Μερικά σημαντικά έργα και στοιχεία στον ελληνικό κόσμο

Οι μεγαλύτερες κατακόμβες στην Ελλάδα


Οι Kατακόμβες της Mήλου ανακαλύφθηκαν το 1840 και αποτελούν το τρίτο κατά σειρά σπουδαιότητας Χριστιανικό μνημείο του είδος στον κόσμο μετά τους Ιερούς τόπους και τις κατακόμβες της Ρώμης. Πρόκειται για ένα μεγάλο χριστιανικό νεκροταφείο αλλά και για τόπο λατρείας της χριστιανικής θρησκείας.
Οι κατακόμβες κατασκευάστηκαν στα τέλη του 1ου αι. Βρίσκονται ένα χιλιόμετρο από το χωριό Τρυπητή και απέχουν 160 μέτρα από τα αρχαία τείχη.
Αποτελούν ένα τεράστιο τεχνικό έργο, για την κατασκευή του οποίου χρειάστηκε να γίνουν εξορύξεις σε μεγάλο βάθος και να μεταφερθούν τεράστιοι όγκοι χώματος.


Αποτελούνται από ένα υπόγειο σύμπλεγμα με 3 θαλάμους, 5 διαδρόμους και μια νεκρική αίθουσα. Το μήκος όλου του δικτύου είναι 184 μέτρα. Το ύψος των διαδρόμων φτάνει ως και τα 2.5 μέτρα. Το πλάτος από 0,8 - 5 μέτρα. Eίχαν εισόδους στο εξωτερικό περιβάλλον, αλλά σήμερα λειτουργεί μόνο μία, αυτή των «Πρεσβυτέρων», απ' όπου μπορεί να εισέλθει ο επισκέπτης.

Στο εσωτερικό των κατακομβών, δεξιά και αριστερά επάνω στους τοίχους, υπάρχουν σκαμμένες αψίδες, τα «αρκοσόλια», που ήταν οι χώροι ταφής για 5-7 άτομα. Τάφοι υπήρχαν και στα δάπεδα.

Πολλοί τάφοι ήταν διακοσμημένοι με φυτικά κοσμήματα και συμβολικές παραστάσεις. Υπολογίζεται ότι στις κατακόμβες τάφηκαν πάνω από 2000 χριστιανοί.

Οι κατακόμβες της Μήλου υπολογίζεται να ήταν σε χρήση μέχρι και τον 5ο αι, οπότε λόγω των σεισμών η περιοχή καταπλακώθηκε από χώματα.



Το Αρτεμίσιο της Εφέσου – Ένα από τα επτά θαύματα



Ο ναός της Αρτέμιδος βρισκόταν στην Έφεσο της Μικράς Ασίας, στην πόλη που σύμφωνα με το μύθο έκτισαν οι αμαζόνες. Το Αρτεμίσιο αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους ναούς του ελληνικού κόσμου που κτίστηκαν ποτέ.
Με εντολή του βασιλιά Κροίσου της Λυδίας σχεδιάστηκε από το Χερσίφρονα και το Μεταγένη τον 6ο αι. π.Χ. και αποπερατώθηκε έναν περίπου αιώνα μετά από τους αρχιτέκτονες Παιώνιο τον Εφέσιο και Δημήτριο.



Ο δίπτερος (είχε δυο σειρές κίονες) μαρμάρινος ναός ήταν διαστάσεων 55 Χ 110 μέτρων, με 8 κίονες στις στενές πλευρές και 20 στις μακριές. Κάθε κίονας είχε ύψος 20 μέτρα. Στο ιερό δέσποζε το λαμπρό μαρμάρινο άγαλμα της θεάς.

Το 356 π.Χ. ο ναός καταστράφηκε από τη φωτιά που έβαλε κάποιος Ηρόστρατος, για να μείνει το όνομά του στην ιστορία. Λέγεται ότι η πυρπόληση έγινε την ημέρα γέννησης του Αλέξανδρου του Μέγα, ο οποίος φθάνοντας μετά από χρόνια στην Έφεσο διέταξε την ανέγερση εκ νέου του ναού. Το έργο αυτό χρειάστηκε 120 περίπου χρόνια για να αποπερατωθεί ακόμα πιο μεγαλόπρεπο από το αρχικό. 



Το μεγαλύτερο αρχαίο θέατρο



Κατά τον Παυσανία, το θέατρο της Μεγάλης Πόλης ήταν το μεγαλύτερο και το αρχαιότερο θέατρο της αρχαίας Ελλάδας με χωρητικότητα 18 έως 20 χιλιάδων θέσεων.

Κατασκευάστηκε από τον Πολύκλειτο τον Αργείο τον 4ου π.Χ. αιώνα, είχε ξύλινη κινητή σκηνή που συρόταν με τροχούς σε σκηνοθήκη και είχε μήκος 35,36 μ. και πλάτος 8,23 μ. Στο κοίλο υπήρχαν δύο διαζώματα, είκοσι σειρές εδωλίων στα δυο κατώτερα μέρη και δεκαεπτά σειρές στο ανώτατο μέρος του κοίλου. Η διάμετρος του κοίλου υπολογίζεται σε 145 μ. περίπου. Το αρχαίο θέατρο φημιζόταν για την ακουστική του. Το 1890 σε ανασκαφές του Βρετανικού Ινστιτούτου αποκαλύφθηκε η ορχήστρα, το προσκήνιο και οι κατώτερες σειρές του κοίλου του θεάτρου.

Σύμφωνα με τον κ. Θέμελη, στην περιγραφή του θεάτρου  «η πρόσοψή της σκηνής (scenaefrons), μήκους 33 και πλάτους 4 μέτρων, αναπτυσσόταν σε ύψος και ήταν τουλάχιστον τριώροφη. Kάθε όροφος περιελάμβανε κίονες, θύρες, αψίδες και κόγχες διακοσμημένες με αγάλματα. Oι κίονες του κάτω ορόφου, από γκρίζο γρανίτη και ερυθρόλευκο μάρμαρο εναλλάξ, ήταν μεγαλύτεροι από τούς υπερκείμενους και έφεραν περίτεχνα κορινθιακά, περγαμηνά και ιωνικά κιονόκρανα πού βάσταζαν θριγκό (τμήμα του οικοδομήματος πάνω από τους κίονες που συμπεριλάμβανε το επιστήλιο, τη ζωφόρο και το γείσο). Tο σκηνικό οικοδόμημα έφερε επένδυση από μαρμάρινες πλάκες, ορισμένες από τις οποίες είχαν έξεργα διακοσμητικά στοιχεία.

Αγάλματα διακεκριμμένων ανδρών
Αγάλματα και κυρίως χάλκινοι ανδριάντες διακεκριμμένων Mεσσήνιων και ευεργετών της πόλης φαίνεται ότι ήταν ανιδρυμένα γύρω στην ορχήστρα, όπως δείχνουν τα σωζόμενα βάθρα. Ένα από αυτά έφερε τον ανδριάντα ενός Mεσσήνιου νεοπλατωνικού φιλόσοφου. Η ορχήστρα της φάσης των μέσων του 2ου αιώνα μ.Χ. (φάση επισκευής των Σαιθιδών) έφερε πλακόστρωση από πολύχρωμες λίθινες πλάκες. Kαμαροσκέπαστη είσοδος οδηγούσε στην ορχήστρα από τα ανατολικά, όταν καταργήθηκαν οι πάροδοι της ελληνιστικής φάσης.

Aπό τα τέλη του 3ου – με αρχές 4ου αιώνα μ.X. είχε αρχίσει η κατάρρευση και η λιθολόγηση του Θεάτρου. Δεν χρησίμευε σε τίποτε πλέον και μετατράπηκε σε “λατομείο” για τους κατοίκους της ύστερης αρχαιότητας και κυρίως της εκχριστιανισμένης Mεσσήνης. Αρχιτεκτονικά λείψανα πρωτοβυζαντινού και βυζαντινού οικισμού εκτείνονται σε ολόκληρο το άνω πλάτωμα του Θεάτρου και συνεχίζονται προς τα βόρεια και τα ανατολικά. Η χρήση του Θεάτρου ως λατομείου συνεχίστηκε, χωρίς διακοπή από τον 7ο αιώνα ως και την περίοδο της Ενετοκρατείας (1356-1553), παράλληλα με τη λειτουργία της παρακείμενης Bασιλικής, καθώς και με τη χρήση του οικισμού, σύμφωνα με τα νομίσματα, την κεραμική, αλλά και τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα.»


Η σημερινή Μεγαλόπολη βρίσκεται σε απόσταση 3 χλμ. από την αρχαία Μεγάλη Πόλη, που ήταν το κέντρο των Αρκάδων και είχε κτιστεί τον 4ο αιώνα π.Χ. από τον Θηβαίο Επαμεινώνδα.



Το κατασκευαστικό «θαύμα» 2600 ετών,-Το μακροβιότερο υδραγωγείο


Το Ευπαλίνειο όρυγμα της Σάμου – το «αμφίστομον» όπως αναφέρεται από τον ιστορικό Ηρόδοτο - αποτελεί ένα κορυφαίο τεχνικό επίτευγμα στην ιστορία της μηχανικής, τεκμήριο του υψηλού επιστημονικού επιπέδου στην Ελλάδα του 6ο αι. π.Χ.

Ο τύραννος Πολυκράτης ανέθεσε στο μηχανικό Ευπαλίνο από τα Μέγαρα την κατασκευή ενός αγωγού για την υδροδότηση της πρωτεύουσας της Σάμου.

Η πλούσια πηγή των Αγιάδων βρίσκονταν πίσω από το βουνό και έπρεπε να μεταφέρεται στην πόλη με ασφαλή τρόπο, ακόμα και στην περίπτωση πολιορκίας. Αυτό θα ήταν εφικτό μόνο με διάνοιξη σήραγγας. Για εξοικονόμηση χρόνου ο Ευπαλίνος επιχείρησε με επιτυχία τη διάνοιξη της σήραγγας ταυτόχρονα από δυο πλευρές του βουνού – τη βόρεια και τη νότια.

Είχαν περάσει 6 χρόνια όταν οι δυο ομάδες εργασίας συναντήθηκαν με την ελάχιστη απόκλιση των 0,60 μέτρων σε μήκος και περίπου 3 μέτρων σε ύψος, 620 μέτρα από τη βόρεια είσοδο και 426 από τη νότια (συνολικό μήκος 1046 μέτρα).

Σύμφωνα με τους υπολογισμούς χρειάστηκαν ακόμα 4 χρόνια για να ολοκληρωθεί το έργο με την τοποθέτηση πήλινων σωλήνων στο δάπεδο της σήραγγας και άλλες συμπληρωματικές εργασίες.

Το Ευπαλίνειο όρυγμα λειτούργησε για 1000 χρόνια και αχρηστεύθηκε λόγω πλημμελούς συντήρησης ή στερέματος της πηγής. Αργότερα πιστεύεται χρησιμοποιήθηκε ως καταφύγιο στα χρόνια των επιδρομών των Σαρακηνών.

Η σύγχρονη αποκατάσταση του και ο καθαρισμός του έγινε το 1971 από το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο.



Το μεγαλύτερο εμπορικό κέντρο του αρχαίου κόσμου

Απολλόδωρος-

Η Αγορά του Τραϊανού (Mercatus Traiani), το μεγαλύτερο εμπορικό κέντρο του αρχαίου κόσμου βρίσκεται στη Ρώμη απέναντι από το Κολοσσαίο.

Χτίστηκε το 107 μ. χ. επί αυτοκράτορα Τραϊανού και είναι έργο του αρχιτέκτονα-μηχανικού Απολλόδωρου του Δαμασκηνού.

Ο Απολλόδωρος, κορυφαίος μηχανικός της εποχής, γεννήθηκε στη Δαμασκό της Συρίας και ήταν ο άνθρωπος που ακολουθούσε τον Τραϊανό και αναλάμβανε την κατασκευή όλων των έργων που αποφάσιζε ο αυτοκράτορας. Το μοναδικό τεράστιο για την εποχή του, έξι ορόφων, συγκρότημα στέγαζε περισσότερα από 150 καταστήματα πώλησης αγαθών, κέντρα ψυχαγωγίας, ταβέρνες και γραφεία.

Ακόμη στο ισόγειο υπήρχε μια τεράστια αίθουσα που ήταν μάλλον χώρος ακροάσεων και εκδηλώσεων. Στο κτίριο προστέθηκε ένας όροφος γύρω στο 1200 μ. Χ.

Σήμερα, το μέρος του κτηρίου που σώζεται, αποτελεί κύριο αξιοθέατο της Ρώμης τόσο λόγω του μεγέθους του, όσο και της αρχιτεκτονικής του.



Το κορυφαίο αρχιτεκτονικό μνημείο των κλασικών χρόνων



Ο ναός που χρησιμοποιήθηκε από τρεις θρησκείες.

Παρθενώνας
Ο ηγέτης της αθηναϊκής δημοκρατίας Περικλής (495-429 π.Χ.) θέλοντας να καταδείξει τον ηγεμονικό ρόλο της Αθήνας ανέθεσε στους αρχιτέκτονες Ικτίνο και Καλλικράτη την ανέγερση μεγαλοπρεπούς ναού στην Ακρόπολη των Αθηνών. Τη γενική επιστασία και τη διακόσμηση ανέλαβε ο Φειδίας.

Ο Παρθενώνας, αφιερωμένος στην προστάτιδα της Αθήνας, Αθηνά, άρχισε να οικοδομείται το 447 π. Χ. και ολοκληρώθηκε το 438 π.Χ. Χτίστηκε με χρήματα του ταμείου της Αθηναϊκής Συμμαχίας.

Έμελλε να γίνει το διαχρονικό σύμβολο της δημοκρατίας και του αρχαίου ελληνικού πνεύματος μέσα στην παγκόσμια ιστορία.


Ο Παρθενώνας είναι ναός δωρικού ρυθμού με ιδιαίτερα προσεγμένες αναλογίες και τις μοναδικές καμπυλότητές του. Έχει διαστάσεις 69,51 μ. μήκος επί περίπου 30,85 μ. πλάτος και δεν υπάρχει σχεδόν καμία ευθεία γραμμή στο σύνολό του προσδίδοντας έτσι την αίσθηση μιας μεγαλόπρεπης ανάτασης στη θέα του.

Ο ναός είναι κατασκευασμένος αποκλειστικά από λευκό Πεντελικό μάρμαρο. Ήταν διακοσμημένος με περίφημα γλυπτά τοποθετημένα στη ζωοφόρο, στις μετόπες και στα αετώματα, μέρος των οποίων αποσπάστηκε από το Λόρδο Τόμας Έλγιν στις αρχές του 19ου αι. και εκτίθεται ακόμα στο Βρετανικό Μουσείο, παρά την παγκόσμια κατακραυγή.

Στο εσωτερικό του ναού βρισκόταν το ύψους 12 μέτρων χρυσελεφάντινο άγαλμα της Αθηνάς Παρθένου, έργο του Φειδία αλλά και το θησαυροφυλάκιο της πόλης.

Με την επικράτηση του Χριστιανισμού ο Παρθενώνας μετατράπηκε αρχικά σε Αγία Σοφία και στη συνέχεια σε «Παναγία η Αθηνιώτισσα» (τέλη του 5ου αι.).

Κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας ο Φλωρεντινός Ατσαγιόλι μετέτρεψε τον Παρθενώνα σε καθολική εκκλησία αφιερωμένη στην Παρθένο Μαρία (1381-95).

Ακολούθησε η Τουρκοκρατία και η μετατροπή του ναού σε τζαμί, το 1458.

Παρά τις μεταβολές και παρεμβάσεις, ο Παρθενώνας παρέμενε ακέραιος μέχρι το 1687 που ανατινάχτηκε από έκρηξη δυναμίτιδας κατά τη διάρκεια πολιορκίας της Ακρόπολης από τον Ενετό Φραντζέσκο Μοροζίνι.

Σε πείσμα των καταστροφών και της λεηλασίας του, ο Παρθενώνας εξακολουθεί να δεσπόζει αγέρωχα στον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης αποτελώντας το «σήμα-κατατεθέν» της χώρας μας.



Τα διαχρονικότερα και πλέον διαδεδομένα διακοσμητικά αρχιτεκτονήματα.

Βασικό δομικό στοιχείο ενός κτηρίου ήταν οι κίονες.

Τρεις ήταν οι κυριότερες μορφές κιόνων που επικράτησαν κατά την κλασσική εποχή, ο δωρικός, ο ιωνικός και ο κορινθιακός.

Χάρη στην εμπνευσμένη δομή και την περίτεχνη διακόσμησή τους, διασώθηκαν μέχρι σήμερα και παρά την επικράτηση του εύχρηστου και ανθεκτικού τσιμέντου, αποτελούν βασικό, κυρίως διακοσμητικό στοιχείο, των σημαντικών κτηρίων σε ολόκληρο τον κόσμο.

Τόσο οι κίονες όσο και τα περίτεχνα Ελληνικά αετώματα κοσμούν όλες σχεδόν τις μεγαλουπόλεις της Ευρώπης και της Αμερικής επιβεβαιώνοντας την τεράστια αξία μιας τεχνοτροπίας που αντέχει περισσότερο από 2500 χρόνια.

Ανάκτορα, δικαστικά κτήρια, όπερες, κοινοβούλια, δημαρχιακά μέγαρα, ακόμη και εκκλησίες δηλώνουν του λόγου το αληθές σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου.

Έτσι οι κλασσικοί ελληνικοί κίονες και τα ελληνικά αετώματα αποτελούν τα διαχρονικότερα και πλέον διαδεδομένα διακοσμητικά αρχιτεκτονήματα στον κόσμο.



Ο φάρος με τον ψηλότερο πύργο


Ο φάρος «Γαϊδουρονήσι» κατασκευάστηκε από την Γαλλική Εταιρεία Φάρων το 1834.

Το ύψος του κυλινδρικού του πύργου είναι 29 μέτρα και το εστιακό του ύψος είναι 68 μέτρα.

Βρίσκεται στο μικρό ερημικό νησάκι Γαϊδουρονήσι, στην είσοδο του λιμανιού της Ερμούπολης στη Σύρο.

Εντάχθηκε στο Ελληνικό φαρικό δίκτυο μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους το 1912-13.

Μέρος του φάρου καταστράφηκε κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Το 1948 επισκευάστηκε και από τότε λειτουργεί εκπέμποντας 1 λευκό φωτισμό κάθε 2 λεπτά.

Είναι ο φάρος με τον ψηλότερο πύργο στο Ελληνικό φαρικό δίκτυο.



Η μεγαλύτερη σκάλα

Παλαμήδι

Στο ενετικό φρούριο του Ναυπλίου, το Παλαμήδι, βρίσκεται η μεγαλύτερη σκάλα.

Η σκάλα που ξεκινά από την βάση του λόφου στον οποίο βρίσκεται το φρούριο και καταλήγει στην είσοδό του έχει 999 σκαλοπάτια.

Το φρούριο που δεσπόζει της πόλης του Ναυπλίου χτίστηκε το 1687 και είναι ένα από τα καλύτερα σωζόμενα μέχρι σήμερα μνημεία της εποχής του.



Η αρχαιότερη γνωστή γέφυρα


Η αρχαιότερη γνωστή σωζόμενη γέφυρα είναι η γέφυρα της Καζάρμας στο Γαλούση Αργολίδος.

Βρίσκεται στο δημόσιο δρόμο Ναυπλίου-Επιδαύρου και ήταν μέρος του οδικού δικτύου της ύστερης εποχής του χαλκού στην Πελοπόννησο.

Η κατασκευή της χρονολογείται πριν από το 1300 π.Χ.

Ανήκει στη μυκηναϊκή περίοδο και διακρίνεται η χαρακτηριστική τριγωνική πρόσοψη του οχετού της. Αποτελείται από ακατέργαστους ογκώδεις λίθους χωρίς συνδετικό υλικό.

Η γέφυρα χρησιμοποιείτο μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα για τη διέλευση κάθε είδους οχήματος. Σήμερα έχει απομονωθεί από το οδικό δίκτυο και έχει χαρακτηριστεί αρχαιολογικός χώρος



Η μεγαλύτερη θαλάσσια διώρυγα


Η διώρυγα στον Ισθμό της Κορίνθου υπήρξε ένα κατασκευαστικό όνειρο - πρόκληση που κράτησε 2.300 χρόνια.

Ο πρώτος που το επιχείρησε ήταν ο Περίανδρος, τύραννος της Κορίνθου το 600 π. Χ.

Τρεις αιώνες μετά τον Περίανδρο, το 307 π.Χ., ο Δημήτριος ο Πολιορκητής επιχείρησε να θέσει σ΄ εφαρμογή το ίδιο σχέδιο.

Κατά την Ρωμαϊκή εποχή, ο Ιούλιος Καίσαρ το 44 π.Χ. και ο Καλιγούλας το 37 π.Χ. κάνουν σχέδια τομής του Ισθμού Αργότερα ο Νέρωνας αποφάσισε το 66 μ.Χ. να πραγματοποιήσει το έργο. Οι εργασίες άρχισαν το 67 μ.Χ. αλλά σταμάτησαν σύντομα.

Μετά τον Νέρωνα, ο Ηρώδης ο Αττικός προσπάθησε να διανοίξει τη διώρυγα, αλλά οι προσπάθειες του, όσο και των Βυζαντινών αργότερα, σταμάτησαν αμέσως.

Μετά από αιώνες, οι Ενετοί προσπάθησαν επίσης να διανοίξουν τον ισθμό χωρίς επιτυχία.

Τελικά η διάνοιξη επετεύχθη πολύ αργότερα και τα εγκαίνια έγιναν τον Ιούλιο του 1893.

Για τη διάνοιξη αφαιρέθηκαν 12 εκατομμύρια κυβικά χώματος, εργάστηκαν περισσότεροι από 2500 εργάτες και για την ολοκλήρωση του έργου χρειάστηκαν 13 χρόνια.

Το μήκος της διώρυγας φτάνει στα 6.346 μέτρα και το πλάτος της στα 24,6 μέτρα.

Η διώρυγα στον Ισθμό της Κορίνθου είναι η μεγαλύτερη διώρυγα στην Ελλάδα και εξυπηρετεί την ναυσιπλοΐα καθώς καθιστά δυνατή τη δια θαλάσσης μετακίνηση από το Αιγαίο στο Ιόνιο χωρίς να είναι υποχρεωτικός ο περίπλους της Πελοποννήσου.

Κάθε χρόνο περνούν τη διώρυγα περισσότερα 12.000 πλοία.



O κολοσσός της Ρόδου – Ένα από τα επτά θαύματα


Από τον 3ο αι. π.Χ. ένα τεράστιο ορειχάλκινο άγαλμα που απεικόνιζε τον θεό Ήλιο δέσποζε στην πόλη της Ρόδου. Ήταν έργο του γλύπτη Χάρη Λίνδιου, μαθητή του Λυσίππου και του Λάχη και κατασκευάστηκε για να τιμηθεί ο σωτήρας θεός του νησιού από τους εισβολείς.

Ήταν τοποθετημένο πάνω σε μαρμάρινα βάθρα και είχε καθαρό ύψος 33 μέτρων.

Σύμφωνα με αναφορές της εποχής για την κατασκευή χρησιμοποιήθηκαν 15 τόνοι μπρούτζου και 9 τόνοι σιδήρου, αν και αυτές οι ποσότητες είναι μάλλον μικρές για ένα τέτοιου μεγέθους κατασκεύασμα. Ήταν κενό και γεμίζονταν με βαριές πέτρες και δοκάρια. Χρειάστηκαν 12 χρόνια για την αποπεράτωση του έργου. Η ακριβής τοποθεσία του αγάλματος δεν είναι γνωστή. Δεν θεωρείται πάντως εφικτό να στηριζόταν με το ένα σκέλος του στην μία άκρη του λιμένα και με το άλλο στην άλλη. Πιθανότερο είναι να ήταν τοποθετημένο σε περίβολο ναού, στο Ιερό του θεού Ήλιου. Το 225 π.Χ. ο Κολοσσός κατέπεσε ύστερα από μεγάλο σεισμό και παρέμεινε για αιώνες σωριασμένο.

Σύμφωνα με μαρτυρίες μεταγενέστερων συγγραφέων το 653 μ.Χ. οι Άραβες κατακτητές του νησιού τεμάχισαν το άγαλμα και μετέφεραν το χαλκό στη Συρία. Χρειάστηκαν 900 καμήλες για τη μεταφορά του.

Ο Κολοσσός της Ρόδου κατατάσσεται ως ένα από τα επτά θαύματα της αρχαιότητας σύμφωνα με τον κατάλογο που συνέταξε τον 2ο αιώνα ο Έλληνας συγγραφέας Αντίπατρος.

http://www.tovivlio.gr/








ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝ

ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΚΑΝΟΝΙΚΑ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΣΤΟ ΚΙΝΗΤΟ ΚΛΙΚ ΕΠΑΝΩ ΤΗΣ