Τα οικονομικά΄ στοιχεία κατασκευών στην Ακρόπολή των Αθηναίων
Ένα από τα πιο κομψά, αλλά και πιο ιδιόρρυθμα αρχιτεκτονικά μνημεία της Ακροπόλεως, που δεσπόζει στο μέσον της βόρειας πλευράς του βράχου, είναι το Ερέχθειο.
Θεωρείται γενικά ότι υποκατέστησε τον λεγόμενο «αρχαίο νεώ», τα θεμέλια του οποίου διακρίνονται νότια του Ερεχθείου, ανάμεσα σ’ αυτό και τον Παρθενώνα.
Η αρχιτεκτονική του ιδιορρυθμία αποδίδεται στην μεγαλοφυΐα του άγνωστου αρχιτέκτονα (Μνησικλής;), που κατάφερε να προσαρμόσει το οικοδόμημα σ’ ένα ανισοϋψές έδαφος, χωρίς εκβραχισμούς που θα κατέστρεφαν σεβάσμια ίχνη θεϊκής παρουσίας, και παράλληλα να στεγάσει ποικίλες προϋπάρχουσες λατρείες, κυρίως χθόνιου χαρακτήρα.
Σχεδιαστική αναπαράσταση της στέγης της βόρειας πρόστασης του Ερέχθειου (κατά Stevens) Διακρίνονται τα φατνώματα και τα οπαία ,για τα οποία γίνεται λόγος στην επιγραφή (δείτε παρακάτω)
Σε κανένα άλλο λατρευτικό οικοδόμημα των Αθηνών δεν συστεγάζονται τόσες πολλές θεότητες και λατρείες, που έχουν σχέση με την ίδρυση της πόλεως των Αθηνών και το απώτατο μυθικό παρελθόν της (εικ. 1).
Εκτός από την πολιούχο Αθηνά Πολιάδα, λατρευόταν εδώ ο σεβαστός της αντίπαλος Ποσειδών, ο Ήφαιστος, ο ήρωας Ερεχθέας ή Εριχθόνιος, ο αδελφός του Βούτης, ο Κέκροπας, ενώ υπήρχαν διάφοροι βωμοί, με κυριότερον του Διός Υπάτου, η ιερή ελιά της Αθηνάς, τα ίχνη της τρίαινας του Ποσειδώνα, καθώς και μια πηγή υφάλμυρου νερού, η λεγόμενη «Ερεχθηΐς θάλασσα». Ο Ερεχθεύς-Εριχθόνιος, που έδωσε το όνομα στο κτήριο ήταν τοπικός ήρωας (ίσως αφηρωϊσμένος μυκηναίος βασιλιάς), μισός άνθρωπος και μισός φίδι, που εθεωρείτο γιος του Ηφαίστου και της Γης, τον οποίο ανέθρεψε η Αθηνά και τον κατέστησε βασιλιά των Αθηνών.
Το Ερέχθειο είναι κτισμένο από πεντελικό μάρμαρο. Το κυρίως κτήριο είναι ορθογώνιας κάτοψης, μήκους 24,078 μ. (ανατολή-δύση) και πλάτους 13,004 μ. (βορράς-νότος) (εικ. 1). Στην ανατολική και νότια πλευρά του οικοδομήματος το έδαφος είναι ψηλότερο κατά 3,24 μ. από τις υπόλοιπες.
Στην ανατολική πρόσοψη υπάρχει πρόσταση από 6 ιωνικούς κίονες, δίνοντας έτσι την όψη εξάστυλου πρόστυλου ναού, που αποχωρίζεται από το υπόλοιπο οικοδόμημα με τοίχο, παράλληλο προς την ανατολική πρόσοψη και σε απόσταση 7,318 μ. από αυτήν. Σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη, στο χώρο αυτό λατρευόταν η Αθηνά Πολιάς και εκεί υπήρχε το πανάρχαιο ξύλινο λατρευτικό...της άγαλμα (ξόανο), που πίστευαν ότι είχε πέσει από τον ουρανό. Πρόκειται για το σεβάσμιο «αρχαίον άγαλμα» της θεάς, στο οποίο προσφερόταν κάθε χρόνο ο πέπλος των Παναθηναίων.
Αξιοσημείωτος είναι και ο γλυπτός διάκοσμος του Ερεχθείου. Τον νότιο τοίχο διέτρεχε κατά μήκος «επικρανίτις ζώνη» με ανάγλυφα ανθέμια και άνθη. Η ζωφόρος, που κοσμούσε μονάχα την ανατολική πλευρά, περιλάμβανε όχι ανάγλυφες αλλά ανεξάρτητες (ολόγλυφες) γλυπτές μορφές, σμιλευμένες ξεχωριστά σε λευκό μάρμαρο, οι οποίες τοποθετήθηκαν επί σκούρου ελευσινιακού μαρμάρου
Η δυτική όψη του κυρίως κτηρίου αποτελείται από τοίχο, συμπαγή μέχρι ένα ορισμένο ύψος. Ανοίγεται μόνο μια θυρίδα, με την οποία επικοινωνεί το δυτ. τμήμα του κτηρίου με το παρακείμενο Πανδρόσειο, ιερό της κόρης του Κέκροπα Πανδρόσου.
Πάνω σ’ αυτόν τον τοίχο πατούν 4 ιωνικοί ημικίονες, πίσω από τους οποίους υπάρχουν ισάριθμες συμφυείς παραστάδες. Τα μετακιόνια διαστήματα φράσσονται με τοίχους, ενώ στα 3 κεντρικά αφήνονται ανοίγματα παραθύρων. Η διαμόρφωση αυτή έγινε στα ρωμαϊκά χρόνια, ενώ παλιότερα τα μετακιόνια ήταν φραγμένα με κιγκλιδώματα (δρύφακτα).
Ο ναός είναι κτισμένος από Πεντελικό Μάρμαρο με διαζώματα μαύρου ασβεστόλιθου από την Ελευσίνα, που περιλαμβάνουν ανάγλυφα γλυπτά, από λευκό μάρμαρο, ενώ καλύπτεται από περίτεχνα σκαλισμένα παράθυρα και πόρτες. Οι διακοσμημένοι κίονες ήταν ζωγραφισμένοι, επιχρυσωμένοι, με επίχρυσο μπρούτζο και ένθετες πολύχρωμες χάντρες. Ο αρχαίος αυτός ναός αποτελεί παράδειγμα διακοσμητικών κυματιών τύπου “αβγού και βέλους” και “γραματοκοσμήματος”
Από το νότιο τοίχο, κοντά στη ΝΔ του γωνία, προβάλλει η γνωστή πρόσταση των Κορών ή Καρυατίδων. Πάνω σ’ ένα πόδιο πατούν 6 κόρες σε σχήμα Π, 4 μπροστά και 2 στα πλάγια, που ως έμψυχοι κίονες βαστάζουν με τα κεφάλια τους την επίπεδη οροφή. Στο εσωτερικό του ποδίου μπαίνει κανείς από μικρό άνοιγμα στην ανατολική πλευρά, ενώ μια μικρή κλίμακα επέτρεπε την κάθοδο από το πόδιο στο εσωτερικό του δυτικού τμήματος του κεντρικού οικοδομήματος. Πιστεύεται ότι η πρόσταση των Καρυατίδων κάλυπτε τον τάφο του Κέκροπα, μυθικού βασιλιά της Αθήνας, που πρώτος εισήγαγε τη λατρεία της Αθηνάς.
Στο αντίστοιχο σημείο του βόρειου τοίχου υπάρχει η βόρεια πρόσταση, με 6 ιωνικούς κίονες, όμοιας διάταξης με τις Καρυάτιδες και με πλούσια ανάγλυφη διακόσμηση. Η βόρεια πρόσταση είναι ένα είδος προπύλου της κεντρικής θύρας, που οδηγεί στο δυτικό τμήμα του οικοδομήματος. Το πλαίσιό της είναι περίτεχνα διακοσμημένο. Η πρόσταση όμως επεκτείνεται και πέραν από τη ΒΔ γωνία του κτηρίου και στην προέκτασή της ανοίγεται μια μικρότερη και απλούστερη θύρα, που οδηγεί επίσης στο Πανδρόσειο. Στο δάπεδο της πρόστασης υπάρχει ένα μικρό άδυτο, απ’ όπου είναι ορατός ο βράχος με τα θεϊκά σημάδια (ίχνη του κεραυνού του Διός ή της τρίαινας του Ποσειδώνος). Αντίστοιχα, στην οροφή έχει αφεθεί ένα άνοιγμα, απ’ όπου πέρασε το όπλο του θεού.
Το δυτικό τμήμα του οικοδομήματος πιστεύεται ότι ήταν χωρισμένο σε 3 τμήματα. Λόγω των μεταγενέστερων αλλοιώσεων του κτηρίου δεν έχουν σωθεί αρκετά ίχνη, αλλά φαίνεται ότι υπήρχε ένας εγκάρσιος προθάλαμος, προσιτός από την κύρια βόρεια είσοδο, όπου πιθανώς υπήρχε το λεγόμενο «προστομιαίο», το στόμιο δηλαδή ενός πηγαδιού, της «ερεχθηΐδος θαλάσσης». Από τον προθάλαμο αυτό δύο θύρες οδηγούσαν σε ισάριθμους χώρους, όπου πιστεύεται ότι λατρευόταν οι Ποσειδών – Ερεχθεύς, ο Ήφαιστος και ο Βούτης.
Τα αετώματα στην ανατολική και δυτική στενή πλευρά του κτηρίου, καθώς και το αέτωμα της βόρειας πρόστασης φαίνεται ότι δεν είχαν εναέτια γλυπτά. Όμως γύρω από το κτήριο και γύρω από τη βόρεια πρόσταση υπήρχε πλούσια ζωφόρος με μορφές από πεντελικό μάρμαρο, που προβάλλονταν πάνω σε βάθος από κυανό ελευσινιακό λίθο.
Η οικοδόμηση του Ερεχθείου πρέπει να άρχισε λίγο μετά το 421 π.Χ., σε μιαν ανάπαυλα του Πελοποννησιακού πολέμου (ορισμένοι πιστεύουν το 419/8 π.Χ.). Η κατασκευή προχώρησε αρκετά. Αλλά διακόπηκε για 4 τουλάχιστον χρόνια. Το 410/9 π.Χ. με ψήφισμα του δήμου ορίσθηκε πενταμελής επιτροπή, στην οποία μετείχε και ο αρχιτέκτων (επιστάτης) των εργασιών Φιλοκλής, προκειμένου να εξετάσει και να αναφέρει για την κατάσταση του ημιτελούς οικοδομήματος. Οι εργασίες ξανάρχισαν τον επόμενο χρόνο.
Θραύσμα στήλης από τους απολογισμούς κατασκευής του Ερεχθείου. Επιγραφικό Μουσείο, 408/7 π.Χ. Το θραύσμα XIII έχει χαραχθεί σε λεπτή στήλη μαρμάρου που προσαρμοζόταν σε τοίχο. Διατηρεί δύο στήλες κειμένου, που αντιστοιχούν στους απολογισμούς του δεύτερου μισού του έτους 408/7 π.Χ. Ειδικότερα το απόσπασμα σώζει το τέλος του κειμένου των απολογισμών της έκτης πρυτανείας και την αρχή των απολογισμών της έβδομης, που ήταν εκείνη της Λεοντίδος φυλής. Το κείμενο που εκτείνεται σε περίπου 105 στίχους, είναι χαραγμένο στοιχηδόν σε αττικό αλφάβητο και αποτελεί πολύτιμη πηγή πληροφοριών για τεχνικά επαγγέλματα, όπως των εργολάβων, λιθοξόων, κηροπλαστών και εγκαυστών, για τον τρόπο οργάνωσης της εργασίας, τη σύνθεση του εργατικού δυναμικού καθώς και για την οικονομική διαχείριση, τον τρόπο πληρωμής και το ύψος των αμοιβών. Οι απολογισμοί που αναφέρονται στην ανέγερση του Ερεχθείου και αφορούν στα χρόνια ανάμεσα στο 409/8 και στο 405/4 π.Χ., παρουσιάζουν σημαντικό ενδιαφέρον αφού αποτελούν πολύτιμη πηγή πληροφοριών για τη γνώση της αρχαίας τεχνολογίας. Το Ερέχθειο, το κομψό και ιδιόρρυθμο ιωνικό κτήριο, που στέγαζε το πανάρχαιο ξόανο της Αθηνάς καθώς και μερικές από τις πιο σεβάσμιες λατρείες του ιερού βράχου, ξεκίνησε να χτίζεται στα 421 π.Χ. με αφορμή την Ειρήνη του Νικία. Οι εργασίες διακόπηκαν λόγω της συντριβής των Αθηναίων στη Σικελική Εκστρατεία (413 π.Χ.) και επαναλήφθηκαν το 409/8 π.Χ., όταν με ψήφισμα του Δήμου ορίστηκε πενταμελής επιτροπή για την εξέταση της κατάστασης του ημιτελούς κτηρίου. Τους οικονομικούς απολογισμούς αναλάμβαναν οι επιστάτες, αιρετοί και όχι κληρωτοί αξιωματούχοι που επέβλεπαν τα έργα κοινής ωφέλειας, συνεπικουρούμενοι από έναν αρχιτέκτονα και από δικό τους γραμματέα.
Το θραύσμα XIII (ΕΜ 6667) αποτελεί σημαντικότατη επιγραφή από τον οικονομικό απολογισμό του 408/7 π.Χ. για την κατασκευή του Ερεχθείου στην Ακρόπολη. Φυλάσσεται στο Επιγραφικό Μουσείο και καταγράφει αναλυτικά τα έξοδα, τους μισθούς των τεχνιτών και τα υλικά, προσφέροντας πολύτιμες πληροφορίες για την αρχαία αθηναϊκή οικονομία και διοίκηση
Ονόματα και Κοινωνική Διαστρωμάτωση των Τεχνιτών.
Στην επιγραφή καταγράφονται ονομαστικά οι εργαζόμενοι, οι οποίοι χωρίζονταν σε τρεις σαφείς κοινωνικές κατηγορίες: Αθηναίοι Πολίτες: Αναφέρονται με το όνομά τους και το δημοτικό τους όνομα (π.χ. ο δείνα εκ του δήμου Αχαρνέων).Μέτοικοι (Ξένοι κάτοικοι): Καταγράφονται με το όνομα, την καταγωγή τους ή τον δήμο στον οποίο κατοικούσαν προσωρινά (π.χ. «οικών εν Κολλυτώ»).Δούλοι: Αναγνωρίζονται επειδή καταγράφεται το όνομά τους δίπλα σε εκείνο του κυρίου (ιδιοκτήτη) τους (π.χ. ο τάδε, δούλος του δείνα).2. Ειδικότητες που Αναφέρονται Οι τεχνίτες εργάζονταν σε οργανωμένα συνεργεία ανάλογα με την εξειδίκευσή τους: Λιθοξόοι και Πρίστες: Υπεύθυνοι για την κοπή και λείανση του μαρμάρου. Τέκτονες: Ξυλουργοί για τις στέγες και τις σκαλωσιές. Καλλιτέχνες / Γλύπτες: Υπεύθυνοι για τα ανάγλυφα της ζωφόρου του ναού. Ραβδωτές: Εξειδικευμένοι τεχνίτες που σκάλιζαν τις ραβδώσεις (κανάλια) των κιόνων.3.
Ο Τρόπος Πληρωμής και οι Αμοιβές
Η διαχείριση και οι πληρωμές γίνονταν ανά Πρυτανεία (το διοικητικό ημερολόγιο της Αθήνας) από το σώμα των Επιστατών: Ημερομίσθιο (Κατά ημέραν): Η βασική αμοιβή για έναν ανειδίκευτο ή ειδικευμένο εργάτη ήταν 1 δραχμή την ημέρα. Ισότητα Αμοιβής: Πολίτες, μέτοικοι και δούλοι ελάμβαναν την ίδια ακριβώς αμοιβή για την ίδια εργασία. Στην περίπτωση των δούλων, ο μισθός καταβαλλόταν στον ιδιοκτήτη τους, ο οποίος κρατούσε το μεγαλύτερο μέρος και έδινε ένα μικρό ποσό (τροφεία) στον δούλο. Κατά αποκοπή εργασία (Κατά μέτρον): Για σύνθετες εργασίες, όπως το σκάλισμα των γλυπτών ή οι ραβδώσεις, η πληρωμή γινόταν με το κομμάτι ή με το πόδι (μέτρο). Για παράδειγμα, οι γλύπτες πληρώνονταν περίπου 60 δραχμές για κάθε ανθρώπινη μορφή που φιλοτεχνούσαν για τη ζωφόρο. Πληροφ. Μουσείο Ακρόπολης .
Σώθηκαν εκτεταμένα αποσπάσματα επιγραφών από τους λεπτομερείς απολογισμούς των εξόδων για τις διάφορες οικοδομικές και συναφείς εργασίες.
Είναι γραμμένα όχι σε ελεύθερες στήλες, αλλά σε συνεχόμενες λίθινες πλάκες πάχους 0,10 μ., που ήταν στερεωμένες σε κάποιον τοίχο (εικ. 2). Η χάραξη των γραμμάτων είναι άριστη και έχει γίνει στοιχηδόν. Είναι γραμμένα σε προευκλείδειο αλφάβητο, αλλά ήδη διαφαίνεται...μια τάση μετάβασης στο ιωνικό μετευκλείδειο αλφάβητο, που ως γνωστόν καθιερώθηκε επίσημα το 403 π.Χ., επειδή το Η εκτός από δασεία (μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις και σε λέξεις που παίρνουν ψιλή), χρησιμοποιείται και για την αναγραφή του ήττα.Το συγκεκριμένο απόσπασμα ($IG \ I^3, 476$) είναι το θραύσμα XIII, με δύο στήλες κειμένου (εικ. 2) και ανήκει στους απολογισμούς του δευτέρου μισού τους έτους 408/7 π.Χ. Αναφέρεται σε μέρος διαφόρων εργασιών που έγιναν κατά την 6η και 7η πρυτανεία εκείνου του χρόνου. Οι εργασίες βρίσκονται πια προς το τέλος τους. Εκτός από ελάχιστες καθαρώς κατασκευαστικές εργασίες, όπως η τοποθέτηση των τελευταίων δοκών της στέγης, οι υπόλοιπες είναι περισσότερο διακοσμητικού χαρακτήρα, όπως η κατασκευή καλυμμάτων και η επικόλληση κυματίων στα φατνώματα της οροφής, η ζωγράφηση με εγκαυστική μέθοδο των επιστυλίων, η επιχρύσωση ροδάκων για τα φατνώματα, η τοποθέτηση ανάγλυφων μορφών στη ζωφόρο, η λάξευση ραβδώσεων στους κίονες (αναφέρεται σε άλλο θραύσμα), κλπ.Οι περισσότεροι από τους εργαζόμενους είναι μέτοικοι, όπως δείχνει η απουσία δημοτικού και η χρήση της έκφρασης ἐν (όνομα δήμου) οἰκῶν. Άλλωστε ορισμένα ονόματα, όπως Κροῖσος, Μῆδος, Σίνδρων, Μάμμανος κλπ., είναι σαφώς ξενικά. Σε μία περίπτωση (στίχ. I, 18 : Κέρδων Ἀξιοπείθους) πρόκειται μάλλον για δούλο.
Άλλοι δουλεύουν με ημερομίσθιο (συνήθως 1 δρχ. την ημέρα) και άλλοι δουλεύουν «με το κομμάτι» ή «με το μέτρο». Ο αρχιτέκτων Αρχίλοχος, από το δήμο της Αγρυλής, που παίρνει μηνιαίο μισθό 37 δρχ., δηλαδή ελάχιστα περισσότερο από τους απλούς εργάτες (ὑπουργούς), δεν ήταν «αρχιτέκτων» με τη σημερινή έννοια του όρου, αλλά κάτι σαν επιστάτης των εργατών.
Το κείμενο του αποσπάσματος μνημονεύει αρχικά πληρωμές για την τοποθέτηση των δοκών (σελίδων) της οροφής στη θέση τους (στίχ. XIII, I, 4-14). Η κύρια δοκός, που φαίνεται ότι γώνιαζε, αποκαλείται καμπύλη σελίς. Πρόκειται μάλλον για την οροφή του δυτικού τμήματος. Η λ. σελίς εκτός από δοκός (ξύλινη ή λίθινη) σημαίνει και πλάκα.
Ακολουθούν πληρωμές σε 6 εργάτες για την αποκαθήλωση της σκαλωσιάς (των ικριωμάτων) από την (βόρεια μάλλον) πρόσταση (στίχ. I, 14-21).
Ένας εργάτης πληρώνεται αντίθετα για την εγκατάσταση σκαλωσιάς για τους εγκαυστές, στο εσωτερικό, κάτω από την οροφή (στίχ. I, 21-24).
Οι ἐνκαυταί ή ἐνκαυσταί ήταν ειδικευμένοι τεχνίτες που διακοσμούσαν μαρμάρινες κυρίως επιφάνειες με κηροχρώματα, με τη μέθοδο της εγκαυστικής. Αφού δηλαδή εναπέθεταν το διαλυμένο σε κερί χρώμα πάνω στη λίθινη επιφάνεια, εν συνεχεία την περνούσαν με ένα καυτό μέταλλο, ώστε το κηρόχρωμα να λειώσει, να εισχωρήσει στους πόρους και να γίνει έτσι ανεξίτηλο.
Οι συγκεκριμένοι ἐνκαυταί ζωγράφισαν το κυμάτιο στο επιστύλιο εσωτερικά. Η αμοιβή τους ήταν 5 οβολοί για κάθε πόδα (στίχ. I, 42-49). Δύο άτομα πληρώθηκαν για να ανεβάζουν τις λεκάνες (;) με τα χρώματα (στ. I, 24-27).
Ακολουθούν πληρωμές για τους πριονιστές (πρίστας), που κατασκεύασαν τα καλύμματα για τα φατνώματα της οροφής. Εργάζονταν με την ημέρα και για δωδεκαήμερα κάθε φορά διαστήματα.
Ένας χρυσοχόος αμείβεται (στίχ. I, 50-55) για την επιχρύσωση των χαλχῶν (καλχῶν), δηλαδή των ροδάκων μορφής χρυσανθέμου (chrysanthemum coronarium) που στόλιζαν το κέντρο (τον ουρανίσκο) των φατνωμάτων της οροφής. Εδώ ίσως πρόκειται για τους μαρμάρινους ρόδακες των φατνωμάτων της οροφής της βόρειας πρόστασης. Οι αντίστοιχες κάλχαι της οροφής του δυτικού τμήματος ήταν από ξύλο. Εναλάσσονταν κάλχαι και ἄκανθαι.
Ακολουθούν πληρωμές σ’ αυτούς που κόλλησαν κυμάτια στα ὀπαῖα της οροφής (2 δρχ. για κάθε οπαίο). Πρόκειται μάλλον για τα φατνώματα της οροφής, τα οποία τελικά κλείνονταν με τα καλύμματα (στίχ. II, 6-20) [ΣΗΜ.ΑΡΧ. οπή στη στέγη των σπιτιών των αρχαίων απ' όπου έβγαινε ο καπνός της εστίας και φωτιζόταν το εσωτερικό]
Συνολικά για τους τεχνίτες (κεφάλαιον τεκτονικοῦ) δαπανήθηκαν 52 δρχ. και 4 οβολοί (στίχ. II, 20-21).
Κάποιοι ημερομίσθιοι βοηθοί πληρώθηκαν για τον χειρισμό της τροχαλίας (τροχιλείας) (στ. II, 21-23), αλλά εδώ το κείμενο σώζεται αποσπασματικά.
Τέλος, κάποιοι πληρώνονται για την αποκαθήλωση και απομάκρυνση των ικρίων (σκαλωσιάς), που είχε τοποθετηθεί στον βόρειο τοίχο, για να τοποθετηθούν με μολυβδοχόηση στη θέση τους οι ανάγλυφες μορφές της ζωφόρου (ζώιδια) (στίχ. II, 32-40).
Πρόκειται για μορφές που λαξεύθηκαν σε πολύ εξέργο ανάγλυφο, ώστε να μοιάζουν περίοπτες. Ήταν από λευκό πεντελικό μάρμαρο και προβάλλονταν πάνω στον σκούρο κυανό ελευσινιακό λίθο του βάθους.
Η ζωφόρος του Ερεχθείου (ύψους 0,62 μ.) περιέβαλλε όλο το κτήριο, καθώς και τη βόρεια πρόσταση. Το ύψος των μορφών της ζωφόρου του σηκού ήταν ελαφρώς μικρότερο από το ύψος των μορφών της ζωφόρου της βόρειας πρόστασης.
Η πρόσταση των Καρυάτιδων, όπως ήταν το 1842.
Τα γλυπτά της ζωφόρου είχαν γίνει από πολλούς γλύπτες, στους οποίους είχε δοθεί προφανώς ένα συγκεκριμένο σχέδιο. Σώθηκαν αρκετά κομμάτια, από τα οποία συνάγεται ότι το θέμα τους ήταν σχετικό με μυθικά πρόσωπα της Αττικής (Ίωνα, Κέκροπα, Ερεχθέα, Εύμολπο κ.ά.).
- ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ Β. ΚΡΙΤΖΑΣ Αρχαιολόγος, Επίτιμος Διευθυντής του Επιγραφικού Μουσείου.
- Φωτογραφική επικουρία ΑΡΧΕΙΟ ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝ
ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝ