Μισό αιώνα μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, τεράστιες στρατιές Γαλατών (Κελτών), με αρχηγό τον Βρέννο, εισέβαλαν στον ελλαδικό χώρο λεηλατώντας τη Μακεδονία και τη Θεσσαλία. Κύριος στόχος τους ήταν ο πλούτος του Μαντείου των Δελφών
Ως λαός οι Κέλτες ή Γαλάτες ήταν ιδιαίτερα πολεµοχαρείς. Μια πρώτη επαφή µαζί τους είχε πραγµατοποιήσει ο Μέγας Αλέξανδρος µέσω διπλωµατίας. Οι Κελτοί φοβούµενοι τη δύναµή του συµφώνησαν για ειρηνική γειτνίαση, ακόµη και για στρατιωτική σύµπραξη εάν χρειαζόταν, όσο αυτός θα έλειπε στην Ασία. Αρχικά λοιπόν επέδραµαν κατά Ιλλυρικών και Θρακικών φυλών (Παυσ. Χ.19.5) χωρίς να διακινδυνεύουν ακόµα µια µεγάλη σύγκρουση µε τους πιο αξιόµαχους Έλληνες.
Η Μάχη στα Κοκκάλια το 279 π.Χ. αποτελεί μία από τις πιο ένδοξες αλλά και λιγότερο προβεβλημένες σελίδες της αρχαίας ελληνικής ιστορίας. Στην ορεινή αυτή τοποθεσία της Ευρυτανίας, οι Αιτωλοί και οι Ευρυτάνες συνέτριψαν τις γαλατικές δυνάμεις, ανακόπτοντας οριστικά την καταστροφική τους πορεία στην κεντρική Ελλάδα
Μας λέει εδώ ο Παυσανίας στο «Ελλάδος Περιήγησις»: «Tο ελληνικό γενναίο πνεύμα χάθηκε μέσα σε λίγες στιγμές, ωστόσο η δύναμη του φόβου ανάγκασε τους Έλληνες να συνειδητοποιήσουν ότι έπρεπε να πολεμήσουν. Γνώριζαν ότι αυτή η πάλη δεν γινόταν για την ελευθερία τους, όπως τότε που αντιμετώπισαν τους Πέρσες. Δεν έφτανε πλέον να προσφέρουν γη και ύδωρ. Τα γεγονότα που συνέβησαν στη Μακεδονία, τη Θράκη και την Παιονία ήταν ακόμη νωπά στη μνήμη τους, ενώ νέες αιματοχυσίες λάμβαναν πλέον χώρα στη Θεσσαλία. Kάθε άνδρας ως ξεχωριστή μονάδα και κάθε πόλη συνολικά συνειδητοποιούσαν ότι οι Έλληνες θα έπρεπε είτε να ανταπεξέλθουν στις περιστάσεις είτε να αφανιστούν». Ο Παυσανίας (Χ.19.12) περιγράφει χαρακτηριστικά πως “υπήρχε λοιπόν κοινή η διάθεση, και στις πόλεις και σε κάθε άνδρα.
Είναι χαρακτηριστικό ότι, όπως γράφει ο Παυσανίας, "Τότε στις Θερμοπύλες οι Έλληνες μετά τη μάχη έθαβαν τους δικούς τους και σκύλευαν τους βαρβάρους, αλλά οι Γαλάτες δεν έστειλαν κήρυκα για να θάψουν τους νεκρούς τους και αδιαφόρησαν αν θα θάβονταν στη γη ή αν θα γίνονταν βορά θηρίων ή των πουλιών που κυνηγούν πτώματα".
Οι Αθηναίοι διακρίθηκαν ιδιαίτερα στη μάχη. Ανάμεσά τους ξεχώρισε ο νεαρός Κυδίας που πολεμούσε για πρώτη φορά και τελικά σκοτώθηκε. Αργότερα οι συγγενείς του αφιέρωσαν στον Ελευθέριο Δία ασπίδα με το εξής επίγραμμα: "Αποζητώντας ακόμη τα νιάτα του Κυδία, η ασπίδα του ένδοξου άνδρα, ωραίο αφιέρωμα στον Δία, μ' εμένα άπλωσε πρώτος το αριστερό του μπράτσο, όταν κορυφωνόταν η άγρια μάχη κατά των Γαλατών".
Την έβδομη μέρα μετά τη μάχη ένας λόχος Γαλατών προσπάθησε να ανέβει στην Οίτη από τη μεριά της Ηράκλειας. Πίστευαν ότι από ένα μονοπάτι θα κατάφερναν να φτάσουν στους Δελφούς. Μια φρουρά που υπήρχε εκεί όμως με επικεφαλής τον Τελέσαρχο, νίκησε τους Γαλάτες. Ο γενναίος Τελέσαρχος έχασε τη ζωή του για την Ελλάδα, στην οποία κατά τον Παυσανία ήταν περισσότερο αφοσιωμένος από κάθε άλλον...
Ο Βρέννος περνά τον Σπερχειό ποταμό και αμέσως λεηλατεί την περιοχή γύρω απ’ την πόλη Ηράκλεια (της Οίτης) και γρήγορα βρίσκεται μπροστά στο στενό των Θερμοπυλών. Την επομένη με την ανατολή του ήλιου ξεκίνησε η μάχη. Ο Παυσανίας μας διηγείται με εκπληκτικό τρόπo : προχωρούσαν (οι Κέλτες) με οργή εναντίον των εχθρών τους, και με παράλογο θυμό, όπως ακριβώς τα θηρία. Ακόμα κι όταν τους χτυπούσαν με πελέκεις ή μαχαίρια, η μανία δεν τους άφηνε όσο ανέπνεαν ακόμα, ούτε κι όσοι τρυπιόνταν από βέλη η ακόντια άφηναν το πάθος τους, μέχρι να τους βγει η ψυχή. Μερικοί βγάζοντας από τις πληγές τους τα δόρατα με τα οποία είχαν βληθεί, τα χρησιμοποιούσαν εναντίον των Ελλήνων στις μάχες σώμα με σώμα…. Για εφτά ημέρες οι Έλληνες αξιοποιώντας την οχυρή τους θέση και τον ανώτερο οπλισμό τους κρατούν τους Γαλάτες έξω από το στενό.
Ο Βρέννος διάλεξε 40.000 πεζούς και 800 ιππείς, οι οποίοι με αρχηγούς τους Ορεστόριο και Κόμβουτη, κατευθύνθηκαν μέσω της Θεσσαλίας προς την Αιτωλία. Στη διαδρομή τους συνάντησαν τη μικρή πόλη Κάλλιο.
Εκεί διέπραξαν μερικές από τις πιο φρικιαστικές και ανατριχιαστικές πράξεις της ανθρώπινης ιστορίας. Οι περιγραφές του Παυσανία μας έκαναν να μην πιστεύουμε αυτά που διαβάζουμε και να συγκλονιστούμε.
Ενημερώνουμε προκαταβολικά τους αναγνώστες για τις φρικτές περιγραφές που θα ακολουθήσουν. Οι Γαλάτες στο Κάλλιο έσφαξαν όλους τους άνδρες ανεξαρτήτως ηλικίας. Το ίδιο έκαναν ακόμα και με τα μωρά πάνω στο στήθος της μητέρας τους. Όσα βρέφη ήταν παχουλά, τα σκότωναν, έπιναν το αίμα τους και έτρωγαν τις σάρκες τους...Οι γυναίκες αυτοκτονούσαν, ενώ όσες είχαν την ατυχία να πέσουν στα χέρια των Γαλατών, βιάζονταν κατ' επανάληψη. Οι βάρβαροι, κατά τον Παυσανία, "... συνευρίσκονταν αδιακρίτως με ετοιμοθάνατες ακόμα και με πεθαμένες".
∆εν αποκλείεται τα περιστατικά κανιβαλισµού να είναι απόρροια της δύσκολης επισιτιστικά κατάστασης στην οποία είχαν επέλθει οι εισβολείς. Ο Ι. Βορτσέλας παραθέτει ότι «η πέριξ (των Θερµοπυλών) χώρα είχε ερηµωθεί επιτηδείων…», ενώ η αποτρόπαια συµπεριφορά τους δείχνει και µια τακτική σκοπιµότητα, αφού το κυρίως ζητούµενο του Βρέννου επετεύχθη.
Oι Kαλλιείς, οι οποίοι είχαν υποστεί τη μεγαλύτερη καταστροφή, επεδείκνυαν τη μεγαλύτερη οργή στην μάχη μετά την άλωση της πόλης τους. Kατάφεραν να εκδικηθούν το θάνατο των συντρόφων τους, προκαλώντας μεγάλες απώλειες στο απόσπασμα του Oρεστόριου. Aπό τους 40.800 συνολικά Γαλάτες στρατιώτες, στις Θερμοπύλες επέστρεψαν λιγότεροι από τους μισούς. Oι Aιτωλοί φιλοτέχνησαν ηρωική μορφή οπλισμένης γυναίκας που καθόταν επάνω σε γαλατικές ασπίδες και συμβόλιζε την Aιτωλία. Tο μνημείο αυτό της Αιτωλικής νίκης στα Κοκκάλια, προσέφεραν οι Αιτωλοί στο ιερό των Δελφών.
Οι Γαλάτες βρέθηκαν αντιμέτωποι με τον Αιτωλικό στρατό (που σε βοήθεια του έσπευσαν και αρκετοί Αχαιοί από την Πάτρα), υπό τις διαταγές των στρατηγών, Πολύαρχου, Πολύφρονα και Λαοκράτη, αλλά και με τους απλούς κατοίκους της περιοχής : απ' όλες τις πόλεις στην πατρίδα κινητοποιήθηκαν όλοι οι ενήλικες άντρες ακόμα και αυτοί που ήταν ηλικιωμένοι σπρωγμένοι από την ανάγκη και το φρόνημα. Μαζί μ' αυτούς συστρατεύονταν εθελοντικά και οι γυναίκες οι οποίες ήταν ακόμη περισσότερο εξαγριωμένες με τους Γαλάτες, απ' ότι οι άνδρες.
Σύµφωνα µε την παράδοση πολλοί Γαλάτες βρήκαν τον θάνατο εκεί ώστε λίγα χρόνια αργότερα η γη ήταν πάλλευκη από τα οστά τους. Λέγεται πως µέχρι και στις µέρες µας οι γεωργικές εργασίες αποκαλύπτουν οστά, περικεφαλαίες και όπλα. Στο σηµείο υπάρχει µνηµείο της µάχης µε επιγραφή. Τα «Κοκκάλια» ήταν η άτυπη εκδίκηση για την καταστροφή του Καλλίου, ενώ από την αρχικό σώµα των 40.000 ανδρών λιγότεροι από τους µισούς επέστρεψαν στις Θερµοπύλες. (Παυσ. Χ.22.7)
Η ονομασία «Κοκκάλια» δόθηκε στην περιοχή επειδή για αιώνες μετά τη μάχη, το έδαφος ήταν γεμάτο από τα λευκά κόκαλα των σφαγιασθέντων Γαλατών, οι οποίοι έμειναν άταφο
Ο Βρέννος, χλευάζοντας τους αθάνατους θεούς των Ελλήνων είπε ειρωνικά ότι «εκείνοι που έχουν τα πλούτη θα πρέπει να φερθούν γενναιόδωρα στους θνητούς.». Όταν έπεσε η νύκτα στους Δελφούς και τον Παρνασσό οι Έλληνες εξαπέλυσαν και νέα επίθεση με αποτέλεσμα το απόλυτο πανικό στο γαλατικό στρατό. Οι Βάρβαροι, μέσα στο σκοτάδι, άρχισαν να σφάζονται μεταξύ τους. Αργότερα σε βοήθεια των Φωκέων έσπευσαν και οι Αθηναίοι και οι Βοιωτοί. Οι Γαλάτες αφανίστηκαν. Ο Παυσανίας περιγράφει διάφορα “θεϊκά φαινόμενα” που συνέβησαν στους Δελφούς. Στο πλευρό τους είχαν, όπως μας παραδίδει γλαφυρά ο Παυσανίας, και τους θεούς, τα καιρικά στοιχεία δηλαδή, καθώς η σφοδρή καταιγίδα έκανε αδύνατη την ανάβαση των Γαλατών. Σύμφωνα με την ποιητική περιγραφή του Παυσανία, οι Γαλάτες, εκτός από τους Έλληνες, είχαν να αντιμετωπίσουν και τα στοιχεία της φύσης, σεισμούς, κεραυνούς και αστραπές, σημάδια θεόσταλτα από το θεό Απόλλωνα. Οι Γαλάτες μάχονταν γενναία, μας λέει ο Παυσανίας, ο Βρέννος τραυματίστηκε όμως και αναγκάστηκαν να οπισθοχωρήσουν.
Και με την αυγή της καινούριας μέρας νέα δεινά ενέσκηψαν, όταν οι υπερασπιστές βγήκαν από την πόλη, εξαπολύοντας μετωπική επίθεση, ενώ την ίδια στιγμή οι Φωκείς, που γνώριζαν άριστα την περιοχή, κατέβηκαν τις χιονισμένες πλαγιές του Παρνασσού και επιτέθηκαν στα νώτα των εχθρών τους. Μαζί τους αγωνίστηκαν η Αθηνά, η Άρτεμις και ο Απόλλωνας κραυγάζοντας δυνατά, σπέρνοντας τον τρόμο στους αντιπάλους τους. Πέρα βεβαίως από τις ''ποιητικές'' περιγραφές των μαχόμενων θεών δίπλα σε κοινούς θνητούς, υπάρχει η πραγματικότητα, που λέει ότι η σύγκρουση ήταν σφοδρή.
Οι Κέλτες αντιστάθηκαν σθεναρά. Ιδίως στο σημείο που βρισκόταν ο Βρέννος με τους πιο επίλεκτους άνδρες του η σύγκρουση κορυφώθηκε και όταν ο ίδιος βρέθηκε βαριά πληγωμένος και μεταφέρθηκε λιπόθυμος εκτός μάχης δόθηκε και το σύνθημα της υποχώρησης. Πανικοβλημένοι, στρέφονταν τώρα ο ένας κατά του άλλου, λέει πάντα ο Παυσανίας, και οι Φωκείς πληροφόρησαν τους άλλους Έλληνες για τον γενικευμένο πανικό που επικρατούσε στις τάξεις του εχθρού. Ο Παυσανίας αναφέρει πως στη Φωκίδα χάθηκαν 36.000 βάρβαροι. Οι απώλειες των Γαλατών στην εκστρατεία στη Φωκίδα ανάγονται σε 6.000 από τις µάχες, 10.000 από την νυχτερινή σύγχυση και επίσης 10.000 από την πείνα και το κρύο. (Παυσ. Χ.23.7-10).
Η τελική σφαγή των επιδρομέων θα λάμβανε χώρα στον Σπερχειό ποταμό και οι περισσότεροι αρχαίοι ιστορικοί συμφωνούν πως δεν γλίτωσε κανείς τους. Οι περισσότεροι Έλληνες ιστορικοί της εποχής καταμαρτυρούν ότι ουδείς Γαλάτης επέζησε της σφαγής στον Σπερχειό ποταμό. Πιθανότερη πάντως είναι η εκδοχή να επιβίωσαν αρκετοί και να διασκορπίστηκαν προς τον βορρά (Δούναβη και Θράκη) και την Μικρά Ασία (περιοχή Άγκυρας), όπου έφτιαξαν πράγματι μια αποικία. Η βαρβαρική απειλή είχε παρέλθει όμως και οι Έλληνες, παρά τη δεινή κατάσταση και τις μεταξύ τους έχθρες, ενώθηκαν και νίκησαν με ζηλευτή αποφασιστικότητα. Aξιοσημείωτο είναι το ότι στην προσπάθειά τους οι Έλληνες να επιζήσουν, αφάνισαν δεκάδες χιλιάδες Γαλάτες, παρότι συνολικά δεν είχαν συγκεντρώσει πάνω από 30.000 μαχητές.
Tο κατόρθωμα αυτό γίνεται ακόμη μεγαλύτερο αν αναλογιστεί κάποιος ότι ο σωματότυπος και η αριθμητική υπεροχή του εχθρού, σε συνδυασμό με την έλλειψη των μεγάλων ηγετών στον Ελλαδικό χώρο - δεδομένης της απουσίας του βασιλιά Πύρρου και του βασιλιά Aντίγονου Γονατά - καθιστούσε αναμενόμενη την Κελτική επικράτηση. Το 277 π.Χ. οι Γαλάτες δέχτηκαν ακόμα ένα μεγάλο χτύπημα, τη φορά αυτή, από τον βασιλιά Αντίγονο Γονατά, ο οποίος γυρίζοντας από τον Ελλήσποντο στη Μακεδονία συνάντησε 20.000 Κέλτες που είχαν εισβάλει στη Θράκη.
Στη σύγκρουση της Λυσιμαχείας που ακολούθησε, οι Γαλάτες συνετρίβησαν έχοντας τεράστιες απώλειες. Ο βασιλιάς Αντίγονος Γονατάς έπλευσε προς τον Ελλήσποντο και αποβιβάστηκε κοντά στην πόλη Λυσιμάχεια στη Θρακική Χερσόνησο. Όταν Γαλάτες με αρχηγό τον Κερέθριο έκαναν την εμφάνισή τους, ο Αντίγονος έστησε ενέδρα. Εγκατέλειψε το στρατόπεδό του και έκρυψε τους άνδρες του. Οι Γαλάτες λεηλάτησαν το στρατόπεδο, μα όταν άρχισαν να επιτίθενται στα πλοία, ο στρατός του Αντίγονου έκανε την εμφάνισή του και τους παγίδευσε με τη θάλασσα στα νώτα τους. Με τον τρόπο αυτό τους εκμηδένισε και διεκδίκησε τον θρόνο της Μακεδονίας.
Παρά ταύτα, τα εσωτερικά προβλήματα, που αντιμετώπιζε ο Αντίγονος, δεν του επέτρεψαν να δώσει μια τελική λύση στη Γαλατική απειλή και έτσι οι Κέλτες κατάφεραν να καταλάβουν ένα μεγάλο μέρος της Θράκης, όπου και ίδρυσαν το κράτος της Τύλιδος, που για 70 χρόνια ανάγκαζε τις κοντινές Ελληνικές πόλεις να πληρώνουν φόρους, προκειμένου να αποφεύγουν τις επιδρομές.
- Μέρος δημοσίευσης από το ΦΒ - Ελληνική Ιστορία και Προϊστορία - Greek History and Prehistory
- Εικόνες ΑΙ από ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝ
Το κράτος της Τύλιδος ήταν ένα βραχύβιο κέλτικο (γαλατικό) βασίλειο που ιδρύθηκε στη νοτιοανατολική Θράκη (στη σημερινή ανατολική/κεντρική Βουλγαρία) κατά την ελληνιστική περίοδο.
Υπήρξε για περίπου 65 χρόνια, από το 277 π.Χ. έως το 212 π.Χ., αποτελώντας το επίκεντρο της κελτικής παρουσίας στα Βαλκάνια μετά τη μεγάλη γαλατική εισβολή στην Ελλάδα.
Ιστορικό Υπόβαθρο & Ίδρυση
Το 279 π.Χ., μεγάλες στρατιές Κελτών (Γαλατών) υπό τον Βρέννο εισέβαλαν στη Μακεδονία και τη νότια Ελλάδα, φτάνοντας μέχρι τους Δελφούς. Μετά την ήττα τους εκεί, αλλά και την καθοριστική ήττα από τον Μακεδόνα βασιλιά Αντίγονο Β' Γονατά στη Μάχη της Λυσιμαχείας (277 π.Χ.), οι εναπομείναντες Κέλτες διασπάστηκαν.
Ένα μέρος τους πέρασε στη Μικρά Ασία (ιδρύοντας τη Γαλατία).
Ένας άλλος πυρήνας, υπό τον αρχηγό Κομοντόριο, υποχώρησε προς το εσωτερικό της Θράκης, υπέταξε τους τοπικούς θρακικούς πληθυσμούς και ίδρυσε ένα νέο κράτος με πρωτεύουσα την Τύλιδα.
Η ακριβής θέση της πόλης της Τύλιδος δεν έχει ταυτοποιηθεί πλήρως με αρχαιολογικά ευρήματα, αλλά σύμφωνα με τον ιστορικό Πολύβιο βρισκόταν κοντά στο ανατολικό άκρο του όρους Αίμου (Βαλκανικά Όρη). Οι σύγχρονοι ιστορικοί τοποθετούν τη θέση της κοντά στο σημερινό χωριό Tulovo στην επαρχία Στάρα Ζαγκόρα της Βουλγαρίας.
Σχέσεις με τις Ελληνικές Πόλεις & Οικονομία
Το κράτος της Τύλιδος λειτουργούσε κυρίως ως επιδρομική και εκβιαστική δύναμη. Λόγω της στρατηγικής του θέσης, αποτελούσε διαρκή απειλή για τις ελληνικές αποικίες των παραλίων, με κυριότερη το Βυζάντιο.
Για να αποφύγουν τις λεηλασίες των εδαφών τους, οι Βυζαντινοί αναγκάζονταν να πληρώνουν στους Κέλτες έναν τεράστιο ετήσιο φόρο (subsidium), ο οποίος ξεκίνησε από 3.000 χρυσούς στατήρες και έφτασε σταδιακά τα 80 τάλαντα.
Για να αντεπεξέλθει σε αυτό το δυσβάσταχτο κόστος, το Βυζάντιο επέβαλε διόδια στα πλοία που διέρχονταν από τον Βόσπορο, γεγονός που οδήγησε στον Πρώτο Συμμαχικό Πόλεμο (220 π.Χ.).
Ο τελευταίος Βασιλιάς & η Πτώση
Ο τελευταίος και πιο γνωστός βασιλιάς της Τύλιδος ήταν ο Κάβαρος (Cavarus). Αντίθετα με τους προκατόχους του, ο Κάβαρος υιοθέτησε έναν πιο εξελληνισμένο τρόπο διοίκησης, έκοψε δικά του νομίσματα και λειτούργησε ως διπλωμάτης και ειρηνοποιός στις συγκρούσεις του ελληνιστικού κόσμου.
Παρά τη δύναμή του, το κράτος παρέμεινε μια «ξένη σφήνα» σε μια περιοχή που κυριαρχούσαν οι Θράκες. Το 212 π.Χ., οι θρακικές φυλές (κυρίως το αναγεννημένο Βασίλειο των Οδρυσών) εξαπέλυσαν μια μαζική αντεπίθεση, κατέστρεψαν ολοσχερώς την Τύλιδα και εξολόθρευσαν το κελτικό βασίλειο, επαναφέροντας τη Θράκη υπό τον έλεγχο των γηγενών πληθυσμών.
ΤΕΛΟΣ
ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝ