόμη που αποδίδεται με εξαιρετική τέχνη (εικ. 9). Η παρουσία της εικόνας αυτής στο μπροστινό μέρος του κράνους θα μπορούσε να έχει ρόλο αποτροπής ή πιθανόν τοτεμικό. Τα ανάγλυφα στις πλαϊνές πλευρές του κράνους αποδίδουν σκηνή αναρρίχησης πάνθηρα σε κλαδί (εικ. 10). Και οι τρεις εικόνες έχουν εκτελεστεί με εξαιρετική τέχνη, από ικανότατο μάστορα, ενώ ο ιδιοκτήτης του κράνους, που, όπως φαίνεται, δεν είχε μόνο τελετουργικό ρόλο, πρέπει να ήταν ανώτερος στρατιωτικός αξιωματούχος.


10 Η ανάγλυφη εικόνα ενός αναρριχώμενου πάνθηρα στο πλαϊνό τμήμα του κράνους FB.10652–6.

Το τρίτο κράνος που ανήκει στον φρυγικό–αττικό τύπο έχει αποκατασταθεί γραφικά με βάση τα σωζόμενα τμήματά του (εικ. 12, αρ. ευρ. FB.10652–9)• οι διαστάσεις στη βάση είναι 24x22 εκ. Στο εσωτερικό ενός από τα πλαϊνά τμήματα έχει χαραχτεί μια επιγραφή που αποδίδει συνδεδεμένα τα γράμματα ΑΝ (εικ. 11).



11 Η εγχάρακτη επιγραφή στη σωζόμενη παραγναθίδα του κράνους FB.10652–9.



12 Τα σωζόμενα τμήματα του τρίτου κράνους φρυγικού– αττικού τύπου, FB.10652–9.


Εκτός από τα κράνη και το λυχνάρι με την ορνιθόμορφη διακόσμηση, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, στο «θησαυρό» περιλαμβάνονται και δέκα περικνημίδες. Έχουν διατηρηθεί όλες (μερικές μόνο τμηματικά). Είναι κατασκευασμένες από μπρούντζινα επιχρυσωμένα φύλλα. Οι περικνημίδες είναι ζεύγη διαφόρων μεγεθών, απόδειξη ότι ανήκαν σε περισσότερα πρόσωπα. 
Από τη μορφή αλλά και το μέγεθος, διακρίνονται δύο ομάδες.

Στην πρώτη ομάδα, με πρωιμότερη χρονολόγηση, ανήκει ένα ζευγάρι με ύψος 39,3 εκ., διάμετρο στο γόνατο 10 εκ. και στους αστραγάλους 7,5 εκ. (εικ. 18, αρ. ευρ. FB.10652–11, 11a). Από τις διαστάσεις θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι ανήκαν σε παιδί (;). Στις πλευρικές άκρες υπάρχουν διατρήσεις για τη στερέωση της τσόχινης ή δερμάτινης επένδυσης και του κουμπώματος της κνημίδας.
 Ο τύπος αυτός διακρίνεται στα μελανόμορφα αγγεία του τέλους του 6ου και των αρχών του 5ου αιώνα π.Χ. (Sergeev 1966, σ. 135).

Το δεύτερο ζευγάρι κνημίδων της πρώτης ομάδας (αρ. ευρ. FB.10652–8, 9) φέρει ίχνη μετατροπών, όπως φαίνεται από την αδέξια κοπή του κατώτερου τμήματος και την προσαρμογή τους στην περιοχή του αστραγάλου στη διάμετρο των 5,7 εκ. Το ύψος τους είναι 38 εκ., ενώ η διάμετρος στο γόνατο είναι 10 εκ.



15 Το ζευγάρι περικνημίδων FB.10652–8, 9.

 Και στις δύο περικνημίδες έχουν προστεθεί στα πλάγια, με στερέωση, από δύο βοηθητικές 
πλάκες για την καλύτερη προστασία της κνήμης (εικ. 15). Υποθέτουμε ότι οι μετατροπές αυτές πραγματοποιήθηκαν τον 4ο αιώνα π.Χ.
Όπως και οι υπόλοιπες, οι παραπάνω περικνημίδες είναι από επιχρυσωμένο μπρούντζο, δείγμα ότι ανήκαν σε εύπορους ιδιοκτήτες (ακόμα και οι πρόσθετες πλάκες του δεύτερου ζευγαριού είναι επιχρυσωμένες).



17 Το ζευγάρι περικνημίδων FB.10652–14, 15.
18 Η μία περικνημίδα του ζευγαριού FB.10652–11, 11a.

Το άλλο ζευγάρι περικνημίδων (αρ. ευρ. FB.10652–14, 15) ανήκει στη δεύτερη ομάδα (εικ. 17). Είναι και αυτές κατασκευασμένες από επιχρυσωμένα φύλλα μπρούντζου• κρίνοντας από τις διαστάσεις φαίνεται ότι τις χρησιμοποιούσε ένας μαχητής με εντυπωσιακή σιλουέτα, με τεράστιο και δυνατό κορμί, ενώ το σχήμα φανερώνει την εντυπωσιακή μυϊκή δομή της κνήμης. Το ύψος της περικνημίδας είναι 43–44 εκ., η διάμετρος στα γόνατα 11,5 εκ., ενώ στον αστράγαλο 7,2 εκ.


16  Η επιγραφή ΠΑΡΜΕ που έχει χαραχτεί και στις δύο περικνημίδες FB.10652–14, 15.

Στο εσωτερικό των δύο αυτών περικνημίδων έχουν χαραχτεί πέντε γράμματα, τα ίδια και στις δύο. Στην πρώτη δημοσίευση η επιγραφή διαβάστηκε ως ΓΑΡΜΈ (Sergeev 1966, σ. 137). Κατά την άποψή μου η σωστή ανάγνωση θα πρέπει να είναι ΠΑΡΜΈ (εικ. 16) και θα μπορούσε να είναι η σύντμηση του ονόματος του ιδιοκτήτη, ένας Παρμενίων ή Παρμενίσκος ή άλλο όνομα με τα ίδια αρχικά. 
Με βάση τόσο τη γραφή όσο και το σχήμα των κνημίδων, αυτές χρονολογούνται στον 4ο αιώνα π.Χ.
Οι άλλες περικνημίδες σώζονται τμηματικά και έχουν ύψος: 42,5 εκ. (FB.10652– 12, 12a), 43 εκ. (FB.10652–13), 42 εκ. (FB.10652–16) και 27 εκ. (FB 10652–10).

Το τελευταίο αντικείμενο του «Θησαυρού του Ολανέστι» είναι ένα περίαπτο (3x3,7 εκ., FB.10652–2), κατασκευασμένο από λεπτό φύλλο επιχρυσωμένου μπρούντζου (εικ. 13), πιθανότατα απεικόνιση γλαύκας, σύμβολο της Αθηνάς, θεάς της σοφίας και της πολεμικής στρατηγικής.


13 Ζωόμορφο περίαπτο με παράσταση γλαύκας.


Θα μπορούσε βέβαια να έχει άλλη ερμηνεία, αλλά αυτή φαίνεται να είναι η πιθανότερη.
Η υπόθεση στην πρώτη δημοσίευση, που έχει επαναληφθεί και αργότερα από τη Ν. Goltseva, η οποία δημιούργησε και έναν σχετικό πίνακα το 1989, ήταν ότι η αποθησαύριση των αντικειμένων πραγματοποιήθηκε κατά την εκστρατεία του μακεδονικού στρατού εναντίον των Σκυθών (331–330 π.Χ.) υπό το διοικητή της Θράκης και του Πόντου Ζωπυρίωνα, ο οποίος είχε διοριστεί από τον Αλέξανδρο. Ο μακεδονικός στρατός, 30.000 πολεμιστές, πολιόρκησε ανεπιτυχώς την Ολβία (Ιουστ., 37.3.2) (*α).
Ο ίδιος ο Ζωπυρίων σκοτώθηκε κατά την υποχώρηση στις μάχες που ακολούθησαν με τους Σκύθες και τους Γέτες — στη σκυθογετική έρημο, όπως αναφέρει ο Κούρτιος Ρούφος (10.1.43). O Σεργκέεβ, στη δημοσίευση του 1966 λυχναριού με την ορνιθόμορφη διακόσμηση και έχει διατυπωθεί στην πρώτη δημοσίευση, το λυχνάρι, όπως φαίνεται από την επιγραφή που φέρει, ανήκε στο Αρτεμίσιο της Εφέσου, που είχε πυρποληθεί από τον Ηρόστρατο το 356 π.Χ., και μετά, καταλήγοντας στην ιδιοκτησία ενός από τους πολεμιστές του μακεδονικού στρατού, «περιφέρθηκε» σε όλες τις πολεμικές εκστρατείες έως την «αποθησαύρισή» του (Sergeev 1966, σ. 134–135).

Η λανθασμένη ερμηνεία της επιγραφής οδήγησε στη διατύπωση αυτών των υποθέσεων οι οποίες ασφαλώς δεν ισχύουν. Είναι γνωστό ότι, μετά την καταστροφή ενός ναού, ακόμα και από πυρκαγιά, όλα τα ιερά αντικείμενα τοποθετούνταν σε ιερούς αποθέτες. Συνεπώς αποκλείεται ένα αντικείμενο αφιερωμένο στο ναό της Εφέσου να είχε αφαιρεθεί από κάποιον Έλληνα, αφού μια παρόμοια πράξη θα θεωρείτο βλασφημία.

Η λατρεία της Έφεσίας Αρτέμιδος ήταν πολύ διαδεδομένη στον ελληνικό κόσμο του βόρειου και βορειοδυτικού Πόντου και η επιγραφή, που ερμηνεύθηκε λάθος στις πρώτες δημοσιεύσεις, δηλώνει ότι δεν πρόκειται για αφιέρωμα στο ιερό της Έφέσου, το ένα από τα επτά θαύματα του κόσμου, αλλά για άλλο ιερό στη βόρεια ακτή του Πόντου.

Τα χρονολογικά όρια των ευρημάτων του «θησαυρού» τοποθετούνται από το τέλος του 5ου έως και το γ΄ τέταρτο του 4ου αιώνα π.Χ. (το πρωιμότερο αντικείμενο είναι το λυχνάρι με την ορνιθόμορφη διακόσμηση, ενώ τα υστερότερα είναι οι περικνημίδες δεύτερου τύπου). Είναι αναμφισβήτητο το γεγονός ότι τα αντικείμενα αυτά «αποθησαυρίστηκαν», αλλά δεν είναι δυνατόν προς το παρόν να διευκρινίσουμε ούτε πότε έγινε η αποθησαύριση ούτε το λόγο της. Με ασφάλεια μπορεί να θεωρηθεί ότι τα αντικείμενα αποτελούν μια αδιαμφισβήτητη απόδειξη της παρουσίας του μακεδονικού στρατού στις περιοχές αυτές.

NATALIA MATEEVICI Δρ Αρχαιολόγος, ερευνήτρια στο Μουσείο του Κισινάου
Απόδοση στα ελληνικά: Άρης Τσαραβόπουλος, Γκέλη Φράγκου


Σημειώσεις
1 Η πρώτη και μοναδική έως τώρα δημοσίευση του θησαυρού ανήκει στον Σοβιετικό αρχαιολόγο Γ.Π. Σεργκέεβ: Sergeev G.P.,
«Olonestskii antitsnii klad», Vestnik drevnei istorii 2 (1966), σ. 132–142.
2 Ο θησαυρός μεταφέρθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’80 από το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας και Έθνογραφίας του Κισινάου στη συλλογή του Έθνικού Ιστορικού Μουσείου της Μολδαβίας με γενικό αριθμό καταλόγου FB.10652. Οι φωτογραφίες οφείλονται στην ευγενική παραχώρηση του Γενικού Διευθυντή του Μουσείου, κ. Eugen Sava, και στο φωτογράφο του Μουσείου Iurie Foca,
στους οποίους εκφράζουμε ακόμα μια φορά τις ευχαριστίες μας.
3 Ο Άγγελος Ματθαίου σημειώνει: Έίναι ενδιαφέρον ότι εδώ χρησιμοποιείται η μακρόφωνος δίφθογγος ΗΙ,
αντί της συνήθους βραχυφώνου (ΈΙ): ΈΦΈΣΈΙΗ.
4 Ευχαριστούμε και μέσω του κειμένου αυτού τον κ. Άγγελο Ματθαίου για τη συμβολή του στη σωστή ανάγνωση της επιγραφής.
 

Βιβλιογραφία
Alexeev 1987: Alexeev A. Iu., «O datah skifskih kourganov Babîi Raskopana Mogila», Soobscenia Gosudarstvenovo Ermitaja (SGE) 52 (1987), σ. 28–31.
Goltseva 1966: Goltseva I.V., Tezaurul antic dela Olănești, Κισινάου 1989.
Mikov 1954: Mikov V., Antichnata grobnitsa pri Kazanlik. Istoriia, arheologiia, kraeznanie Izdatelstvo, Σόφια 1954.
Sergeev 1966: Sergeev G.P., «Olonestkii antichnîi klad», Vestnik Drevnei Istorii (VDI) 2 (1966), σ. 132–142.
Tolstoi / Kondakof 1889: Tolstoi I. / Kondakof I., Ruskie drevnosti v pamiatnikah iskustva, τόμ. 1, Αγία Πετρούπολη 1889.
von Graeve 1970: von Graeve V., Der Alexandersarkophag und seine Werkstatt, Βερολίνο 1970, πίν. 28.32–35.

(*α)...Ο ιστορικός Ιουστίνος αναφέρεται στην επιτομή του έργου του Πομπήιου Τρόγου "Φιλιππικές Ιστορίες" το οποίο εγράφη από τον τελευταίο κατά τον 1ο αι. π.Χ.
Ο Ιουστίνος προέβη σε μια ανθολογία εδαφίων από το χαμένο έργο των 44 βιβλίων του Πομπήιου Τρόγου το οποίο αναφέρεται στην παγκόσμια ιστορία του τότε γνωστού κόσμου. Οι αρχαίοι λαοί όπως Σκύθες, Μήδοι, Πέρσες, Καρχηδόνιοι και κατά κύριο λόγο Έλληνες αποτελούν πόλο έλξης του ενδιαφέροντός του. Κατά κύριο λόγο εστιάζεται στους Μακεδόνες από την δημιουργία του κράτους τους μέχρι και τους διαδόχους του Μεγάλου Αλεξάνδρου, εγκωμιάζει δε τους τελευταίους Μακεδόνες βασιλείς Φίλιππο Ε’ και Περσέα που αντιστάθηκαν μέχρις εσχάτων στην ρωμαϊκή κατακτητική αγριότητα. Αναλίσκεται σε περιγραφή γεγονότων και προσώπων δίνοντας μία άλλη διάσταση στην
μέχρι τούδε καθιερωμένη ιστορία στρατιωτικών επιχειρήσεων. Οι Ρωμαίοι κατέχουν ελάχιστο ρόλο στην εξιστόρησή του τοποθετώντας μια σύντομη μυθολογική περιγραφή της κτίσεως της Ρώμης και κλείνει με την αναφορά του στην Ισπανία. Το έργο είναι μνημειώδες και αποτελεί πηγή πολύτιμων πληροφοριών.

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ :ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝ