Η Εταίρα Ναννάριον



Το όνομα Ναννάριον αναφέρεται σε μια γνωστή εταίρα της αρχαιότητας, η οποία μνημονεύεται σε αρχαία κείμενα (όπως στον Αθήναιο τον Ναυκρατίτη και σε κωμικούς ποιητές) για την ομορφιά, το πνεύμα και την πολυτελή της ζωή. Στην αρχαία Ελλάδα, οι εταίρες δεν προσέφεραν απλώς ερωτική συντροφιά, αλλά ήταν μορφωμένες γυναίκες, ικανές να συμμετέχουν σε φιλοσοφικές συζητήσεις και πολιτικά συμπόσια. Η Εταίρα (Ναννάριον Νάννιον (σε γένος ουδέτερο εν είδει υποκοριστικού)

Στα αποσπάσματα που αφορούν τη Ναννάριο, γίνεται συχνά αναφορά στον «κροκοφαή χιτώνα» (χιτώνα σε κίτρινο/κροκί χρώμα). Το ένδυμα αυτό, βαμμένο με σαφράν (κρόκο), ήταν εξαιρετικά ακριβό, συμβόλιζε την πολυτέλεια, την κομψότητα και την αποπλάνηση, και φοριόταν κυρίως σε επίσημα συμπόσια ή γιορτές. Όπως και άλλες επώνυμες εταίρες της εποχής (π.χ. η Φρύνη, η Λαΐδα ή η Γλύκερα), η Ναννάριον είχε τη δική της περιουσία και την ελευθερία να επιλέγει τους συντρόφους της, σε αντίθεση με τις παντρεμένες Αθηναίες που ζούσαν περιορισμένες στον γυναικωνίτη. 

Οι κύριες πηγές της αρχαιότητας που διασώζουν πληροφορίες για τη Ναννάριο (ή Νάννιον) προέρχονται από το μνημειώδες έργο «Δειπνοσοφισταί» του Αθήναιου του Ναυκρατίτη (κυρίως στο 13ο βιβλίο, το οποίο είναι αφιερωμένο στις γυναίκες και τις εταίρες), καθώς και από αποσπάσματα της Μέσης και Νέας Αττικής Κωμωδίας. Το πιο συγκεκριμένο και διάσημο λογοτεχνικό πλαίσιο γύρω από το όνομά της περιλαμβάνει τα εξής κείμενα:

1. Η κωμωδία «Νάννιον» του Εύβουλου
Ο ποιητής της Μέσης Κωμωδίας Εύβουλος είχε γράψει ένα ομώνυμο θεατρικό έργο, τη «Νάννιον». Στο έργο αυτό η εταίρα αποτελούσε το κεντρικό πρόσωπο. Μέσα από τα σωζόμενα αποσπάσματα που παραθέτει ο Αθήναιος, σατιριζόταν η τέχνη των εταιρών να μεταμορφώνουν την εμφάνισή τους με φτιασίδια, ακριβά ρούχα και ψιμύθια (καλλυντικά της εποχής) για να σαγηνεύουν τους πλούσιους Αθηναίους.

2. Οι αναφορές του Μενάνδρου και του Αντιφάνη
Μένανδρος: Ο κορυφαίος ποιητής της Νέας Κωμωδίας αναφέρει τη Ναννάριο μαζί με τη μητέρα της, την Κορώνη (επίσης γνωστή εταίρα της εποχής).
Αντιφάνης, Άμφις και Αναξίλας: Οι κωμικοί αυτοί χρησιμοποιούσαν το όνομά της ως σύμβολο της πολυδάπανης ζωής. Στα κείμενά τους, η Ναννάριο παρουσιάζεται να ζητά επίμονα ακριβά δώρα, όπως τον περίφημο δεύτερο κροκοφαή χιτώνα (κίτρινο μεταξωτό/μάλλινο ένδυμα βαμμένο με πολύτιμο σαφράν) και χρυσά κοσμήματα για να παρευρεθεί στα συμπόσια.

3. Ο δικανικός λόγος «Κατά Πατροκλέους» του Υπερείδη
Η Ναννάριο είχε απασχολήσει και την πολιτική/νομική ζωή της Αθήνας. Ο σπουδαίος ρήτορας Υπερείδης είχε συνθέσει τον λόγο «Κατά Πατροκλέους», στον οποίο η εταίρα εμπλεκόταν σε δικαστική διαμάχη. Οι ρήτορες της εποχής συχνά ανέφεραν τις εταίρες για να πλήξουν την ηθική υπόσταση των πολιτικών τους αντιπάλων στα αθηναϊκά δικαστήρια.

 Το προσωνύμιο «Αίξ» (Κατσίκα)
Στα αρχαία ανέκδοτα που διασώζει ο Αθήναιος, αναφέρεται ότι η Ναννάριο είχε το παρατσούκλι «Αίξ» (δηλαδή κατσίκα). Σύμφωνα με τους σχολιαστές, το προσωνύμιο αυτό της δόθηκε επειδή «απογύμνωνε» οικονομικά τους εραστές της με την ίδια ευκολία που μια κατσίκα ξεφυλλίζει και καταστρέφει έναν θάμνο.
Ακολουθεί ένα πολύ χαρακτηριστικό απόσπασμα από το 13ο Βιβλίο των «Δειπνοσοφιστών» του Αθηναίου. Στο σημείο αυτό, οι καλεσμένοι του συμποσίου συζητούν για τις διάσημες εταίρες και παραθέτουν αποσπάσματα από χαμένα έργα της Μέσης Κωμωδίας, εστιάζοντας στη Ναννάριο (ή Νάννιον) και στα τεχνάσματα της ομορφιάς της. 



Το Αρχαίο Κείμενο (Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί, 13.568)
«...Εὔβουλος δ᾽ ἐν τῇ Ναννίῳ φησίν· οὐχὶ μὰ Δί᾽ οὐχὶ Νάννιον μὲν ἐστιν; ἢ οὐ καλλίστη; ἀλλὰ τί; ἐξέδυσε τὸν κροκωτὸν χιτωνίσκον...
[...] τὰς δὲ ἑταίρας ταύτας αἳ τὰ μὲν σώματα πλουσίως κοσμοῦσιν, αἱ δὲ ψυχαὶ αὐτῶν αἰσχραί εἰσι, Ναννάριον δὲ τὴν ἑταίραν Αἶγα ἐκάλουν, ἐπειδὴ ἐξεφύλλισε πολλούς...»

Ελεύθερη Νεοελληνική Μετάφραση
«...Και ο Εύβουλος στην κωμωδία του "Νάννιον" λέει: "Μα τον Δία, δεν είναι αυτή η Νάννιον; Ή μήπως δεν είναι η πιο όμορφη απ' όλες; Και τι έκανε; Έβγαλε τον κροκωτό της χιτωνίσκο (το ολοκίτρινο, μεταξένιο της φόρεμα)..."
Γιατί αυτές οι εταίρες στολίζουν πλούσια το σώμα τους, έστω κι αν η ψυχή τους είναι άπληστη. Τη δε εταίρα Ναννάριο την αποκαλούσαν "Αίγα" (Κατσίκα), επειδή μάδουσε και απογύμνωνε οικονομικά τους εραστές της, όπως ακριβώς κάνει μια κατσίκα όταν ξεφυλλίζει με μανία τα κλαδιά των δέντρων...» 
Η Ναννάριο ήταν τόσο διάσημη στην Αθήνα, που έγινε η κεντρική ηρωίδα σε ολόκληρο θεατρικό έργο (την κωμωδία Νάννιον του Εύβουλου). Το παρατσούκλι «Αίξ» δείχνει ότι η Ναννάριο δεν ήταν ένα παθητικό πρόσωπο. Ήταν μια πανέξυπνη γυναίκα που ήξερε πώς να διαχειρίζεται τη γοητεία της για να αποσπά τεράστιες περιουσίες από τους πλούσιους Αθηναίους της εποχής, κερδίζοντας την οικονομική της ανεξαρτησία ... Ο «Κροκωτός Χιτωνίσκος»: Το κείμενο επιβεβαιώνει τη στενή της σύνδεση με το κίτρινο ένδυμα (βαμμένο με πολύτιμο σαφράν). Ήταν το «σήμα κατατεθέν» της, το οποίο χρησιμοποιούσε στα συμπόσια για να μαγνητίζει τα βλέμματα.
Το «Νάννιον» ήταν λοιπόν μία κωμωδία του Αθηναίου ποιητή της Μέσης Κωμωδίας Ευβούλου (4ος αιώνας π.Χ.). Το έργο είχε ως κεντρικό του θέμα και τίτλο μια διασημότατη ομώνυμη Αθηναία εταίρα της εποχής, τη Νάννιον, την οποία σαύριζαν   (Σ υσσώρευση ή αποταμίευση (κυρίως με άπληστο τρόπο): Σημαίνει μαζεύω, στοιβάζω ή κρύβω πράγματα (π.χ. χρήματα, πλούτο, αγαθά) για ώρα ανάγκης ή από πλεονεξία, όπως η σαύρα που μαζεύεται στη φωλιά της...  Ή παρουσίαζαν θεατρικά και άλλοι κωμικοί ποιητές (όπως ο Αντιφάνης και ο Άμφις). Επικεντρωνόταν στον κόσμο των εταίρων, έναν από τους βασικούς κοινωνικούς τύπους που ανέδειξε η Μέση Κωμωδία.
 Η πρωταγωνίστρια ήταν η  Νάννιον που ήταν γνωστή για την πολυτελή της ζωή, τα χρυσά κοσμήματα και τα ακριβά της ρούχα Από το έργο αυτό, όπως και από τα περισσότερα έργα του Ευβούλου, δεν έχει διασωθεί ολόκληρο το κείμενο, παρά μόνο ελάχιστα και μικρά αποσπάσματα μέσω μεταγενέστερων συγγραφέων και λεξικών.


Η εταίρα στην αρχαιότητα – σχεδόν ανεκδοτολογικές ιστορίες


Γράφει η Titania Matina  



Οι εταίρες κι ο Ερωτικός Κατάλογος  
Η αρχαιότητα είχε τους καταλόγους της. Μακροσκελείς αναφορές ονομάτων που η προφορική λαλιά παρέδιδε για αιώνες. Ξέρουμε κάποιους από αυτούς.

Νεῶν κατάλογος. Κατάλογος των πλοίων και των βασιλιάδων που τα κυβερνούσαν στην Τρωική εκστρατεία. Τον 8ο π.Χ. αιώνα, ενσωματώθηκε στη ραψωδία Β της Ιλιάδας, με τρόπο όμως που φανερώνει παλιότερα στρώματα αφηγήσεων.

Γυναικῶν Κατάλογος, στην αρχαιότητα γνωστός και ως Ἠοῖαι (ο τίτλος σήμαινε τέτοιες όπως). Περιείχε τα ονόματα και τις αρχοντικές γενεαλογίες θρυλικών γυναικών που έσμιξαν με θεούς ή ήρωες κι έτσι οι βίοι τους λειτούργησαν αρχετυπικά στον μύθο. Τμήμα μιας τέτοιας κατάταξης, με αναφορά σε δεκατέσσερις ηρωίδες που αφηγούνται τις προσωπικές τους ιστορίες, μπήκε σφήνα στην Οδύσσεια λ. Άλλο τέτοιο μητρώο, πολύ αποσπασματικά σωζόμενο, αλλά με ανάλογο περιεχόμενο, αποδίδεται συνήθως λανθασμένα στον Ησίοδο.

Ὀλυμπιονικῶν ἀναγραφή. Παράθεση των ονομάτων των νικητών στους αγώνες της Ολυμπίας από το 776 π.Χ. που πρωτοθεσμοθετήθηκαν. Από τον 5ο π.Χ. αιώνα και μετά, οι λογογράφοι έδιναν γραπτή μορφή στους καταλόγους αυτού του είδους.

Με λίγα λόγια, οι κατάλογοι της αρχαιότητας είχαν να κάνουν με πρόσωπα ‒μυθικά ή πραγματικά‒ που είχαν επιτελέσει έργα θαυμαστά και υπήρξαν, γι’ αυτό τον λόγο, αξιομνημόνευτα. Ήταν αυτά που οι άνθρωποι έπρεπε να θυμούνται. Και δεν είναι καθόλου παράξενο που, από ένα σημείο και πέρα, τέτοιοι ταξινομικοί πίνακες συντάσσονταν και για τις εταίρες.

Ο Αθήναιος του 3ου αιώνα μ.Χ., λόγιος δηλαδή μιας υστερότερης φάσης της αρχαιότητας ‒που όμως καταγόταν απ’ την περίφημη Ναύκρατιν, ελληνικό εμπορείο στο Δέλτα του Νείλου φημισμένο για τις εταίρες του, ήδη από τον 6ο π.Χ. αιώνα‒, παραθέτει τις προσωπογραφίες εταιρών του ελληνόφωνου κόσμου στους Δειπνοσοφιστές του. Εκεί, διηγείται όσα διαμείφθηκαν μεταξύ των συμμετεχόντων σε συμπόσιο του Ρωμαίου Λαρήνσιου. Οι συνδαιτυμόνες ‒όλοι τους αριστοκρατικού προφίλ και ιδιαζούσης ευφυίας‒ αναλύουν το πλήρες φάσμα των συμποτικών τους πρακτικών: τα ποτά και τα εδέσματα, τις λιχουδιές και τα καρικεύματα, τις συνταγές και τα σερβίτσια, τα παιχνίδια και τα ευφυολογήματα που, επί αιώνες, η ετικέττα καθιέρωνε. Γι’ αυτό και οι Δειπνοσοφιστές, κάθε τόσο, παραπέμπουν σε προγενέστερες ‒συχνά χαμένες πια για εμάς‒ λογοτεχνικές πηγές, ώστε να υποστηρίξουν την εγκυρότητα των θέσεων και των γούστων τους.

Στο πολύτομο έργο του Αθήναιου, τα βιβλία διαδέχονται το ένα το άλλο διεξερχόμενα τις τέτοιου είδους λεπτομέρειες. Όταν πια ξεκινάει το 13ο βιβλίο, οι συμποσιαστές ετοιμάζονται να ανασυνθέσουν Ἐρωτικὸν Κατάλογον, με εναρκτήρια αρχαιοπρεπή επίκληση στην Ερατώ, για να υπαγορεύσει η Μούσα στη μνήμη τους όσα έχουν ειπωθεί για τον έρωτα και για τα πράγματα τα ερωτικά. Μέσα σε λίγες παραγράφους, οι συνομιλητές έχουν ξεμπερδέψει μ’ όλες τις διακεκριμένες ιστορίες μοιχείας και παραφοράς των γαμετῶν, των παντρεμένων δηλαδή γυναικών ‒στο άψε σβήσε ξεμπερδεύουν ακόμη και με τα αρχαιότατα παραδεδομένα έθιμα πολυγαμίας. Και με τον ενθουσιασμό του ίμερου, που όμως συχνά πυκνά δαγκώνει την καρδιά, φέρνουνε την κουβέντα στις εταίρες. Τίποτε δεν συγκρίνεται με το βλέμμα και τη γοητεία τους. Κι αυτό τις κάνει επικίνδυνες γιατί αφανίζουν τις περιουσίες των εραστών τους. Από εκεί και πέρα, το μεγαλύτερο μέρος της συζήτησης που περιέχεται στο 13ο βιβλίο των Δειπνοσοφιστών εύλογα ασχολείται μόνο μ’ αυτές.

Αρχίζουμε να μαθαίνουμε περισσότερα. Δεν ήταν τούτες Αντιόπες κι Ιφιμέδειες σαν τις αρχοντικές ηοίες. Ετούτες γίνονταν κυρίως γνωστές με όρους που απαιτούσε η δουλειά:

Πλαγγών (κουκλίτσα), Σινώπη (ενδεχομένως λόγω καταγωγής, ίσως όμως και λόγω των ροδαλών ψιμυθίων της), Γνάθαινα, Νάννιον (σε γένος ουδέτερο εν είδει υποκοριστικού), Θεανώ, Ώκιμον (βλαστάρι), Θάλαττα, Άντεια (ίσως απ’ τις ερωτικές συναντήσεις), Οπώρα (φρούτο), Κλεψύδρα (διευκρινίζεται στην παράγραφο 22d ότι χρονομετρούσε τη σεξουαλική της συμμετοχή), Λύκα, Μυρρίνη (αρωματισμένη), Χρυσίς, Ιερόκλεια, Λοπάδιον (μικρή χύτρα), Ασπασία (η ερωμένη του Περικλή, θα υποσχόταν αγκαλιές και φιλιά), Λαγίσκη (λαγουδάκι), Θεολύτη, Δαμασάνδρα (δάμαζε τους άντρες), Μέλισσα, Αβρότονον (η μητέρα του Θεμιστοκλή, ασφαλώς λόγω της λεπτότητας των τρόπων της), Λάμια (μια εταίρα του Θεμιστοκλή και μια άλλη του Δημητρίου του Πολιορκητή, με θηριώδεις μάλλον σεξουαλικότητες), Κλεινώ (φημισμένη), Ποθεινή, Μύρτιον (μυρτιά), Βόα (φώναζε δυνατά), Βάραθρον, Πειθώ, Λέαινα, Λεόντιον, Φαινοστράτη, Σταγόνιον, Άνθη, Γλυκέρα, Γαλήνη, Κορώνη, Καλλίστιον, Θάλλουσα, Μετάνειρα (ακολουθούσε τους άντρες), Μανία, Φίλιννα, Δημώ (κοινή), Δεξιθέα, Νέαιρα, Ροδώπις (με ροδαλή όψη), Δωρίχα (απ’ το δώρο), Μαλθάκη (μαλακή) κ.ο.κ.


Μακρά η λίστα των ονομάτων, των γυναικών και των ιστορικών περιόδων που, τον 3ο αιώνα μ.Χ., κάλυψαν την έκταση του 13ου βιβλίου των Δειπνοσοφιστών. Φυλλομετρώντας τον Ερωτικό Κατάλογο του Αθήναιου, μπορούμε να τις φανταστούμε να προβάλλουν τα θέλγητρά τους μέσα απ’ τις σημασίες των ονομάτων τους. Ποζάρουνε τα ονόματα με σκέρτσα και καμώματα, άλλοτε πιο χαριτωμένα κι άλλοτε πάλι χονδροειδή. Στήνουν προφίλ, δίνουνε υποσχέσεις, προαναγγέλλουν παρουσίες του σώματος και των ερωτικών συμπεριφορών. Όμοια κι απαράλλαχτα μ’ εκείνη την παρενθετική σκηνή στην ταινία Film d’amore e d’anarchia της Lina Wertmuller, με τις κοκότες που ανοίγουν το μπορντέλο της πολυτέλειας στη Ρώμη του Μουσολίνι. Νοιώθουμε εκείνον τον αέρα της φτιασιδωμένα κραυγαλέας θεατρικότητας, που με συνέπεια απηχείτο και στην αρχαιότητα όταν το Νάννιον, για παράδειγμα, εξίσου γίνονταν γνωστό με το παρατσούκλι Προσκήνιον ή όταν άλλη εταίρα διάλεγε να κυκλοφορεί υπό τον τίτλο Χορηγίς λες και ηγείτο ενός πολυπληθούς Χορού εραστών. Στον μακρύ κατάλογο της ονοματοποιίας, οι πόζες ξελόγιαζαν, γίνονταν προσωπεία, περσόνες κυριολεκτικά, άλλοτε πιο πετυχημένες κι άλλοτε μάλλον της σειράς. Με τέτοιους όρους παρώδησε τις εταίρες κι η Μέση Κωμωδία της Αττικής στην χαμένη για εμάς Παννυχίδα (Ολονυκτία) του Εύβουλου που ο Αθήναιος μνημονεύει (Δειπνοσοφισταί XIII, 24e):

“Αυτές τις φιλοτράγουδες, που για το χρήμα ρίχνουνε δολώματα,

τις ασκημένες φοραδίτσες της Κύπριδας,

που είναι γυμνές και στη σειρά παραταγμένες, κατά μέτωπο,

και στέκονται με πέπλους αραχνοΰφαντους ωσάν

τις Κόρες που ο Ηριδανός ποτίζει με τα καθαρά νερά του.

Στα σίγουρα ασφαλώς μπορείς από δαύτες

με νόμισμα μικρό να αγοράσεις ηδονή.”

Τον 4ο π.Χ. αιώνα, ο Εύβουλος δεν δίσταζε να σκιαγραφήσει τις εταίρες ως συνηθισμένες πόρνες που έκαναν πιάτσα, εκμηδενίζοντας την αίγλη της αριστοκρατικής αβρότητας γύρω απ’ την οποία εκείνες πάσχιζαν να στεριώσουν τη φήμη τους.




Ωστόσο, όπως σε κάθε κατάλογο και κάθε ταξινόμηση, υπήρχαν κι οι περισσότερο πετυχημένες των προσωπικών ιστοριών. Ήταν, ας πούμε, εκείνες οι περιπτώσεις που οι πόζες των εταιρών απαθανατίζονταν από φημισμένους ζωγράφους και γλύπτες. Σαν τη Θεοδότη που έκανε το μοντέλο όταν την συνάντησε ο Σωκράτης (Ξενοφώντας, Απομνημονεύματα, 3.11) ή σαν εκείνες τις γυναίκες τις οποίες αναπαριστούσαν οι λεγόμενοι “πορνογράφοι” της αρχαιότητας και που μνημονεύονταν από τον Πολέμωνα στο ‒σήμερα χαμένο‒ Περὶ τῶν ἑν Σικυῶνι Πινάκων (Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί, ΧΙΙΙ, 21b).

Αν η συγκυρία ήταν ακόμη πιο ευτυχής, θα επρόκειτο για μια Λαΐδα. To όνομά της δήλωνε πώς ήταν του λαού και, πράγματι, δεν έκλεινε την πόρτα της ποτέ σε άντρες μιας ταπεινότερης τάξης κοινωνικής ή και προχωρημένης ηλικίας. Κι όμως, ο θρύλος έλεγε γι’ αυτήν ότι η ίδια η Αφροδίτη της Κορίνθου, η ονομαζόμενη Μελαινίς (Μαύρη), συντρόφευε τον ύπνο της για να της φανερώνει πώς να εξασφαλίζει πλούσιους εραστές. Το στήθος της Λαΐδας πολυζωγραφίστηκε. Θάμπωσε και τον ζωγράφο Απελλή, που ήταν ο πρώτος που διαπίστωσε την ομορφιά της όταν την είδε, δούλα ακόμη απ’ τα Ύκκαρα της Σικελίας, να κουβαλάει νερό απ’ την πηγή της Πειρήνης. Κι ήταν ο Απελλής αυτός που την εισήγαγε στα κορινθιακά συμπόσια (Δειπνοσοφισταί ΧΙΙΙ, 53c-d).

Ή θα επρόκειτο για μια Φρύνη. Όπως το όνομα προσήμαινε, ήταν το βατραχάκι. Κι αυτό της το χαρακτηριστικό, υπήρξε σε αρκετές περιπτώσεις εξαιρετικά κρίσιμο. Συνήθιζε να λύνει τα μαλλιά της και να λούεται γυμνή στη θάλασσα της Ελευσίνας ή της Ποσειδωνίας. Κι έτσι, έδωσε έμπνευση για δυο μεγάλα έργα Τέχνης διακεκριμένων εραστών της: την Αναδυομένη Αφροδίτη του Απελλή ‒αντίγραφο της οποίας ενέπνευσε πολλούς αιώνες αργότερα και τον Botticelli‒ και την Αφροδίτη της Κνίδου του Πραξιτέλη (Δειπνοσοφισταί ΧΙΙΙ, 58f). Με τούτα και με τ’ άλλα, το βατραχάκι βρέθηκε να κατηγορείται στο αθηναϊκό δικαστήριο για ασεβή προσβολή των Ελευσινίων Μυστηρίων. Κι η τιμωρία θα ήταν ο θάνατος. Μπροστά στον κίνδυνο επιβολής της εσχάτης των ποινών, ο δικηγόρος της ρήτορας Υπερείδης ‒που επίσης υπήρξε ερωτευμένος μαζί της‒ ζήτησε να την φέρουν για να την δουν με τα ίδια τους τα μάτια οι δικαστές. Κι όπως η Φρύνη στάθηκε, εκείνος έσκισε τους μικρούς της χιτωνίσκους, αποκαλύπτοντας, ενώπιον όλων, την ωραιότητά της. Της εξασφάλισε αθώωση, καθώς το δικαστήριο παραδέχτηκε ότι είχε μπροστά του μια πραγματική ιέρεια και υπηρέτρια της Αφροδίτης (ὑποφῆτιν καὶ ζάκορον). Όμως το δεδικασμένο προκάλεσε τέτοιο σάλο, ώστε, έκτοτε, βγήκε νόμος να μην παρουσιάζονται οι κατηγορούμενοι ενώπιον τον δικαστών για να μην τους επηρεάζουν συναισθηματικά (Δειπνοσοφισταί ΧΙΙΙ, 58d).

Το επιτυχές στήσιμο μιας πρωτοκλασσάτης εταίρας ιχνηλατούσε παραδειγματικά μια εσχάτη υπερασπιστικών γραμμών: τη δύναμη που έχει η πόζα για να πείθει όταν διεγείρει κι όταν συγκινεί. Επιβεβαίωνε, έτσι, και το συμποτικό σκόλιον που τραγουδιόταν στην αρχαία Κόρινθο (Δειπνοσοφισταί ΧΙΙΙ, 33f). Οι υπηρέτριες της Αφροδίτης είχαν δύναμη τεράστια. Ήταν οι υπηρέτριες της Πειθούς.


ΠΗΓΈΣ ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΑ 

https://eranistis.net/wordpress

Giorgos Geron 1. Η Εταίρα (Ναννάριον)

Βιβλιοθήκη ΕΣΗΕΑ

ΕΙΚΟΝΙΖΕΙΝ ΑΙ

ΣΗΜ.
Στη σύγχρονη ψηφιακή δημιουργία, ο τίτλος «Η Εταίρα (Ναννάριον)» σχετίζεται άμεσα με λογοτεχνικές αναγνώσεις ή δραματοποιημένες αναπαραστάσεις αρχαίων κειμένων, όπως αυτές που παρουσιάζει ο δημιουργός Γιώργος Γεροντίδης (Giorgos Geron). 

ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝ



full-width

ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝ

ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΚΑΝΟΝΙΚΑ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΣΤΟ ΚΙΝΗΤΟ ΚΛΙΚ ΕΠΑΝΩ ΤΗΣ