ΑΡΧΑΙΑ ΜΕΝΔΗ & ΙΕΡΟ ΤΟΥ ΠΟΣΕΙΔΩΝΑ ΣΤΗΝ ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ


 
ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ - ΙΣΤΟΡΙΑ - ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ - ΑΝΑΣΚΑΦΕΣ - ΝΟΜΙΣΜΑΤΑ


Η περιοχή της Καλάνδρας είναι έντονα συνδεδεμένη με την ύπαρξη της Μένδης. Διατήρησε αναλλοίωτα τοπωνύμια της χώρας των Μενδαίων, σαν αυτό της παραλίας της, που εξακολουθεί να λέγεται Ποσείδιο, ιωνική έκφραση του Ποσειδωνίου, όπως το ονομάζει ο Θουκιδίδης τον 5ο αιώνα. 


ΜΕΝΔΗ - ΑΕΡΟΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΑΝΑΣΚΑΦΩΝ
Η πόλη Μένδη υπήρξε σημαντική κατά την αρχαιότητα, γνωστή για την πολιτιστική της ανάπτυξη, καθώς και για τα προϊόντα όπως το κρασί της. Το έμβλημά της ήταν ένας όνος σε οργασμό. Ο Θουκυδίδης μας πληροφορεί ότι η Μένδη ήταν αποικία των Ερετριέων, που την ίδρυσαν στην χερσόνησο της Παλλήνης. Από την Μένδη κατάγεται ο Παιώνιος, αρχαίος Έλληνας γλύπτης, που δημιούργησε στα τέλη του 5ου αιώνα. Γεννήθηκε στη Μένδη της Χαλκιδικής κι έζησε στην Ερέτρια και την κυρίως Ελλάδα. Θεωρείται πρωτοπόρος γλύπτης της ιωνικής πλαστικής. Σπουδαιότερα έργα του είναι
το άγαλμα της Νίκης στην Ολυμπία και δύο αγάλματα της Νίκης στα άκρα της πρόσοψης του Ολυμπιείου (στύλοι του Ολυμπίου Διός). Η πτερωτή Νίκη της Ολυμπίας βρέθηκε στις ανασκαφές της Ολυμπίας το 1875 και σήμερα βρίσκεται στο μουσείο της.

    Εκατοντάδες χρόνια έμεναν ανεξερεύνητα τα ερείπια της αρχαίας Μένδης, πόλης λίγα χιλιόμετρα νότια του σημερινού χωριού Καλάνδρα. Ένα μικρό, σημαντικό όμως, απάνθισμα χωρίων αρχαίων πηγών σχετικών με τούτη την αρχαία πόλη, καθώς και τα ίδια τα αρχιτεκτονικά λείψανα που απέμειναν και κείτονται στην περιοχή έκαναν σχεδόν επιτακτική την ανάγκη για αναμόχλευση της πορείας της μέσα στα πλούσια, όπως αποδείχθηκε αργότερα, απομεινάρια της.
    Έτσι, το 1986 ξεκίνησε η αρχαιολογική έρευνα να ανιχνεύσει συστηματικά πια την ιστορία της Μένδης, της σπουδαιότερης, μετά την Ποτίδαια, πόλης της Παλλήνης.
    Όπως είναι φυσικό, η ελάχιστη διάρκεια των ανασκαφών (μόλις 9 χρόνια) της αρχαίας πόλης, που υπήρξε το επίνειο της Κασσάνδρας, μετά την ίδρυση της τελευταίας το 315 π. X, (Liv. 31,45,14), δεν επιτρέπει τίποτα περισσότερο απ’ την εξαγωγή λίγων μόνο συμπερασμάτων, απ’ τα οποία ελάχιστα ως σήμερα έχουν δημοσιευτεί.

ΝΙΚΗ ΠΑΙΩΝΙΟΥ (ΑΡΧΑΙΑ ΟΛΥΜΠΙΑ)

    Η ταύτιση της παραθαλάσσιας αρχαίας πόλης 1 χιλιόμετρο περίπου νότια της Καλάνδρας με την αρχαία Μένδη είχε γίνει απ’ τον Leak και επιβεβαιώνεται απ' τις πληροφορίες του Θουκυδίδη, αλλά και του Λίβιου. Παράλληλα, το γεγονός ότι το γειτονικό της Μένδης ακρωτήρι, Ποσείδι, διατηρεί την παλιά αυτή ονομασία θεμελιώνει τα σχετικά χωρία των δύο ιστορικών και κατά συνέπεια καθιστά την προαναφερθείσα ταύτιση αναμφισβήτητη.
    Η Μένδη που μαζί με την αρχαία Σκιώνη ήταν αποικία της Ερέτριας, φαίνεται να πρωτοκατοικείται τον 12ο αιώνα π. X., ενώ άγνωστο παραμένει το πότε ακριβώς καταστράφηκε. Για την προέλευση του ονόματος τις πληροφορίες αντλούμε απ’ τα νομίσματα που η ίδια η πόλη έκοβε απ’ τον 6ο αιώνα π. X. Έτσι, ενεπίγραφα νομίσματα του 6ου και των μέσων του 5ου αιώνα π. X. φέρουν την επιγραφή : ΜΙΝ, ΜΙΝΔΑΟΝ ή ΜΙΝΔΑΙΟΝ


ΠΟΣΕΙΔΙ - ΑΕΡΟΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΙΕΡΟΥ ΠΟΣΕΙΔΩΝΑ
    
Ο τύπος ΜΕΝΔΑΙΟΝ επικρατεί μετά τα μέσα του 5ου αιώνα π. X. Με άλλα λόγια, το όνομα “Μένδη” μεταπίπτει απ’ το “Μίνδη”, που με τη σειρά του αποτελεί, κατά πάσα πιθανότητα Μακεδονικό τύπο του "Μίνθη” (όνομα φυτού), υπακούοντας έτσι στους φθογγολογικούς νόμους της Μακεδονίας που παραγκωνίζουν τα δασέα.

    Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η πόλη, αν σκεφτεί κανείς, ότι οι περισσότεροι μελετητές συγκλίνουν στην άποψη ότι αυτή η Μένδη της Χαλκιδικής δηλαδή και όχι της Θράκης, ήταν η πατρίδα του Παιωνίου, γλύπτη του β' μισού του 5ου αιώνα π. X. Τότε δηλαδή που ο πολιτισμός και η οικονομία της πόλης βρισκόταν στο απόγειο της ακμής της. Ο Παιώνιος, γλύπτης γνωστός για τη Νίκη της Ολυμπίας, ανάθημα των Μεσσηνίων στο Ιερό το 420 πχ, πρέπει όντως να καταγόταν απ’ τη Μένδη της Παλλήνης. Φαίνεται μάλιστα, πως ο γλύπτης εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και έφτασε στο απόγειο της καλλιτεχνικής του δημιουργίας, αφού πρώτα, για αρκετά χρόνια, γαλουχήθηκε με τον πολιτισμό της Μένδης της Μακεδονικής Χαλκιδικής και της μητρόπολης Ερέτριας.

    Αυτό για το οποίο φημιζόταν η Μένδη ήταν το κρασί της, η εξαγωγή του οποίου ήταν η κύρια πηγή της οικονομικής της ευμάρειας και η κύρια αιτία της ύπαρξης στους κόλπους της αξιόλογου πολιτισμού, ο οποίος αποτελεί αμάλγαμα στοιχείων και χαρακτηριστικών απ’ τον ευρύτερο Ελλαδικό και Ανατολικό κόσμο. Ο εμπορικός χαρακτήρας της πόλης μαρτυρείται άλλωστε και απ’ την ανεύρεση μεγάλου αριθμού ιδιαίτερου τύπου αμφορέων κρασιού, αλλά και νομισμάτων, τόσο στην ίδια την πόλη, όσο και στα λιμάνια που έφταναν τα εμπορεύματά της. Η οικονομική ακμή της πόλης φαίνεται, εξάλλου και απ’ το γεγονός ότι κατέβαλλε στο συμμαχικό ταμείο της Δήλου ετήσια εισφορά 8 ταλάντων (κάποιες φορές και περισσότερο), ποσό πολύ μεγαλύτερο απ’ αυτό των άλλων πόλεων της Παλλήνης.

    Είναι γνωστή απ’ τις πηγές η σθεναρή αντίσταση της Μένδης στα στρατεύματα του Ξέρξη, ενώ απ’ το Θουκυδίδη αντλούμε πληροφορίες για το ρόλο της κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο. Τότε, η Μένδη αποστάτησε απ’ τους Αθηναίους και προσχώρησε στους Λακεδαιμόνιους. Η αποσταλείσα όμως ισχυρή στρατιωτική και ναυτική δύναμη των Αθηναίων, με επικεφαλής το Νικία και το Νικόστρατο, αμέσως μετά την άλωση της Σκιώνης, προχώρησε στην αναίμακτη λαφυραγώγηση της Μένδης. Από τότε η πόλη, η οποία επανέρχεται στη δικαιοδοσία των Αθηνών, άρχισε να παρακμάζει. Δεν είναι γνωστό πόσο ακριβώς διήρκεσε η παρακμή αυτή, αφού τα αίτια της καταστροφής και η εγκατάλειψη της χάνονται στα βάθη της ιστορίας. (Το σίγουρο είναι ότι η πόλη υπάρχει επί Στράβωνα, καθώς μνημονεύεται απ’ αυτόν).

ΑΡΧΑΙΑ ΜΕΝΔΗ - ΧΑΡΤΗΣ MULLER 1987

    Σήμερα, είναι αναμφισβήτητο ότι η ακρόπολη της Μένδης εκτείνονταν στο επίπεδο πλάτωμα ενός πευκόφυτου λόφου (ξέφωτο) το ψηλότερο άκρο του οποίου ονομάζεται Βίγλα. Σ’ αυτό το πλάτωμα έχουν αποκαλυφθεί τμήματα του τείχους της πόλης, που σύμφωνα με το Θουκυδίδη έφτανε ως τη θάλασσα. Η πρόσβαση στο λόφο γινόταν μάλλον απ’ τη βορεινή πλευρά επειδή δεν ήταν απόκρημνη όπως οι άλλες.
Οι ανασκαφές που έχουν γίνει ως τώρα στην πόλη της Μένδης επικεντρώθηκαν στη Βίγλα και στο ΝΑ χώρο της, το Προάστειο.

    Στη Βίγλα, εκτός απ’ το τείχος της πόλης, που σώζεται αποσπασματικά, και τα ελάχιστα αρχιτεκτονικά λείψανα, που γλίτωσαν απ’ τη συνήθεια των συγχρόνων να τα χρησιμοποιούν ως οικοδομικό υλικό, ιδιαίτερη εντύπωση κάνουν οι συστάσεις λάκκων. Πρόκειται για λάκκους που στην αρχή είχαν αποθηκευτικό χαρακτήρα, απ’ τις αρχές όμως του 7ου αιώνα π.X. χρησιμοποιήθηκαν ως αποθέτες, δηλαδή χώροι, όπου εναπόθεταν αντικείμενα ιδιαίτερης σημασίας. Τα αγγεία που βρέθηκαν στους λάκκους αυτούς, ντόπια και εισηγμένα, χρονολογούνται απ’ τον 12ο έως 7ο αιώνα π.X. δίνοντας έτσι ένα χρονικό όριο για τη χρονολόγηση της πρώτης εγκατάστασης των αποίκων, που ανάγεται ενδεχομένως στον πρώτο αποικισμό. Επίσης μας δίνουν πληροφορίες για τη διαλεύκανση της προέλευσής τους απ’ τον ευρύτερο χοίρο της Ερέτριας.


    Το Προάστειο, απ’ την άλλη, έδωσε στοιχεία σημαντικά για την ιστορία και τη ζωή της πόλης. Αλλεπάλληλες οικιστικές φάσεις, δίπλα στη θάλασσα, καλύπτουν ένα μεγάλο χρονικό διάστημα απ’ τον 9ο- 4ο αιώνα π. X. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι οικίες τον 6ο και τον 5ο αιώνα π.X., τα οικοδομήματα και τα δωμάτια του 4ου αιώνα π.X. με τους αποθηκευτικούς λάκκους στο δάπεδό τους ή άλλα ημιυπόγεια κελάρια σπιτιών, χτισμένων αμφιθεατρικά στη δυτική πλαγιά του λόφου. Παράλληλα, σημαντική είναι και η ύπαρξη ορθογώνιων κατασκευών, αναλληματικού χαρακτήρα, που τις επέβαλε η υψομετρική διαφορά και το αμμώδες έδαφος.

ΑΡΧΑΙΑ ΜΕΝΔΗ - ΑΝΑΣΚΑΦΕΣ ΣΤΟ ΠΡΟΑΣΤΕΙΟ

   Μαζί μ’ αυτό ένας αξιόλογος αριθμός αγγείων, δείκτης πλούσιας ζωής, δίνει μια πληρέστερη εικόνα για την ακμαία οικονομία της Μένδης και πιστοποιεί ως ένα βαθμό τη δυνατότητα της πόλης να ιδρύσει δύο αποικίες, τη Νεάπολη στην ανατολική ακτή της Παλλήνης και την Ηιόνα στις εκβολές του Στρυμόνα (Θουκυδίδης 4,7). Πρόκειται για αγγεία εισηγμένα, αλλά και ντόπιας παραγωγής, η οποία δείχνει να συγχωνεύει δημιουργικά τα ξένα στοιχεία στις δικές της τάσεις, με αποτέλεσμα να δημιουργεί πρωτότυπα έργα. Έτσι, το πλέγμα των μνημειωδών οικοδομών με τα ευρύχωρα δωμάτια και την πολεοδομική οργάνωση, καθώς και ο αριθμός νομισμάτων της Μένδης φανερώνουν την ιδιαίτερη ακμή της πόλης στον 6ο και 5ο αιώνα. Επίσης η αξιόλογη σε ποιότητα και ποσότητα κεραμική δεν αφήνει αμφιβολίες, ότι οι ρίζες της ακμής αυτής θα πρέπει να αναζητηθούν σε παλιότερους χρόνους.

ΑΡΧΑΙΑ ΜΕΝΔΗ - ΑΝΑΣΚΑΦΗ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟΥ

    Κατά την ανασκαφική περίοδο του 1988 δοκιμαστικές τομές εντόπισαν στην αμμώδη παραλία της περιοχής, στη ΝΑ παρυφή της πόλης, το νεκροταφείο της (Η Μένδη δεν δείχνει να ξεφεύγει, όπως συμβαίνει με το Πολύχρονο και την Τορώνη, απ’ τον κανόνα που θέλει τα νεκροταφεία των παράλιων πόλεων τις Χαλκιδικής να κτίζονται δίπλα στο κύμα). Σ’ αυτό είναι αξιοσημείωτες, η πυκνή διάταξη των τάφων και η μεγαλύτερη συγκέντρωσή τους στο κεντρικό τμήμα του• ιδιαίτερη εντύπωση, άλλωστε, κάνει η αποκλειστική χρήση της νότιας παρυφής του για τον ενταφιασμό βρεφών και μικρών παιδιών, οι τάφοι των οποίων αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία αυτού. Στο νεκροταφείο, έχουν εντοπιστεί τάφοι λακκοειδείς (απλοί λάκκοι σκαμμένοι στο αμμώδες έδαφος), κιβωτιόσχημοι (λάκκοι στο έδαφος κατασκευασμένοι με κάθετες πλάκες), αλλά και πάρα πολλοί εγχυτρισμοί, που παρουσιάζουν και ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Οι εγχυτρισμοί είναι παιδικές ταφές σε πιθάρια ή αμφορείς, οι οποίοι στην περίπτωση της Μένδης ήταν τοποθετημένοι στα πλάγια, στερεωμένοι με μικρές πέτρες και ζωγραφισμένοι με γεωμετρικά θέματα.

ΑΡΧΑΙΑ ΜΕΝΔΗ - ΚΤΕΡΙΣΜΑΤΑ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟΥ  ΑΡΧΑΙΑ ΜΕΝΔΗ - ΟΙΚΟΔΟΜΗΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΛΙΑ

    Τα κτερίσματα του νεκροταφείου, χειροποίητα ή τροχήλατα αγγεία, χάλκινα και οστέινα κοσμήματα, ειδώλια, ήταν υλικό πρόσφορο στην αρχαιολογική έρευνα, καθώς μαζί με ανάλογα κινητά ευρήματα απ’ την πόλη, σκιαγραφούν τον πολιτισμό της. Αξιοπρόσεκτη είναι η ποικιλία που παρουσιάζουν τα αγγεία στο χρώμα, την ποιότητα του πηλού και το επίχρισμά τους, καθώς επίσης και στα γραπτά ή εγχάρακτα διακοσμητικά μοτίβα, γεωμετρικά ή φυτικά. Τα περισσότερα απ’ τα αγγεία αυτά καλύπτουν το διάστημα απ’ τον 8ο αιώνα ως τον πρώιμο 5ο αιώνα π. X. Αποτελούν βέβαια προϊόντα ντόπιου εργαστηρίου, δείχνουν όμως να έχουν αφομοιώσει και ποικίλες τάσεις της νησιωτικής, αιολικο-ιωνικής αγγειογραφίας της Ευβοϊκής κεραμικής και της κεραμικής παράδοσης της κεντρικής και δυτικής Μακεδονίας.

ΑΡΧΑΙΑ ΜΕΝΔΗ - ΔΡΟΜΟΣ ΣΤΟ ΠΡΟΑΣΤΕΙΟ

    Τέσσερα χιλιόμετρα Δ απ’ τη Μένδη, σε μια επίπεδη αμμουδερή γλώσσα του ακρωτηρίου του Ποσειδίου με τον ομώνυμο φάρο, βρισκόταν στην αρχαιότητα το Ιερό του Ποσειδώνα, το Ποσίδηιον κατά τον Ηρόδοτο ή το Ποσειδώνιον, όπως το μνημονεύει ο Θουκυδίδης στην ιστορία του.
    Πρόκειται για το 3ο Ιερό που αποκαλύφθηκε ως τώρα στη Χερσόνησο της Παλλήνης, μετά το Ιερό του Διονύσου και του Άμμωνα Δία στην Άφυτο και το ιερό της Αρτέμιδος στη Σάνη. 

Ο συγκερασμός μάλιστα των αρχαίων πηγών, του τοπωνυμίου της περιοχής του Φάρου-Ποσείδι, της τρίαινας του θεού σφραγισμένης σε κεραμίδες του 7ου αιώνα π. X., καθώς και η ανεύρεση αρχαϊκών οστράκων με αποσπασματικές λέξεις όπως [Αν]εθ[η]κε και [Ποσειδ]εώη, δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία για την ταύτιση της περιοχής με τον ιερό χώρο του θεού της θάλασσας. 

Ο ΝΑΌΣ ΤΟΥ ΠΟΣΕΙΔΩΝΑ ΣΤΗΝ ΜΕΝΔΗ

Παρά το γεγονός ότι η γεωμορφολογία της περιοχής έχει αλλάξει από τις μετατοπίσεις της άμμου, αλλά και από τις σεισμικές δονήσεις που σημειώθηκαν κατά καιρούς, φαίνεται, ακόμη και σήμερα, ότι το ιερό εκτεινόταν σε μια πολύ στενή χερσόνησο, μόλις 60 X 150 μέτρων. Τα ιερά κτίρια είχαν περίοπτη θέση, πρόβαλαν μέσα στη θάλασσα και δημιουργούσαν την εντύπωση, ότι η επιλογή αυτής της περιορισμένης έκτασης για το ιερό του Ποσειδώνα ήταν συνειδητή, διότι οι αρχαίοι πίστευαν ότι ο επίγειος χώρος του θεού της θάλασσας έπρεπε να είναι δίπλα στο υγρό του βασίλειο.
    Τα αρχαιολογικά δεδομένα ανάγουν τη δημιουργία του ιερού του Ποσειδώνα στον 19ο αιώνα π. X., γεγονός που καθιστά το ιερό του θεού της θάλασσας, αλλά και της γης, το αρχαιότερο του είδους στον ελλαδικό χώρο μέχρι σήμερα. Η χρήση του χώρου φτάνει ως και τα ρωμαϊκά χρόνια, αν και τότε έχει ήδη χάσει την ιερότητά του. Απ’ την άλλη πλευρά η παρουσία τέτοιου ιερού στο χώρο της Μένδης δικαιολογείται απόλυτα, αν σκεφτεί κανείς τον εμπορικό χαρακτήρα της Μενδαϊκής οικονομίας.

Ο ΝΑΌΣ ΤΟΥ ΠΟΣΕΙΔΩΝΑ ΣΤΗΝ ΜΕΝΔΗ

    Η εικόνα που σήμερα δίνει το ιερό δεν είναι άλλη, παρά μια συστάδα κτιρίων, που εξ αιτίας της στενότητας της χερσονήσου εφάπτονται ή πατούν το ένα στο άλλο. Η εικόνα συμπληρώνεται απ’ τους λάκκους-αποθέτες που έχουν να επιδείξουν έναν αξιόλογο αριθμό αγγείων, ειδώλια, καθώς και άλλα μικρο-αναθήματα (μαχαίρια, εργαλεία, περιδέραια, σφραγίδες) ντόπια ή όχι.
    Αδιάψευστη μαρτυρία, ότι η στενή χερσόνησος χρησιμοποιήθηκε ως ιερό του Ποσειδώνα απ’ τον 12ο-11ο αιώνα αποτελεί μεγάλο κτίριο, με προσανατολισμό Β- Ν, που εντοπίστηκε στα νότια του υστεροαρχαϊκού κτιρίου Γ (και σε επαφή με τη νότια αψίδα του) και φαίνεται ότι καταστράφηκε τον 10ο αιώνα με βίαιο τρόπο. Αυτό που κάνει το κτίριο αξιοπρόσεχτο είναι η αψιδωτή απόληξη της Β. πλευράς του.

    Παράλληλα, ένα άλλο κτίριο, που επίσης χρονολογείται τον 12ο αιώνα π. X. δίνει ένα πανάρχαιο τύπο βωμού, σχηματισμένου απ’ την τέφρα των ιερείων (σφάγια) που θυσιάζονταν στον Ποσειδώνα. Πρόκειται για μια εσχάρα, έναν πρόχειρο δηλαδή μικρό λάκκο, γεμάτο απ’ τη συσσωρευμένη στάχτη των επί χρόνια επαναλαμβανόμενων έμπυρων θυσιών. Η παρουσία της εσχάρας γίνεται αμέσως κατανοητή, αν σκεφτεί κανείς, ότι αυτός ο τύπος βωμού χρησιμοποιείται, σχεδόν αποκλειστικά, για τους χθόνιους θεούς.

    Όσον αφορά την αρχαϊκή, κλασική και ελληνιστικο-ρωμαϊκή φάση του Ιερού ιδιαίτερη σημασία έχει το κτίριο Α, μια ναόσχημη κατασκευή δωρικού ρυθμού, χωρίς εξωτερική κιονοστοιχία. Ο ναός οικοδομείται αμέσως μετά τους Περσικούς πολέμους, χρόνια οικονομικής ευμάρειας της Μένδης και κατά συνέπεια έντονης οικοδομικής δραστηριότητας στο χώρο του Ιερού. Ο ναός αυτός έχει σφηνωθεί ανάμεσα σε δύο προγενέστερα κτίσματα Β και Γ.
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός, ότι σχεδόν όλο το εσωτερικό, καθώς και οι τοίχοι του κτιρίου, ήταν καλυμμένοι από συμπαγή καθαρό κιτρινωπό πηλό. Εκτός αυτού αξιόλογοι είναι και οι αποθέτες προσφορών, καθώς και οι κωνικές κοιλότητες -υπαίθριοι μάλλον χώροι προσφορών και εμπύρων θυσιών- που αποκαλύφθηκαν στο δάπεδο του πρόναου και του κυρίως ναού.

    Έχει ήδη διαπιστωθεί η χρήση ναού έως και τον 2ο- 3ο αιώνα μ.Χ., όχι όμως ως κτίσμα λατρευτικό, αλλά ως εργαστήρι αγγειοπλαστικής. Σ’ αυτό άλλωστε συνηγορούν οι λάκκοι απορριμμάτων με λύχνους ρωμαϊκής εποχής, ένα διάχωρο από όρθιες κεραμίδες με καθαρό κίτρινο πηλό, πιθάρι για αποθήκευση νερού, απαραίτητου για τις ανάγκες ενός τέτοιου εργαστηρίου, καθώς και κεραμικός κλίβανος της αυτής με τους λύχνους εποχής.

Ο ΝΑΌΣ ΤΟΥ ΠΟΣΕΙΔΩΝΑ ΣΤΗΝ ΜΕΝΔΗ

    Το κτίριο Β, ο προορισμός του οποίου εξακολουθεί να παραμένει αινιγματικός, βρίσκεται ΝΔ του ναού. Η κεράμωση, η άφθονη κεραμική στο δάπεδό του, καθώς και βωμοί-προσκυνήματα, όλα ελληνιστικής εποχής, μαρτυρούν τη χρήση, είτε του ίδιου του κτιρίου, είτε μικρότερων κτισμάτων στο εσωτερικό του, κατά τους χρόνους μετά τον Μέγα Αλέξανδρο.
    Τον 7ο αιώνα άρχισε η κατασκευή του κτιρίου Γ, παράλληλου με το ναό, που ολοκληρώθηκε στα μέσα του 6ου αι. π. X. Πρόκειται για αξιόλογη κατασκευή που οι δυο στενές της πλευρές καταλήγουν σε αψίδες. Κατά τα ελληνιστικά χρόνια όμως καθαιρέθηκε ο εγκάρσιος αρχαϊκός τοίχος και σχηματίστηκε ένας ενιαίος χώρος με δύο αντικριστές αψίδες και αναβαθμό κατά μήκος των μακριών πλευρών του.

    Απαραίτητη, τέλος, σ’ αυτό το σημείο είναι η μνημόνευση δύο ακόμη βωμών των αρχών του 4ου αι. π. X. Ο πρώτος είναι ενεπίγραφος με αφιέρωση στον “Πόντιο Ποσειδώνα”, προστάτη των θαλασσών, απ’ τον Κάλχα, γιο του Λύιου. Δίπλα, σ’ έναν μικρό ιερό βωμό, λατρευόταν ο χθόνιος Ποσειδώνας, ο Ποσειδώνας των σεισμών, της γήινης δραστηριότητας. Το σημαντικό στο βωμό αυτό είναι ότι γι’ αυτή τη δεύτερη υπόσταση του θεού υπήρχε σειρά αγωγών, πήλινων σωληνωτών κατασκευών που εισχωρούσαν βαθιά στο έδαφος, κάτι που φαίνεται να χρησιμοποιείται για πρώτη φορά σε αρχαίο Ιερό. Έτσι, οι υγρές προσφορές (χοές) των πιστών έφθαναν στα έγκατα της γης για να κατευνάσουν την οργή που διακατείχε κατά καιρούς το Σεισίχθονα Ποσειδώνα.

    Η περιήγηση στην πόλη της Μένδης και στο Ιερό της, το Ιερό του Ποσειδώνα, τελειώνει σ’ αυτό το σημείο, θα ήταν όμως εύλογο, αυτό το μικρό πόνημα να τελειώσει με την ευχή για όσο το δυνατό γρηγορότερη ολοκλήρωση των ανασκαφών. Έτσι, θα μπορέσει η αρχαιολογική έρευνα να αναρριπίσει τον πολιτισμό της Μένδης και να ανασυγκροτήσει, όσο το δυνατό, την παλιά εικόνα της.


ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΝΟΜΙΣΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΜΕΝΔΗΣ

Διονυσιακή εικονογραφία σε σφραγίσματα αμφορέων της Μένδης

    Η Μένδη εξέδωσε αργυρά νομίσματα από το τελευταίο τέταρτο του 6ου αιώνα π.Χ. Οι εικονογραφικοί τύποι πηγάζουν αναμφιβόλως από τον κύκλο του Διονύσου, καθώς τα κρασιά της Μένδης φημίζονταν σε ολόκληρη τη Μεσόγειο. Ως εικονογραφικός τύπος κυριαρχεί ο ιθυφαλλικός όνος με ένα πτηνό, πιθανόν κόρακα, στη ράχη του. Αργότερα, επί του όνου κάθεται ο Διόνυσος κρατώντας έναν κάνθαρο, ενώ στην οπίσθια όψη απεικονίζονται κληματίδες. Αυτά τα αγροτικά όντα τα βρίσκουμε και σε μερικά αρχαϊκά νομίσματα της Βόρειας Ελλάδας, περιοχής πλούσιας σε αμπέλια, όπου ο Διόνυσος ήταν κυρίαρχη θεότητα.

 Οι περιοχές αυτές και ειδικότερα η χερσόνησος της Χαλκιδικη; και οι ακτές της Θράκης, ήταν κατάσπαρτες, ήδη από την αρχαϊκή εποχή, με ακμάζουσες απoικίες και πόλεις ελληνικές από τις οποίες μερικές, ονομαστές για την ποιότητα της οινοπαοαγωγής τους (Μένδη, Άκανθος κ.λ.π.), διέθεταν και ορυχεία αργύρου από τα πλουσιότερα του αρχαίου κόσμου. Το γεγονός αυτό έδινε ώθηση στην παραγωγή των νομισματοκοπείων τους, η τέχνη των οποίων έφτασε στο απόγειό της ήδη από τον 5ο αιώνα π.Χ.
    Εξαίρετο δείγμα αυτή; της τέχνης είναι το τετράδραχμο της Μένδης. αυτό το υπέροχο νόμισμα που κόπηκε γύρω στο 330 π.Χ. και παριστάνει το Θεό καθισμένο στη ράχη του ιερού όνου, να κρατάει το κρασοπότηρό του, τον κάνθαρο. Στην άλλη όψη απεικονίζεται ένα κλήμα, από το οποίο κρέμονται τέσσερα τσαμπιά σταφύλια.

    Στις πρώτες νομισματικές εκδόσεις αναγράφεται το όνομα της πόλεως ΜΙΝΔΑΙΟΝ στον εμπροσθότυπο κι αργότερα ΜΕΝΔΑΙΟΝ, ΜΕΝΔΑΙΗ ή ΜΕΝΔΑΙΩΝ στον οπισθότυπο. Κατά μία νεώτερη εκδοχή, η ονομασία των τετράδραχμων της Μένδης -μενδαίοι όνοι- σώθηκε ως τις μέρες μας στο προσωνύμιο για το συμπαθές γαϊδουράκι, τον "κυρ-Μέντιο". Από το 405 π.Χ. κυκλοφόρησαν παράλληλα και χάλκινα νομίσματα, όπου απεικονίζονται κεφαλή Διονύσου, αμφορέας και φύλλα κισσού.

    Η πλούσια νομισματική δραστηριότητα του νομισματοκοπείου της Μένδης δεν έχει αποτελέσει στο σύνολό της, το αντικείμενο κάποιας μεμονωμένης εργασίας. Παρόλα αυτά, έχουμε στη διάθεσή μας την εκτενή παρουσίαση, από τον S.P Noe , ενός πολύ σημαντικού θησαυρού, που βρέθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα στην περιοχή της αρχαίας πόλης, αποτελούμενος αποκλειστικά από τετράδραχμα της Μένδης. Η σημαντική αυτή μελέτη, μας έδωσε πληθώρα συνδυασμών σφραγίδων «die links», όσον αφορά τα αργυρά τετράδραχμα που κόπηκαν από το 460 π.Χ. έως το 423 π.Χ, ενώ δεν έλειψαν και παλαιότερα δείγματα.


    Η έναρξη της νομισματικής δραστηριότητας στη Μένδη τοποθετείται στο τελευταίο 4ο του 6ου π.Χ. αιώνα . Ο σταθμητικός κανόνας που υιοθετείται είναι ο Αττικό-Ευβοϊκός. Κόβονται τετράδραχμα, τετρώβολα, διώβολα, οβολοί, τριτεταρτημόρια, τριημιτεταρτημόρια. Τα τετράδραχμα της περιόδου αυτής απαντώνται συχνά σε θησαυρούς εκτός των Ελληνικών συνόρων, ενώ οι μικρότερες υποδιαιρέσεις είχαν μάλλον τοπικό χαρακτήρα. 

Χαρακτηριστικό του νομισματοκοπείου της Μένδης όπως και αρκετών άλλων νομισματοκοπείων της Μακεδονίας γενικότερα , αποτελεί το φαινόμενο του «κατακερματισμού» της παράστασης τόσο του εμπροσθοτύπου όσο και του οπισθοτύπου. Πιο συγκεκριμένα, για τις μικρότερες υποδιαιρέσεις υιοθετούνται τμήματα ή τμήμα της κύριας παράστασης που κοσμεί τον εμπροσθότυπο της μεγαλύτερης αξίας, και εν προκειμένω του τετράδραχμου. Η αρχή αυτή, ακολουθεί το 
νομισματοκοπείο της Μένδης καθ' όλη τη διάρκεια του 5ου π.Χ αιώνα.





Διονυσιακή εικονογραφία σε σφραγίσματα αμφορέων της Μένδης

    Είναι ιδιαιτέρως ενδιαφέρον το γεγονός ότι σε ορισμένους αμφορείς του 5ουπ.Χ. αιώνα, συναντάμε στις λαβές τους, ενσφράγιστες παραστάσεις οι οποίες ομοιάζουν σε μεγάλο βαθμό με το νομισματικό τύπο του ανακεκλιμένου Διονύσου πάνω σε όνο . Τα σφραγίσματα αυτά, και κατ' επέκταση οι αμφορείς, αποδόθηκαν πέραν πάσης αμφιβολίας στη Μένδη. Βάσει των προαναφερόμενων περιόδων λειτουργίας του νομισματοκοπείου της πόλης, τα σφραγίσματα αυτά μπορούν να χρονολογηθούν ανάμεσα στο 460 και το 404 π.Χ.
    Η παρουσία ενός νομισματικού τύπου μίας πόλης ως σφράγισμα δεν αποτελούσε σπάνιο φαινόμενο ιδίως από τον 4ο π.Χ αιώνα και εξής. Στη Χαλκιδική, χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι ενσφράγιστοι αμφορείς της Ακάνθου, όπου ως σφράγισμα χρησιμοποιείται η παράσταση ενός τετράκτινου τροχού , ο οποίος κοσμεί τον οπισθότυπο της μεγαλύτερης χάλκινης υποδιαίρεσης της πόλης . Ένα δεύτερο ανάλογο παράδειγμα αποτελεί η Ρόδος, η οποία κατά την ελληνιστική εποχή χρησιμοποίησε τον εμπροσθότυπο των νομισμάτων της ως σφραγίσματα για τους αμφορείς που περιείχαν τον παραγόμενο από το νησί οίνο.

    Στις παραπάνω περιπτώσεις, η σφραγίδα στις λαβές των αμφορέων αποτελούσε ένα είδος «λαλούντος συμβόλου», πιστοποιώντας την προέλευση του οίνου, μέσω της αναγνωρισιμότητας του νομισματικού τύπου που απεικονιζόταν.

    Πέραν της παράστασης του ανακεκλιμένου Διονύσου υπάρχει μία πληθώρα σφραγισμάτων της Μένδης, τα οποία είτε θυμίζουν νομίσματα της πόλης, είτε είναι άμεσα σχετιζόμενα με το διονυσιακό κύκλο. Πιο συγκεκριμένα, σε ορισμένες λαβές αμφορέων απεικονίζεται κεφαλή νεαρού κισσοστεφανωμένου Διονύσου, ενώ σε άλλες, παραστάσεις όπως κάνθαρος , φύλλο κισσού καθώς και δύο αμφορείς. Όλα τα μοτίβα αυτά τα συναντήσαμε είτε ως κύριες παραστάσεις, είτε ως τμήμα αυτών στα νομίσματα της Μένδης, ενώ η κεφαλή του νεαρού Διονύσου μπορεί με ευκολία να παραλληλιστεί με τους εμπροσθότυπους των νομισμάτων της πόλης που κόπηκαν κατά το πρώτο μισό του 4ου αιώνα, δίνοντας ένα ευδιάκριτο χρονολογικό πλαίσιο για το ίδιο το σφράγισμα. Πέραν τούτων υπάρχουν μερικά σφραγίσματα που δεν απαντώνται στη νομισματοκοπία της πόλης, όπως ένας Σάτυρος κατενώπιον ή μία οινοχόη , τα οποία όμως είναι σε άμεσο θεματολογικό συσχετισμό με αυτά.

    Αυτός ο παραλληλισμός ανάμεσα στα νομίσματα της Μένδης και στα σφραγίσματα των κλασσικών της αμφορέων, δίνει εκτός από σημαντικά εικονογραφικά παράλληλα στους νομισματικούς τύπους, πλούσια στοιχεία για την παραγωγή και την εμπορία του «Μενδαίου οίνου». Πιο συγκεκριμένα, η παρουσία των ίδιων συμβόλων και μοτίβων, τόσο στα νομίσματα όσο και στις λαβές των αμφορέων, επιβεβαιώνουν τον κρατικό έλεγχο της παραγωγής οίνου, καθώς τμήμα της παραγωγής, σφραγιζόταν με τη σφραγίδα της πόλεως, όπως αυτή κατά καιρούς απεικονιζόταν στα νομίσματά της.

    Η απουσία αρχαιολογικών ευρημάτων καθώς και γραπτών πηγών οι οποίες αναφέρονται στη λατρεία του Διονύσου στη Μένδη, κάθε άλλο παρά μπορούν να μας οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι η συγκεκριμένη λατρεία απουσίαζε από την πόλη αυτή της Παλλήνης. Αντιθέτως, η ολοκληρωτική επικράτηση του διονυσιακού στοιχείου στις παραστάσεις του συνόλου των νομισματικών υποδιαιρέσεων, καθ' όλη τη διάρκεια λειτουργίας του νομισματοκοπείου, σε συνδυασμό με την τεκμηριωμένη από τις πηγές και από τα ανασκαφικά δεδομένα παραγωγή υψηλής ποιότητας οίνου από την πόλη, δεν αφήνουν κανένα περιθώριο αμφιβολίας ως προς το ποιά ήταν η πολιούχος θεότητα της Μένδης.
    Ο Διόνυσος, λόγω της αντιφατικής φύσης που του απέδωσαν οι αρχαίοι Έλληνες, σπάνια αποτελούσε την πολιούχο θεότητα κάποιας πόλης κράτους. Η μόνη θεότητα, εκτός του Διονύσου για τη λατρεία της οποίας στη Μένδη έχουμε στοιχεία, είναι αυτή του Ποσειδώνα, το ιερό του οποίου, όπως είδαμε παραπάνω, έχει ήδη εντοπιστεί στην περιοχή. Η θεότητα της θάλασσας διασφάλιζε στους Μενδαίους τη ζωτικής σημασίας για αυτούς, μετακίνηση του οίνου της πόλης ανά τη Μεσόγειο και συνεπώς ο Ποσειδώνας αποτελούσε θεότητα άμεσα συνδεδεμένη με την ευημερία της πόλης.
    Παρόλ' αυτά, στα νομίσματα της Μένδης δεν εμφανίζεται ποτέ ούτε ο ίδιος ο θεός των υδάτων, αλλά ούτε κάποιο σύμβολό του, γεγονός που μας πληροφορεί, ότι για τους κατοίκους της Μένδης ο Διόνυσος διαδραμάτιζε ένα σημαντικότατο ρόλο, τόσο στον ιδιωτικό, όσο και στο δημόσιό τους βίο.



ΑΡΧΑΙΑ ΜΕΝΔΗ - ΑΚΡΟΠΟΛΗ (ΒΙΓΛΑ
Αρχαία Μένδη - εργαστήριο παραγωγής αμφορέων Παρμενίσκου

    Την ύπαρξη σημαντικών κεραμικών εργαστηρίων στην αρχαία Μένδη, τα οποία παρήγαγαν τη διεθνούς φήμης ομάδα αμφορέων Παρμενίσκου, αποκάλυψε η ΙΣΤ’ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων σε σωστική ανασκαφή που πραγματοποίησε στην περιοχή. Τα παραπάνω παρουσίασε η αρχαιολόγος, Ηλέκτρα Αναγνωστοπούλου- Χατζηπολυχρόνη σε εισήγησή της στην ημερίδα «Κεραμικά εργαστήρια στο Βορειοανατολικό Αιγαίο», που πραγματοποιήθηκε στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης.


Τα υπολείμματα των εργαστηρίων, που εντοπίστηκαν σε απόσταση 250-300 μέτρων, στα βορειοανατολικά του οικισμού της αρχαίας Μένδης (στη χερσόνησο Κασσάνδρας Χαλκιδικής), χρονολογούνται στα υστεροαρχαϊκά, υστεροκλασικά και ελληνιστικά χρόνια. «Εκτός από την εργαστηριακή συνέχεια στην περιοχή, διαπιστώσαμε ότι στην αρχαία Μένδη παράγονταν οι αμφορείς αυτοί, που κατά καιρούς αποτέλεσαν θέμα συζήτησης πολλών επιστημόνων για το πού κατασκευάζονταν. Μέχρι να εντοπιστούν τα εργαστήρια αυτά είχαμε περισσότερα στοιχεία για τους αμφορείς της Μένδης από τη Μεσόγειο και τη Μαύρη Θάλασσα, όπου εξάγονταν, παρά από εδώ», εξήγησε η κ. Αναγνωστοπούλου- Χατζηπολυχρόνη.

ΑΚΡΟΠΟΛΗ (ΒΙΓΛΑ) &ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΑΝΑΣΚΑΦΗΣ


    Οι αμφορείς της ομάδας Παρμενίσκου χρονολογούνται στα ελληνιστικά χρόνια, είναι λεπτοί με χείλος τριγωνικό και έχουν χαρακτηριστικά ορθογώνια σφραγίσματα στις λαβές τους που φέρουν ονόματα. «Για πρώτη φορά βρήκαμε και υποστατά, δηλαδή στηρίγματα, που είναι ενσφράγιστα με τον ίδιο τρόπο, όπως τα αγγεία», πρόσθεσε η ομιλήτρια. Εξάλλου, εργαστήριο παραγωγής κεραμικών εντοπίστηκε και στην περιοχή της Φούρκας σε απόσταση τριών χιλιομέτρων βορειοδυτικά του αρχαίου οικισμού της Μένδης.

ΑΜΦΟΡΕΙΣ ΜΕΝΔΗΣ (ΝΑΥΑΓΙΟ ΝΗΣΟΥ ΦΑΓΚΡΟΥ

 Τα ευρήματα (κυρίως αμφορείς και γραπτή Χαλκιδικιώτη κεραμική) του εργαστηρίου χρονολογούνται από το 2ο τέταρτο του 5ου αιώνα ως τις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ.


ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝ








ΠΗΓΕΣ - ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Μίνα Καϊάφα - Αρχαιολόγος

Kασσάνδρα - Περιοδική Έκδοση Πολιτιστικού Συλλόγου Κασσανδρινών Θεσσαλονίκης

ΕΡΕΥΝΑ, ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ & ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ

Βαγγέλης Κατσαρίνης - Ηλεκτρονικός - Κατασκευαστής Ιστοσελίδων Διαδικτύου

www.kassandra-halkidiki.gr