Η Επανάσταση του Αριστόνικου



1.     ΜΕΡΟΣ: Η Επανάσταση του Αριστόνικου  (133-129 π. Χ.)
2.     ΜΕΡΟΣ : Η επανάσταση της Πολιτείας του Ήλιου και ο ρόλος της Ουτοπίας μέσα στην ιστορία

  1  

Η Επανάσταση  του Αριστόνικου 

Κιστοφορικό τετράδραχμο του Αριστόνικου. Στην πίσω όψη (δεξιά) διακρίνουμε (κοκ.) την επιγραφή ΒΑ ΕΥ (Βασιλέως Ευμένους) και το γράμμα Γ, που υποδηλώνει το τρίτο έτος της βασιλείας του. Το ελληνιστικό βασίλειο του Περγάμου διαφοροποιήθηκε νομισματικά από την υπόλοιπη μικρασιατική επικράτεια με την καθιέρωση των λεγόμενων κιστοφορικών αργυρών νομισμάτων από το βασιλιά Ευμένη Β΄ (197-159 π.Χ.).ΔΕΙΤΕ ΠΑΡΑΚΑΤΩ


1. Εισαγωγή

Η αποτίμηση των γεγονότων που σχετίζονται με την εξέγερση του Αριστονίκου και την κατάπνιξή της από τους Ρωμαίους είναι εξαιρετικά δύσκολη, εξαιτίας του αποσπασματικού και συχνά αντικρουόμενου χαρακτήρα των ιστορικών πηγών, οι οποίες επιπλέον είναι ανοικτά φιλορωμαϊκές. Πολύ πιο διαφωτιστικές είναι οι επιγραφικές πηγές, οι οποίες μαρτυρούν το εύρος των επιχειρήσεων, που αφορούσαν το σύνολο σχεδόν της Μικράς Ασίας.1

2. Ο θάνατος του Αττάλου Γ΄ και το ξέσπασμα της εξέγερσης

Στα τέλη της άνοιξης ή στις αρχές του καλοκαιριού του 133 π.Χ., ο Άτταλος Γ΄, βασιλιάς της Περγάμου (139-133 π.Χ.), γιος του Ευμένη Β΄(197-145 π.Χ.) και διάδοχος του θείου του Αττάλου Β΄ (145-139 π.Χ.), πέθανε αναπάντεχα, σε ηλικία 33 μόλις ετών, άτεκνος.2 Με τη διαθήκη του κληροδοτούσε το βασίλειό του στη Ρώμη,3 με εξαίρεση την Πέργαμο και προφανώς τις περισσότερες πόλεις της Μικράς Ασίας, στις οποίες απέδωσε την ελευθερία τους.4 Αμέσως μετά το θάνατο του Αττάλου Γ΄, ο Αριστόνικος, νόθος πιθανόν γιος του βασιλιά Ευμένη Β΄ και μιας παλλακίδας από την Έφεσο, ανακηρύχθηκε βασιλιάς της Περγάμου, υιοθετώντας το δυναστικό όνομα Ευμένης.5 Παραμένει άγνωστο αν ο Αριστόνικος ήταν όντως μέλος, έστω και νόθο, της βασιλικής οικογένειας, ή σφετεριστής του θρόνου, καθώς υπάρχουν ιστορικές πηγές που αναφέρουν και τις δύο πιθανότητες.6

3. Στρατιωτικές και διπλωματικές επιτυχίες και αποτυχίες του Αριστονίκου κατά το πρώτο έτος της εξέγερσης (133-132 π.Χ.)

Ο Αριστόνικος δε ζούσε στην Πέργαμο. Με βάση τα όσα είναι γνωστά για τον Άτταλο Γ΄ και τις δολοφονίες συγγενών του και άλλων επιφανών Περγαμηνών ευγενών, θεωρούμε ότι ήταν εξόριστος σε κάποια ασφαλή τοποθεσία.7 Λόγω του γεγονότος ότι οι κυριότεροι σύμμαχοί του ήταν οι Θράκες, έχει υποστηριχθεί βάσιμα ότι από εκεί ξεκίνησε την πορεία του προς τη βασιλεία.8 Η ανακήρυξή του σε βασιλιά έλαβε χώρα στη μικρή πόλη Λευκαί, στα περίχωρα της Σμύρνης.
Ακολούθησαν και άλλες επιτυχίες, όπως η κατάληψη της Μύνδου, της Κολοφώνος και της Σάμου, ενώ είναι πιθανόν να έλεγχε και την Κύμη. Ο Αριστόνικος μάλλον επιχείρησε να καταλάβει την Πέργαμο, αλλά προφανώς απέτυχε.9 Οι Αρχές της πόλης είχαν λάβει δραματικά μέτρα για να αποκλείσουν την κατάληψή της, όπως απόδοση του τίτλου του πολίτη σε μισθοφόρους και παροίκους, απόδοση του τίτλου του παροίκου σε απελευθέρους και δούλους και δήμευση της περιουσίας όσων είχαν φύγει για να ταχθούν στο πλευρό του Αριστονίκου.10

Ένα από τα πρώτα επεισόδια της εξέγερσης ήταν η ναυμαχία που έδωσε ο στόλος του Αριστονίκου με αυτόν της Εφέσου στα ανοικτά της Κύμης.11 Ο σφετεριστής ηττήθηκε και αναγκάστηκε να στραφεί προς την ενδοχώρα, εκκενώνοντας προφανώς τις πρόσφατα αποκτηθείσες πόλεις.12 Τα γεγονότα αυτά πρέπει να τοποθετηθούν κατά το πρώτο από τα πέντε έτη της εξέγερσης, μεταξύ του καλοκαιριού του 133 π.Χ. και του φθινόπωρου του ίδιου έτους.Ο Αριστόνικος επέστρεψε στα παράλια έχοντας συγκεντρώσει μια στρατιά δούλων και απόρων, τους οποίους ονόμασε Ηλιοπολίτες, και επιδόθηκε στην πολιορκία των ελληνικών πόλεων των ακτών της Μικράς Ασίας, με αρκετή επιτυχία, για τα επόμενα δύο χρόνια.

Στον αρχαιολογικό χώρο των Θυατείρων 

Κατέλαβε τα Θυάτειρα, την Απολλωνίδα, τη Στρατονίκεια της Καρίας ή του Καΐκου. Στο πλευρό του βρέθηκαν, εκτός των Λευκών και πιθανόν της Κύμης, η Φώκαια. Με βάση το επιγραφικό υλικό, φαίνεται πως πολιορκήθηκαν από τον Αριστόνικο και τους Θράκες συμμάχους του αρκετές πόλεις, μεταξύ των οποίων και η Σηστός στη Θρακική χερσόνησο, η Κύζικος στην Προποντίδα, η Σμύρνη στην Ιωνία, η Ελαία (λιμάνι και επίνειο της Περγάμου), έδρα του βασιλικού στόλου των Ατταλιδών, καθώς και τα Βαργύλια στην Καρία. Με πιθανή εξαίρεση την Ελαία, οι πολιορκίες δεν οδήγησαν στο επιθυμητό για τον Αριστόνικο αποτέλεσμα.13


Στις αρχές του 132 π.Χ., η εξέγερση κορυφώθηκε. Δεν είναι υπερβολική η αποτίμηση της κατάστασης από το Στράβωνα ότι στον πόλεμο ενεπλάκη το σύνολο σχεδόν της μετέπειτα επαρχίας της Ασίας.
Προφανώς πρέπει να συνδυαστεί με τη ρητορική φράση που χρησιμοποίησε ο Σύλλας, το 85 π.Χ., στη σύνοδο της Εφέσου, όταν κατηγόρησε τους Έλληνες ότι συντάχθηκαν αρχικά με τον Αριστόνικο, αλλά τον εγκατέλειψαν και συνήψαν συμμαχία με τη Ρώμη, όταν είχε πια ηττηθεί.14.
 Ο βασιλιάς είχε στη διάθεσή του πολυάριθμους υποστηρικτές, ισχυρά φρούρια, ενώ διέθετε εκ νέου στόλο (με τον οποίο κατέλαβε τη Σάμο), μετά την ήττα στην Κύμη.15
Είχε ήδη καταλάβει έδαφος που υπερέβαινε τα όρια του βασιλείου που διεκδικούσε, καθώς έλεγχε σημαντικά τμήματα της Ιωνίας. Η στρατηγική του συνίστατο στον έλεγχο ακόμα και των περιοχών που ανήκαν στο βασίλειο πριν από την ειρήνη της Απάμειας (188 π.Χ.), όπως η Σμύρνη, η Κολοφών και πιθανόν η Κύμη.16


Απειλούσε ακόμη και τις πόλεις των παραλίων της Θράκης και τα νησιά του Αιγαίου.
Σύμφωνα πάντως με το Στράβωνα, αλλά και με βάση τη μαρτυρία αρκετών επιγραφών, μια πληθώρα πόλεων αντέδρασε στην προέλαση του βασιλιά. Στις πόλεις αυτές συγκαταλέγονται σίγουρα η Έφεσος, η Πέργαμος και η Αλικαρνασσός, οι οποίες είχαν ενδιαφέρον να διατηρήσουν την αυτονομία τους.17 Οι Έλληνες της Ασίας συνέπηξαν μέτωπο με τους βασιλείς της Βιθυνίας, Νικομήδη Β΄ Επιφανή, και της Καππαδοκίας, Αριαράθη Ε΄, και επιχείρησαν να αντισταθούν.

4. Η αντίδραση της Ρώμης και η αιχμαλωσία του Αριστονίκου (131-129 π.Χ.)

Η είδηση του θανάτου του Αττάλου Γ΄ και της διαθήκης του έφτασε στη Ρώμη στις αρχές του καλοκαιριού του 133 π.Χ., εν μέσω της πολιτικής κρίσης που μάστιζε την πόλη εξαιτίας της διαμάχης της συγκλήτου με τον εισηγητή της αγροτικής μεταρρύθμισης, το δήμαρχο Τιβέριο Γράκχο, η οποία κατέληξε λίγο αργότερα στη δολοφονία του. Ένας Περγαμηνός πολίτης, ο Εύδημος, έφερε τη διαθήκη στη Ρώμη, προκειμένου να κυρωθεί και να επιβεβαιωθεί η ελευθερία της Περγάμου, κουβαλώντας μαζί του και μικρά δείγματα των θησαυρών του αποθανόντος βασιλιά. Ο Τιβέριος Γράκχος διέβλεψε αμέσως το ενδιαφέρον που περιέκλειε η ενδεχόμενη αποδοχή της διαθήκης για τη χρηματοδότηση της αγροτικής του μεταρρύθμισης.18 Επέβαλε λοιπόν την αποδοχή της διαθήκης από τον ίδιο το λαό της Ρώμης, παρακάμπτοντας τη σύγκλητο.

Η έκρυθμη κατάσταση που ακολούθησε και οδήγησε στη δολοφονία του δημάρχου εμπόδισε τους Ρωμαίους να ασχοληθούν άμεσα σοβαρά με το ζήτημα.
Τελικά η σύγκλητος, αναμφίβολα υπό την πίεση και αρκετών ελληνικών πόλεων που απέστειλαν πρεσβείες, κάνοντας έκκληση για βοήθεια, αποδέχτηκε τη διαθήκη, το 132 π.Χ.,19 και αμέσως απέστειλε μια πρεσβεία πέντε συγκλητικών (legati), οι οποίοι φαίνεται πως είχαν και στρατιωτικά καθήκοντα, καθώς συμμετείχαν σε επιχειρήσεις, από κοινού με τους Έλληνες.20 Επικεφαλής της πρεσβείας ήταν ο ίδιος ο δολοφόνος του Τιβερίου Γράκχου, ο Poplius Scipio Nasica, ο οποίος πέθανε λίγο αργότερα και τάφηκε στην Πέργαμο.21 Προηγουμένως, ο σύμβουλος του Τιβερίου Γράκχου, ο στωικός φιλόσοφος Βλόσσιος της Κύμης, είχε προλάβει να εγκαταλείψει την επικίνδυνη γι’αυτόν Ρώμη και να καταφύγει στον Αριστόνικο.22


Το καλοκαίρι του 132 π.Χ. οι τέσσερις εναπομείναντες πρέσβεις επέστρεψαν στη Ρώμη. Η αντίδραση της συγκλήτου υπήρξε αίφνης πολύ πιο δυναμική: o ύπατος του 132 π.Χ., ο Poplius Popilius Laena, επέβαλε το ψήφισμα που καθόριζε τη δράση των στρατηγών στην Ασία. Η τελευταία ορίστηκε περιοχή δικαιοδοσίας των πολεμικών επιχειρήσεων των δύο υπάτων, του Poplius Licinius Crassus Mucianus και του Lucius Valerius Flaccus, οι οποίοι τη διεκδίκησαν καθένας για τον εαυτό του.23 Τελικά στάλθηκε ο Licinius Crassus, επικεφαλής μεγάλου και έμπειρου εκστρατευτικού σώματος, το οποίο αποβιβάστηκε χωρίς αντίσταση στην Ασία.24

Παρά τις αρχικές επιτυχίες, οι οποίες ανάγκασαν τον Αριστόνικο να εκκενώσει τα Θυάτειρα και να οχυρωθεί στην Απολλωνίδα, ο Ρωμαίος ύπατος, ο οποίος ενδιαφέρθηκε κατά κύριο λόγο για την αρπαγή και τη μεταφορά του βασιλικού θησαυρού των Ατταλιδών, έπεσε σε ενέδρα και δολοφονήθηκε από τους Θράκες συμμάχους του Αριστονίκου.
Το επεισόδιο τοποθετείται μεταξύ Ελαίας και Μύρρινας, στην Αιολίδα, πιθανόν κατά τη διάρκεια οπισθοχώρησης προς την Πέργαμο. Εκεί βρήκε το θάνατο και ο βασιλιάς της Καππαδοκίας, ο Αριαράθης Ε΄.25 Ο M. Perperna, ύπατος του 130 π.Χ., επέσπευσε την έλευσή του στην επαρχία και ολοκλήρωσε με θεαματικό τρόπο τις επιχειρήσεις: ο Αριστόνικος περιορίστηκε στη Στρατονίκεια της Καρίας ή του Καΐκου,26 πολιορκήθηκε και συνελήφθη, αφού προηγουμένως είχαν εξαντληθεί όλες οι προμήθειες των υπερασπιστών της πόλης. Ο νικητής δεν έμελλε να χαρεί το θρίαμβό του, καθώς λίγο αργότερα αρρώστησε και πέθανε στην Ασία.



Ρώμη -Αριστερά: 220-200 π.Χ. Δεξιά : 200-100 π.Χ.


5. Το τέλος της εξέργεσης (129-127 π.Χ.)

Το 129 π.Χ., η σύγκλητος απέστειλε τον ύπατο Μάνλιο Ακύλλιο επικεφαλής επιτροπής δέκα πρέσβεων, με τη δικαιοδοσία να οργανώσει την επαρχία της Ασίας. Οι επιχειρήσεις πάντως συνεχίστηκαν στην ενδοχώρα, όπου οι υποστηρικτές του Αριστονίκου πολέμησαν μέχρι τέλους.
Ο πρεσβευτής Quintus Caepio εκστράτευσε στη Λυδία και τη δυτική Καρία, ο ίδιος ο Μάνλιος στράφηκε στη Μυσία Αβαείτιδα, ενώ μάχες έγιναν και στην ανατολική Καρία. Τελικά, συνδυάζοντας επιχειρήσεις οδοποιίας και μάχες, ο Μάνλιος κατόρθωσε να συντρίψει και τους τελευταίους θύλακες αντίστασης (ακόμα και δηλητηριάζοντας το νερό στα πηγάδια), και το 126 π.Χ. επέστρεψε στη Ρώμη, τελώντας θρίαμβο.27



Για το τέλος του Αριστονίκου οι πηγές παρουσιάζουν τρεις εκδοχές, οι οποίες δεν είναι κατ’ανάγκη αντικρουόμενες μεταξύ τους. Ο Στράβων αναφέρει ότι πέθανε στη φυλακή, ο Ορόσιος ότι στραγγαλίστηκε στη φυλακή στη Ρώμη και ο Velleius Paterculus ότι εκτελέστηκε στο Tullianum, αφού σύρθηκε από το άρμα του Μανλίου Ακυλλίου, συμμετέχοντας στο θρίαμβο του Ρωμαίου υπάτου.28

6. Νομίσματα στο όνομα του Αριστονίκου

Οι νομισματικές πηγές και η ερμηνεία τους από τη σύγχρονη έρευνα προσφέρουν μια αρκετά καθαρή εικόνα της δραστηριότητας του Αριστονίκου κατά τη σύντομη διάρκεια της εξουσίας του.29 Φαίνεται πως η αυλή του σφετεριστή μετακινούνταν διαρκώς, ανάλογα με την πορεία του πολέμου. Τα πρώτα νομίσματα χρονολογούνται στο δεύτερο έτος της βασιλείας του και προέρχονται από το νομισματοκοπείο των Θυατείρων (132 π.Χ.), τα δύο επόμενα χρόνια οι κοπές προέρχονται από την Απολλωνίδα, ενώ την πέμπτη και τελευταία χρονιά προέρχονται από τη Στρατονίκεια της Καρίας ή του Καΐκου.30 Για το πρώτο έτος της βασιλείας έχει διατυπωθεί η άποψη ότι δεν κόπηκαν νομίσματα.31Τα Θυάτειρα (κατ. Θυατειρηνός) ήταν αρχαία πόλη της Λυδίας, στην δυτική πλευρά της Μικράς Ασίας, σε απόσταση περίπου 50 χιλιόμετρα από το Αιγαίο.  Κατά την κλασική περίοδο αποτελούσε το όριο μεταξύ Λυδίας και Μυσίας. Η πόλη ονομαζόταν Πελοπία αλλά μετονομάστηκε σε Θυάτειρα από τον Σέλευκο Α΄τον Νικάτορα το 290 π.Χ. επειδή κατά την διάρκεια νικηφόρας μάχης του στην περιοχή εναντίον του Λυσίμαχου γεννήθηκε η κόρη του. Προς τιμήν της κόρης του που γεννήθηκε ταυτόχρονα με την νικηφόρα μάχη ονομάστηκε η πόλη Θυάτειρα, λέξη που σήμαινε θυγατέρα[1]. Πληθώρα Μακεδόνων στρατιωτικών αποίκων εγκαταστάθηκαν για να φυλάσσουν τα Θυάτειρα. Αργότερα κατά το 190/89 π.Χ. απετέλεσε την βάση των πολεμικών επιχειρήσεων του Αντιόχου Γ΄ εναντίον των Ρωμαίων. Η πόλη γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη τα επόμενα χρόνια χάρη στην βαθιά μπλε βαφή που παρήγαγε από την φυτική ουσία λουλάκι.




7. Ο χαρακτήρας της εξέγερσης: εθνικός πόλεμος ή κοινωνική εξέγερση;

 Ο κοινωνικός χαρακτήρας της εξέγερσης αποτέλεσε αντικείμενο διαμάχης και ζωηρών συζητήσεων μεταξύ των ιστορικών. Οι παλιότερες έρευνες δέχονταν χωρίς τον παραμικρό δισταγμό το βαθύτατα ριζοσπαστικό κοινωνικό χαρακτήρα της εξέγερσης του Αριστονίκου.32 Ήδη ο Διόδωρος ο Σικελιώτης αναφέρεται στα γεγονότα αυτά αμέσως μετά τη διήγηση τη σχετική με τη μεγάλη επανάσταση των δούλων στη Σικελία (139-132 μ.Χ.).33 Η στράτευση των δούλων και των απόρων στο πλευρό του Αριστονίκου, η υπόσχεση της ίδρυσης της Ηλιόπολης και η παρουσία του στωικού φιλοσόφου Βλοσσίου της Κύμης στο πλευρό του θεωρήθηκαν στοιχεία ενός συγκεκριμένου κοινωνικού προγράμματος που στόχευε ανοικτά στην ανατροπή της καθεστηκυίας κοινωνικής τάξης.34 Η ιστορική συγκυρία της περιόδου35 και οι εκρηκτικές κοινωνικές συνθήκες της οικονομικής κρίσης και της ευρύτατης επιβολής της δουλείας στην ενδοχώρα της Μικράς Ασίας αποτέλεσαν τη μαγιά για τη θεαματική εξάπλωση της εξέγερσης.36 Είναι εξαιρετικά πιθανό η αντίσταση στους Ρωμαίους, τους κατεξοχήν εκφραστές της γενίκευσης της χρήσης της εργασίας των δούλων στην παραγωγή, να ενδύθηκε με το μανδύα ενός ριζοσπαστικού μηνύματος χειραφέτησης των δούλων.37

Η ευρύτατα διαδεδομένη αυτή θεώρηση των γεγονότων αμφισβητήθηκε σχετικά πρόσφατα από μια σειρά μελέτες που προβάλλουν κυρίως τον «εθνικιστικό» και δυναστικό χαρακτήρα των πράξεων του Αριστονίκου, θεωρώντας ότι το όποιο κοινωνικό ριζοσπαστικό μήνυμα αποτέλεσε στην καλύτερη περίπτωση δευτερεύον σημείο της εξέγερσης και στη χειρότερη διακήρυξη απελπισίας του Αριστονίκου, όταν είχε ήδη χάσει τις περισσότερες ελπίδες του να ανέβει στο θρόνο.38 Τονίζεται ιδιαίτερα ο παραδοσιακός χαρακτήρας των Μακεδόνων βετεράνων των Ατταλιδών, οι πρόγονοι των οποίων είχαν κατά κύριο λόγο εγκατασταθεί στην Ασία μετά την κατάλυση του βασιλείου το 166 π.Χ., οι οποίοι στήριξαν τον Αριστόνικο και την επιβίωση του βασιλείου.39 Πιστεύεται επίσης από ορισμένους μελετητές ότι ένα τμήμα της αριστοκρατίας των Ατταλιδών, και πιθανότατα και κάποια σημαντική μερίδα του πληθυσμού της πρωτεύουσας, ακολούθησαν τη δυναστική νομιμότητα, κάτι που φανερώνει ότι οι υποστηρικτές του Αριστονίκου προέρχονταν από πολλά κοινωνικά στρώματα.40
Όσοι θεωρούν το ριζοσπαστικό μήνυμα του Αριστονίκου πράξη απελπισίας τις παραμονές της συντριβής του αναγκάζονται να αντιστρέψουν τη σειρά με την
οποία διηγείται ο Στράβων την εξέλιξη του πολέμου, χρονολογώντας τη ναυμαχία της Κύμης το 132 ή 131 π.Χ., και ανάγοντάς τη σε αποφασιστική καμπή στην εξέλιξη του πολέμου.
 Κάτι τέτοιο όμως δε διαφαίνεται ούτε από το κείμενο του Στράβωνα ούτε από καμία άλλη πηγή.41
Ο Αριστόνικος τέθηκε εξαρχής επικεφαλής μιας ευρύτατης εξέγερσης, η οποία συνέπεσε με μια γενικότερη κοινωνική αναταραχή στη Μικρά Ασία, και κατόρθωσε να εκφράσει μια σειρά κοινωνικά αιτήματα που προέρχονταν από διαφορετικές κοινωνικές ομάδες: τους δούλους, τους απόρους, τους Μακεδόνες και άλλους βετεράνους των Ατταλιδών, που διατηρούσαν ακέραιη τη δυναστική ιδεολογία, μερίδες της αριστοκρατίας της Περγάμου, αντιρωμαϊκά στοιχεία, όπως οι πολίτες της Φώκαιας,42 και φυσικά μεγάλο τμήμα των αυτόχθονων πληθυσμών που είχαν τη διορατικότητα να αντιληφθούν ότι η έλευση της Ρώμης θα έφερνε θεαματική επιβάρυνση της κατάστασής τους. Η διορατικότητα αυτή έλειπε από τις ηγεσίες των ελληνικών πόλεων, οι οποίες αντιτάχθηκαν στον Αριστόνικο, γοητευμένες από το ασαφές και αβέβαιο σύνθημα της προάσπισης της ανεξαρτησίας και της ελευθερίας τους από τη Ρώμη.43
   




ΑΝΑΦΟΡΕΣ ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ 

1. Η βασική πηγή για την εξέγερση είναι ένα εδάφιο του Στράβωνα (14.1.38: βλ. Παράθεμα Β΄), το οποίο προφανώς αντλεί την πληροφόρησή του από τον Ποσειδώνιο. Οι υπόλοιπες, εξαιρετικά λακωνικές, φιλιλογικές μαρτυρίες συγκεντρώθηκαν από τον Cardinali, G., “La morte di Attalo III e la rivolta di Aristonico”,
Saggi di Storia antica edi Archeologia offerti a G. Beloch (Roma 1910), σελ. 275-276. Οι επιγραφές που σχετίζονται με την εξέγερση είναι δεκαοκτώ και προέρχονται από την Πέργαμο (3), τη Μητρόπολη της Ιωνίας, την Ελαία, τη Σηστό, την Κύζικο, την Κλάρο, την Πριήνη, τη Γόρδο, τα Βαργύλια (2), τα Βάργασα, την Αλικαρνασσό (2), τη Μύθημνα στη Μυτιλήνη, τη Δήλο, την Κασσώπη στην Ήπειρο. Βλ. Brun, P., “Les cités grecques et la guerre: l’exemple de la guerre d’Aristonicos”, στο Couvenches, J.-C. – Fernoux, H.-L. (επιμ.), Les cités grecques et la guerre en Asie Mineure à l’époque hellénistique, Actes de la journée d’études de Lyon, 10 octobre 2003 (Tours 2004), σελ. 44-52· Jones, C., “Events surrounding the bequest of Pergamon to Rome and the Revolt of Aristonicos: new inscriptions from Metropolis”, JRA 17 (2004), σελ. 470-474 (επιγραφή της Μητρόπολης). Το περίφημο ψήφισμα της Περγάμου προς τιμήν του Διοδώρου Πασπάρου (IGRR IV, αρ. 292) έχει πλέον επαναχρονολογηθεί στην περίοδο μετά τον Α΄ Μιθριδατικό πόλεμο (83 π.Χ.) και είναι άσχετο με την εξέγερση του Αριστονίκου: βλ. Jones, C.P., “Diodoros Pasparos and the Nikephoria of Pergamon”, Chiron 4 (1974,) σελ. 183-205 και “Diodoros Pasparos
Revisited”, Chiron 30 (2000), σελ. 1-14. Την παλαιότερη χρονολόγηση (129 π.Χ.) υπερασπίστηκε ανεπιτυχώς ο Musti, D., “I Nikephoria e il mondo panellenico di Pergamo”, RFIC 126 (1998), σελ. 5-40, τον οποίο ακολουθεί και η Bussi, S., “La monetazione di Aristonico”, RIN 98 (1997), σελ. 110.

2. Στράβων 14.1.38. Για τη χρονολόγηση βλ. Cardinali, G., “La morte di Attalo III e la rivolta di Aristonico”, Saggi di Storia antica edi Archeologia offerti a G. Beloch (Roma 1910), σελ. 285 και Gruen,  Ε., The Hellenistic World and The Coming of Rome (Berkeley 1984), σελ. 595, σημ. 100, τους οποίους ακολουθεί το σύνολο σχεδόν των μελετητών. Αντίθετη άποψη έχουν η Sherwin-White, A.N., Roman Foreign Policy in the East, 168 B.C. to A.D. 1 (London 1984), σελ. 83, σημ. 97, που τοποθετεί το θάνατο του βασιλιά το Σεπτέμβριο του 134 μ.Χ. και ο Carcopino, J., Autour des Graccques² (Paris 1967), σελ. 34-38, ο οποίος προτιμά μια ημερομηνία στα τέλη του καλοκαιριού του 133 μ.Χ., μετά τη δολοφονία του Τιβερίου Γράκχου.

3. Οι γραπτές πηγές, κατά κύριο λόγο Λατίνοι συγγραφείς, αναφέρονται άμεσα στη διαθήκη του βασιλιά, για την οποία πάντως δε γίνεται καθόλου λόγος στις επιγραφικές πηγές. Βλ. Αππ., Μιθριδ. 62 (ο Σύλλας αναφέρεται στη διαθήκη ενώπιον των αντιπροσώπων των πόλεων στην Έφεσο)· Titus Livius, Periochae 58-59· Florus I.35· Velleius Paterculus, Hist. Rom. II.4· Justin., Hist. Univ. XXXVII.4. Την αυθεντικότητα της διαθήκης απέρριψε αρκετά χρόνια αργότερα ο Μιθριδάτης ΣΤ΄ του Πόντου (Sallustius, Historiae IV.69 M). Βλ. Raditsa, L., “The Historical Context of Mithridates’ Description of the Status of Asia in Sallust’s Letter of Mithridates”, Helikon 9-10 (1969-1970), σελ. 689-694. Σύμφωνα με το Will, E., Histoire politique du monde hellénistique² Ι (Paris 1984), σελ. 418, ο βασιλιάς πρέπει να συνέταξε τη διαθήκη μόλις άρχισε η βασιλεία του. Κατά μία άποψη, ο λόγος ήταν να αποφύγει να καταλήξει το βασίλειο στα χέρια του Αριστονίκου: Frankfort-Liebmann, T., “Valeur juridique et signification politique des testaments faits par les rois hellénistiques en faveur des romains”, RIDA 13 (1966), σελ. 73-94 και Carrata-Thomas, F., La rivolta di Aristonico e le origini della provincia dAsia (Turin 1968), σελ. 30-35.

4. OGIS 338, μαζί με την ανάλυση από τον Delplace, C., “Le contenu social et économique du soulèvement d’Aristonicos: opposition entre riches et pauvres?”, Athenaeum 56 (1978), σελ. 21-28. Εκεί δίνονται και οι πληροφορίες αναφορικά με την απόδοση της ελευθερίας στην πόλη. Για τις άλλες πόλεις της Μικράς Ασίας η ύπαρξη όρου για την απόδοση της ελευθερίας στη διαθήκη του βασιλιά συνάγεται από την επιτομή του Τίτου Λιβίου (Titus Livius, Periochae 58), αλλά και από τη σθεναρή αντίσταση που πρόβαλαν στον Αριστόνικο: Vavrinek, V., La révolte d’Aristonicos (Praha 1957), σελ. 55· Kallet-Marx, R., From Hegemony to Empire. The Development of the Roman Imperium in the East from 148 to 62 B.C. (Berkeley 1995), σελ. 101. Σύμφωνα με τον Bernhard, R.,
Polis und römische Herrschaft in der späten republik (149-31 v. Chr.) (Berlin 1985), σελ. 285-294, δεν υπάρχει καμία ένδειξη που να συνηγορεί στο ότι η διαθήκη απέδιδε ελευθερία σε όλες τις πόλεις. Εξίσου σκεπτικοί είναι η Hansen, E .V., The Attalids of Pergamon² (Ithaca 1971), σελ. 149, και ο Brun, P., “Les
cités grecques et la guerre: lexemple de la guerre dAristonicos”, στο Couvenches, J.-Chr. – Fernoux, H.-L. (επιμ.), Les cités grecques et la guerre en Asie Mineure à l’époque hellénistique, Actes de la journée d’études de Lyon, 10 octobre 2003 (Tours 2004), σελ. 27, οι οποίοι κάνουν λόγο μόνο για την ελευθερία της Περγάμου. Πρβλ. όμως την περίπτωση της Εφέσου, στην οποία το έτος 133 π.Χ. σηματοδοτεί την απαρχή μιας νέας εποχής: Rigsby, K., “The Era of the Province of Asia”, Phoenix 33 (1979), σελ. 39-47 και κυρίως Adams, J.P., “Aristonicos and Cistophoroi”, Historia 29 (1980), σελ. 311-314. Πάντως, αναφέρεται ως ενδεχόμενο η ανακήρυξη της ελευθερίας των πόλεων να έγινε από τη ρωμαϊκή σύγκλητο, σε μια προσπάθεια να προσεταιριστούν οι Ρωμαίοι συμμάχους στα αρχικά στάδια του πολέμου: Jones, C., “Events surrounding the bequest of Pergamon to Rome and the Revolt of Aristonicos: new inscriptions from Metropolis”, JRA 17 (2004), σελ. 483.

5. Κάτι τέτοιο συνάγεται από τις νομισματικές πηγές που αναφέρονται παρακάτω (βλ. σημ. 28). Ορισμένοι μελετητές θεωρούν ότι η εξέγερση ξεκίνησε ενώ ο Άτταλος Γ΄ ήταν ακόμη ζωντανός: Hopp, J., Untersuchungen zur Geschichte der letzen Attaliden (München 1977), σελ. 121-125. Κάτι τέτοιο όμως δε συνάγεται από το κείμενο του Στράβωνα (14.1.38), όπου ρητά αναφέρεται ότι η ανακήρυξη έγινε μετά το θάνατο του Αττάλου. Μάλιστα, ο Sartre, M., L’Anatolie hellénistique de l’Égée au Caucase (Paris 2003), σελ. 209, αναφέρει, κάπως υπερβολικά, ότι η ανακήρυξη του Αριστονίκου σε βασιλιά έγινε την ίδια ημέρα του θανάτου του Αττάλου Γ΄.

6. Αναγνωρίζεται ότι έχει βασιλικό αίμα από τους Florus 1.35· Orosius, Hist. V.10.1· Justin., Hist. Univ. XXXVII.4· Sallustius, Historiae IV.69 M· Eutropius IV.20.
Ο Στράβων, 14.1.38, και ο Titus Livius, Periochae 58-59, δεν παίρνουν θέση, ενώ ο Πλούταρχος, Φλαμ. 21.10, αναφέρει ότι ήταν γιος ενός τραγουδιστή και μουσικού. Σφετεριστής θεωρείται και από το Velleius Paterculus, Hist. Rom. II.4. Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης, 35.2.26, αναφέρει ότι διεκδίκησε μια βασιλεία που δεν του ανήκε.

7. Διόδ. Σ. 34.3.

8. Ο Αριστόνικος στη Θράκη: Potter, D.S., “Where Did Aristonicus’ Revolt Begin?”, ZPE 74 (1988), σελ. 293-295· Jones, C., “Events surrounding the bequest of Pergamon to Rome and the Revolt of Aristonicos: new inscriptions from Metropolis”, JRA 17 (2004), σελ. 484. Αντίθετη άποψη έχει διατυπώσει πάντως ο Kallet-Marx, R., From Hegemony to Empire. The Development of the Roman Imperium in the East from 148 to 62 B.C. (Berkeley 1995), σελ. 99, σημ. 11.

9. Αυτό συνάγεται από το επίγραμμα προς τιμήν της Αθηνάς που δημοσιεύει ο Hiller von Gaertigen, F., Historische griechische Epigramme (Bonn 1926), αρ. 111, όπου γίνεται λόγος για την έλευση του πολυπληθούς στρατού του Αριστονίκου. Η Πέργαμος προφανώς δεν ελεγχόταν από τον Αριστόνικο στα τέλη του 133 π.Χ., όταν εκδόθηκε το περίφημο ψήφισμα OGIS 338. Αντίστοιχα, η πόλη ήταν ελεύθερη το 132 π.Χ., όταν πέθανε και τάφηκε εκεί ένας από τους πέντε Ρωμαίους πρέσβεις (legati), ο P. Scipion Nasica: IGR IV, 1681. Επίσης, πολύ σωστά τονίζεται από το Vavrinek, V., “Aristonicus of Pergamum: Pretender to the Throne or Leader of a Slave Revolt ?”, Eirene 13 (1975), σελ. 118, το γεγονός ότι ο Αριστόνικος δε διέθετε το βασιλικό θησαυρό των Ατταλιδών, ο οποίος έπεσε στα χέρια των Ρωμαίων το 131 π.Χ. (βλ. σημ. 25).

10. OGIS 338. Βλ. Vavrinek, V., La révolte d’Aristonicos (Praha 1957), σελ. 16-20. Καθόλου πειστική δεν είναι η προσπάθεια του Rigsby, K., “Provincia Asia”, TAPhA 118 (1988), σελ. 130-131, να αποδώσει το ψήφισμα σε άλλη πόλη και να το χρονολογήσει μετά τον πόλεμο.

11. Σύμφωνα με τους Rostovtseff, Μ.Ι., Histoire économique et sociale du monde hellénistique (Paris 1989, γαλλική μετάφραση του πρωτοτύπου The Social
and Economic History of the Hellenistic World, Oxford 1941), σελ. 570 και 1138, σημ. 79 και Jones, C., “Events surrounding the bequest of Pergamon to Rome and the Revolt of Aristonicos: new inscriptions from Metropolis”, JRA 17 (2004), σελ. 484, ο «στόλος της Εφέσου» δεν αποτελεί ανεξάρτητη ναυτική δύναμη της πόλης, αλλά μάλλον ένα τμήμα του βασιλικού ατταλιδικού στόλου.

12. Brun, P., “Les cités grecques et la guerre: l’exemple de la guerre d’Aristonicos”, στο Couvenches, J.-C. – Fernoux, H.-L. (επιμ.), Les cités grecques et la guerre en Asie Mineure à l’époque hellénistique, Actes de la journée d’études de Lyon, 10 octobre 2003 (Tours 2004), σελ. 28-29.

13. Πρβλ. Παράθεμα Α´. Για την πιθανή κατάληψη της Ελαίας βλ. Robert, L., Documents d’Asie Mineure (Paris 1987), σελ. 477-484.

14. Στράβ. 14.1.38· Αππ., Μιθριδ. 62.

15. Coarelli, F., “Aristonico”, στο Virgilio, B. (επιμ.), Studi Ellenistici XVI (2005), σελ. 217-218.

16. Kallet-Marx, R., From Hegemony to Empire. The Development of the Roman Imperium in the East from 148 to 62 B.C. (Berkeley 1995), σελ. 102.

17. Η Έφεσος αντιστάθηκε ήδη στην αρχή του πολέμου: Στράβων 14.1.38. Πέργαμος: βλ. παραπάνω σημ. 9. Η Σμύρνη απειλήθηκε, αλλά διέφυγε τον κίνδυνο και τάχθηκε με τους Ρωμαίους. Η Αλικαρνασσός στάθηκε στο πλευρό των Ρωμαίων: βλ. την επιγραφή που σχολιάζει ο Migeotte, L., Les souscriptions publiques en Grèce ancienne (Paris 1992), αρ. 78.

18. Πλούτ., Τ. Γράκχ. 14.2· Titus Livius, Periochae 58.

19. Η χρονολόγηση συνάγεται χωρίς αμφιβολία από το αντίγραφο του Senatus Consultum Popillianum (de Pergamensis), το οποίο έχει βρεθεί στην Πέργαμο: OGIS 435. Εκεί αναφέρεται ο ύπατος του 132 π.Χ., ο Poplius Popilius Laenas, σύμφωνα με τη νέα ανάγνωση του κειμένου από το Wörrle, M., “Pergamon um 133 v. Chr.”, Chiron 30 (2000), σελ. 566-568. Ένα πολύ αποσπασματικό αντίγραφο του ίδιου διατάγματος ενδέχεται να περιέχεται και στην επιγραφή OGIS 436: βλ. Drew-Bear, T., “Three Senatus Consulta concerning the Province of Asia”, Historia 21 (1972), σελ. 75-87.

20. Τις στρατιωτικές δικαιοδοσίες των πρέσβεων αναδεικνύει ο Jones, C., “Events surrounding the bequest of Pergamon to Rome and the Revolt of Aristonicos: new inscriptions from Metropolis”, JRA 17 (2004), σελ. 482 και 484, βασισμένος στην επιγραφή της Μητρόπολης. Ενδέχεται οι πρέσβεις να είχαν μαζί τους στρατεύματα από την επαρχία της Μακεδονίας. Ίσως και ο ίδιος ο κυβερνήτης της Μακεδονίας, ο M. Cosconius, να πήρε μέρος στις εχθροπραξίες, όπως συνάγεται από το γεγονός ότι τιμάται σε επιγραφή από τις Ερυθρές: Engelmann, H. – Merkelbach, R., Die Inschriften von Erythrai und Klazomenai, I. 1-200 (IK 1, Bonn 1972), αρ. 48. Βλ. επίσης Schleussner, B., «Die Gesandtschaftsreise P. Scipio Nasicas im Jahr 133/2 v.Chr. und die Provinzialisierung des
Königreichs Pergamon», Chiron 6 (1976), σελ. 106. Αντίθετα, ο Kallet-Marx, R., From Hegemony to Empire. The Development of the Roman Imperium in the East from 148 to 62 B.C. (Berkeley 1995), σελ. 106-107 και ο Mileta, C., “Eumenes III und die Sklaven. Neue Überlegungen zum Charakter des Aristonikosaufstandes”, Klio 80 (1998), σελ. 58-59, υπογραμμίζουν τον αυστηρά διπλωματικό χαρακτήρα της αποστολής.

21. Για τον τάφο του Scipio βλ. την επιγραφή IGR IV 1681 και Schleussner, B., “Die Gesandtschaftsreise P. Scipio Nasicas im Jahr 133/2 v.Chr. und die Provinzialisierung des Königreichs Pergamon”, Chiron 6 (1976), σελ. 97-111· Tuchelt, K., “Das Grabmal des Scipio Nasica in Pergamon”, IstMitt 29 (1979), σελ. 309-319. Ενδέχεται η πρεσβεία να είχε ξεκινήσει από τη Ρώμη ήδη το 133  π.Χ. (πριν από την αποδοχή της διαθήκης) και να παρέμεινε στην Ασία έως
το Μάιο του 132 π.Χ.: Jones, C., “Events surrounding the bequest of Pergamon to Rome and the Revolt of Aristonicos: new inscriptions from Metropolis”, JRA 17 (2004), σελ. 482.

22. Πλούτ., Τ. Γράκχ. 20.4.

23. Cic., Phil. 11.18. Βλ. Kallet-Marx, R., From Hegemony to Empire. The Development of the Roman Imperium in the East from 148 to 62 B.C. (Berkeley 1995), σελ. 107.

24. Με βάση τις ιστορικές και επιγραφικές πηγές, ο στόλος αποτελούνταν από ελληνικά πλοία: έστειλε σίγουρα η Αλικαρνασσός [Migeotte, L., Les souscriptions publiques en Grèce ancienne (Paris 1992), αρ. 78] και πιθανότατα και το Βυζάντιο (Tacitus, Annales XII.62).

25. Ο θάνατος του υπάτου, γεγονός αρκετά σημαντικό από μόνο του, αποτελεί αντικείμενο πληθώρας πηγών, που μάλλον ανάγονται στο Frontinus, Stratagemata 4.5.16· Gell. I.13.11· Justin., Hist. Univ. 37.1.2· Στράβων 14.1.38· Orosius V.10.3· Valerius Maximus III.2.12. Ο Crassus τάφηκε στη Σμύρνη: Eutropius IV.20. Το ενδιαφέρον του υπάτου για τη λεία αναδεικνύεται κυρίως από τον Justin., Hist. Univ. 36.4.8. Σύμφωνα με τον Coarelli, F., “Aristonico”, στο
Virgilio, B. (επιμ.), Studi Ellenistici XVI (2005), σελ. 215, το αρνητικό αυτό στοιχείο οφείλεται σε πρoπαγάνδα εχθρική προς τους Γράκχους, των οποίων υπήρξε σύμμαχος ο ύπατος.

26. Αρχικά, οι μελετητές υποστήριζαν ότι πρόκειται για τη Στρατονίκεια του Καΐκου: βλ. Niese, B., Geschichte des griechischen und makedonischen Staaten III (Gotha 1903),σελ. 369· RE 2 (1893), στήλ. 964, βλ. λ. “Aristonikos” (F. Wilcken)· Broughton, T.R.S., “Stratonicea and Aristonicus”, CPh 29 (1934), σελ. 252-254· Magie, D., Roman Rule in Asia Minor I (Princeton 1950), σελ. 153, σημ. 21 και Hansen, E .V., The Attalids of Pergamon² (Ithaca 1971), σελ. 147.
Αντίθετη άποψη, υπέρ της Στρατονίκειας της Καρίας, εξέφρασαν οι Foucart, P., La formation de la province romaine d’Asie (Paris 1903), σελ. 297-339· Chapot, V., La province préconsulaire d’Asie (Paris 1904), σελ. 81 και Cardinali, G., “La morte di Attalo III e la rivolta di Aristonico”, Saggi di Storia antica edi Archeologia offerti a G. Beloch (Roma 1910), σελ. 309, σημ. 2. Υπέρ της Στρατονίκειας του Καΐκου εκφράστηκε εκ νέου ο Robert, L., Villes d’Asie Mineure²
(Paris 1962), σελ. 261-268, με βάση το νομισματικό υλικό που ανέδειξε ο Robinson, E.G., “Cistophori in the name of King Eumenes”, NC 6e série XIV (1954), σελ. 1-8. Έκτοτε η εκδοχή αυτή γίνεται ευρύτατα αποδεκτή. Πρόσφατα όμως, ο Coarelli, F., “Aristonico”, στo Virgilio, B. (επιμ.), Studi Ellenistici XVI (2005), σελ. 227-229, επανήλθε στη Στρατονίκεια της Καρίας, λόγω του ότι αρκετές επιχειρήσεις του πολέμου έλαβαν χώρα στην Καρία.

27. Για τη συνέχεια των επιχειρήσεων μετά τη σύλληψη του Αριστονίκου βλ. Sherwin-White, A.N., “Roman Involvement in Anatolia 167-88 B.C.”, JRS 77 (1977), σελ. 62-75 και Briant, P. – Brun, P. – Varinlioğlu, E., “Une inscription inédite de Carie et la guerre d’Aristonicos”, στο Bresson, A. – Descat, R. (επιμ.), Les cités d’Asie Mineure occidentale au IIe siècle (Bordeaux 2001), σελ. 241-259. Δηλητηρίαση του νερού στα πηγάδια: Florus 1.35.7.

28. Στράβ. 14.1.38· Velleius Paterculus 2.4.1. Η τελευταία εκδοχή απορρίπτεται από το Magie, D., Roman Rule in Asia Minor II (Princeton 1950), σελ. 1042, σημ. 25. Μια επιγραφή από την Κασσώπη της Ηπείρου τιμά μια ομάδα μισθοφόρων, οι οποίοι συνόδευσαν δέσμιο τον Αριστόνικο στη Ρώμη: Merkelbach, R., “Epirotische Hilfstruppen im Krieg der Römer gegen Aristonicos”, ZPE 87 (1991), σελ. 132.

29. Ο πρώτος που αναγνώρισε τη νομισματοκοπεία του Αριστoνίκου σε κιστοφορικά νομίσματα στο όνομα Ευμένης ήταν ο Robinson, E.G., “Cistophori in the name of King Eumenes”, NC 6e série XIV (1954), σελ. 1-8. Βλ. επίσης Kleiner, F.S. – Noe, P., The Early Cistophoric Coinage (Numismatic Studies 14, New York 1977), σελ. 103-106, πίν. XXXVIII· Kampman, M., “Aristonicos à Thyatire”, RN 6e série XX (1978), 38-42· Adams, J.P., “Aristonicos and Cistophoroi”, Historia 29 (1980), σελ. 302-314· Sanchez-Léon, M.L., “Aristonicos: basileus Eumenes III”, Hispania Antiqua 87 (1986), σελ. 135-157· Bussi, S., “La monetazione di Aristonico”, RIN 98 (1997), σελ. 107-122.

30. Η απόδοση μιας σειράς από κοπές που φέρουν τα σημεία ΒΑ / ΣΥ / ΑΡ αποδόθηκαν από το Franke, P.R., Sylloge Nummorum Graecorum Sammlung von
Aulock 14 (Berlin 1967), αρ. 6670 και τον Kraay, C.M., Greek Coins and History (London 1969), σελ. 7 στην πρώτη χρονιά της δραστηριότητας του Αριστονίκου, πριν λάβει το δυναστικό όνομα Ευμένης, όταν το νομισματοκοπείο του ήταν στα Σύνναδα. Η άποψη αυτή καταρρίφθηκε με πειστικά επιχειρήματα από τον Kienast, D., “Ein Silbermünze aus der Zeit des Atistonikoskrieges”, Historia 25 (1977), σελ. 250-252, και τον Adams, J.P., “Aristonicos
and Cistophoroi”, Historia 29 (1980), σελ. 304-308.

31. Bussi, S., “ La monetazione di Aristonico”, RIN 98 (1997), σελ. 122. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, η πρώτη χρονιά της βασιλείας του Αριστονίκου διήρκεσε για σύντομο χρονικό διάστημα, καθώς η αρχή της χρονιάς με βάση το ημερολόγιο των Ατταλιδών τοποθετείται στον Οκτώβριο [Samuel, A.E., Greek and Roman Chronology (München 1972), σελ. 125-127 και 174-176]. Αντίθετη άποψη έχουν οι Kampman, M., “Aristonicos à Thyatire”, RN 6e série XX (1978), σελ. 38-42 και Sanchez Léon, M.L., “Aristonicos: basileus Eumenes III”, Hispania Antiqua 87 (1986), σελ. 135-157, σύμφωνα με τους οποίους ο Αριστόνικος
έκοψε νόμισμα ήδη από την πρώτη χρονιά της βασιλείας του στα Θυάτειρα. Κάτι τέτοιο όμως έρχεται σε αντίθεση με τη διήγηση του Στράβωνα, σύμφωνα με την οποία η κατάληψη των Θυατείρων έγινε σε σχετικά προχωρημένο στάδιο της εξέγερσης.

32. Βλ. κυρίως Wilcken, F., “Aristonikos”, στο RE II (1896), στήλες 962-964· Rostovtseff, Μ.Ι., Histoire économique et sociale du monde hellénistique (Paris 1989, μτφρ. The Social and Economic History of the Hellenistic World, Oxford 1941), σελ. 569-574· Vavrinek, V., La révolte d’Aristonicos (Praha 1957)· Vogt, J., Ancient Slavery and the Ideal of Man (Oxford 1974), σελ. 69-73 και 93-102· Mossé, C., “Les utopies égalitaires à l’époque hellénistique”, RH 241 (1969), σελ. 297-308· Hansen, E .V., The Attalids of Pergamon² (Ithaca 1971) σελ. 150· Delplace, C., “Le contenu social et économique du soulèvement d’Aristonicos: opposition entre riches et pauvres?”, Athenaeum 56 (1978), σελ. 20-53· Basile, M., “Le città greche di Aristonico”, Seia 2 (1985), σελ. 104-116.

33. Διόδ. Σ. 34-35.2.26. Ο Bücher, K., Die Aufstände der unfreien Arbeiter 143-129 v. Chr. (Frankfurt-am Main 1874), είναι ο πρώτος σύγχρονος μελετητής ο οποίος κατέταξε την εξέγερση του Αριστονίκου μαζί με τους μεγάλους πολέμους των δούλων που συγκλόνισαν τη Σικελία και την Ιταλία στο β΄ μισό του 2ου αι. π.Χ. Είναι πάντως εξαιρετικά ενδιαφέρον το σχόλιο του Brun, P., “Les cités grecques et la guerre: l’exemple de la guerre d’Aristonicos”, στο Couvenches, J.-C. – Fernoux, H.-L. (επιμ.), Les cités grecques et la guerre en Asie Mineure à l’époque hellénistique, Actes de la journée d’études de Lyon, 10 octobre 2003 (Tours 2004), σελ. 31, σχετικά με την απουσία στις ρωμαϊκές πηγές της παραμικρής αναφοράς σε δούλους. Αντίθετα, γίνεται λόγος για τον «πόλεμο της Ασίας» μεταξύ ενός βασιλιά και της Ρώμης και των συμμάχων της.

34. Η άποψη του Tarn, W.W., “Alexander the Great and the Unity of Mankind”, Proceedings of the British Academy 19 (1933), σελ. 141-166, σύμφωνα με την οποία ο Αριστόνικος και οι υποστηρικτές του εμπνέονταν από το «στωικό» ουτοπικό μυθιστόρημα του φιλοσόφου Ιαμβούλου για την πόλη της ισότητας, την Ηλιόπολη, έχει πλέον καταρριφθεί: βλ. Bömer, F., Untersuchungen über die Religion der Sklaven in Griechenland und Rom, Teil III: Die wichtigsten Kulte der griechischen Welt (Mainz 1961), σελ. 396 κ.ε. και Finley, M.I. – Finley, M., “Utopianism Ancient and Modern”, στο The Use and Abuse of History (London 1975), σελ. 178-192. Η σύνδεση μεταξύ του ήλιου και της κοινωνικής δικαιοσύνης απαντά τόσο στις ανατολικές θρησκείες, όσο και στις ελληνικές στωικές θεωρίες. Βλ. γενικά Mossé, C., “Les utopies égalitaires à l’époque hellénistique”, RH 241 (1969), σελ. 297-308 και Η Τυραννία στην Αρχαία Ελλάδα (Αθήνα 1989), σελ. 205-213: «ο Αριστόνικος ή ο τύραννος του Ηλίου». Για το ρόλο του Βλοσσίου της Κύμης βλ. Dudley, D.R., “Blossius of Cumae”, JRS 31 (1941), σελ. 94-99. Αντίθετα, ο Africa, Th.W., “Aristonicus, Blossius of Cume and the City of Sun”, International Review of Social History 6 (1961), σελ. 110-124, θεωρεί την παρουσία του Βλοσσίου δευτερεύον στοιχείο. Στον αντίποδα, ο Cizek, E., “L’esprit militant des Stoïciens et le premier état communiste de l’histoire”, Latomus 65 (2006), σελ. 49-61, φτάνει στα όρια της υπερβολής, θεωρώντας τον Αριστόνικο και το Βλόσσιο τους πρώτους κομμουνιστές της ιστορίας.

35. Εξεγέρσεις δούλων στη Σικελία, τη Δήλο και την Αθήνα, αντίσταση στους Ρωμαίους στη Μακεδονία και αποτυχία των Σελευκιδών να ανασυνταχθούν.

36. Λανθασμένη είναι η άποψη του Cardinali, G., “La morte di Attalo III e la rivolta di Aristonico”, Saggi di Storia antica edi Archeologia offerti a G. Beloch (Roma 1910), σελ. 269-320, ότι η εξέγερση των δούλων είχε ξεκινήσει στην Πέργαμο πριν από το θάνατο του Αττάλου και ο Αριστόνικος απλώς τέθηκε επικεφαλής της.

37. Σημαντικό στοιχείο της οπτικής αυτής αποτελεί η αναφορά σε ψήφισμα της Κλάρου, μιας Δούλων Πόλεως, στα περίχωρα της Κολοφώνος, η οποία αντιστάθηκε πολεμικά στην ανακατάληψή της από τους Κολοφωνίους, αρκετά μετά το τέλος της εξέγερσης: Robert, J. – Robert, L., Claros I. Décrets hellénistiques (Paris 1989), αρ. 1. Η θέση αυτή αναπτύχθηκε και από τους Paradiso, A., “La città degli sciavi”, στο Forme di dipendenza nel mondo greco (Bari
1991), σελ. 131-136 και Iordanov, S., “Doulopolis. Sur l’origine d’une image mythologique”, Dialogues d’Histoire Ancienne 19 (1993), σελ. 173-190. Την εξίσωση μεταξύ της Δούλων Πόλεως και των υποστηρικτών του Αριστονίκου έχει απορρίψει ο Ferrary, J.-L., “Rome et les cités grecques d’Asie Mineure au IIe siècle”, στο Bresson, A. – Descat, R. (επιμ.), Les cités d’Asie Mineure occidentale au IIe siècle (Bordeaux 2001), σελ. 99.

38. Bömer, F., Untersuchungen über die Religion der Sklaven in Griechenland und Rom, Teil III: Die wichtigsten Kulte der griechischen Welt (Mainz 1961), σελ. 396 κ.ε.· Africa, T.W., “Aristonicus, Blossius oc Cume and the City of Sun”, International Review of Social History 6 (1961), σελ. 110-124· Dumont, J.-C.,
“À propos d’Aristonicos”, Eirene 5 (1966), σελ. 189-196 (ο οποίος απορρίπτει εντελώς τον κοινωνικό χαρακτήρα της εξέγερσης). Carrata-Thomas, F., La rivolta di Aristonico e le origini della provincia d’Asia (Turin 1968)· Rubinsohn, W.Z., “The Bellum Asiaticum. A Reconsideration”, Storia Antica. Istituto Lombardo 107 (1973), σελ. 561-562· Will, E., Histoire politique du monde hellénistique² Ι (Paris 1984), σελ. 422-423· Rigsby, K., “Provincia Asia”, TAPhA 118 (1988), σελ. 124-125· Kallet-Marx, R., From Hegemony to Empire. The Development of the Roman Imperium in the East from 148 to 62 B.C. (Berkeley 1995), σελ. 99-100 και Sartre, M., L’Anatolie hellénistique de l’Égée au Caucase (Paris 2003), σελ. 209-210. Ανάλογες απόψεις είχαν εκφράσει και παλιότερα τόσο ο Foucart, P., La formation de la province romaine d’Asie (Paris 1903), σελ. 297 κ.ε., όσο και ο Magie, D., Roman Rule in Asia Minor I (Princeton 1950), σελ. 30 κ.ε.

39. Collins, F., “The Macedonians and the Revolt of Aristonicus”, AncW 3 (1980), σελ. 83-87· Sanchez-Leon, M.L., “Les colonies militaires de Lydie et la révolte d’Aristonicos”, Index 20 (1992), σελ. 195-213· Ferrary, J.-L., “Rome et les cités grecques d’Asie Mineure au IIe siècle”, στο Bresson, A. – Descat, R. (επιμ.), Les cités d’Asie Mineure occidentale au IIe siècle (Bordeaux 2001), σελ. 94.

40. Βλ. τις μελέτες που αναφέρονται στη σημ. 37.

41. Το στοιχείο αυτό τονίζεται σωστά από τους Mileta, C., “Eumenes III und die Sklaven. Neue Überlegungen zum Charakter des Aristonikosaufstandes”, Klio 80 (1998), σελ. 57-58 και Coarelli, F., “Aristonico”, στο Virgilio, B. (επιμ.), Studi Ellenistici XVI (2005), σελ. 220-221, οι οποίοι υπερασπίζονται επιτυχώς την αληθοφάνεια και την ιστορική εγκυρότητα της αφήγησης του Στράβωνα. Ήδη ο Vogt, J., Ancient Slavery and the Ideal of Man (Oxford 1974), σελ. 98, σημ. 18, σημείωσε ότι η χρήση του ρήματος «κατακεκλημένων» από το Στράβωνα (14.1.38), όσον αφορά το κάλεσμα του Αριστονίκου προς τους φτωχούς και τους δούλους περιγράφει μια πράξη του παρελθόντος, υπονοώντας ότι το κοινωνικό περιεχόμενο της εξέγερσης ήταν παρόν ήδη από τα αρχικά, προ της ναυμαχίας, της Εφέσου στάδια.

42. Η Φώκαια ενδεχομένως να συντάχθηκε με τον Αριστόνικο λόγω εχθρότητας με τη Ρώμη, καθώς είχε υποστεί σκληρή μεταχείριση στα χέρια του ρωμαϊκού στρατού το 190 π.Χ., κατά τη διάρκεια του πολέμου με τον Αντίοχο: Titus Livius 32.1-14· Brun, P., “Les cités grecques et la guerre: l’exemple de la guerre dAristonicos”, στο Couvenches, J.-Chr. – Fernoux, H.-L. (επιμ.), Les cités grecques et la guerre en Asie Mineure à l’époque hellénistique, Actes de la journée d’études de Lyon, 10 octobre 2003 (Tours 2004), σελ. 42.

43. Η δράση των ελληνικών πόλεων καθοδηγείται περισσότερο από πολιτικά κριτήρια, όπως απέδειξε και ο Brun, P., “Les cités grecques et la guerre: lexemple de la guerre dAristonicos”, στο Couvenches, J.-C. – Fernoux, H.-L. (επιμ.), Les cités grecques et la guerre en Asie Mineure à l’époque hellénistique, Actes de la journée d’études de Lyon, 10 octobre 2003 (Tours 2004), σελ. 40-44.



   2  
  
Ο Ναός της Περγάμου κατά την διάρκεια εορτής 

Η επανάσταση της Πολιτείας του Ήλιου και ο ρόλος της Ουτοπίας μέσα στην ιστορία

Δημήτρης Φασόλης



ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Τα καθεστώτα δουλείας του αρχαίου κόσμου, από την εποχή των ελληνικών πόλεων – κρατών έως και την διάλυση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας έχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά τα οποία εντάσσονται, νομίζουμε, στις βαθιές δομές, στις μακρές διάρκειες του ιστορικού γίγνεσθαι.

 Αν εξαιρέσουμε το γεγονός ότι στην δημοκρατική Αθήνα οι δούλοι υπάγονταν σε ένα σύστημα ήπιας, σχετικά, εκμετάλλευσης, σε σχέση με τα επίπεδα μαζικότητας και έκτασης της δουλικής εργασίας που ίσχυαν στη Ρώμη, η δουλεία, ως καθεστώς, επιβίωσε για πολλούς αιώνες παρά τις εσωτερικές αντιθέσεις και τις κοινωνικές συγκρούσεις που την συντάρασσαν.
 Η μελέτη των πηγών, μας αποκαλύπτει ότι οι εν λόγω εσωτερικές αντιθέσεις εκφράστηκαν με τη μορφή εξεγέρσεων είτε δούλων είτε ακτημόνων οι οποίες όμως ήταν διαχωρισμένες μεταξύ τους, ακόμη και ανταγωνιστικές, από διαφορετικά συμφέροντα και στόχους υποκινημένες. 
Ένα άλλο σημαντικό και κοινό συνάμα χαρακτηριστικό είναι ότι όλες αυτές οι εξεγέρσεις δεν αμφισβήτησαν το ίδιο το καθεστώς της δουλείας, τα δομικά εκμεταλλευτικά χαρακτηριστικά του, τη νομική και πολιτική συγκρότησή του. 
Αντίθετα, κύριος στόχος των επαναστάσεων και των κοινωνικών κινημάτων ήταν η αναδιανομή του πλούτου και της γης, ενώ η πιο ακραία εκδοχή τους ήταν η αντιστροφή των ρόλων: οι ακτήμονες, ή οι δούλοι γίνονταν αφέντες και κυρίαρχοι και οι πρώην πλούσιοι και οι αξιωματούχοι του καθεστώτος μετατρέπονταν σε υποτελείς.

Αυτή η φαινομενική (σχετική) αδράνεια που διαπερνούσε τους αιώνες, διακόπηκε με ένα εκκωφαντικό και τρομερό τρόπο, την επανάσταση της Πολιτείας του Ήλιου, στη Μ. Ασία, στις κτήσεις του βασιλείου της Περγάμου το 133 π.Χ. Η επανάσταση από κοινού των δούλων, των ακτημόνων και γενικότερα των προλετάριων της Μ. Ασίας, ταρακούνησε σε βάθος τους ογκόλιθους της ιστορικής διάρκειας καθώς ήταν γεγονός μοναδικό και ανεπανάληπτο: για πρώτη και τελευταία φορά στην ιστορία της δουλείας, οι εξεγερμένοι θέτουν ως άμεσο στόχο τους την κατάργηση της δουλείας και της ιδιοκτησίας και την εγκαθίδρυση ενός κοινοκτημονικού εξισωτικού καθεστώτος. Εδώ εντοπίζεται η ιδιαίτερη σημασία της επανάστασης της Πολιτείας του Ήλιου, καθώς συμπυκνώνει πολλές και ετερόκλητες δυνάμεις, θαμμένες κάτω από το περίβλημα του ιστορικού χρόνου, οι οποίες συσσωρεύονται ως αποτέλεσμα της ιστορικής κίνησης και αναζητούν διέξοδο ώστε να εκραγούν και να εκτονωθούν. Γιατί είναι σίγουρο ότι μόνο από μια τέτοια δημιουργική – καταλυτική σύνθεση διαφορετικών παραγόντων, πολιτισμικών, ψυχολογικών, ατομικών και συλλογικών, οικονομικοκοινωνικών, παράδοσης και καινοτομίας, λόγιας και λαϊκής κουλτούρας, είναι ικανή να προκαλέσει συμβάντα και εξελίξεις που υπερβαίνουν τη συγκεκριμένη ιστορική πραγματικότητα.


ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΔΟΜΕΣ ΤΗΣ ΔΟΥΛΟΚΤΗΣΙΑΣ

Η ανθεκτικότητα των δουλοκτητικών καθεστώτων οφείλεται σε συγκεκριμένες κοινωνικοπολιτικές και οικονομικές συνθήκες. Το καθεστώς της δουλείας σήμαινε τη ύπαρξη δύο βασικών παραγόντων: κυριότητα μέσων παραγωγής και μέσων εξωοικονομικού καταναγκασμού από το ένα μέρος, και εκμετάλλευση του δούλου από το άλλο. Μέσα όμως σε αυτό το γενικό πλαίσιο κοινωνικών σχέσεων υπήρχαν παραλλαγές στους τρόπους καταπίεσης και στην κατάσταση των δούλων. 

Ένας πιο πρόσφορος ορισμός, από την άποψη της πληρέστερης περιγραφής, του τι είναι δουλεία, είναι αυτός που μας δίνει ο Κ. Ζελίν: «δούλοι είναι εκείνοι που ανήκουν σε ένα κοινωνικό στρώμα, οι οποίοι είναι ιδιοκτησία άλλων ανθρώπων, ομάδων ή ακόμη κάποιας θεότητας, όμως που δε στερούνται οπωσδήποτε των μέσων παραγωγής ή νομικού δικαιώματος, ούτε είναι οπωσδήποτε σκληρά καταπιεζόμενοι» {Τσιμπουκίδης Δ., 1999: 76}. Στην αθηναϊκή δημοκρατία υπάρχουν ενδείξεις ότι οι δούλοι δεν ήταν ο κύριος παραγωγικός μηχανισμός, καθώς ένα μεγάλο μέρος της παραγωγικής διαδικασίας διεκπεραιωνόταν από τους ελεύθερους τεχνίτες, έμμισθους εργάτες και μικροκαλλιεργητές.
 Η δουλεία ήταν περισσότερο ένα πολιτισμικό στοιχείο της αθηναϊκής κοινωνίας, ένα πολιτισμικό συνεπαγόμενο μάλλον, ήταν το άλλοθι μιας συγκεκριμένης νοοτροπίας: της απαξίωσης και απέχθειας της χειρωνακτικής εργασίας και της αντίστοιχης εξύψωσης στην πυραμίδα των αξιών της σχόλης, της αποχής από την εργασία και κατ’ επέκταση από τις καταπονήσεις και τις υποχρεώσεις που αυτή συνεπάγεται. Μέσα σε αυτό το πολιτικό και πολιτισμικό κλίμα δημιουργήθηκε ένα επεξεργασμένο σύστημα ηθικών αρχών και τρόπων συμπεριφοράς απέναντι στους δούλους – βασικά τους οικιακούς δούλους – το οποίο εξέφραζε αλλά και παράλληλα συγκροτούσε ένα πλαίσιο σχέσεων και συνθηκών ζωής σχετικά υποφερτό για τους δούλους. 

Ο πρωταρχικός στόχος του καθεστώτος ήταν η καλή μεταχείριση των δούλων, η φροντίδα τους για να μπορούν να προσφέρουν άνετα τις υπηρεσίες τους. Μάλιστα θα μπορούσαμε να πούμε ότι η θέση του δούλου ήταν πολύ κοντά σε αυτόν της γυναίκας, ενώ ήταν σχετικά εύκολο να γίνει απελεύθερος. Όλες αυτές οι συνθήκες αιτιολογούν την απουσία εξεγέρσεων δούλων, ή αμφισβήτησης της δουλείας, σε όλη τη διάρκεια του αθηναϊκού πολιτικού συστήματος. Τουλάχιστον στο βαθμό που μας επιτρέπεται να γνωρίζουμε μέσα από τις υπάρχουσες ιστορικές πηγές.

Η μετατροπή της δουλείας σε ένα καθαρά οικονομικό μηχανισμό, που στηρίζει ενεργά το σύστημα εκμετάλλευσης και άρα αυξάνεται η ζήτηση για μαζική χρήση δούλων στην παραγωγή, εντοπίζεται στο καθεστώς της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η σημαντική θέση όμως των δούλων στην οικονομική διαδικασία δεν σημαίνει ότι η διαστρωμάτωση και η δομή του καθεστώτος είναι ξεκάθαρα ταξική. Υπεισέρχονται, μάλλον, ποικίλοι άλλοι καθορισμοί, πολιτισμικοί ιδεολογικοί, φυλετικοί που δεν μας επιτρέπουν να εφαρμόσουμε στη μελέτη των εσωτερικών αντιφάσεων και συγκρούσεων μια, κλασσικού τύπου, ταξική ανάλυση. 
Όπως μας λέει ο Παναγής Λεκατσάς οι δούλοι, «συμμάζεμα απ’ όλες τις καθυστερημένες φυλές της γης, δεν είναι τάξη προοδευτική, ούτε καν τάξη. γιατί δε διαμορφώνονται από μια οργανική κοινωνική διαφοροποίηση, μα αποτελούν στοιχείο εμβόλιμο στον κοινωνικό οργανισμό κι αποκλεισμένοι καθώς είναι από τα κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα, στερούνται την πείρα και τα διαφέροντα του πολιτισμού που τους επιβάλλεται και κατά συνέπεια δεν μπορούν να αναλάβουν τον ιστορικό ρόλο της προώθησης του. γι’ αυτό και η επαναστατική τάση τους δεν είναι τάση κοινωνικής αναστοιχείωσης, μα καταστροφικής ανταρσίας κι ανταλλαγής των ρόλων.» {Λεκατσάς Π., 1977: 7–8}
Όσον αφορά τους ελεύθερους πολίτες, οι μεν άρχουσα τάξη, οι πλούσιοι γαιοκτήμονες, οι αριστοκράτες, οι αξιωματούχοι του κράτους παίζουν συντηρητικό ρόλο. Έχουν οδηγήσει στην παρακμή την δημοκρατία, μέσα από το συστηματικό εξανδραποδισμό και την εξαγορά των δημοσίων προσώπων, τον έλεγχο των λαϊκών οργάνων και δημοκρατικών θεσμών, τις δολοπλοκίες και συνωμοσίες. Απώτερος στόχος τους είναι η αναστήλωση της παλιάς στυγνής μοναρχίας.
 Οι δε υποτελείς τάξεις, οι φτωχοί αγρότες και οι ακτήμονες, ζουν κρατικοδίαιτα, πετυχαίνοντας κατά περιόδους ανακατανομή του πλούτου ή, στα τελευταία στάδια κατάπτωσης της δημοκρατίας, γίνονται όχλος, εξαθλιωμένος και εξαρτημένος που πουλά την ψήφο του στους αφέντες του. Συνακόλουθα δεν μπορούν να ανοίξουν το δρόμο για την επίλυση του κοινωνικού ζητήματος. Αντίθετα, στην καλύτερη περίπτωση αμβλύνουν προσωρινά τις ανισότητες και στη χειρότερη συντηρούν και ενισχύουν το καθεστώς.

Οι συγκεκριμένες υλικές συνθήκες, το χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων (απλά τεχνικά μέσα) στο οποίο εγκλώβιζε το οικονομικό σύστημα η δουλοκτητική σχέση, είναι οι βασικές αιτίες – σύμφωνα με τον Παναγή Λεκατσά – που εγκλωβίζουν την ιστορική κίνηση και εξέλιξη. 
Οι εσωτερικές αντιφάσεις και συγκρούσεις δεν μπορούν να ξεπεραστούν προς ένα ανώτερο επίπεδο σύνθεσης. Κατά συνέπεια οι αγώνες των ακτημόνων ενάντια στην ολιγαρχία για την προάσπιση των κεκτημένων της δημοκρατίας, αλλά και οι δουλικές επαναστάσεις δεν τελεσφορούν. Μάλιστα πολλές φορές είχαν ανταγωνιστικές προοπτικές λόγω διαφορετικών συμφερόντων: βελτίωση και διατήρηση των υφιστάμενων σχέσεων, οι φτωχοί (η δουλεία ήταν συμφέρουσα και για τις λαϊκές τάξεις των ελευθέρων πολιτών), κατάργηση των υφιστάμενων σχέσεων υποτέλειας και αναρρίχηση στην εξουσία, οι δούλοι. Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι το καθεστώς της δουλείας ήταν αναγκαίο, επιβαλλόταν από την υπανάπτυξη της τεχνικής και αναβίωνε μετά από κάθε κρίση.


ΕΝΑ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΓΕΓΟΝΟΣ

Καθώς όμως η Ιστορία δεν στηρίζεται σε κάποιες μονολιθικές αρχές και αρχές και άκαμπτες νομοτέλειες, υπάρχουν και τα εξαιρετικά συμβάντα τα οποία τέμνουν τη γραμμική κίνηση του χρόνου, δημιουργούν ασυνέχειες στην αλληλοδιαδοχή των γεγονότων, των ιστορικών φάσεων, απελευθερώνοντας, κάποτε, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, νέες δυνάμεις και διανοίγοντας νέες προοπτικές στην κοινωνική, πολιτική και πολιτισμική ζωή του ανθρώπου.

 Εξαίρεση ήταν λοιπόν και η επανάσταση της Πολιτείας του Ήλιου. Ο συγχρονισμός και η συνεργασία των δύο παραπάνω επαναστατικών δυνάμεων και η ανάδειξη ενός κοινού στόχου, το γκρέμισμα του συστήματος της οικονομικής και πολιτικής ολιγαρχίας και η κατάργηση της δουλείας, συμπαρέσυρε και τους ντόπιους εθνικά σκλαβωμένους πληθυσμούς.

Όπως μας λέει ο Λεκατσάς, καταλυτικό ρόλο στη σύνθεση αυτών των δυνάμεων και στην εκρηκτική δυναμική που δημιούργησαν έπαιξε ένα κοινό όραμα το οποίο για μια και μόνη φορά εμφανίζεται στον αρχαίο κόσμο: το όραμα για μια αταξική κοινοκτημονιστική κοινωνία χωρίς ατομική ιδιοκτησία, χωρίς αφέντες και δούλους. Οι δεδομένες όμως κοινωνικοπολιτικές και ιστορικές συνθήκες δεν ευνόησαν στο να ολοκληρωθεί τούτο το εγχείρημα.

Άρα η Πολιτεία του Ήλιου παρέμεινε μια ουτοπία. Εδώ όμως, σε αυτό το κομβικό σημείο, ανακύπτουν βασικά ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν αν θέλουμε να ερμηνεύσουμε και να κατανοήσουμε σε βάθος το γεγονός αλλά και ανάλογα εξαιρετικά γεγονότα. Ακόμα και η προηγούμενη φράση μπορεί να διατυπωθεί ως ερώτηση: ήταν μια ουτοπία η Πολιτεία του Ήλιου; 

Τι σημαίνει ουτοπία και ποια ή λειτουργία της μέσα στην ιστορία; Πώς αλληλοδιαπλέκονται παραδοσιακές αξίες, οράματα, η λαϊκή φαντασία και νοοτροπία με τη λόγια κουλτούρα; Πώς επιδρούν άλλοι παράγοντες, ψυχολογικοί, υποκειμενικοί και ποιος ο ρόλος της προσωπικότητας στην ιστορική εξέλιξη, στη δημιουργία ενός γεγονότος; Και τέλος μέσα σε ποιο κοινωνικοπολιτικό και οικονομικό περιβάλλον μπολιάζονται και αναπτύσσονται όλες αυτές οι δυνάμεις που ωθούν (δίνουν κίνηση) στην ιστορία; 
Αυτά τα ερωτήματα μαζί με τις διαστάσεις και τις πτυχές της πραγματικότητας που αυτά αποκαλύπτουν θα προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε στην παρούσα εργασία. Χωρίς να έχουμε αυταπάτες ότι θα δώσουμε ολοκληρωμένες και τελικές απαντήσεις, θα αναπτύξουμε ένα προβληματισμό που μένει σε ένα επόμενο στάδιο να διευρυνθεί και να εμπλουτιστεί μέσα από περαιτέρω ερμηνευτικές προσπάθειες.


ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ ΤΗΣ ΕΞΕΓΕΡΣΗΣ

Η επανάσταση της Πολιτείας του Ήλιου εκτυλίχτηκε μέσα σε μια ιδιαίτερη συγκυρία όσον αφορά τις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες. Η Ρώμη περνούσε μια βαθιά κρίση από το δεύτερο μισό του 2ου προ χριστιανικού αιώνα, την περίοδο που προωθούσε την κατάκτηση της Ασίας και αφού προηγουμένως είχε υποδουλώσει τα ελληνικά εδάφη. Πιο συγκεκριμένα, οι κοινωνικές ανισότητες οξύνονταν, καθώς η μικρή ιδιοκτησία στη γη καταβροχθιζόταν από τους γαιοκτήμονες με αποτέλεσμα την εξαθλίωση χιλιάδων αγροτών, ενώ οι εργάτες παραγκωνίζονταν από την αύξηση των δούλων και ρίχνονται στην ανεργία.

 Όλοι αυτοί οι προλεταριοποιημένοι άνθρωποι δεν είχαν άλλη λύση για να ξεφύγουν από το φάσμα της πείνας από το να συρρέουν κατά χιλιάδες στην πρωτεύουσα για να ζήσουν από την ελεημοσύνη και τη διαφθορά. Η πολιτεία μοίραζε δωρεάν στους άνεργους και εξαθλιωμένους - που δεν ήταν άλλοι από τον ίδιο το λαό που μετατράπηκε σε όχλο - τα δημητριακά που παράγονταν στη Σικελία. Από την άλλη ο όχλος πουλούσε την ψήφο του στους πολιτικούς ηγέτες που του υπόσχονταν περισσότερα, και φυτοζωούσε στις τελετές άρτου και θεάματος που έστηνε η εξουσία.

Η δημοκρατία λοιπόν είχε μετατραπεί σε μια φενάκη, είχε περιέλθει σε βαθιά παρακμή. Οι λαϊκές κατακτήσεις που είχαν επιτευχθεί μέσα από κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες είχαν εξανεμισθεί εξαιτίας της διπλωματικής πολιτικής της ολιγαρχίας, η οποία παράλληλα με τους δημοκρατικούς θεσμούς που εξασφάλιζαν το λαϊκό έλεγχο είχε δημιουργήσει δικούς της θεσμούς, πανίσχυρους, όπως η Σύγκλητος, και στην πράξη ασκούσε απόλυτη εξουσία. 
Εξάλλου, χάρη στον πλούτο της η ολιγαρχία εξαγόραζε τα αξιώματα του δήμου για να ελέγχει τα δημόσια πρόσωπα, τα οποία τυπικά ήταν εκλεγμένα, ουσιαστικά όμως ήταν διορισμένα ανδρείκελα των πλουσίων. Η αντιδραστική πολιτική της άρχουσας ελίτ σαμποτάριζε οποιαδήποτε – έστω στοιχειωδώς ευνοϊκή - προς τους φτωχούς μεταρρύθμιση, όπως αυτή που προσπάθησε να προωθήσει ο δήμαρχος Λικίνιος Στόλων, δύο αιώνες πριν. Αυτή η στρατηγική όμως έσπρωχνε το λαό στην πλήρη εξαθλίωση και διαφθορά.

Όλοι οι παραπάνω παράγοντες δημιουργούσαν ένα κλίμα δυσαρέσκειας, απογοήτευσης και αγανάκτησης. Ήταν ευνοϊκό έδαφος για την ανάπτυξη οραματικών αιτημάτων και ιδεών: την απελευθέρωση των δούλων και την επανάκτηση των λαϊκών προνομίων, οικονομικών και πολιτικών. Η εξεγερτική διάθεση από τη μεριά των δούλων έγινε πράξη το 136 στη Σικελία, όπου μια μεγάλη επανάσταση ξεσπά και εδραιώνει τη δουλική κυριαρχία, ενώ επιβιώνει για αρκετά χρόνια, αντιμετωπίζοντας επιτυχώς τις επιθέσεις του Ρωμαϊκού στρατού. Είναι εύλογο ότι το αντίκτυπο μιας επανάστασης είναι καταλυτικό σε μια εποχή κρίσης: επαναστάσεις και συνομωσίες δούλων ξεσπούν σε πολλές περιοχές ακόμη και μέσα στη Ρώμη.

Οι επιδράσεις πήραν τη μορφή αλυσιδωτών αντιδράσεων. «Ολάκερο πραγματικά το δουλικό πλήθος της Μεσόγειος ήταν επί αποστάσει μετέωρον, όταν πάνω στον τρίτο χρόνο της σικελικής επανάστασης ξεσπά μέσα στη Ρώμη και το κίνημα των ακτημόνων – προλετάριων με τον Τιβέριο Γράκχο επικεφαλής και με συγκεκριμένο αίτημα το ξαναμοίρασμα όλης της δημόσιας χώρας» {ο.π.: 23}. Την ίδια περίπου περίοδο ο Αθήναιος κάνει λόγο για ένα κίνημα πολυάριθμων δούλων που εργάζονταν στα μεταλλεία της Αττικής {Τσιμπουκίδης Δ., 1999: 166}.

Μέσα σε αυτό το εκρηκτικό περιβάλλον ξέσπασε και η επαναστατική εποποιία των δούλων και ακτημόνων στο βασίλειο της Περγάμου στη Μ. Ασία, όπου είχαν φτάσει τα κύματα της ενέργειας που εκλύονταν από τις επαναστατικές εκρήξεις της Μεσογείου. Η ιδιαίτερη σημασία της επανάστασης έγκειται στο γεγονός ότι υπερέβει τα εσκαμμένα της εποχής της, τους στενούς ορίζοντες της συνείδησης και διάνοιξε μια νέα ιστορική προοπτική. 
Οι δούλοι και οι ελεύθεροι προλετάριοι, που έως τώρα στρέφονταν ο ένας ενάντια στον άλλο υπερασπίζοντας τα στενά συμφέροντά τους, ενώνονται σε ένα κοινό αγώνα με κοινό στόχο την ριζική ανατροπή του καθεστώτος και την εγκαθίδρυση μιας κοινωνίας ισότητας, κοινοκτημοσύνης, χωρίς ιδιοκτησία, χωρίς αφέντες και δούλους.

Πολύ σπουδαία πηγή για την εξέγερση είναι το ψήφισμα της Περγάμου για τον Άτταλο Γ΄, με βάση το οποίο δόθηκαν δικαιώματα και προνόμια πάροικων σε δούλους και απελεύθερους. Έτσι μπορούμε να συμπεράνουμε ότι αυτά ήταν μέτρα που αποσκοπούσαν στο να δελεάσουν τους δούλους και τους περιθωριοποιημένους για να μην προσχωρήσουν στο κίνημα του Αριστόνικου. 
Οι πηγές εξάλλου επιβεβαιώνουν το πόσο σοβαρές διαστάσεις είχε πάρει η επανάσταση των «Ηλιουπολιτών» - όπως ονόμαζε ο Αριστόνικος τους οπαδούς του – και ότι είχε αγκαλιάσει πλατιά λαϊκά στρώματα πέραν των δούλων.

 Ο Στράβων γράφει για τη συμμετοχή στο κίνημα αυτό φτωχών εξαρτημένων ανθρώπων («απόρων τε ανθρώπων και δούλων») που διεκδικούσαν την απελευθέρωσή τους. Επίσης αναφέρει ότι οι ιδέες για κοινωνική δικαιοσύνη είχαν διαδοθεί στις περισσότερες πόλεις της Περγάμου. Ο Διόδωρος εξάλλου μας λέει ότι οι δούλοι λόγω της κακής μεταχείρισης από τους δεσπότες πήραν μέρος στην ¨παράλογη εξέγερση» του Αριστόνικου και προξένησαν δεινά σε πολλές πόλεις. {Τσιμπουκίδης Δ., 1999: 170}

Το όραμα μιας τέτοιας ελεύθερης κοινωνίας ήταν που έδωσε ένα νέο νόημα στον αγώνα τους και απέκτησε τόση δυναμική ώστε να συνενώσει και να εκφράσει όλα τα καταπιεσμένα λαϊκά στρώματα της εποχής. Το αίτημα για μια ριζικά νέα κοινωνία δεν έφτανε όμως από μόνο του για να εκδηλωθεί μια επαναστατική κίνηση.
Χρειάζονταν και άλλες βασικές προϋποθέσεις και ευνοϊκές συγκυρίες που γεννούν τέτοια γεγονότα. Χρειαζόταν, καταρχήν, το υποκείμενο ή τα υποκείμενα που θα την εκφράσουν, θα την επενδύσουν με λόγο, νόημα, σύμβολα, στόχους, στρατηγικές.
 Ο καθοριστικός αυτός παράγοντας εμφανίστηκε στην Πέργαμο – και πουθενά αλλού – και λέγονταν Αριστόνικος. Άλλο ένα στοιχείο που κάνει το γεγονός εξαιρετικό και μοναδικό μέσα στην ιστορία – όπως εξάλλου κάθε ανάλογο γεγονός που ξεπερνά την εποχή του: η πρωτότυπη, δημιουργική σύνθεση ιστορικών τάσεων και συγκυριών, αντικειμενικών και υποκειμενικών παραγόντων που συμπτωματικά, τυχαία συνυπάρχουν σε ένα ορισμένο τόπο και χρόνο και που μπορεί να δημιουργήσουν εξελίξεις σημαντικού εύρους και βάθους.
Η ίδια η αφορμή για την επανάσταση είναι ένα επιπλέον παράδοξο της ιστορίας. Το πρώτο στασιαστικό κίνημα το οργάνωσε ο Αριστόνικος με στόχο να διεκδικήσει τον θρόνο του βασιλείου της Περγάμου, ως νόθος αδελφός του αποθανόντος βασιλιά Αττάλου του ΙΙΙ.
 Με την συγκεκριμένη ενέργεια, ο Αριστόνικος εναντιωνόταν στο γράμμα της διαθήκης του Αττάλου σύμφωνα με το οποίο το βασίλειο της Περγάμου παραχωρούνταν στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.
 Μετά την αποτυχία όμως αυτού του πρώτου κινήματος ο Αριστόνικος οργάνωσε ένα νέο, πολύ πιο δυναμικό, επαναστατικό κίνημα, ακριβώς γιατί τώρα έβαλε μπροστά τη σημαία – πρόταγμα της καθολικής ανατροπής, τις επιθυμίες και τα οράματα των σκλαβωμένων και εξαθλιωμένων.
Θα εξετάσουμε παρακάτω αυτό το παράδοξο, το οποίο φανερώνει την ξεχωριστή προσωπικότητα του Αριστόνικου, αλλά και το ρόλο της προσωπικότητας μέσα στην ιστορία. 
Το ερώτημα που εγείρεται άμεσα, σε αυτό το σημείο, είναι το πώς ένα κοινωνικό όραμα γεννιέται και διαμορφώνεται, από πού αντλεί τη δυναμική του, ποιες είναι οι πνευματικές, πολιτισμικές καταβολές του.

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΟΥΤΟΠΙΑΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

Η επανάσταση της Πολιτείας του Ήλιου πήρε το όνομα της και εμπνεύστηκε από ένα ουτοπικό μύθο ο οποίος ήταν πολύ διαδεδομένος στην Ανατολή. Σύμφωνα με αυτήν την ουτοπία υπήρχε μια πολιτεία σε κάποια νησιά στα βάθη της Ανατολής μια ιδανική πολιτεία, όπου όλα τα μέλη της ήταν ίσα και ζούσαν σε ένα καθεστώς αρμονίας και ελευθερίας. Χρήματα δεν υπήρχαν, ούτε προνόμια, ενώ τα πάντα ήταν κοινά. Αυτή η ιδανική κατάσταση είχε ανάλογη επίδραση και στους ανθρώπους: ήταν όλοι υγιείς, ψηλοί, ωραίοι και ζούσαν πάνω από εκατό χρόνια ο καθένας. 
Οι άνθρωποι ήταν αφοσιωμένοι σε μια λιτή ζωή, μέσα στη φύση την οποία αποθέωναν, ενώ απαξίωναν την πόλη, το αστικό περιβάλλον και τρόπο ζωής.
 Ο μύθος αυτός ήταν πολύ αγαπητός στις φτωχές μάζες και στους δούλους, ενώ σε κάποια χρονική στιγμή πρέπει να πέρασε στη σφαίρα του πραγματικού: στη συνείδησή τους ήταν μια υπαρκτή πολιτεία. Έχοντας μάλιστα τον ήλιο ως σύμβολο, ήταν εύκολο να ενσωματωθεί στην κουλτούρα και τις νοοτροπίες της Ανατολής.

Κατά τον Λεκατσά η δύναμη επιρροής της ουτοπίας του Ήλιου οφειλόταν στο ότι «κατόρθωνε να συνδυάζει τα ουσιωδέστερα στοιχεία όλων των ουτοπιών σε μια βαθύτατα επαναστατική σύνθεση, που κολάκευε τους θερμότερους πόθους των εξαθλιωμένων μαζών του ετοιμοθάνατου αρχαίου κόσμου. Τα περισσότερα στοιχεία είναι παρμένα από το θρύλο του χρυσού αιώνα. της εποχής που η γης ανάδιδε αυτοφύτρωτα τα πλούσια δώρα της κι η ισότητα, η αγαθοσύνη, η αγνότητα κι η ευδαιμονία βασίλευαν ανάμεσα στους ανθρώπους. της εποχής τέλος, που καμιά ατομική ιδιοκτησία δεν είχε διαμορφωθεί» {ο.π.: 16}.

 Ο θρύλος αυτός για μια χρυσή εποχή στο παρελθόν ήταν γνωστός στον ελλαδικό χώρο και είχε περάσει και στη λόγια παραγωγή, για παράδειγμα στον Ησίοδο και στο Δικαίαρχο. Επίσης η εχθρότητα προς την πόλη και τον αστικό βίο, ως πηγές δυστυχίας, εκμετάλλευσης, αδικίας και ανελευθερίας, υπάρχει στο έργο του Πλάτωνα και των Κυνικών. Η λατρεία της φύσης, στην οποία κυριαρχεί το φυσικό δίκαιο, το οποίο μας διδάσκει την ελευθερία, την ισότητα και τη δικαιοσύνη εκφράζονται μέσα από έργα, όπως η ποίηση του Θεόκριτου, τα «Γεωργικά» του Βιργιλίου και ο «Ευβοϊκός» του Δίωνα του Χρυσόστομου.
Στο βαθμό που η επανάσταση της Πολιτείας του Ήλιου πυροδοτήθηκε από ένα κοινωνικό όραμα – πρόταγμα το οποίο αποτελεί σύλληψη ενός ουτοπικού λόγου, θα πρέπει να διερευνήσουμε το ρόλο και τη σημασία της Ουτοπίας μέσα στην ιστορία. Υπό αυτό το πρίσμα θα μπορέσουμε ίσως να αναδείξουμε λιγότερο φανερές, αλλά οπωσδήποτε ουσιαστικές διαστάσεις του γεγονότος που εξετάζουμε.

Προκειμένου να αποκτήσουμε μια περισσότερο σαφή εικόνα για τις ιστορικές επιπτώσεις της Ουτοπίας δεν θα πρέπει να την περιορίσουμε στην προοπτική της βραχυπρόθεσμης πράξης. Η βραχυπρόθεσμη πράξη συνήθως θεωρείται ως μια έλλογη διαδικασία, όπου μπορούν να ελεγχθούν και να σταθμιστούν οι συνέπειές της, η συμφωνία μεταξύ των υποκείμενων στόχων και προθέσεων του φορέα της πράξης και των αντικειμενικών αποτελεσμάτων της εν λόγω πράξης.

 Έτσι είναι πολύ εύκολο να καταδικάσουμε την Ουτοπία και να ερμηνεύσουμε την αποτυχία της με βάση το χάσμα μεταξύ πρόθεσης και πραγματικότητας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, όμως, συγχέουμε την Ουτοπία με το μη εφικτό, χαρακτηρισμός ο οποίος ισχύει για οποιαδήποτε πράξη «ρεαλιστική» η οποία αποτυγχάνει εξαιτίας της λανθασμένης εκτίμησης της συγκυρίας ή της ακαταλληλότητας των μέσων. 
Η Ουτοπία, από την άποψη τόσο των ιστορικών καταβολών της όσο και των προεκτάσεών της στον ιστορικό χρόνο, εντάσσεται μέσα στα μακρά κύματα της Ιστορίας. Αυτό σημαίνει ότι εφόσον η συλλογική πράξη εκτείνεται σε μεγάλο χρονικό διάστημα ή και επί γενεές ολόκληρες, τότε αναγκαστικά δεν παρουσιάζει την διαφάνεια και την ελεγξιμότητα που συναντάμε στη βραχέα πράξη. 
Εξάλλου η στενή «ορθολογιστική» άποψη που θεωρεί ως πράξη μόνο αυτή η οποία – καθώς και ο φορέας της επίσης – επιδέχεται σαφή ορισμό και ακριβή στάθμιση, είναι παραπλανητική. Δεν λαμβάνει υπόψη της ότι ολόκληρες ιστορικές εποχές, οι οποίες διακρίνονται από όλες τις άλλες, είναι αποτέλεσμα συλλογικής πράξης αρκετών γενεών και πολλών προσώπων που κατά κανόνα έδρασαν χωριστά το ένα από το άλλο. 
Καθώς κινούνται με βάση διαφορετικά κίνητρα, ιδέες, οράματα και στόχους ουσιαστικά δρούσαν για να προωθήσουν ιστορικές τάσεις που είτε δεν γνώριζαν καθόλου ή διαισθάνονταν με ένα αόριστο τρόπο. Όλες αυτές οι δυνάμεις και οι κινήσεις αποκρυσταλλώνονται στα μακρά κύματα της ιστορικής πράξης και είναι διαδικασίες που δεν μπορούν να ελεγχθούν και να επισκοπηθούν από κανένα ενεργό υποκείμενο.

Από την άλλη, «μια πράξη στην οποία τα μέσα και οι σκοποί είναι δυνατόν να εναρμονιστούν χάρη στην έλλογη στάθμιση εκδιπλώνεται υπό τη μορφή βραχέων κυμάτων που με τον καιρό απορροφώνται από τα μακρά κύματα της ιστορικής πράξης. Οι υποκειμενικές προθέσεις των ατόμων και τα έλλογα σχέδια δράσεως αποξενώνονται από τους αρχικούς τους σκοπούς και μέσα από τις αφανείς επενέργειες της ετερογονίας των σκοπών διοχετεύονται σε αγωγούς, οι οποίοι εκβάλλουν στις μεγάλες συλλογικές δημιουργίες ή αποτυχίες… Τα μακρά κύματα της ιστορικής πράξης τίθενται σε κίνηση χάρη στην ενέργεια, η οποία περιέχεται στα βραχέα κύματα… Όπως η συσσώρευση ησσόνων προσπαθειών και ιδιαίτερων υποκειμενικών σκοπών μπορεί να μεταπέσει σε μια νέα ιστορική ποιότητα, έτσι μπορεί και η αναζήτηση του απόλυτου να τεθεί στην υπηρεσία μιας νέας ιστορικής σχετικότητας. 
Στο σημείο αυτό τα ρεύματα της Ουτοπίας εκβάλλουν στον ποταμό της συλλογικής ιστορικής πράξης, η οποία εκδιπλώνεται σε μακρά κύματα.» {Κονδύλη Π., 1992: 119 – 120}

Σε αυτή την ιστορική λειτουργία εντοπίζεται η σημασία της Ουτοπίας η οποία δεν θα μπορούσε να γειωθεί στην πραγματικότητα αν ήταν μόνο μια ιδεατή κατάσταση. Είναι αναμφισβήτητο βέβαια ότι το όνειρο είναι μια βασική διάσταση του ουτοπικού σχεδίου, εντούτοις, αυτό είναι που του δίνει δύναμη και το ωθεί στη πράξη.
 Γιατί πέρα από την απόλυτη, την υπεριστορική διάσταση του ουτοπικού σχεδίου υπάρχει και μια άλλη σύμφυτη διάσταση η οποία προσδιορίζεται από την ιστορική εποχή. Αυτή η δεύτερη διάσταση, από την οποία αναπτύσσεται η ιστορική επενέργεια της Ουτοπίας, συνίσταται στην διαδικασία εκπόνησης του ιστορικά προσδιορισμένου σχεδίου της για την αναδιάρθρωση της κοινωνίας.
 «Η Ουτοπία αφενός αρνείται την πραγματικότητα και την υπερβαίνει καθώς προκαταλαμβάνει το μέλλον προβάλλοντας μέσα σε αυτό τάσεις εμβρυώδους υφιστάμενες. αφετέρου η Ουτοπία αρνείται την τωρινή πραγματικότητα στρεφόμενη εναντίων συγκεκριμένων πλευρών της και συγκροτώντας το σχέδιο κοινωνικής αναδιάρθρωσης ακριβώς ως συγκεκριμένη άρνηση συγκεκριμένων φαινομένων… Η περιγραφή της ιδεώδους κοινωνικής κατάστασης γίνεται σε συνεχή αντιπαράθεση με το παρόν, κι έτσι το υπαρκτό μετατρέπεται σε αρνητικό προσδιορισμό του ουτοπικού.

Ασκώντας την πολεμική της ενάντια στην υφιστάμενη κατάσταση, η Ουτοπία δεν αντιπαραθέτει σε τούτη εδώ μονάχα ανθρωπολογικές σταθερές ή έσχατους σκοπούς, ήτοι η αντιπαράθεση ουτοπικής κατάστασης και παρόντος δεν είναι μόνο ηθική και λογική, αλλά επίσης άμεση και απτή. οι ουτοπικοί θεσμοί αποτελούν μέσα για την πραγμάτωση του μέλλοντος, συνάμα όμως και μέσα για την καταπολέμηση του παρόντος δηλαδή των εμποδίων που στέκουν στο δρόμο της Ουτοπίας.» {Κονδύλης, 1992: 124 – 125}

Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι η Ουτοπία προκαταλαμβάνει εξελικτικές ιστορικές τάσεις που απολήγουν στον κοινωνικό σχηματισμό του μέλλοντος, ο οποίος ήδη υπάρχει σε μια πρωτογενή, ακαθόριστη μορφή. Η ουτοπική ιδέα πραγματώνεται τελικά διαστρεβλωμένη στην πράξη, λόγω της διάστασης των στόχων και των σχεδίων που αναφέραμε παραπάνω. 
Κατά συνέπεια η λαχτάρα για λύτρωση από τα δεινά και τους πόνους παραμένει ανικανοποίητη, Κάποια στιγμή όμως – κι εδώ βρίσκεται η μεγάλη δύναμή της – θα αναζωπυρωθεί πόθος και η προοπτική για την ιστορική εκπλήρωση της ουτοπικής ιδέας, και πάλι θα βρεθεί ένα καινούργιο σχέδιο κοινωνικής αναδιάρθρωσης.


Η ΣΧΕΣΗ ΛΟΓΙΟΥ–ΛΑΪΚΟΥ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ

Κλείνοντας, πρέπει να αναφερθούμε σε μια άλλη διάσταση καθοριστική για τη δημιουργία τέτοιων γεγονότων: η αλληλεπίδραση και η σύνθεση του λόγιου με το λαϊκό παράγοντα και η σημασία τους στην παραγωγή πολιτισμού, ιδεών, συμβολικών συστημάτων καθώς και στη δρομολόγηση κοινωνικών διεργασιών, έχουν επισημανθεί από διάφορους μελετητές και θεωρητικούς.
 Η προσέγγιση σε βάθος των ιστορικών φαινομένων μέσα από τη συντονισμένη προσπάθεια της Ιστορίας μαζί με άλλες κοινωνικές επιστήμες, όπως η ανθρωπολογία, η γλωσσολογία, η ψυχολογία, μας έχει οδηγήσει στο να βλέπουμε τα πράγματα στην πολυπλοκότητά τους, χωρίς δογματισμούς και μονομέρειες.
 Από αυτήν την άποψη υποστηρίζεται ότι οι εμπειρίες και οι μνήμες ενός λαού, ο τρόπος που αυτές επεξεργάζονται μέσα στη συλλογική συνείδηση και φαντασία, δεν είναι διαδικασίες αυτόνομες και διαχωρισμένες από τις πολιτισμικές καταθέσεις του λόγιου στοιχείου. Στην πραγματικότητα ο λόγιος και ο λαϊκός λόγος βρίσκονται σε μια συνεχή αλληλεπίδραση.
 Οι λαϊκές παρακαταθήκες επανασυντίθονται δημιουργικά και στη συνέχεια ξεφεύγουν από το δημιουργό τους, γίνονται μέρος του κοινωνικού γίγνεσθαι, αφομοιώνονται στην πολιτισμική σφαίρα και γίνονται εκ νέου αντικείμενο επεξεργασίας της λαϊκής σκέψης.

 Σχετικά με αυτό το ζήτημα ο Peter Burke μας λέει ότι ο όρος «λαϊκός πολιτισμός» σήμερα αμφισβητείται εξαιτίας του ότι δίνει μια εσφαλμένη εικόνα ομοιογένειας {Burke, 1990: 31}. Εξάλλου ο ανταγωνιστικός προς τον ηγεμονικό λόγος δεν είναι προνόμιο των υπαλλήλων τάξεων. Κατά συνέπεια θα πρέπει να επανορίσουμε το λαϊκό ως το επαναστατικό στοιχείο που βρίσκεται σε όλους μας, παρά ως ίδιον γνώρισμα οποιασδήποτε κοινωνικής ομάδας, όπως υποστηρίζει ο Μιχαήλ Μπαχτίν. Στον ίδιο εξάλλου οφείλουμε και την έννοια της «πολιτισμικής κυκλοφορίας» η οποία νομίζουμε ότι μπορεί να λειτουργήσει εποικοδομητικά στο παράδειγμα που εξετάζουμε.

Το συγκεκριμένο θεωρητικό σχήμα μπορεί να εφαρμοστεί στην ερμηνεία της επανάστασης της Πολιτείας του Ήλιου. Μια ουτοπία, δημιούργημα του Ιαμβούλου η οποία διαδόθηκε και αγαπήθηκε ευρύτατα και σε πολλές περιπτώσεις θεωρήθηκε πραγματικότητα.
 Η επαναστατική φλόγα και ο ουτοπικός πόθος παρέμειναν ζωντανά μέσα στη σκέψη και τη δημιουργική φαντασία των καταπιεσμένων. Αυτή η συνθήκη επέτρεψε, κάτω από ευνοϊκές περιστάσεις, να αναζωπυρωθεί και να εξαπλωθεί η επαναστατική φλόγα χάρη στη δημιουργική παρέμβαση μιας άλλης προσωπικότητας, του Αριστόνικου.
 Προσωπικότητα η οποία θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως χαρισματική, με την έννοια ότι μπόρεσε να συνθέσει δημιουργικά ετερόκλητα στοιχεία, ιδέες, οράματα, επιθυμίες, ανάγκες και να εκφράσει, να τα γειώσει στην πραγματικότητα, μετουσιώνοντάς τα σε πράξη.

Ο μύθος του Ιαμβούλου

                            Σύμφωνα με τον Διόδωρο, ο Ιάμβουλος ένας κοσμοπολίτης της εποχής του, ταξίδευε μαζί μ’ έναν σύντροφό του στην Αραβία, όταν συνελήφθησαν από Αιθίοπες και μεταφέρθηκαν στη χώρα τους προκειμένου να τους χρησιμοποιήσουν ως εξιλαστήρια θύματα. Ακολουθώντας μια αρχαία ιερατική συνήθεια, οι Αιθίοπες τους έβαλαν σε μια σχεδία και αφού τους εφοδίασαν με τρόφιμα για έξι μήνες, τους είπαν πως αρμενίζοντας στο πέλαγος με κατεύθυνση το Νότο θα συναντήσουν ένα πανέμορφο νησί την «Πολιτεία του Ήλιου«, όπου και θα ζήσουν ευτυχισμένη ζωή.
Αν το θελήσουν οι θεοί και φθάσουν στο ευλογημένο αυτό νησί, θα είναι συνάμα και ευεργέτες των Αιθιόπων, καθώς σύμφωνα με τον αρχαίο χρησμό που όριζε την παράξενη αυτή συνήθεια, η Αιθιοπία θα απολάμβανε εξακόσια χρόνια ειρήνης. Αν, όμως, δείλιαζαν μπροστά στους κινδύνους της θάλασσας και γύριζαν πίσω, τότε θα πέθαιναν από απάνθρωπα βασανιστήρια.

Μετά από πολλές περιπέτειες, ο Ιάμβουλος μαζί με τον φίλο του, ανακάλυψαν έναν πανευτυχή λαό που ζούσε σε επτά μεγάλα νησιά. Η «Πολιτεία του Ήλιου» ήταν πράγματι ένας αληθινός παράδεισος, όπου επικρατούσε καθεστώς κοινοκτημοσύνης, οι άνθρωποι ήταν πανέμορφοι, δεν αρρώσταιναν ποτέ και ζούσαν πάνω από εκατό χρόνια. Οι δύο τους, έζησαν εκεί επτά χρόνια, ώσπου οι κάτοικοί της τους έδιωξαν κακήν κακώς «σαν κακούργους και επίβουλους, σαν ανθρώπους που δεν μπορούσαν να ξεριζώσουν από την ψυχή τους τις κακές συνήθειες του πολιτισμένου κόσμου«. Επιστρέφοντας, ο σύντροφος του Ιαμβούλου παρασύρθηκε από τα άγρια κύματα και χάθηκε στη θάλασσα, ενώ ο ίδιος ξεβράστηκε σε μια αμμουδιά του Ινδικού Ωκεανού.                      


ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Είδαμε λοιπόν ότι μια Ουτοπία μπορεί να παίξει καταλυτικό ρόλο στη δημιουργία σημαντικών ιστορικών συμβάντων όταν αναπτύσσεται σε ένα ευνοϊκό κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον. Είδαμε ακόμη ότι αυτή η κίνηση ιδεών, συμβόλων, αξιών, πολιτισμικών καταθέσεων είναι μια σύνθετη διαδικασία, που απορρέει από την αλληλεπίδραση λόγιων και λαϊκών στοιχείων.
 Επισημάναμε τέλος τη σημασία της προσωπικότητας όταν αυτή μπορεί να εκφράσεις τις ιστορικές τάσεις της εποχής της. Όλοι αυτοί οι παράγοντες ήταν οι βασικές παράμετροι της επανάστασης της Πολιτείας του Ήλιου.
 Της οποίας το άδοξο τέλος λαμβάνει χώρα το 128 π.χ. όταν ο στρατός του Αριστόνικου ηττήθηκε από τις δυνάμεις του Ρωμαίου ύπατου Μάρκου Περπένα. Ο ίδιος αιχμαλωτίστηκε και στάλθηκε στη Ρώμη όπου πέθανε στη φυλακή.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ 
Παναγής Λεκατσάς (1977): Η Πολιτεία του Ήλιου. Η κοινοκτημονική επανάσταση των δούλων και προλετάριων της Μικράς Ασίας. 133 – 128 π.χ. Εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα.
Δημήτρης Ι. Τσιμπουκίδης (1999): Ανατομία της Δουλοκτητικής Κοινωνικής Σκέψης. Ελεύθεροι και δούλοι. Εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα.
Sandra R. Joshel (1992): Work, Identity and Legal Status at Rome. A study of the occupational inscriptions. Norman and London, University of Oklahoma Press.


 ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝ 


ΜΕ ΠΗΓΕΣ ΑΠΟ : 
ΠΗΓΕΣ  ΚΕΙΜΕΝΟΥ  1
Η ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΟΣΜΟΥ - www.ehw.gr/
ΠΗΓΗ  ΚΕΙΜΕΝΟΥ 2
www.vrahokipos.net/