Τα Μακρά Τείχη στην πόλη των Αθηναίων

Τα Μακρά Τείχη ήταν αμυντικά τείχη της πόλης των Αθηνών που χτίστηκαν μεταξύ 461 π.Χ. και 455 π.Χ., τα οποία οχύρωναν την πρόσβαση από τον κύριο οικισμό προς τους δύο κυρίους λιμένες της, τον Πειραιά και το Φάληρο. Αποτελούνταν από δύο τείχη, το «Βόρειο», (ή «Έξωθεν») και το «Μέσον» Τείχος (ή «Φαληρικό») σε παράλληλη διάταξη, μήκους 40 σταδίων (7 χλμ.), και σε μεταξύ τους απόσταση ενός σταδίου (184 μ.), που όμως φθάνοντας στον Πειραιά περιέκλειαν ολόκληρη την Ακτή, συμπεριλαμβανομένων του οικισμού, και των τριών λιμένων, με κύριο ακριβώς στόχο να προστατευθεί η επικοινωνία της Αθήνας με το λιμάνι της. Εκτός όμως των δύο παράλληλων αυτών τειχών υπήρχε και τρίτο το «Νότιο» που από την Αθήνα κατέληγε στο δευτερεύον λιμάνι του Φαλήρου στο σημερινό Παλαιό Φάληρο, που περιλαμβανόταν όμως στα Μακρά Τείχη. Επειδή αρχικά το Βόρειο και το Νότιο ήταν τα πρώτα που κτίσθηκαν και που περιέκλειαν τα δύο τότε επίνεια της Αθήνας, τον Πειραιά και το Φάληρο, ονομάσθηκαν Μακρά Τείχη.

Χάρτης 1784  -1793 Bocage


Στην αρχή της δεκαετίας το 450 π.Χ., ξεκίνησαν οι μάχες μεταξύ Αθηναίων και αρκετών Πελοποννήσιων συμμάχων, πιο συγκεκριμένα με την Κόρινθο και την Αίγινα. Εν μέσω αυτών των μαχών, μεταξύ 462 π.Χ. και 458 π.Χ., η Αθηναίοι είχαν ξεκινήσει να κατασκευάζουν δύο τείχη, τα Μακρά Τείχη, τα οποία διέτρεχαν από την κυρίως πόλη προς τους λιμένες της. Το ένα προς το παλαιό λιμάνι του Φαλήρου και το άλλο στο νεότερο του Πειραιά. Το 457 π.Χ. σπαρτιατικά στρατεύματα υποχρέωσαν σε ήττα αθηναϊκά σε μάχη στη Τανάγρα ενώ προσπαθούσαν να αποτρέψουν την κατασκευή των τειχών. Όμως, η κατασκευή τους συνεχίστηκε, και ολοκληρώθηκε λίγο μετά το τέλος της μάχης.[1] Τα τείχη αυτά διασφάλιζαν πως η Αθήνα δεν θα είχε πρόβλημα ποτέ με τις προμήθειες, όσο αυτή έλεγχε τη θάλασσα. Αυτά τα τείχη της Φάσης 1α [2] περιέκλειαν μια τεράστια περιοχή και συμπεριελάμβαναν την Αθήνα με τα δύο κύρια λιμάνια της.

Το κτίσιμο των Μακρών Τειχών αντανακλούσε μια ευρύτερη στρατηγική που ακολουθούσε η Αθήνα στις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. Αντίθετα με τις περισσότερες Ελληνικές πόλεις-κράτη, οι οποίες ειδικευόταν στους στρατούς οπλιτών, η Αθήνα είχε εστιάσει στο ναυτικό ως το επίκεντρο της στρατιωτικής της δύναμης, από τη στιγμή δημιουργίας του πρώτου της στόλου κατά τη διάρκεια πολέμου με την Αίγινα, στη δεκαετία του 480 π.Χ. Με την ίδρυση της Δηλιακής Συμμαχίας το 477 π.Χ., η Αθήνα δεσμεύτηκε με τη μακροχρόνια δίωξη των Περσών μέσω ναυμαχιών. Κατά τις επόμενες δεκαετίες, το Αθηναϊκό ναυτικό έγινε ο στυλοβάτης μιας ολοένα και περισσότερο αυτοκρατορικής συμμαχίας, και ο έλεγχος των θαλασσών από την Αθήνα της επέτρεψε τη προμήθεια δημητριακών από τις περιοχές του Ελλήσποντου και της Μαύρης Θάλασσας. Η ναυτική πολιτική δεν αμφισβητήθηκε σοβαρά είτε από δημοκράτες ή από ολιγάρχες τη περίοδο μεταξύ 480 και 462 π.Χ., αλλά αργότερα, όταν ο Θουκυδίδης ο μιλησίου ανέλαβε την αντιπολίτευση στην ιμπεριαλιστική πολιτική με ένα σύνθημα της ολιγαρχικής φατρίας, ο συγγραφέας γνωστός και ως ο Παλαιός Ολιγάρχης θα προσδιόριζε το ναυτικό και τη δημοκρατία ως άρρηκτα συνδεδεμένα, μια άποψη που επαναλήφθηκε και από σύγχρονους μελετητές.[3] Τα Μακρά Τείχη αποτέλεσαν κρίσιμο παράγοντα που επέτρεψαν στον Αθηναϊκό στόλο να καταστεί ύψιστης σημασίας δύναμη της πόλης.

Με το χτίσιμο των Μακρών Τειχών, η Αθήνα έγινε κατ' ουσίαν ένα νησί μέσα στη στεριά, μιας και καμία χερσαία δύναμη δε μπορούσε να την καταλάβει.[4] (Στους αρχαιοελληνικούς πολέμους ήταν σχεδόν αδύνατο να καταληφθεί μια πόλη εντός τειχών με οποιοδήποτε μέσο εκτός από το λοιμό και την παράδοση της.) Έτσι, η Αθήνα μπορούσε να βασίζεται στον ισχυρό στόλο της για να την κρατήσει ασφαλή σε οποιαδήποτε διαμάχη με άλλες πόλεις στην στεριά. Τα τείχη ολοκληρώθηκαν αμέσως μετά την ήττα των Αθηναίων στην Τανάγρα, όπου ο Σπαρτιατικός στρατός νίκησε τον Αθηναϊκό στο πεδίο της μάχης, αλλά ήταν αδύνατο να καταλάβει τη πόλη εξ' αιτίας της παρουσίας των τειχών. Επιδιώκοντας την εξασφάλιση της πόλης τους, ακόμη και κατά τη πολιορκία, οι Αθηναίοι ολοκλήρωσαν την κατασκευή των Μακρών Τειχών, και ελπίζοντας να αποτρέψουν όλες τις πιθανές εισβολές στην Αττική, πολιόρκησαν επίσης τη Βοιωτία, η οποία ήδη έλεγχε τα Μέγαρα, έθεσε όλες τις γύρω περιοχές της Αττικής σε φιλικά χέρια.[5] Για το μεγαλύτερο διάστημα του Πρώτου Πελοποννησιακού Πολέμου, η Αθήνα ήταν απροσπέλαστη από στεριά, αλλά η απώλεια των Μεγάρων και της Βοιωτίας στο τέλος αυτού του πολέμου οδήγησε τους Αθηναίους να επιστρέψουν στα Μακρά Τείχη ως πηγή της άμυνας τους.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 440 π.Χ. οι Αθηναίοι συμπλήρωσαν στα δύο ήδη υπάρχοντα Μακρά Τείχη μια τρίτη κατασκευή (Φάση 1β).[6] Αυτό το «Ενδιάμεσο Τείχος» ή «Νότιο Τείχος» χτίστηκε για να κατοπτρίζει το αρχικό Τείχος Αθήνας-Πειραιά αλλά και για να είναι ένα ακόμη τείχος που συνδέει τη πόλη με το επίνειο της. Υπάρχουν πολλά γνωστά ενδεχόμενα για το λόγο κατασκευής αυτού του τείχους, όπως: θεωρήθηκε πως κατασκευάστηκε ώστε να αποτελεί εφεδρική άμυνα σε περίπτωση που κάποιος διαπερνούσε το πρώτο Τείχος Αθήνας-Πειραιά. Αυτή όμως η θεωρία αποδείχθηκε ως λανθασμένη κατά τη διάρκεια της κατασκευής του τείχους. Τα κύρια σημεία πρόσβασης του χτίστηκαν ώστε να αντέχουν επιθέσεις μόνο από τη πλευρά του Φαλήρου. Μετά τις ναυμαχίες του 446 π.Χ. η Αθήνα δεν ήταν πλέον κυρίαρχη δύναμη στη θάλασσα, και έτσι το Ενδιάμεσο Τείχος λειτουργούσε περισσότερο εφεδρικά προς το Τείχος Αθήνας-Φαλήρου. Η απόσταση μεταξύ των δύο αρχικών (φάση 1α) τειχών άφηνε σημαντικό χώρο για επιδρομές από την ακτή, και με το νέο αυτό τείχος, οι Αθηναίοι θα μπορούσαν να υπαναχωρήσουν μέσα στη πιο στενή περιοχή των δύο Τειχών Αθήνας-Πειραιά.

Επίσης, τη περίοδο που χτίστηκε το Ενδιάμεσο Τείχος, στα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ., είχε αλλάξει η σημασία των Αθηναϊκών επινείων. Ο Πειραιάς είχε γίνει το κύριο οικονομικό και στρατιωτικό λιμάνι, ενώ το Φάληρο είχε αρχίσει να πέφτει σε αφάνεια. Αυτή η εξέλιξη προκάλεσε τον επανασχεδιασμό του συστήματος οχύρωσης, που θα εξασφάλιζε τη διασύνδεση της Αθήνας με τα πλοία της.[7]


Κατά τη διάρκεια της μεγάλης σύγκρουσης της Αθήνας με τη Σπάρτη, τους Πελοποννησιακούς Πολέμους από το 432 έως το 404 π.Χ., τα τείχη έμελλαν να έχουν ύψιστη σημασία. Ο Περικλής, ο ηγέτης της Αθήνας από την έναρξη του πολέμου έως το θάνατο του το 429 π.Χ. από τον λοιμό που έπληξε την Αθήνα, στήριξε τη στρατηγική της σύγκρουσης γύρω από τα τείχη. Γνωρίζοντας πως οι Σπαρτιάτες θα επιδίωκαν μια μάχη στη στεριά μαστίζοντας τις καλλιέργειες τους, όπως είχαν κάνει τη δεκαετία του 440 π.Χ., διέταξε τους Αθηναίους να παραμείνουν πίσω από τα τείχη και να στηριχτούν στο ναυτικό τους για να επικρατήσουν στον πόλεμο. Ως αποτέλεσμα, οι εκστρατείες των πρώτων χρόνων του πολέμου ακολουθούσαν ένα σταθερό σχέδιο: Οι Σπαρτιάτες έστελναν στρατό ξηράς για να λεηλατήσει την Αττική, ελπίζοντας πως αυτό θα οδηγούσε τους Αθηναίους εκτός των τειχών. Οι Αθηναίοι παρέμεναν εντός των τειχών, και έστελναν στόλο για να καταστρέψει πόλεις και να κάψει καλλιέργειες ενώ έπλεε γύρω από την Πελοπόννησο. Οι Αθηναίοι κατάφεραν να αποφύγουν μια χερσαία ήττα, αλλά υπέστησαν σοβαρές απώλειες κατά τις Πελοποννησιακές επιδρομές, και οι θησαυροί τους ελαττωθήκαν για να χρησιμοποιηθούν στα έξοδα των ναυτικών επιδρομών και των εισαγωγών δημητριακών. Επιπλέον, ένας λοιμός ερήμωσε την πόλη το 430 π.Χ. και το 429 π.Χ., με τα αποτελέσματα του να χειροτερεύουν μιας και όλος ο πληθυσμός ήταν συγκεντρωμένος μέσα στα τείχη.

Οι Αθηναίοι συνέχισαν να χρησιμοποιούν τα τείχη για προστασία κατά τη διάρκεια της πρώτης φάσης του πολέμου μέχρι τη σύλληψη Σπαρτιατών ομήρων το 425 π.Χ., κατά τη διάρκεια μιας Αθηναϊκής νίκης στη Πύλο. Μετά από αυτή τη μάχη, οι Σπαρτιάτες εξαναγκάστηκαν να παύσουν τις ετήσιες επιδρομές τους μέχρι το 413 π.Χ, μιας και οι Αθηναίοι απειλούσαν να σκοτώσουν τους ομήρους εάν ξεκινούσε επιδρομή.

Στη δεύτερη φάση του πολέμου, τα τείχη έγιναν ξανά κεντρικό σημείο της στρατηγικής των δύο πλευρών. Οι Σπαρτιάτες κατέλαβαν ένα φρούριο στη Δεκέλεια της Αττικής το 413 π.Χ. και τοποθέτησαν εκεί στράτευμα για να αποτελούν μια χρόνια απειλή για την Αθήνα. Με το στράτευμα αυτό εν όψει, οι Αθηναίοι θα μπορούσαν να λαμβάνουν προμήθειες για τη πόλη μόνο από τη θάλασσα. Η Αθήνα επίσης αποδυναμώθηκε από την καταστροφική κατάληξη της Σικελικής Εκστρατείας και ξεκίνησε να μετασχηματίζει τα τείχη της το καλοκαίρι του 413 π.Χ. όταν τελικά εγκατέλειψε το Τείχος Αθήνας-Φαλήρου, εστιάζοντας πλέον στα δύο Πειραϊκά Τείχη. Τα Μακρά Τείχη, και η πρόσβαση σε λιμάνι που παρείχαν, ήταν πλέον το μοναδικό πράγμα που προστάτευε την Αθήνα από ήττα. Οι Σπαρτιάτες έχοντας αντιληφθεί πως δε θα μπορούσαν να επικρατήσουν των Αθηναίων με χερσαία επιχείρηση μόνοι τους, έστρεψαν τη προσοχή τους στην δημιουργία ναυτικού, και στη τελική φάση του πολέμου αφιέρωσαν τους εαυτούς τους στη προσπάθεια να επικρατήσουν των Αθηναίων από θαλάσσης. Η τελική τους επιτυχία, στους Αιγός Ποταμούς το 405 π.Χ., απέκοψε τους Αθηναίους από τις θαλάσσιες διαδρομές προμηθειών και τους εξανάγκασε να υποταχθούν. Ένας από τους σημαντικότερους όρους αυτής της υποταγής που επιβλήθηκε στους Αθηναίους, ήταν να γκρεμίσουν τα Μακρά Τείχη, τα οποία και αποσυντέθηκαν το 404 π.Χ. Η ειρηνευτική συνθήκη που συμφωνήθηκε την ίδια χρονιά, προέβλεπε επίσης την παράδοση της ναυτικής δύναμης της Αθήνας, πλην 12 πλοίων. Ο Ξενοφών αναφέρει πως τα Μακρά Τείχη κατεδαφίστηκαν με πολλή αγαλλίαση και εν μέσω τραγουδιών φλάουτου από κορίτσια.


Μετά την ήττα τους το 404 π.Χ., οι Αθηναίοι γρήγορα ανέκτησαν μέρος από την ισχύ και την αυτονομία τους, και μέχρι το 403 π.Χ. είχαν ανατρέψει τους 30 ηγέτες που τους είχαν επιβάλει οι Σπαρτιάτες. Μέχρι το 395 π.Χ., οι Αθηναίοι ήταν αρκετά ισχυροί για να εισέλθουν στον Κορινθιακό Πόλεμο ως σύμμαχοι με το Άργος, την Κόρινθο και τη Θήβα. Για τους Αθηναίους, το πλέον σημαντικό γεγονός αυτού του πολέμου ήταν η επανακατασκευή των Μακρών Τειχών. Μέχρι το 395 π.Χ. είχε ξεκινήσει η επανακατασκευή της οχύρωσης και σύμφωνα με τον Αθηναίο στρατηγό Κόνωνα, η κατασκευή των τειχών είχε φτάσει στα τελικά της στάδια μέχρι το 391 π.Χ.. Το 394 π.Χ. Αθηναϊκός στόλος υπό του Κόνωνος επικράτησε αποφασιστικά των Σπαρτιατών στην Κνίδο, και, αμέσως μετά από αυτή τη νίκη, έφερε το στόλο πίσω στην Αθήνα, όπου παρείχε βοήθεια και προστασία ενόσω τα Μακρά Τείχη χτιζόταν ξανά. Έτσι, μέχρι το τέλος του πολέμου, οι Αθηναίοι είχαν επανακτήσει την ασυλία τους από χερσαία επέμβαση που τους είχαν πάρει οι Σπαρτιάτες στο τέλος του Πελοποννησιακού Πολέμου. Τα ανακατασκευασμένα τείχη παρέμειναν για πολλά χρόνια, και δεν αναφέρθηκε ποτέ πως είχαν ενσωματωθεί στον αμυντικό σχεδιασμό της Αθήνας μέχρι μετά τη δεκαετία του 340 π.Χ.


Από τον Κορινθιακό Πόλεμο μέχρι την τελική ήττα της πόλης από τον Φίλιππο τον Μακεδόνα, τα Μακρά Τείχη συνέχισαν να έχουν κεντρικό ρόλο στην στρατηγική των Αθηναίων. Το Διάταγμα του Αριστοτέλη το 377 π.Χ. επανεγκαθίδρυσε μια Αθηναϊκή συμμαχία, η οποία περιελάμβανε πολλά πρώην μέλη της Δηλιακής Συμμαχίας. Μέχρι τα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ., η Αθήνα ήταν ξανά η διαπρέπουσα ναυτική δύναμη του Ελληνικού κόσμου, και είχε καθιερώσει ξανά τις προμηθευτικές διαδρομές που θα της επέτρεπαν να αντέξει ακόμη και σε μακροχρόνια πολιορκία. Τα Μακρά Τείχη έγιναν απαρχαιωμένα και το μήκος και η τοποθεσία των τειχών, τα καθιστούσε εξαιρετικά ευάλωτα στις προηγμένες τεχνικές πολιορκίας της εποχής. Οι Αθηναίοι ξεκίνησαν να ενισχύουν τα αστικά αμυντικά συστήματα τους μέσω της ανακατασκευής των Μακρών Τειχών ξανά για να έχουν τη δυνατότητα αντοχής σύγχρονων μεθόδων επιθέσεων το 337 π.Χ. Τα νέα τείχη περιελάμβαναν χαρακτηριστικά όπως υποκτίσματα χτισμένα από κομμένα τμήματα και πιθανώς ακόμη και οροφές πάνω από τα περάσματα. Όμως, οι Αθηναίοι δεν χρησιμοποίησαν τα νέα Μακρά Τείχη μέχρι το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου το 323 π.Χ. Μέχρι αυτή τη περίοδο το ναυτικό της Αθήνας είχε συντριβεί στη Μάχη της Αμοργού, στο Λαμιακό Πόλεμο και έγινε υποδεέστερο των Μακεδόνων, και η χρήση των Μακρών Τειχών στη ναυτική στρατηγική αποκλείστηκε. Οι Μακεδόνες ηγέτες έλεγχαν πόλεις και στις δύο πλευρές των Μακρών Τειχών και χρησιμοποίησαν ελάχιστα αυτή την οχύρωση, έτσι τα Μακρά Τείχη των μέσων του 4ου αιώνα π.Χ. δεν χρησιμοποιήθηκαν ποτέ.[8]

Τα τείχη διατηρούνταν ακόμη στις αρχές του 1ου αιώνα π.Χ. Όμως κατά τη διάρκεια του Πρώτου Μιθριδατικού Πολέμου, στην Πολιορκία της Αθήνας και του Πειραιά (87-86 π.Χ.) επικράτησε ο Ρωμαίος στρατηγός Σύλλας και κατέστρεψε τα Μακρά Τείχη.
Η ανέγερση των Μακρών Τειχών που ολοκληρώθηκε σε 17 χρόνια κόστισε συνολικά 6.000 τάλαντα, δηλαδή 36.000.000 αρχαίες δραχμές.
Τα Μακρά Τείχη καλούνταν επίσης και «σκέλη».

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
  1.  John Fine, The Ancient Greeks, σ. 330
  2.  Conwell, David H. Connecting a City to the Sea: The History of the Athenian Long Walls. Brill NV, 2008. ISBN 978-90-04-16232-7
  3.  Ο Kagan, στο έργο του The Peloponnesian War, περιγράφει την ολιγαρχία του 411 π.Χ. ουσιαστικά αβάσιμη μιας και ο στρατός παρέμενε ο κρίσιμος στρατιωτικός βραχίωνας της Αθήνας.
  4.  Kagan, Outbreak of the Peloponnesian War, σ. 87
  5.  Kagan, Outbreak of the Peloponnesian War, σ. 95
  6.  Conwell, Connecting a City to the Sea, σ. 77
  7.  Conwell, Connecting a City to the Sea, σ. 76
  8.  Conwell, Connecting a City to the Sea, σ. 158
ΠΗΓΕΣ 
G.E.M. de Ste. Croix. The Origins of the Peloponnesian War. Duckworth and Co., 1972. 
Fine, John V. A. The Ancient Greeks: A Critical History. Harvard University Press, 1983. 
Hornblower, Simon and Spawforth, Anthony ed. The Oxford Classical Dictionary. Oxford University Press, 2003. ISBN 0-19-866172-X
Kagan, Donald. The Peloponnesian War. Penguin Books, 2003. 
Kagan, Donald. The Outbreak of the Peloponnesian War. Cornell, 1969.
Conwell, David H. Connecting a City to the Sea: The History of the Athenian Long Walls. Brill NV, 2008. 


ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝ

ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΚΑΝΟΝΙΚΑ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΣΤΟ ΚΙΝΗΤΟ ΚΛΙΚ ΕΠΑΝΩ ΤΗΣ