ΣΠΑΡΤΗ : ΠΛΟΥΤΟΣ ΚΑΙ Ι∆ΙΟΚΤΗΣΙΑ- ∆ΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΕΞΟΥΣΙΑ



ΠΛΟΥΤΟΣ ΚΑΙ Ι∆ΙΟΚΤΗΣΙΑ

του STEPHEN HODKINSON λέκτορα Αργαίος Ιστορίας, Έδρα Ιστορίας και Κλασικών Σπουδών στο Πανεπιστήµιο Μάντσεστερ (Αγγλία)

Στη σύγχρονη δυτική αντίληψη η λέξη «Σπάρτη» δηµιουργεί την εντύπωση µιας αυστηρής, στρατιωτικής κοινωνίας, µε πολίτες που αποστρέφονταν τα υλικά αγαθά. Μετά την εκ νέου ανακάλυψη της κλασικής αρχαιότητας στη διάρκεια της Αναγέννησης, επιφανείς διανοητές της ∆υτικής Ευρώπης θεωρούσαν την αρχαία Σπάρτη προσωποποίηση της οικονοµικής ισότητας και του κοινωνικού ελέγχου. Αυτή η εικόνα επηρέασε σηµαντικά τη νεότερη κοινωνιολογική και πολιτική σκέψη. Στα χρόνια της αγγλικής επανάστασης το 17ο αιώνα, ο ριζοσπάστης συγγραφέας Τζέιµς Χάρινγκτον στη µονογραφία του «The Commonwealth of Oceana» παρακινούσε τον Κρόµγουελ να ακολουθήσει το παράδειγµα του Σπαρτιάτη νοµοθέτη Λυκούργου και να µοιράσει τα κτήµατα σε ίσα µερίδια. 

Αυτή η θέση προκάλεσε έντονες πολιτικές συζητήσεις σχετικά µε την αξία του σπαρτιατικού ιδιοκτησιακού συστήµατος. Στη Γαλλία του 18ου αιώνα, οι κοινωνιολόγοι στην κριτική που ασκούσαν εναντίον της χλιδής και της πολυτέλειας του καιρού τους συχνά επικαλούνταν το λιτό τρόπο Ζωής και την απαγόρευση της χρήσης πολύτιµων µετάλλων στην αρχαία Σπάρτη. Στη ναζιστική Γερµανία, ο υπουργός Γεωργίας Βάλτερ Νιαρέ διαµόρφωσε ένα νόµο για το κληρονοµικό δίκαιο («Reichserbhofgesetz»), θέτοντας τα αγροκτήµατα των χωρικών υπό κρατικό έλεγχο, αντλώντας την ιδέα από mv κοινωνική κατάσταση των πολιτών στη Σπάρτη, οι οποίοι ήταν ισόβιοι καταναλωτές των κοινών, δηµόσιων αγαθών. 
Οι έννοιες που συνάγονται από το σπαρτιατικό ιδιοκτησιακό σύστηµα ήταν ιδιαίτερα δηµοφιλείς στους σύγχρονους διανοητές. Ένας λόγος γι’ αυτό ήταν η επίδραση που άσκησε ο αρχαίος συγγραφέας Πλούταρχος ο Χαιρωνεύς. Στο έργο του «Η Ζωή του Λυκούργου» ισχυρίζεται ότι ο θρυλικός Σπαρτιάτης νοµοθέτης αναδιένειµε τη γη. αντικατέστησε τα χρυσά και αργυρά νοµίσµατα µε σιδερένια και απέβαλε τις περιττές τέχνες. Λέγεται ακόµη πως ο Λυκούργος εγκαινίασε τα συσσίτια και µια σειρά αυστηρών µέτρων, όπως απλότητα στους αρχιτεκτονικούς ρυθµούς και την εσωτερική διακόσµηση, σεµνές επικήδειες τελετές και λιτότητα στις θυσίες. Σύµφωνα µε τον Πλούταρχο, στη σπαρτιατική κοινωνία ο πλούτος δεν αποτελούσε αντικείµενο επιθυµίας και ήταν άνευ σηµασίας.

Στην πραγµατικότητα τα πράγµατα ήταν µάλλον διαφορετικά. Αν και µερικές από τις ιδέες του Πλούταρχου απηχούν µε ακρίβεια τα γνωρίσµατα της κλασικής σπαρτιατικής κοινωνίας, σε πολλές άλλες ο συγγραφέας εµφανίζεται προκατειληµµένος από το διαβόητο «σπαρτιατικό µύθο»: εν µέρει παραµορφωµένο, εν µέρει αποκύηµα της φαντασίας κάποιων ξένων, οι οποίοι, όντας λάτρεις της Σπάρτης, επιχειρούσαν την εξιδανίκευση της κοινωνίας της. Ο σπαρτιατικός µύθος όµως αποτελεί και επινόηση της ίδιας της παράδοσης των Σπαρτιατών. Για παράδειγµα, η ιδέα της ίσης κατανοµής της γης ήταν πιθανότατα πολύ µεταγενέστερη και επικράτησε τον 3ο αιώνα π.Χ., όταν οι βασιλείς Αγης ∆΄ και Κλεοµένης Γ΄ θέλησαν να αναδιανείµουν τα κτήµατα και απέδωσαν στον Λυκούργο ανάλογα µετρά, στην προσπάθεια τους να υποστηρίξουν την επαναστατική τους µεταρρύθµιση.

Κλεομένης Γ΄ της Σπάρτης: Ένας μεγάλος Έλληνας- 1ο  Η επανάσταση του Κλεομένη Γ΄



Άνισα κατανεµηµένη ατοµική ιδιοκτησία

Τα θέµατα της ιδιοκτησίας και του πλούτου ήταν ουσιώδη στην πολιτική οργάνωση της Σπάρτης κατά την κλασική περίοδο. Η κατοχή της ιδιοκτησίας του πολίτη εξαρτιόταν από τη συµµετοχή του στα συσσίτια και αυτή η συµµετοχή εξαρτιόταν µε τη σειρά της από µια ορισµένη µηνιαία συνεισφορά σε τρόφιµα. Η εξασφάλιση των συνεισφορών για τα συσσίτια βασιζόταν στην κατοχή από τους πολίτες της απαραίτητης έγγειας περιουσίας για να καλλιεργηθεί η απαιτουµένη ποσότητα προϊόντων. Ούτως ή άλλως η κατοχή ενός αξιόλογου κοµµατιού γης ήταν απαραίτητη προϋπόθεση ώστε ο κάθε Σπαρτιάτης να είναι σε θέση να ζήσει µια ανέµελη ζωή, απαλλαγµένη από χειρωνακτική εργασία, αφιερωµένη σε πολιτικές και πολεµικές ενασχολήσεις. Αυτό το οικονοµικό σύστηµα είχε ως υποδοµή την κατοχή από τη Σπάρτη ενός εργατικού δυναµικού από δούλους, τους Είλωτες, οι οποίοι προέρχονταν από τους υποταγµένους πληθυσµούς της ίδιας της περιοχής οπού βρισκόταν η Σπάρτη, της Λακωνίας, καθώς και της γειτονικής Μεσσηνίας. Τέλος, οι απαιτήσεις της σπαρτιατικής κοινής, δηµόσιας ζωής σχετίζονταν στενά µε το θέµα του βιοπορισµού και επέβαλλαν ένα βαθµό οµοιογενείας ανάµεσα στους πλούσιους και στους φτωχούς. Κατά συνέπεια, τα θέµατα του πλούτου και της ιδιοκτησίας παρεισεφρεαν σχεδόν σε κάθε πτυχή της σπαρτιατικής ζωής. Σε αντίθεση µε τη µεταγενέστερη εικόνα της ισότητας, η ιδιοκτησία πάντα διανεµόταν άνισα στην αρχαϊκή και κλασική Σπάρτη. Ο αρχαϊκός ποιητής Αλκαίος αναφέρεται σε ένα ρητό, σπαρτιατικής προέλευσης: «ο άνθρωπος είναι ο,τι κατέχει, δεν υπάρχει φτωχός άνθρωπος που να είναι καλός και έντιµος». Ακόµη, οι Σπαρτιάτες ποιητές Τυρταίος και Αλκµάν αναφέρουν και αυτοί σηµαντικές διαφορές στην κατοχή του πλούτου. Στους 5ο και 4ο αιώνες ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης και ο Ξενοφών αναφέρουν «εύπορους ανθρώπους», «ανθρώπους µε µεγάλη περιουσία, «πλουσίους» και «πολύ πλουσίους». Το σύστηµα της ιδιοκτησίας είχε κυρίως ατοµικό χαρακτήρα». Στα Πολιτικά του Αριστοτέλη βρίσκουµε σαφείς αναφορές σύµφωνα µε τις οποίες τη γη την κατείχαν ιδιώτες και κληροδοτούνταν από γενιά σε γενιά σύµφωνα µε το σύνηθες αρχαιοελληνικό σύστηµα διανοµής της κληρονοµιάς. Επιπλέον οι γαιοκτήµονες είχαν την ευχέρεια να διαθέσουν τα κτήµατα τους σε όποιον επιθυµούσαν µέσω ισόβιων δωρεών ή να τα κληροδοτήσουν συντάσσοντας διαθήκες. Και οι γυναίκες στη Σπάρτη δικαιούνταν να κατέχουν κτήµατα. Ο Αριστοτέλης σχολιάζει το γεγονός ότι οι γυναίκες κατείχαν σχεδόν τα δύο πέµπτα της ακίνητης περιουσίας. Ένας λόγος γι’ αυτό ήταν οι γυναίκες κληρονόµοι, θυγατέρες δίχως αρσενικά αδέλφια µπορούσαν να κληρονοµήσουν το σύνολο της γονικής κτηµατικής περιουσίας. Ένας άλλος λόγος ήταν η ύπαρξη µεγάλων προικοδοτήσεων. Οι σύγχρονοι ερευνητές διαφωνούν για το αν αυτή η προίκα ήταν απλώς δώρο που δινόταν κατά βούληση από τους γονείς της νύφης ή αν αντιπροσώπευε κληρονοµικά δικαιώµατα των κοριτσιών. 



Υπάρχει µία θεωρία σύµφωνα µε την οποία το κληρονοµικό σύστηµα της Σπάρτης ήταν παρόµοιο µε αυτό της Γόρτυνος στην Κρήτη, οπού τα κορίτσια κληρονοµούσαν από την πατρική περιουσία ίο µισό της κληρονοµιάς που έπαιρναν τ’ αγόρια. Η ανισότητα στην ιδιοκτησία της γης επέφερε και άνιση πρόσβαση και εκµετάλλευση της εργατικής δύναµης των Ειλώτων. Οι πιο πλούσιοι Σπαρτιάτες µε µεγαλύτερα κτήµατα και περισσότερους Είλωτες στην υπηρεσία τους καλλιεργούσαν µεγαλύτερη ποικιλία αγροτικών προϊόντων και διατηρούσαν µεγαλύτερα κοπάδια Ζώων. Ένα αµφιλεγόµενο Ζήτηµα είναι ο ακριβής τρόπος που οι σοδειές µοιράζονταν µεταξύ των Σπαρτιατών γαιοκτηµόνων και των Ειλώτων που τις καλλιεργούσαν. Σύµφωνα πάντως µε τον Τυρταίο, το πιθανότερο ήταν ότι η σοδειά µοιραζόταν 50/50. Ο σηµαντικός αριθµός των Ειλώτων σήµαινε ότι µε την εργασία τους δηµιουργούσαν ένα µεγάλο πλεόνασµα προϊόντων για τους κυρίους τους. Αυτό το πλεόνασµα µπορούσε να µετατραπεί σε µόνιµο περιουσιακό στοιχείο. Οι Σπαρτιάτες µπορούσαν να κατέχουν µια µεγάλη ποικιλία κινητής περιουσίας, που συµπεριελάµβανε τιµαλφή, ράβδους πολύτιµων µετάλλων και ξένα νοµίσµατα. (Βλ. το άρθρο «Οικονοµία και Εµπόριο στην Αρχαία Σπάρτη», Ιστορικά, τχ. 61).

Περιορισµοί στη χρήση του πλούτου

Ο ιδιωτικός χαρακτήρας της ατοµικής περιουσίας µετριαζόταν από την ύπαρξη συγκεκριµένων συλλογικών δικαιωµάτων που περιέστελλαν την ατοµική ιδιοκτησία. Έγιναν προσπάθειες να επιβληθεί άµεση φορολογία µε τη µορφή των «εισφορών» (περιστασιακοί φόροι εισοδήµατος για την εξασφάλιση στρατιωτικών πόρων). Η συνεισφορά στα συσσίτια περιλάµβανε και µια σηµαντική φορολόγηση του µεριδίου των πολιτών από την αγροτική παραγωγή των κτηµάτων τους. Οι πιο φτωχοί Σπαρ-τιάτες είχαν το δικαίωµα να δανείζονται άλογα και κυνηγετικούς σκύλους από τους πλουσιότερους συµπολίτες τους. Πάντως κανένα από αυτά τα δικαιώµατα δεν επέφερε αξιοσηµείωτη αναδιανοµή της ιδιοκτησίας. Αντί της αναδιανοµής της ατοµικής ιδιοκτησίας. η πόλη της Σπάρτης επιχείρησε να επιβάλει περιορισµούς στη χρήση του πλούτου. Με αυτό τον τρόπο η ανισότητα της ιδιοκτησίας εξισορροπούνταν µε την ιδεολογία µιας κοινότητας οµοίων. Το κράτος ασκούσε µονοπωλιακά την παροχή δηµόσιων υπηρεσιών. Συνεπώς, αντίθετα µε ιούς Αθηναίους οµολόγους τους, οι πλούσιοι Σπαρτιάτες δεν είχαν τη δυνατότητα να προβαίνουν σε ευεργεσίες προς τους συµπολίτες τους ούτε να χρηµατοδοτούν επίσηµες τελετές. Ακόµη η πόλη επέβαλλε έναν κοινό, δηµόσιο τρόπο Ζωής σε κάθε πολίτη, όπως ουσιαστική οµοιογένεια στην εκπαίδευση και λιτότητα στη διατροφή και την ένδυση. Σύµφωνα µε όσα αναφέρει ο Θουκυδίδης, «πρώτοι οι Λακεδαιµόνιοι άρχισαν να ντύνονται απλά και σύµφωνα µε το σύγχρονο γούστο, κατ γενικότερα όσοι κατείχαν µεγάλη περιουσία υιοθετούσαν έναν τρόπο ζωής όσο το δυνατόν όµοιο µε εκείνο των πολλών».


 Κατά τον Αριστοτέλη, «οι γιοι των πλουσίων και των φτωχών ανατρέφονταν µε τον ίδιο τρόπο και η εκπαίδευση τους ήταν κοινή...το ίδιο εξακολουθούσε να συµβαίνει και µετά την ενηλικίωση τους. αφού δεν υπήρχε καµιά διάκριση ανάµεσα στους φτωχούς και τους πλούσιους. Η διατροφή στα συσσίτια ήταν η ίδια για όλους κατ η ενδυµασία οµοιόµορφη». Το ίδιο καΙ τα κορίτσια στη Σπάρτη, τα οποία υποβάλλονταν σε κοινή, δηµόσια φυσική άσκηση. Οι ενήλικες γυναίκες, ανεξαρτήτως της οικονοµικής τους κατάστασης, δεν επιτρεπόταν να φορούν κοσµήµατα ή να στολίζονται µε χρυσαφικά. Ανάλογες µε την οµοιοµορφία της σπαρτιατικής ζωής ήταν και οι επικήδειες και ταφικές τελετές. Λιτές και αυστηρές. Στις σπαρτιατικές κηδείες δεν επιτρέπονταν κτερίσµατα. Απαγορευόταν στις οικογένειες οι επιτύµβιες επιγραφές στη µνήµη των νεκρών τους. Μοναδική εξαίρεση αποτελούσε η περίπτωση όσων έχαναν τη ζωή τους στο πεδίο της µάχης. Ορισµένα τέτοια µνηµεία εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Σπάρτης: είναι πολύ απέριττα και φέρουν µία απλή επιγραφή ότι ο νεκρός σκοτώθηκε στη µάχη. Μόνο για τους νεκρούς βασιλείς προβλεπόταν µεγαλοπρεπής επικήδεια τελετή.

Έξοδα των πλουσίων

Παρ’ όλους τους περιορισµούς, αρκετοί ήταν οι εναποµείναντες τοµείς όπου οι πλούσιοι µπορούσαν να εκµεταλλευτούν την οικονοµική τους επιφάνεια. Μπρούντζινα αρχαιολογικά ευρήµατα στα ιερά φανερώνουν πως οι Σπαρτιάτες και οι Σπαρτιάτισσες ξόδευαν σηµαντικά ποσά σε θρησκευτικά αναθέµατα στους θεούς: τρίποδες και άλλα αγγεία, κοσµήµατα, αγαλµατίδια κ.λπ. Οι πιο εύποροι κατέφευγαν σε παρόµοιες επιδεικτικές δαπάνες κατ σε ξένα ιερά, όπως για παράδειγµα στην Ολυµπία, στους ∆ελφούς, στη ∆ωδώνη και στη Σάµο. Οι πιο πλούσιοι πολίτες εξέτρεφαν και διατηρούσαν άλογα, κυρίους για τη συµµετοχή τους σε αρµατοδροµίες. Αυτή ήταν µια ιδιαίτερα δαπανηρή δραστηριότητα, που απαιτούσε µεγάλη έγγεια περιουσία και σηµαντικά έξοδα. Στα τέλη του 5ου και στις αρχές του 4ου αιώνα, οι Σπαρτιάτες ιδιοκτήτες αρµάτων κέρδισαν τουλάχιστον 12 φορές στους Ολυµπιακούς Αγώνες. Οι νικηφόροι ιδιοκτήτες γιόρταζαν την επιτυχία τους µε την ανέγερση ακριβών µνηµείων, αν και πριν από τον 4ο αιώνα τέτοια µνηµεία περιορίζονταν στο χώρο της Ολυµπίας και δεν επιτρέπονταν στη Σπάρτη. Οι επιτυχίες στις αρµατοδροµίες προσέδιδαν στους νικητές έναν αέρα υπεροχής που τους βοηθούσε να προωθηθούν σε σηµαντικά πολιτικά αξιώµατα. Μετά το 400 π.Χ. υπήρξαν και αρκετές γυναίκες που σηµείωσαν ιππικές νίκες, πρωτοστατούσης της Κυνίσκας, αδελφής του βασιλιά Αγησίλαου Β΄. Τέλος, οι πλούσιοι Σπαρτιάτες µπορούσαν να χρησιµοποιήσουν τα χρήµατα τους για να συνάψουν προσωπικές σχέσεις και να πατρονάρουν διάφορες οµάδες, όπως χειρώνακτες υποτελείς, ξένους επισκέπτες, ακόµη και συµπολίτες τους. Αυτοί οι δεσµοί επέτρεπαν στους πλούσιους πολίτες και ιδιαίτερα στους βασιλείς να επηρεάζουν την εξωτερική πολιτική της Σπάρτης και να ελέγχουν τη λήψη πολιτικών αποφάσεων. Ανακεφαλαιώνοντας, η χρήση του ιδιωτικού πλούτου δηµιουργούσε ένα σηµαντικό χάσµα ανάµεσα στους εύπορους Σπαρτιάτες και τους φτωχότερους συµπολίτες τους.

Η συσσώρευση της ιδιοκτησίας και η µείωση του αριθµού ίων πολιτών

Η σηµαντική σε µέγεθος επικράτεια υπό την ηγεµονία της Σπάρτης σήµαινε πως ακόµη καΙ οι συνηθισµένες αστικές οικογένειες δεν θα µπορούσαν να χαρακτηριστούν φτωχές, συγκρινόµενες µε αντίστοιχες οικογένειες άλλων πόλεων. Κατά τον 6ο αιώνα και στις αρχές του 5ου αι. π.Χ. τα περισσότερα αστικά νοικοκυριά κατείχαν επαρκή έγγεια περιουσία ώστε να αντεπεξέρχονται στις βιοποριστικές ανάγκες τους και την υποχρεωτική συνεισφορά στα συσσίτια. Αυτό το εύρωστο σύστηµα ιδιοκτησίας, όµως, προοδευτικά άρχισε να υπονοµεύεται από τη συσσώρευση της γης στα χέρια των ολίγων. Στην αύξηση των ανισοτήτων συνέτεινε και η φιλοδοξία ίων πλουσίων Σπαρτιατών, κυρίως στη διάρκεια της υπερπόντιας ηγεµονίας της Σπάρτης στα τέλη του 5ου και στην αρχή rou 4ου αιώνα π.Χ., όταν οι προεξάρχοντες πολίτες ανταγωνίζονταν για τον προσπορισµό πολιτικού κύρους και αξιωµάτων στην εξωτερική διοίκηση. Συνέπεια ήταν να φτωχύνουν πολλά νοικοκυριά πολιτών. 


Καθώς οι φτωχότεροι Σπαρτιάτες αδυνατούσαν να ανταποκριθούν στις εισφορές για τα συσσίτια, αποκλείονταν από το σώµα των πολιτών. Ο αριθµός των Σπαρτιατών πολιτών σηµείωσε κατακόρυφη πτώση από 8.000 το 480 π.Χ. σε λιγότερους από χίλιους στα µέσα του 4ου αιώνα π.Χ. Ήδη κατά τον 4ο και στις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ. η κοινότητα των Οµοίων είχε αντικατασταθεί από µια πλουτοκρατική κοινωνία, στην οποία κυριαρχούσαν οι πλούσιοι άντρες και οι πλούσιες γυναίκες. Αυτές οι εξελίξεις υπονόµευσαν την ενότητα και την ταυτότητα των στόχων των Σπαρτιατών πολιτών και διάβρωσαν τα θεµέλια της εσωτερικής επιρροής και ισχύος της Σπάρτης. Με τόσο περιορισµένο κοινωνικό ιστό, η Σπάρτη δεν κατάφερε να ορθοποδήσει µετά την ήττα της από τη Θήβα στη µάχη στα Λεύκτρα το 371 π.Χ. Η εχθρική εισβολή στα εδάφη που έλεγχε η Σπάρτη οδήγησε στην απελευθέρωση των Μεσσηνίων Ειλώτων. Το αποτέλεσµα ήταν η δραµατική παρακµή της Σπάρτης και η απώλεια της δύναµης της στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο.

Μετάφραση: Έρση Βατού

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Paul Cartledge. Agesilaos and the Crisis of Sparta,Duckworth. London 1987. Anton Powell (edj. Classical Sparta: techniques behind her success. Routledge. London 1989. Anton Powell and Stephen Hodkinson (eels.), The Shadow of Sparta. Routledge. London & Xew York, 1994. Stephen Hodkinson and Anton Powell (erts.), Sparta:New Perspectives. Duckworth and The Classical Press of Wales. London 1999. Paul Cartledge. Spartan Reflections. Duckworth, London 2000. Stephen Hodkinson. Property and Wealth in Classical Sparta. Duckworth and The Classical Press of Wales, London 2000.

 ∆ΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΕΞΟΥΣΙΑ

του NICOLAS RICHER maître de Conférences à Γ Université de Paris (Γαλλία)

Παρά τόν εξαιρετικά ελλειµµατικό χαρακτήρα των γνώσεων µας σχετικά µε τη Σπάρτη, κατέχουµε κάποιο αριθµό συγκεκριµένων πληροφοριών για το θεσµικό σύστηµα και τις δικαστικές πρακτικές της µεγάλης πολιτείας των Λακεδαιµονίων της κλασικής εποχής. Φαίνεται πως οι εξουσίες της ∆ικαιοσύνης κατανέµονταν στη Σπάρτη µεταξύ των δικαστικών αρχών, οι οποίες γενικά έχουν και πολιτικές αρµοδιότητες.

Η Γερουσία στην Σπάρτη

Οι δικαστικές αρχές και οι αρµοδιότητες τους

Η Συνέλευση, η Εκκλησία (που κατά µια επίµονη παράδοση καλύτερα να µην αποκαλείται Απέλλα), αποτελείται από πολίτες µε πλήρη δικαιώµατα, και µπορεί µάλιστα να γνωρίσει περιπτώσεις έκτακτες κατά τις οποίες καταλογίζονται ευθύνες για κατάχρηση θέσης σε στρατιωτικούς ηγέτες. Αυτοί οι αρχηγοί µπορεί να είναι βασιλείς, όπως ο Κλεοµένης Α΄ το 494 π.Χ., ο Άγης Β΄ το 418 π.Χ.: και στις δύο αυτές περιπτώσεις, ένας βασιλιάς κατηγορείται ότι δεν µπόρεσε να εκµεταλλευτεί µία ευνοϊκή, όπως θεωρήθηκε, στρατιωτική συγκυρία ενάντια στους Αργείους. Ο Ηρόδοτος µας αναφέρει (6,82) ότι ο Κλεοµένης αθωώθηκε [η δίκη του όµως ώθησε τους Σπαρτιάτες να καθιερώσουν έλεγχο otn χρησιµοποίηση, από ένα βασιλιά, ενός στρατού πολιτών: Έφοροι εµφανίζονται στις Πλαταιές, ίο 479 π.Χ., πλαισιώνοντας τον αντιβασιλέα Παυσανία, σύµφωνα µε τον Ηρόδοτο (9, 76), ενώ ο Ξενοφών βεβαιώνει (Λακεδαιµονίων Πολιτεία, 13, 5), ότι δύο Έφοροι συνοδεύουν ένα βασιλιά κατά την εκστρατεία]. Σχετικά µε τον Άγη, ο Θουκυδίδης µας πληροφορεί (5, 63) ότι οι Λακεδαιµόνιοι σκέφθηκαν να γκρεµίσουν το σπίτι του και να του επιβάλουν ένα πρόστιµο εκατό χιλιάδων δραχµών τελικά, του επιβλήθηκε η παρουσία µιας επιτροπής δέκα συµβούλων, εντεταλµένων να επιβλέπουν την καλή χρήση του στρατού των πολιτών. Η Συνέλευση δικάζει και άλλους στρατιωτικούς αρχηγούς πέρα από τους βασιλείς, όπως - πιθανότατα - τον Σφοδρία, ο οποίος το 378 π.Χ. επιχείρησε να οργανώσει αποστολή βοηθείας στον Πειραιά. Το επεισόδιο έγινε γνωστό από τον Ξενοφώντα (Ελληνικά, 5, 4, 24-33) και αποδεικνύει ότι έπειτα από πολιτικές διεργασίες ίου Αγησίλαου, ο Σφοδρίας, αν και φυγόδικος, αθωώθηκε από ιούς συµπολίτες του. Η Συνέλευση, εξάλλου, αποφασίζει για τα προβλήµατα της διαδοχής [για παράδειγµα, περί το 400-398 π.Χ., ο Αγησίλαος προτιµήθηκε από τον Λεωτυχίδη, εικαζόµενο γιο του Άγη (Ξενοφών, 3, 3, 1-4)]. Αξιοσηµείωτο είναι ότι η Συνέλευση των Λακεδαιµονίων µπορεί να επιλέγει m µη τιµωρία κάποιου ύποπτου προσώπου αλλά και να αυξάνει την επίβλεψη της οποίας ίσως αποτελεί αντικείµενο: εκτός της περίπτωσης της εποπτείας του Άγη το 418 π.Χ., µπορούµε να αναφέρουµε τον τρόπο, µε τον οποίο το χειµώνα ίου 412-411 π.Χ. ο ναύαρχος Αστύοχος τιµωρήθηκε, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, µε την τοποθέτηση στο πλευρό του µιας ενδεκαµελούς επιτροπής (σύµβουλοι): αυτοί οι τελευταίοι µπορούσαν να καθαιρέσουν τον Αστύοχο και να τον αντικαταστήσουν µε τον Αντισθένη, αν to έκριναν σωστό (Θουκυδίδης, 8, 39, 3). Αυτός ο τρόπος δράσης είναι χαρακτηριστικός της σύνδεσης των Λακεδαιµονίων, κάτι που επισηµαίνουν ο Θουκυδίδης (1, 132, 5) και ο Πλούταρχος (Ηθικά, 217 Α-B), και που τους οδηγεί σε µεγάλη περίσκεψη πριν λάβουν σοβαρά µέτρα. Σε ορισµένες περιπτώσεις, που δεν σχετίζονται µε τη διαθεσιµότητα του στρατού στην εκστρατία αλλά είναι πολιτικής φύσης, ένας βασιλιάς δύναται να δικαστεί από ένα ειδικό δικαστήριο, αποτελούµενο από τους είκοσι οκτώ Γέροντες, ίο σνµβαοιλεα και τους πέντε Εφόρους (Παυσανίας, Περιήγηση, 3, 5, 2). Συνολικά γνωρίζουµε ότι έγιναν οκτώ δικαστικές αγωγές εναντίον βασιλέων και ενός αντιβασιλέα στη Σπάρτη, από το 494 ως to 394 π.Χ. Όταν οι βασιλείς βρίσκονται κοντά στην καταδίκη τους, επιλέγουν, γενικά, τον αυτοεξοριοµό τους, όπως ο Παυσανίας το 394 π.Χ.

Σε άλλες περιπτώσεις, πέρα από τις δίκες βασιλέων, είναι ξεκάθαρο πως οι Γέροντες (στους οποίους προσετίθεντο οι δύο βασιλείς) και οι Έφοροι συµπράττουν στην άσκηση της ∆ικαιοσύνης. Αυτό το συµπέρασµα πηγάζει από ένα έγγραφο που µας πληροφορεί ρητά για τις συνθήκες που διέπουν τις θανατικές ποινές στη Σπάρτη: πρόκειται για ένα παλίµψηστο του Βατικανού (Βατ. Ελληνικά. 2306) το οποίο έχει πολλές φορές εκδοθεί και η σχέση του µε τις δικονοµικές διαδικασίες των Λακεδαιµονίων βεβαιώθηκε από τον Tz. Tz. Κένι (J.J. Keaney) (« Théophrastus on Greek Judicial Procedure», TAPHA, 104,1974, σελ. 179-194). Ο Κένι σηµειώνει, σελ. 187, κάποια κοινά σηµεία µεταξύ αυτής της περικοπής και µιας ανάπτυξης του Πλάτωνα, Νόµοι, 6,766 d-e: o Πλάτων επηρέασε το συγγραφέα της περικοπής. Τα δύο µέρη του χειρογράφου έχουν ξεχωριστά αντικείµενα: το πρώτο πραγµατεύεται τη σπουδαιότητα της ακρόασης των διαδίκων, έτσι ώστε µε ακρίβεια να γίνουν κατανοητά τα γεγονότα. Και το δεύτερο αφορά τους τρόπους που 8α διασφάλιζαν την τιµωρία του ενόχου. Ο Κένι θεωρεί ότι και τα δύο σηµεία αφορούν θανατικές ποινές, µολονότι δεν φαίνεται να είναι σαφές. Μελετώντας τη δεύτερη περικοπή, ο Κένι επισηµαίνει ότι στη Σπάρτη η ακρόαση ενός προσώπου µπορεί να διαρκέσει ηµέρες και ότι, από την άλλη, παραµένει υπό δικαστική κρίση για τις ίδιες πράξεις για τις οποίες ίσως αθωώθηκε προγενέστερα. Οι δύο αυτοί κανόνες επιβεβαιώνονται από τον Πλούταρχο (Ηθικά, 217 Α-B)· σχετικά µε το παλίµψηστο του Βατικανού, επίσης δες Ν. Ρισέρ (Ν. Richer), Οι Έφοροι, Παρίσι 14, σ. 432-441, και σχετικά µε τη δυνατότητα µιας δικαστικής αγωγής για ήδη δεδικασµένες πράξεις, σελ. 444-445. Σφαιρικά, υστέρα από τη µελέτη αυτών των κειµένων, µπορεί κανείς να κρατήσει ότι σε περιπτώσεις δικών που επισύρουν το θάνατο, χωρίς η κατηγορία να αφορά τον τρόπο που ο στρατιωτικός αρχηγός χρησιµοποίησε τις στρατιωτικές δυνάµεις της Σπάρτης, είναι οι Έφοροι που ανακρίνουν και κατόπιν οι Έφοροι και οι Γέροντες δικάζουν. Σε άλλες δικονοµίες φαίνεται ότι Γερουσία και Έφοροι διαθέτουν ευδιάκριτα διαχωρισµένες δικαιοδοσίες. ∆ιαθέτουµε, πράγµατι, πολλές ενδείξεις στο επίπεδο της Πολιτικής ∆ικαιοσύνης που καθώς φαίνεται ασκείται από τους Εφόρους. Σύµφωνα µε τον Ξενοφώντα (Λακεδαιµονίων Πολιτεία, 8, 4) κατά το πρώτο τέταρτο του 4ου αιώνα Π.Χ., «οι Έφοροι έχουν τη δύναµη να επιβάλλουν σε όποιον θέλουν τιµωρία και έχουν την εξουσία αµέσως να την εκτελούν και άρχοντες πριν το τέλος της υπηρεσίας τους να παύουν και να τους φυλακίζουν µάλιστα και να τους δικάζουν περί ζωής ή θανάτου». Αν αυτή η περικοπή του Ξενοφώντα παρουσιάζει το εύρος του πεδίου των αρµοδιοτήτων των Εφόρων, αστικής και πολιτικής φύσης, ένα κείµενο του Αριστοτέλη του 330 π.Χ. (Πολιτικά,1275 b,9-11) σηµειώνει ότι «στη Λακεδαίµονα οι Έφοροι εκδικάζουν ο καθένας τους διαφορετικές υποθέσεις συµβολαίων, ενώ η Γερουσία δικάζει τις υποθέσεις για φόνους, ίσως δε κάποια άλλη αρχή άλλες υποθέσεις». 



Ο Ντ. Μακντάουελ (D. MacDowell) εκτιµά (Spartan Law, Εδιµβούργο, 1986, σελ. 127) ότι η δικαιοδοσία της Γερουσίας περιοριζόταν σε περιπτώσεις για τις οποίες η ποινή µπορούσε να είναι ο θάνατος, η εξορία ή η στέρηση πολιτικών δικαιωµάτων. ∆έχεται ότι πιθανόν οι Έφοροι αποφάσιζαν ποιες υποθέσεις θα παρέπεµπαν στη Γερουσία, ανάλογα µε τη σπουδαιότητά τους. Άλλωστε, αν η διάκριση µεταξύ θεµάτων που αξιούν τη διαβούλευση του συνόλου του σώµατος των Εφόρου ή την κρίση ενός µονό Εφόρου δεν είναι ορατή σε µας, πρέπει να ήταν για τούς Σπαρτιάτες. Πιθανώς το Σώµα εξέταζε το σύνολο των υποθέσεων για να προσδιορίσει το είδος της οικονοµίας που αντιστοιχεί στην καθεµία ξεχωριστά. Τέλος, ο υπαινιγµός του Αριστοτέλη ότι υπάρχουν θέµατα που υπόκεινται σε κάποια άλλη αρχή πλην των Εφόρων ή της Γερουσίας ίσως είναι ένας υπαινιγµός στις κατά τόν Ηρόδοτο (6. 57) δικαιοδοσίες των βασιλέων: «Οι βασιλείς δικάζουν τις εξής µόνον δίκες: περί παρθένου, που είναι µονή κληρονόµος πατρικής περιουσίας, µε ποιον πρέπει να παντρευτεί, αν δεν προφθάσει ο πατέρας της να την αρραβωνιάσει και για τους δηµόσιους δρόµους - και αν κανείς θέλει να υιοθετήσει ένα παιδί, να το κάνει µπροστά στους βασιλείς». Οπωσδήποτε και ο βασιλιάς, στρατηγός ων, µπορεί να ασκήσει δικαστική εξουσία: ο Αριστοτέλης, προσεγγίζοντας τη σπαρτιατική βασιλεία µε τη βασιλεία του Αγαµέµνονα, κάνει µνεία στον δια «χειρός νόµον» (Πολιτικά. 1285 α. 8-10). που επιτρέπει στο βασιλιά να τιµωρεί µε θάνατο το στρατιώτη που επέδειξε δειλία στη διάρκεια κάποιας στρατιωτικής επιχείρησης. Αλλά σε συνήθεις συνθήκες, µέσα στη Σπάρτη. η ποινή του θανάτου δεν επιβάλλεται µε τη θέληση ενός βασιλιά.

Απόδοση ευθυνών

Συνολικά, τα γνωστά σε µας γεγονότα δείχνουν ότι συχνό χαρακτηριστικό των δικαστικών αγωγών που εκδικάζονται στη Σπάρτη είναι η πολιτική τους φύση. Αυτό εξηγείται από το είδος των πηγών µας που ευνοούν αυτό το χώρο, σε αντίθεση µε m δραστηριότητα της αστικής ∆ικαιοσύνης. Η σχετική σπουδαιότητα αυτού του χώρου στα µάτια των ίδιων των Σπαρτιατών επιβεβαιώνεται από την ύπαρξη της δικονοµίας της απόδοσης ευθυνών που εµπεριέχεται τόσο στο προαναφερόµενο κείµενο του Ξενοφώντα (ΛακεδαιµονίωνΠολιτεία. 8. 4) όσο και στον Αριστοτέλη. Είναι γεγονός ότι ο Αριστοτέλης, θεωρώντας ότι εµπίπτει στην αρµοδιότητα της Γερουσίας, που την ονοµάζει αρχή, κρίνει ότι «είναι καλύτερα να είναι υπεύθυνοι - ενώ τώρα δεν είναι». Επίσης, ο Αριστοτέλης δηλώνει (Πολιτικά, 1271 α 6-8: «Και ίσως θα ενοµίζετο ότι οι Έφοροι ζητούν ευθύνες από όλες τις αρχές. Αλλά αυτό θα ήταν µεγάλη δικαιοδοσία για τους Εφόρους και δεν υποδεικνύουµε αυτόν τον τρόπο για την απόδοση ευθυνών .

 Η κριτική του Αριστοτέλη αναφέρεται στο γεγονός ότι στη Σπάρτη υπάρχουν άτοµα ήδη επιφορτισµένα να µε τις πλέον δηµοσιές σηµαντικές λειτουργίες που δεν εξετάζουν την απόδοση ευθυνών, ενώ στην περίπτωση της Αθήνας υπάρχει εναλλαγή των οµάδων των πρυτάνεων και η µηνιαία κλήρωση. Αυτή η κριτική από τον Αριστοτέλη, χωρίς αµφιβολία, θέλει να πει ότι ο έλεγχος της Γερουσίας είναι πράγµατι ανεπαρκής (επειδή δεν µπορούν να παυθούν, δεν µπορούν και να τιµωρηθούν, πρέπει να ερµηνεύσουµε). Το πιθανότερο είναι ότι ο Αριστοτέλης, έχοντας κατά νου την αθηναϊκή εµπειρία, κρίνει την, µάλλον ετησία στη Σπάρτη. περιοδικότητα στην απόδοση των ευθυνών. 
Σύµφωνα µε τη µαρτυρία του φιλοσόφου (Ρητορική, 1419 α. 31-35) οι Έφοροι επίσης µπορούν να λογοδοτήσουν στα µέλη του Σώµατος που τους διαδέχθηκε και αυτό σύµφωνα µε τον ορισµό του Πλάτωνα (Πρωταγόρας, 326 ε) περί απόδοσης ευθυνών, αφού στη Σπάρτη αυτή η απόδοση ευθυνών µπορεί να αφορά την κατά περίπτωση χρησιµότητα των προτεινόµενων από τούς Εφόρους µέτρων κατά τη διάρκεια της άσκησης της υπηρεσίας τους. Η έννοια αυτή της χρησιµότητας, της καταλληλότητας των µετρούν σε σχέση µε τις περιστάσεις, απαντάται επίσης στη φύση ορισµένων συγκυριακών µέτρων.

Περιστασιακά κριτήρια κρίσης

Είτε πρόκειται για βασιλείς είτε για άλλους υπόδικους, συχνά τα εφαρµοζόµενα κριτήρια παρουσιάζουν ιδιαίτερο καιροσκοπικό χαρακτήρα. Έτσι, µετά την άλωση της Καδµείας το 382 π.Χ., ο βασιλιάς Αγησίλαος προτείνει, στη δίκη του Φοιδίδα, να εξεταστούν τα ευνοϊκά σηµεία της κατάστασης, µε το επιχείρηµα ότι είναι µια παλαιά αρχή το να παίρνει κανείς θετικές πρωτοβουλίες (Ξενοφών, Ελληνικά 5. 2. 32). Και συλλογιζόµενοι τη δίκη του Σφοδρία το 372 π.Χ., σηµειώνουµε ότι ο Ξενοφών προσπαθεί (Ελληνικά 5. 4, 32) να αποδείξει ότι η παρέµβαση του Αγησίλαου σε αυτή την υπόθεση δεν υποκινείται ύστερα από το αίτηµα του γιου του Αρχίδαµου, αλλά από την αντίληψη του περί εθνικού συµφέροντος: η Σπάρτη δεν µπορεί να επιτρέψει το χαµό στρατιωτών της δικής του αξίας. 

Κατά γενικό τρόπο, παρόµοια µέριµνα προσαρµογής των ποινών στις εφήµερες συνθήκες περιβάλλεται µε χαρακτήρα σχεδόν θεσµικό και σε κάθε περίπτωση συστηµατικό: «Κατά τον Αριστοτέλη πράγµατι (Πολιτικά 1270 b, 28-31), οι Έφοροι λαµβάνουν καιροσκοπικές αποφάσεις, χωρίς αναφορά σε κανόνες που να τους αναγκάζουν σ’ αυτό. Ενώ από τους Εφόρους εξαρτώνται σοβαρές αποφάσεις, δεν είναι διαπρεπείς πολίτες, και γι’ αυτό θα ήταν προτιµότερο να κρίνουν βασιζόµενοι σε γραπτούς κανόνες και ορισµένους νόµους, και όχι αυθαίρετα».

 Το εύρος των δικαστικών εξουσιών των Εφόρων και η ελευθερία δράσης που διαθέτουν σχετικά µε ι ην άρση των ποινών τους δίνουν περίοπτη θέση στην πόλη της Σπάρτης. Ωστόσο, υπάρχει ένα όριο στη δικαστική τους εξουσία: το γεγονός ότι δεν είναι µόνον αυτοί που δικάζουν όλα τα πρόσωπα ενάντια στα οποία επιχειρείται η αγωγή, αφού σε ορισµένες περιπτώσεις συνεργάζονται µε τη Γερουσία και άλλοτε µε τη Συνέλευση των πολιτών που αποφασίζει. Σε κάθε περίπτωση, είναι αλήθεια ότι κάθε δικαστήριο λαµβάνει υπ’ όψιν τις εκτιµήσεις περί συγκυριών πριν εκδώσει την απόφαση του.

Συµπέρασµα

∆ιαπιστώνουµε, λοιπόν, ολοφάνερα ότι το δικονοµικό σύστηµα της Σπάρτης είναι σχετικά γνωστό, παρ’ ότι οι πληροφορίες που διαθέτουµε είναι αριθµητικά λιγότερες από το αντίστοιχο αθηναϊκό σύστηµα. 
Η δυνατότητα για κάθε πολίτη να δικαστεί δύο φορές για την ίδια υπόθεση αποτελεί ένα µεγάλο κίνητρο αποτροπής, έτσι ώστε ποτέ κανείς να µην αποµακρυνθεί από τους κανόνες συµπεριφοράς που θέσπισαν οι Σπαρτιάτες. 
Κάθε άτοµο που µία µέρα υπέπεσε σε, σφάλµα µπορεί ανά πάσα στιγµή να τιµωρηθεί. 
Αυτό αποδεικνύεται φανερά από κείµενα που µας ενηµερώνουν για m Σπάρτη και όπως στην Αθήνα (ιδιαίτερα στον 4ο αιώνα π.Χ., στο πλαίσιο της εισαγγελικής διαδικασίας) η κοινότητα των πολιτών είναι πλαισιωµένη από θεσµούς που επιτρέπουν την άσκηση ελέγχου σε κάθε µέλος της.
 Η συχνότητα των επιχειρούµενων προσφυγών στη ∆ικαιοσύνη ενάντια σε στρατιωτικούς αρχηγούς (και µάλιστα βασιλείς) τείνει να επιβεβαιώσει το δηµοκρατικό χαρακτήρα των θεσµών της Σπάρτης, επειδή, όπως υπογράµµισε ο Μ. Χ. Χάνσεν [Μ.Η. Hansen («H αθηναϊκή δηµοκρατία την εποχή του ∆ηµοσθένη», Οξφόρδη, 1991, µετάφρ. Γαλλ. 1993, σελ. 294)]: «Η δηµοκρατία στην αρχαιότητα ήταν τρόπος διακυβέρνησης που τον χαρακτήριζε η συχνότητα των πολιτικών διώξεων, ενώ οι ολιγαρχίες υπέφεραν από το αντίθετο µειονέκτηµα- ήταν πολύ δύσκολο να οδηγήσει κανείς τους διοικούντες σε απολογισµό των πράξεών τους.


 Κι όµως, στη Σπάρτη η απόδοση ευθυνών είναι πραγµατικότητα». Φυσικά, αν η φύση του πολιτικού καθεστώτος της Σπάρτης µπορεί από πολλές απόψεις να θεωρηθεί δηµοκρατική - είναι ευνόητο ότι πρόκειται για µια δηµοκρατία ολιγάριθµων πολιτών σε σχέση µε τον αριθµό των Περιοίκων και των Ειλώτων-, η κτηθείσα εξουσία της κοινότητας πάνω στα άτοµα δεν εκφράζεται µε τον ίδιο τρόπο στη Σπάρτη και στην Αθήνα: η σύνεση των Λακεδαιµονίων κατά τις οικονοµικές διαδικασίες απέναντι σε κάποιον συµπατριώτη τους απαντά πράγµατι σε ανάγκη εκφρασµένη από τον ∆ηµοσθένη στον Πρώτο Φιλιππικό (4), όταν ο Αθηναίος ρήτορας υπογραµµίζει, το 351 π.Χ., τη συχνότητα των κατηγοριών που επισύρουν ενάντια σε στρατηγούς την ποινή του θανάτου.

Μετάφραση: Γιώργος Γεωργαµλής



ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΕΦΗΜΕΡΙΔΟΣ– «Ιστορικά» - «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ»


ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝ

ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝ

ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΚΑΝΟΝΙΚΑ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΣΤΟ ΚΙΝΗΤΟ ΚΛΙΚ ΕΠΑΝΩ ΤΗΣ