Εισαγωγή: Ο Ulrich von Wilamowitz-Moellendorff *στο βιβλίο του για την ιστορία της κλασικής φιλολογίας όρισε ως αντικείμενό της τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό «στην ουσία του και από κάθε άποψη της ζωής του. Ο πολιτισμός αυτός είναι μια ενότητα... Kαι το έργο της φιλολογίας είναι να ξαναφέρει τον νεκρό εκείνο κόσμο στη ζωή με τη δύναμη της επιστήμης – να αναδημιουργήσει το τραγούδι του ποιητή, τη σκέψη του φιλοσόφου και του νομοθέτη, την ιερότητα του ναού και τα αισθήματα των πιστών και μη, τη σφύζουσα ζωή της αγοράς και του λιμανιού, το φυσικό περιβάλλον της ξηράς και της θάλασσας, και τους ανθρώπους στη δουλειά και στην ψυχαγωγία... H αφετηρία είναι ένα αίσθημα θάμβους ενώπιον αυτού που δεν κατανοούμε, ενώ τελική επιδίωξη είναι η καθαρή, μακάρια θέαση αυτού που φτάσαμε πια να κατανοούμε σε όλη του την αλήθεια και την ομορφιά.
Επειδή η ζωή στην οποία προσπαθούμε να διεισδύσουμε συνιστά μια μοναδική ενότητα είναι και η επιστήμη μας μία μοναδική ενότητα. Η διαίρεσή της στις επιμέρους επιστήμες της γλώσσας και της λογοτεχνίας, της αρχαιολογίας, της αρχαίας ιστορίας, της επιγραφικής, της νομισματικής, προσφάτως και της παπυρολογίας μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο ως παραχώρηση στους περιορισμούς της ανθρώπινης ικανότητας και δεν αναιρεί με κανένα τρόπο τη συνείδηση του συνόλου – ακόμη και στον ειδικό επιστήμονα»1.
Αν στη θέση της «φιλολογίας» βάλουμε το γενικότερο όρο «αρχαιογνωσία», βρισκόμαστε πολύ κοντά στους στόχους που θέσαμε και τη μέθοδο της ερευνητικής διαδικασίας που ακολουθήσαμε. Όταν προσπαθούμε να προσεγγίσουμε και να κατανοήσουμε τον πολιτισμό, τις αντιλήψεις και τον τρόπο ζωής των κοινωνιών του παρελθόντος, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ένα πλήθος διαφορετικών πληροφοριών, άμεσων ή έμμεσων, επικαλυπτόμενων ή αντικρουόμενων, λεπτομερειακών ή απλώς υπαινικτικών.
Όσο περισσότερο απέχουμε από τις υπό εξέταση κοινωνίες, τόσο αυξάνονται οι εγγενείς δυσκολίες της αναγνώρισης και ερμηνείας των καταλοίπων, υλικών και άυλων, που είναι απαραίτητα για την τεκμηρίωση κάθε συστηματικής διερεύνησης του παρελθόντος.
Πολλές από τις διαθέσιμες πληροφορίες προέρχονται από το ίδιο το πολιτισμικό περιβάλλον που μελετάμε ή από άλλα κοντινά προς αυτό, γεωγραφικά ή και χρονικά, περιβάλλοντα. Άλλα, όμως, σύνολα πληροφοριών μπορεί να απέχουν περισσότερο στον τόπο και το χρόνο από την κοινωνία στην οποία αναφέρονται και επομένως να απηχούν μεταγενέστερες αντιλήψεις και διαφορετικές προσεγγίσεις. Τέλος, σε όλα τα παραπάνω υπεισέρχονται και τα καθορίζουν οι θεωρητικές και ερευνητικές κατευθύνσεις των σύγχρονων μελετητών.
Καθώς ο αρχαιοελληνικός κόσμος θέτει στο επίκεντρο τον άνθρωπο και τόσο ο πολιτισμός όσο και οι αντιλήψεις του είναι ανθρωποκεντρικά, ακόμη και σε θέματα λατρείας, το άτομο αποτελεί τη βασική μονάδα σε όλα τα πεδία του ιδιωτικού και του δημόσιου χώρου. Ο άνθρωπος είναι ένα βιολογικά και κοινωνικά καθορισμένο ον και συνεπώς οι κύριες κατηγοριοποιήσεις αφορούν το βιολογικό και τον κοινωνικό του ρόλο. Η διάκριση σε φύλα, ηλικίες και ρόλους επιβάλλει αναπόφευκτα την εξέταση και των σχέσεων που καθορίζουν τις διαφορετικές ομάδες. Η παράθεση επιμέρους δεδομένων φιλοδοξεί να οδηγήσει τον αναγνώστη σε πιο ειδικές σκέψεις και πιο συγκεκριμένες παρατηρήσεις μέσα από τη σφαιρική θεώρηση των εξεταζόμενων θεμάτων.
Εφόσον η αφετηρία είναι ο άνθρωπος, η πρώτη σημαντική διαπίστωση είναι ότι η προσπάθεια να οριοθετήσουμε με αυστηρότητα πού αρχίζει και πού τελειώνει ο ιδιωτικός χαρακτήρας και πού εισερχόμαστε στη δημόσια διάσταση μίας αρχαιοελληνικής δράσης συμβαδίζει με την αντίστοιχη χαρτογράφηση των ορίων μεταξύ ιδιωτικής και δημόσιας ταυτότητας ενός ατόμου.
Ένα καλό παράδειγμα είναι η σχέση του ατόμου με τον οίκο του. Αναμφίβολα είναι ένας χώρος καταρχάς ιδιωτικός, καταφύγιο για τον ιδιώτη, ασφάλεια για τη ζωή και την τιμή του, χώρος ιεραρχημένων σχέσεων στο πλαίσιο της οικογένειας.
Από την άλλη, δεν παύει να είναι ένας χώρος ευάλωτος σε έξωθεν προσβολές, τόσο κατά της ασφάλειας όσο και των αξιών του. Επιπλέον, είναι και ο χώρος τελετών ή εκδηλώσεων, που φέρνουν κυριολεκτικά τον έξω χώρο μέσα (τελετές ενηλικίωσης, αναγνώρισης, γάμος, κηδεία, συμπόσιο). Η ρητορική του οίκου και κάθε εκδήλωσης-δράσης σε αυτόν αντανακλά στην πολιτική σφαίρα, έχει μία πολιτική διάσταση. Καθώς η αττική, ας πούμε, κοινωνία ήταν αρνητική απέναντι στην πολυτέλεια και τις επιδεικτικές δαπάνες, αντιμετώπιζε εξίσου εχθρικά κάθε ιδιωτική τάση ή επίδειξη πολυτέλειας, όχι μόνο σε σχέση με τους πολιτικούς, ως δημόσια πρόσωπα, αλλά και για κάθε πολίτη της κοινότητας.
Σε ηθικό και κοινωνικό επίπεδο, επίσης, η αλληλεπίδραση ιδιωτικού και δημόσιου ήταν άμεσα ορατή. Κάθε ιδιωτικού τύπου πράξη μπορούσε να έχει σημαντικές επιπτώσεις στο δημόσιο βίο: ο ιδιώτης που κτυπά τον πατέρα του ή που δεν τον θάβει, όπως αρμόζει, ή που παντρεύεται μία ξένη ή που αναγνωρίζει νόθα παιδιά δεν δρα μόνον ιδιωτικά. Η συμπεριφορά του επηρεάζει άμεσα και σημαντικά την κοινότητα, επειδή κηλιδώνει την ταυτότητά του ως πολίτη, επομένως ως μέλους μίας θεσμικής κοινωνίας. Κακουργηματικές πράξεις κρίνονται με τον ίδιο τρόπο τόσο όταν διαπράττονται δημοσίως όσο και μέσα σε ιδιωτικές κατοικίες.
Η πιο απτή απόδειξη της αλληλεπίδρασης αυτής είναι τα δικανικά και πολιτικά κείμενα που αναδεικνύουν ότι το δίκαιο (προπάντων το πιο γνωστό αττικό) δεν αναγνώριζε ιδιωτική συμπεριφορά, αλλά την εξέταζε πάντα σε σχέση με το δημόσιο συμφέρον. Η συμπεριφορά ενός ιδιώτη απέναντι σε συγγενείς και φίλους ή απέναντι σε άλλους ιδιώτες για θέματα κληρονομικά, περιουσίας, σωματικής ακεραιότητας, τιμής, πολύ συχνά συμπλέκεται με τη συμπεριφορά του απέναντι στην πόλη, όπως αυτή ανακύπτει από τις υποχρεώσεις του ως πολίτη (στρατιωτικές υποχρεώσεις, δημόσιες λειτουργίες κ.ά.).
Ένα σημαντικό πεδίο για την κατανόηση της ανάμειξης του δημόσιου με το ιδιωτικό ή του ιδιωτικού με το δημόσιο είναι η μεγάλη κατηγορία των λατρευτικών πρακτικών. Άνθρωποι με σωματική αναπηρία ή μιάσματα ή ανήθικη συμπεριφορά και όχι γνήσιοι πολίτες δεν επιτρεπόταν να συμμετέχουν στα σχετικά δρώμενα. Από την άλλη, ένα βασικό χαρακτηριστικό του ελληνικού βίου ήταν η ιδέα του «άλλου» και η σχέση του με το
«εγώ».
Ακόμη και αν δεν υιοθετήσουμε τη διάκριση μεταξύ «κοινωνίας ντροπής» και «κοινωνίας ενοχής», το άτομο δεν κινείται ποτέ αυτόνομα, αυθύπαρκτα –εκτός και αν είναι μισάνθρωπος. Οι έννοιες της συντροφικότητας, της ένταξης σε μία κοινότητα, μεγαλύτερη ή μικρότερη, περιθωριακή ή αντίθετα προνομιακή, οι αρχές του ανταγωνισμού σε κάθε εκδοχή του (θετικού ή αρνητικού), και η τάση για αμοιβαιότητα καθορίζουν τον αρχαιοελληνικό βίο και, συνεπώς, την παρουσίαση των διαφόρων όψεών του. Τέλος, η αλληλεπίδραση ιδιωτικού και δημόσιου φαίνεται και στη σημασία που αποδιδόταν στη διάκριση μεταξύ ενός απλού πολίτη και κάποιου που είχε επίσημο ρόλο στην υπηρεσία της πολιτείας.
Ο πρώτος οριζόταν ως ἰδιώτης και έπρεπε να υπακούει στους νόμους, ενώ ο δεύτερος ήταν ο ἄρχων της πόλεως. Η φύση του πολιτεύματος επέτρεπε στον ιδιώτη να γίνει άρχων για ένα διάστημα και, αφού αφυπηρετούσε, επέστρεφε στην ταυτότητα του ιδιώτη και τότε έπρεπε να υπακούει στους νέους άρχοντες με βάση τους νόμους. Επομένως, η έκφραση «πρωτεϊκή έννοια της ιδιωτικότητας»2 είναι η μία όψη του νομίσματος, καθώς η δημόσια ταυτότητα προϋπέθετε την ιδιωτική και επηρεαζόταν ή εναλλασσόταν με εκείνη.
Τα παραπάνω συνοψίζονται σε ένα πασίγνωστο κείμενο, τον Επιτάφιο του Περικλή (Θουκυδίδης 2.37): ο ομιλητής δεν επαινεί απλώς το αθηναϊκό πολίτευμα της δημοκρατίας, αλλά εξισώνει τον τρόπο ισονομίας όλων των πολιτών, σε ό,τι αφορά τις ιδιωτικές διαφορές τους (ἴδια διάφορα), με τον τρόπο προώθησης των άξιων πολιτών στη δημόσια ζωή (ἐς τὰ κοινά), πάντα μέσα σε ένα κλίμα ελευθερίας. Η λεκτική και νοηματική στοίχιση ανάμεσα στο «πρὸς τὸ κοινὸν πολιτεύεσθαι» και την «ἐς πρὸς ἀλλήλους τῶν καθ᾽ ἡμέραν ἐπιτηδευμάτων ὑποψίαν» αναδεικνύει την αλληλεπίδραση του ιδιωτικού/ατομικού με το δημόσιο/συλλογικό.
Μία άλλη βασική αρχή που διέπει τις αρχαιοελληνικές δράσεις είναι η δραστική ενσωμάτωση της θρησκείας στον ιστό της αρχαιοελληνικής ζωής. Διάκριση ανάμεσα στο λαϊκό και το ιερό δεν υφίσταται, καθώς τα δύο αλληλεπιδρούν και συνυπάρχουν, και το ίδιο ισχύει για τη διάκριση ιδιωτικού και δημόσιου λατρευτικού χώρου. Ένα απλό παράδειγμα: το κρασί μπορεί να εξεταστεί ως το προϊόν μίας συγκεκριμένης καθημερινής ασχολίας, ως κομμάτι εμπορικών συναλλαγών, ως αφορμή για την κατασκευή αγγείων διαφόρων σχημάτων και χρήσεων, ως μέσο κοινωνικοποίησης, ως βασικό συστατικό μίας λατρευτικής πρακτικής αλλά εντέλει και ως μέσο έμπνευσης και καλλιτεχνικής δημιουργίας.
Υλικά αγαθά είναι ταυτόχρονα καταναλώσιμα είδη, αλλά προσφέρουν και αφορμές για κοινωνιολογικού τύπου συζητήσεις, όπως η πολυτέλεια που συνεπάγεται η οψοφαγία ( το να τρώει κανείς εύγευστα εδέσματα )και η χαμηλή εκτίμηση των αλιέων και των ιχθυοπωλών.
Ο κοινωνικός ρόλος, όπως εκφράζεται με την εργασία ή την έλλειψή της (ἀσχολία και σχολή), προκαλεί προβληματισμούς για τη φύση και την ποιότητα του ατόμου που επωμίζεται τον ένα ή τον άλλο ρόλο. Από την άλλη, βιολογικές διεργασίες, όπως η γέννηση, η εγκυμοσύνη, η λοχεία, ο θάνατος, αλλά και η ονοματοθεσία και η ενηλικίωση, συνδέονται με θρησκευτικές πεποιθήσεις, οι οποίες μπορεί να έχουν και κοινωνικές συνέπειες και θεσμοθετούνται μέσα από διάφορες ειδικές τελετές. Με τη σειρά τους, οι τελετές αυτές υπόκεινται σε συγκεκριμένους κανόνες, τους οποίους επιβάλλει είτε το εθιμικό δίκαιο είτε η πολιτεία, ενώ συνεπιφέρουν συζητήσεις και παρατηρήσεις σε πιο θεωρητικό επίπεδο. Αυτή η συνύπαρξη πρακτικού και θεωρητικού δυσχεραίνει σημαντικά την ακρίβεια των γνώσεών μας, αλλά ανοίγει ταυτόχρονα μία σημαντική προοπτική για την κατανόηση των πνευματικών και καλλιτεχνικών δημιουργημάτων και εκφάνσεων του ελληνικού πολιτισμού.
Όπως αναφέραμε και στον πρόλογο, η βασική πρωτοτυπία του εγχειριδίου αυτού είναι η συνδυαστική παρουσίαση όψεων του ιδιωτικού ή δημόσιου βίου μέσα από το γραπτό λόγο και τα εικονογραφικά δεδομένα. Η ενότητα αυτή του αρχαιοελληνικού κόσμου αφορά τα δημιουργήματα που έχουν διατηρηθεί στο πέρασμα των αιώνων ή συνεχώς αποκαλύπτονται: από τη μία, είναι τα προϊόντα του λόγου (έντεχνου ή επίσημου, πολιτειακού ή ιδιωτικού) και από την άλλη, βρίσκονται τα υλικά προϊόντα που δημιουργήθηκαν για πολλούς και διάφορους λόγους (πρακτικούς, αισθητικούς, τελετουργικούς). Η συνεξέτασή τους ενισχύει την πεποίθηση ότι η μελέτη της αρχαιότητας μπορεί να είναι μόνον ολιστική, αν θέλει να είναι ολοκληρωμένη. Αυτή η αναζήτηση της συνολικής εικόνας είναι το τελικό ζητούμενο του εγχειριδίου, το οποίο κατά συνέπεια φιλοδοξεί, και στο επίπεδο αυτό, να χρησιμοποιηθεί ως αφορμή, με την έννοια της αφετηρίας, για περαιτέρω αναζήτηση, εμβάθυνση και έρευνα.
Με γνώμονα την προσπάθεια για πρωτοτυπία, έχουμε επίγνωση ότι η πραγμάτευση των επιμέρους θεμάτων μπορεί να ξεπέρασε σε ορισμένα σημεία τις απαιτήσεις ενός διδακτικού συγγράμματος, ενώ σε άλλα σημεία προκρίθηκε ένας πιο συνοπτικός τρόπος παρουσίασης. Η άλλη βασική διαφοροποίηση από τα ομόθεμα βιβλία είναι ότι η οργάνωση του υλικού δεν έγινε με τον παραδοσιακό τρόπο στις γνωστές θεματικές κατηγορίες. Το πλήθος των σχετικών γραμματειακών και εικονογραφικών πηγών για τα περισσότερα υπό εξέταση θέματα καθώς και των επιμέρους θεματικών ενοτήτων, οι οποίες συνιστούν τον ιδιωτικό και δημόσιο βίο, θέτουν σε κάθε μελετητή ένα βασικό περιορισμό, που είναι η επιλεκτική παρουσίαση και η ανάδειξη ορισμένων μόνον από αυτές. Με το σκεπτικό αυτό, επιλέξαμε τις θεματικές που εξετάζουμε στα οικεία κεφάλαια και επικεντρωθήκαμε στην παρουσίαση συγκεκριμένων παραθεμάτων από γραπτές πηγές και ενδεικτικών περιπτώσεων από εικονογραφικά δεδομένα, που συμπληρώνουν το ένα το άλλο. Δώσαμε, επομένως, προτεραιότητα στην παρουσίαση των στοιχείων εκείνων που μπορούν να παρακινήσουν για περαιτέρω έλεγχο και αναζητήσεις. Είναι προφανές ότι για λόγους οικονομίας χώρου και χρόνου επιδιώξαμε να μην επαναλάβουμε πολλά γνωστά δεδομένα, τα οποία μπορεί να αναζητήσει κανείς στη σχετική βιβλιογραφία. Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους προκρίναμε την εκτενή παράθεση πρωτογενών πηγών και βιβλιογραφικών αναφορών στο κείμενο και τις σημειώσεις.
Έτσι, ο αναγνώστης του βιβλίου έχει τη δυνατότητα πρόσβασης στην απαραίτητη ειδική βιβλιογραφία για το εκάστοτε θέμα, στο οποίο θέλει να εμβαθύνει.
Στο Κεφάλαιο 1 εστιάσαμε σε βασικές εκδηλώσεις του ιδιωτικού βίου από τις οποίες προκύπτουν σημαντικά στοιχεία για την κοινωνική θέση, τους ρόλους και τις δραστηριότητες των μελών που απαρτίζουν έναν αρχαίο ελληνικό οίκο, έτσι ώστε να αναδειχθούν και οι μεταξύ τους σχέσεις. Επίσης, δόθηκε έμφαση σε κοινές δραστηριότητες με τη συμμετοχή περισσότερων ατόμων, όπως συγγενών, υπηρετικού προσωπικού και άλλων.
Στο Κεφάλαιο 2 επιλέξαμε μέσα από το πανόραμα των εκδηλώσεων του δημόσιου βίου ορισμένες πολύ χαρακτηριστικές, οι οποίες σχετίζονται με το χώρο της λατρείας, της εκπαίδευσης και του συμποσίου. Εκτός από τη συχνότερα προβαλλόμενη συμμετοχή των ανδρών, επιμείναμε στην παρουσία και τους ρόλους των γυναικών και των παιδιών μέσα από παραδείγματα και «εξεταζόμενες περιπτώσεις» (αλλιώς: μελέτες περίπτωσης) για συγκεκριμένα λατρευτικά και άλλα δρώμενα.
Σε ό,τι αφορά τις γραπτές πηγές, το υλικό διαχέεται σε όλα τα λογοτεχνικά και γραμματειακά είδη. Η διαδικασία επιλογής των κειμένων στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στην αναζήτηση σημαντικών όρων και εννοιών και έγινε με γνώμονα την ποιότητα και την ποσότητα της παρεχόμενης πληροφορίας.
Στην παρουσίαση των πηγών δεν ασχοληθήκαμε ιδιαίτερα με τα γενικότερα συμφραζόμενα, τα οποία είχαν συχνά άλλο σκοπό από τις υπό εξέταση θεματικές. Η αυτονόητη δυσκολία σε μία τέτοιου είδους έρευνα είναι η διαφορετική πρόσληψη των δεδομένων σε σχέση με τη σύγχρονη ή την εκάστοτε ιστορικά προσδιορισμένη εμπειρία. Μία φοιτήτρια, που διάβασε στο προοίμιο των ησιόδειων Ἔργων καὶ Ἡμερῶν τη φράση «ο Δίας μειώνει τον άνδρα», διαμαρτυρήθηκε εντόνως (και με το δίκιο της) για τη ρατσιστική, όπως είπε, αντίληψη των αρχαίων να ασχολούνται μόνο με τους άνδρες. Από την άλλη, αμέσως μετά, στο ίδιο κείμενο η λέξη «ἀγήνωρ» (υπέρ το δέον άνδρας) ως αρνητική ιδιότητα, μας έδωσε την ευκαιρία να μιλήσουμε για τη σημασία του μέτρου στην αρχαιοελληνική θεώρηση για τον άνθρωπο, παρόλο που εξακολουθούσαμε να ασχολούμαστε με μία ανδροκεντρική κοινωνία. Εντούτοις, τέτοιες αντιδράσεις και δεν σπανίζουν και ενέχουν τον κίνδυνο να εισαγάγουν πολιτιστικά καθορισμένες πεποιθήσεις στην ερμηνεία του υπό εξέταση υλικού. Καθώς βασικός στόχος μας ήταν η ανασύσταση των αρχαίων δεδομένων και τρόπων διαβίωσης, προσπαθήσαμε να μην απομακρυνθούμε από αυτό που η Chr. Sourvinou-Inwood όρισε ως προσπάθεια «ανασύστασης των αρχαίων φίλτρων» και γενικότερα των τρόπων με τους οποίους «ένα κείμενο αποκτούσε νόημα από τους σύγχρονούς του».
Σχετικά με το υλικό καθ’ εαυτόν, είναι αυτονόητο ότι τα περισσότερα δεδομένα αντλούνται είτε από την αρχαϊκή ποίηση είτε από την αττική γραμματειακή παραγωγή από το Σόλωνα και πέρα. Η πρώτη επιτρέπει μία ευρύτερη ματιά σε διάφορες περιοχές, ενώ η δεύτερη επικεντρώνεται στη δημοκρατική Αθήνα και στην καλύτερη περίπτωση προβαίνει σε συγκρίσεις κυρίως με το αντίπαλο δέος της Σπάρτης. Παράλληλα και αναπόφευκτα, πολλά δεδομένα συμπληρώνονται από πολύ μεταγενέστερες πηγές (κατά βάση της αυτοκρατορικής εποχής και των ύστερων λεξικογράφων). Σε αυτή την περίπτωση, ο χρήστης πρέπει να έχει επίγνωση της ετερογένειας του υλικού και της χρονικής διαφοράς των πηγών.
Προκρίναμε, λοιπόν, να παραθέσουμε μαρτυρίες που αλληλοσυμπληρώνονται, με σκοπό να δημιουργηθεί μία πλούσια βάση δεδομένων, κατά το δυνατόν ομοιογενής αν και ενίοτε αποσπασματική, λόγω της φύσης του σωζόμενου υλικού. Είναι αυτονόητο ότι η επιλεκτική απόσπαση των χωρίων από τα εκάστοτε συμφραζόμενά τους προϋποθέτει από τη μεριά του χρήστη την επιμελή αναδρομή στο πλήρες έργο, προκειμένου, κατά πρώτον, να εντάξει τα χωρία στα ειδικότερα συμφραζόμενά τους και, κατά δεύτερον, να πληροφορηθεί για τα γενικότερα δεδομένα του έργου, από όπου τα αποσπάσματα αυτά λήφθηκαν. Θεωρείται αυτονόητο ότι ο χρήστης θα ανατρέξει πρώτα στις οικείες σχολιασμένες εκδόσεις των κειμένων και στη συνέχεια μπορεί να οδηγηθεί σε άλλα παράλληλα χωρία, ώστε να αποκτήσει πιο ολοκληρωμένη εικόνα.
Σε ό,τι αφορά τις εικονογραφικές πηγές, το σωζόμενο υλικό είναι εξίσου πολυσχιδές και διαχέεται σε πολλές κατηγορίες αντικειμένων, τα οποία διαφέρουν μεταξύ τους όχι μόνον ως προς το υλικό ή την τεχνική κατασκευής τους αλλά και ως προς τις ποικίλες χρήσεις τους. Έχουμε, ωστόσο, το πλεονέκτημα έναντι των γραπτών πηγών, να διαθέτουμε πληθώρα πρωτογενούς υλικού από την αρχαϊκή και την κλασική εποχή, παρά τους περιορισμούς στους οποίους θα αναφερθούμε παρακάτω.
Ο ρόλος των εικόνων, στην ουσία των εικονιστικών παραστάσεων, είναι από τα πλέον συζητημένα θέματα της αρχαιολογικής έρευνας. Είναι ευρύτερα γνωστή η φράση του Αμερικανού εκδότη Arthur Brisbane (1911) ότι «μία εικόνα αξίζει όσο χίλιες λέξεις», εννοώντας βέβαια την τέχνη της φωτογραφίας, αλλά και οι αρχαίοι συγγραφείς είχαν οδηγηθεί ήδη σε ανάλογες διαπιστώσεις για τη δύναμη και την επίδραση των εικόνων, ξεκινώντας από την ομηρική έκφραση «θαῦμα ἰδέσθαι», περνώντας στις εκτενείς περιγραφές έργων τέχνης στη λογοτεχνία και φτάνοντας σε πιο θεωρητικές προσεγγίσεις για την αξία των παραστάσεων και των εικαστικών έργων, με θετικές ή αρνητικές αξιολογήσεις3.
Ως γνωστόν, ο τρόπος απεικόνισης των ανθρώπινων μορφών στην αρχαία ελληνική τέχνη ποικίλλει ανάλογα με την εποχή και τους εικαστικούς φορείς (αγγεία, τοιχογραφίες, ανάγλυφα, αγάλματα, έργα μικροτεχνίας). Με βάση ορισμένα τυποποιημένα χαρακτηριστικά, μπορούμε να καταλάβουμε κατ’ αρχήν την ηλικία, τη θέση και το ρόλο κάθε μορφής στην παράσταση καθώς και τη σχέση της με τις άλλες μορφές. Έτσι, λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος, τη φυσιογνωμία, τη στάση, τις χειρονομίες και την ενδυμασία, διακρίνουμε πολλούς διαφορετικούς «εικονογραφικούς τύπους» ως προς την ηλικία (π.χ. βρέφος, ηλικιωμένος άνδρας, κορίτσι, ενήλικη γυναίκα) και ως προς την ιδιότητα των απεικονισμένων μορφών (π.χ. αστός-πολίτης, πολεμιστής, αθλητής, ηνίοχος, συμποσιαστής, τροφός, νύφη, θεραπαινίδα). Άτομα του ίδιου φύλου ή της ίδιας ομάδας μπορεί να διαφοροποιούνται μεταξύ τους –ακόμη και στην ίδια σκηνή– με πολλούς τρόπους, όπως ως προς τις κινήσεις, την τοποθέτησή τους στο χώρο, τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά, την κόμμωση, την ύπαρξη ή απουσία ορισμένων ενδυμάτων, τα αντικείμενα που κρατούν κ.ά.
Από το συνδυασμό ενός ή περισσότερων «τύπων» προκύπτει μεγάλη ποικιλία από «εικονογραφικά σχήματα», τα οποία παρουσιάζουν λιγότερες ή περισσότερες παραλλαγές ανάλογα με το είδος των παραστάσεων. Η ομαδοποίηση των σχημάτων αυτών οδηγεί στη δημιουργία μεγαλύτερων «θεματικών κύκλων». Έτσι, σκηνές με «αναχώρηση» ή «μονομαχία» οπλιτών εντάσσονται στην εικονογραφία του πολέμου, σκηνές με «πρόθεση» ή «εκφορά» νεκρών στην ταφική εικονογραφία, σκηνές με «λουτροφορία» ή «επίδοση δώρων στη νύφη» στη γαμήλια εικονογραφία, σκηνές με «θυσία ζώων» ή «προσφορά σπονδών» στη λατρευτική εικονογραφία.
Πολλές από τις παραστάσεις αυτές είναι δυνατό να αποδίδονται εικονογραφικά με παρόμοιο τρόπο, ανεξάρτητα από το αν αναφέρονται στον κόσμο των θεών / ηρώων ή στον κόσμο των θνητών. Συχνά, μόνον η ύπαρξη επιγραφών και «λαλούντων συμβόλων» επιτρέπει να διαχωρίσουμε το θεϊκό / ηρωικό από το ανθρώπινο επίπεδο.
Κατά την αξιολόγηση των εικόνων ως «δεδομένων» για την ανασύσταση και την κατανόηση του αρχαίου βίου πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτεροι περιορισμοί και οι συμβάσεις, που διέπουν τα εκφραστικά μέσα κάθε εποχής και μπορούν να συνοψιστούν στα εξής:
• Χρήση διαφορετικών αφηγηματικών τεχνικών για την απεικόνιση της ίδιας σκηνής ή του ίδιου επεισοδίου ανάλογα με τη δεδομένη χρονική περίοδο και τη συγκεκριμένη περιοχή ή το καλλιτεχνικό εργαστήριο.
• Αφαιρετικός, υπαινικτικός και συχνά αόριστος τρόπος αφήγησης, δηλαδή απεικόνισης, μίας σκηνής ή ενός επεισοδίου με την παράλειψη (γνωστών και εύκολα αντιληπτών τότε, αλλά άγνωστων ή δυσερμήνευτων σήμερα) στοιχείων, τη συχνή ανωνυμία των απεικονιζόμενων μορφών ή την προσθήκη μη αναγνωρίσιμων ονομάτων. Πολλά γεγονότα της καθημερινής ζωής φαίνεται ότι δεν απεικονίστηκαν ποτέ ή αποδόθηκαν μόνο σε μικρό βαθμό, επειδή δεν ενδιέφεραν ή δεν προσέλκυαν το αγοραστικό κοινό ή θεωρούνταν «ταμπού» για διάφορους λόγους –όπως η γέννηση, ο ενταφιασμός, οι αγροτικές και χειρωνακτικές ασχολίες, οι συνελεύσεις των πολιτών–, αντίθετα ορισμένα ήταν προφανώς πολύ αγαπητά κατά περιόδους –όπως τα συμπόσια, οι σκηνές μάχης, οι σκηνές παλαίστρας, οι γυναικείες συντροφιές– και άλλα λιγότερο δημοφιλή –όπως οι λατρευτικές πομπές και θυσίες ζώων, οι θεατρικές παραστάσεις, οι οικογενειακές συγκεντρώσεις. Επίσης, οι περισσότερες εικονιστικές συνθέσεις στερούνται ενός ρεαλιστικού πλαισίου (φυσικού ή αρχιτεκτονικού χώρου) μέσα στο οποίο θα αναπτύσσονταν κανονικά.
• Προβολή ορισμένων μορφών ή εικονογραφικών στοιχείων σε μία σκηνή / ένα επεισόδιο ή αντίθετα αποσιώπηση άλλων σημαντικών. Σε ποιο βαθμό η επιλογή αυτή γινόταν σκόπιμα ή όχι και από ποιους παράγοντες εξαρτιόταν ενδεχομένως, είναι συχνά δύσκολο να διαπιστωθεί.
• Συμβολική ή παραδειγματική σημασία ορισμένων σκηνών / επεισοδίων και των πρωταγωνιστών τους. Μεμονωμένες μορφές χρησιμοποιούνται συχνά ως «σύμβολα» και «πρότυπα» για τις ανθρώπινες δράσεις, το ίδιο ισχύει και για συγκεκριμένα αντικείμενα.
• Ανάμειξη ανθρώπινης και θεϊκής ή ηρωικής σφαίρας στην ίδια σκηνή.
• Εξάρτηση από τις πολλαπλές και διαφορετικές λειτουργίες που είχαν οι φορείς των παραστάσεων (π.χ. αγγεία, ανάγλυφα, είδη μικροτεχνίας, νομίσματα), ώστε να επηρεάζουν και να καθορίζουν πολλές φορές το περιεχόμενο των εικόνων τους.
Όλα τα παραπάνω ενισχύουν την άποψη ότι οι απεικονίσεις, κυρίως πάνω στα αγγεία και στα ανάγλυφα έργα, μεταφέρουν μία «πραγματικότητα» που ακολουθεί τους δικούς της κανόνες, οι οποίοι ξεπερνούν σύγχρονες έννοιες όπως αντικειμενικότητα, ακρίβεια, ρεαλιστική αφήγηση4. Ένα πλήθος παραγόντων, από τις δυνατότητες και τις επιρροές των δημιουργών, τις προτιμήσεις και τις ανάγκες των πελατών μέχρι τις ποικίλες χρήσεις και τον προορισμό των αντικειμένων, υπεισέρχονται και επηρεάζουν, όπως είναι αναμενόμενο, το τελικό αποτέλεσμα. Οι παραστάσεις των αρχαίων μνημείων, κυρίως των αγγείων και των αναγλύφων, διαθέτουν ασφαλώς τη ζωντάνια και την παραστατικότητα που χαρακτηρίζει κάθε εικόνα, αλλά δεν έχουν ούτε διεκδικούν την αμεσότητα ενός φωτογραφικού ντοκουμέντου. Περιέχουν, ωστόσο, πολλά στοιχεία που επέτρεπαν στους χρήστες και θεατές τους να τις καταλαβαίνουν και να τις αποκωδικοποιούν, ακόμη και αν τα δρώμενα της εικόνας δεν συνέβαιναν ακριβώς έτσι στην πραγματική ζωή.
Προβάλλουν, επομένως, μία «κατασκευασμένη» και «αποσπασματική» πραγματικότητα, η οποία μεταδίδει, βέβαια, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο πιστά, διάφορες όψεις της καθημερινότητας, αλλά δεν τη μεταφέρει πλήρως ούτε την υποκαθιστά.
Σημείο αναφοράς των περισσότερων πληροφοριών που διαθέτουμε είναι η αττική κοινωνία και τέχνη, γι’ αυτό τα εικονογραφικά δεδομένα στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό σε αττικά μνημεία, τα οποία προσφέρουν πολύτιμο υλικό για διάφορες πτυχές των εξεταζόμενων θεμάτων. Γίνονται αναφορές και σε πηγές ή παραστάσεις από άλλες περιοχές, όταν προσφέρουν νέα στοιχεία ή διαφοροποιούνται από τα γνωστά. Εκτός από όλα τα παραπάνω, εξίσου σημαντική είναι η διαπίστωση ότι η πρόσληψη των αρχαίων μνημείων γενικά και των εικόνων τους ειδικότερα, επηρεάζεται από τις γνώσεις, την εμπειρία, τα ερμηνευτικά εργαλεία και τη θεωρητική προσέγγιση των μελετητών.
Γενική Βιβλιογραφία
H. Blanck, Εισαγωγή στην ιδιωτική ζωή των αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων, Αθήνα 2004 (ελλην. μτφρ. του Einführung in das Privatleben der Griechen und Römer, Ντάρμσταντ 1976, 21996).
P. Connolly – H. Dodge, Η αρχαία Πόλη, Αθήνα 2001 (ελλην. μτφρ. του The Ancient City: Life in Classical Athens and Rome, Οξφόρδη 1998).
R. Flacelière, Ο δημόσιος και ιδιωτικός βίος των αρχαίων Ελλήνων, Αθήνα 1999 (ελλην. μτφρ. του La vie quotidienne en Grèce au siècle de Périclès, Παρίσι 1959).
J.J. Maffre, Η ζωή στην κλασική Ελλάδα, Αθήνα 1992 (ελλην. μτφρ. του La vie dans la Grèce classique, Παρίσι 1988).
Α. Μήλιος – Ν. Μπιργάλιας – Ελ. Παπαευθυμίου – Α. Πετροπούλου, Δημόσιος και Ιδιωτικός βίος στην Ελ- λάδα: Από την Αρχαιότητα έως και τα Μεταβυζαντινά Χρόνια, τόμος Α. Δημόσιος και Ιδιωτικός Βίος στην Αρχαία Ελλάδα, Πάτρα 2000.
S. Royer – C. Salles – F. Trassard, Η ζωή στην Ελλάδα την εποχή του Περικλή, Αθήνα 2005 (ελλην. μτφρ. του La vie des Grecs au temps de Périclès, Παρίσι 2003).
P. Wilkinson, Η αρχαία Ελλάδα (για νεαρούς αναγνώστες), Αθήνα 2002.
Βασική βΙβλιογραφία
Αρχαία Εικονογραφία – Ερμηνευτική / Εικονολογία
με έμφαση στην ερμηνεία των εικονιστικών παραστάσεων
C. Bérard κ.ά., La cité des images: religion et société en Grèce antique, Παρίσι 1984.
C. Bérard (επιμ.), Images et sociétés en Grèce ancienne: l’iconographie comme méthode d’analyse, Αctes du colloque international, Lausanne, 8-11 février 1984, Λωζάνη 1987.
F. Giudice – R. Panvini (επιμ.), Il greco, il barbaro e la ceramica attica: immaginario del diverso, processi di scambio e autorappresentazione degli indigeni. Atti del Convegno Internazionale di studi, 14-19 maggio 2001, Catania, Caltanissetta, Gela, Camarina, Vittoria, Siracusa, Vol. 1-4 , Ρώμη 2003, 2006 και 2007.
L. Giuliani, Bild und Mythos: Geschichte der Bilderzählung in der griechischen Kunst, Μόναχο 2003.
R. von den Hoff – S. Schmidt (επιμ.), Konstruktionen von Wirklichkeit: Bilder im Griechenland des 5. und 4. Jahrhunderts v. Chr., Στουττγάρδη 2001.
H. Hoffmann, Sexual and Asexual Pursuit: A Structuralist Approach to Greek Vase Painting, Λονδίνο 1977.
H. Hoffmann, Sotades: Symbols of Immortality on Greek Vases, Οξφόρδη 1997.
W. Hübner – Kl. Stähler (επιμ.), Ikonographie und Ikonologie. Ιnterdisziplinäres Kolloquium Münster 2001, Münster 2004.
K. Junker, Griechische Mythenbilder: Einführung in ihre Interpretation, Στουττγάρδη 2005.
F. Lissarrague – F. Thelamon (επιμ.), Image et céramique grecque. Αctes du colloque de Rouen 25-26 novembre 1982, Ρουέν 1983.
C. Marconi (επιμ.), Greek Vases: Ιmages, Contexts and Controversies, Proceedings of the Conference Sponsored by the Center for the Ancient Mediterranean at Columbia University, 23-24 March 2002, Leiden – Βοστόνη 2004.
C. Marconi (επιμ.), The Oxford Handbook of Greek and Roman Αrt and Αrchitecture, Οξφόρδη 2015.
J.R. Mertens, How to Read Greek Vases, Νέα Υόρκη 2010.
R.T. Neer, Style and Politics in Athenian Vase-Painting: the Craft of Democracy, ca. 530-460 B.C.E., Καί- μπριτζ 2002.
V. Nørskov – L. Hannestad – C. Isler-Kerényi – S. Lewis (επιμ.), The World of Greek Vases, Ρώμη 2009.
D. Paleothodoros (επιμ.), The Contexts of Painted Pottery in the Ancient Mediterranean World (Seventh- Fourth Centuries BCE), BAR International Series 2364, Οξφόρδη 2012.
C. Scheffer (επιμ.), Ceramics in Context, Proceedings of the Internordic Colloquium on Ancient Pottery held at Stockholm, 13-15 June 1997, Στοκχόλμη 2001.
St. Schmidt, Rhetorische Bilder auf attischen Vasen: Visuelle Kommunikation im 5. Jahrhundert v. Chr., Βερολίνο 2005.
St. Schmidt – J.H. Oakley (επιμ.), Hermeneutik der Bilder: Beiträge zur Ikonographie und Interpretation griechischer Vasenmalerei, Μόναχο 2009.
P. Schollmeyer, Einführung in die antike Ikonographie, Ντάρμσταντ 2012.
H.A. Shapiro, Art and Cult under the Tyrants in Athens, Mainz 1989.
C. Sourvinou-Inwood, Reading Greek Culture. Texts and Images, Rituals and Myths, Οξφόρδη 1991. Μ.D. Stansbury-O’Donnell, Pictorial Narrative in Ancient Greek Art, Καίμπριτζ 1999.
Μ.D. Stansbury-O’Donnell, Vase Painting, Gender, and Social Identity in Archaic Athens, Νέα Υόρκη – Καί- μπριτζ 2006.
Μ.D. Stansbury-O’Donnell, Looking at Greek Αrt, Καίμπριτζ 2010.
A. Steiner, Reading Greek Vases, Καίμπριτζ 2009.
M.-Chr. Villanueva-Puig (επιμ.), Images mises en forme, Mètis N.S. 7, Παρίσι 2009.
D. Yatromanolakis (επιμ.), An Archaeology of Representations: Ancient Greek Vase-Painting and Contemporary Methodologies, Αθήνα 2009.
Ως πρωταρχικούς στόχους του παρόντος εγχειριδίου θέσαμε τους εξής:
• Παρουσίαση βασικών όψεων του ιδιωτικού και δημόσιου βίου στην αρχαϊκή και την κλασική εποχή μέσα από τη συλλογή, το σχολιασμό και τη σύνθεση γραμματειακών πηγών και εικονογραφικών δεδομένων, με παράλληλη αξιοποίηση της υπάρχουσας σχετικής βιβλιογραφίας.
• Προβολή των σταδίων και των κυριότερων σταθμών στη ζωή των ενήλικων μελών του οίκου (άνδρες, γυναίκες, βοηθητικά μέλη / θεράποντες) και των παιδιών τους, αγοριών και κοριτσιών, με έμφαση στα καθοριστικά γεγονότα της γέννησης, της ανατροφής, του γάμου και του θανάτου.
• Διερεύνηση των συζυγικών σχέσεων μεταξύ ανδρών και γυναικών καθώς και των γονεϊκών σχέσεων μέσα από αναφορές των γραπτών πηγών και κοινές παραστάσεις τους.
• Εξέταση των ποικίλων οικιακών ασχολιών και επαγγελματικών δραστηριοτήτων των ανδρών και των γυναικών, σε σχέση με τους κυρίαρχους ανδρικούς και γυναικείους ρόλους στην καθημερινή ζωή και τη γενικότερη προβληματική γύρω από τη σημασία των διαφόρων δραστηριοτήτων.
• Επιλεκτική παρουσίαση ορισμένων όψεων της δημόσιας, κοινωνικής και θρησκευτικής, ζωής στη λατρεία, την εκπαίδευση και τα συμπόσια μέσα από τις δραστηριότητες των συμμετεχόντων σε αυτές ανδρών, γυναικών και παιδιών με βάση το φύλο, την ηλικία και τους διακριτούς ρόλους τους.
• Συνδυαστική μελέτη του επεξεργασμένου γραμματειακού και εικονογραφικού υλικού με συναφείς θεωρητικές πληροφορίες, με σκοπό την απόκτηση εξειδικευμένων γνώσεων σε θέματα φιλολογικής και αρχαιολογικής ορολογίας και την εξοικείωση με καίριες μεθοδολογικές διαδικασίες, όπως κριτική αξιολόγηση και αποτίμηση των σωζόμενων γραμματειακών πηγών, εικονογραφική ανάλυση, σημασιολογικά δεδομένα, ερμηνευτική προσέγγιση.
Ως ευρύτερους στόχους μπορούμε να αναφέρουμε και τους εξής:
• Χρήση εξειδικευμένου μαθησιακού υλικού: Άμεση πρόσβαση του χρήστη σε γραμματειακές και εικονογραφικές πηγές, οι οποίες παρέχουν πληθώρα ειδικών πληροφοριών για τα εξεταζόμενα θέματα και θα ενισχύσουν την αρχαιογνωστική του παιδεία. Ο πλουραλισμός των παρεχόμενων γνώσεων θα του επιτρέψει να κινείται με άνεση σε διάφορα θέματα που σχετίζονται με τα γνωστικά πεδία του συγγράμματος.
• Μεθοδολογία συλλογής πρωτογενούς υλικού: Ο χρήστης θα μάθει πώς να συλλέγει, να συνδυάζει και να ερμηνεύει το πρωτογενές υλικό για το υπό έρευνα θέμα με τρόπο ενεργητικό. Θα εξοικειωθεί με τον τρόπο συγκέντρωσης και επεξεργασίας του γραμματειακού και του αρχαιολογικού υλικού για περαιτέρω μελέτη και εμβάθυνση, θα κατανοήσει τους περιορισμούς και τις συμβάσεις που θέτουν οι διαφορετικές πηγές για τη διατύπωση τεκμηριωμένων απόψεων και την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων.
• Δυνατότητα προσωπικής ενασχόλησης με το πρωτογενές υλικό: Ο χρήστης θα μάθει πώς να εμπλουτίζει το παρεχόμενο υλικό μέσα από την προσωπική του έρευνα είτε με επιλεγμένες γραμματειακές πηγές είτε με επιλεγμένες απεικονίσεις είτε με την επιλογή βιβλιογραφικών βοηθημάτων πάνω σε ένα εξειδικευμένο θέμα.
• Δυνατότητα κριτικής αξιολόγησης και χρήσης άλλων εγχειριδίων για τον ιδιωτικό και το δημόσιο βίο: Ο χρήστης, αφού αποκτήσει σαφή εικόνα της μεθοδολογικής προσέγγισης του υλικού μέσα από το παρόν εγχειρίδιο, θα είναι σε θέση να κρίνει και να αξιοποιήσει με ουσιαστικό τρόπο παρεμφερή εγχειρίδια.
• Παροχή γενικής και ειδικής βιβλιογραφίας: Ο χρήστης έχει στη διάθεσή του καταλόγους με ενημερωμένη και όσο το δυνατό πλήρη βιβλιογραφία προς περαιτέρω αξιοποίηση για πολλά αρχαιογνωστικά θέματα στο χώρο του ιδιωτικού και δημόσιου βίου.
Στη συνέχεια, παραθέτουμε ορισμένες χρήσιμες επισημάνσεις για την αποτελεσματική χρήση του εγχειριδίου.
• Οι περισσότερες αναφορές στις γραπτές πηγές δηλώνονται μέσα σε παρένθεση όταν παρατίθενται πλήρεις στους καταλόγους των πηγών, που υπάρχουν στο τέλος κάθε κεφαλαίου. Αντίθετα, με μαύρο δηλώνονται μόνον εκείνες οι γραπτές πηγές που δεν παρατίθενται στους σχετικούς καταλόγους ή που επαναλαμβάνονται.
• Η αρίθμηση των εικόνων είναι συνεχής για κάθε κεφάλαιο και η εικονογράφηση δεν καλύπτει όλα τα εξεταζόμενα θέματα για ευνόητους λόγους.
• Όλα τα δημοσιεύματα, τα οποία περιλαμβάνονται στους καταλόγους της βιβλιογραφίας, συντομογραφούνται στις σημειώσεις του παρόντος βιβλίου μόνο με το όνομα (ή τα ονόματα) του συγγραφέα ή του επιμελητή και το έτος έκδοσης. Στις σημειώσεις αναφέρονται, ωστόσο, και πολλά ειδικά άρθρα ή άλλες μελέτες (π.χ. μονογραφίες, κατάλογοι εκθέσεων, πρακτικά συνεδρίων), τα οποία αναγράφονται εκεί με πλήρη στοιχεία και δεν υπάρχουν στους καταλόγους της βιβλιογραφίας. Στη βιβλιογραφία η κατάταξη γίνεται με αλφαβητική σειρά, ενώ στις σημειώσεις με χρονολογική. Οι τίτ- λοι των περιοδικών δεν έχουν συντομογραφηθεί, αλλά αναγράφονται ολόκληροι, προς διευκόλυνση των χρηστών του συγγράμματος. Καταβάλαμε προσπάθεια, ώστε οι βιβλιογραφικές παραπομπές να είναι κατά το δυνατόν ενημερωμένες, κυρίως για ορισμένα ειδικά ζητήματα, τα οποία εξετάζονται πιο αναλυτικά στο κείμενο.
Κεφάλαιο 1: Ἐν οἴκῳ
1. Οικογενειακός βίος5
Η βασική μονάδα της αρχαίας ελληνικής κοινωνίας ήταν ο οἶκος, ο οποίος περιλάμβανε όχι μόνο τη βιολογική οικογένεια με τη σύγχρονη έννοια, αλλά και όλα τα μέλη που ζούσαν κάτω από την ίδια στέγη (όπως άλλους συγγενείς, προστατευόμενα μέλη, δούλους), καθώς και τα περιουσιακά στοιχεία τους.
Οι άνδρες περνούσαν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους έξω από το σπίτι, συνδυάζοντας τις επαγγελματικές υποχρεώσεις τους, εντός και εκτός της πόλης, με τα καθήκοντα του ενεργού πολίτη.
Παρά τη συχνή απουσία τους, αυτοί ήταν οι αποκλειστικοί κύριοι του οίκου και είχαν την πλήρη κοινωνική και οικονομική εκπροσώπησή του. Αντίθετα, οι γυναίκες με τα παιδιά και το υπηρετικό προσωπικό διέμεναν και ασκούσαν τις καθημερινές δουλειές τους στους εσωτερικούς χώρους του σπιτιού, ενώ οι δυνατότητες εξόδου από εκεί ήταν σχετικά περιορισμένες και για συγκεκριμένους λόγους.
Ανάλογα με το μέγεθος της οικίας, υπήρχαν ξεχωριστά δωμάτια για διαφορετικές χρήσεις (ἀνδρών, γυναικεῖον, ὀπτάνιον/μαγειρείο, αποθήκες), αλλά στα φτωχότερα νοικοκυριά ένας χώρος μπορούσε να εξυπηρετεί ταυτόχρονα πολλές ανάγκες. Σε γενικές γραμμές η διαρρύθμιση, ο εξοπλισμός και η επίπλωση των σπιτιών στην αρχαϊκή και την κλασική εποχή χαρακτηρίζονταν από απλότητα και λειτουργικότητα6. Η κεντρική αυλή αποτελούσε βασικό λειτουργικό χώρο και πολλές απαραίτητες εργασίες, όπως η ύφανση και το μαγείρεμα, γίνονταν εκεί. Σε ειδικές περιπτώσεις, τα μέλη του οίκου συγκεντρώνονταν γύρω από την οικιακή εστία, για να κάνουν σπονδές και να γιορτάσουν την άφιξη ενός νέου μέλους (π.χ. σε περίπτωση γάμου, γέννησης, απόκτησης σκλάβων) ή την αναχώρηση για τον πόλεμο. Διάφορες τελετές της φρατρίας ή συμφωνίες για κοινωνικά και οικονομικά θέματα μεταξύ συγγενών λάμβαναν χώρα στο σημείο αυτό.
Οικογενειακές δραστηριότητες με τη σημερινή έννοια της από κοινού συμμετοχής των μελών μίας οικογένειας σε καθημερινές ή εορταστικές εκδηλώσεις πολύ σπάνια απεικονίζονται στην αρχαία τέχνη. Στην αγγειογραφία των γεωμετρικών χρόνων οι πολυπρόσωπες σκηνές πρόθεσης νεκρών7 προσφέρουν τη δυνατό- τητα, για να απεικονιστούν μαζί άνδρες, γυναίκες και παιδιά, χωρίς όμως να δηλώνονται με κάποιον ιδιαίτερο τρόπο τυχόν σχέσεις ανάμεσα στις μορφές αυτές. Ωστόσο, τα ομηρικά έπη περιέχουν διάφορες σκηνές με «οικογενειακές» συγκεντρώσεις είτε σε καιρό πολέμου (αποχαιρετισμός πολεμιστή, θρήνος νεκρών) είτε σε καιρό ειρήνης (γάμος, συζητήσεις και κοινές δράσεις γονέων και παιδιών). Στον αγροτικό κόσμο του Ησιόδου, παίζουν, επίσης, ρόλο οι οικογενειακές σχέσεις (μεταξύ αδελφών, συζύγων, γονέων και παιδιών) και, μάλιστα, η σωστή ανατροφή των παιδιών και ο σεβασμός προς τους γονείς τους θεωρούνται ακρογωνιαίος λίθος για μία ευνομούμενη κοινωνία.
Σε μία τέτοια πολιτεία οι γυναίκες γεννούν παιδιά που μοιάζουν με τους γονείς τους, ενώ, αντίθετα, στη σιδερένια εποχή θα φτάσει η στιγμή που αυτή η ομοιότητα δεν θα υπάρχει (Ἔργα καὶ Ἡμέραι 182 και 235 αντίστοιχα, πρβλ. Αισχίνης 3.111). Στην αρχαϊκή εποχή, οι οικογενειακές σκηνές τοποθετούνται συχνά στο χώρο του μύθου, είτε πρόκειται για γαμήλιες πομπές είτε για αναχωρήσεις ηρώων-πολεμιστών, σκηνές στις οποίες μαζί με τους οπλίτες απεικονίζονται γυναίκες, ηλικιωμένοι άνδρες και παιδιά8.
Τα τελευταία είναι, συνήθως, γυμνά, απλώνουν τα χέρια τους προς τους μεγάλους και οι γυναίκες κρατούν τα πιο μι- κρά στην αγκαλιά τους. Έτσι, συχνά παριστάνονται εμβληματικές περιπτώσεις ηρωικών ή θεϊκών ζευγαριών, μόνων ή με τα παιδιά τους, όπως του Πηλέα και της Θέτιδας με τον Αχιλλέα ή το ζεύγος του Διονύσου και της Αριάδνης9, που αποτελούν καλή ευκαιρία για την απόδοση μίας ευτυχισμένης οικογένειας, όπως βλέπουμε σε ορισμένα μελανόμορφα αγγεία. Διαφορετική αντίληψη διαφαίνεται πίσω από την απεικόνιση της Αφροδίτης10 με τους δύο γιους της, τον Έρωτα και τον Ίμερο, στην αγκαλιά της ή της Λητούς με τα δίδυμα Απόλλωνα και Άρτεμη11, καθώς λείπει ο σύζυγος-πατέρας.
Στην κλασική εποχή, ο ρόλος της οικογένειας ενισχύεται μέσα από τη νομοθεσία και τις κρατούσες αντιλήψεις12, καθώς δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στην απόκτηση νόμιμων αρσενικών απογόνων, οι οποίοι θα πρέπει να πληρούν όλες τις προϋποθέσεις του πολίτη και θα κληρονομήσουν την πατρική περιουσία.
Ευδαίμων άνδρας θεωρείται εκείνος ο οποίος, μεταξύ άλλων, αποκτά ένα αγόρι ως διάδοχο και, έτσι, δεν θα πεθάνει άτεκνος, για να πάρει ένας ξένος την περιουσία του (Ευριπίδης Ἄλκηστις 153-7). Σημαντικό ήταν, επίσης, να επικρατεί αρμονία στο εσωτερικό της οικογένειας και αυτή αντανακλάται στην καλή λειτουργία και την ευνομία της πόλης. Στον όρκο που έδωσαν οι Αθηναίοι πριν από τη μάχη των Πλαταιών (479 π.Χ.) περιλαμβανόταν η ευχή να τηρήσουν πιστά τις εντολές της πατρίδας, ώστε οι γυναίκες τους να γεννήσουν παιδιά που να μοιάζουν με τους γονείς τους, διαφορετικά να γεννήσουν τέρατα (κείμενο όρκου)13.
Για τους παραπάνω λόγους αυξάνονται στα αγγεία οι οικογενειακές σκηνές χωρίς συγκεκριμένο αφηγηματικό περιεχόμενο, με την παρουσία άλλοτε και των τριών αρχετυπικών μελών μιας οικογένειας (πατέρας, μητέρα, παιδί –που είναι αγόρι τις περισσότερες φορές) και άλλοτε δύο από αυτές –με συνηθέστερο το ζεύγος μητέρας-παιδιού. Μία ιδιαίτερη κατηγορία με ανάλογες σκηνές, ήδη από τα ύστερα αρχαϊκά χρόνια, αποτελούν τα αναθηματικά και τα επιτύμβια ανάγλυφα, στα οποία εμφανίζονται τα μέλη των οικογενειών να προσέρχονται σε θεότητες ή να αποχαιρετούν αγαπημένους νεκρούς αντίστοιχα (βλ. 1.4 και 1.5). Τόσο στα αγγεία όσο και στα ανάγλυφα εικονίζονται παιδιά διαφορετικών ηλικιών, ακόμη και σπαργανωμένα βρέφη, καθώς και άλλα μέλη του οίκου –εκτός από τους γονείς. Συχνή είναι η παρουσία θεραπαινίδων και σπανιότερα ανδρών δούλων στις σκηνές αυτές, γεγονός που φανερώνει το σύνδεσμό τους με τον οίκο στον οποίο ανήκαν.
Ενδιαφέρον έχουν και οι σκηνές, όπου παριστάνονται μόνο σύζυγοι ή μόνον αδέλφια, δίνοντας έμφαση με αυτόν τον τρόπο στις διαπροσωπικές σχέσεις των μελών της οικογένειας. Οι σκηνές «δεξίωσης»14 με τη χαρακτηριστική χειραψία ανάμεσα σε συζύγους, αδέλφια ή άλλα μέλη της οικογένειας δηλώνουν τον ισχυρό δεσμό και την πνευματική σχέση που υπάρχει μεταξύ τους και καταλύεται μόνο με το θάνατο (Εικόνα 1.1).
Εικόνα 1.1 Επιτύμβια στήλη του Φιλόξενου και της Φιλομένης,
Malibu J.P. Getty Museum 83.AA.378 (© The J. Paul Getty Museum, Villa Collection, Malibu CA)
Δεν είναι, επομένως, τυχαίο ότι το συγκεκριμένο μοτίβο απεικονίζεται συχνότερα στα ανάγλυφα των επιτύμβιων μνημείων και στις σκηνές αποχαιρετισμού πολεμιστών των αγγείων, όπου με αυτόν το συμβολικό τρόπο αποδίδεται o οριστικός ή προσωρινός χωρισμός των οικείων προσώπων (Εικόνα 1.2).
Στα αναθηματικά ανάγλυφα, αντίθετα, αποδίδονται παρατακτικά τα μέλη της οικογένειας, καθώς κατευθύνονται με πομπή προς μία ή περισσότερες τιμώμενες θεότητες και φέρνουν κατά κανόνα ζώα για θυσία (Εικόνα 1.3).
Στη σειρά των λατρευτών, οι οποίοι προσέρχονται στους θεούς αναγνωρίζουμε την ιεραρχία των μελών της οικογένειας, τους ρόλους του καθενός και ιδίως αναφορικά με τη θέση της γυναίκας μέσα σε αυτή15 . Κατά κανόνα, προηγείται ο άνδρας με λατρευτική χειρονομία δέησης και η σύζυγος ακολουθεί. Είναι τυλιγμένη στο ιμάτιό της, με καλυμμένο το κεφάλι, και προτάσσει, επίσης, το δεξί σε λατρευτική χειρονομία. Η θεραπαινίδα στο τέλος της πομπής κουβαλά μία κίστη στο κεφάλι (κιστοφόρος) με τα αντικείμενα για τη θυσία, ενώ μερικές φορές εμφανίζεται και μία τροφός με βρέφος στην αγκαλιά. Τα παιδιά, κανονικά ντυμένα, μπορεί να προηγούνται ή να βρίσκονται ανάμεσα στους ενήλικες ή σε μπροστινό επίπεδο. Στις σκηνές αυτές πρόκειται για τον «οίκο» στη δημόσια εμφάνισή του. Σπανιότερα, όταν η ανάθεση γίνεται από γυναίκα, μπορεί αυτή να προηγείται του άνδρα ή να απεικονίζεται μόνη της ή μαζί με ένα παιδί. Κατ’ εξαίρεση η γυναίκα είναι δυνατόν να εκφράζει τη θρησκευτικότητά της εντονότερα από τον άνδρα, λ.χ. με υψωμένα και τα δύο χέρια σε δέηση. Επίσης, σπανιότερα η γυναίκα γονατίζει μπροστά στη θεότητα σε ένδειξη σεβασμού. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις, στα μνημεία της κλασικής περιόδου παρουσιάζεται, επομένως, με συγκεκριμένα εικονογραφικά μέσα, τα οποία διαφοροποιούνται ανάλογα με τη θέση του κάθε μέλους, η εικόνα της εξιδανικευμένης οικογένειας σε διάφορες πραγματικές ή ιδεατές καταστάσεις.
1.1 Γέννηση16
Τα παιδιά ήταν απαραίτητα για τη συνέχιση της οικογένειας, όπως και οι γυναίκες που τα γεννούν, αλλά αμφότερες ομάδες βρίσκονταν υπό το συνεχή έλεγχο των ενήλικων ανδρών που αποφασιστικά έκριναν, επέκριναν και αποφάσιζαν για τη μοίρα τους. Ο Ησίοδος θεωρεί τη στειρότητα μαζί με την πείνα και το λιμό ως τιμωρίες του Δία για εκείνη την κοινότητα που υπερβαίνει τους κανόνες (Ἔργα καὶ Ἡμέραι 240-5). Γι’ αυτό και η Θήβα του Οιδίποδα υποφέρει εκτός από επιδημία και από τη δυστοκία και αγονία των γυναικών (Σοφοκλής Οἰδίπους Τύραννος 26-27). Γενικά, τέτοιου είδους επιπλοκές στην τεκνοποιία θεωρούνταν τυπικά σημεία θεόσταλτων συμφορών (Καλλίμαχος Ὕμνος εἰς Ἄρτεμιν 126-8). Αν κάποια γυναίκα αδυνατούσε να τεκνοποιήσει, εκδιωχνόταν από το σύζυγο, ενώ ο Σπαρτιάτης που δεν μπορούσε να αποκτήσει λόγω ηλικίας παιδιά δεχόταν ακόμη και ξένα για δικά του. Όπως σε πολλά ζητήματα, έτσι και στο θέμα των παιδιών οι απόψεις σχετικά με τη σημασία τους για τον κόσμο των ενηλίκων διίστανται: από τη μία, ο Ξενοφών θεωρεί ότι τα παιδιά γεννιούνται, για να γηροκομήσουν τους γονείς τους και ανάλογα πρέπει να ανατραφούν, έτσι ώστε να γίνουν οι καλύτεροι γηροβοσκοί (Oἰκονομικός 7.12-13 και 19, πρβλ. Ευριπίδης Ἄλκηστις 662-4 και Μήδεια 1032-36), από την άλλη ο Ευριπίδης αναρωτιέται αν το να κάνει κανείς παιδιά είναι καλό πράγμα (Οἰνόμαος απ. 571: «Σε αμηχανία βρίσκομαι και δεν μπορώ να μάθω, αν είναι καλύτερο να έχουν οι θνητοί παιδιά ή να περνά κανείς τη ζωή του χωρίς παιδιά. Γιατί βλέπω ότι όσοι δεν έκαναν, είναι δυστυχισμένοι, ενώ όσοι έχουν, σε τίποτε δεν ευτυχούν. Αν γεννηθούν φαύλοι, αυτή είναι η χειρότερη αρρώστια, και αν πάλι γίνουν συνετοί, κακό μεγάλο: στενοχωρούν το γονιό μη τυχόν πάθουν κάτι»). Ο Ησίοδος αποτελεί, επίσης, πηγή για τη διαδεδομένη πίστη ότι υπήρχαν κατάλληλες ημέρες για τη γέννηση των αγοριών και των κοριτσιών. Πέντε ημέρες είναι ευνοϊκές για τα πρώτα και τρεις για τα δεύτερα –άλλη μία ενδιαφέρουσα ανισότητα μεταξύ των φύλων. Συγκεκριμένα η μέση έκτη (16η του μήνα) ήταν καλή για αγόρια, αλλά όχι για κορίτσια, όπως δεν ήταν καλή και για γάμο. Καλή ἀνδρογόνος είναι και η πρώτη έκτη, γιατί τότε γεννιέται αγόρι που αγαπά να μιλά πειρακτικά, να λέει ψέματα και λόγια κολακευτικά και αγαπά τις κρυφές παρεούλες (788-9). Τη μεγάλη εικοστή (η 20η μέρα του μήνα), που θεωρούνταν σημαντική μέρα του μήνα (π.χ. συνδεόταν με τον Απόλλωνα), αυτός που γεννιέται είναι ο επαΐων (ἵστωρ) άνδρας, δηλαδή ο γνωστικός που έχει πολύ συγκροτημένο νου (792-3). Εξίσου καλή είναι και η δέκατη μέρα (794). Για τα κορίτσια οι ευνοϊκές για γέννηση ημέρες είναι η πρώτη έκτη (δηλ. η 6η μέρα του μήνα) και η μέση τέταρτη (14η του μήνα) –δεν αναφέρεται, όμως, κάποια λέξη αντίστοιχη του ἀνδρογόνος. Τέλος, η πρώτη ένατη ως εξ ολοκλήρου αβλαβής μέρα είναι καλή για τη γέννα και των δύο φύλων (Ησίοδος Ἔργα καὶ Ἡμέραι 782-6, 788-9, 792-5, 811-3).
Η ανάγκη για τεκνοποιία και η αγωνία για στειρότητα διαφαίνονται στα αναθήματα και στις ιστορίες των γυναικών που κατέφευγαν στον Ασκληπιό για βοήθεια, καθώς και στο μεγάλο αριθμό των θεοτήτων που προστάτευαν τον τοκετό και τις εγκύους (Ειλείθυια, Άρτεμη Λοχία, Εκάτη, Ήρα, Ερινύες, Νύμφες, Μοίρες και οι βοιωτικές Φαρμακίδες)17. Σώζονται πήλινα ειδώλια που αποδίδουν σπαργανωμένα βρέφη μέσα σε λίκνα, τα οποία προέρχονται τόσο από τάφους ως κτερίσματα όσο και από ιερά, όπου προφανώς αποτελούσαν αναθήματα (τάματα) για την επιθυμητή τεκνοποίηση. Επιπλέον, ανάμεσα στα άλλα αφιερώματα σε ιερά θεραπευτών θεών και ηρώων έχουν βρεθεί και αναφέρονται σε επιγραφές πήλινα ή μετάλλινα ομοιώματα μήτρας. Τα νερά των ποταμών και των πηγών θεωρούνταν συχνά δυνάμεις ευγονίας και παρείχαν το νερό που βοηθούσε στον τοκετό και τη στειρότητα. Έτσι, ο ποταμός Κηφισός ονομαζόταν «ὠκυτόκος» (Σοφοκλής Οἰδίπους ἐπὶ Κολωνῷ 685-9) και οι ελάσσονες θεότητες Γενετυλλίδες λατρεύονταν μαζί με την Αφροδίτη Κωλιάδα στο Φάληρο, κοντά στον Ιλισό και τη θάλασσα, ως προστάτιδες του τοκετού –παρόμοιες ήταν και οι Γενναΐδες, τις οποίες λάτρευαν οι Φωκαείς στην Ιωνία (Παυσανίας 1.1.5-7).
«Καλλιγένεια» ήταν, ίσως, ένας τιμητικός τίτλος της Δήμητρας, με τον οποίον προσφωνούσαν τη θεά την τελευταία μέρα των αττικών Θεσμοφορίων σε σχέση με τη γέννηση και τη γονιμότητα (βλ. και 2.1, Πλούταρχος Ἠθικά = Αἴτια Ἑλληνικά 298b 12).
Η περίοδος της σύλληψης και της εγκυμοσύνης και ειδικότερα η έγκυος γυναίκα αποτελούσαν αντικείμενο ιατρικών παρατηρήσεων και διαφόρων δοξασιών, οι οποίες κατά το μάλλον αναδεικνύουν όχι μόνον την πραγματική φροντίδα για αυτή την κρίσιμη περίοδο του βίου αλλά και τις προκαταλήψεις ως προς τις σχέσεις των δύο φύλων. Από τις σχετικές και πολυπληθείς μαρτυρίες διαπιστώνεται ότι δεν απέχουμε από την αλήθεια, όταν μιλάμε για διάκριση των φύλων ήδη από τη στιγμή της σύλληψης, και ο διαχωρισμός αυτός ακολουθούσε μέχρι το τέλος του βίου την ελληνική άποψη για τον άνθρωπο –με εξαίρεση, σε πολλά σημεία, την αγωγή των παιδιών στη Σπάρτη.
Τόσο ο Αριστοτέλης όσο και η ιατρική επιστήμη, όπως διασώζεται σε μία σειρά τίτλων με γυναικολογικά θέματα αλλά και σε γενικότερα εγχειρίδια (π.χ. Ἀφορισμοί), ασχολήθηκαν συστηματικά με θέματα σύλληψης, εγκυμοσύνης, καθώς και της σημασίας του φύλου του εμβρύου για το στάδιο αυτό. Στα Πολιτικά ο φιλόσοφος αναφέρεται αναλυτικά στην τεκνοποιία, τη διατροφή των εγκύων και την άμβλωση. Εκεί προσδιορίζει τον καλύτερο χρόνο για τη συνεύρεση (σύζευξις) και προειδοποιεί για τους κινδύνους που ενέχουν οι γέννες σε πολύ νέα άτομα, που παράγουν μικρά και αδύναμα μωρά και συχνότερα κορίτσια, ενώ τα νεαρά άτομα έχουν, επίσης, δύσκολους τοκετούς. Ανάλογα, παρατηρεί ότι και οι άνδρες δεν πρέπει να επιδίδονται από νωρίς στην ερωτική συνεύρεση, γιατί αυτό επηρεάζει την ανάπτυξή τους (Πολιτικά 1335a 13-18, 24-26). Αντίστοιχα, και η τεκνοποιία σε μεγάλη ηλικία δημιουργεί ατελή παιδιά στο σώμα και τη διάνοια (1335b 29-37). Δείχνοντας το ενδιαφέρον του για την εγκυμονούσα, ο φιλόσοφος τη συμβουλεύει να ασκείται και να τρώει καλά (Πολιτικά 1335b 12-14), αλλά και να περιορίζει το κρασί που προκαλεί χαύνωση και αδυναμία (Τῶν περὶ τὰ ζῷα ἱστοριῶν 585a 33-34). Και ο Πλάτων, στο πλαίσιο της άποψης ότι όλα τα σώματα ευεργετούνται από την κίνηση, αναφέρει ότι ακόμη και οι έγκυες ασκούνται για χάρη των εμβρύων (Νόμοι 789a 5, d1). Οι συμβουλές αυτές έρχονται σε αντίθεση με τις γενικές αντιλήψεις για τη διατροφή και τον τρόπο διαβίωσης της γυναίκας –τουλάχιστον της Αθηναίας– σε κάθε ηλικία εκτός της περιόδου εγκυμοσύνης, αφού ήταν διαδεδομένη η αντίληψη ότι αυτή και έτρωγε λιγότερο από τον άνδρα και φυσικά λόγω του οικόσιτου περιορισμού της δεν μπορούσε να ασχολείται με τη σωματική άσκηση (Ξενοφών Λακεδαιμονίων πολιτεία 1.3).
Υπήρχε η άποψη ότι η γυναίκα διατρέχει περισσότερο κίνδυνο να αποβάλει κατά τις πρώτες 40 ημέρες της εγκυμοσύνης και η κατάστασή της θεωρούνταν πολύ επιρρεπής σε ασθένειες και μολύνσεις. Επίσης, στο διάστημα της εγκυμοσύνης η έγκυος γυναίκα ήταν επίφοβη, για να δεχθεί μίασμα από περιθωριοποιημένα άτομα, όπως φονιάδες. Ανήκε, δηλαδή, στην ίδια κατηγορία με τους φύλακες των ναών και τους μελλόνυμφους, όπως φαίνεται από την προειδοποίηση που εκφωνεί η Ιφιγένεια, όταν προχωρά τελετουργικά, για να εκτελέσει τον εξαγνισμό του δολοφόνου Ορέστη (Ευριπίδης Ἰφιγένεια ἐν Ταύροις 1223-9)18. Επικρατούσε η πίστη ότι η εὐτοκία επιτυγχανόταν, όταν ήταν πανσέληνος, επειδή τότε η γυναίκα είναι πιο υγρή και συνεπώς έχει πιο ήπιες ωδίνες (Πλούταρχος Ἠθικά = Συμποσιακὰ προβλήματα 658f). Ανάλογα, μαρτυρούνται διάφορες τελετές που συνδέονταν με δυστοκίες και με την αποτροπή τους (Παυσανίας 2.3.6-7, 8.23.7).
Υπήρχε, επιπλέον, η πίστη ότι η εγκυμοσύνη με αγόρια έκανε τη γυναίκα πιο υγιή και ότι ανάλογα με το φύλο δρούσε και το έμβρυο κατά την εγκυμοσύνη19. Μια αναλυτική ιπποκρατική πραγματεία για το θέμα «περὶ φύσιος παιδός», μιλά για κουρογονίην και θηλυγονίην ανάμεσα σε άλλα. Και ο Αριστοτέλης έκανε την ίδια διάκριση μεταξύ ἀρρενοτοκεῖν και θηλυτοκείας (π.χ. Αριστοτέλης Τῶν περὶ τὰ ζῷα ἱστοριῶν 586b 32-35) στο πλαίσιο των γενικότερων ενδιαφερόντων του για τα δύο φύλα των ζώων και των ανθρώπων. Για να καταλάβουμε το μέγεθος αυτής της διάκρισης, είναι ενδεικτική η εξής σχηματοποίηση που πρότεινε ο φιλόσοφος σε ό,τι αφορά τα γενικά και ειδικά χαρακτηριστικά των δύο φύλων: η γυναίκα είναι πιο πονετική και επιρρεπής στο κλάμα από τον άνδρα. Είναι πιο φθονερή και μεμψίμοιρη, πιο επιρρεπής στις κατηγορίες και στις επιπλήξεις. Επίσης, έχει μεγαλύτερη δυσθυμία, απελπισία, αναίδεια και τάση για ψέματα, εξαπατάται πιο εύκολα, αλλά και θυμάται περισσότερο, έχει αντοχή στην αγρύπνια και χρειάζεται λιγότερη τροφή (Τῶν περὶ τὰ ζῷα ἱστοριῶν 608b 8-b 15). Και στη φυσιολογία, η αναλυτική σύγκριση του θηλυκού και του αρσενικού σε πολλά ζώα οδήγησε το φιλόσοφο στη διαπίστωση διαφορών, όπως ότι τα άνω και μπροστινά μέρη είναι πιο ισχυρά στα αρσενικά, ενώ τα θηλυκά έχουν ισχυρότερα τα πίσω και κάτω, κάτι που ισχύει, όπως ισχυρίζεται, και για τους ανθρώπους (Τῶν περὶ τὰ ζῷα ἱστοριῶν 538b 2-8). Το αρσενικό βρίσκεται στο δεξιό τμήμα της μήτρας και το θηλυκό στο αριστερό χωρίς να αποκλείεται όμως να συμβεί και το αντίθετο (ό.π. 583b 2-9). Ο ίδιος παρατήρησε, επίσης, ότι τα θηλυκά μοιάζουν με τη μητέρα και τα αρσενικά με τον πατέρα, χωρίς να αποκλείεται, βέβαια, και το αντίθετο (Τῶν περὶ τὰ ζῷα ἱστοριῶν 586a 4-7).
Η γέννηση ενός κοριτσιού θεωρούνταν πιο δύσκολη για τη μητέρα, και στο ιπποκρατικό έργο Ἐπιδημίαι περιγράφονται περισσότερες περιπτώσεις επιπλοκών μετά από τη γέννα κοριτσιών20. Τα βρέφη απασχόλησαν εξίσου τον Αριστοτέλη στις παρατηρήσεις του για την ανθρώπινη φυσιολογία. Τα θεωρούσε ατελή όντα που γεννιούνται σε μία ατελέστατη κατάσταση και συνέδεσε αυτή την ιδιότητα με τον πολύ ύπνο, ο οποίος τα χαρακτηρίζει στην αρχή της ζωής τους (Αριστοτέλης Τῶν περὶ τὰ ζῷα ἱστοριῶν 779a 24-25). Ο φιλόσοφος παρατήρησε, επίσης, τις διαφορές στη φυσιογνωμία, στα μαλλιά και το χρωματισμό τους, στοιχεία που απέδωσε στη μικρή ποσότητα τροφής που λάμβαναν και τα οποία αλλάζουν, καθώς προχωρούν στις επόμενες φάσεις του βίου τους (Αριστοτέλης : Περὶ Χρωμάτων 797b 25). Η συχνή σύγκριση των βρεφών με τα ζώα ίσως δικαιολογεί τη στενή σχέση τους με την Άρτεμη.
Με βάση αναφορές που υπάρχουν σε αττικούς ρήτορες ο αριθμός των παιδιών που προκύπτει είναι 29 γιοι και 26 κόρες για 39 γυναίκες, επομένως ένας μέσος όρος 4,23 παιδιά ανά γυναίκα (μερικοί ενδεικτικοί αριθμοί: 4 παιδιά: Ισαίος 2.3. 5 παιδιά, ένας γιος και 4 κόρες: Ισαίος 5.5. 5 παιδιά, 3 γιοι και 2 κόρες: Ισαίος 6.10.4 κόρες: 11.37. 4 παιδιά, 2 γιοι και 2 κόρες: Λυσίας 16.10 κ.ά.). Καθώς η κληρονομιά μοιραζόταν εξίσου στους απογόνους, είναι κατανοητό ότι ακόμη και εύπορες οικογένειες θα είχαν την τάση να αποφεύγουν τα πολλά παιδιά, χωρίς να υπολογίσουμε και τις προίκες που δίνονταν στις κόρες και προκαλούσαν πολλούς πονοκεφάλους ειδικά στους αδελφούς μετά από το θάνατο του πατέρα τους (Λυσίας ό.π.). Ο Ησίοδος αναφέρεται στο θέμα αυτό στο πλαίσιο της καλύτερης δυνατής οικονομικής διαχείρισης και εύχεται μάλλον –παρά υποδεικνύει– να υπάρχει ένας μοναδικός γιος, τον οποίον χαρακτηρίζει μουνογενῆ, επειδή έτσι αυξάνεται ο πλούτος στο σπιτικό, αφού η περιουσία θα παραμείνει στα χέρια ενός μόνον ατόμου (Ἔργα καὶ Ἡμέραι 376-8). O Πλάτων υποδεικνύει ρητά ότι η κληρονομιά πρέπει να δίνεται σε ένα γιο ως κληρονόμο, ενώ τον απασχολούν εκτενώς και οι περιπτώσεις με περισσότερα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, και προτείνει τρόπους αντιμετώπισης του αριθμού των παιδιών ανά οικογένειες, προφανώς έχοντας υπόψη πόσες επιπλοκές μπορεί να προκαλέσει ο μεγάλος αριθμός επίδοξων κληρονόμων (Νόμοι 740b-741a, πρβλ. 923cd). Ο Αριστοτέλης αναφέρεται στο νομοθέτη Φιλόλαο, o οποίος όρισε στους λεγόμενους «θετικούς νόμους» τα σχετικά με την παιδοποιία και τον αριθμό των κληρονόμων (Πολιτικά 1274b 3).
Όσο και αν ένας Αθηναίος απατημένος σύζυγος διατρανώνει ότι ένα παιδί ενισχύει τους δεσμούς του ζευγαριού, διότι αυτό είναι η «μεγίστη» οικειότητα (Λυσίας 1.6.5-7.1), η γυναίκα συχνά δεν ήταν πρόθυμη για συνεχείς εγκυμοσύνες, ενώ φυσικά υπήρχε πάντα και ο κίνδυνος αποβολής, και ο Ιπποκράτης αναφέρεται στην ίαση του ἐκτρωσμοῦ. Oι αντίστοιχοι όροι είναι ἄμβλωσις, ἐκτρωσμός, ἔκτρωσις, φθορά και διαφθορά και αναφέρονται εξίσου σε αποβολή και ηθελημένη έκτρωση. Σώζεται μία αναλυτική περιγραφή εκούσιας και ανώδυνης αποβολής. Πρόκειται για μία κοπέλα «ψυχαγωγόν», η οποία δεν έπρεπε να μείνει έγκυος, ακριβώς για να μη μειώσει τα έσοδα της ιδιοκτήτριάς της. Με βάση τις γνώσεις που κυκλοφορούσαν μεταξύ των ομοφύλων της για το σπέρμα, κατέληξε να χοροπηδήσει επτά φορές και στο τέλος το σπέρμα έπεσε και έτσι τερματίστηκε η κυοφορία (περὶ φύσιος παιδίου 13). Η περίπτωση αυτή είναι ενδεικτική και για τους λόγους που οδηγούσαν τις γυναίκες σε τέτοιες πράξεις: οι εταίρες ήταν προφανώς η πιο ευάλωτη ομάδα. Όπως θα δούμε στη συνέχεια, η μαμή εκτελούσε συχνά και αυτόν τον άχαρο ρόλο εκτός από την ευεργετική της παρουσία την ώρα του τοκετού (Πλάτων Θεαίτητος 149a-d 1, 150b βλ. και παρακάτω). Ανάλογα διαβάζουμε στο Σωρανό, ο οποίος εξειδικεύτηκε σε θέματα γυναικολογίας, μία πρόταση σχετικά με το πώς να αποφύγει η γυναίκα να μείνει έγκυος κατά τη συνουσία (περὶ γυναικείων 1.61). Όσο για την έκτρωση, αυτή παρόλο που ρητά την απαγορεύει ο όρκος του Ιπποκράτη, αναφέρεται ως κάτι που οι γυναίκες έκαναν ακόμη και μόνες τους, αλλά επρόκειτο για διαδικασία που θεωρούνταν επικίνδυνη και μπορούσε να οδηγήσει σε πολύ άσχημες επιπλοκές για τη «φθείρουσαν» γυναίκα και τη μήτρα της, ακόμη και σε στειρότητα (ἀφορία) (Ιπποκράτης Γυναικεῖα 1.72, 8-10 πρβλ. 1.67). Δεν γνωρίζουμε εάν η έκτρωση (ἄμβλωσις) απαγορευόταν δια νόμου, αν και διαθέτουμε μαρτυρίες για τον τίτλο ενός λόγου του Λυσία περὶ ἀμβλώσεως, καθώς και μία αναφορά για «γραφὴν ἀμβλώσεως» (Λυσίας απ. 8), για την οποία δεν διαθέτουμε περισσότερα στοιχεία. Είδαμε ότι ο Αριστοτέλης μιλώντας για τον έλεγχο των γεννήσεων είχε αναφερθεί στη δυνατότητα έκτρωσης και όρισε ότι αυτή πρέπει να γίνεται πριν το έμβρυο να αποκτήσει ζωή και αίσθημα (Πολιτικά 1335b 22-26)21. Για την έκτρωση χρησιμοποιούσαν ειδικά βότανα (πόσιμα ή εδώδιμα, Ιπποκράτης Γυναικεῖα 1.72) και πολύ αργότερα ο Πλούταρχος, ο οποίος πλέκει το εγκώμιο της τεκνοποιίας στο πλαίσιο των συμβουλών που δίνει για το γάμο (Ἠθικά = Γαμικὰ παραγγέλματα 144b), αναφέρεται και από άποψη βιολογική στη φθοροποιό λειτουργία τέτοιων μεθόδων (φθαρτικαὶ φαρμακεῖαι) που ακολουθούν οι ακόλαστες γυναίκες (Ἠθικά = Ὑγιεινὰ παραγγέλματα 134f). Στη χειρότερη περίπτωση μπορεί και να πουλούσαν το παιδί ως δούλο μετά από μία ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη (Αιλιανός Ποικίλη Ἱστορία 2.7, βλ. παρακάτω, έκθεση παιδιών).
Οι σχέσεις μεταξύ των συζύγων επηρεάζονταν ιδιαίτερα από τη διαχείριση της εγκυμοσύνης. Την κωμική εκδοχή μίας τέτοιας κατάστασης προσφέρει μία γυναίκα στις Θεσμοφοριάζουσες. Ανάμεσα στα πολλά και φοβερά που σκαρφίζεται το φύλο της, περιγράφεται η ιστορία μίας ψεύτικης εγκυμοσύνης, πώς η γυναίκα που προσποιήθηκε ότι είναι έγκυος, έκανε το ίδιο και με τους πόνους του τοκετού, ενώ έστειλε μία δούλη να αγοράσει ένα αγόρι: στο διάστημα αυτό ο σύζυγος έτρεχε να αγοράσει το βοτάνι για τη γρήγορη γέννα και η γριά δούλη έφερνε το αγορασμένο παιδί μέσα σε μία χύτρα, φιμωμένο με κερί για να μη φωνάζει (502-16). Στο ίδιο έργο γίνεται λόγος για ένα αγόρι που γεννά η δούλη και η σύζυγος το δείχνει για δικό της (564-5)! Προφανώς, δεν πρέπει να ήταν πολύ ανοίκειο αυτό που έκανε μία γριά, η οποία βρήκε δύο εκτεθειμένα δίδυμα και έδωσε το αγόρι σε μια πλούσια γυναίκα, ενώ η ίδια κράτησε το κορίτσι (Μένανδρος Περικειρομένη 121-3). Όπως φαίνεται από το παραπάνω χωρίο των Θεσμοφοριαζουσών, ο τοκετός ήταν αποκλειστικά γυναικεία υπόθεση. Στην ποίηση, αυτή η πρακτική μεταφέρεται ακόμη και στο χώρο των μεγάλων θεών: έτσι, ακόμη και η Ρέα έλουσε μόνη της το νεογέννητο παιδί της με τη βοήθεια της μητέρας της Γαίας (Καλλίμαχος Ὕμνος εἰς Δία 15-17). Στο ιπποκρατικό σύγγραμμα περὶ ἐγκατατομῆς τοῦ ἐμβρύου, όπου δίνονται οδηγίες για την ώρα του τοκετού, γίνεται λόγος για γυναίκες που βοηθούσαν και πιθανότατα ήταν γειτόνισσες (κεφ. 4). Η Πραξαγόρα ξεγελά το δύσπιστο άνδρα της, ο οποίος αναρωτιέται γιατί έφυγε και από πού ήρθε, λέγοντας ότι πήγε να βοηθήσει μία γειτόνισσα να γεννήσει και μάλιστα τον καλεί να χαρεί, επειδή εκείνη έκανε αγόρι (Αριστοφάνης Ἐκκλησιάζουσαι 520-34, 549). Στη σκηνή με την πλαστή γέννα, η μέλλουσα μητέρα μπορεί χωρίς δυσκολία να διώξει το σύζυγό της από το δωμάτιο, μόλις αρχίσουν «οι πόνοι», βρίσκοντας κάποια δικαιολογία (Αριστοφάνης Θεσμοφοριάζουσαι 507-9, ό.π.). Παρόλα αυτά δεν διαθέτουμε καμία άμεση γυναικεία μαρτυρία, είτε της εγκύου και μητέρας είτε των επαγγελματιών που τη βοηθούσαν, για να κατανοήσουμε τα πραγματικά συναισθήματα και τις αγωνίες τους. Η περηφάνια της Πραξαγόρας για την έκβαση της γέννας ήταν, σίγουρα, καθημερινή χαρά για τις γυναίκες της εποχής, ειδικά σε περιπτώσεις ανδρογονίας: μιλώντας για τον Κλεομένη, βασιλιά της Σπάρτης, ο Ηρόδοτος λέει ότι πέθανε ἄπαις, αφήνοντας μόνο μία κόρη, τη Γοργώ (Ηρόδοτος 5.48)22.
Στο πλαίσιο της αποκλειστικά γυναικείας φύσης του τοκετού, και η βασική βοηθός σε αυτόν ήταν γυναίκα: η μαῖα. Ο γιατρός καλούνταν μόνο σε περίπτωση επιπλοκών23. Υπάρχουν μαρτυρίες στα ιπποκρατικά κείμενα για την παρουσία γιατρού στην κατάλληλη στιγμή (καιρός), αλλά κάποτε ένας γιατρός μπορεί να κατηγορηθεί, επειδή έδωσε σε έγκυο εμετικό και εκείνη απέβαλε ή επειδή έδωσε κάτι για την ανακούφιση του πόνου της γέννας και η γυναίκα χειροτέρευσε ή πέθανε. Εκτός από το μεταγενέστερο Σωρανό που αφιερώνει τα πρώτα κεφάλαια της Γυναικολογίας (1.1-3) του στη μαία και περιγράφει αναλυτικά τις ιδιότητές της, για τη γυναίκα αυτή και το ρόλο της είχε μιλήσει παλαιότερα ο Σωκράτης στο πλαίσιο των δικών του ενδιαφερόντων –εξάλλου η μητέρα του Φαιναρέτη ήταν γνωστή μαία. Η μόνη διαφορά μεταξύ της πραγματικής μαίας και της μαιευτικής του φιλοσόφου είναι ότι εκείνη επιθεωρεί και νοιάζεται για τα σώματα, ενώ αυτός ασχολείται με την ψυχή (Θεαίτητος 149a-d 1, 150b, 150c). Kαταρχάς ο Σωκράτης ορίζει την ηλικία όσων μπορούσαν να ασκούν το συγκεκριμένο επάγγελμα: δεν έπρεπε να είναι οι ίδιες έγκυες ή σε ηλικία τεκνοποίησης. Ο λόγος για τον περιορισμό αυτόν ήταν η ίδια η θεά προστάτης της λοχείας, η ἄλοχος Άρτεμη, η οποία δίνει αυτή την ικανότητα σε γυναίκες που της ομοιάζουν, αφού ήταν και αυτές άτεκνες όπως η ίδια. Οι μαίες κατεύναζαν τις ωδίνες του τοκετού με ειδικά φάρμακα ή και ξόρκια, αλλά μπορούσαν να βοηθήσουν και στην άμβλωση, αν παραστεί ανάγκη. Στις Θεσμοφοριάζουσες ο σύζυγος πηγαίνει να αγοράσει το ὠκυτόκιον, δηλαδή το φάρμακο που θεωρούνταν ότι θα επιταχύνει τον τοκετό (504, ό.π.), και στα σχετικά ιατρικά εγχειρίδια υπάρχουν πολλές συνταγές για τέτοια φάρμακα (Ιπποκράτης Γυναικεῖα 77, 4-6). Επιπλέον, πάντα σύμφωνα με τη σωκρατική επιχειρηματολογία, οι μαίες ήταν και οι κατάλληλες, για να προξενεύουν, δηλαδή είχαν το ρόλο της προμνήστριας, ο οποίος θεωρούνταν σημαντικός για τις γνωριμίες που θα οδηγούσαν σε γάμο: οι γυναίκες αυτές μπορούσαν να προγνώσουν ποια γυναίκα ταίριαζε με ποιον άνδρα, έτσι ώστε να γεννηθούν καλύτερα παιδιά (150a). O Aριστοτέλης αναφέρει κάποιες ικανές (τεχνικαί) μαίες, οι οποίες σώζουν με τις πράξεις τους τα επαπειλούμενα νεογνά (Τῶν περὶ τὰ ζῷα ἱστοριῶν 587a 19-23). Τα ιπποκρατικά συγγράμματα αναφέρονται στις προσπάθειές τους κατά τον τοκετό, για να αλλάξει θέση το μωρό στη μήτρα, για να γυρίσει το κεφάλι προς τα κάτω με την ψηλάφηση, δηλαδή με ένα είδος μασάζ της κοιλιάς της εγκύου24. Η γέννηση ενός αγοριού έφερνε τιμή όχι μόνο στη μητέρα αλλά και στη μαμή, ακόμη και αν ήταν ερασιτέχνης, όπως η Πραξαγόρα στις Εκκλησιάζουσες, η οποία βοήθησε (τάχα) στη γέννα. Η μαία έκοβε τελετουργικά τον ομφάλιο λώρο (ὀμφαλοτομεῖν, Πλάτων Θεαίτητος 149e1), επιθεωρούσε το νεογέννητο (Πλάτων Θεαίτητος 151) και έλουζε τη μητέρα και το βρέφος, παίρνοντας νερό κατά προτίμηση από μία ιερή πηγή. Οι Σπαρτιάτισσες είχαν καλή φήμη ως μαίες, όπως και ως τροφοί, γι’ αυτό συχνά προσλαμβάνονταν από τους Αθηναίους (Πλούταρχος Λυκοῦργος 16.3).
Ο Σωρανός, τον οποίο αναφέραμε πιο πάνω για την αναλυτική έκθεση που έδωσε σχετικά με τις ικανότητες των μαιών κατά τη ρωμαϊκή εποχή, στο δεύτερο βιβλίο της Γυναικολογίας του περιγράφει αναλυτικά τι συμβαίνει τη στιγμή που γεννιέται το μωρό, πώς γίνεται η επιθεώρηση όλου του σώματός του από το κεφάλι έως τα πόδια. Γενικά, γινόταν διάκριση ανάμεσα στον πόνον και την ὠδίνην, που αναφέρεται στους πόνους τοκετού, και υπήρχαν διάφορα φάρμακα που χρησιμοποιούνταν για αυτό τον υπερβολικό πόνο. Πόσο επώδυνη και δύσκολη εμπειρία ήταν ο τοκετός φαίνεται από τα λόγια της Μήδειας, όταν αντικρούει την άποψη ότι οι γυναίκες ζουν χωρίς κινδύνους μέσα στο σπίτι, ενώ οι άνδρες πολεμούν: θα προτιμούσε τρεις φορές να σταθεί στο πεδίο της μάχης παρά να γεννήσει μία φορά (Ευριπίδης Μήδεια 248-51). Γνωρίζουμε ότι χρησιμοποιούνταν και επιταχυντικά μέσα (ὠκυτόκια), για να αντιμετωπιστούν οι περιπτώσεις δυστοκίας. Η θέση που έπαιρνε η γυναίκα κατά τον τοκετό ποίκιλλε. Η Λητώ παρουσιάζεται να γεννά γονατιστή (Ὁμηρικὸς Ὕμνος εἰς Ἀπόλλωνα 115-22). Ο Σωρανός καταγράφει όλα όσα χρειάζονταν για τον τοκετό (π.χ. ἔλαιον, ὕδωρ θερμόν, θερμάσματα, σπόγγους τρυφερούς, ἔριον, ἐπιδέσμους, ὑποκεφάλαιον, ὀσφραντά, δίφρον μαιωτικὸν ἢ καθέδραν) και ειδικά περιγράφει πολύ αναλυτικά τις διαστάσεις που έπρεπε να έχει το κάθισμα στο οποίο καθόταν η ετοιμόγεννη (δῖφρος μαιωτικός), προφανώς επειδή η στάση έχει μεγάλη σημασία στην καλύτερη έκβαση της διαδικασίας (Γυναικεῖα 2.2-2.3). Από ένα ανέκδοτο που διασώζει ο Πλούταρχος συνάγεται ότι η γέννα μπορεί να γινόταν και σε ξαπλωμένη στάση πάνω σε κλίνη (Ἠθικά = Γαμικὰ παραγγέλματα 143e). Στη διάρκεια της γέννας οι γυναίκες βοηθοί έβγαζαν τελετουργικές φωνές (ὀλολυγαί: Ὁμηρικὸς Ὕμνος εἰς Ἀπόλλωνα 119). Το λουτρό της γυναίκας και του μωρού ήταν επιβεβλημένο, για να απομακρυνθούν τα λύματα, όπως περιγράφεται στη θεϊκή γέννηση του Απόλλωνα από τη Λητώ, όπου γίνεται λόγος για λουτρό ἁγνῶς και καθαρῶς (Ὁμηρικὸς Ὕμνος εἰς Ἀπόλλωνα 120 κ.ε., Καλλίμαχος Ὕμνος εἰς Δία 15-17 ό.π.). Από ιατρική άποψη το νεογέννητο καθαριζόταν με νερό, επειδή, σύμφωνα με τους γιατρούς, τότε η κράση του ήταν πιο υγρή από κάθε άλλη ηλικία (Γαληνός Ὑγιεινῶν λόγοι 6.33.13).
Στη Σπάρτη αυτός ο καθαρισμός γινόταν με κρασί, προκειμένου να δοκιμαστεί η κράση του βρέφους και έτσι να αποφασιστεί και η μοίρα του (Πλούταρχος Λυκοῦργος 16).
Ο θάνατος των γυναικών ή των βρεφών κατά τη γέννα ήταν πολύ συχνός, όπως μαρτυρεί η υψηλή θνησιμότητα: 25% των νεογέννητων πέθαιναν25. Ειδικά σε εποχές λιμών (π.χ. σιτοδεία λόγω ξηρασίας), πολεμικών συρράξεων και λοιμών (δηλ. επιδημικών ασθενειών) η απώλεια μικρών παιδιών πρέπει να ήταν πολύ μεγάλη. Ένα τεκμηριωμένο σχετικό παράδειγμα προσφέρει η επιδημία που ενέσκηψε στην Αττική κατά τα πρώτα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου (430-426 π.Χ.) και αποδεκάτισε μεγάλο μέρος του πληθυσμού όλων των ηλικιών –ανάμεσά τους και τον Περικλή. Νεότερες έρευνες σε σκελετικό υλικό (κυρίως DNA από τον πολφό δοντιών) από ομαδικούς τάφους εκείνης της εποχής κατέδειξαν ότι ο λοιμός αυτός οφειλόταν στο μικρόβιο του τυφοειδούς πυρετού26. Έτσι, εξηγείται ίσως και η αύξηση της παραγωγής ειδικών αγγείων που έμπαιναν ως κτερίσματα σε παιδικές ταφές, όπως οι μικροσκοπικοί χόες με παραστάσεις από τον κόσμο των παιδιών, οι ασκοί και τα θήλαστρα (βλ. και 1.2, 1.5.2).
Ο φόβος του θανάτου των λεχώνων και των νεογέννητων δικαιολογεί το μεγάλο αριθμό και την ποικιλία των προσφορών στις θεότητες του τοκετού, ιδιαίτερα την Ειλείθυια και την Άρτεμη, θεές που είχαν βοηθήσει τον ίδιο το Δία να γεννήσει από το κεφάλι του την Αθηνά. Eιδικά η Άρτεμη, ως Λοχία, συνδέεται με όλες τις φάσεις του τοκετού και προστατεύει τις έγκυες και τις λεχώνες, όπως παρέχει ανάλογη προστασία και στις μαίες. Λίγο καιρό μετά τη γέννα, η νέα μητέρα πήγαινε στα ιερά των θεοτήτων αυτών, για να προσφέρει τις ευχαριστίες της, όπως έκανε και στη διάρκεια της εγκυμοσύνης, για να ζητήσει τη βοήθειά τους για εύκολο τοκετό. Σώζονται πολλά αναθήματα (αγγεία, ειδώλια, αγάλματα, ανάγλυφα), καθώς και επιγραφικά αρχεία, όπου καταγράφονται διάφορες προσφορές στα ιερά της Άρτεμης στη Βραυρώνα, την αθηναϊκή Ακρόπολη και τη Μουνιχία στον Πειραιά καθόλη τη διάρκεια της αρχαϊκής και της κλασικής περιόδου27 (π.χ. IG II2, 1514- 31). Κυρίαρχη θέση φαίνεται ότι είχαν τα ενδύματα που φορούσαν οι γυναίκες κατά τον τοκετό και είναι πολυπληθή τα αναθηματικά επιγράμματα στην Παλατινή Ανθολογία που περιγράφουν αφιερώματα των γυναικών ή και του ζευγαριού στην Άρτεμη σε ανάμνηση της γέννας –στην ίδια θεά προσέφεραν και οι μελλόνυμφες παρθένοι ανάλογα αντικείμενα (βλ. 1.3). Ο λόγος αυτής της μεταλόχειας προσφοράς είναι, φυσικά, ότι η θεά δεν «τόξευσε» τη λεχώνα, αλλά την προστάτευσε και στάθηκε με ευμένεια κατά τη γέννα της (αφιέρωμα ενός ζευγαριού: Φαίδιμος Παλατινὴ Ἀνθολογία 6.271). Στη Βραυρωνία Άρτεμη αφιέρωναν οι συγγενείς και τα ενδύματα των γυναικών που είχαν πεθάνει στον τοκετό (Ευριπίδης Ἰφιγένεια ἐν Ταύροις 1462-7).
Στη Σπάρτη, ο Λυκούργος, αν και είχε απαγορεύσει να γράφονται τα ονόματα των νεκρών στον τάφο, έκανε εξαίρεση μόνο για τους άνδρες που έπεσαν στον πόλεμο και για τις γυναίκες που είχαν πεθάνει στη γέννα, αν δεχτούμε μία διόρθωση στο παραδεδομένο κείμενο που μιλά για γυναίκες οι οποίες συμμετείχαν σε ιερές τελετές (Πλούταρχος Λυκοῦργος 27.2). Πιθανόν, έτσι, αναγνώριζαν τη σημασία αυτής της εξαιρετικής στιγμής στο γυναικείο βίο, η οποία για το στρατιωτικό κώδικα της πόλης ήταν ισάξια του θανάτου στο πεδίο της μάχης28.
Το σπαργάνωμα (σπαργανᾶν) γινόταν προκειμένου να επιτευχθεί η σωστή σωματική διάπλαση (Γαληνός Ὑγιεινῶν λόγοι 6.32.14, Πλούταρχος Ἠθικά = περὶ παίδων ἀγωγῆς 3c-d). Και σε αυτό διέφεραν οι Σπαρτιάτες, αφού δεν σπαργάνωναν τα παιδιά, προσφέροντάς τους έτσι μεγαλύτερη ελευθερία (Πλούταρχος, Λυκοῦργος 16 ό.π.). O Πλάτων, που αναφέρεται στο σπαργάνωμα, παρομοιάζει το έμβρυο και το νεογέννητο με κερί και συστήνει το σπαργάνωμα για δύο χρόνια (Νόμοι 789e), ενώ προτείνει οι τροφοί να συνοδεύουν τα παιδιά στις διάφορες εκδηλώσεις του βίου τους (ιερά, αγρούς, επισκέψεις συγγενών), μέχρι να γίνουν τριών χρονών, δηλαδή μέχρι να είναι ικανά να στέκονται, και μάλιστα θεωρεί τέτοια επιτήρηση πολύ σημαντική (Πλάτων Νόμοι 789e-90).
Ο Αριστοτέλης παραδίδει μία πληροφορία για κάποιους που χρησιμοποιούσαν «μηχανικά» όργανα, προκειμένου σε αυτή την τρυφερή ηλικία να γίνει το σώμα ίσιο, καθώς λόγω της απαλότητάς του υπήρχε ο κίνδυνος να στραβώσει (Πολιτικά 1336a 10-12). Σπάργανα και σπαργάνωμα εικονίζονται ή σώζονται σε παιδικούς τάφους. Τα θεϊκά βρέφη, αν και σπαργανωμένα, δεν μένουν για πολύ στα σπάργανά τους (όπως ο Απόλλων: Ὁμηρικὸς Ὕμνος εἰς Ἀπόλλωνα 127-9). Ως σπαργανωμένο βρέφος παριστάνεται ο Ερμής σε μία μελανόμορφη καιρετανή υδρία [ Οι Καιρετανές υδρίες (Caeretan hydriae) αποτελούν μια ιδιαίτερη κατηγορία μελανόμορφων αγγείων, που αν και φέρουν ιωνικές επιρροές, κατασκευάστηκαν στην Ετρουρία (στην πόλη Καιρέα, τη σημερινή Cerveteri) κατά το τρίτο τέταρτο του 6ου αι. π.Χ. (περίπου 540-510 π.Χ.)] (Παρίσι Μουσείο Λούβρου Ε 696)29. Ανάλογη εμφάνιση έχει και ο Εριχθόνιος κατά τη γέννησή του, όπως εικονίζεται σε μία ερυθρόμορφη υδρία του Ζωγράφου της Οινάνθης (Λονδίνο Βρετανικό Μουσείο 1837.6-9.54, BAPD 206695), καθώς η Αθηνά ετοιμάζεται να τον τυλίξει με το ύφασμα που κρατά.
Με τη γέννηση συνδέεται και το θέμα της αναγνώρισης του νεογέννητου και της συνήθειας της έκθεσης. Οι αρχαίες πηγές είναι πολλές και σχετίζονται τόσο με την οικονομική κατάσταση του οίκου όσο και με τις αντιλήψεις περί φύλων και τις κοινωνικές συμβάσεις περί νομιμότητας και ελεύθερης φύσης των ανθρώπων. Διαθέτουμε μία εκτενή πληροφορία από το μεταγενέστερο Αιλιανό για τη σχετική νομοθεσία της Θήβας που φιλανθρώπως δεν επέτρεπε την έκθεση και έδινε εναλλακτικές λύσεις (Ποικίλη Ἱστορία 2.7). Σχολιάζοντας την ησιόδεια εικόνα για τα πόδια που φουσκώνουν από την πείνα (Ἔργα καὶ Ἡμέραι 496-7), ο Πλούταρχος αναφέρει ότι στην Έφεσο η έκθεση βρεφών απαγορευόταν εκτός από περιπτώσεις λιμού (Πλούταρχος Ἡσίοδος απ. 69).
Στην Αθήνα, ο υπεύθυνος κηδεμόνας (κύριος), συνήθως ο πατέρας, είχε το δικαίωμα να αποφασίζει αν θα αποδεχόταν το παιδί στον οἶκον, για να το αναθρέψει ή αν θα το εκθέσει – όχι όμως και να το σκοτώσει30. Κατά τον Αριστοτέλη, μία από τις τρεις κατηγορίες «οικονομικής» εξουσίας που ανήκει αποκλειστικά και πάντοτε στον άνδρα είναι η «πατρική», δηλαδή ο τρόπος μεταχείρισης του παιδιού. Το παιδί, όπως και η γυναίκα, θεωρούνται ελεύθεροι άνθρωποι, αλλά ο άνδρας της οικογένειας τούς εξουσιάζει με διαφορετικό τρόπο. Στη «γαμική» εξουσία του ως προς τη γυναίκα την εξουσιάζει όπως ένας πολίτης τον άλλον (πολιτικῶς), στην «πατρική» του προς τα παιδιά τα εξουσιάζει σαν βασιλιάς (βασιλικῶς): «o άνδρας εξουσιάζει τη γυναίκα του όπως ένας πολίτης τον άλλον, έναν δούλο σαν τύραννος και τα παιδιά του σαν βασιλιάς». Ο τρόπος αυτός επιβάλλεται από τη διαφορά μεταξύ φύλων και ηλικιών αντίστοιχα: το αρσενικό είναι «ἡγεμονικώτερον» του θηλυκού, ενώ το πρεσβύτερο είναι πιο τέλειο από το νεότερο και ατελές, αλλά αμφότερα έχουν την ίδια φύση (Αριστοτέλης Πολιτικά 1259a 38-b). Στη Σπάρτη, η απόφαση έκθεσης ανήκε σε μία ομάδα ηλικιωμένων που εκπροσωπούσαν τα συμφέροντα της πόλης και συνεδρίαζαν στη Γερουσία. Ως γνωστόν, τα ακατάλληλα μωρά τα έριχναν στους Αποθέτες του Καιάδα (Πλούταρχος Λυκοῦργος 16). Ακόμη και μετά την έκθεση, το παιδί δεν έχανε το δικαίωμα να διεκδικήσει τη σχέση με τον κηδεμόνα του. Σε πολλά δραματικά έργα αναφέρονται διάφορα αντικείμενα (σημεῖα) που επέτρεπαν την ταυτοποίηση του εκτεθειμένου παιδιού κάποια στιγμή αργότερα στη ζωή του.
Τα κορίτσια εκτίθονταν περισσότερο από τα αγόρια, αλλά καθολική εξόντωση του γυναικείου φύλου θα οδηγούσε και σε εξόντωση της αναπαραγωγής και κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε31. Κάτι παραπάνω, βέβαια, θα ήξερε ο κωμικός ποιητής Ποσείδιππος (3ος αι. π.Χ.), όταν έλεγε ότι «ο καθένας ανατρέφει έναν γιο, ακόμα κι αν είναι φτωχός, αλλά εγκαταλείπει ένα κορίτσι ακόμα κι αν είναι πλούσιος» (Ἑρμαφρόδιτος απ. 12 Κ.-Α.: Υἱὸν τρέφει πᾶς κἂν πένης τις ὢν τύχῃ, / θυγατέρα δ’ ἐκτίθησι κἂν ᾖ πλούσιος). Σε κάθε περίπτωση η γέννηση ενός κοριτσιού συνεπαγόταν μέριμνα για τη μελλοντική προίκα και συνεπώς έγνοιες για την οικογένεια, ακόμη και αν οι κόρες ήταν αυτές που εξασφάλιζαν, τελικά, την ορθή διαχείριση του οίκου. Σε γενικές γραμμές, η προτίμηση ήταν για αγόρια παρά για κορίτσια, αλλά δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι στην κλασική Ελλάδα η έκθεση των κοριτσιών ήταν αποδεκτή πρακτική.
Τα ανάπηρα παιδιά ήταν πιο συχνά θύματα έκθεσης. Ο Σωκράτης ζητά από το Θεαίτητο να επιθεωρεί από κάθε πλευρά το πνευματικό τέκνο του, για να ελέγχει αν είναι άξιο να το αναθρέψει, ειδάλλως θα μπορέσει να το εκθέσει (ἀποτιθέναι, Θεαίτητος 161a). Μιλώντας για τη δυνατότητα έκτρωσης ο Aριστοτέλης προτείνει ακόμη και να θεσπιστεί νόμος που θα απαγορεύει την ανατροφή αναπήρων (πεπηρωμένων) (Πολιτικά 1335b 19-21). Εννοείται ότι στη Σπάρτη δεν υπήρχαν τέτοιοι ενδοιασμοί σε ό,τι αφορά τα ανάπηρα παιδιά. Μία άλλη κατηγορία παιδιών που κινδύνευαν με έκθεση ήταν τα νόθα. Και εδώ οι λόγοι είναι προφανείς, αφού το νόθο παιδί δεν είχε μέλλον και φυσικά καμία πιθανότητα κληρονομιάς της πατρικής περιουσίας. Η συνήθεια έκθεσης δεν σημαίνει, εντούτοις, ότι οι αρχαίοι ήταν αναίσθητοι σε θέματα έκθεσης βρεφών, και η Αθηναία Κρέουσα που είχε αναγκαστεί να εκθέσει το νόθο παιδί της, τον Ίωνα, ο οποίος δεν είναι άλλος από τον αρχηγέτη των Αθηναίων, έδωσε μία σπαρακτική εικόνα της μητέρας που αναγκάστηκε για κοινωνικούς λόγους να εκθέσει το παιδί της και δέχτηκε αυστηρή επίκριση γι’ αυτή την απόφαση. Κανονικά το παιδί δικαιούνταν αγκαλιά και κανάκεμα, και αυτό έπρεπε να είχε κάνει η Κρέουσα, αν δεν αποφάσιζε να αδικήσει, όπως λέει η ίδια, το σπλάχνο της (Ευριπίδης Ἴων 954-63). Οπωσδήποτε το θέμα είναι πολύ σύνθετο, για να δοθεί μία βέβαιη απάντηση τόσο για την έκταση του φαινομένου όσο και για τις πραγματικές διαθέσεις των Ελλήνων και φυσικά τη διάκριση της ανδρικής και της γυναικείας βούλησης σχετικά με την απόκτηση παιδιών. Περιορισμοί υπήρχαν και για τους δούλους, οι οποίοι δεν έπρεπε να αναπαράγονται χωρίς τη γνώση του αφεντικού τους: ο Ισχόμαχος κλειδώνει την πόρτα του «γυναικείου», όχι μόνον επειδή φοβάται τις κλοπές, αλλά και για να αποτρέψει τις σκλάβες να γεννούν χωρίς τη δική του έγκριση (Ξενοφών Οἰκονομικός 9.5).
Η περίοδος της λοχείας ισοδυναμούσε με το διάστημα κατά το οποίο η νέα μητέρα θεωρούνταν μίασμα για τους άλλους32. Η θεά Άρτεμη κατακρίνεται από την Ιφιγένεια, γιατί απαγορεύει, μεταξύ άλλων, και στις λεχώνες να μπουν στο ιερό της (Ευριπίδης Ἰφιγένεια ἐν Ταύροις 380-4)33. Αυτό το διάστημα υπολογιζόταν με βάση το χρόνο που απαιτούνταν για τη διαμόρφωση του εμβρύου και είχε οριστεί σε 42 ημέρες για το θηλυκό (κάποτε και σε 25) και 30 για το αρσενικό. Έτσι, μία μητέρα που γεννούσε αγόρι μπορούσε να επανέλθει στον κανονικό ρυθμό του βίου της 12 ημέρες νωρίτερα από ό,τι αν είχε γεννήσει κορίτσι και αυτό θεωρούνταν κάθαρσις μετά από τον τοκετό. Στις νεότερες γυναίκες η κάθαρση συντελούνταν πιο γρήγορα, ενώ στις μεγαλύτερες σε ηλικία διαρκούσε περισσότερο (Iπποκράτης περὶ φύσιος παιδίου 18.2-6).
Από το βυζαντινό πατριάρχη Φώτιο (λ. μιαρά ἡμέρα) πληροφορούμαστε ότι το σπίτι, όπου λάμβανε χώρα μία γέννα, αλειφόταν με πίσσα, ώστε να εκδιώχνονται οι δαίμονες. Λεχώ είναι η λέξη που χρησιμοποιείται για τη γυναίκα που γεννά, και ο δεισιδαίμων του Θεόφραστου δεν την πλησίαζε, όπως έκανε και με τους τάφους (Θεόφραστος Χαρακτῆρες 16.9). Ένας καθαρτήριος νόμος της Κυρήνης από το ιερό της Άρτεμης (4ος αι. π.Χ.) όριζε το βαθμό μιάσματος σε σχέση με τη λοχεία: στην περίπτωση που μία γυναίκα αποβάλλει (ἐκβάλλει) τότε που το έμβρυο ήταν πλήρες (διάδηλος), τα μέλη της οικογένειας θεωρούνταν μολυσμένα όπως σε περίπτωση θανάτου, ενώ αν το έμβρυο δεν ήταν πλήρως διαμορφωμένο, η οικία μιαίνεται όπως στην περίπτωση τοκετού (ἀπὸ λέχους)34. Το μίασμα παρέμενε στο σπίτι και στη γυναίκα μέχρι τη μέρα των Αμφιδρομίων (βλ. παρακάτω).
Η διάκριση των φύλων ξεκινούσε αμέσως μόλις το νεογέννητο αντίκριζε το φως. Η άφιξη του νέου μέλους στην οικογένεια δηλωνόταν με διαφορετικό και πολύ ενδεικτικό τρόπο ανάλογα με το φύλο του: η γέννηση των αγοριών ανακοινωνόταν με το κρέμασμα ενός κλαδιού ή στεφανιού ελιάς στην πόρτα του σπιτιού, ενώ των κοριτσιών με το κρέμασμα μίας τούφας ακατέργαστου μαλλιού. Στην πρώτη περίπτωση γινόταν πιθανόν υπαινιγμός στην ανδρική δύναμη και τη συμμετοχή σε αθλητικούς αγώνες, ενώ στη δεύτερη προβαλλόταν η γυναικεία εργατικότητα διαμέσου μίας από τις βασικότερες οικιακές ασχολίες.
Μία εξήγηση για το έθιμο αυτό είναι ότι έτσι ανακοινωνόταν η γέννηση στην κοινότητα και σχηματιζόταν ένας «κλοιός προστασίας» τόσο για τη μητέρα και το νεογέννητο όσο και για τους εκτός του οίκου. Η περίοδος αυτή έληγε καταρχάς με τα Ἀμφιδρόμια και την απομάκρυνση των «σημείων» από την εξώπορτα (Έφιππος απ. 3 Κ.-Α. = Αθήναιος Δειπνοσοφισταί 9.370C-D).
Τα Ἀμφιδρόμια35 τελούνταν πέντε ημέρες μετά από τη γέννα και σήμαιναν την αποδοχή του νέου μέλους στον οίκο. Το όνομα της τελετής δηλώνει την περιφορά του νεογέννητου γύρω από την οικιακή εστία από τον ίδιο τον πατέρα του ή την τροφό (Σούδα λ. Ἀμφιδρόμια, Σχόλ. Λυσιστράτη 757-9, Πλάτων Θεαίτητος 160e). Παρούσα ήταν και η λεχώνα μητέρα, η οποία καθαριζόταν από το μίασμα του τοκετού με τελετουργικό πλύσιμο των χεριών. Πιθανόν τότε γινόταν η ονοματοδοσία του παιδιού ή αυτό συνέβαινε πέντε ημέρες αργότερα κατά τη Δεκάτη. Οι συγγενείς προσέφεραν ως δώρα χταπόδια και καλαμάρια για το εορταστικό γεύμα. Ανάλογα, ο Έφιππος (ό.π.) αναφέρει ένα πλούσιο γεύμα εκείνη τη μέρα με ειδικά εδέσματα από ψητό τυρί, αρνί, περιστέρια, διάφορα οστρακόδερμα και μαλάκια.
Ο θηλασμός ήταν άλλη μία βασική ασχολία για τη λεχώνα (Λυσίας 1.9.4-5), αν και συχνά γινόταν και από μία γυναίκα για το σκοπό αυτό, την τίτθη (Ἰλιάς 24.58, Αθήναιος 2.2.17.17). Μαρτυρείται, επίσης, η λέξη θηλάστρια (Σοφοκλής Ἀλέξανδρος απ. 98.1, Κρατίνος απ. 418.1). Ανάμεσα στις αρμοδιότητες των φυλάκων της πολιτείας του, ο Πλάτων εξαίρει την παιδοποιία, στην οποία συγκαταλέγει μεταξύ άλλων το σπαργάνωμα και τη φροντίδα για το γάλα του θηλασμού (Πολιτεία 460cd). Ο Γαληνός συμβουλεύει όσες θηλάζουν να απέχουν από τη σεξουαλική πράξη (Ὑγιεινῶν λόγος, τόμ. 6, 45, 6). Γνώριζαν ότι το φυσικό γάλα της μητέρας είναι ευεργετικό στις ασθένειες (Γαληνός περὶ εὐχυμίας καὶ κακοχυμίας τροφῶν, τόμ.6, 775, 7) και μάλιστα ο Αριστοτέλης θεωρούσε ότι με το ζεστό γάλα μεγαλώνουν πιο γρήγορα τα δόντια (Αριστοτέλης Τῶν περὶ τὰ ζῷα ἱστοριῶν 789a 6).
Εικονογραφικά δεδομένα για τη γέννηση
Γυναίκες σε κατάσταση εγκυμοσύνης δεν απεικονίζονται συχνά στην αρχαία ελληνική τέχνη ή τουλάχιστον δεν αναγνωρίζονται με βεβαιότητα. Η κρίσιμη στιγμή του τοκετού, οι επιπλοκές του οποίου αποτελούσαν μία από τις συχνότερες αιτίες πρόωρου θανάτου, επίσης δεν επιλέγεται συχνά, ούτε όταν σε επιτύμβια ανάγλυφα (στήλες, ληκύθους και λουτροφόρους) απεικονίζονται γυναίκες που προφανώς πέθαναν στη γέννα. Σε ορισμένες στήλες γίνεται φανερό από τη χαρακτηριστική στάση των γυναικών ότι πρόκειται για ετοιμόγεννες. Τότε είναι καθισμένες σε δίφρο ή μισοξαπλωμένες σε κλισμό ή κλίνη, με ανοικτά πόδια και χαλαρά διευθετημένα ενδύματα, ενώ υποβοηθούνται από άλλες γυναίκες, οι οποίες κρατούν τα χέρια της λεχώνας36. Σε ορισμένες σκηνές παριστάνονται και πενθούντες άνδρες (πατέρας ή σύζυγος), οι οποίοι δεν ήταν, ασφαλώς, παρόντες στον τοκετό, αλλά εντάσσονται στην τυπολογία των επιτύμβιων αναγλύφων. Σε μία επιτύμβια λήκυθο, πιθανόν από τον Κεραμεικό (Αθήνα ΕAΜ 1055, β΄ μισό 4ου αι. π.Χ.), εικονίζεται η λεχώνα Θεοφάντη, που ξεψυχά, καθώς υποβαστάζεται από μία όρθια γυναίκα. Στα δεξιά, ένας άνδρας στηρίζει το άψυχο χέρι της άτυχης γυναίκας, ενώ θρηνεί. Ιδιαίτερα συχνή είναι η απεικόνιση βρεφών ή μικρών παιδιών, αγοριών και κοριτσιών, στις σκηνές αυτές. Μία θεραπαινίδα ή μία συγγενής κρατά το βρέφος στην αγκαλιά της. Σε μία μικρή επιτύμβια στήλη (βρέθηκε το 1897 στην Αθήνα ΕAΜ 901, α΄ μισό 4ου αι. π.Χ.) η νεκρή Σελινώ κάθεται σε κλισμό [ Ο κλισμός είναι κλασική, Αρχαιοελληνική ξύλινη καρέκλα, με κυρτή πλάτη και κωνικά κυρτά πόδια. Αναπτύχθηκε και τελειοποιήθηκε τον 5ο αιώνα π.Χ. και έχει αναπαραχθεί πολλές φορές στα μεταγενέστερα χρόνια] κρατώντας κάτοπτρο και χαιρετά με χειραψία τη Νικώ, ένα όρθιο κορίτσι που κρατά ένα βρέφος, τη Μυννάκη, στην αγκαλιά της.
Προφανώς εικονίζεται εδώ η μητέρα, που πέθανε πρόωρα ή ακόμη και πάνω στη γέννα, καθώς αποχαιρετά τις κόρες της που έμειναν ορφανές. Υπάρχουν και πολυπρόσωπες σκηνές με διάφορες συγγενικές και υπηρετικές μορφές, οι οποίες πλαισιώνουν την καθιστή νεκρή γυναίκα, και μία από αυτές κρατά ένα βρέφος (π.χ. στήλη με μορφή ναΐσκου, βρέθηκε το 1837 στον Πειραιά, Αθήνα ΕAΜ 819, γύρω στο 350 π.Χ.). Τα βρέφη στην αγκαλιά μίας θεραπαινίδας, συνήθως, απλώνουν τα χέρια τους προς τη νεκρή, δηλώνοντας με άμεσο τρόπο την εξάρτηση αλλά και το χωρισμό από τη μητέρα τους (στήλη στο Leiden Rijksmuseum I 1903/2.1, 420/10 π.Χ., στήλη της Φιλονόης από το Ψυχικό στην Αθήνα ΕΑΜ 3790, αρχές 4ου αι. π.Χ.)37.
Στα επιτύμβια ανάγλυφα, τα παιδιά στέκονται κατά κανόνα δίπλα στην καθιστή μητέρα τους και την αγγίζουν απλώνοντας τα χέρια, ενώ εκείνη κλίνει το κεφάλι προς το μέρος τους. Η παρουσία τους έχει ερμηνευτεί ως ένδειξη για το θάνατο της γυναίκας κατά τον τοκετό, αλλά αυτό δεν είναι πάντα βέβαιο. Μπορεί να παριστάνονται ένα ή δύο παιδιά, ένα παιδί και ένα βρέφος, ακόμη και δύο βρέφη, που έχουν ερμηνευτεί ως δίδυμα (Παρίσι, Λούβρο ΜΑ 2872, β΄ μισό 4ου αι. π.Χ.). Σπάνια είναι και τα ειδώλια που παριστάνουν γυναίκες, όρθιες ή καθιστές, με μία βοηθό από πίσω να τις στηρίζει την ώρα του τοκετού38. Αντίθετα, η μελέτη των σκελετικών καταλοίπων σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα ταφικά δεδομένα έχει προσφέρει σημαντικές πληροφορίες για την ιδιαίτερη προσοχή με την οποία θάβονταν οι έγκυες39. Επίσης, αξίζει να αναφέρουμε ότι υπάρχουν λίγα ειδώλια και παραστάσεις σε αγγεία και επιτύμβια ανάγλυφα με θηλάζουσες γυναίκες, όχι μόνο θνητές αλλά και θεές –όπως η Αφροδίτη40.
Τέλος, ασυνήθιστο ως προς το θέμα του και τη σχεδόν αποκλειστική παρουσία γυναικών είναι ένα αναθηματικό ανάγλυφο από τον Αχινό Λοκρίδας (Λαμία Αρχαιολ. Μουσείο 1041, τέλη 4ου αι. π.Χ.)41. Σε αυτό εικονίζεται μία λεχώνα μαζί με το βρέφος της και υπηρετικές μορφές να επισκέπτονται το ιερό της προστάτιδας θεάς του τοκετού, της Άρτεμης, μετά από την επιτυχή γέννα, φέρνοντας πλούσιες προσφορές (ζώο για θυσία, δίσκο με φρούτα και πόπανα). Αξιοπρόσεχτα είναι τα κρεμασμένα ενδύματα ως αφιερώματα στο βάθος της σκηνής.
Ανάγλυφο προς την Αρτέμιδα
Αναθηματικό ανάγλυφο με σκηνή προσφοράς νεαρής μητέρας προς την Αρτέμιδα (Ειλειθυία-Λοχεία). Η γυναίκα εκφράζει τις ευχαριστίες της για τον καλό τοκετό του παιδιού της και για τη συνεχή προστασία του από τη θεά, η οποία εδώ εμφανίζεται με την ιδιότητά της ως Κουροτρόφου. Στην παράσταση εικονίζονται, από αριστερά προς τα δεξιά, μία πρεσβύτερη γυναικεία μορφή, που κρατάει πυξίδα στο αριστερό χέρι, μία θεραπαινίδα που στηρίζει στο κεφάλι της δίσκο με προσφορές (μήλο, ρόδι, γλυκά από μέλι, σταφύλι), η μητέρα με το βρέφος, ένας νεαρός δούλος, ο οποίος οδηγεί έναν ταύρο για θυσία στο βωμό και, τέλος, η θεά Άρτεμις στραμμένη προς τα αριστερά με δαυλό στο δεξί χέρι. Μοναδική είναι η απεικόνιση στο ανώτερο μέρος της παράστασης, με χαμηλό ανάγλυφο, των υποδημάτων και ενδυμάτων, τα οποία φορούσε η γυναίκα κατά τον τοκετό ή τα προμηθεύθηκε ειδικά για να τα αφιερώσει στη θεά. Το ανάγλυφο είναι έργο άγνωστου καλλιτέχνη, αλλά τεχνοτροπικά ανήκει στον κύκλο των πραξιτελικών έργων της ελληνιστικής εποχής( ΦΩΤ ΕΛ ΔΙ.)
1.2 Ανατροφή
Τα πρώτα έξι χρόνια τη φροντίδα των παιδιών, εξίσου αγοριών και κοριτσιών, είχαν η μητέρα και το προσωπικό του οίκου. Το μεγάλωμα του παιδιού ανήκε κατά κύριο λόγο στη γυναίκα που είχε λίγη βοήθεια εκτός από τις συμβουλές άλλων γυναικών, όπως συγγενείς, φιλενάδες και γειτόνισσες, και ιδιαίτερα της μαίας και της τροφού. Δεν διαθέτουμε πληροφορίες για το ρόλο των γιαγιάδων στο μεγάλωμα των παιδιών, παρά μόνον έμμεσα χάρη στην παρουσία τους στα επιτύμβια ανάγλυφα (βλ. στήλη Αμφαρέτης με τον εγγονό της, Αθήνα Μουσείο Κεραμεικού Ρ695). Με βάση όσα αναφέρει για την κατανομή αρμοδιοτήτων και ιδιοτήτων ανά φύλο ο Αριστοτέλης «ο άρρην πατέρας εκπαιδεύει, ενώ η μητέρα τρέφει» (Αριστοτέλης Οἰκονομικά 1344a 6). Ο πατέρας του Αθηναίου Νικήρατου φρόντισε να γίνει ο γιος του ενάρετος άνδρας (ἀνήρ ἀγαθός), κάτι που επιθυμούσαν και επιδίωκαν κατά κανόνα όλοι οι γονείς. Ο τρόπος που επέλεξε ήταν να βάλει το γιο του να αποστηθίσει το σύνολο της Ιλιάδας και της Οδύσσειας (Ξενοφών Συμπόσιον 3.5).
Η διαδικασία και το περιεχόμενο της ανατροφής διέφεραν ανά φύλο και ήταν απολύτως ενδεικτικά για το διαφορετικό ρόλο ανάμεσα στα αγόρια και τα κορίτσια.
Η σχέση εξάρτησης των παιδιών από τους ενήλικες, ανάλογα με την ηλικιακή φάση που βρίσκονταν, χαρακτηρίζεται από τα παρακάτω ζεύγη: η τίτθη με το βρέφος, ο διδάσκαλος με τον παῖδα, ο γυμνασίαρχος με τον ἔφηβον και ο ἐραστής με το μειράκιον (Πλούταρχος Ἐρωτικός 754d). Ο Πλάτων, επίσης, αναφέρεται στα πρόσωπα που έπαιζαν ρόλο στη διαπαιδαγώγηση του παιδιού: τροφός, μητέρα, παιδαγωγός, και ο ίδιος ο πατέρας ανταγωνίζονταν, για να διδάξουν στο παιδί το δίκαιο και το άδικο, το όμορφο και το άσχημο, το όσιο και το ανόσιο, ακόμη και αν χρειαζόταν να επιστρατεύεται το ξύλο (Πρωταγόρας 325d, βλ. παρακάτω).
Τα κορίτσια ήδη από νωρίς μάθαιναν ότι καθήκον τους ήταν η συνέχιση της γενιάς με τη γέννηση και την ανατροφή παιδιών. Όχι μόνον η διαπαιδαγώγηση αλλά και η παιδεία τους ήταν οικόσιτη και βασιζόταν στις γυναίκες του οίκου, κυρίως στη μητέρα τους. Μία χαρακτηριστική σκηνή περιγράφει ο Ησίοδος παρουσιάζοντας την παρθένα μέσα στο σπίτι μαζί με τη μητέρα της, να περνά τον καιρό της σε ιδανικές συνθήκες, με ωραία λουτρά και καλλωπισμό (Ἔργα καὶ Ἡμέραι 519-22). Πιθανότατα, η οικιακή απομόνωση συνεχίστηκε και στους επόμενους αιώνες. Πράγματι, ο Αριστοτέλης, καθώς τονίζει τη διαφορά των δύο φύλων, καθορίζει ότι το ασθενές γυναικείο διαχειρίζεται τα του οίκου και τις καθιστικές δουλειές, ενώ είναι αδύναμο για τις εξωτερικές ασχολίες (Οἰκονομικά 1343-4). Η γυναίκα δεν είχε ρόλο στα κοινά, ούτε στην πολιτική ούτε στη στρατιωτική ζωή. Στο σπίτι, το κορίτσι μάθαινε να κατεργάζεται το μαλλί και να υφαίνει και γενικά να βοηθά στην ανατροφή των μικρότερων αδελφών. Η διδασκαλία γραφής και ανάγνωσης δεν ήταν υποχρεωτική για τα κορίτσια και ίσως συνέβαινε στις εύπορες οικογένειες, οπωσδήποτε όμως γινόταν μέσα στον ιδιωτικό χώρο της οικίας από τον παιδαγωγό ή από τη μητέρα τους. Ο Ηρόδοτος (4.78.1) αναφέρει μία Ελληνίδα στην Ίστρο που δίδαξε το γιο της να μιλά και να γράφει ελληνικά, αλλά η Ιφιγένεια ήταν αναγκασμένη να υπαγορεύσει ένα γράμμα σε έναν Έλληνα φυλακισμένο (Ευριπίδης Ἰφιγένεια ἐν Ταύροις 582-90).
Ήταν διαδεδομένη η αντίληψη ότι τα κορίτσια είχαν λιγότερες απαιτήσεις από τα αγόρια και ότι το κέρδος από την απόκτηση κοριτσιών ήταν η παροχή μικρότερης ποσότητας φαγητού, καθώς κυριαρχούσε η πεποίθηση ότι οι γυναίκες χρειάζονταν λιγότερο φαγητό από τους άνδρες και συνεπώς τα κορίτσια έτρωγαν λιγότερο από τα αγόρια, με εξαίρεση τους Σπαρτιάτες, που και σε αυτό έκαναν το αντίθετο (Ξενοφών Λακεδαιμονίων πολιτεία 1.3, Αριστοτέλης Τῶν περὶ τὰ ζῷα ἱστοριῶν 9.608b 15). Λόγω της μικρής ηλικίας στην οποία παντρεύονταν, τα κορίτσια δεν προλάβαιναν να μάθουν πολλά πράγματα από τους γονείς τους και έτσι ο σύζυγος αναλάμβανε αυτόν το ρόλο. Ο Ισχόμαχος είναι η τυπική περίπτωση του καθωσπρέπει Αθηναίου, που όταν ερωτάται σχετικά, ομολογεί ότι η γυναίκα του ήταν μετά βίας 15 χρονών, όταν ήρθε σε αυτόν και προη- γουμένως ζούσε με πολλή επιμέλεια «ώστε να την έχουν δει, ακούσει και μιλήσει γι’ αυτήν όσο το δυνατόν λιγότερο». Το μόνο που ήξερε καλά ήταν να τρώει όσο το δυνατόν λιγότερο και, επίσης, καθ᾽ ομολογία του συζύγου της, ήξερε να κατασκευάζει έναν μάλλινο πέπλο και να συμβουλεύει τις δούλες της πώς να γνέθουν (Ξενοφών Οἰκονομικός 7.6). Όταν εκείνη τον ρώτησε για το τι μπορούσε να συνεισφέρει ανάλογα με τις δυνατότητές της, είχε φροντίσει να προσθέσει ότι η μόνη σίγουρη παιδεία της προήλθε από τη μητέρα της και είναι η σωφροσύνη (7.15). Ίσως ορισμένες φορές οι γυναίκες γνώριζαν γραφή ή ανάγνωση, βοηθώντας, έτσι, ουσιαστικά στη διαχείριση του οίκου.
Όπως στο μετέπειτα ενήλικο βίο τους, έτσι και στην ανατροφή τους τα κορίτσια της Σπάρτης συνιστούν μία πολύ ξεχωριστή περίπτωση ανάμεσα στις άλλες ελληνικές περιοχές. Η αγωγή τους είχε δημόσιο χαρακτήρα και γι’ αυτό περιλάμβανε ειδικές ασκήσεις, αγωνίσματα και συμμετοχή σε διάφορες τελετές (εκτός από τις πληροφορίες που παρέχει ο Πλούταρχος Λυκοῦργος πρβλ. Ξενοφών Λακεδαιμονίων πολιτεία 1.4-5). Ακόμη και αν δεν γνωρίζουμε κατά πόσον υπήρχαν ομοφυλοφιλικές σχέσεις με μεγαλύτερες, όπως συνέβαινε με τα αγόρια, και αυτών η αγωγή έδινε έμφαση στις αθλητικές δραστηριότητες. Για να σκληραγωγηθούν και να εκτελέσουν με άνεση τις ασκήσεις και τα χορευτικά βήματα (όπως η βίβασις, όπου φέρνουν τις φτέρνες όσες περισσότερες φορές γίνεται στα οπίσθια), φορούσαν άνετα ενδύματα. Ο Ευριπίδης, ως γνήσιος Αθηναίος, σχολιάζει (Ἀνδρομάχη 597-601) τον ειδικό πέπλο που φορούσαν οι Σπαρτιάτισσες και ήταν άρραφος στη δεξιά πλευρά του (φαινομηρίδες, Πλούταρχος Λυκούργου καὶ Νομᾶ σύγκρισις 3.3-5). Βασικός στόχος για όλα αυτά ήταν να γίνουν δυνατές, ώστε να γεννήσουν υγιή παιδιά. Τα παρθένια του Αλκμάνα προσφέρουν μία ιδεατή εικόνα των κοριτσιών της Σπάρτης (βλ. 2.1) με έμφαση στην εξωτερική ομορφιά και τη χάρη τους, καθώς χορεύουν. Κατά κύριο λόγο, όμως, η αγωγή τους στόχευε, σε αντίθεση με την αβρότητα που περιγράφουν τα αρχαϊκά παρθένια, στη γονιμότητά τους και στη γέννηση δυνατών, υγιών παιδιών αλλά και στην επίβλεψη του οίκου τους κατά τα πολύ συχνά διαστήματα απουσίας των ανδρών (Πλούταρχος Λυκοῦργος 14)42.
Οι πληροφορίες που έχουμε για άλλες περιοχές του αρχαίου κόσμου είναι ελάχιστες και περιορίζονται κυρίως στην αρχαϊκή εποχή. Μία εξιδανικευμένη αλλά σημαντική πηγή για τη ζωή και τα βασικά χαρακτηριστικά της ανατροφής των κοριτσιών αποτελούν, επίσης, τα αποσπασματικά ποιήματα της Σαπφούς: οι αναφορές σε στεφάνια, άνθη, αρώματα αλλά και σε στολίδια όπως ο κεφαλόδεσμος (μιτράνα ποικίλα, Σαπφώ απ. 98a), η έμφαση στο κάλλος και στο ερωτικό πάθος που εγείρει η παρθενική παρουσία διατρέχουν αυτά τα ποιήματα και αποδίδουν, έστω και με ιδιαίτερα ειδυλλιακό τρόπο, τον κόσμο μέσα στον οποίον ζούσαν οι κοπέλες της αριστοκρατικής κοινωνίας στη Λέσβο και τις σχέσεις που αναπτύσσονταν μεταξύ τους – ας θυμηθούμε εδώ και την εικόνα της ησιόδειας παρθένας στη συντηρητική Βοιωτία.
Για τη διαπαιδαγώγηση μέσα στο σπίτι κατ’ αρχήν υπεύθυνος ήταν ο παιδαγωγός ή τροφεύς (ή ἐπίτροπος, π.χ. Ισαίος 5.10)43, ένας οικιακός δούλος. Ο πρώτος δούλος και παιδαγωγός που εισάγεται στην επίσημη ιστορία είναι ο Σίκιννος, που εκπαίδευε τα παιδιά του Θεμιστοκλή και στάλθηκε από τον πολιτικό στο στρατόπεδο των Μήδων (Ηρόδοτος 8.75). Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι ο Περικλής όρισε παιδαγωγό για τον Αλκιβιάδη έναν κοινό δούλο που δεν διέφερε από άλλους και με την ευκαιρία πληροφορεί ότι αντίθετα οι Σπαρτιάτες δεν είχαν μισθωτούς παιδαγωγούς στα παιδιά τους (Λυκοῦργος 16.4). Ο πλατωνικός Σωκράτης εξανίσταται στη σκέψη ότι το παιδί ενός ελεύθερου βρισκόταν κάτω από την εξουσία ενός δούλου (Πλάτων Λύσις 208c-d). Έπρεπε να είναι, επομένως, έμπιστο άτομο και στενά δεμένο με την οικογένεια. Η πραγματεία του Πλούταρχου «πῶς δεῖ τοὺς παῖδας παιδεύειν» ασχολείται διεξοδικά με αυτό το πρόσωπο. Ο ίδιος αναφέρει ένα περιστατικό με το Δημοσθένη που, όταν είδε ένα παιδί να τρώει γλυκά, χαστούκισε τον παιδαγωγό του, αφού θεώρησε ότι το λάθος ήταν του δασκάλου και όχι του μαθητή (Πλούταρχος Ἠθικά = εἰ διδακτὸν ἡ ἀρετή 439d- e).
Σε αυτά τα συμφραζόμενα, ο Πλούταρχος παραθέτει διάφορες ιστορίες που αποδεικνύουν τη σημασία της παιδείας για την απόκτηση της αρετής και εντέλει για όλα τα θέματα που απασχολούν τη ζωή του ενήλικα, όπως η διαχείριση του οίκου, του γάμου, του τρόπου ζωής, ενός αξιώματος και άλλων: έτσι δικαιολογείται και ο μισθός των παιδαγωγών (ό.π. 439-440: «εἰ μὴ γίνονται μαθήσει βελτίονες ἄνθρωποι, παραπόλλυται ὁ μισθὸς τῶν παιδαγωγῶν»). Ο παιδαγωγός συνόδευε το παιδί κρατώντας μία βακτηρία, για να το προστατεύει στις δημόσιες εξόδους του, όπως π.χ. στο δρόμο μέχρι να φτάσει στο σχολείο, και για να ελέγχει την κόσμια συμπεριφορά του. Επίσης, περνούσε πολλές ώρες μαζί του, μπορούσε να το συμβουλεύει, να μελετά με αυτό και γενικά να επιβλέπει όλες τις δραστηριότητές του. Ανάμεσα στα καθήκοντά του ήταν να φροντίζει για την κοινωνική αγωγή και να επιβλέπει τις σχέσεις του παιδιού με μεγαλύτερους άνδρες. Έτσι, το αγόρι δενόταν περισσότερο μαζί του παρά με τον μάλλον απόντα πατέρα του44. Στην τραγωδία, οι παιδαγωγοί και των δύο φύλων παίζουν σημαντικό ρόλο (στην Ἡλέκτρα του Σοφοκλή ο ηλικιωμένος παιδαγωγός προλογίζει την ιστο- ρία, παιδαγωγοί εμφανίζονται, επίσης, στις τραγωδίες του Ευριπίδη Μήδεια και Φοίνισσαι).
Από την άλλη, ο παιδαγωγός θεωρούσε ότι ο ρόλος του ήταν να κάνει στα παιδιά ευχάριστα όσα πράγματα ήταν σημαντικά, ακόμη και αν αυτά που δίδασκε μερικές φορές ήταν πολύ κοινότοπα, όπως να περπατούν σκυφτά, να βάζουν ένα δάκτυλο στον τάριχον και δύο στα ψάρια και το κρέας ή να κρατούν το ιμάτιο με συγκεκριμένο τρόπο (Ἠθικά = εἰ διδακτὸν ἡ ἀρετή 440 ό.π.). Έτσι, δεν έλειπαν και τα παράπονα του πατέρα προς τον παιδαγωγό που κατέστρεψε το γιο του, γιατί του έμαθε να πίνει (κωμικός Βάτων Συνεξαπατῶν απ. 5 Κ.-Α. = Αθήναιος Δειπνοσοφισταί 7.279Α). Ως γνωστόν, στη Σπάρτη ο Λυκούργος δεν θέσπισε ανάλογο ρόλο (είτε με αγορασμένο είτε με μισθωμένο δούλο), επειδή είχε οργανώσει τα επτάχρονα αγόρια σε αγέλες και είχε ανάλογα ορίσει να έχουν συλλογική εκπαίδευση (Πλούταρχος Λυκοῦργος 16, βλ. 2.2). Μάλιστα, εκεί όλοι οι ενήλικες είχαν το ρόλο του παιδαγωγού (17.1).
Συνήθως, ο πιο ηλικιωμένος άνδρας έπαιζε το ρόλο του συμβουλάτορα και είχε λόγο στη ζωή των παιδιών, όπως ο ιλιαδικός Φοίνικας για τον Αχιλλέα. Στην περίπτωση αυτή δίνεται μία πολύ γλαφυρή και ρεαλιστική περιγραφή για τους κόπους που κατέβαλε ο παιδαγωγός στην ανατροφή του ήρωα (κυρίως Ἰλιάς 9.485-9545, και γι’ αυτό επαινείται από τον Πλούταρχο, Ἠθικά = πῶς δεῖ τὸν νέον ποιημάτων ἀκούειν 26f-27). Μέσα σε ένα αριστοκρατικό περιβάλλον, ο ποιητής Θεόγνις καθοδηγεί το νεαρό Κύρνο συμβουλεύοντάς τον «να μαθαίνει από τους ευγενείς, να μην επιζητά τη συναναστροφή των κακών, αλλά πάντα να τείνει προς το ευγενές, και μαζί τους να τρώει και να πίνει, να κάθεται και να ευχαριστιέται με τους ισχυρούς, αφού από τους ευγενείς μπορεί να μάθει σωστά πράγματα, ενώ, αν συναναστρέφεται τους φαύλους, θα χάσει και το μυαλό που έχει» (Θέογνις 31-8 West).
Ακόμη και ο ηλικιωμένος Λάιος, ο πρώτος εισηγητής της ομοφυλοφιλίας, ερωτεύτηκε ένα αγόρι, τον Χρύσιππο, όταν τον επέβλεπε και του μάθαινε την οδήγηση άρματος. Ο Πλάτων μιλά για την «πρέπουσα» χαρά που νιώθουν οι πρεσβύτεροι, όταν βλέπουν τους νέους να χορεύουν (Νόμοι 657d). Ακραίες περιπτώσεις, όπως του μαθητή Ηρακλή που σκότωσε το δάσκαλό του Λίνο, και μάλιστα σε ώρα μαθήματος (Διόδωρος Σικελιώτης 3.67.2), δεν ήταν φυσικά από τις συνηθισμένες. Κάποιοι στρατιώτες ένιωθαν τη σκληρότητα του αρχηγού τους με τον τρόπο που οι παῖδες (αγόρια) νιώθουν «πρὸς διδάσκαλον» (Ξενοφών Κύρου Ἀνάβασις 2.6.12-13). Όταν τα παιδιά δεν ήταν υπάκουα, οι γονείς, οι τροφοί και οι παιδαγωγοί τα τιμωρούσαν με διάφορους τρόπους, ανάμεσα στους οποίους το ξύλο φαίνεται ότι είχε πρωτεύουσα θέση (Πλάτων Πρωταγόρας 325cd):
«αρχίζουν τα μαθήματα από την παιδική ηλικία, και όσο ζουν, διδάσκουν και νουθετούν τα παιδιά τους. Και μόλις αρχίσει ένα παιδί να καταλαβαίνει τη γλώσσα, και η τροφός και η μητέρα και ο παιδαγωγός και ο ίδιος ο πατέρας του για τούτο αγωνίζονται, πώς θα γίνει το παιδί όσο το δυνατό καλύτερο σε κάθε πράξη ή λόγο του το διδάσκουν και του εξηγούν ότι το ένα είναι δίκαιο, το άλλο άδικο, τούτο όμορφο, τούτο άσχημο, τούτο όσιο, τούτο ανόσιο, κάνε αυτά μην κάνεις αυτά. Κι αν το παιδί πειθαρχεί με τη θέλησή του, πάει καλά, αλλιώς σαν ξύλο που διαστρεβλώνεται και καμπουριάζει το ισιάζουν με φοβέρες και ξυλιές» [μτφρ. Β. Τατάκη]). Παραστάσεις σε αγγεία δείχνουν να χρησιμοποιείται, συνήθως, ένα σανδάλι για τα χτυπήματα46. Σε μία εκτενή κωμική συζήτηση για τα είδη και τη σημασία της διαπαιδαγώγησης στην Αθήνα του δεύτερου μισού του 5ου αιώνα, αναφέρεται και το ξύλο που δίνουν οι γονείς στα παιδιά (Αριστοφάνης, Νεφέλαι). Στο πρώτο τμήμα της αριστοφανικής κωμωδίας ο Δίκαιος και ο Άδικος Λόγος ανταγωνίζονται για το καλύτερο είδος παιδείας. Ο πρώτος υπερασπίζεται την παιδεία που δινόταν στα παιδιά στο παρελθόν και τονίζει ως χαρακτηριστικά της την πειθαρχία, την ευταξία στο σχολείο και την παλαίστρα, καθώς και τη σεμνότητα των τρόπων και το σεβασμό προς τους μεγαλύτερους. Σε περίπτωση απειθαρχίας έπεφτε ξύλο με τον ιμάντα. Η παιδεία αυτή ήταν προσανατολισμένη στην άσκηση του σώματος και της ηθικής (961-1022). Αυτή η διαπαιδαγώγηση έφτιαξε τη γενιά των Μαραθωνομάχων και ο κωμικός χορός μακαρίζει τον ανθό της σωφροσύνης και τους ανθρώπους που έζησαν έτσι (1024-29). Από τη δική του πλευρά, ο Άδικος Λόγος αντιπαραθέτει τα ζεστά λουτρά, τις συζητήσεις στην αγορά και φυσικά τη σημασία της σοφιστικής παιδείας και της ρητορικής τέχνης και αντίστοιχα πρεσβεύει την υπονόμευση κάθε ηθικής αξίας και της σκληραγωγίας (1036-1104). Το αποτέλεσμα της αντιδικίας αυτής ήταν να νικηθεί κατά κράτος ο Δίκαιος Λόγος. Στην επόμενη εκτενή σκηνή με την αντιπαράθεση του πατέρα Στρεψιάδη με το γιο του Φειδιππίδη, οι οποίοι εκπροσωπούν τα δύο είδη παιδείας που παρουσιάστηκαν εκτενώς παραπάνω, ο πατέρας εμφανίζεται στη σκηνή κυνηγημένος και δαρμένος από το γιο του και εξανίσταται για αυτή την πράξη (1321-36). Στον αγώνα λόγων που ακολουθεί, ο Στρεψιάδης αναφέρει πώς παλιότερα δέχτηκε ξύλο από το γιο του και μάλιστα φοβάται μήπως ξαναφάει (1353-79, 1406-7). Ο γιος του υπό την επήρεια της σοφιστικής παιδείας, που έχει λάβει, αποφασίζει να δείξει ότι είναι δίκαιο να τιμωρεί κανείς το γονιό του και φέρνει ως επιχείρημα ότι και αυτός έτρωγε ξύλο, όταν ήταν παιδί από τον πατέρα του, και επομένως δικαιούται να το κάνει και αυτός (1405: οἶμαι διδάξειν ὡς δίκαιον τὸν πατέρα κολάζειν, 1409- 26). Αυτή η αντιστροφή ρόλων και όρων δεν δείχνει παρά την παρακμή στα ήθη που οφειλόταν στο νέο τύπο παιδείας – πόσω μάλλον που ο γιος έχει σκεφτεί να δείρει και τη μητέρα του.
Σε κάθε περίπτωση, ο πατραλοίας (αυτός που βιαιοπραγεί κατά των γονέων του, πρβλ. ματραλοίας) ήταν μία επονείδιστη περίπτωση και συγκαταλεγόταν μαζί με όλους τους παραβάτες του νόμου, όπως ήταν οι κλέπται, ἱερόσυλοι, ἀνδροφόνοι, ἀστράτευτοι, και όσοι εγκατέλειπαν τη θέση τους στον πόλεμο (Δημοσθένης 24.119-120): στην ουτοπική κοινωνία των πουλιών, όπου όλα τα έθιμα είναι τα αντίθετα με την ανθρώπινη κοινωνία, το να κτυπά κάποιος τον πατέρα του θεωρούνταν «καλόν» και όχι «αἰσχρόν» (Αριστοφάνης Ὄρνιθες 755-9 και προπάντων 1346-7: καλὸν νομίζεται / τὸν πατέρα τοῖς ὄρνισιν ἄγχειν καὶ δάκνειν). Στις Νεφέλες, πάντως, ο Στρεψιάδης παρέχει μία πολύ ζωντανή εικόνα για το ρόλο που έπαιξε ο ίδιος προσωπικά στην ανατροφή του γιου του (Νεφέλαι 1380-90: «πώς με το δίκιο, αδιάντρoπε, που εγώ σ᾽ ανάστησα; Ό,τι είχες στο νου σου, το ᾽νιωθα, κι ας τσεύδιζες ακόμη. Έκανες μπου και σου ᾽δινα να πιεις σαν τ᾽ αγρικούσα. Μαμ, όταν ζήταες, έτρεχα και σου ᾽φερνα ψωμάκι. Κακκά σα φώναζες, ευθύς σ᾽ έπαιρνα, σ᾽ έβγαζα έξω και μπρος μου σε κρατούσα»). Η περίπτωσή του ήταν μάλλον εξαιρετική, επειδή είχε παντρευτεί μία πολύ ανώτερή του κοινωνικά γυναίκα και συνεπώς μέσα στις συνέπειες αυτής της ανισότητας είχε να επωμιστεί και την ανατροφή του παιδιού (βλ. 1.3).
Εικονογραφικά δεδομένα για παιδαγωγούς
Οι μυθικοί παιδαγωγοί και δάσκαλοι (Χείρων, Λίνος)47 εμφανίζονται νωρίτερα από τους θνητούς ομολόγους τους στην αρχαία τέχνη και πιο συγκεκριμένα στην αγγειογραφία. Αυτό ίσως σχετίζεται με τη γενίκευση του θεσμού προς το τέλος της αρχαϊκής εποχής. Οι παιδαγωγοί απεικονίζονται σε ερυθρόμορφα αγγεία κυρίως στο α΄ μισό και περιστασιακά μέχρι τα τέλη του 5ου αι. π.Χ. Άλλοτε συνοδεύουν τα αγόρια καθ’ οδόν προς κάποια δραστηριότητα και άλλοτε παρευρίσκονται στις «σκηνές σχολείου», παρακολουθώντας τη διδασκαλία του γραμματιστή ή του κιθαριστή. Δεν γνωρίζουμε αν παρέμεναν όλες τις ώρες στην αίθουσα ή αν υπήρχαν ειδικοί χώροι, όπου μπορούσαν να περιμένουν μαζί με τους άλλους παιδαγωγούς. Ο ρήτορας Δημοσθένης αντιπαραθέτει στη δική του φυσιολογική πορεία, που ξεκινά από τα «προσήκοντα διδασκαλεῖα» και εξελίσσεται στη ζωή του ενήλικα και ενεργού πολίτη, τη ζωή του αντιπάλου του που υπήρξε ως παιδί απλός βοηθός εκεί και με τον τρόπο αυτόν ήθελε να τονίσει την ένδεια αλλά και την περιθωριακή θέση εκείνου που δεν δικαιούνταν λόγω ελλιπούς παιδείας να έχει σημαντικό λόγο στα δημόσια πράγματα (Δημοσθένης 18.257-9).
Οι παιδαγωγοί εμφανίζονται στις ίδιες σκηνές με τους δασκάλους και τους μαθητές και αυτό αποτελεί ένδειξη ότι οι αγγειογράφοι και το αγοραστικό κοινό θεωρούσαν απαραίτητη την παρουσία τους στο σχολικό περιβάλλον (βλ. 1.2). Συνήθως, παριστάνονται όπως οι υπόλοιποι Αθηναίοι πολίτες, δηλαδή είναι γενειοφόροι, φορούν μακρύ ιμάτιο και κρατούν βακτηρία. Δεν εικονίζονται πάντα ηλικιωμένοι, όπως θα περιμέναμε σύμφωνα με τις μαρτυρίες των περισσότερων γραπτών πηγών, αλλά υπάρχουν και παιδαγωγοί νεαρής ηλικίας. Σε ορισμένες παραστάσεις, όμως, είναι δύσμορφοι, έχουν φαλάκρα και σιμή μύτη, παρουσιάζοντας χαρακτηριστικά που θυμίζουν τους Σατύρους, κάτι που μάλλον δηλώνει την ξενική καταγωγή τους. Προχωρούν πίσω από τους μαθητές, για να τους προσέχουν, και μπορεί να κουβαλούν τη λύρα για το μάθημα της μουσικής. Όταν υπάρχουν αντικείμενα στο βάθος των σκηνών (όπως πινακίδες γραφής, σπόγγος, κανόνας, νάρθηκας, φορμίσκος), τότε είναι κοινά με εκείνα που συναντάμε στις «σκηνές σχολείου». Ο φόνος του Λίνου από τον Ηρακλή αποτελεί ένα ακραίο γεγονός, που συνέβη σε ώρα διδασκαλίας, και έχει βραχύβια παρουσία στα ερυθρόμορφα αγγεία στο β΄ τέταρτο του 5ου αι. π.Χ. Δεν είναι ίσως τυχαίο ότι το θέμα αυτό απεικονίζεται την ίδια περίοδο, κατά την οποία ήταν δημοφιλείς οι κανονικές «σκηνές σχολείου». Υπάρχουν και ειδώλια, καθώς και επιτύμβια παιδαγωγών48 από μεταγενέστερες εποχές, κάτι που επιβεβαιώνει γενικά το στενό δεσμό που είχαν με την υπόλοιπη οικογένεια. Ένα αγαλματικό σύμπλεγμα με το Σιληνό που φέρει στον ώμο το παιδί Διόνυσο αποτελεί μία αρχετυπική παράσταση παιδαγωγού του 2ου αι. μ.Χ. από ένα πρωτότυπο των μέσων του 5ου αι. π.Χ.49 και μαρτυρεί την ιδιαίτερη σχέση όλων των παιδιών, θεϊκής, ηρωικής ή θνητής προέλευσης, με εκείνους που επέβλεπαν την ανατροφή τους.
1.3 Γάμος
Είναι προφανές ότι η σημασία και η βαρύτητα του θεσμού του γάμου50 διέφεραν ανάλογα με την εποχή και τον κοινωνικό περίγυρο. Σύμφωνα με τις κρατούσες αντιλήψεις, ο γάμος ήταν αποτέλεσμα μίας συμφωνίας μεταξύ του κηδεμόνα (κύριος) και του μέλλοντα γαμπρού (μνηστήρ)51 και όχι αποτέλεσμα έρωτα. Η συμφωνία αυτή διαμειβόταν μεταξύ των δύο ανδρών, καθώς η παρουσία της νύφης δεν απαιτείται, και αφορούσε υλικά θέματα που θα επηρέαζαν τις μελλοντικές συνθήκες του βίου της κοπέλας. Έτσι, λειτουργούσε και ως εγγύηση για ένα νόμιμο γάμο σε θέματα κληρονομικών και άλλων διαφορών. Ο μέλλων σύζυγος διαβεβαίωνε τον κηδεμόνα της νύφης ότι την αποδέχεται, για να σπείρει νόμιμα παιδιά (Σοφοκλής Τηρεύς απ. 583, Δημοσθένης 46.18, Μένανδρος Δύσκολος 841-5, Μένανδρος απ. 453 Κ.-Α.: «παίδων ἐπ’ ἀρότῳ γνησίων δίδωμί σοὶ᾽ γὼ τὴν ἐμαυτοῦ θυγατέρα», πρβλ. Μισούμενος 974, Σαμία 727, Λουκιανός Τίμαιος 17). Επομένως, ο γάμος ήταν μία ένωση με σκοπό την αναπαραγωγή και, μάλιστα, τη γέννηση νόμιμων απογόνων. Με έμφαση τονίζει αυτή τη λειτουργία του γάμου και ο Πλάτων (Νόμοι 721b-d). Είναι γνωστή η φράση ενός άνδρα στη δίκη της εταίρας Νεαίρας ότι «οι άνδρες διαθέτουν εταίρες για ευχαρίστηση, παλλακίδες, για να φροντίζουν τις καθημερινές σωματικές ανάγκες και συζύγους, για να γεννούν νόμιμα παιδιά και να είναι τίμιες φρουροί στα νοικοκυριά των ανδρών» (ψευδο-Δημοσθένης 59.122). Σε εκείνη τη δίκη ένας Αθηναίος κατηγορήθηκε ότι είχε αποδεχτεί τα παιδιά της εταίρας ως δικά του και είχε παντρέψει την κόρη της με Αθηναίους πολίτες, συνεπώς ότι είχε «πλαστογραφήσει» την ιδιότητα του Αθηναίου πολίτη. Και φυσικά, δεν πρέπει να παντρεύεται κανείς γυναίκα ανώτερή του, γιατί έτσι ο άνδρας γίνεται δούλος της (Ευριπίδης Μελανίππη απ. 502), κάτι που είδαμε στην περίπτωση του Στρεψιάδη στις «Νεφέλες».
Πρώτο βήμα και βασική προϋπόθεση για την τέλεση ενός γάμου ήταν η ἐγγύη, δηλαδή η συμφωνία μεταξύ του μελλοντικού γαμπρού και του κηδεμόνα της μέλλουσας νύφης (φυσικού πατέρα ή άλλου εκπροσώπου της σύμφωνα με το νόμο). Στον Ηρόδοτο (128-30, πρβλ. 6.57.4 για τη Σπάρτη) αναφέρεται ότι αυτή είναι αρκετή για την επικύρωση του γάμου μεταξύ του Αθηναίου αριστοκράτη Μεγακλή με την κόρη του Σικυώνιου τυράννου Κλεισθένη, την Αγαρίστη. Με τον ίδιο τρόπο επικυρωνόταν και η προίκα (προίξ, φερνή), που έπρεπε να δώσει ο πατέρας στο γαμπρό κατά το γάμο. Ο Σόλων μερίμνησε και για το θεσμό του γάμου (Πλούταρχος Σόλων 20.6-8), καθώς απαγόρευσε τις μεγάλες προίκες, εκτός από τρία ιμάτια και ορισμένα σκεύη μικρής αξίας, και διέταξε να μη φέρνει τίποτε άλλο μαζί της η νύφη, επειδή δεν ήθελε να συνδέεται ο γάμος με τα χρήματα αλλά με την τεκνοποιία και την αρμονική συμβίωση των συζύγων. Η προίκα52 δεν περιλάμβανε έγγεια περιουσία (π.χ. χωράφια) και, συνήθως, παρέμενε ιδιοκτησία της κοπέλας που επέστρεφε σε αυτή μετά από το διαζύγιο (εκτός αν υπήρξε άπιστη) ή μετά το θάνατο του συζύγου. Σε περίπτωση χηρείας, και εφόσον δεν υπήρχαν άλλοι άρρενες απόγονοι, η «ἐπίκληρος κόρη» έπρεπε, ωστόσο, να ξαναπαντρευτεί με κάποιον συγγενή της (ἀγχιστεύς), ώστε να παραμείνει η περιουσία στην οικογένεια. Επομένως, από αυτή την άποψη οι γυναίκες δεν εξαρτιόνταν οικονομικά από τους συζύγους τους. Στην περίπτωση της επικλήρου κόρης εκδιδόταν μία δικαστική απόφαση, η ἐπιδοκιμασία, αντί για την ἐγγύην. Πάντως, η προίκα ήταν κύριος λόγος, για να αποφεύγονται τα διαζύγια, ενώ ο Πλάτων απορρίπτει τις προίκες, για να μειώσει την υπερηφάνεια των γυναικών και τη δουλικότητα των ανδρών (Νόμοι 774c-d). Γενικά, όμως, υπήρχε μέριμνα να είναι μεγάλη η προίκα και, έτσι, οι κόρες από άπορες οικογένειες κινδύνευαν να μείνουν ανύπαντρες ή να γίνουν παλλακίδες, εταίρες ή πόρνες. Για την κοπέλα ήταν πολύ άσχημο να μη νυμφευτεί, με την έννοια ότι ο γάμος ήταν η μοναδική αποδεκτή λύση για τη γυναικεία μοίρα στην αρχαία κοινωνία53. Κάποιος μπορούσε να παντρευτεί μια άπορη κόρη χάριν φιλίας ή τιμής54. Η ἐγγύη μαρτυρείται εικονογραφικά μόνο σε μία ερυθρόμορφη λουτροφόρο-αμφορέα με τη χειραψία (δεξίωσις) μεταξύ του γενειοφόρου πατέρα της νύφης και του νεαρού υποψήφιου γαμπρού, ο οποίος παριστάνεται ως Αθηναίος έφηβος (Βοστόνη MFA 03.802, BAPD 15815, Εικόνα 1.4).
Το χρονικό διάστημα που μεσολαβούσε ανάμεσα στην ἐγγύην και την οριστική τέλεση του γάμου, δηλαδή η ιδιότυπη αυτή μνηστεία (αρραβώνας), δεν ήταν προκαθορισμένο και εξαρτιόταν από διάφορους παράγοντες, όπως την ηλικία και την οικονομική κατάσταση των συμβαλλομένων. Ο Ησίοδος ορίζει και για το γάμο τις κατάλληλες ημέρες (Ἔργα καὶ Ἡμέραι 800-4): πρόκειται για την τέταρτη του μήνα, αφού κανείς δει τους οιωνούς που θα είναι οι καλύτεροι για την πράξη αυτή, ενώ πρέπει να αποφεύγονται οι πέμπτες του μήνα, γιατί τότε κυκλοφορούν οι Ερινύες. Ο ίδιος κάνει λόγο και για την κατάλληλη ηλικία γάμου (Ἔργα καὶ Ἡμέραι 695-9), επειδή προφανώς θεωρεί απαραίτητες αυτές τις συστάσεις: για τα κορίτσια αναφέρει ότι πρέπει να παντρεύονται νωρίς στα 13-14 χρόνια, λίγο μετά από την έναρξη της έμμηνης ρύσης, ενώ για τους άνδρες συνιστά ότι είναι καλό αυτό να γίνεται στα 30. Ανάλογα, και οι κλασικοί συγγραφείς πρέσβευαν το ίδιο (Ξενοφών Οἰκονομικός 7.5 πρβλ. 3.13, Πλάτων Νόμοι 721b, 785b), δηλαδή γύρω στα 15-16 για τις γυναίκες και ιδιαίτερα για τους άνδρες ως ιδανική θεωρούσαν την ηλικία των 30 χρόνων, ούτε πολύ πριν ούτε πολύ μετά από αυτή. Πιθανότατα οι περισσότερες σωζόμενες πηγές αναφέρονταν σε μία ιδεατή ηλικία και για τα δύο φύλα. Η περιγραφή μίας γυναίκας που μιλά για διακόρευση στα επτά της είναι αξιοπρόσεκτη περίπτωση (Aριστοφάνης Θεσμοφοριάζουσαι 479-89). Ο λόγος για αυτή τη μεγάλη διαφορά είναι ότι έτσι και οι δύο γονείς θα έφταναν μαζί στο τέλος της ώριμης φάσης της ζωής τους, η γυναίκα στα 50 και ο άνδρας στα 70. Ο Αριστοτέλης ανεβάζει κάπως το όριο: 37 χρονών για τους άνδρες και 18 για τις γυναίκες (Πολιτικά 1334b-1335ab). Αν και ο ίδιος πίστευε ότι ο άνδρας τερματίζει την ακμή του στα 70 αντί για τα 50 χρόνια, έλεγε ότι δεν πρέπει να αποκτά παιδιά μετά τα 50-55 χρόνια (1335b). Eπίσης, ο φιλόσοφος αυτός προέτρεπε τους νέους να μη γίνονται πολύ νωρίς γονείς, καθώς οι νέες γυναίκες πέθαιναν συχνά στη γέννα ή έκαναν ελαττωματικά παιδιά (1335a). Ο Πλάτων (Κριτίας 113d) θεωρεί ότι υπάρχει κατάλληλη στιγμή στα κορίτσια για το γάμο και ότι δεν πρέπει να πιέζονται, όπως έκανε ο Θησέας με την Ελένη55. Η αδελφή του Δημοσθένη δόθηκε για γάμο στην ηλικία των 5 ετών και ο γάμος σχεδιάστηκε 10 χρόνια αργότερα (Δημοσθένης 27.4-5, 29.43, πρβλ. 28.15).
Η Σπάρτη είναι πάλι εξαίρεση, γιατί οι γυναίκες έπρεπε να έχουν μεγαλώσει πλήρως (στα 18 με 20 έτη), για να παντρευτούν και να γεννήσουν παιδιά (Ξενοφών Λακεδαιμονίων πολιτεία 1.6-10, Πλούταρχος Λυκοῦργος 15.1-4 και 15.3-15.5), όπως και τα αγόρια, όταν πλέον ήταν πλήρως εκπαιδευμένοι πολεμιστές.
Επιπλέον, θεωρούσαν επονείδιστο το να μένει κανείς άγαμος ή να παντρεύεται σε μεγάλη ηλικία, αλλά και το να έχει μείνει άτεκνος (Πλούταρχος Λυκοῦργος 15.1.5-15.2, Πλούταρχος Ἠθικά = περὶ τῆς εἰς τὰ ἔκγονα φιλοστοργίας 493e). Από την άλλη, για τους Σπαρτιάτες ήταν πατροπαράδοτο και συνηθισμένο να έχουν μία σύζυγο τρεις και τέσσερις άνδρες μαζί, κάποτε και περισσότεροι, αν ήταν αδελφοί, και να έχουν κοινά τα παιδιά τους, ενώ ήταν τιμητικό και συνηθισμένο εκείνος που είχε αποκτήσει αρκετά παιδιά να παραχωρεί τη γυναίκα του σε κάποιον από τους φίλους του (Πολύβιος 12.6.8).
Δεν ήταν ασυνήθιστο να γίνονται γάμοι μεταξύ συγγενικών οικογενειών, ακόμη και ανάμεσα σε πρώτα ξαδέλφια ή ανάμεσα σε θείο και ανιψιά. Αυτή η πρακτική αποδεικνύει τη θέληση, ιδιαίτερα των ισχυρότερων τάξεων, να διατηρήσουν την περιουσία τους και να ενισχύσουν τους δεσμούς μεταξύ των μελών τους. Στη σύναψη ενός γάμου πρέπει να έπαιζαν ρόλο και άλλες σκοπιμότητες, όπως η σύναψη πολιτικών συμμαχιών ή οικονομικών συμφωνιών, καθώς γνωρίζουμε από διάφορες επώνυμες περιπτώσεις. Για την τέλεση των γάμων υπήρχε συγκεκριμένος μήνας, όπως ο Γαμηλιών στην Αττική (με το σημερινό ημερολόγιο μεταξύ 22 Δεκεμβρίου και 22 Ιανουαρίου), που ήταν αφιερωμένος στον ιερό γάμο του Δία και της Ήρας (Θεογάμια). Ο Ζευς Τέλειος και κυρίως η Ήρα Τελεία θεωρούνταν οι ανώτεροι προστάτες του γάμου των θνητών (Αριστοφάνης Θεσμοφοριάζουσαι 973-6 και Σχόλ. «πρυτάνεις γάμων», Πολυδεύκης Ὀνομαστικόν 3.38.7: τέλος ὁ γάμος ἐκαλεῖτο, καὶ τέλειοι οἱ γεγαμηκότες. διὰ τοῦτο καὶ Ἥρα τελεία ἡ συζυγία˙ ταύτῃ γὰρ τοῖς προτελείοις πρου- τέλιζον τὰς κόρας, καὶ Ἀρτέμιδι καὶ Μοίραις)56.
Οι τελετές του γάμου ήταν, συνήθως, μοιρασμένες σε τρία στάδια με ανάλογη διάρκεια (Πολυδεύκης Ὀνομαστικόν 3.34-50)57. Το πρώτο στάδιο ονομάζεται προγάμΙα ή προαύλΙα (από το αὐλή και αὐλίζομαι) ή προτέλεΙα (επίσης: ἀπαρχαί) από τις θυσίες που τελούνταν προς τιμήν της Άρτεμης και άλλων θεοτήτων – όπως της Αφροδίτης, της Ήρας Νυμφευομένης, της Αθηνάς, της Πειθούς, των Νυμφών58, των Μουσών, των Τριτοπατόρων– ανάλογα με την περιοχή (Ευριπίδης Ἰφιγένεια ἐν Αὐλίδι 433-9, 732-4, 717-23: στην τραγωδία αυτή, μάλιστα, λέγεται ότι ο γάμος θα τελεστεί, όταν έλθει ο κύκλος της σελήνης, Πολυδεύκης Ὀνομαστικόν ό.π.). Ο Πλούταρχος αναφέρεται σε γαμήλιες θυσίες στις Θεσπιές (Ἠθικά = Ἐρωτικός 771d-e). Οι κοπέλες αφιέρωναν τα παιχνίδια, τον παιδικό ρουχισμό, τον ζωστήρα και τούφες από τα μαλλιά τους, αποχαιρετώντας με συμβολικό τρόπο την ξενοιασιά και την αγνότητα της παιδικής ηλικίας και ζητώντας ταυτόχρονα τη θεϊκή προστασία. Πιθανόν στις θυσίες αυτές να συμμετείχαν και να τις συνόδευαν με γαμήλια τραγούδια οι φίλες της νύφης. Σε ορισμένα ερυθρόμορφα αγγεία από το β΄ τέταρτο του 5ου αι. π.Χ. και εξής (αλάβαστρα, ληκύθους κανονικού τύπου και αρυβαλλοειδείς ληκύθους, αμφορείς τύπου Nola) παριστάνονται νεαρές γυναίκες άλλοτε μόνες, συνήθως, δίπλα σε βωμό, κρατώντας στο ένα χέρι το κανοῦν και στο άλλο φιάλη ή οινοχόη, και άλλοτε μαζί με μία σύντροφο με την οποία διεκπεραιώνουν κάποιο λατρευτικό τυπικό. Η αποκλειστική παρουσία των γυναικών μάς επιτρέπει να υποθέσουμε ότι ίσως πρόκειται για τελετές ιδιωτικού χαρακτήρα, οι οποίες περιορίζονταν στο χώρο του σπιτιού ή τουλάχιστον στο ιερό μιας οικείας θεάς τους. Καθώς τα περισσότερα αγγεία, στα οποία απεικονίζονται οι σκηνές αυτές, είναι τυπικά σκεύη του γυναικείου καλλωπισμού, θα μπορούσε να θεωρήσει κανείς ότι το τελετουργικό τους έχει κάποια σχέση με την επίκληση της Άρτεμης εκ μέρους των γυναικών που ήταν σε ηλικία γάμου.
Γνωρίζουμε, μάλιστα, ότι οι νεαρές παρθένοι «ἐκανηφόρουν» λίγο πριν το γάμο τους προς τιμήν της θεάς αυτής, για να κερδίσουν την προστασία της στο νέο στάδιο της ζωής τους. Με την κανηφορία κατέθεταν τις αναίμακτες προσφορές τους –καρπούς, στεφάνια, κλαδιά– και, όπως φαίνεται, έκαναν σπονδές στην οικογενειακή εστία. Μάλιστα, στο εσωτερικό ενός ερυθρόμορφου πινακίου με πόδι (Ζωγράφος του Πινακίου, Κοπεγχάγη Εθνικό Μουσείο 6, BAPD 209694) υπάρχει επιγραφή με το όνομα της θεάς (ΑΡΤΕΜΙΣ), η οποία αναγράφεται πάνω από το κεφάλι μίας γυναικείας μορφής. Η θεά μπορεί να μην ταυτίζεται με την κοπέλα, που κρατά εδώ ένα κανοῦν στολισμένο με κλαδιά, για να τα προσφέρει στο βωμό μπροστά της, όμως η επιγραφή μάλλον αναφέρεται στη θεά ως αποδέκτη της θυσίας, δηλώνοντας τη νοερή παρουσία της και την εύνοια που καλείται να δείξει απέναντι στη νεαρή γυναίκα.
Οπωσδήποτε, με ομαδική συμμετοχή γινόταν το τελετουργικό λουτρό της νύφης και του γαμπρού με σκοπό τη συμβολική τους κάθαρση πριν από το γάμο. Η μεταφορά του νερού από μια ιερή πηγή της πόλης (όπως την Εννεάκρουνο ή Καλλιρόη στην νότια πλευρά της Ακρόπολης στην Αθήνα, την Πειρήνη στην Κόρινθο, την Κισσόεσσα στη Βοιωτία: ψευδο-Πλούταρχος Ἠθικά = Ἐρωτικαὶ διηγήσεις 772b) με εορταστική πομπή μέσα σε ειδικά αγγεία, που μετέφεραν οι λουτροφόροι παίδες, φανερώνει την ξεχωριστή σημασία της συγκεκριμένης διαδικασίας (Μένανδρος Σαμία 729-32, Πολυδεύκης 3.43, Αρποκρατίων λ. λουτροφόρος και λουτροφορεῖν, Ησύχιος λ. λουτροφόρος, Φώτιος λ. λουτροφόρον).
Η λουτροφορία59 (Εὐριπίδης Φοίνισσαι 346-8, Ἰφιγένεια ἐν Ταύροις 818-9) απεικονίζεται συχνά σε λουτροφόρους (και στις δύο γνωστές παραλλαγές: αμφορείς και υδρίες), με τη νύφη και άλλες γυναικείες μορφές, φίλες και συγγενείς της60, από τις οποίες η μία κουβαλά τη λουτροφόρο και ορισμένες τις δάδες, και έναν νεαρό μουσικό (Ζωγράφος του Λουτρού Αθήνα ΕΑΜ 1453, BAPD 214899, Ζωγράφος της Νάπολης Karlsruhe Badisches Landesmuseum 69/78, BAPD 216155). Σπάνια δηλώνονται τοπογραφικά στοιχεία (είσοδος οικίας, κρήνη, ερμαϊκή στήλη). Το νερό με τις καθαρτήριες και γονιμικές ιδιότητες που έχει ήταν απαραίτητο στοιχείο για τον «εξαγνισμό» των νεονύμφων και το ξεκίνημα της κοινής ζωής τους. Η ανάθεση διαφόρων μεγεθών λουτροφόρων στα ιερά γαμήλιων θεοτήτων (όπως κυρίως της Νύμφης στη νότια πλαγιά της Ακρόπολης, της Νεμέσεως στο Ραμνούντα, της Άρτεμης στη Μουνιχία και τη Βραυρώνα) αλλά και η διατήρησή τους ως «αναμνηστικού» στο σπίτι επιβεβαιώνουν το ρόλο που πίστευαν ότι είχε το συγκεκριμένο αγγείο στο τελετουργικό του γάμου. Σε λίγες μόνον ερυθρόμορφες παραστάσεις απεικονίζεται λουόμενος νέος ή λουόμενη νέα, αλλά δεν διαθέτουμε περισσότερα στοιχεία, ώστε να τις συσχετίσουμε με το γαμήλιο λουτρό, και μπορούν να ερμηνευθούν σε διαφορετικά συμφραζόμενα.
Ακολουθούσε ο στολισμός της νύφης (το νυμφοστολεῖν), που τον αναλάμβανε αποκλειστικά μία φίλη της, η νυμφοκόμος, υπό την επίβλεψη της νυμφεύτριας που είχε τη γενική εποπτεία για την οργάνωση της εορτής (Αριστοφάνης Ἀχαρνῆς 1049-57, Πολυδεύκης 3.41, Παυσανίας 9.3.7, Ησύχιος λ. νυμφοκόμος, και στη Σπάρτη Πλούταρχος Λυκοῦργος 15.3, ό.π.). Ως αποκορύφωμα του στολισμού θεωρείται η νυμφική στεφάνη, ένα είδος διαδήματος61 (λέβης γαμικός Αθήνα ΕΑΜ 1454 και συχνή σε ανάλογες παραστάσεις αγγείων, όπως σε αλάβαστρα, ληκύθους, πλημοχόες, πυξίδες και λεκανίδες). Στο τελετουργικό του κυρίως γάμου περιλαμβάνονταν θυσίες στους προγονικούς και τους γαμήλιους θεούς, οι οποίες τελούνταν από τον πατέρα της νύφης στην οικογενειακή εστία, για να δηλώσουν με επίσημο τρόπο την αναχώρηση της κοπέλας από τον πατρικό οίκο και την ένταξή της σε εκείνον του συζύγου. Ανάλογες θυσίες έκαναν και οι μελλόνυμφοι επικαλούμενοι την προστασία των θεών με σκοπό την απόκτηση απογόνων (ἐπ’ ἀρότῳ παίδων ἄγομαι γαμετήν, βλ. πηγές ό.π.). Το ίδιο βράδυ τελούνταν μία παννυχίς με το γαμήλιο συμπόσιο (θοίνη γαμική, εἰλαπίνη), στο οποίο συμμετείχαν συγγενείς και φίλοι των δύο οικογενειών, άνδρες και γυναίκες, που κάθονταν χωριστά. Ο αριθμός των καλεσμένων είχε περιοριστεί σε 30 άτομα στην Αθήνα με νόμο του Σόλωνα κατά τον 6ο αι. π.Χ. (Φιλόχορος = Αθήναιος Δειπνοσοφισταί 6.245Α,Β), δεν γνωρίζουμε, όμως, αν αυτό ίσχυε και τον 5ο αιώνα (Πλάτων Νόμοι 775a θεωρεί ότι δεν πρέπει να ξεπερνούν τα 10 άτομα από κάθε πλευρά, δηλαδή πέντε συγγενείς και πέντε φίλοι). Για την επίβλεψη του αριθμού των καλεσμένων υπήρχαν ειδικοί «γυναικονόμοι» (Μένανδρος Κεκρύφαλος απ. 208 K.-A.). Προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι το εορταστικό συμπόσιο δεν απεικονίζεται στα αγγεία ή τουλάχιστον ότι δεν μπορούμε να το ταυτίσουμε. Ωστόσο, στη διάρκειά του γίνονταν τα ἀνακαλυπτήρια (ή ἔκδοσις), δηλαδή η αποκάλυψη και παράδοση της νύφης από τον πατέρα της στο γαμπρό ενώπιον των συνδαι- τυμόνων, η επίσημη διακήρυξη του γάμου και η τυπική αποδοχή της νύφης στο νέο σπιτικό (πρωιμότερη πηγή Φερεκύδης από τη Σύρο 7 [B] 2 DK). Τότε αποκάλυπτε η νύφη για πρώτη φορά το πρόσωπό της ανασηκώνοντας το νυφικό πέπλο (ή κρήδεμνον)62. Τα δώρα που προσέφερε ο γαμπρός στη νύφη εκείνο το βράδυ ονομά- ζονταν ἀνακαλυπτήρΙα ή ὀπτήρια ή θεώρητρα (Αρποκρατίων λ. ἀνακαλυπτήρια, βλ. Λυσίας απ. 331.25)63. Ένας παῖς ἀμφΙθαλής μετέφερε το λίκνον και μοίραζε στους καλεσμένους γλυκίσματα (πλακοῦντες) από σουσάμι, μέλι και καρπούς επαναλαμβάνοντας τη φράση «ἔφυγον κακόν, εὗρον ἄμεινον» (Δημοσθένης 18.258). Όλα αυτά συμβόλιζαν την αφθονία και τη γονιμότητα που θα απολάμβανε το νέο ζευγάρι.
Το βασικότερο στοιχείο στην κυρίως τελετή του γάμου αποτελούσε η μεταφορά της νύφης, η ἀγωγή από τον παλιό στο νέο οίκο, που σηματοδοτούσε το συνοικεῖν. Σε πολλούς δικανικούς λόγους αυτό θεωρούνταν ως απόδειξη της νομιμότητας του γάμου. Η μεγάλη νυχτερινή πομπή προς την οικία του γαμπρού ήταν το αποκορύφωμα της τριήμερης εορτής με δημόσιο χαρακτήρα, όπως δηλώνουν και οι περισσότερες εικονογραφικές μαρτυρίες, και γινόταν με τη συνοδεία χορού, μουσικής και πολλών μελών της οικογένειας. Σπάνια δηλώνεται με έναν βωμό η οικιακή εστία ή η είσοδος του σπιτιού, μέσα από την οποία μπορεί να διακρίνεται ο θάλαμος64 με τη νυφική παστάδα, όπου η μητέρα του γαμπρού υποδέχεται το ζευγάρι –ο πατέρας του δεν εμφανίζεται. Οι μορφές που συνοδεύουν την πομπή, όπως ο πάροχος, η νυμφεύτρια και η μητέρα της νύφης, κρατούν συχνά δάδες. Η παρουσία των τελευταίων ήταν τόσο πρακτική, επειδή η πομπή διεξαγόταν το βράδυ, όσο και συμβολική, επειδή η φωτιά προστάτευε το νέο οίκο από τους κακούς δαίμονες. Μάλιστα, το κράτημα της αναμμένης δάδας αποτελούσε αναπόσπαστο στοιχείο της τελετής (Εὐριπίδης Ἰφιγένεια ἐν Αὐλίδι 732-4: … τίς δ’ ἀνασχήσει φλόγα;…). Μερικές φορές στη συνοδεία παριστάνεται και ο παῖς ἀμφιθαλής. Αναφέρεται στις πηγές ότι η νύφη κρατούσε ένα λίκνον ή μαγειρικό σκεύος (φρύγετρον) στη διάρκεια της πομπής (Πολυδεύκης 1.246, 3.34-50) και ότι τρεις φίλες της μετέφεραν αντίστοιχα κόσκινο, ρόκα και αδράχτι, όλα τα παραπάνω ως σύμβολα της νοικοκυροσύνης της, αλλά τα αντικείμενα αυτά δεν παριστάνονται στα αγγεία.
Η μετάβαση της νύφης από το πατρικό της στο σπίτι του συζύγου της ήταν καθοριστική για το νέο στάδιο της ζωής της, γι’ αυτό και απεικονίζεται πολλές φορές σε αγγεία που προσφέρονταν ως γαμήλια δώρα. Το ιδεαλιστικό στοιχείο στις παραστάσεις ενισχύεται από την παρουσία μυθικών μορφών, όπως του Έρωτα και φτερωτών γυναικών με στεφάνια, δάδες ή αγγεία (π.χ. αποσπ. ερυθρόμορφη λουτροφόρος Οξφόρδη Ashmolean Museum 1966.888, BAPD 34, ο Έρως κρατά δύο λουτροφόρους και η φτερωτή γυναίκα δάδα και πλημοχόη). Ορισμένες φορές, η γαμήλια πομπή μεταφέρεται σε μυθολογικό επίπεδο, με την απεικόνιση ηρωικών ζευγαριών και των θεών που τα συνοδεύουν (κυρίως σε κρατήρες, υδρίες, λουτροφόρους και πυξίδες).
Δύο εικονογραφικά μοτίβα είναι πολύ ενδεικτικά για τη δήλωση της κυριαρχίας του γαμπρού κατά τη μεταφορά, το κράτημα της νύφης με την κίνηση χεὶρ ἐπὶ καρπῷ και το ανασήκωμα της νύφης πριν την είσοδο στο νέο σπίτι, κάτι που θυμίζει το μοτίβο της αρπαγής και δηλώνει το βίαιο αποχωρισμό της γυναίκας, χωρίς άλλη δυνατότητα επιλογής (πρβλ. και την αρπαγή της νύφης στη Σπάρτη, Πλούταρχος Λυκοῦργος 15.3-15.5). Παρατηρείται, επομένως, εικονογραφική και συμβολική παραλληλία των σκηνών του γάμου με εκείνες της αρπαγής, κυρίως κατά τον 5ο αι. π.Χ. Αντίστοιχα, στις γραπτές πηγές, οι τελετές του γάμου παρομοιάζονται ενίοτε με εκείνες της κηδείας και της θυσίας. Το θέμα παρουσιάζεται αρχετυπικά στο μύθο με την αρπαγή της Περσεφόνης από τον Άδη, ενώ στο θρήνο της Αντιγόνης, που οδηγείται στον τάφο, ο θάνατός της αντιπαραβάλλεται με γάμο με τον Αχέροντα και ο τάφος της με το νυφικό κοιτώνα (Σοφοκλής Ἀντιγόνη 810-6, 891).
Ένα άλλο έθιμο ήταν τα καταχύσματα, για το οποίο δεν είμαστε βέβαιοι, αν τελούνταν μαζί με τα «ἀνακαλυπτήρια» ή κατά την είσοδο του ζευγαριού στη νέα κατοικία του. Με ένα μείγμα από ξηρά φρούτα, ξηρούς καρπούς (ρόδια, σύκα, καρύδια) και νομίσματα έραιναν τους νεόνυμφους αποβλέποντας ασφαλώς στην απόκτηση απογόνων αλλά και υλικών αγαθών στη διάρκεια του γάμου (λουτροφόρος Βοστόνη MFA 10.223 του Ζωγράφου της Φιάλης, BAPD 214222, το λίκνον που τα περιέχει αδειάζει πάνω στο γαμπρό, ενώ η νυμφεύτρια ανασηκώνει τον πέπλο της νύφης). Εκτός από τα τραγούδια που συνόδευαν το γάμο (ὑμέναιος), εκτελούνταν και επιθαλάμια τραγούδια από φίλες της νύφης και από φίλους του γαμπρού, συχνά με περιπαικτικό χαρακτήρα, όταν το ζευγάρι βρισκόταν πλέον μόνο του και ένας θυρωρός έξω από το δωμάτιο φρόντιζε να μην το ενοχλήσει κανείς. Τέτοια τραγούδια είναι τα επιθαλάμια της Σαπφούς και μπορούμε να ανακαλέσουμε το κλίμα ευφορίας και διασκέδασης που επικρατούσε τις ώρες αυτές από το δωρικό επιθαλάμιο της Ελένης που περιγράφεται σε ένα ποίημα του Θεόκριτου (Εἰδύλλιον 18).
Η τρίτη μέρα πήρε το όνομά της από τα δώρα που προσφέρονταν στους νεόνυμφους από τους επισκέπτες συγγενείς, τα ἐπαύλια (Αριστοφάνης Εἰρήνη 1206, επίσης: μεταύλια, ἀπαύλια). Την πομπή των συγγενών και φίλων οδηγούσε ένα αγόρι που φορούσε λευκό ιμάτιο και κρατούσε δάδα, ενώ ακολουθούσε ένα κορίτσι που έφερε το κανοῦν και στη συνέχεια οι υπόλοιποι με αγγεία, αρώματα, κιβωτίδια, υφαντά, σανδάλια και άλλα αντικείμενα της οικοσκευής και της προίκας της νύφης. Ο Ευστάθιος παραδίδει πλήρη περιγραφή των επαυλίων (Σχόλ. Ἰλιάδος 24.29) από το λεξικογράφο Παυσανία του 2ου αι. μ.Χ. Σε μία ερυθρόμορφη πυξίδα στο Βερολίνο (Antikensammlung 3373, BAPD 430) μία πολυπρόσωπη σκηνή συνδυάζει μάλλον την πομπή των νεονύμφων με την πομπή για την επίδοση των επαυλίων δώρων στη νύφη. Εκτός από το ζευγάρι, παριστάνονται ένας νέος με δάδα, μία αυλητρίδα, μία νεαρή με κιβωτίδιο και κάλαθο, τρεις Έρωτες, ένα θυμιατήριο ακουμπισμένο στο έδαφος, άλλες γυναίκες με διάφορα αγγεία ως δώρα (πλημοχόες, γαμικός λέβης, δύο λουτροφόροι-υδρίες) μαζί με δύο καθιστές γυναίκες –στις οποίες μπορούμε να αναγνωρίσουμε την επαναλαμβανόμενη μορφή της νύφης στα διάφορα στάδια της εορτής.
Στο επίκεντρο των περισσότερων ερυθρόμορφων παραστάσεων βρίσκεται η νύφη, η οποία κάθεται σε εσωτερικό χώρο περιτριγυρισμένη από άλλες γυναίκες. Αυτές κρατούν διάφορα αντικείμενα, όπως ταινίες, στεφάνια, υφάσματα, κάτοπτρα, αγγεία (αλάβαστρα, πλημοχόες, λεκανίδες, γαμικούς λέβητες), κιβωτίδια και καλάθους. Η παρουσία των δώρων και σπανιότερα του γαμπρού (όπως σε μία ερυθρόμορφη λουτροφόρο στην Οξφόρδη Ashmolean Museum 1927.4067, BAPD 215626, και μία άλλη στον Πειραιά Αρχαιολ. Μουσείο 5197) επιτρέπουν την ταύτιση των σκηνών με τη μέρα των επαυλίων, αν και πιθανή επιδίωξη των αγγειογράφων ήταν να συνδυάσουν όσο το δυνατόν περισσότερα στοιχεία από τον κόσμο των γυναικών με τη σημαντική τελετή του γάμου σε μία «άχρονη» και «αρχετυπική» παράσταση χωρίς συγκεκριμένο θέμα. Η ατμόσφαιρα είναι εορταστική και ειδυλλιακή, επειδή μερικές φορές ένας ή περισσότεροι Έρωτες πετούν ανάμεσα στις μορφές. Άλλες γυναικείες φτερωτές μορφές σε παρόμοιες σκηνές ερμηνεύονται ως Νίκες, οι οποίες εμφανίζονται, συνήθως, στο χώρο κάτω από τις λαβές σε γαμικούς λέβητες και έρχονται ως υπερφυσικές δυνάμεις, για να ευλογήσουν τη νύφη. Όλες οι γυναίκες είναι πλούσια ντυμένες και στολισμένες, ιδιαίτερα η νεόνυμφη, που γίνεται αποδέκτης των δώρων και απολαμβάνει το ενδιαφέρον στο κέντρο της παράστασης. Μεγάλος αριθμός μορφών και ένα πλήθος αντικειμένων παριστάνεται σε ένα γαμικό λέβητα του Ζωγράφου του Μαρσύα (Πετρούπολη Κρατικό Μουσείο Ερμιτάζ 15592, BAPD 230419), όπου η παρουσία έξι μικροσκοπικών Ερώτων –τον πιο μικρό κρατά στην αγκαλιά της η κεντρική καθιστή γυναίκα και παίζει μαζί του- δημιουργεί πολύ ιδιαίτερη ατμόσφαιρα στην ήδη πολυπρόσωπη σύνθεση. Ορισμένες από τις άλλες γυναικείες μορφές πρέπει να είναι φίλες ή συγγενείς της νύφης και ορισμένες θεραπαινίδες της, αν και απορία για την ερμηνεία τους προκαλούν μία γυναίκα τελείως καλυμμένη, με το ιμάτιο να σκεπάζει το κεφάλι και ένα μέρος από το πρόσωπό της, καθώς και μία άλλη με το ιμάτιον «ὑπὲρ τὴν κεφαλήν».
Σε ορισμένες σκηνές γαμήλιων πομπών και ακόμη συχνότερα σε σκηνές «ἐπαυλίων» απεικονίζεται το κανοῦν, ένα ειδικό τελετουργικό σκεύος. Τότε δεν πρόκειται για ένα από τα προσφερόμενα δώρα, αλλά για τα «νυμφικά κανᾶ» των επιγραφών65. Ως προς τη μορφή τους ανήκουν όλα στο σύνθετο τύπο με τα ψηλά πλεκτά υποστηρίγματα-σκέλη, επομένως πρέπει να δηλώνονται μετάλλινα σκεύη. Στις σκηνές αυτές, το κανοῦν μπορεί να συνδεθεί άμεσα με την απεικονιζόμενη νύφη. Το περίτεχνο σκεύος, που κουβαλά κάποια νεαρή καλεσμένη ή ενίοτε το κρατά η ίδια στην αγκαλιά της, είναι, ίσως, δηλωτικό του τελετουργικού ρόλου της σε μια κανηφορία που ανήκει πλέον στο κοριτσίστικο παρελθόν της (βλ. 2.1). Ταυτόχρονα, όμως, σηματοδοτεί το ξεκίνημα ενός νέου κύκλου στη ζωή της και υπογραμμίζει την ευχή για την ευτεκνία της νεόνυμφης.
Εικονογραφικά δεδομένα για σκηνές γάμου
Όπως οι περισσότερες γραπτές πηγές προέρχονται από την αθηναϊκή κοινωνία, το ίδιο ισχύει και για τις εικονογραφικές μαρτυρίες66. Στις περισσότερες πρώιμες παραστάσεις, δηλαδή σε μελανόμορφα αγγεία, το ζευγάρι των νεονύμφων απεικονίζεται όρθιο πάνω στο δίφρο τεθρίππου άρματος. Ο γαμπρός βρίσκεται σε πρώτο επίπεδο και οδηγεί κρατώντας τα ηνία, ενώ η νύφη είναι δίπλα του και φέρει ιμάτιον «ὑπὲρ τὴν κεφαλήν» στο γνωστό ηραίον σχήμα. Το άρμα συνοδεύεται τις περισσότερες φορές από γυναικείες μορφές, που κουβαλούν αντικείμενα ή σκεύη στο κεφάλι, και από μία ή δύο ανδρικές μορφές. Όταν οι μορφές αυτές συνοδεύονται από λαλούντα σύμβολα ή επιγραφές, τότε διαπιστώνουμε ότι είναι θεϊκές (Διόνυσος, Απόλλων, Άρτεμη, Λητώ, Ερμής ως προηγητής). Σπανιότερα εικονίζονται παιδιά. Επομένως, πρόθεση των αρχαϊκών κεραμέων ήταν να αποδώσουν τη γαμήλια πομπή γνωστών θεϊκών ή ηρωικών ζευγαριών (Ζεύς-Ήρα, Ηρακλής-Ήβη, Πηλεύς-Θέτις, Μενέλαος-Ελένη, Κάδμος-Αρμονία, Άδμητος-Άλκηστις), που αναδεικνύονται σε πρότυπα για τα θνητά ζευγάρια67. Σε αυτό συνηγορεί και η επιλογή του άρματος ως μεταφορικού μέσου, το οποίο ως γνωστόν είχε περιορισμένη πρακτική χρήση στα αρχαϊκά και κλασικά χρόνια. Συνδυάζοντας τα επιμέρους εικονογραφικά στοιχεία των παραστάσεων αυτών (άρμα, δώρα, ανάμειξη θεϊκής/ηρωικής και ανθρώπινης σφαίρας, μεγάλος αριθμός μορφών), μπορούμε να θεωρήσουμε ότι τονίζεται εδώ το ιδεώδες των αριστοκρατικών τάξεων της αρχαϊκής εποχής για αυτοπροβολή και επίδειξη μέσω του γάμου.
Σε αντιδιαστολή με τις γαμήλιες πομπές με άρμα, βρίσκονται οι παραστάσεις με το ζευγάρι πάνω σε ημιονική άμαξα, ένα πραγματικό όχημα με διάφορες χρήσεις68. Στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για τη νυφική «κλινίδα», διαμορφωμένη κατάλληλα για την αναπαυτική μεταφορά των νεονύμφων και του παρόχου.
Η εμφάνιση της άμαξας είναι αρκετά σπάνια, επειδή η ακριβής και ρεαλιστική απόδοση της τελετής φαίνεται ότι δεν αποτελούσε ζητούμενο ούτε των κεραμέων αλλά ούτε και των αγοραστών. Στην εικονογραφία του 5ου και του 4ου αι. π.Χ., οι γαμήλιες πομπές με άρμα ή άμαξα είναι πολύ λιγότερες και επικρατεί η χαμαίπους πομπή των νεονύμφων, όπου ο γαμπρός οδηγεί τη νύφη κρατώντας την «χεῖρα ἐπὶ καρπῷ». Επιπρόσθετα, οι μορφές που συνοδεύουν το ζευγάρι εντάσσονται πλέον στο γαμήλιο τυπικό και εκτελούν συγκεκριμένους ρόλους (π.χ. πατέρας της νύφης κατά την εγγύη, μητέρα της νύφης ή του γαμπρού με δάδες, πάροχος μαζί με το ζευγάρι, προηγητής στην κορυφή της πομπής, λουτροφόρος νέος ή νέα, αυλητής κ.ά.). Ένα άλλο χαρακτηριστικό είναι ότι οι σκηνές είτε συνδυάζουν στοιχεία από διάφορα στάδια της τελετής είτε εστιάζουν σε ορισμένα από αυτά, όπως κυρίως ο στολισμός, η μεταφορά της νύφης, η επίδοση των δώρων. Οι ερυθρόμορφες παραστάσεις γάμου συχνά δείχνουν τα πράγματα πιο εξιδανικευμένα από όσο ήταν στην πραγματικότητα. Παρά τη μεγάλη διαφορά ηλικίας, ο γαμπρός απεικονίζεται τις περισσότερες φορές αγένειος και νεαρός. Αντίστοιχα, και η νύφη έχει την εμφάνιση σεμνής αλλά ώριμης νέας γυναίκας και όχι άπειρου κοριτσιού. Επίσης, η συχνή παρουσία του ιπτάμενου Έρωτα, ο οποίος στεφανώνει το ζευγάρι, προσδίδει ερωτικό και συναινετικό χαρακτήρα στις παραστάσεις, κάτι που δεν ίσχυε κατά κανόνα.
Η δημιουργία μιας ωραιοποιημένης εικόνας, που επικρατεί σε όλα τα στάδια του γάμου στην αγγειογραφία και στις παραστάσεις των γυναικών, αντανακλά την κοινωνική απαίτηση για τη νομιμοποίηση του συγκεκριμένου θεσμού και κατ’ επέκταση για την ομαλή λειτουργία της πόλης. Στη διάδοση της γαμήλιας εικονογραφίας πρέπει να έπαιξε ρόλο και η πολιτική κατάσταση της Αθήνας κατά την κλασική εποχή. Ιδιαίτερα, ο νόμος που εισήγαγε ο Περικλής στα μέσα του 5ου αιώνα (451/50 π.Χ.) για τη χορήγηση του δικαιώματος του Αθηναίου πολίτη μόνο σε όσους είχαν και τους δύο γονείς Αθηναίους, φαίνεται ότι έδωσε ώθηση στη διαμόρφωση νέων εικονογραφικών θεμάτων με επίκεντρο τις τελετές του γάμου και τη ζωή των γυναικών γενικότερα.
ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ, σε ερυθρόμορφη πυξίδα του «Ζωγράφου του Marlay », 440/30 π.Χ.,
Λονδίνο Βρετανικό Μουσείο 1920,1221.1, BAPD 216210, Εικόνα 1.5.
Στο δεξιό άκρο της σκηνής εικονίζεται μισάνοικτη η διπλή θύρα της οικίας του γαμπρού, μέσα από την οποία διακρίνεται η μητέρα του, που περιμένει τους νεόνυμφους. Η άποψη που έχει διατυπωθεί ότι πρόκειται για την οικία από όπου έχει φύγει η νύφη και επομένως για τη μητέρα της, μάλλον δεν ευσταθεί, με βάση τη γνωστή εικονογραφία. Στην πομπή προπορεύεται ένας προηγητής (ντυμένος με χλαμύδα, σανδάλια και πέτασο, θυμίζει εικονογραφικά τον Ερμή, που κρατά τον ίδιο ρόλο στις μυθολογικές γαμήλιες πομπές). Σημείο αναφοράς της σκηνής είναι το τέθριππο άρμα, στο οποίο επιβαίνει το ζευγάρι. Συγκεκριμένα, η νύφη (φορά χιτώνα και ιμάτιον «ὑπὲρ τὴν κεφαλήν») στέκεται ήδη πάνω στο δίφρο, ενώ ο γαμπρός (μόνο με μακρύ ιμάτιο) ανεβαίνει σε αυτόν κρατώντας τα ηνία των αλόγων. Η μητέρα της νύφης κρατά δάδα και περπατά σε δεύτερο επίπεδο δίπλα στο άρμα, ενώ πίσω από αυτό έρχεται ο πάροχος (παράνυμφος-κουμπάρος), που έχει στην αρμοδιότητά του την ασφάλεια της νύφης κατά τη διαδρομή και κρατά, επίσης, δάδα. Ακολουθούν δύο γυναίκες που μεταφέρουν ίσως τα ανακαλυπτήρια δώρα ή ένα μέρος από την προίκα της νύφης. Η πρώτη κουβαλά κιβώτιο στο κεφάλι και κρατά έναν μπόγο σαν ύφασμα, ενώ η δεύτερη κρατά έναν μεγάλο γαμικό λέβητα. Όλες οι ανδρικές μορφές φέρουν στεφάνι στα μαλλιά, ενώ οι γυναικείες απλή ταινία. Ανάλογα, στην ερυθρόμορφη λουτροφόρο του Ζωγράφου της Φιάλης βλέπουμε τα αποκαλυπτήρια δώρα και μία νυμφεύτρια που διορθώνει τον πέπλο της νύφης και έναν Έρωτα.
ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ σε ερυθρόμορφη πυξίδα του Ζωγράφου της Ερέτριας, 430/20 π.Χ., Λονδίνο Βρετανικό Μουσείο 1874,0512.1 (Ε 774), BAPD 216969, Εικόνα 1.6.
Η διπλή κλειστή θύρα (λεπτομερειακή απόδοση της κλειδαριάς, του ρόπτρου και των εφηλίδων) δηλώνει τον εσωτερικό χώρο. Μπροστά της, πάνω σε χαμηλό βάθρο, βρίσκονται τοποθετημένοι δύο γαμικοί λέβητες που περιέχουν κλαδιά μυρτιάς. Τα αγγεία αυτά φέρουν διακόσμηση με παραστάσεις σε σκιαγραφία που πιθανόν σχετίζονται με τις τελετές του γάμου. Πάνω σε μία τριποδική τράπεζα υπάρχουν άλλα δύο αγγεία, μία πυξίς και μία λουτροφόρος που περιέχει κλαδιά δάφνης, διακοσμημένη, επίσης, με μορφές σε σκιαγραφία. Στο βάθος της σκηνής κρέμονται δύο κάτοπτρα. Όλες οι γυναίκες είναι ενεπίγραφες και ταυτίζονται με Νηρηίδες.
Η Γαλήνη κρατά ένα κιβωτίδιο. Η Κυμοθέα είναι καθισμένη σε δίφρο και παρακολουθεί ένα κορίτσι που της δένει τον ιμάντα του αριστερού σανδαλιού της. Η Κυμοδώκη κρατά ένα αλάβαστρο (μάλλον γυάλινο, όπως φαίνεται από τη διακόσμησή του με ζικ-ζακ ταινίες) στο αριστερό της χέρι. Στο δεξί έχει ένα κιβωτίδιο και το προσφέρει στη Θάλεια. Αυτή είναι καθισμένη σε κλισμό και απλώνει το χέρι της, για να το πάρει. Απεικονίζεται με λυτά μακριά μαλλιά και φαίνεται να βρίσκεται στο επίκεντρο της παράστασης. Από την άλλη πλευρά την πλησιάζει η Γλαύκη, που φέρνει ένα περιδέραιο με χάντρες, για να το περάσει στο λαιμό της Θάλειας. Με γυρισμένη την πλάτη προς αυτές βρίσκεται η Δώσω, κρατώντας ένα άνθος στο δεξί και το ιμάτιό της με το αριστερό χέρι. Στέκεται αντικριστή στην Ποντομέδεια, η οποία κρατά ένα μαγικό ερωτικό τροχό (ἴυγξ) και είναι η μόνη που φορά φαινομηρή πέπλο αντί για χιτώνα και ιμάτιο, όπως οι υπόλοιπες μορφές. Η παρουσία των αγγείων και ο στολισμός των γυναικών μάς επιτρέπει να αναγνωρίσουμε μια σκηνή επαυλίων μεταφερμένη στο χώρο του μύθου. Παρά τις επιγραφές με τα ονόματα των Νηρηίδων, οι γυναικείες μορφές δεν διαφοροποιούνται διόλου ως προς την εμφάνιση και τη δράση τους από τις ανώνυμες θνητές σε άλλες παρόμοιες παραστάσεις.
Αγγεία με γαμήλιες παραστάσεις και άλλες σκηνές από τον κόσμο των γυναικών
Ως γαμήλια αγγεία69, τα οποία χρησίμευαν στο τελετουργικό ή δίνονταν ως δώρα, μπορούν να θεωρηθούν κυρίως ο γαμικός λέβης, η λουτροφόρος, η υδρία/κάλπις, η πυξίς, η λεκανίς, η αρυβαλλοειδής λήκυθος, η πλημοχόη και το αλάβαστρο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα ίδια αγγεία δεν είχαν και άλλες χρήσεις εκτός γάμου, καθώς επίσης ότι δεν υπάρχουν και άλλα αγγεία που προσφέρονταν ως γαμήλια δώρα ή έφεραν ανάλογη εικονογραφία. Στο ίδιο πλαίσιο, με έμμεσες αναφορές στον έγγαμο βίο και τις αρετές των γυναικών, ανήκουν και πολλές από τις σκηνές που διαδραματίζονται στον κόσμο της Αφροδίτης, οι οποίες παριστάνονται συχνά στα ως άνω αγγεία και αυξάνονται από το τελευταίο τέταρτο του 5ου αι. π.Χ., συνεχίζοντας στο α΄ μισό του 4ου αι. π.Χ.
Η θεά απεικονίζεται μέσα σε υπαίθριο ειδυλλιακό περιβάλλον, πλαισιωμένη από έναν ή περισσότερους Έρωτες και πολλές γυναίκες, που ταυτίζονται, συνήθως, με προσωποποιήσεις αφηρημένων εννοιών (Πειθώ, Παιδειά, Ευδαιμονία, Ευνομία, Εύκλεια) και μπορούν να εκληφθούν ως αλληγορίες για μία ευτυχισμένη ζωή.
Τα πλούσια ενδύματα, οι περίτεχνες κομμώσεις και τα κοσμήματα των μυθολογικών μορφών είναι παρόμοια με εκείνα των ανώνυμων θνητών γυναικών στις πολυάριθμες σύγχρονες παραστάσεις των ερυθρόμορφων αγγείων. Επίσης, στα ερυθρόμορφα αγγεία απεικονίζονται συχνά σκηνές καταδίωξης και αρπαγής ηρωίδων70 καθώς και διάφορα στάδια από το γάμο μυθικών ζευγαριών, όπως ο στολισμός της νύφης, η γαμήλια πομπή και η «αγωγή» πάνω σε άρμα καθώς και η ημέρα των επαυλίων.
Εικόνα 1.7 Μελανόμορφος γαμικός λέβης, Αθήνα Μουσείο Αρχαίας Αγοράς P 7897
(© American School of Classical Studies at Athens: Agora Excavations)
Ο γαμικός ή νυμφικός λέβης71 (Εικόνα 1.7): σύνθετο ανοικτό σκεύος, με κυλινδρικό λαιμό, σφαιρικό ή ωοειδές σώμα, κάθετες διπλές ή μονές τοξωτές λαβές στο σημείο της μεγαλύτερης διαμέτρου, άλλοτε με ψηλό κωνικό (σπανιότερα κυλινδρικό) υποστατό συμφυές με το σώμα (τύπος Α) και άλλοτε με απλή, μικρή βάση (τύπος Β), πάντα όμως με ξεχωριστό καπάκι, το οποίο έχει σφαιρική ή περίτεχνη λαβή. Το σχήμα παραγόταν από την αρχή του 6ου έως και τον 4ο αι. π.Χ. Μολονότι γαμικοί λέβητες απεικονίζονται σε διάφορες γαμήλιες σκηνές, δεν γνωρίζουμε τον ακριβή ρόλο τους σε κάποιο από τα στάδια του γάμου. Η στενή σχέση τους με τις γυναίκες, και ιδιαίτερα τις νύφες, διαφαίνεται από το ότι τα εν λόγω αγγεία έχουν βρεθεί σε σπίτια –όπου τα φύλαγαν ως αναμνηστικά, σε ιερά γυναικείων θεοτήτων που προστάτευαν το γάμο ως αναθήματα και σε τάφους ως κτερίσματα. Πιθανόν προσφέρονταν «ανά ζεύγη», όπως τα βλέπουμε και στις παραστάσεις, μάλιστα μερικές φορές περιέχουν κλαδιά σαν τα σύγχρονα διακοσμητικά βάζα.
Η λουτροφόρος72: κλειστό αγγείο με ψηλό κυλινδρικό λαιμό που ανοίγει προς το χείλος, ωοειδές σώμα και δισκόμορφη βάση. Ανάλογα με τον αριθμό των λαβών διακρίνουμε δύο παραλλαγές ήδη από την αρχή του 7ου και έως τον 4ο αι. π.Χ.: τη λουτροφόρο-αμφορέα (με δύο κάθετες λαβές) και τη λουτροφόρο-υδρία (με δύο οριζόντιες και μία κάθετη λαβή). Η απεικόνιση λουτροφόρων τόσο σε γαμήλιες όσο και ταφικές σκηνές μαρτυρεί τη διπλή χρήση τους στο τελετουργικό του γάμου και της ταφής. Συγκεκριμένα, χρησίμευαν για τη μεταφορά του νερού που ήταν απαραίτητο για το λουτρό των νεονύμφων ή των νεκρών, ανάλογα με τον τελικό προορισμό τους (βλ. και 1.4). Εκτός από τις πήλινες, από το τέλος του 5ου και στον 4ο αι. π.Χ. υπάρχουν και μαρμάρινες λουτροφόροι με ανάγλυφη διακόσμηση.
Η υδρία73: κλειστό αγγείο κυρίως για την αποθήκευση και τη μεταφορά νερού, αλλά μπορούσε να έχει και άλλες χρήσεις (π.χ. κάλπη για ψήφους, τεφροδόχο σκεύος). Έχει τρεις λαβές, δύο οριζόντιες που επιτρέπουν το κράτημα του αγγείου και μία κάθετη που διευκολύνει το χύσιμο του νερού. Οι πρωιμότερες έχουν ενιαίο σφαιρικό σώμα, αλλά γύρω στα μέσα του 6ου αι. π.Χ. αποκτούν ξεχωριστά διαμορφωμένο οριζόντιο ώμο. Κάλπις ονομάζεται συμβατικά η παραλλαγή της υδρίας που έχει μονοκόμματο περίγραμμα και πιο λεπτό σώμα, με ελαφρά ανακαμπτόμενες οριζόντιες λαβές (από το τελευταίο τέταρτο του 6ου αι. π.Χ. κ.ε.). Συχνές είναι οι μεταλλικές υδρίες και κάλπιδες που βρίσκονται σε τάφους ή σε ιερά.
Η πελίκη74: κλειστό αγγείο με μονοκόμματο περίγραμμα από το λαιμό στο σώμα (εμφάνιση περ. 520 π.Χ.). Ουσιαστικά αποτελεί παραλλαγή του αμφορέα, έχοντας όμως τη μεγαλύτερη διάμετρο στο κάτω μέρος του σώματος για μεγαλύτερη ευστάθεια. Σε ορισμένα αγγεία υπάρχει ένας πλαστικός δακτύλιος που διαχωρίζει το λαιμό από το σώμα. Χρησίμευε για τη φύλαξη υγρών αλλά και στερεών προϊόντων (κρασί, αρωματικά έλαια, καρποί, παστά ψάρια).
Η λέξη «πελίκη» δήλωνε άλλα σχήματα αγγείων στην αρχαιότητα και χρησιμοποιείται συμβατικά σήμερα για το σχήμα αυτό, ίσως η αρχαία ονομασία του ήταν «στάμνος».
Η πυξίς75: κλειστό αγγείο με κυλινδρικό σώμα για τη φύλαξη καλλυντικών και αρωματικών ουσιών, κοσμημάτων και άλλων ειδών καλλωπισμού ή μικροαντικειμένων των γυναικών. Ίσως το αρχαίο όνομα του αγγείου ήταν «κυλιχνίς», ενώ η λέξη πυξίς μαρτυρείται αρκετά αργότερα στα ρωμαϊκά χρόνια και δηλώνει ξύλινα αγγεία από πυξάρι (πύξος). Υπάρχουν διάφορες παραλλαγές ως προς τη διαμόρφωση του πώματος (κανονικό, ολόσωμο), των τοιχωμάτων (κάθετα, καμπύλα) και των ποδιών ή της βάσης του αγγείου. Οι τέσσερις βασικοί τύποι είναι: Α με ελαφρώς καμπύλα τοιχώματα, ψηλό πόδι –ενίοτε τριποδικό (6ος – 5ος αι. π.Χ.). Β με πλατιά και χαμηλά κοίλα τοιχώματα και θολωτό καπάκι που καλύπτει όλο το σώμα (κυρίως από μέσα 5ου – αρχή 4ου αι. π.Χ.). Γ με ψηλά κοίλα τοιχώματα, μικρή βάση και επίπεδο κάλυμμα (μέσα 5ου – μέσα 4ου αι. π.Χ.). Δ με μικρό κυλινδρικό σώμα, σαν κουτάκι-πουδριέρα, και επίπεδο καπάκι χωρίς λαβή που καλύπτει όλο το σώμα (β΄ μισό 5ου – 4ος αι. π.Χ.). Μία άλλη παραλλαγή, η λεγόμενη «νικοσθενική πυξίς» (560/50 – 500/490 π.Χ.) σχετίζεται με τον κόσμο των γυναικών, όπως μαρτυρούν οι σχετικές παραστάσεις στα αγγεία αυτά (π.χ. γαμήλιες πομπές, χοροί, υφαντικές ασχολίες).
Η λεκανίς76: ανοικτό αγγείο με πλατύ αβαθές σώμα, το οποίο σχηματίζει μία πατούρα στο χείλος, για να δεχτεί το σύνθετο καπάκι, έχει δύο οριζόντιες ταινιωτές λαβές με ακανθόσχημες απολήξεις και δισκόσχημη βάση. Συνήθως, χρησίμευε για τη διατήρηση και το σερβίρισμα φαγητών, αλλά μπορούσε να έχει και άλλες χρήσεις (όπως για τη φύλαξη κοσμημάτων, αρωμάτων, ακόμη και των παιχνιδιών της κοπέλας, όταν τα άφηνε για να παντρευτεί). Το σχήμα παράγεται με διάφορες παραλλαγές από την αρχή του 6ου έως και τον 4ο αι. π.Χ. H αρυβαλλοειδής λήκυθος77: μία παραλλαγή της ληκύθου χωρίς διαμορφωμένο ώμο, με σφαιρικό σώμα (σαν αρύβαλλος) και πλατιά δισκόσχημη βάση. Χάρη στο μικρό της μέγεθος περιείχε λίγη ποσότητα αρωματικού ελαίου για τις ανάγκες του γυναικείου καλλωπισμού και γι’ αυτό διακοσμείται κυρίως με σκηνές από τον κόσμο των γυναικών. Παράγεται από το β΄ μισό του 5ου έως και τα μέσα του 4ου αι. π.Χ.
Η πλημοχόη78: περίτεχνο αρωματοδοχείο με χείλος που στρέφεται προς τα μέσα, αρτόσχημο πεπλατυσμένο σώμα, χαμηλό κωνικό (τύπος Α) ή ψηλό κυλινδρικό (τύπος Β) πόδι, συμπαγή βάση και εφαρμοστό καπάκι με λαβή. Χρησίμευε για τη φύλαξη παχύρρευστων αρωματικών ουσιών ή πομάδων, που προσφέρονταν στις γυναίκες ή αρωμάτιζαν τους τάφους. Παράγεται κυρίως στο β΄ μισό του 6ου έως το β΄ τέταρτο του 5ου αι. π.Χ. Πρόδρομο σχήμα της πλημοχόης και με ανάλογες χρήσεις ήταν το εξάλειπτρον.
Το αλάβαστρον79: μυροδοχείο με δισκόμορφο χείλος, επίμηκες κυλινδρικό σώμα και αποστρογγυλεμένη βάση. Συνήθως, έχει «ψευδολαβές» ή «ωτία» με τη μορφή διάτρητων αποφύσεων, από όπου περνιέται ένα σκοινάκι, για να κρεμιέται το αγγείο. Οφείλει το όνομα και το σχήμα του σε αιγυπτιακά πρότυπα κατασκευασμένα από αλάβαστρο. Εκτός από τα πήλινα και τα αλαβάστρινα, υπάρχουν γυάλινα και μετάλλινα αλάβαστρα. Παράγονται από τα μέσα του 7ου έως και τα ελληνιστικά χρόνια.
1.4 Θάνατος
Η φιλολογία και η εικονογραφία που σχετίζονται με την περιγραφή της στιγμής, των συνθηκών, των αισθημάτων και των συνεπειών του θανάτου80, με τα έθιμα και τις διαδικασίες της ταφής, με τη συσπείρωση του οικογενειακού και κοινωνικού περιβάλλοντος των νεκρών είναι από τις καλύτερα μελετημένες σε σχέση με τις άλλες εκδηλώσεις του ανθρώπινου βίου.
Ο θάνατος αντιμετωπίζεται από τους αρχαίους Έλληνες με ιδιαίτερη επισημότητα, η οποία ξεκινά από τη στιγμή του θανάτου και καταλήγει στην ταφή και τις προσφορές από τους ζωντανούς στον τάφο (Εικόνα 1.8).
Εικόνα 1.8 Ερυθρόμορφη υδρία-κάλπις του Ζωγράφου της υδρίας του Βερολίνου, Καίμπριτζ Harvard University
Arthur M. Sackler Museum 1960.341 (Imaging Department © President and Fellows of Harvard College)
Το τελετουργικό τυπικό (ἐναγίζειν) αφορούσε αποκλειστικά τους οικείους και περισσότερο τις γυναίκες (π.χ. Ευριπίδης Φοίνισσαι 1663, Ισαίος 6.51). Πρώτιστο καθήκον του παιδιού εκτός από το γηροκομεῖν ήταν να θάψει τους γονείς του με την πρέπουσα διαδικασία (π.χ. Ευριπίδης Ἄλκηστις 662-4). Σύμφωνα με τον Ξενοφώντα, κατά την επιλογή των αρχόντων η πολιτεία είχε χρέος να ελέγχει όποιον δεν φρόντιζε τους γονείς του και δεν στόλιζε τους τάφους τους (Ξενοφών Ἀπομνημονεύματα 2.2.13). Ο Αισχύλειος Ορέστης θεωρούσε φοβερό το ότι δεν θρήνησε και δεν συνόδευσε τον πατέρα του κατά την εκφορά του στον τάφο, γι’ αυτό και αισθάνεται υποχρεωμένος να τον θρηνήσει, όταν επιστρέφει από την εξορία (Αισχύλος Χοηφόροι 8-9, πρβλ. Ευριπίδης Ὀρέστης), ενώ αντίθετα η αδελφή του Ηλέκτρα εκτέλεσε χέρνιβας στον τάφο του πατέρα της μαζί με χοές, κωκυτούς (εξ ου και το όνομα του ενός από τους ποταμούς στον Άδη) και παιάνα για τον πεθαμένο (Αισχύλος Χοηφόροι 149-51). Ανάλογα, η Μήδεια ομολογεί ότι είχε κάποτε την ελπίδα πως τα παιδιά της θα τη γηροκομήσουν και θα τη ντύσουν με την πρέπουσα ενδυμασία, όταν πεθάνει (Ευριπίδης Μήδεια 1032-5). Ο σοφιστής Iππίας αναφέρει τη γενική πεποίθηση ότι το καλύτερο για έναν άνθρωπο είναι να έχει πλούτο, υγεία, να τιμάται από τους Έλληνες, να φτάνει στα γηρατειά, να φροντίζει για την ταφή και τον τάφο των γονέων του, όταν εκείνοι πεθάνουν, και να θαφτεί ο ίδιος «καλῶς και μεγαλοπρεπῶς» από τους δικούς του απογόνους (ψευδο-Πλάτων Ἱππίας Μείζων 291de). Σε μία δίκη, ο συγγενής περηφανεύεται ότι εκτέλεσε όλα αυτά τα καθήκοντα: φρόντισε για την ταφή, έδωσε το όνομα του νεκρού συγγενή στο παιδί του, για να μη μείνει χωρίς όνομα ο οίκος του, τον έθαψε αντάξια και του ίδιου και του νεκρού, του έβαλε καλόν ἐπίθημα και του έκανε τα «τρίτα» και τα «ένατα» όσο καλύτερα γινόταν (Ισαίος 2.36 και 37). Κακός νομοθέτης ήταν εκείνος που αδιαφορούσε για τους σχετικούς νόμους, δηλαδή όσους όριζαν ότι τα παιδιά έχουν υποχρέωση να τρέφουν τους γονείς και να τους κηδεύουν με τις πρέπουσες και καθιερωμένες τιμές (Δημοσθένης 24.107).
Ήδη από τα ομηρικά έπη διακρίνεται ο έντονος προβληματισμός για τη «φύση» των νεκρών και προπάντων για τη σχέση τους με τον κόσμο των ζωντανών. Οι αρχαίοι Έλληνες προβληματίζονταν και συχνά αναρωτιόνταν για την κατάσταση που επικρατεί στον άλλο κόσμο. Ο Πίνδαρος περιγράφει μία πολύ αισιόδοξη εικόνα για την τύχη των ενάρετων στον άλλον κόσμο και για τα αγαθά που θα απολαύσουν εκεί, ενώ οι κακοί θα τιμωρηθούν ανάλογα (Ὀλυμπιόνικος 2.56-67).
Παρά τις διάφορες ιστορίες που κυκλοφορούσαν για τιμωρίες των νεκρών, ο φόβος λίγο πριν από το θάνατο ήταν αναμενόμενος και φυσικά τότε κάθε άνθρωπος ερχόταν αντιμέτωπος με τις πρότερες πράξεις και τη συνείδησή του (Πλάτων Πολιτεία 1.330d-e: «όταν κανείς βρίσκεται κοντά στο τέλος της ζωής του, τον πιάνει ένας φόβος και μία συλλογή για τα πράγματα που ούτε τά ’βαζε πριν στο νου του· γιατί όλα εκείνα που διηγούνται για τον Άδη και για τις τιμωρίες που περιμένουν εκεί κάτω όσους έκαμαν αδικίες σ᾽ αυτό τον κόσμο, ενώ ώς τώρα τα περίπαιζε, τότε δα αρχίζουν και ανησυχούν την ψυχή του, μήπως τάχα είναι αληθινά· και είτε ένεκα από την αδυναμία της γεροντικής ηλικίας, είτε γιατί βρίσκεται κοντύτερα σ᾽ εκείνα, τα βλέπει κάπως τώρα καθαρότερα. Ανησυχία λοιπόν και τρόμος γεμίζουν την ψυχή του και αρχίζει να εξετάζει και ν’ αναθεωρεί τις πράξεις του μήπως έκαμε καμιά αδικία· και κείνος που βρίσκει στη ζωή του πολλά αδικήματα, ο φόβος τον κάνει και μέσα στον ύπνο του πηδά επάνω, σαν τα παιδιά, και να ζη πάντα σε απελπισία…» [μτφρ. Ε. Παπανούτσου]). Οι καταβάσεις στον Κάτω Κόσμο συνιστούν την ακραία έκφραση της ανάγκης των ζωντανών να επικοινωνήσουν με τους νεκρούς τους. Εμβληματική είναι η περίπτωση του Οδυσσέα και η κωμική παρουσίαση μίας κατάβασης που περιγράφεται αναλυτικά στους Ὄρνιθες του Αριστοφάνη (1553-64). Η περίπτωση του μάντη Τειρεσία, ο οποίος διατηρεί τη διανοητική του ικανότητα μετά θάνατον (Ὀδύσσεια 10.492-5), τονίζεται όντως ως εξαιρετική –και το επαναλαμβάνει πολύ αργότερα ο ελληνιστικός Καλλίμαχος. Οπωσδήποτε οι λογοτεχνικές αναφορές δεν μπορούν να δώσουν ακριβή δεδομένα για τις κρατούσες αντιλήψεις και τις δοξασίες των αρχαίων για τη «φύση» των νεκρών. Ο Garland επισήμανε την έλλειψη μένους, δηλαδή δύναμης, και κάθε είδους ικανότητας στον ομηρικό νεκρό και συνέ- λεξε μεθομηρικές αναφορές, με τραγικές κυρίως παρουσιάσεις νεκρών, οι οποίοι αποτελούσαν αντικείμενο σεβασμού (σέβας) αλλά ταυτόχρονα και φόβου για τους ζωντανούς81. Oι προσφορές προς αυτούς αναφέρονται ως νερτέροις μειλίγματα και κηλητηρίους χοάς, κάτι που δηλώνει ότι υπήρχε η ανάγκη να εξευμενίζονται οι νεκροί (Αισχύλος Χοηφόροι 14-15, Ευριπίδης Ἑκάβη 535-6).
Σεβασμός έπρεπε να αποδίδεται στους νεκρούς και μετά θάνατον, όπως φαίνεται από την απαγόρευση του Σόλωνα να μιλά κανείς άσχημα για αυτούς (Πλούταρχος Σόλων 21.1). Σε ορισμένες περιοχές, μαζί με το όνομα του νεκρού αναγράφεται στις επιτύμβιες στήλες ή σε άλλες επιγραφές η προσφώνηση ἥρως, όπως στη Λακωνία, τη Βοιωτία και τη Θεσσαλία –αργότερα και στη Μακεδονία, κάτι που δείχνει την ιδιαίτερη τιμή προς αυτόν, ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για αφηρωισμένα πρόσωπα82. Οι νεκροί παρέμεναν «ωσεί ζωντανοί» ακόμη και μετά το θάνατό τους, ιδίως όταν η απουσία τους είχε επιπτώσεις στη ζωή των ζωντανών. Η Ευριπίδεια Ελένη δηλώνει τη δύναμη του νεκρού, αλλά δεν ξέρουμε κατά πόσο μία τέτοια πεποίθηση ήταν γενικά αποδεκτή (1013-6).
Οι δίκες για κληρονομικά ζητήματα ήταν πολύ συνηθισμένες, αλλά οι περιγραφές τους προσφέρουν, σε τελική ανάλυση, λίγες πληροφορίες για τους νεκρούς και περισσότερες για τα συμφέροντα των ζωντανών: όταν ο Λυσίας επικαλείται τους νεκρούς που υπήρξαν θύματα των ολιγαρχικών, τους οποίους οι Αθηναίοι δεν μπόρεσαν να υπερασπιστούν (Λυσίας 12.100), αποδεικνύει κατά κύριο λόγο το μέγεθος της συμφοράς που βρήκε την Αθήνα, και αυτή η μνεία δεν αποτελεί ένδειξη για την αναποτελεσματικότητα και την ανυπεράσπιστη φύση του νεκρού, όπως υποστηρίζει ο Garland. Δεν λείπουν και απίστευτες ιστορίες: όταν πέθανε ο πατέρας κάποιου, επίτηδες δεν ειδοποίησαν τις γυναίκες συγγενείς και εκμεταλλεύτηκαν την περίσταση, για να μεταφέρουν την περιουσία σε άλλο σπίτι, με αποτέλεσμα οι γυναίκες να πάνε στο νεκρό μόλις τη δεύτερη μέρα μετά το θάνατό του (Ισαίος 6.39-41).
Στον πόλεμο, ως χειρότερη μοίρα του νεκρού πολεμιστή πιστευόταν ότι ήταν να μείνει άταφος, βορά στα όρνεα και τα σκυλιά –όπως προγραμματικά και εντυπωτικά ακούγεται ήδη στο προοίμιο της Ιλιάδας. Είναι ένδειξη της εύνοιας των θεών το γεγονός ότι ο νεκρός Έκτορας, αν και άταφος, δεν έχει υποστεί την κανονική πορεία της σήψης και δεν τον έχουν φάει τα όρνια, γι’ αυτό και ο πατέρας του ένιωσε χαρά, μόλις πληροφορήθηκε από τον Ερμή για την καλή κατάσταση του πτώματος (24.411-24). Η μέριμνα των ζωντανών για την ταφή δηλώνεται με κάθε ευκαιρία στην πολεμική Ιλιάδα. Λέγεται ρητά ότι ο τάφος, ο θρήνος, η κοπή της κόμης και τα δάκρυα είναι το έπαθλο (γέρας) για τους πεθαμένους, δηλαδή οι ταφικές τιμές είναι για τους νεκρούς ό,τι τα λάφυρα πολέμου για τους ζωντανούς πολεμιστές (Ἰλιάς 23.9-10, Ὀδύσσεια 4.197-8). Σώζονται πρώιμες επιτάφιες επιγραφές, οι οποίες αντιγράφουν το ομηρικό ύφος ως προς την απόδοση παρόμοιων τιμών. Όταν σκοτώνεται ο Σαρπηδόνας, ο Δίας δίνει εντολές για την ταρίχευση και την τοποθέτησή του σε τύμβο με στήλη από τις γυναίκες συγγενείς του (16.456-7). Η επιτακτική ανάγκη για ταφή φαίνεται στην Ιλιάδα από το είδωλο του Πάτροκλου που εμφανίζεται στον Αχιλλέα, για να του υπενθυμίσει την ταφή του, και του ναύτη Ελπήνορα στην Οδύσσεια, ο οποίος παρακαλεί τον Οδυσσέα να μην τον αφήσει άταφο. Όταν ο Τηλέμαχος αναφέρεται στον χαμένο εδώ και χρόνια πατέρα του, επιμένει στην κακοδαιμονία του να είναι άταφος και άδηλος, δηλαδή συνδέει άμεσα την ταφή και τον τάφο με τη μόνη δυνατότητα που έχει ο νεκρός να διατηρηθεί ως ανάμνηση ανάμεσα στους ζωντανούς (Ὀδύσσεια 1.239-43). Ακόμη και το κενοτάφιο είναι μία λύση, και μάλιστα με πολλά κτερίσματα ως τιμητική συνοδεία, όταν ο νεκρός έχει χαθεί (Ὀδύσσεια 1.289-92). Στην ηρωική κοινωνία που περιγράφουν τα ομηρικά έπη, επικρατεί η καύση των νεκρών και γίνονται επιτάφιοι αγώνες προς τιμήν των επιφανέστερων από αυτούς, ενώ ακόμη και στον πολύ απλό τάφο στήνεται ένα σῆμα, δηλαδή μία ένδειξη του χώρου ταφής. Ο Ησίοδος κέρδισε έναν τρίποδα στους επιτάφιους αγώνες που διοργάνωσαν οι γιοι του Αμφιμέδοντα στη Χαλκίδα (Ἔργα καὶ Ἡμέραι 654-9). Φυσικά, στην εποχή δημιουργίας των επών τα ταφικά έθιμα είχαν πλέον αλλάξει και διαφοροποιούνται από περιοχή σε περιοχή και ανάλογα με την τάξη των νεκρών.
Ο θάνατος θεωρείται άλλο ένα μίασμα μαζί με τη γέννα και οι ζωντανοί σέβονταν, αλλά ταυτόχρονα προσπαθούσαν και να κατευνάζουν τα πνεύματα των νεκρών. Από το πολύ μεταγενέστερο έργο του Πατριάρχη Φωτίου (Λέξεων Συναγωγαί, 9ος αι. μ.Χ.) πληροφορούμαστε ότι κατά τη δεύτερη μέρα των Ανθεστηρίων, στους Χόες, οι Αθηναίοι είχαν τη συνήθεια να μασάνε αγκάθια και να αλείφουν με πίσσα τις εξώπορτες των σπιτιών τους, επειδή πίστευαν ότι τότε οι νεκροί εγκατέλειπαν τους τάφους τους και τριγυρνούσαν ανάμεσα στους ζωντανούς (πρβλ. Σούδα θ 598 και Ἀνθεστήρια). Γι᾽ αυτό, τα νεκροταφεία με τις «κατοικίες» των νε- κρών βρίσκονταν μακριά από τις κατοικίες των ζωντανών, συνήθως εκτός των τειχών. Ο Πλάτων συστήνει να θάβουν τους ένοχους για εγκλήματα έξω από την πόλη σε ένα σταυροδρόμι, με μία πέτρα πάνω από το κεφάλι τους (Νόμοι 873b). Στην Αθήνα, κατά τη γεωμετρική περίοδο οι τάφοι ήταν συγκεντρωμένοι κοντά στις πύλες του κατοπινού Θεμιστόκλειου τείχους (από τη σημερινή οδό Πειραιώς μέχρι και την αρχαία Αγορά), ενώ κατά την κλασική και ελληνιστική περίοδο απλώνονταν έξω από αυτές. Εκτός από τον Κεραμεικό βρέθηκαν γεωμετρικοί τάφοι και σε άλλα μέρη, με μεγάλη συγκέντρωση γύρω από την ἅλαδε Πύλη, μέσω της οποίας περνούσε ο δρόμος για το Φάληρο. Στην Αθήνα η μόνη γραπτή μαρτυρία για τη συνήθεια των Αθηναίων να θάβουν τους νεκρούς έξω από τα τείχη της πόλης είναι πολύ μεταγενέστερη και προέρχεται από μία επιστολή του Κικέρωνα (ad familiares iv 2.3: «Δεν κατάφερα να πετύχω από τους Αθηναίους την παραχώρηση ενός χώρου ταφής μέσα στην πόλη, επειδή, όπως είπαν, ήταν απαγορευμένο για θρησκευτικούς λόγους»). Ξεχωριστά οργανωμένα νεκροταφεία ή συστάδες τάφων έχουν βρεθεί και στους αττικούς δήμους, συνήθως, κοντά σε σταυροδρόμια. Φυσικά και εδώ η Σπάρτη έκανε το αντίθετο, αφού ο Λυκούργος δεν εμπόδισε να γίνονται ταφές κοντά στα ιερά, προκειμένου να συνηθίσουν οι νέοι και να μη φοβούνται το θάνατο (Πλούταρχος Λυκοῦργος 27).
Όπως παρατηρεί και ο ψευδο-Πλάτων, κάθε τόπος έχει τα δικά του έθιμα και ανάμεσα σε αυτά αναφέρει και τις διαφορές στις ταφικές συνήθειες: με την ευκαιρία μιλά για τα παλαιότερα έθιμα ταφής που περιλάμβαναν θυσίες σφαγίων πριν από την εκφορά του νεκρού και για τις γυναίκες που έκαναν χοές (Μίνως 315cd, ἐγχυτρίστριαι βλ. παρακάτω Σούδα ε 191). O Πλάτων προσφέρει μία εικόνα για τις προθέσεις, τις εκφορές, τα φέρετρα (θῆκαι) και την απόδοση τιμών μετά την ταφή, την οποίαν αναφέρει ως υπόδειγμα απότισης τιμής (Νόμοι 947bcde, πρβλ. 958e-959a). Με τον δικό του κωμικό τρόπο ο Λουκιανός παρατηρεί, επίσης, τις δια- φορές στην ταφή, διακρίνοντας σε ελληνική καύση, περσική ταφή, ινδική με γυαλί, σκυθική με φάγωμα του νεκρού και αιγυπτιακή ταρίχευση (περὶ πένθους 21).
Καθώς η περίσταση ενός θανάτου αποτελούσε ευκαιρία για προβολή όχι μόνον του νεκρού αλλά και της οικογένειάς του, είναι φυσικό ότι η επίδειξη πλούτου ήταν πολύ πιο έντονη κατά την ταφή και τις συνοδευτικές προσφορές στις εύπορες αριστοκρατικές οικογένειες. Με τη νομοθεσία του Σόλωνα η υπερβολή αυτή μειώθηκε δραστικά και διαθέτουμε αναλυτικά τα μέτρα που θέσπισε ο Αθηναίος νομοθέτης σχετικά με το θέμα αυτό (Πλούταρχος Σόλων 21). Όρισε πώς πρέπει να γίνονται οι έξοδοι των γυναικών, χωρίς να έχουν μαζί τους πάνω από τρία ιμάτια. Επίσης, να μην κουβαλούν φαγητό ή ποτό αξίας μεγαλύτερης του ενός οβολού και ένα μικρό καλάθι και να μην πορεύονται τη νύχτα παρά μόνον με άμαξα. Ακόμη, απαγόρευσε τον έντονο θρήνο και τα κτυπήματα, επέβαλε να θυσιάζεται ένα βόδι και εντέλει τα έθεσε όλα υπό τον έλεγχο των «γυναικονόμων», με το σκεπτικό ότι τέτοιου είδους συναισθηματισμοί θεωρούνταν άνανδροι και γυναικείοι. Τα αρχαιολογικά ευρήματα της αρχαϊκής εποχής τείνουν να ενισχύσουν, μάλλον, την ιστορικότητα της συγκεκριμένης πληροφορίας για περισσότερο και λιγότερο δαπανηρές ταφές και ακριβά ταφικά μνημεία στα χρόνια πριν και μετά το Σόλωνα αντίστοιχα. Η νεκρική νομοθεσία της Αθήνας αναφέρεται από τον Κικέρωνα στο de legibus (ii 26.64) και συμπληρώνει τις γνώσεις που έχουμε για τις δραστικές σολώνειες περικοπές των ταφικών δαπανών: «Λίγο καιρό αργότερα (δηλ. μετά το Σόλωνα), εξαιτίας του μεγέθους των τάφων, που βλέπουμε στον Κεραμεικό, θεσπίστηκε ότι κανείς δεν έπρεπε να φτιάξει τάφο που απαιτούσε εργασία περισσότερη από αυτή που μπορούσαν να παράγουν δέκα άνδρες σε τρεις ημέρες και ότι κανένας τάφος δεν έπρεπε να διακοσμείται με κονίαμα ή να φέρει τις λεγόμενες Ερμαϊκές στήλες»83. Αργότερα, με την καθιέρωση της δημοκρατίας στα τέλη του 6ου αι. π.Χ. οι ταφικές τελετές και οι προσφορές στους νεκρούς δεν αποτελούσαν πλέον μέσο προ- βολής πλούτου και δύναμης παρά μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις. Υπήρχαν και πατρῷα μνήματα, δηλαδή οικογενειακοί τάφοι (Δημοσθένης 57.28), καθώς και δημόσΙα σήματα για τους πεσόντες σε καιρό πολέμου και πολυάνδρΙα (ομαδικοί τάφοι). Όπως είδαμε σε σχέση με τον τόπο ταφής, η Σπάρτη διαφέρει και ως προς τα ταφικά έθιμα. Βασική πηγή μας είναι πάλι η πλουτάρχεια βιογραφία του Λυκούργου. Από εκεί μαθαίνουμε ότι δεν επιτρέπονταν ταφικές προσφορές, ότι το σώμα τυλιγόταν απλώς σε ένα κόκκινο σάβανο και σε φύλλα ελιάς, και, όπως αναφέρθηκε, δεν αναγράφονταν ονόματα πάνω στους τάφους, παρά μόνον για τους πεσόντες στον πόλεμο και μερικές γυναίκες (που σχετίζονταν με τα ιερά ή με όσες πέθαιναν πάνω στη γέννα). Το πένθος διαρκούσε 11 ημέρες και τη δωδέκατη έκαναν θυσίες στη Δήμητρα84.
Τρία ήταν τα στάδια της κηδείας: το πρώτο στάδιο είναι η πρόθεσις, δηλαδή η εθιμοτυπική έκθεση του νεκρού για προσκύνημα των συγγενών του, το δεύτερο η ἐκφορά, δηλαδή η μεταφορά του στον τόπο ταφής ή καύσης και τέλος η ίδια η ταφή ή η καύση. Μετά την κηδεία γινόταν ο απαραίτητος εξαγνισμός του οίκου (π.χ. Αντιφών 37.4). Μία επιγραφή από την Ιουλίδα της Κέω παραδίδει τις περισσότερες πληροφορίες για τον τρό- πο της κηδείας85. Ανάλογοι ταφικοί νόμοι σώζονται από την κρητική Γόρτυνα και τους Δελφούς. Η φρατρία των Λαβυαδών, επίσης, όρισε στα τέλη του 4ου αι. π.Χ. κάποιους κανόνες: έξοδα ταφής μέχρι 300 δραχμές, το σώμα μπορεί να έχει ένα στρώμα, μία χλαίνα και ένα προσκέφαλο και έπρεπε να μεταφερθεί σιωπηλά. Με την πάροδο των αιώνων οι ταφές απλοποιήθηκαν και κόστιζαν λιγότερο.
Η περιποίηση του νεκρού άρχιζε με το λουτρό, το μύρωμα και την ένδυσή του με καθαρά λευκά ρούχα, εργασίες που εκτελούνταν σχεδόν αποκλειστικά από τις γυναίκες του σπιτιού (Πλάτων ό.π., Σοφοκλής Αἴας 1403-13, Ευριπίδης Φοίνισσαι 1667-70). Μερικές φορές προτιμάται το θαλασσινό νερό: η Εκάβη πλένει με αυτό και μετά στολίζει την παρθένα κόρη της (Ευριπίδης Ἑκάβη 609-18, 780, Ἰφιγένεια ἐν Ταύροις 1191-3), ακόμη καθαρίζει τυχόν πληγές (Φοίνισσαι ό.π., Τρωάδες 1152). Ο Λουκιανός στο περὶ πένθους αναφέρεται στο στάδιο αυτό (11). Η πρόθεση διαρκούσε ένα εικοσιτετράωρο και η εκφορά έπρεπε να γίνει την επομένη μέρα, πριν να ανατείλει ο ήλιος, σύμφωνα με το σολώνειο νόμο (Δημοσθένης 43.62). Αντίθετα, στον Όμηρο η διάρκεια ποικίλλει ανάλογα με τις συνθήκες από 17 (Αχιλλέας), 9 (Έκτορας) και 2 ημέρες (Πάτροκλος).
Αναμφίβολα η τραγωδία είναι μεστή θανάτου και το θέμα αυτό απασχολεί κάθε αττική υπόθεση. Στους Πέρσες του Αισχύλου εμφανίζεται με νεκρομαντεία το φάντασμα του Δαρείου. Ειδικά παρουσιάζονται και ετοιμοθάνατοι ήρωες, οι οποίοι αναλαμβάνουν μόνοι τους την προετοιμασία της κηδείας τους. Η ευριπίδεια Άλκηστη είναι μία ενδεικτική περίπτωση, και καθώς όλη η τραγωδία εστιάζεται στην πορεία της ηρωίδας προς τον εκούσιο θάνατο, όσο ανορθόδοξη κι αν είναι αυτή η περίπτωση, μάς δίνει το σκηνικό που πρέπει να επικρατούσε στο σπίτι του νεκρού. Καταρχάς ο θάνατος δηλώνεται τόσο έντονα με τους θρήνους και την αναταραχή που επικρατεί στο σπίτι του πεθαμένου, ώστε ένας νεοφερμένος το καταλαβαίνει αμέσως (1199). Η Άλκηστη λούζεται στο τρεχούμενο νερό ποταμού, βγάζει από το κέδρινο μπαούλο το κατάλληλο ένδυμα, εκτελεί το θρήνο για τον εαυτό της μπροστά στην εστία, απευθύνεται στην κλίνη της και ξαπλώνει σε αυτή, για να δεχτεί τους σπαραξικάρδιους αποχαιρετισμούς από τα παιδιά και τους δούλους της (158-62 και 185-95). Στην περίπτωσή της, το παιδί και ο σύζυγός της παρουσιάζονται να εκτελούν μαζί το θρήνο και ο δεύτερος μακαρίζει, μάλιστα, τους άγαμους και άτεκνους που δεν χρειάζεται να υποστούν μία τέτοια οδύνη, ίσως σε ένα τυπικό μοτίβο θρήνου (882-8). Ανάλογα, όταν ο Οιδίπους στον Κολωνό καταλαβαίνει ότι έρχεται η ώρα του ζητά νερό, για να λουστεί ο ίδιος και να κάνει χοές, μετά ντύνεται κατά το έθιμο και θρηνεί μαζί με τις κόρες του (Σοφοκλής Οἰδίπους Τύραννος 1597-1609). Ο Αίας, πριν από την αυτοκτονία του, προσεύχεται παρακαλώντας το Δία να είναι ο αδελφός του, Τεύκρος, ο πρώτος που θα βρει το πτώμα του και θα φροντίσει για τη δέουσα ταφή, για να μη μείνει έρμαιο των σκυλιών και των ορνέων (όπως είδαμε δηλαδή πρόκειται για τον ιλιαδικό φόβο), επίσης παρακαλά τον χθόνιο Ερμή να του δώσει γρήγορο θάνατο και τις Ερινύες να κάνουν τους Ατρείδες να πληρώσουν για το χαμό του και σκέφτεται πώς θα θρηνήσουν ο πατέρας και η τροφός του μόλις μάθουν για το θάνατό του: ειδικά για την τελευταία, επιμένει στο ρόλο της ως θρηνωδού (ἤσει μέγαν κωκυτόν: Σοφοκλής Αἴας 824-51).
Ο Πλάτων αναφέρεται πολύ χαρακτηριστικά στις τελευταίες στιγμές του καταδικασμένου Σωκράτη: πρώτα έδιωξε τις συγγενείς γυναίκες και τα παιδιά, λούστηκε και ανέμενε πότε θα έπινε το κώνειο (Φαίδων 116). Παίρνοντας το ποτήρι ευχήθηκε ο τόπος της μετοικήσεως (δηλ. ο νέος τόπος κατοικίας του 117c) να είναι ευλογημένος με καλή τύχη, ζήτησε από τους φίλους του που έκλαιγαν γοερά να σταματήσουν, επειδή είχε ακούσει ότι πρέπει κανείς να πεθαίνει μέσα στη σιωπή (ἐν εὐφημίᾳ χρὴ τελευτᾶν), και αυτός ήταν και ο λόγος που είχε απομακρύνει τις γυναίκες. Στο τέλος, απευθύνθηκε στον Κριτία να μην ξεχάσει να προσφέρει το κο- κοράκι που όφειλαν στον Ασκληπιό (118a).
Ειδικά για την ένδυση του νεκρού χρησιμοποιείται το ρήμα περιστέλλειν, που αναφέρεται στις πρέπουσες τιμές προς το νεκρό από τους συγγενείς του (Ευριπίδης Μήδεια 1035, πρβλ. Τρωάδες 387-90, 1142-4, Ἰφιγέ- νεια ἐν Ταύροις 627, Ὀρέστης 1066, Σοφοκλής Αἴας 1168-70, Ἀντιγόνη 900-4). Στη στρατοκρατούμενη Σπάρ- τη, δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι ο Λυκούργος όριζε ο νεκρός να φορά μία στρατιωτική χλαίνα, τη φοινικίδα. Παρθένες και νιόπαντρες μπορούσαν να θάβονται φορώντας τα νυφικά τους ενδύματα. Στη γεωμετρική εποχή οι οπλίτες θάβονταν συχνά με τον οπλισμό τους. Σε ορισμένες, μάλιστα, ταφές τοποθετούσαν ένα σιδερένιο ξίφος, το οποίο έκαμπταν γύρω από το λαιμό ενός αμφορέα, δηλαδή το «σκότωναν» συμβολικά, για να ακολουθήσει τον κάτοχό του στον άλλο κόσμο. Δεν είναι σαφές τι συμβόλιζε το στεφάνι που τοποθετούσαν συχνά στο κεφάλι του νεκρού, πάντως όχι ότι ο νεκρός πολέμησε στον αγώνα της ζωής (Αριστοφάνης Λυσιστράτη 598-604 όπου γίνεται λόγος για στεφάνια, Ἐκκλησιάζουσαι 538, Τρωάδες 1141-4). Το στεφάνι από φύλλα μυρτιάς, που βλέπουμε σε παραστάσεις αγγείων και σε αγάλματα, έχει ερμηνευτεί ως δηλωτικό του γάμου που δεν πρόλαβε να τελέσει ο νεκρός (βλ. ταφικό επίγραμμα στη βάση του αρχαϊκού επιτύμβιου αγάλματος της Φρασίκλειας, Αθήνα ΕΑΜ 4889: σῆμα Φρασίκλειας / κόρη κεκλήσομαι / αἰεὶ ἀντὶ γάμου / παρὰ θεῶν τοῦτο / λάχουσ᾽ ὄνομα. Ἀριστίων Πάρι[ος μ᾽ ἐπό[ε]σε 86).
Ο νεκρός τοποθετείται με τα πόδια στραμμένα προς την εξώπορτα (Ἰλιάς 19.212: κεῖται ἀνὰ πρόθυρον τετραμμένος). Η συνήθεια να κλείνουν τα μάτια και το στόμα μαρτυρείται ήδη στον Όμηρο (Ἰλιάς 11.452-3, πρβλ. Πλάτων Φαίδων ό.π.: ο Κριτίας κλείνει το στόμα και τα μάτια του νεκρού). Ο Αγαμέμνων στη Νέκυια λέει στον Οδυσσέα τι δεν του έκανε η γυναίκα του όπως έπρεπε. Με παρόμοιο τρόπο θρηνεί τον αγνοούμε- νο γιο του ο Λαέρτης (Ὀδύσσεια 11.424-6, πρβλ. 24.292-6), ενώ κάποιες φορές διαβάζουμε για τη συνήθεια αυτή και στην αττική τραγωδία (π.χ. Ευριπίδης Ἑκάβη 430, Φοίνισσαι 1451-3). Ο οβολός στο στόμα έμπαινε ως αμοιβή για τον πορθμέα και ψυχοπομπό Χάροντα, ενώ κάποτε τοποθετούσαν εκεί και ένα γλυκό με μέλι (Αριστοφάνης Νεφέλαι 506-8, Λυσιστράτη 601). Η πρώτη αναφορά στο χαρώνειο νόμισμα γίνεται στο ταξίδι του Διονύσου στον Άδη με κωμικό φυσικά τρόπο σε μία στιχομυθία του θεού με ένα νεκρό που μεταφέρεται προς τη λίμνη του Άδη (Αριστοφάνης Βάτραχοι 170-7). Αναλυτικά και, επίσης, κωμικά ο Λουκιανός μιλά για τη συνήθεια αυτή (περὶ πένθους 10). Στο λεξικό της Σούδας το νόμισμα ονομάζεται δανάκη (α 4686 Ἀχερουσία και δ 59 δανάκη). Νομίσματα σε τάφους δεν συνδέονται αναγκαστικά με αυτό το έθιμο, ούτε δηλώνονται στις παραστάσεις των αγγείων ή των αναγλύφων. Στην εικονογραφία παριστάνεται ένα μαξιλάρι κάτω από το κεφάλι του νεκρού. Για να μη μείνει ανοικτό το στόμα του νεκρού, υπήρχε η συνήθεια να δένεται το σαγόνι με μία ταινία. Αν και τέτοιες ταινίες μαρτυρούνται εικονογραφικά, δεν σώθηκαν τέτοια υφάσματα μέσα σε τάφους λόγω του φθαρτού υλικού τους. Ίσως η τοποθέτηση του κεφαλιού στο προσκέφαλο να χρησίμευε και για αυτόν το λόγο. Στις Εκκλησιάζουσες, η τοποθέτηση μίας ληκύθου μαζί με τα στεφάνια είναι ένας τρόπος για να δηλώσουν τον πεθαμένο (538), ενώ γίνεται λόγος και για όσους διακοσμούν με γραπτές παραστάσεις τις ταφικές ληκύθους (995-6).
Οι γυναίκες αναλάμβαναν το βασικό ρόλο του θρήνου με έντονες χειρονομίες και δυνατές κραυγές. Στον προσποιητό θάνατο του μωρού Ιάσονα οι γυναίκες παρουσιάζονταν να θρηνούν (Πίνδαρος Πυθιόνικος 4.113 μίγα κωκκυτῷ γυναικῶν) και ο αρχαίος σχολιαστής επεξηγεί ότι ήταν συνήθεια να απλώνουν τα χέρια κατά την εκφορά του νεκρού (Ευριπίδης Ἱππόλυτος 786, 789, Σοφοκλής Σκύριοι απ. 557)87. Στην αναλυτική παρουσίαση του νεκρικού θρήνου ο Λουκιανός αναφέρει με συγκατάβαση ότι και ο πατέρας μπορούσε να έχει το ρόλο του θρηνωδού (ό.π. 13.1). Μία σπαρακτική σκηνή θρήνου εκτέλεσε ο Πρίαμος για το νεκρό Έκτορα (Ἰλιάς 22.405-9) και ο Λουκιανός περιγράφει αναλυτικά αυτή τη δραστηριότητα στο περὶ πένθους με τη γνωστή σατιρική ματιά του, ακόμη και απέναντι στον σπαραγμό του πατέρα (12). Ο νεκρός θα απαντήσει σε όλα με απόλυτη άρνηση, αφού δεν τον ωφελούν ούτε ο κωκυτός, ούτε το κτύπημα του στήθους (στερνοτυπία)88 με αυλό, ούτε ο άμετρος θρήνος των γυναικών, ούτε ο λίθος που είναι πάνω στον τάφο, ούτε ο άκρατος οίνος που χύνεται και οι καθαγισμοί που γίνονται (19). Οι πενθούντες κόβουν τα μαλλιά τους και φορούν μαύρα ενδύματα (Ευριπίδης Ἄλκηστις 215-7, 427, 512 και Φοίνισσαι 372: κάρα ξυρηκὲς καὶ πέπλους μελαγχίμους). Ο τεθλιμμένος σύζυγος ζητά να μην ακουστούν αυλοί και λύρες για 12 μήνες (Ἄλκηστις 430-1). Κοντά στον απλό θρήνο (κωκυτός) και στον γόον που έχει αυτοσχεδιαστικό χαρακτήρα, η ὀλολυγή (και ὀλολυγμός: ιεροτελεστικές επικλήσεις) διακρίνεται ως «μία προσευχή με μελωδική γυναικεία έμπνευση, χωρίς τραχύτητα και με μαλακότητα» (έτσι την ορίζει ο Ευστάθιος, σχολιάζοντας τον ευριπίδειο στίχο «ἀντίμολπον ὀλολυγῆς κωκυτόν»)89.
Ο νόμος του Σόλωνα όριζε ο θρήνος να γίνεται μέσα στο σπίτι (ἔνδον). Σύμφωνα με τις παραστάσεις στα αγγεία και τους ταφικούς πίνακες, μπορούμε να θεωρήσουμε ότι η πρόθεση λάμβανε χώρα στην εσωτερική αυλή του σπιτιού, ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες και το μέγεθος του οίκου. Δεν αποκλείεται, όμως, η πρόθεση να γινόταν και στο εσωτερικό του οίκου. Εκτός από τη συναισθηματική φόρτιση των συγγενών κατά την πρόθεση και το θρήνο του νεκρού, όλο το ταφικό τυπικό και το σύνολο των παροχών για το νεκρό δήλωνε και τους νόμιμους κληρονόμους του νεκρού (Ισαίος 8.21-22 και 38, ψευδο-Δημοσθένης 44.32-33), ενώ ο Πλάτων αναφέρει ως βασικό λόγο την απόδειξη ότι όντως κάποιος έχει πεθάνει και πρέπει να ταφεί (Νόμοι 12.959a). Το επόμενο στάδιο ήταν η ἐκφορά, δηλαδή η μεταφορά του νεκρού στον τάφο.
Στην περίπτωση του Έκτορα το λούσιμο και το ντύσιμο του νεκρού γίνονται προκειμένου να τεθεί πάνω στο αμάξι που θα τον οδηγήσει όχι στην ταφή αλλά στην πατρίδα του, για να τον πενθήσουν εκεί (Ἰλιάς 24.588-91). Στον Ησύχιο η τοποθέτηση του νεκρού στην κλίνη γίνεται από κλιμακοφόρους. Όταν έφτασε η πομπή στην Τροία, η μητέρα του Εκάβη και η σύζυγος Ανδρομάχη έπιασαν το κεφάλι του νεκρού, πρώτες από όλους και ολόγυρα θρηνούσε η ομάδα των γυναικών (24.710-2). Στη συνέχεια έγινε η πρόθεση μέσα στο παλάτι και τότε άρχισε και ο επίσημος θρήνος από επαγγελματίες γυναίκες θρηνωδούς (719-22). Μετά τη δημόσια καύση, πρώτα σβήστηκε η πυρά και οι συγγενείς και φίλοι με θρήνους συνέλεξαν τα οστά μέσα σε χρυσή λάρνακα καλύπτοντάς τα με πορφυρά υφάσματα και την τοποθέτησαν στον τάφο. Πάνω του έστησαν μεγάλες πέτρες και έτσι κατασκεύασαν το σῆμα και στη συνέχεια εγκαταλείποντας τον τάφο έστησαν ένα πλούσιο τραπέζι (24.790-804). Μία κανονική εκφορά είναι η νεκρική πομπή του Πατρόκλου που οδηγείται στην πυρά του: ο Αχιλλέας διέταξε τους Μυρμιδόνες να παρουσιαστούν σε πλήρη εξάρτυση και να ζεύξουν τα άλογά τους. Αυτοί συνόδευσαν τη σορό, αφού τη σκέπασαν με τα κομμένα μαλλιά τους. Ο θλιμμένος Αχιλλέας κρατούσε το κεφάλι του νεκρού και, όταν έφτασαν στον καθορισμένο τόπο, έκοψε και αυτός την κόμη του και έκανε προσευχή αφιερώνοντας τα μαλλιά του στο νεκρό (23.128-43).
Σώζεται ο σχετικός νόμος, ο οποίος καθόριζε την ώρα της εξόδου πριν από την ανατολή του ήλιου, τον σχηματισμό της πομπής, στην οποία προπορεύονταν οι άνδρες, ακολουθούσαν οι γυναίκες και μάλιστα όχι όλες αλλά μόνον όσες ήταν σε ηλικία εξήντα χρονών, εκτός από τις ανιψιές ή τις οικιακές δούλες: «να μεταφέρουν σε εκφορά τον πεθαμένο την επόμενη της πρόθεσης πριν από την ανατολή του ήλιου. Να βαδίζουν μπροστά οι άνδρες κατά την εκφορά και οι γυναίκες από πίσω. Να μην επιτρέπεται σε γυναίκα να μπει στο χώρο του πεθαμένου ούτε να τον ακολουθεί, όταν πηγαίνουν στο νεκροταφείο, εκτός από όσες είναι εξήντα χρονών και οι συγγενείς. Το ίδιο, όταν βγάλουν το νεκρό, να μην πλησιάσει σ’ αυτόν καμία γυναίκα παρά μόνον οι συγγενείς» (Δημοσθένης 43.62).
Παρά το πρωινό της ώρας και την περιορισμένη συμμετοχή, μπορούσαν να συμβούν και απρόοπτα: έτσι, ένας ξένος πρόσεξε για πρώτη φορά μία παντρεμένη στη διάρκεια μίας κηδείας, με δυσάρεστες συνέπειες για τη συζυγική ζωή (Λυσίας 1.8). Οι φίλοι του νεκρού είχαν το δικαίωμα να ακολουθήσουν την πομπή (π.χ. Αριστοφάνης απ. 644 Κ.-Α.) και θεωρούνταν φοβερό, όταν δεν επιτρεπόταν στους συγγενείς να πάρουν μέρος στην εκφορά (Αισχίνης 3.235). Στην εκφορά δολοφονημένου κρατούσαν μπροστά από το σώμα ένα δόρυ, για να δείξουν ότι θα εκδικηθούν το δολοφόνο (ψευδο-Δημοσθένης 47.69, πρβλ. Σούδα ε 2053). Μία εντυπωτική σκηνή ἐκφορᾶς παρουσιάζει ο Θουκυδίδης περιγράφοντας μία δημόσια πομπή στην Αθήνα (2.34.3).
Δεν γνωρίζουμε πολλά στοιχεία από τις γραπτές πηγές για την ώρα του ενταφιασμού. Ιερείς δεν έπρεπε να παρίστανται, για να μη μολυνθούν. Στο λεξικό της Σούδας οι γυναίκες που κάνουν προσφορές στους νεκρούς ονομάζονται ἐγχυτρίστριαι, αλλά η λέξη χρησιμοποιείται και για τις τροφούς90. Όταν η Αντιγόνη ανακαλύπτει ξεθαμμένο τον αδελφό της, του κάνει μια υποτυπώδη ταφή: ρίχνει χώμα και από μία χάλκινη πρόχου τιμά το νεκρό με τρισπόνδους χοάς (Σοφοκλής Ἀντιγόνη 429-31).
Μετά την εκφορά (ρητά έτσι ο Ηγήσιππος απ. Κ.-Α. 1.11-12), ακολουθούσε νεκρικό δείπνο (έτσι μετά την κηδεία του Πατρόκλου: Ἰλιάς 23.159-60 και φυσικά του Έκτορα στο τέλος του ίδιου έπους), το περίδειπνον, στο οποίο μετείχαν οι προσήκοντες μαζί με τη στενή οικογένεια (π.χ. Μένανδρος Ἀσπίς 232-3, Μένανδρος απ. 270 Κ.-Α., Ανάξιππος απ. 1.41-2 Κ.-Α.). Εκεί, προφανώς, ήταν συνήθεια να μιλούν επαινετικά για το νεκρό, τόσο ώστε υπήρχε η παροιμία «οὐκ ἐπαινεθείης, οὐδὲ ἐν περιδείπνῳ» για τους εντελώς άχρηστους (Σούδα ο 874). Σύμφωνα με το Λουκιανό, το δείπνο τερμάτιζε μία περίοδο νηστείας τριών ημερών από την ημέρα του θανάτου (περὶ πένθους 24). Τα τρίτα και τα ἔνατα είναι άλλες συνοδευτικές τελετές, οι οποίες λάμβαναν χώρα τρεις και εννέα ημέρες μετά την κηδεία (Ισαίος 2.36 ό.π.).
H περίοδος του πένθους μπορούσε να διαφέρει από περιοχή σε περιοχή. Στον τάφο σίγουρα γίνονταν προσφορές από τους οικείους των νεκρών, όπως είδαμε ότι έκανε η αισχύλεια Ηλέκτρα. Η Ελένη καλεί την κόρη της να προσφέρει στο μνῆμα της αδελφής της Κλυταιμνήστρας μαζί με τα μαλλιά της και χοές, που είναι κρασί και γάλα (Ευριπίδης Ὀρέστης 112-8). Η Άτοσσα καλεί το νεκρό σύζυγό της Δαρείο με χοές και ύμνους (Αισχύλος Πέρσαι 619-22). Η Αθηναία μοιχαλίδα φορά ψιμύθια (Λυσίας 1.14.5), ενώ δεν είχαν περάσει τριά- ντα ημέρες από το θάνατο του αδελφού της και ίσως αυτή ήταν η καθορισμένη περίοδος πένθους στην Αθήνα. Η ημέρα αυτή ονομαζόταν τριακάς (Υπερείδης απ. 110.1) και τότε προσφέρονταν δείπνα στην Εκάτη με το ψάρι τρίγλη (Αθήναιος 7.125.27). Στη Σπάρτη το πένθος διαρκούσε έντεκα ημέρες. Ένας γιατρός μπορεί να μη βοήθησε τον ασθενή του και να τον άφησε να πεθάνει, αλλά πήγε στα ἔνατα και εκεί ανέλυσε διεξοδικά τι έπρεπε να κάνει για να παραμείνει υγιής (Αισχίνης 3.225).
Είδη τάφων: Προς το τέλος της πρωτογεωμετρικής περιόδου η καύση των νεκρών αντικαθίσταται από την επί τόπου αποτέφρωση και τον ενταφιασμό. Ο πιο συνηθισμένος τύπος τάφου με καύση ήταν ένας λάκκος, στον οποίο το τεφροδόχο αγγείο έμπαινε μέσα σε ειδική βάθυνση στον πυθμένα του λάκκου. Τα πιο κοινά τεφροδόχα αγγεία ήταν οι αμφορείς με λαβές στο λαιμό ή στον ώμο, που αντικαθιστούν τους αμφορείς με λαβές στην κοιλιά. Σποραδικά χρησιμοποιούνται και άλλα σχήματα, όπως πυξίδες και μεταλλικοί λέβητες, συνήθως ορειχάλκινοι. Οι λακκοειδείς τάφοι της γεωμετρικής περιόδου μοιάζουν με τους υπομυκηναϊκούς και έχουν απλούστερη κατασκευή. Στον τάφο, ο νεκρός τοποθετούνταν μόνο με το σάβανο, αλλά έχουν βρεθεί και ίχνη ξύλινων κλινών, συχνά με μεταλλικά εξαρτήματα. Η στάση του νεκρού είναι ύπτια με τα δύο χέρια στις πλευρές, ενώ οι συνεσταλμένες ταφές δεν συνηθίζονται. Σπάνια γινόταν πλέον ταφή ενηλίκου μέσα σε μεγά- λο αγγείο. Ειδικά οι παιδικοί τάφοι ήταν κατασκευασμένοι με λιγότερη φροντίδα και τα πολύ μικρά παιδιά θάβονταν σε αγγεία. Για να δηλωθεί ο τάφος, τοποθετείται ως σῆμα μία λίθινη πλάκα κάθετα σε αυτόν: στους ενταφιασμούς η στήλη αυτή βρίσκεται στο άνω άκρο τους, ενώ στις καύσεις ακριβώς πάνω από το τεφροδόχο αγγείο. Άλλο σήμα μπορούσε να είναι ένα πήλινο αγγείο (κρατήρας ή αμφορέας, ανάλογα με το φύλο του νεκρού), το οποίο στην ύστερη γεωμετρική εποχή αποκτά μνημειακή μορφή. Στο εσωτερικό των τάφων βρίσκονται, επίσης, αγγεία με προσφορές τροφής ή ως κτερίσματα.
Κατά την αρχαϊκή εποχή οι ταφές με καύσεις συνυπάρχουν με τους ενταφιασμούς ενηλίκων. Ο πιο απλός τρόπος ενταφιασμού είναι ένας λάκκος με διαστάσεις ανάλογες με το ύψος του νεκρού. Ίχνη ξύλινων φερέτρων διαπιστώθηκαν σε πολλούς τάφους, αλλά έχουν σωθεί λίγα μεταλλικά εξαρτήματα από αυτά. Πιο μνημειακοί τάφοι ήταν οι κιβωτιόσχημοι και οι θαλαμοειδείς, που προορίζονταν για τις πλουσιότερες ταφές. Σπάνιοι είναι οι ενταφιασμοί ενηλίκων σε πίθους. Ο μεγάλος αριθμός παιδικών ταφών μαρτυρεί το ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό θνησιμότητας σε αυτή την ηλικία, και ο τρόπος ταφής τους είναι ανάλογος με των ενηλίκων, ενώ, όπως και παλαιότερα, τα νήπια και πολύ μικρά παιδιά μπορούσαν να θάβονται μέσα σε αγγεία (ἐγχυτρισμοί). Ένας ξεχωριστός τύπος ταφής στην αρχαϊκή περίοδο είναι με πρωτογενή καύση, δηλαδή όταν ο νεκρός αποτεφρώνεται επί τόπου στον τάφο και όχι σε γειτονική πυρά. Συχνά τότε απανθρακωμένα ξύλα σώζονται μέσα στον τάφο και πολλές προσφορές βρίσκονται σπασμένες και καμένες έξω από τον τάφο (ἐναγισμοί). Σε καύσεις της πρώιμης αρχαϊκής εποχής έχουν εντοπιστεί και «αύλακες προσφορών», οι οποίες ανοίγονταν κοντά στον τάφο, δίπλα ή κάτω από τον τύμβο, κάτω ή δίπλα ή κοντά στους κτιστούς τάφους με πλούσιες προσφορές91. Η αποτέφρωση των νηπίων ήταν αποδεκτή αλλά όχι συνηθισμένη πρακτική. Πάνω από τον τάφο (με καύση ή με ενταφιασμό) υψώνονται τύμβοι από καθαρό χώμα ή ανακατεμένο με κονίαμα και όστρακα αγγείων. Ο τύμβος ήταν η πιο δημοφιλής μορφή σήμανσης των τάφων πριν από το τέλος του 7ου αι. π.Χ., γι’ αυτό οι περισσότεροι κυκλικοί τύμβοι χρονολογούνται πριν από το 600 π.Χ. και στη συνέχεια μειώνονται και οι διαστάσεις τους είναι μικρότερες. Οι μεγάλοι τύμβοι είχαν συχνά ως επίστεψη ένα είδος σήματος και οι επιτύμβιες στήλες ήταν μία τέτοια επίστεψη (Εικόνα 1.9).
Εικόνα 1.9 Λήκυθος λευκού βάθους του Ζωγράφου των Αθηνών 1826, Malibu J.P. Getty Museum 86.AE.253
(© The J. Paul Getty Museum, Villa Collection, Malibu CA)
Στα αγγεία που λειτουργούν ως σήματα παριστάνονται εικόνες σχετικές με τα ταφικά έθιμα, αλλά δεν επιτρέπουν να προσδιορίζουμε κάθε φορά το φύλο του νεκρού. Για τον Ισοκράτη, παραδίδεται ότι στον τάφο του υπήρχε κίων τριάντα πηχών και πάνω σε αυτόν μία Σειρήνα επτά πηχών (ψευδο-Πλούταρχος Ἠθικά = περὶ τῶν δέκα ρητόρων 838abcd).
Από το 600 π.Χ. και εξής εμφανίζονται και κτιστοί τάφοι, οι οποίοι διακοσμούνταν εξωτερικά με σειρές από πήλινους γραπτούς πίνακες με σκηνές πρόθεσης και θρήνου. Μάλιστα, ένας από τους σωζόμενους φέρει την επιγραφή ΣΕΜΑ. Από παρόμοιο κτίσμα στον αθηναϊκό Κεραμεικό προέρχονται οι μελανόμορφοι πίνακες του Εξηκία που εικονίζουν θρήνο στο σπίτι κατά την πρόθεση της νεκρής, συγκέντρωση των πενθούντων και προετοιμασία της ημιονικής άμαξας για την εκφορά (Βερολίνο Antikensammlung F 1819, F 1822, F 1823, F 1826, 530 π.Χ.).
Ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο στη μελέτη της αρχαίας γλυπτικής κατέχουν τα πολυάριθμα ταφικά μνημεία, όπως οι επιτύμβιες ανάγλυφες στήλες και τα περίοπτα ταφικά αγάλματα92. Συχνά φέρουν επιγραφές που παρέχουν τις βασικές πληροφορίες (όνομα νεκρού, αιτία θανάτου, ονόματα όσων πενθούν για αυτόν και όσων έστησαν το μνημείο προς τιμήν του, όνομα και καταγωγή του γλύπτη κ.λπ.). Οι προσφορές σε αυτή την περίοδο είναι μάλλον πενιχρές σε αντίθεση με την εξωτερική εμφάνιση του τάφου. Σχεδόν αποκλειστικά τα κτερίσματα είναι πήλινα (αγγεία και ειδώλια), ενώ μπορεί να υπάρχουν αστράγαλοι, οστά ζώων ή υπολείμματα από προσφορές τροφών. Ανάμεσα στα ιδιαίτερα ταφικά ευρήματα ξεχωρίζουν αυγά (αληθινά ή απομιμήσεις), σείστρα, πήλινες τράπεζες προσφορών ή επιτραπέζιων παιχνιδιών.
Εικονογραφικά δεδομένα για σκηνές πρόθεσης και θρήνου νεκρών93
Μολονότι διαθέτουμε άφθονες λογοτεχνικές και εικονογραφικές μαρτυρίες για τη διαχείριση και την ταφή των νεκρών ήδη από τη γεωμετρική εποχή (βλ. ομηρικά έπη και παραστάσεις υστερογεωμετρικών αγγείων), ενώ και τα ταφικά κατάλοιπα από τα νεκροταφεία της αρχαϊκής εποχής προσφέρουν αρκετά στοιχεία για την καθιέρωση ταφικών πρακτικών (όπως πρωτογενείς καύσεις, αύλακες προσφορών, πυρές, περίδειπνα, τέλεση ηρωικών λατρειών σε αρχαιότερους τάφους κ.ά.)94, ωστόσο οι παραστάσεις που σχετίζονται άμεσα με τους νεκρούς είναι σποραδικές.
Σκηνές πρόθεσης και θρήνου απαντούν μεμονωμένα σε αγγεία με ταφικό προορισμό κατά τον 7ο αι. π.Χ. (πρωτοαττικά κύπελλα και οινοχόη από τον αθηναϊκό Κεραμεικό). Μία επιπλέον ένδειξη αποτελούν τα ειδώλια γυναικών-θρηνωδών95, είτε αυτόνομα είτε ενσωματωμένα σε αγγεία και άλλα αντικείμενα (βλ. ομοίωμα τράπεζας παιχνιδιού από τον Κεραμεικό, Αθήνα ΕΑΜ 25665, ομοίωμα νεκρικής άμαξας από τη Βάρη, Αθήνα ΕΑΜ 26747). Έμμεσο στοιχείο για την ταφική χρήση των αγγείων με διαφορετική θεματολογία είναι τα πλαστικά δοσμένα φίδια, τα οποία απλώνονται στο χείλος, τον ώμο και κατά μήκος των λαβών, στοιχείο γνωστό και από τα υστερογεωμετρικά αγγεία96. Στην ίδια κατηγορία του νεκρικού συμβολισμού ανήκουν, επίσης, οι συχνές απεικονίσεις ορισμένων «μειξογενών» ή δαιμονικών πλασμάτων (Σφίγγες, Σειρήνες, γρύπες, φτερωτά άλογα, πάνθηρες), καθώς και συγκεκριμένων πραγματικών ζώων (λιοντάρια, πετεινοί), μεμονωμένων ή σε συμπλέγματα97.
Ο θρήνος και οι τελετές που λάμβαναν χώρα κατά την πρόθεση, την εκφορά και την ταφή των νεκρών (όπως το ἀπόνιμμα, το πρόσφαγμα, οι ἐναγισμοί, τα περίδειπνα) ήταν από τις μαζικότερες συγκεντρώσεις που έδεναν τα μέλη της οικογένειας και αποτελούσαν τα «νομιζόμενα», δηλαδή τα απαραίτητα έθιμα για τους νεκρούς. Κυρίως από τα μέσα του 6ου αι. π.Χ. και εξής, δηλαδή στην εποχή κατά την οποία πρέπει να ίσχυε η περιοριστική νομοθεσία για την πολυτέλεια των ταφικών τελετών και μνημείων, εμφανίζονται με μεγαλύτερη συχνότητα και συγκεκριμένη τυπολογία σκηνές πρόθεσης και θρήνου νεκρών στην αττική εικονογραφία (Σοφίλος, Λυδός, Εξηκίας, Ομάδα του Λεάγρου, Ζωγράφος της Σαπφούς). Εκτός από ορισμένα αγγεία (λουτροφόροι, κύλικες, σκύφοι, πινάκια, φορμίσκοι, ωά), οι περισσότερες από τις σκηνές αυτές συναντώνται σε μελανόμορφους πίνακες (530-480 π.Χ.). Οι πίνακες αυτοί έχουν ορθογώνιο σχήμα και διακοσμούσαν τους εξωτερικούς ή εσωτερικούς τοίχους των ταφικών κτισμάτων, άλλοτε με τη μορφή ζωφόρου και άλλοτε μεμονωμένοι98.
Τόσο ο αυθόρμητος όσο και ο τελετουργικός θρήνος99 αποτελούσαν αναπόσπαστο στοιχείο έκφρασης του πένθους και της οδύνης για την απώλεια των αγαπημένων προσώπων. Ενδεικτικές είναι οι θρηνητικές κραυγές (οιμωγές) ΟΙΜΟΙ, ΟΙΜΙΟΙ, ΟΙΜΟΙΕΚ, καθώς και τα ταφικά επιγράμματα ή άλλες εκφράσεις («ἀνδρός ἀποφθιμένοιο / ράκος κακόν ἐνθάδε κεῖμαι» σε λουτροφόρο-αμφορέα στη Αθήνα ΕΑΜ 450, «λάβε με λιτότατα» σε οινοχόη, βλ. παρακάτω) που αναγράφονται μερικές φορές. Ο πόνος των οικείων ήταν ασφαλώς μεγαλύτερος, όταν επρόκειτο για «άωρους» και αδικοχαμένους νεκρούς, όπως παιδιά, ανύπαντρους νέους και νέες, λεχώνες και πολεμιστές. Η παρουσία ενός νυφικού στεφανιού από φύλλα μυρτιάς στο κεφάλι ενός νεκρού ή μίας νεκρής υποδηλώνει το γάμο τους με τον Άδη, επειδή πιθανόν πέθαναν μη έχοντας προλάβει να παντρευτούν. Οι μορφές που θρηνούν στις σκηνές πρόθεσης διακρίνονται σε δύο ομάδες: από τη μία, γύρω από τη νεκρική κλίνη συγκεντρώνονται οι γυναίκες της οικογένειας, και, από την άλλη, σε κάποια απόσταση βρίσκεται ο όμιλος των ανδρών. Οι πρώτες βρίσκονται σε άμεση και στενή σχέση με το νεκρό ή τη νεκρή, ενώ οι δεύτεροι έχουν σαφώς πιο ουδέτερο ρόλο. Η ηλικία και η θέση των μορφών διαφοροποιούνται και ενίοτε ταυτίζονται με επιγραφές, με τις οποίες δηλώνονται οι βαθμοί συγγένειας των παρισταμένων. Οι γυναίκες-συγγενείς θρηνούν με εμφατικό τρόπο, χειρονομώντας έντονα ή πιάνοντας τα ξέπλεκα μαλλιά τους. Η μορφή που στέκεται στο προσκέφαλο του νεκρού και αγγίζει το κεφάλι του είναι κατά κανόνα η μητέρα του. Ο νεκρός (ή η νεκρή) παριστάνεται ξαπλωμένος σε ψηλή κλίνη, με το κεφάλι ακουμπισμένο σε ειδικό μαξιλάρι, προφανώς για να αποφευχθεί το άνοιγμα του στόματος. Ένα σάβανο καλύπτει κάποτε το σώμα του. Οι γυναίκες που τον πλαισιώνουν συνήθως στέκονται, κάποιες είναι γονατιστές ή σπανιότερα καθισμένες σε χαμηλούς δίφρους. Άλλοτε παρουσιάζονται να τακτοποιούν τις πτυχώσεις του σάβανου ή να προσφέρουν άνθη και κλαδιά, τα οποία ίσως χρησίμευαν και για την απώθηση των εντόμων. Οι άνδρες μπορεί να φέρουν και οπλισμό, ίσως του νεκρού, εφόσον πέθανε σε μάχη. Σημαντική είναι η συχνή παρουσία παιδιών και των δύο φύλων, κάτι που πιστοποιεί τη συμμετοχή τους στο ταφικό τελετουργικό, είτε πρόκειται για τα παιδιά είτε για αδέλφια των νεκρών. Οι λέβητες στις σκηνές πρόθεσης ίσως δηλώνουν το λουτρό που επιβαλλόταν για το νεκρό σώμα. Οι σκηνές με πρόθεση είναι πολύ συνηθισμένες σε λουτροφόρους-αμφορείς, λιγότερο σε υδρίες και σε οινοχόες. Η λέξη λουτροφόρος αναφέρεται στο ειδικό αγγείο που ήταν στημένο σε τάφο νεαρού και ανύπαντρου άνδρα (ψευδο-Δημοσθένης 44.18.7, ανάλογα και ο Ευστάθιος στα σχόλ. Ἰλ. 4.702.12). Ενίοτε ονομαζόταν έτσι και το παιδί που κουβαλούσε αυτό το αγγείο (π.χ. Ἁρποκρατίων στο λήμμα λουτροφόρος και λουτροφορεῖν, πρβλ. Ησύχιος λ 1280.1).
Αναλογικά με τις πολυάριθμες σκηνές πρόθεσης, εκείνες με την εκφορά των νεκρών προς το νεκροταφείο για ταφή είναι ελάχιστες (τρεις μόνο γνωστές μέχρι σήμερα)100. Ορισμένοι αγγειογράφοι δείχνουν προτίμηση στην εικονογραφία ταφικών σκηνών και ανάμεσά τους ξεχωρίζει ο Ζωγράφος της Σαπφούς στον ύστερο μελανόμορφο, επιλέγοντας ασυνήθιστες και πολύ ιδιαίτερες στιγμές, όπως η τοποθέτηση της σορού στο φέρετρο και η προετοιμασία για την αναχώρηση από το σπίτι (μελανόμορφη οινοχόη με στριφτή τοξωτή λαβή, Brunswick Bowdoin College Museum 1984.023, BAPD 361401) ή ο θρήνος δίπλα στον ταφικό τύμβο και η εναπόθεση του φερέτρου στον τάφο (μελανόμορφος λουτροφόρος-αμφορέας, Αθήνα ΕΑΜ 450, BAPD 480). Στα αγγεία αυτά παρουσιάζονται πολύτιμα στοιχεία, τα οποία είτε δεν είναι γνωστά από αλλού, είτε επιβεβαιώνουν τις μεταγενέστερες γραπτές πηγές.
ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ σε μελανόμορφο πίνακα του Ζωγράφου της Σαπφούς, 510/500 π.Χ., Παρίσι Μουσείο Λούβρου ΜΝΒ 905, BAPD 463.
Ο νεκρός, ένας νεαρός άνδρας, κείται πάνω σε πλούσια διακοσμημένη νεκρική κλίνη. Είναι σκεπασμένος με επίβλημα και στο κεφάλι του, που ακουμπά σε μαξιλάρι, φέρει στεφάνι από φύλλα μυρτιάς. Οι επιγραφές μάς επιτρέπουν να καταλάβουμε τη συγγενική σχέση των άλλων μορφών με το νεκρό. Πέντε γυναίκες στέκονται ολόγυρα, οι τέσσερις θρηνούν φέρνοντας τα χέρια στο κεφάλι –μία είναι θεία από την πλευρά του πατέρα, μία η τροφός του, ενώ η πέμπτη αγγίζει το κεφάλι του νεκρού και τον αποχαιρετά. Ταυτίζεται με τη μητέρα του, όπως δηλώνει και η σχετική επιγραφή. Στην ίδια ομάδα, αλλά σε μικρότερη κλίμακα, απεικονίζονται δύο γυναικείες μορφές, διαφορετικής ηλικίας σύμφωνα με το ύψος τους, και η μία ταυτίζεται ως αδελφή του νεκρού. Η δεύτερη, πιο απομακρυσμένη ομάδα, αποτελείται από τέσσερις άνδρες, που συμμετέχουν επίσης στο θρήνο. Παριστάνονται με μισάνοικτο στόμα και απλωμένα χέρια σε χειρονομία αποχαιρετισμού. Ο μεγαλύτερος σε ηλικία (δηλώνεται με λευκά μαλλιά και γένια) επιγράφεται ως ο πατέρας του νεκρού. Δίπλα του, στα πόδια της κλίνης, διακρίνεται ένα αγόρι. Ο μπροστινός άνδρας αναφέρεται ως αδελφός. Ένας λευκός δωρικός κίονας είναι ένδειξη ότι βρισκόμαστε στην εσωτερική αυλή της οικίας. Εκτός από τις θρηνητικές κραυγές (οίμοι, οίμιοι) υπάρχουν και επιγραφές χωρίς νόημα ανάμεσα στις μορφές.
Στις μελανόμορφες παραστάσεις αναγράφονται συχνά τα ονόματα συγγενών και άλλων προσώπων101, τα οποία είχαν στενή σχέση με τους νεκρούς, όπως μέτερ (μητέρα), θέθε (θήθη = γιαγιά), αδελφέ (αδελφή), θέθις πρόσπατρος (θεία από την πλευρά του πατέρα), πάτερ (πατέρας), αδελφός, υιός, τίτθε (τίτθη = τροφός), κηδεστέ (κηδεστής = συγγενής εξ αγχιστείας). Σε ένα μελανόμορφο φορμίσκο στο Aρχαιολ. Μουσείο του Κεραμεικού 691 (BADP 306487), η νεκρή ονομάζεται Μύρτη και η μητέρα της Μυρίνη, ενώ ο πατέρας της νεκρής αναφωνεί «οίμοιο θύγατερ».
Στον ερυθρόμορφο ρυθμό, οι ταφικές σκηνές περιορίζονται στις λουτροφόρους102, ενώ σταδιακά κερδίζουν έδαφος οι λήκυθοι με λευκό βάθος αλλά και οι μαρμάρινες λήκυθοι ή λουτροφόροι με ανάλογες παραστάσεις103. Η εικονογραφία των ληκύθων απηχεί άμεσα από τα μέσα του 5ου αι. π.Χ. διάφορα ταφικά δρώμενα, εστιάζοντας στον αποχαιρετισμό των ζωντανών από τους νεκρούς, και δεν περιορίζεται στις σκηνές πρόθεσης και θρήνου104. Δεν είναι τυχαίο ότι η νέα αυτή τάση γενικεύεται και κορυφώνεται στο τελευταίο τέταρτο του 5ου αι. π.Χ., που συμπίπτει με τα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου. Η εξιδανικευμένη όψη των νεκρών αλλά και των συγγενών τους, με τη συγκρατημένη έκφραση των συναισθημάτων, δημιουργεί οικεία ατμόσφαιρα και προβάλλει τη στενή σχέση ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας.
Ιδιαίτερα συχνά παριστάνεται η επίσκεψη στον τάφο με την απόδοση ποικίλων προσφορών μπροστά σε μία επιτύμβια στήλη (Εικόνα 1.10).
Εικόνα 1.10 Λήκυθος λευκού βάθους του Ζωγράφου του Λονδίνου D 65, Λονδίνο Βρετανικό Μουσείο 1884,0223.1
Το ταφικό μνημείο είναι στολισμένο με ταινίες, στεφάνια ή κλαδιά και στις βαθμίδες του έχουν εναποτεθεί μυροδόχα αγγεία (λήκυθοι, αλάβαστρα, πλημοχόες) και άλλες προσφορές (ωά, μουσικά όργανα κ.λπ.). Η παρουσία ξεχωριστών αντικειμένων στην επίστεψη ορισμένων στηλών απο- τελεί προφανώς ένδειξη για την ιδιότητα των νεκρών, αλλά γενικά δεν συνηθίζεται (π.χ. κράνος, αγάλματα αθλητών και σκηνές αθλητικών αγώνων, κάτοπτρο και ύφασμα, κάνθαρος, λουτροφόρος). Ο ταφικός τύμβος απεικονίζεται αρκετά σπάνια. Οι γυναίκες επισκέπτριες φέρνουν συχνά τις προσφορές μέσα σε καλάθια ή κιβωτίδια, ενώ οι άνδρες κρατούν μόνο ταινίες και στεφάνια (Εικόνα 1.11).
Εικόνα 1.11 Λήκυθος λευκού βάθους του Ζωγράφου των Καλαμιών, Λονδίνο Βρετανικό Μουσείο 1873,0820.303
Ο στολισμός των στηλών γίνεται κυρίως από τις γυναίκες. Οι μορφές των νεκρών δεν διαφέρουν από τους ζωντανούς παρά μόνον από τη στάση (κεφάλι στραμμένο στην αντίθετη πλευρά, σταυρωμένα χέρια ή πόδια) και την απομακρυσμένη τοποθέτηση σε σχέση με τις υπόλοιπες: συνήθως, είναι καθισμένες στις βαθμίδες της στήλης, σε κλισμό ή σε βραχώδες έξαρμα. Σκηνές «δεξίωσης» ή χαιρετισμού μεταξύ δύο μορφών υπάρχουν, αλλά δεν απαντούν τόσο συχνά όσο στα επιτύμβια ανάγλυφα. Τον «ιδιωτικό» και πιο εσωτερικευμένο χαρακτήρα των ταφικών παραστάσεων της κλασικής εποχής ενισχύουν, επίσης, οι σκηνές προετοιμασίας για την επίσκεψη στο νεκροταφείο, στις οποίες οι γυναίκες βρίσκονται ακόμη στο σπίτι και κρατούν τις προσφορές για τους νεκρούς.
Οι μυθολογικές μορφές στις λευκές ληκύθους έχουν, επίσης, άμεση σχέση με τον κόσμο των νεκρών και εμφανίζονται περιστασιακά. Ο Χάρων, ως βαρκάρης για τον Κάτω Κόσμο, μεταφέρει τις ψυχές σε ένα λιμναίο τοπίο και συνδυάζεται μερικές φορές με τον Ερμή Ψυχοπομπό. Mε την παρουσία του δηλώνεται, συνήθως, ένας «άωρος» και οδυνηρός αποχαιρετισμός, όπως συμβαίνει στην περίπτωση παιδιών, νεαρών ατόμων που δεν πρόλαβαν να παντρευτούν και γυναικών που πέθαναν στη γέννα. Ο Ύπνος και ο Θάνατος κουβαλούν μαζί τη σορό νεκρών πολεμιστών, όπως συμβαίνει και σε άλλες μυθολογικές παραστάσεις (π.χ. εκφορά του νεκρού Σαρπηδόνα).
Εικονογραφία επιτύμβιων αναγλύφων με έμφαση στις σχέσεις των μελών του οίκου105
Στα αρχαϊκά χρόνια επικρατεί η απεικόνιση μίας μορφής στον κορμό της ανάγλυφης επιτύμβιας στήλης, κατά κανόνα ανδρικής, σε νεανική ή ώριμη ηλικία και με διάφορες ιδιότητες (κυρίως πολεμιστής ή αθλητής, επίσης συνοδευόμενος από σκύλο). Μεμονωμένο παράδειγμα αποτελεί η παράσταση δύο παιδικών μορφών, ενός αγοριού και ενός κοριτσιού, που ερμηνεύονται ως αδέλφια (Νέα Υόρκη ΜΜΑ 11.185 και Βερολίνο Antikensammlung Α7, 540/30 π.Χ.). Το αγόρι είναι γυμνό και μεγαλύτερο σε μέγεθος –προφανώς και σε ηλικία-, κρατά ρόδι στο λυγισμένο αριστερό χέρι του, ενώ στον ίδιο βραχίονα φέρει κρεμασμένο από ιμάντα έναν αρύβαλλο. Το κορίτσι φορά πέπλο και ιμάτιο, φέρει ταινία στα μαλλιά και μυρίζει άνθος που κρατά στο αριστερό χέρι. Στη βάση της στήλης ένα ταφικό επίγραμμα πληροφορεί ότι οι γονείς έστησαν το μνημείο για τον αγαπημένο γιο τους. Αναγραφόταν και το όνομα του νεκρού, το οποίο ορισμένοι μελετητές συμπληρώνουν ως Μεγακλής και τον συνδέουν με τη διάσημη αριστοκρατική οικογένεια των Αλκμαιωνιδών. Δεν γνωρίζουμε αν και το κορίτσι πέθανε μαζί με τον αδελφό του, πάντως η συνύπαρξή τους στην ίδια σκηνή υπονοεί το στενό δεσμό που υπήρχε ανάμεσα στα δύο παιδιά. Στο επίγραμμα της στήλης αναγράφονται τα εξής: Μνέμα φίλοι: Με[γακλῆι] πάτερ ἐπέθεκε θανόντ[ι] ξύν δὲ φίλε μέτερ: […].
Μόνο στα ύστερα αρχαϊκά χρόνια εμφανίζονται ξανά παιδικές μορφές σε επιτύμβια ανάγλυφα, αλλά είναι, συνήθως, μεμονωμένες, όπως ένα όρθιο κορίτσι σε πώρινη στήλη από την Κρήτη (Ηράκλειο Αρχαιολ. Μουσείο 473) και ένα αγόρι που κρατά πετεινό και έχει περασμένο από ιμάντα έναν αρύβαλλο στο μπράτσο του από την Κω (Κως Αρχαιολ. Μουσείο). Σε μία αττική αποσπασματική στήλη (Αθήνα ΕΑΜ 36, 490 π.Χ.) παριστάνονται καθιστή γυναίκα και όρθιο κορίτσι μπροστά της, εγκαινιάζοντας τη μακρά σειρά των αναγλύφων με διπρόσωπες αρχικά και πολυπρόσωπες αργότερα συνθέσεις με πρόσωπα από το οικογενειακό περιβάλλον των νεκρών. Μία ιδιαίτερη οικογενειακή συνάθροιση παρουσιάζεται σε μία πλατιά στήλη από την Ικαρία (Κάμπος Αρχαιολ. Συλλογή, 460 π.Χ., προβληματική ερμηνεία: επιτύμβιο ή αναθηματικό γλυπτό), όπου η καθιστή Απολλωνίη είναι πιθανόν η νεκρή και πλαισιώνεται από τρία παιδιά και δύο αδέλφια της. Κρατά στην αγκαλιά το μικρότερο παιδί της, ένα κορίτσι που φαίνεται σχεδόν βρέφος -μοτίβο γνωστό και από την αγγειογραφία-, ένα γυμνό μεγαλύτερο αγόρι την πλησιάζει ακουμπώντας τα χέρια του στα γόνατά της και ένα μικρότερο έρχεται μπουσουλώντας. Ακολουθούν οι αδελφοί της νεκρής, ο Κοίρανος και ο Ευρυμήδης, σύμφωνα με τις επιγραφές. Αυτοί εικονίζονται ως νέοι άνδρες με μακρύ ιμάτιο που καλύπτει τον αριστερό ώμο. Ο ψηλότερος απλώνει το χέρι σε ένδειξη προσφώνησης και ο άλλος θρηνεί πιάνοντας το κεφάλι του.
Οι σχέσεις των γονέων με τα παιδιά τους είναι εκείνες που προβάλλονται συχνότερα στα επιτύμβια ανάγλυφα, και μάλιστα με πιο έντονο τρόπο από ό,τι στις παραστάσεις των αγγείων. Μέσα από τις τυποποιημένες κινήσεις και χειρονομίες του ύστατου αποχαιρετισμού αναδύονται τα συναισθήματα των μορφών, ακόμη και αν παρέμεναν συγκαλυμμένα στη διάρκεια του κοινού βίου τους. Η απόσταση που χώριζε κατά κανόνα τον πατέρα από τα παιδιά του μειώνεται τώρα, καθώς μερικές φορές εικονίζεται να τα αποχαιρετά στις παραστάσεις των στηλών. Βέβαια, η ομάδα αυτή είναι πολύ μικρή σε σχέση με τις υπόλοιπες. Σε λίγα ανάγλυφα απεικονίζονται πατέρες, οι οποίοι πέθαναν νέοι και αποχαιρετούν τα μικρά παιδιά τους, που θα μεγαλώσουν ορφανά106. Ο νεκρός παριστάνεται, συνήθως, όρθιος, στηριγμένος στη βακτηρία του, και σκύβει ελαφρά προς τα εμπρός, για να προσφέρει ένα πουλί ή να δώσει το χέρι στο παιδί.
Εικόνα 1.12 Επιτύμβια στήλη του Ξανθίππου με τις κόρες του,
Λονδίνο Βρετανικό Μουσείο.
Η περίπτωση του νεκρού υποδηματοποιού Ξανθίππου, που συνοδεύεται από δύο κορίτσια, είναι μοναδική μέχρι τώρα (Λονδίνο Βρετανικό Μουσείο 1805,0703.183, 430/20 π.Χ., Εικόνα 1.12), επειδή προβάλλει τη στενή σχέση του πατέρα με τις θυγατέρες του. Μάλιστα, ο Ξάνθιππος αγκαλιάζει τη μικρότερη κόρη, η οποία απλώνει και τα δύο χέρια της προς αυτόν, ενώ η μεγαλύτερη στέκεται δίπλα στα πόδια του και τον προσφωνεί απλώνοντας το αριστερό της χέρι, ενώ στο δεξί κρατά πουλί.
Οι γυναίκες, αν και νεότερες, πέθαιναν συχνά πριν από τους συζύγους τους (βλ. και 1.1) και ίσως ο πρόωρος θάνατός τους να εξηγεί έως ένα βαθμό το μεγάλο αριθμό των επιτυμβίων τους. Ο αποχαιρετισμός από το σύζυγο απεικονίζεται είτε με το μοτίβο της «δεξίωσης» είτε με την αντιπαράθεση της καθιστής γυναίκας και του όρθιου άνδρα (π.χ. στήλη της Μίκας και του Δίωνα από τον Κεραμεικό, Αθήνα ΕΑΜ 765, γύρω στο 400 π.Χ., στήλη της Θεανούς και του Κτησίλεω, Αθήνα ΕΑΜ 3472, γύρω στο 400 π.Χ., στήλη της Ευανδρίας και του Θρασέα, Βερολίνο Pergamonmuseum Sk29, μέσα 4ου αι. π.Χ.). Επίσης, συχνά η νεκρή εικονίζεται καθισμένη σε κλισμό και συνοδεύεται μόνον από μία θεραπαινίδα της (στήλη της Ηγησούς από τον Κεραμεικό, Αθήνα ΕΑΜ 3624, τέλη 5ου, στήλη της Μνησαρέτης ίσως από τη Βελανιδέζα, Μόναχο Glyptothek 491, γύρω στο 380 π.Χ., στήλη της Καλλιαρίστας από νεκροταφείο Αγίας Τριάδας, Ρόδος Αρχαιολ. Μουσείο ΙΙΙ.7, μέσα 4ου, στήλη από το Βαρβάκειο, Αθήνα ΕΑΜ 726, γύρω στο 380 π.Χ., -στις περισσότερες οι δούλες κρατούν πυξίδα και εικονίζονται περίλυπες). Οι νεκρές ενδέχεται να κρατούν ένα αντικείμενο του γυναικείου καλλωπισμού (κάτοπτρο, πυξίδα, κόσμημα) ή να ανασηκώνουν το ιμάτιο «υπέρ την κεφαλήν» στο γαμήλιο σχήμα της «ανακάλυψης» σε ένδειξη ότι είναι παντρεμένες. Σπανιότερα η νεκρή εικονίζεται όρθια, όπως η Αμεινόκλεια, και υπάρχει μία δεύτερη γονατιστή δούλη, που φορά το σανδάλι στο πόδι της κυρίας της (Αθήνα ΕΑΜ 718 από τον Πειραιά, 370/60 π.Χ.)107. Στη λεγόμενη «στήλη του αποχαιρετισμού» (Αθήνα ΕΑΜ 870, 4ος αι. π.Χ.) προβάλλεται η σύνδεση των δύο συγγενικών ή φιλικών γυναικείων μορφών με τη νεκρή, καθώς αυτή παριστάνεται καθιστή και είναι αντιμέτωπη με μία όρθια γυναίκα, η οποία σκύβει προς το μέρος της και ακουμπά το χέρι στο πηγούνι της. Οι μορφές αποδίδονται σε υψηλό ανάγλυφο, σχεδόν ολόγλυφες, και έχουν αριστοτεχνική ποιότητα108.
Ιδιαίτερα τονίζεται, όμως, η σχέση των γυναικών με τα παιδιά τους, είτε παριστάνονται μόνες μαζί τους είτε συνοδεύονται και από άλλες μορφές. Οι μητέρες δέχονται τον αποχαιρετισμό από τους γιους τους και εξί- σου συχνά –ίσως συχνότερα- από τις κόρες τους. Η μητέρα παριστάνεται όρθια ή συνηθέστερα καθισμένη σε κλισμό, με τα πόδια της να πατούν σε υποπόδιο, ενώ η κόρη στέκεται αντικριστά σε αυτήν. Η θλίψη και των δύο μορφών δηλώνεται συγκρατημένα, με το σκύψιμο του κεφαλιού και με την κλειστή στάση του σώματος. Σε έκφραση της στενής σχέσης τους μερικές φορές αγγίζονται (π.χ. η μητέρα Κριτώ αγκαλιάζει την κόρη της Τιμαρίστη, Ρόδος Αρχαιολ. Μουσείο 13638, 420/400 π.Χ., η μητέρα Ροδίλλα αποχαιρετά την κόρη της Αριστύλλα με χειραψία, Αθήνα ΕΑΜ 766, 430 π.Χ.). Η ηλικία των παιδιών ποικίλλει από τη νηπιακή μέχρι την εφηβική. Σε πολυπρόσωπες οικογενειακές σκηνές, άλλοτε μία από τις γυναίκες –συγγενής ή τροφός- κρατά ένα βρέφος και άλλοτε μικρά παιδιά απεικονίζονται ανάμεσα στους ενήλικες, δηλώνοντας την ιδιότητα της νεκρής και ως μητέρας (βλ. 1.1), κάτι που μαθαίνουμε, επίσης, από τα ταφικά επιγράμματα που αναγράφονται σε ορισμένες στήλες.
Ο θάνατος των παιδιών109 έχει ιδιαίτερη θέση στην εικονογραφία των στηλών, καθώς είναι ένα οριακό γεγονός που δύσκολα μπορεί να το αποδεχτεί κανείς, ιδίως όταν πρόκειται για νεαρά άτομα. Σε πολλά ανάγλυφα απεικονίζεται μόνο το νεκρό παιδί, το οποίο, συνήθως, κρατά ένα αγαπημένο του πτηνό ή παιχνίδι (Εικόνα 1.13, βλ. 1.5.2), ενώ σε ορισμένα συνοδεύεται από υπηρετική μορφή –μία παιδίσκη συνοδεύει τα κορίτσια, και ένας παις τα αγόρια ή τους νέους.
Εικόνα 1.13 Επιτύμβια στήλη της Μελιστούς,
Η παρουσία των μικρών δούλων, οι οποίοι δεν εγκαταλείπουν τους κυρίους τους και μερικές φορές θρηνούν για το χαμό εκείνων, δείχνει τη σχέση που μπορεί να υπήρχε ανάμεσά τους, ιδίως αν είχαν μικρή διαφορά ηλικίας (π.χ. στήλη από την Αίγινα ή τη Σαλαμίνα, Αθήνα ΕAΜ 715, 430/20 π.Χ., όπου η θλίψη του νεαρού δούλου με τα κλειστά μάτια είναι πολύ έντονη, ενώ ο νεκρός τον αποχαιρετά κοιτώντας αλλού). Τα πουλιά, που κρατούν συχνά τα παιδιά και των δύο φύλων, εκτός από παιχνίδια έχουν συ- σχετιστεί και με την αθανασία της ψυχής. Στα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου, μεταξύ 430-400 π.Χ., διαπιστώθηκε ότι το 40% των αττικών επιτύμβιων αναγλύφων παριστάνουν παιδιά και ανάλογο αυξημένο ενδιαφέρον για απεικονίσεις παιδιών παρατηρείται στις λευκές ληκύθους την ίδια περίοδο.
Οι νέοι και οι νέες, που πέθαιναν πριν παντρευτούν, ανήκαν στους «άωρους» νεκρούς και στα ταφικά μνημεία τους προβάλλεται όχι μόνο το πένθος της οικογένειας αλλά και η νεαρή ηλικία τους. Αυτό εκφράζεται στους νέους με τη συχνή απεικόνισή τους ως γυμνών αθλητών, κάτι που χαρακτηρίζεται ως «ηρωική γυμνότητα» (π.χ. στήλη του Αριστίωνα, Αθήνα ΕAΜ 4487, 360 π.Χ., στήλη του Αριστίωνα γιου του Παμφίλου, Χαλκίδα Αρχαιολ. Μουσείο 11, β΄ τέταρτο 4ου αι. π.Χ., στήλη που βρέθηκε στην κοίτη του Ιλισού, Αθήνα ΕAΜ 869, 340/30 π.Χ.). Οι δούλοι που τους συνοδεύουν μπορεί να κρατούν αθλητικά σύνεργα, όπως στλεγγίδα και αρύβαλλο. Στις νέες, αντίθετα, τονίζονται η σεμνότητα και η ενδιάμεση κατάσταση των κοριτσιών που δεν πρόλαβαν να φτάσουν στην ενηλικίωση και να παντρευτούν (π.χ. στήλη της Ναυσικράτης από το Ραμνούντα, α΄ τέταρτο 4ου αι. π.Χ., που δεξιώνεται τον καθιστό πατέρα της, παρουσία της μητέρας και δύο μικρότερων αδελφών της, στήλη της Μυννίας, Malibu J.P. Getty Museum 71.AA.121, 370 π.Χ., που αποχαιρετά με χειραψία την καθιστή μητέρα της Ευφροσύνη, ενώ η αδελφή της Αρτεμισία προστέθηκε αργότερα στο ανάγλυφο). Γι’ αυτό η εμφάνισή τους συνδυάζει εικονογραφικά στοιχεία τόσο από την παιδική και εφηβική ηλικία όσο και από εκείνη της ώριμης γυναίκας110.
Νέοι οπλίτες, που πέθαναν στη μάχη, απεικονίζονται σε στήλες αλλά και σε μαρμάρινες ληκύθους και λουτροφόρους. Σε μία στήλη από τη Σαλαμίνα (Πειραιάς Αρχαιολ. Μουσείο 385, 420/10 π.Χ.) δύο αδέλφια ή συμπολεμιστές, ο Χαιρέδημος και ο Λυκέας, παριστάνονται ο ένας ως κανονικός οπλίτης και ο άλλος γυμνός με χλαμύδα και ασπίδα (αφηρωισμένος)111. Ίσως πρόκειται για πεσόντες στον Πελοποννησιακό πόλεμο. Ως ιππέας απαθανατίστηκε και ο νεαρός Δεξίλεως στην επιτύμβια στήλη που έστησαν οι οικείοι του στο κενοτάφιο στον Κεραμεικό της Αθήνας (Μουσείο Κεραμεικού P 1130, με επίγραμμα στη βάση του μνημείου: Δεξίλεως Λυσανίο Θορίκιος / ἐγένετο ἐπὶ Τεισάνδρο ἄρχοντος (414/13 π.Χ.) / ἀπέθανε ἐπ᾿ Εὐβολίδο (394/93 π.Χ.) / ἐγ Κορίνθωι τῶν πέντε ἱππέων).
Στο β΄ μισό του 4ου αι. π.Χ. γενικεύονται οι πολυπρόσωπες στήλες-ναΐσκοι με τη συναπεικόνιση πολλών μελών της οικογένειας, μαζί με δούλους. Το επιτύμβιο ανάγλυφο του Αλέξου Σουνιέως (Αθήνα ΕΑΜ 2574) αποτελεί ένα τέτοιο παράδειγμα, αν και σώζεται αποσπασματικά (διατηρείται μόνον η σχεδόν αγαλματική μορφή του ηλικιωμένου Αλέξου, αλλά αναγράφονται τα ονόματα των συγγενών του, των οποίων οι μορφές δεν σώθηκαν, στο επιστύλιο: Clairmont 1993, IV, 121-122, αρ. 4471). Παρόμοια περίπτωση αποτελεί ο πολυπρόσωπος επιτύμβιος ναΐσκος του ταφικού περιβόλου του Ιεροκλέους στο Ραμνούντα112. Ιδιαίτερα συγκινητική είναι η σκηνή αποχαιρετισμού ανάμεσα στους γονείς (καθιστός ο ηλικιωμένος Προκλείδης και στο βάθος όρθια η Αρχίππη) και το γιο τους Προκλή, ο οποίος εικονίζεται όρθιος ως πολεμιστής, επειδή προφανώς δεν επέστρεψε ζωντανός από τον πόλεμο (Αθήνα ΕΑΜ 737).
ΕπΙγράμματα σε επιτύμβιες στήλες
• Η Αμφαρέτη παριστάνεται με τον εγγονό της (Αθήνα Μουσείο Κεραμεικού Ρ 695, τέλη 5ου αι. π.Χ.) τέκνον ἐμῆς θυγατρὸς τόδ’ ἔχω φίλον, ὅμπερ ὅτε αὐγὰς ὄμμασιν ἠελίο
ζῶντες, ἐδερκόμεθα, ἔχον ἐμοῖς γόνασιν καὶ νῦν φθίμενον φθιμένη ’χω
• Η Μνησαγόρα παριστάνεται ως μεγάλο κορίτσι, κρατώντας ένα πουλί στο αριστερό χέρι της, και ένα γυμνό μικρό αγόρι, ο αδελφός της Νικοχάρης (Αθήνα ΕAΜ 3845, 420 π.Χ. από τη Βάρη)113
μνῆμα Μνησαγόρας καὶ Νικοχάρος τόδε κεῖται αὐτὼ δ(ὲ) οὐ πάρα δεῖξαι. ἀφέλετε δαίμονος αἶσα πατρὶ φίλωι καὶ μητρὶ λιπόντε ἀμφοῖμ’ μέγα πένθος, ὅνεκ(α) ἀποφθιμένω βήτην δόμον Ἄιδος ἔσω
• Ο νεαρός Φυρκίας κρατά λύρα στο αριστερό και μικρό λαγό στο δεξιό χέρι του, καθώς στέκεται αντικριστά στην καθιστή Νικοβούλη, η οποία κρατά ένα πουλί στο δεξί (Πειραιάς Αρχαιολ. Μουσείο 3499, τέλη 5ου αι. π.Χ., από την Καλλιθέα)
κεῖσαι πατρί γόον δοὺς Φυρκία. εἰ δέ τις ἔστι τέρψις ἐν ἡλικίαι τήνδε θανὼν ἔλιπες
Οι μαρμάρινες λήκυθοι και οι λουτροφόροι εμφανίζονται ως επιτύμβια μνημεία από το τελευταίο τέταρτο του 5ου έως περίπου το τέλος του 4ου αι. π.Χ. και προσφέρουν, χάρη στις ανάγλυφες παραστάσεις τους, νέα στοιχεία για τις σχέσεις και τον τρόπο απεικόνισης των νεκρών και των άλλων μελών της οικογένειάς τους. Μολονότι υπάρχουν ορισμένες ασυνήθιστες σκηνές, όπως η νεκρή Μυρίνη που οδηγείται από τον Ερμή Ψυχοπομπό στον Κάτω Κόσμο, παρουσία των συγγενών της που θρηνούν (Αθήνα ΕAΜ 4485, 420 π.Χ., από το νεκροταφείο στην πλατεία Συντάγματος), οι περισσότερες απεικονίζουν σκηνές «δεξίωσης» ανάμεσα σε συζύγους ή σε γενειοφόρους άνδρες και οπλίτες (πατέρας και γιος) ή σε δύο οπλίτες, οι οποίοι μπορεί να συνοδεύονται από άλλες μορφές, όπως γυναίκες, παιδιά και ιππείς. Οι αναχωρήσεις των νεαρών πολεμιστών δηλώνουν ταυτόχρονα τον οριστικό αποχαιρετισμό τους από την οικογένεια και το θάνατό τους. Παρόμοιες σκηνές εμφανίζονται και σε ερυθρόμορφες λουτροφόρους-αμφορείς. Προς τα τέλη του 4ου αι. π.Χ. σταματούν οι εικονιστικές παραστάσεις και τα αγγεία κοσμούνται με ανάγλυφες ραβδώσεις και φυτικά μοτίβα.
Η παραγωγή τους διακόπηκε οριστικά το 317 π.Χ. με διάταγμα του Μακεδόνα (ΣΗΜ.ελ.δι ...των Μακεδόνων τον... ) τοπάρχη Δημητρίου του Φαληρέως, ο οποίος απαγόρευσε την ανέγερση μεγάλου μεγέθους ταφικών μνημείων στην Αθήνα.
Μία ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί η μικρή ομάδα περίτεχνων επιτύμβιων στηλών, στις οποίες απεικονίζονται ανάγλυφες λουτροφόροι και λήκυθοι, κάποτε μάλιστα διακοσμημένες με παραστάσεις παρόμοιες με εκείνες που γνωρίζουμε από τα πραγματικά αγγεία114. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει η στήλη του Παναιτίου από τον Κεραμεικό (Αθήνα ΕAΜ 884, 380 π.Χ., πιθανόν από τον περίβολο του Κλεομήδη, σε δεύτερη χρήση), στην οποία παριστάνονται μία μεγάλη λουτροφόρος με ανάγλυφη σκηνή «δεξίωσης» ανάμεσα σε ιππέα και ηλικιωμένο άνδρα, μαζί με δούλο, και δύο μικρότερες λήκυθοι εκατέρωθεν. Η μία από αυτές φέρει επίσης ανάγλυφη παράσταση με γυμνό αγόρι που παίζει κρίκο. Δύο αλάβαστρα και ταινίες κρέμονται στο βάθος της στήλης, όπως συμβαίνει και σε άλλα γνωστά παραδείγματα.
1.5 Σχέσεις των μελών της οικογένειας
1.5.1 Γυναίκες και άνδρες στις μεταξύ τους σχέσεις
Η ζωή των γυναικών στην αρχαία Ελλάδα παρουσιάζεται μέσα από την ανδρική ματιά και ορίζεται με βάση τη σχέση της γυναίκας με τον «οἶκον», πρώτα του πατέρα της και μετά του συζύγου της αλλά και του γιου/ των γιων της, ανάλογα με το εκάστοτε κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο. Όπως οι άνδρες από νεαρή ηλικία προετοιμάζονταν για τον πόλεμο μέσα από τη σωματική άσκηση, την αρχηγία και τη διπλωματία, έτσι και οι κοπέλες όφειλαν να ασκηθούν στο χορό, στο τραγούδι και να γνωρίζουν τα έθιμα και τις τελετουργικές διαδικασίες γύρω από το γάμο, το θάνατο και τη μητρότητα, να συμμετέχουν σε διάφορες τελετές προς θεότητες και να οργανώνουν τη ζωή τους με βάση αυτές τις εκδηλώσεις του βίου. Στις διάφορες περιγραφές γυναικών ή κοριτσιών στη λογοτεχνία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι λογοτεχνικές συμβάσεις κάθε είδους.
Η παρουσίαση επηρεαζόταν και καθοριζόταν από τους στόχους, το περιβάλλον και το κοινό στο οποίο απευθυνόταν κάθε έργο. Πιο ζωντανές και κοντά στην πραγματικότητα είναι οι εικόνες των γυναικών που εμφανίζονται στους αττικούς δικανικούς λόγους στο πλαίσιο διαφόρων υποθέσεων του αστικού βίου των ανδρών πολιτών. Στα ομηρικά έπη, παρουσιάζονται πολλές κατηγορίες μυθικών γυναικών των οποίων η ύπαρξη ορίζεται πάντοτε σε σχέση με τους άνδρες ήρωες με τους οποίους σχετίζονται115. Εμφανίζονται μητέρες (Εκάβη), πιστές και άπιστες σύζυγοι (Ανδρομάχη, Κλυταιμνήστρα, Πηνελόπη, Αρήτη), κόρες και παρθένες (π.χ. Ερμιόνη, Ναυσικά), κουνιάδες (Ελένη για τον Έκτορα), παλλακίδες, δούλες (ἀμφίπολοι, δμῷαι) πολλών κατηγοριών, ηλικιών και ηθικής ποιότητας (Ευρύκλεια, Μελανθώ), αιχμάλωτες πολέμου (Βρισηίς, Χρυσηίς) και ιέρειες, όπως η Θεανώ της θεάς Αθηνάς στην Τροία. Καθεμία κατηγορία έχει τα χαρακτηριστικά της και η εξέτασή τους δείχνει ότι οι ομηρικές γυναίκες αντανακλούσαν αριστοκρατικά δεδομένα, κυρίως από την Ιωνία, έπαιρναν προίκα και γενικώς ήταν τμήμα των σχέσεων μεταξύ σημαντικών ανδρών, ακόμη και ως λάφυρα πολέμου, τα οποία είναι μάλιστα και τα πρώτα σε αξία έναντι των ζώων και των αντικειμένων. Η μοίρα τους επηρέαζε τις τύχες ενός βασιλείου ή ενός πολέμου και επηρεαζόταν από αυτά. Η περίπτωση της Ελένης επιτρέπει να δούμε μία ιδιαίτερη γυναίκα, πάλι σε σχέση με τους άνδρες: η ίδια αυτομέμφεται και αυτοχαρακτηρίζεται σκύλα, επομένως αναίσχυντη, η ομορφιά της, όμως, κάνει τους άνδρες να την επαινούν, ο κουνιάδος της Έκτορας της μιλά με ευγένεια και κατανόηση, ενώ η θεά του έρωτα την αντιμετωπίζει με προκλητική για τα σύγχρονα δεδομένα σκληρότητα ως αντικείμενο του σεξ και την οδηγεί στο κρεβάτι του Πάρη. Οι ομηρικές μητέρες, όπως η Εκάβη, η Θέτις και η Πηνελόπη, νοιάζονταν ιδιαιτέρως για τα παιδιά τους. Ακόμη και δούλες γυναίκες, όπως η Ευρύκλεια, είχαν σημαντικό ρόλο μέσα στον οίκο. Η ανώνυμη δούλη που ξενυχτά δουλεύοντας στο μύλο θα είναι η πρώτη που θα πει μία «φήμην», δηλαδή ένα προφητικό λόγο την παραμονή της μνηστηροφονίας (Ὀδύσσεια 20.105-11). Η Ναυσικά με το θάρρος της μπροστά σε έναν ελάχιστα ντυμένο ξένο ναυαγό, τον Οδυσσέα, έρχεται σε πολύ διδακτική αντίθεση προς τις Αθηναίες αντίστοιχες κοπέλες που παρουσιάζει η αττική τραγωδία (πρβλ. Aισχύλος Ἱκέτιδες 197-9: η κοπέλα να μην είναι αναιδής, να έχει ήρεμο βλέμμα και όψη σεμνή). Η Frontisi-Ducroux116 έκανε καίριες παρατηρήσεις για τη διαφορά αυτού του εξονυχιστικού βλέμματος της ομηρικής παρθένας από την τρομαγμένη ματιά των γυναικών δούλων που απεικονίζονται σε
αγγεία του 5ου αι. π.Χ.
Στην ασπίδα του Αχιλλέα, εικονίζονταν παντρεμένες γυναίκες να παρακολουθούν ένα γάμο έξω από το σπί- τι (Ἰλιάς 18.490-4) και μία ανάλογη σκηνή σκιαγράφησε ο Πίνδαρος αργότερα με κοπέλες από τη Λοκρίδα, οι οποίες βγήκαν από τα σπίτια τους, για να υποδεχθούν το νικητή Ιέρωνα (Πίνδαρος Πυθιόνικος 2.17-20). Κάτι τέτοιο ήταν αδιανόητο στην κλασική Αθήνα, όπου οι γυναίκες δεν έπρεπε να είναι ορατές ούτε από τη στέγη του σπιτιού τους117. Στη βοιωτική αρχαϊκή ενδοχώρα, ο Ησίοδος σαφώς εξέφρασε μία μισογυνική στάση μέσα από το μύθο της Πανδώρας, η οποία ήδη στη Θεογονία εμφανίζεται ως το παρεπόμενο μίας ιστορίας αντιζηλίας αρρένων (Ἔργα καὶ Ἡμέραι 56-105) και ως αναγκαίο κακό για τον άνδρα: η γυναίκα είναι μεγάλη συμφορά για τον άνδρα (56), οι άνδρες ευχαριστιούνται αγαπώντας ένα κακό (57-58), η γυναίκα έχει νου σκύλας, λέγει ψέματα και κολακείες. Ο Ησίοδος έδωσε και οδηγίες για το γάμο, τονίζοντας τη σημασία της καλής συζύγου αλλά και τη συμφορά που είναι μία κακή σύζυγος (κυρίως Θεογονία 695-706, 602-12, βλ. και 1.3)118. Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι η διαφορετική στάση του Ησιόδου οφείλεται στην ενασχόλησή του με μη-αριστοκρα- τικές ομάδες ή στα διαφορετικά ακροατήρια, όπου παρουσιαζόταν το ποίημα. Ανάλογη μισογυνική διάθεση διακρίνεται και στην αρχαϊκή ιαμβική και ελεγειακή ποίηση, όπου οι γυναίκες είναι, επίσης, αντικείμενο συζήτησης σε σχέση με τους άνδρες. Ειδικά οι συμβάσεις του ιαμβικού είδους, το οποίο εστιαζόταν στον «ψόγον», τη «λοιδορίαν» και γενικά τον έλεγχο και την κριτική των κακώς κειμένων, επέβαλαν την αρνητική και σκωπτική, μέχρι σκληρότητας, παρουσίαση των γυναικών. Και από αυτή τη σκοπιά, η κατοπινή αττική κωμωδία με τον ιαμβικό τόνο της αποτελεί τον άμεσο συνεχιστή του ιάμβου και είναι γεμάτη από μισογυνικές εικόνες.
Ο Πάριος Αρχίλοχος και ο Εφέσιος Ιππώναξ παρουσιάζουν γυναίκες που είναι έρμαια της σεξουαλικής ορμής τους και επιτίθενται συχνά ανελέητα σε αυτές. Οι κόρες του Λυκάμβη οδηγήθηκαν, ίσως, στην αυτοκτονία, επειδή ο Αρχίλοχος τις διέσυρε, εκτός του ότι έγραψε μία απίστευτη επωδό (πάπυρος Κολωνίας, 196a West) με σαφείς σεξουαλικές αναφορές. Στον Ίαμβο γυναικών ο Σημωνίδης απέδωσε με ιδιαίτερο μισογυνισμό διάφορους γυναικείους τύπους, όλους πλην ενός εντελώς αρνητικούς, για να καταλήξει ότι «αυτό το μέγιστο κακό που έπλασε ο Δίας-οι γυναίκες!» (απ. 7.96-7 West, βλ. και 1.6.2). Η πιο σημαντική παράμετρος της γυναικείας ύπαρξης ήταν, επομένως, η σύνδεσή της με τον οίκο, τον εσωτερικό χώρο και η αρνητική κριτική για κάθε κίνησή της προς τα έξω. Πρωταρχική θέση είχε, φυσικά, η σύνδεση κάθε γυναικείας ιδιότητας με τον άνδρα του οίκου. Η εξωτερική εμφάνιση των γυναικών έπαιζε, βέβαια, σημαντικό ρόλο, αλλά έπρεπε να συνδυάζεται με σωφροσύνη και αιδημοσύνη. Τέλος, η ύπαρξη της γυναίκας παρουσιάζεται άρρηκτα δεμένη με την οικονομία και τη σωστή διαχείριση των οικιακών αγαθών (βλ. 1.6.2).
Στην κλασική γραμματεία, οι αναφορές στις γυναίκες συνεχίζουν να γίνονται ευκαιριακά και πάντα σε σχέση με τον άνδρα, o οποίος ήταν ο «αρχηγός», ενώ η γυναίκα η «ἀρχομένη» (Αριστοτέλης Πολιτικά 1252a 26-1252b 5 και 54b 13). Τα ονόματα που δίνονταν στα κορίτσια αντανακλούσαν την υποδεέστερη θέση των γυναικών: είτε θηλυκοί τύποι από ανδρικά ονόματα είτε αναφορές σε ανδρικές στρατιωτικές αρετές (Λυσιστράτα, με πολεμικές συνδηλώσεις όπως Ιππονίκη, Ναυσινίκη, είτε ανακαλώντας ιδιότητες όπως Μαλθακή, Μακαρία και άλλα υποκοριστικά)119. Γενικά, στο δημόσιο χώρο η γυναίκα καλείται με το πατρωνυμικό της ή μετά το γάμο με το όνομα του συζύγου της. Μία τέτοια σχέση με το όνομα εντάσσεται στο γενικότερο περιορισμό του κοριτσιού και της γυναίκας μέσα στον οίκο και φυσικά στο διαχωρισμό των φύλων. Αυτός ο «αποκλεισμός» δηλώνεται με γραφικό τρόπο στην έμφαση στο λευκό χρώμα της γυναίκας, το οποίο δημιουργεί κωμικά προβλήματα κατά τη μεταμφίεσή της σε άνδρα (Ἐκκλησιάζουσaι 62-4). Στην ίδια κωμωδία (392/1 π.Χ.) φαίνεται πόσο εξωπραγματική έως παράλογη θεωρούνταν η συμμετοχή των γυναικών στα κοινά. Η απομόνωση των γυναικών στον οίκο δεν σήμαινε, παρόλα αυτά, απόλυτο περιορισμό. Ορισμένες γυναίκες πήγαιναν στην πηγή ή την κρήνη το πρωί (Λυσιστράτη 327-34) και δούλευαν στην αγορά σε διάφορα επαγγέλματα (βλ. 1.6.2). Επίσης, αντάλλασσαν επισκέψεις μεταξύ τους (Θεόφραστος Χαρακτῆρες 10.13). Τέτοιες έξοδοι προκαλούσαν, όμως, και επιπλοκές στις οικογένειες (Αριστοφάνης Θεσμοφοριάζουσαι 795-6, Ευριπίδης Ἀνδρομάχη 949-956, Τρωάδες 648-55)120.
Η σημασία της Αθηναίας γυναίκας ενισχύεται με το νόμο του Περικλή (451/50 π.Χ.) στον οποίο ορίζεται ότι πολίτης είναι όποιος έχει αμφότερους γονείς Αθηναίους (Πλούταρχος Περικλῆς 37.3). Σποραδικά απαντά η λέξη πολῖτις (Ισαίος 8.43, Δημοσθένης 57.43). Ακόμη και έτσι, ο Θουκυδίδης έβαλε στο στόμα του Περικλή την περίφημη φράση ότι «η μεγαλύτερη δόξα για μία γυναίκα είναι να τη συζητούν όσο το δυνατόν λιγότερο είτε για εξύμνηση είτε για κατηγορία» (Θουκυδίδης 2.45). Ο Περικλής αναφερόταν στις χήρες των πολεμιστών και είναι ακόμη πιο αξιοσημείωτο ότι η αναφορά αυτή έγινε σχεδόν παρενθετικά προς το τέλος του «επιτάφιου». Διαθέτουμε, επίσης, πολλές μαρτυρίες που δείχνουν ότι ήταν κοινωνικά επιβεβλημένο να μη βλέπουν οι άνδρες τις γυναίκες άλλων οικογενειών (π.χ. Λυσίας 3.6-7). Δεν είναι τυχαίο ότι από τα μέσα του 5ου αι. π.Χ. και εξής, πολλαπλασιάζονται οι παραστάσεις αποκλειστικά με γυναίκες ή με μέλη της οικογένειας σε κλειστό χώρο και τονίζονται οι γυναικείοι ρόλοι και τα οικογενειακά τους καθήκοντα ως συζύγων και μητέρων (Εικόνα 1.14α-β) τόσο στα αγγεία όσο και στα ανάγλυφα.
Εικόνα 1.14α-β Ερυθρόμορφο αλάβαστρο, Providence Museum of Art, Rhode Island School of Design Museum V 25.08
Στα δικαστήρια, οι γυναίκες εμφανίζονταν ως εξαρτώμενες από τους άρρενες συγγενείς και μόνον όταν είχαν νεαρά παιδιά121. Η γυναίκα δεν θεωρούνταν αξιόπιστη μάρτυρας, αφού για να καταθέσει έπρεπε να είναι ελεύθερη πολίτης και να ορκιστεί στη ζωή των παιδιών της (Δημοσθένης 55.27). Συνήθως μιλούσε ο κύριός της, χωρίς να αποκλείονται και δυναμικές παρουσίες γυναικών, όπως ήταν μία χήρα που στράφηκε εναντίον του πατέρα της για το χατίρι των παιδιών της (Λυσίας 32.11-18). Ακόμη και σε άπορες οικογένειες, οι κοπέλες μπορούσαν να φανούν χρήσιμες μέσω των δεσμών που θα δημιουργούσε ένας γάμος. Η κόρη μπορούσε να συντελέσει στη διατήρηση του οίκου, σε περίπτωση που δεν υπήρχε ή δεν επιζούσε κάποιος άρρην απόγονος. Με το θάνατο του πατέρα της, μία τέτοια κόρη γινόταν ἐπίκληρος, λέξη που σημαίνει «αυτός που βρίσκεται κοντά στην περιουσία». Έπρεπε, σύμφωνα με το νόμο, να παντρευτεί έναν κοντινό συγγενή (συνήθως τον αδελφό του πατέρα ή το γιο εκείνου) ή ο συγγενής αυτός κανόνιζε το γάμο της με κάποιον άλλο. Οι γιοι της από το γάμο αυτόν (ἐπιδικασία) θα κληρονομούσαν την περιουσία του παππού τους, γι’ αυτό και συχνά αναλάμβαναν οι ίδιοι, όταν ενηλικιώνονταν, το ρόλο του προστάτη των συμφερόντων της μητέρας τους. Έτσι, με το θεσμό της ἐπικλήρου εξυπηρετούνταν η διασφάλιση του γάμου στα κορίτσια και στην παράδοση του οίκου σε μία νέα σειρά αρρένων απογόνων.
Στις αττικές τραγωδίες, παρουσιάζονται εντυπωσιακά πορτρέτα γυναικών, οι οποίες, βέβαια, ανήκαν στη μυθική και συχνά σε περιθωριακή σφαίρα: γυναίκες όπως η ερωτευμένη και μετανοούσα Φαίδρα, η τραγική μητέρα Μήδεια ή η μετανοούσα Κρέουσα, μητέρα του Ίωνα, η τρυφερή Δηιάνειρα με το άγριο όνομα και
την ακόμη πιο βίαιη αυτοκτονία της με ξίφος, η πενθούσα σιωπηλή Νιόβη, η τρελαμένη Κασσάνδρα ή η ανδρόκαρδη Κλυταιμνήστρα με την αντάξια κόρη της Ηλέκτρα, η τραγική Πρόκνη, όλες στέκονται απέναντι σε οικογενειακές ιστορίες, τις οποίες προσπαθούν να ορίσουν με πλήρη επίγνωση της γυναικείας θέσης τους. Μισογυνικοί λόγοι, όπως της Φαίδρας και του Ιάσονα, αντανακλούν την παραδοσιακή άποψη (Ἱππόλυτος 405- 30, Μήδεια 263-6). Ο μονόλογος της βάρβαρης Μήδειας θέτει πολλά ερωτήματα, όπως το πόσο αποκλεισμένη ήταν η ζωή μίας σωστής συζύγου, πόσο αυτή ήταν ικανή να ξεφύγει από τα όρια του οίκου της, για να βρει υποστήριξη στη συντροφιά άλλων γυναικών, και σε ποιο βαθμό θα μπορούσε να περιμένει βοήθεια και νομική προστασία από την κοινωνία σε περίπτωση κακομεταχείρισης (Ευριπίδης Μήδεια 230-58).
Σε αντίθεση προς τον αθηναϊκό αποκλεισμό, στη Σπάρτη τα κορίτσια έπρεπε να ασκούνται και να λαμβάνουν μέρος γυμνά σε δημόσιες τελετές μαζί με τα αγόρια. Οι Σπαρτιάτισσες διακρίνονταν για τον αθλητισμό, την ιππική, το κρασί, τις ομοερωτικές σχέσεις και την ελεύθερη αγωγή. Η Αθηναία Λυσιστράτη παρουσίασε τις κοπέλες της Λακωνίας ως εξής: «ας εγκωμιάσουμε τη Σπάρτη... εκεί όπου τα κορίτσια σαν άλογα πηδάνε στον Ευρώτα, σηκώνοντας σκόνη με τα γρήγορα κινήματα των ποδιών τους. Και τα μαλλιά τους κυματίζουν σαν αυτά των παιχνιδιάρικων Μαινάδων με τους θύρσους τους. Και στην κορυφή του χορού είναι η όμορφη αγνή κόρη της Λήδας» (Αριστοφάνης Λυσιστράτη 1306-15, πρβλ. Πλάτων Πρωταγόρας 342d). Πολλά ανεκδοτολογικά για επώνυμες Σπαρτιάτισσες μπορεί να διαβάσει κανείς στον ψευδο-Πλούταρχο (Ἀποφθέγματα λακωνικά 240-1), μεταξύ των οποίων και την απάντηση της κόρης του Κλεομένη στην ερώτηση ενός Αθηναίου
«γιατί μόνες εσείς οι Λάκαινες εξουσιάζετε άνδρες;», «γιατί μόνον εμείς γεννάμε άνδρες» (πρβλ. Λυκοῦργος 14-15, βλ. και 1.2). Η Σπάρτη δέχεται αυστηρή κριτική και από τον Αριστοτέλη, ακριβώς επειδή οι γυναίκες της είχαν ελευθερία, άνεση κινήσεων και έπαιζαν ρόλο στη διαχείριση των περιουσιών. Μεταξύ άλλων ο Αριστοτέλης αναφέρει ότι «η άνεση των γυναικών είναι βλαβερή και για την πρόθεση της πολιτείας και για την ευδαιμονία της πόλης», και «σε όσα πολιτεύματα η αντιμετώπιση των γυναικών γίνεται με φαύλο τρόπο, τότε το μισό της πόλης πρέπει να θεωρείται χωρίς νομοθεσία» (Αριστοτέλης Πολιτικά 1269b 12-1270a 15).
1.5.2 Παιδιά και σχέσεις τους με τα μέλη του οίκου122
Τα βρέφη και τα παιδιά αποτελούσαν ξεχωριστές ομάδες μέσα στο οργανωμένο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον, οι οποίες έχριζαν ιδιαίτερης προστασίας και προσοχής. Οι διάφορες φάσεις του ανθρώπινου βίου μπορούν να ιδωθούν τόσο ως «μεταβάσεις» όσο και ως επιμέρους στάδια και φυσικά κάθε φάση συνοδεύεται από συγκεκριμένη συμπεριφορά και συγκεκριμένες αντιλήψεις για τη συμπεριφορά αυτή123. Επίσης, πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη ότι κατά βάση δεν υπάρχει ούτε υπήρχε μία ομογενοποιημένη κοινωνία παιδιών, αλλά διακρίσεις ανά φύλο, κοινωνική τάξη και ηλικιακά στάδια. Κοινωνιολογικές μελέτες διαφόρων εποχών και πολιτισμών σε ό,τι αφορά την παιδική ηλικία τείνουν να τη χαρακτηρίζουν ως ενεργητική και διακριτή φάση από αυτή του ενήλικου βίου. Ως «μισά όντα» τα παιδιά βρίσκονται υπό τη φροντίδα των ενηλίκων, δεν είναι κοινωνικά αυτόνομες οντότητες, συνιστούν, όμως, φορείς του μέλλοντος με την έννοια ότι σε αυτά εναποτίθεται η προσδοκία για το μέλλον με βάση τις ισχύουσες κοινωνικές νόρμες και τις προηγούμενες εμπειρίες των ενηλίκων. Συνεπώς, ο τρόπος ανατροφής των παιδιών εξαρτάται από την κοινωνία, στην οποίαν ανήκουν, και από την άποψη αυτή τα παιδιά εκπροσωπούν εξίσου και το παρελθόν124.
Διαβάζοντας τις αναφορές των αρχαίων πηγών για τα παιδιά, μαθαίνουμε ταυτόχρονα και για τους ενήλικες, αφού οι σχέσεις μεταξύ τους είναι αμοιβαίες και υπάρχει στενή αλληλεπίδραση. Αναμφίβολα, δεν διαθέτουμε τη φωνή των ίδιων των παιδιών, εκτός από την πολύ σπάνια περίπτωση μίας επιστολής, που βρέθηκε το 1972 στην Αγορά των Αθηνών. Εκεί, ένα παιδί, που στάλθηκε να μαθητεύσει ως παραγιός, πιθανότατα όχι παιδί οικογένειας πολιτών, παραπονιέται στη μητέρα του και σε κάποιον άλλον πόσο άσχημα του φέρεται ο άνδρας στον οποίο τον παρέδωσαν, ότι το δέρνει και το μεταχειρίζεται σαν σκουπίδι125.
Μέσα στη γενικότερη προβληματική του κατά πόσο οι αρχαίοι Έλληνες ήταν σαν εμάς, εντάσσεται και το ερώτημα εάν και σε ποιο βαθμό οι αντιλήψεις και η στάση τους απέναντι στα παιδιά μοιάζουν ή όχι και κατά πόσο αποκλίνουν πιθανόν από τις δικές μας. Η παλαιότερη άποψη του Philippe Ariès126 ότι δεν υπήρχε η έννοια της παιδικής ηλικίας ως ξεχωριστής φάσης στην αρχαία Ελλάδα, ότι δηλαδή τα παιδιά θεωρούνταν «μικρογραφίες» των ενηλίκων και ότι γενικά δεν υπήρχε ενδιαφέρον για τα παιδιά και ιδιαίτερος συναισθηματικός δεσμός με αυτά, έχει τεθεί υπό σοβαρή αίρεση, και πλέον πιστεύεται ότι οι πηγές αποδεικνύουν πως οι αρχαίοι Έλληνες έχουν πολλά κοινά με τις σύγχρονες αντιλήψεις παρά τις επιμέρους διαφορές127. Όσο για τη συναισθηματική διάθεση απέναντι στα παιδιά, πέραν των αναγκαστικών διαφορών ανά φύλο ή περιοχή, οι πηγές δείχνουν ότι τα παιδιά θεωρούνταν ένα σημαντικό τμήμα της οικογένειας στο oποίο δινόταν ιδιαίτερη φροντίδα από τους ενήλικες (Ευριπίδης Ἡρακλῆς Μαινόμενος 634-6, πρβλ. Θουκυδίδης 7.29.5 και Αριστοτέλης περὶ ζῴων γενέσεως 3.753a 7-15).
Ανεξάρτητα από το αν η ύπαρξη ή όχι μίας λέξης δηλώνει και το ενδιαφέρον για το σημαινόμενο, στην αρχαία ελληνική υπάρχει ένα ευρύ φάσμα ορολογίας για τις διάφορες υπο-ομάδες παιδιών. Η λέξη παῖς σημαίνει εξίσου παιδί και σκλάβος αλλά και ερώμενος. Ο ελληνιστικός φιλόλογος Αριστοφάνης ο Βυζάντιος οργάνωσε τις λέξεις αυτές ως εξής: παιδίον για το βρέφος, παιδάριον για το παιδί που μπορεί να περπατήσει και να μιλήσει, παιδίσκος και παῖς για το παιδί που μπορεί να λάβει αγωγή και προχωρά στην ωριμότητα. Η ηλικία ενός παιδιού οριζόταν με βάση τις δημόσιες και τις ιδιωτικές εορτές και τη συμμετοχή του σε αυτές. Μία γυναίκα ανακαλεί πώς, όταν ήταν επτά χρονών έγινε αρρηφόρος, στα δέκα αλετρίς και μετά με έναν κροκωτό ένδυμα υπηρέτησε ως κανηφόρος φορώντας ένα περιδέραιο από σύκα (Αριστοφάνης Λυσιστράτη 641-7, βλ. 2.1.3). Ανάλογα, κάποιος ρωτά μία μητέρα πόσων Χοών (δηλ. της ημέρας που εορτάζονταν οι Χόες κατά τα Ανθεστήρια) είναι το αγόρι της (Αριστοφάνης Θεσμοφοριάζουσαι 746-7). Ο Σόλων που μετρά την ανθρώπινη ζωή σε εβδομάδες (απ. 27 West) περιγράφει τον «παῖδα ἄνηβον», του οποίου τα δόντια μεγαλώνουν, όταν είναι ακόμη «νήπιος», και τα χάνει για πρώτη φορά στα επτά του χρόνια και δίνει όλες τις ηλικιακές περιόδους με βάση κάποια βασικά χαρακτηριστικά σε ένα πολύ συνοπτικό αλλά ενδιαφέρον ποίημα. Ο Πολυδεύκης διακρίνει με βάση την ιπποκρατική διαίρεση σε επτά ηλικίες (κατηγορίες ηλικιών), με επτά χρόνια διάρκεια η καθεμία: (Ὀνομαστικόν 2.4): παΙδίον (από τη γέννηση έως τα 6), παῖς (6-13), μεΙράκΙΟΝ (13-20), νεανίσκος (20-27), ἀνήρ (27-34), γέρων (34-40) και πρεσβύτης (41-48). Στους πανελλήνιους αγώνες οι διαγωνιζόμενοι χωρίζονταν ανά ηλικία, και πρώτοι ήταν οι παῖδες, δεύτεροι οι ἀγένειοι και μετά οι ἄνδρες: οι πρώτοι μεταξύ 11 και 15 χρονών, οι αγένειοι 15-19 και οι ἄνδρες 19 και πάνω (Πλάτων Νόμοι 833cd)128. Ανάλογα, και για τους Σπαρτιάτες γνωρίζουμε τις τρεις ηλικίες στους τρεις χορούς των σπαρτιατικών εορτών: οι παῖδες, που εί- ναι πρώτοι ηλικιακά, μιλούν τελευταίοι («εμείς θα γίνουμε πιο ισχυροί ἄνδρες»). Πρώτοι παίρνουν το λόγο οι γέροντες («ήμασταν κάποτε νεανίαι») και μετά οι ἀκμάζοντες («τώρα είμαστε έτσι, αν θέλεις να δεις»: Πλούταρχος Λυκοῦργος 21.2). Ακόμη και το φαγητό καθοριζόταν ανάλογα με τις τρεις ηλικιακές ομάδες εκτός από τη διάκριση που είδαμε μεταξύ των δύο φύλων (Ιπποκράτης Περὶ τροφῆς 41, ἀκμάζοντες, νέοι και γέροντες). Οι σχέσεις των παιδιών με τους γονείς τους μπορούν να μελετηθούν μέσα από τις γραμματειακές πηγές και μέσα από τις κοινές απεικονίσεις τους σε διάφορες κατηγορίες μνημείων (αγγεία, αναθηματικά και επιτύμβια ανάγλυφα, ειδώλια). Από μία άποψη, τα παιδιά ανήκαν μαζί με τις γυναίκες στην ίδια κατηγορία του περιθωριοποιημένου πληθυσμού, που αντιπαραβάλλεται στον κόσμο των ενηλίκων ανδρών, ο οποίος και συνιστά τη μόνη επίσημη και ενεργητική παρουσία μέσα στον κοινωνικό ιστό. Ακόμη και εικονογραφικά τα παιδιά και οι γυναίκες παριστάνονται συχνά με κοινή χρήση του επίθετου λευκού χρώματος, δηλώνονται δηλαδή ως ξεχωριστές και ευαίσθητες μορφές. Ο Πλάτων πραγματεύεται τις γυναίκες μαζί με τους σκλάβους και τα παιδιά (Πολιτεία 431c). Ο Αριστοτέλης θεωρούσε ότι γυναίκες και παιδιά μοιάζουν ακόμη και στην εμφάνιση (περὶ ζῴων γεννέσεως 728a 17). Ειδικότερα αφιερώνει πολύ χώρο στην παρουσίαση της αγάπης μεταξύ γονέων και παιδιών και αδελφών (Αριστοτέλης, Ἠθικά Νικομάχεια 1161b 28-1162a 2): «γιατί οι γονείς αγαπούν τα παιδιά τους επειδή είναι ένα κομμάτι του εαυτού τους, και τα παιδιά τους γονείς τους επειδή είναι κάτι που προήλθε από εκείνους. Οι γονείς όμως είναι σε μεγαλύτερο βαθμό βέβαιοι ότι τα παιδιά προήλθαν από τους ίδιους από ό,τι είναι βέβαια τα παιδιά ότι προήλθαν από αυτούς, και ο δεσμός του γεννήτορα με το παιδί του είναι ισχυρότερος από τον δεσμό του παιδιού με τον γεννήτορά του. (...) έπειτα υπάρχει και η διάσταση του χρόνου: οι γονείς αγαπούν τα παιδιά τους αμέσως μόλις αυτά γεννηθούν, ενώ τα παιδιά αγαπούν τους γονείς τους αφού περάσει κάποιος χρόνος και αρχίσουν να καταλαβαίνουν ή να αισθάνονται. Από όλα αυτά γίνεται φανερό και γιατί οι μητέρες αγαπούν περισσότερο. Οι γονείς λοιπόν αγαπούν τα παιδιά τους σαν αυτά να είναι ο εαυτός τους [: τα παιδιά τους είναι σαν ένας άλλος εαυτός τους, έτσι που είναι χωριστή η ύπαρξή τους], ενώ τα παιδιά αγαπούν τους γονείς τους επειδή γεννήθηκαν από αυτούς. Τα αδέλφια αγαπούν το ένα το άλλο, επειδή γεννήθηκαν από τους ίδιους γονείς …» [μτφρ. Δ. Λυπουρλή]).
Στις γραπτές πηγές, αναφορές στα παιδιά γίνονται περισσότερο σε σχέση με τους ενηλίκους (γονείς, τροφούς, παιδαγωγούς) είτε στον ιδιωτικό είτε στο δημόσιο χώρο, ενώ δεν λείπουν και εικαστικά παραδείγματα με μεμονωμένες παραστάσεις ενός ή περισσότερων παιδιών, μαζί με συγγενείς και συνομήλικους φίλους τους. Τα παιδιά, φυσικά, ανήκουν πρωτίστως στον κλειστό χώρο του οίκου, αλλά μέσω της συμμετοχής τους σε διάφορες τελετές ή εορτές, εκτίθενται και στο δημόσιο χώρο της πόλης, όπου αργότερα θα ζήσουν ως ενεργοί πολίτες.
Στην ομηρική εποχή η αντιμετώπιση των παιδιών είναι ευθύγραμμη. Ο τυπικός χαρακτηρισμός τους είναι παῖς νήπιος, δηλαδή η κατηγορία του ανθρώπου που δεν διαθέτει την ικανότητα ομιλίας και συνεπώς σκέψης –και μάλιστα ορθής- γι᾽ αυτό και επεκτείνεται σε κάθε ενήλικα που δεν σκέφτεται σωστά, τόσο διανοητικά όσο και ηθικά. Ο Θεόγνις (254) λέει ότι κάποιος εξαπατά τον άλλο με λόγια σαν ένα μικρό παιδί (ὥσπερ μικρὸν παῖδα λόγοις μ’ ἀπατᾷς). Συχνά, πολλοί πολεμιστές χαρακτηρίζονται νήπιοι, με σαφή αρνητική απόχρωση, και ως γνωστόν στην Οδύσσεια νήπιοι είναι οι σύντροφοι του Οδυσσέα και οι μνηστήρες –και αμφότερες ομάδες χάνονται. Μία ωραία παρομοίωση παρουσιάζει το παιδί που συσσωρεύει στην ακρογιαλιά άμμο με το αθώο παιχνίδι του, κάνει αμμόπυργους και χαίρεται και μετά πάλι παίζοντας με τα χέρια και τα πόδια του τους καταστρέφει (Ἰλιάς 15.362-4). Αυτό είναι και το πρώτο ποιητικό παιχνίδι που γνωρίζουμε από την αρχαία Ελλάδα μαζί με τα ἀθύρματα που δίνει η Πηνελόπη στη δούλη Μελανθώ, όταν εκείνη ήταν μικρό παιδί (Ὀδύσσεια 18.322-3) και οι πεσσοί των μνηστήρων.
Επιπλέον, τα παιδιά αποτελούν το ένα από τα τρία μέρη του άμαχου και συνεπώς άχρηστου πληθυσμού (μαζί με τις γυναίκες και τους γέροντες), και η σπάνια παρουσία τους αφορά προπάντων το τραγικό θέμα της αβοήθητης φύσης τους (π.χ. στην κλασική εποχή γνωρίζουμε ότι οι Αθηναίοι μετακόμισαν σε καιρό πολέμου
«παῖδας καὶ γυναῖκας», Θουκυδίδης 2.14.1). Προγραμματικά, η Ιλιάδα δείχνει πώς σε περίοδο πολέμου οι άνδρες πολεμιστές σκοτώνονται, για να υπερασπιστούν τα γυναικόπαιδα, που μαζί με τους γέροντες παρουσιάζονται ως η ευάλωτη και παθητική ομάδα της κοινότητας και τελικά ή θα σκοτωθούν ή θα αιχμαλωτιστούν129. Οι πολεμιστές της Ιλιάδας, αν και ενήλικες, δεν παύουν να είναι παῖδες για τους γονείς τους και γι᾽ αυτό ο θάνατός τους στο πεδίο της μάχης προκαλεί αφάνταστη θλίψη στους συγγενείς. Ο σκοτωμένος πολεμιστής δεν θα μπορέσει να ανταποδώσει ξανά τη στοργή στους γονείς του (π.χ. Ἰλιάς 4.477-8). Μόνον ένα νήπιο κάνει την εμφάνισή του εν σώματι σε ολόκληρο το πολεμικό έπος, ο Αστυάναξ, γιος του Έκτορα και της Ανδρομάχης, ένα εξίσου χαριτωμένο και ανυπεράσπιστο πλάσμα με τραγικό μέλλον και φυσικά χωρίς φωνή (6.400-4). Στη σκηνή είναι παρούσα μία σιωπηλή τροφός, που όμως δεν υποκαθιστά τους δύο γονείς. Η σχέση αυτή δηλώνει πολλά και για το ρόλο του πατέρα ως απαραίτητου προστάτη της οικογένειας. Το αντίστροφο, δηλαδή το χρέ- ος του παιδιού προς τον πατέρα, είναι τα λόγια του Αχιλλέα για το γέροντα Πηλέα και φυσικά η αντίστροφη σχέση του Πριάμου προς το νεκρό γιο του, σχέσεις που ουσιαστικά τερματίζουν και τον ιλιαδικό μύθο (Ἰλιάς 24). Ένα αρνητικό παράδειγμα τέτοιας σχέσης απαντά στην αυτοβιογραφία του Φοίνικα, που βρέθηκε σε διαμάχη με τον πατέρα του και αναγκάστηκε να ξενιτευτεί (Ἰλιάς 9.447-63). Αυτός ο εκδιωγμένος γιος έγινε αργότερα ένα είδος δεύτερου πατέρα για τον Αχιλλέα, του οποίου την παιδική συμπεριφορά ανακαλεί με τρυφερότητα (9.485-95 ό.π. 1.2). Παρόμοια σκηνή επαναλαμβάνεται στην εμπειρία της τροφού του Ορέστη στην οικογένεια των Ατρειδών στις Χοηφόρους του Αισχύλου (749-60). Στη μεταπολεμική Οδύσσεια η επική ιστορία εστιάζει στην ωρίμανση του νεαρού πλέον Τηλέμαχου, στον οποίον η Αθηνά με την πρώτη της εμφάνιση θα πει με έμφαση ότι δεν πρέπει να μείνει προσκολλημένος στην παιδική του ηλικία, γιατί δεν βρίσκεται πλέον σε αυτή (1.296-7: οὐδέ τί σε χρὴ/νηπιάας ὀχέειν, ἐπεὶ οὐκέτι τηλίκος ἐσσί). Ο γιος θα αποδειχτεί αντάξιος του πατέρα του σε όλες τις αρετές, ένας «ἐοικώς πατρί» και θα αποτελέσει άλλη μία πρότυπη περίπτωση για τη σχέση πατεράδων και γιων στην αρχαία Ελλάδα, μία σχέση με πολλές, όπως είναι φυσικό, δυνατότητες130. Ανάλογα, η μητέρα μπορεί να κοπιάζει για το χατίρι των παιδιών της (Ἰλιάς 12.433-5), είναι στοργική προς το κοιμισμένο παιδί της διώχνοντας μία μύγα (Ἰλιάς 4.130-1), ενώ η Εκάβη και η Πηνελόπη είναι υποδειγματικές μητέρες με αγάπη και ανησυχία για τα παιδιά τους.
Στα διάφορα γραμματειακά είδη δηλώνονται ορισμένα δεδομένα για τις σχέσεις των παιδιών είτε με τη μη- τέρα είτε με τον πατέρα τους. Ειδικά για σχέσεις των κοριτσιών με τη μητέρα τους πληροφορούμαστε από γυ- ναίκες ποιήτριες, όπως τη Σαπφώ που μιλά με τρυφερότητα για την κόρη της Κλεΐδα. Στην Αθήνα της εποχής του κωμικού ποιητή Μενάνδρου (4ος αι. π.Χ.), μία κοπέλα βιάζεται κατά τη διάρκεια της εορτής του Άδωνη (για τα Αδώνια, βλ. 2.1.2), που διοργανώνει η μητέρα της, και τελικώς η μητέρα πιέζει το βιαστή να παντρευ- τεί την κόρη της. Η μητέρα μαθαίνει στην κόρη την υφαντική τέχνη, όπως λέγει η Νοσσίς που αφιερώνει ένα λινό ύφασμα που έφτιαξε μαζί με τη μητέρα της. Η Ήριννα σε ένα ποίημα ανακαλεί οικιακές σκηνές από την παιδική της ηλικία με τη νεκρή πλέον φίλη της, τη Βαυκίδα, να παίζουν με κούκλες και άλλα παιχνίδια. Εκεί δηλώνει ότι και η μητέρα της ήταν τότε παρούσα και επικαλείται τη Μορμώ, για να εκφοβίζει και να πειθαρχεί τα παιδιά. Πάντως, η Ήριννα φαίνεται να υπάκουσε τελικά στη μητέρα της και δεν πήγε στην κηδεία της φίλης της και την πένθησε με ένα ποίημα. Οι τραγωδίες είναι γεμάτες από μητέρες που ανησυχούν για τις κόρες τους ή παραστέκονται στο γάμο τους, όπως η Εκάβη, η Κλυταιμνήστρα και άλλες.
Οπωσδήποτε, αναμενόμενη είναι η στενή σχέση του παιδιού με τη μητέρα του, μαζί με την οποία μεγάλωνε τα πρώτα επτά τουλάχιστον χρόνια της ζωής του (για μητρική φιλοτεκνία, π.χ. Αριστοτέλης Ἠθικὰ Νικομά- χεια 1168a 25-6, Ευριπίδης απ. 1015). Ακόμη και ο μισογύνης Ευριπίδης ομολογεί ότι είναι φοβερό αυτό που υποφέρουν οι γυναίκες στη γέννα, αλλά με κάποιον τρόπο το γυναικείο γένος είναι φιλότεκνον (Ευριπίδης Φοίνισσαι 355-6: δεινὸν γυναιξὶν αἱ δι’ ὠδίνων γοναί / καὶ φιλότεκνόν πως πᾶν γυναικεῖον γένος).
Η σχέση μητέρας και παιδιών μπορεί να επηρεάζεται άμεσα και δραστικά από την ποιότητα της συζυγικής σχέσης και σε σημαντικό βαθμό ακόμη και από παράνομες γεννήσεις. Η Μήδεια που σκοτώνει τα δικά της δεν παύει είναι μία βάρβαρη, αλλά και η Αθηναία Κρέουσα δεν είναι πολύ καλύτερη, τουλάχιστον στην αρχή της μητρότητάς της για τον Ίωνα, αφού τον εκθέτει ως παράνομο καρπό. Φυσικά και υπάρχουν στοργικές μητέρες στο μύθο, όπως η Αίθρα για το Θησέα ή η δίκαιη Ιοκάστη για τους δύο προβληματικούς γιους της, τον Ετεοκλή και τον Πολυνείκη. Η Δηιάνειρα, άλλη μία απατημένη σύζυγος, ομολογεί με πικρία ότι ο πατέρας των παιδιών της είναι πάντα απών από τον οίκο και συνεπώς η ίδια ζει μέσα σε μία εξαρθρωμένη οικογενειακή πραγματικότητα (Σοφοκλής Τραχίνιαι). Στην τραγωδία, τα παιδιά διατηρούν ένα παθητικό ρόλο και εμφανί- ζονται, για να προκαλέσουν οίκτο ή είναι αντικείμενα εκμετάλλευσης των ενηλίκων. Πολύ μικρά παιδιά δεν εμφανίζονται στη σκηνή και ο Ευρυσάκης, γιος του Αίαντα και της Τέκμησσας, είναι μία τέτοια περίπτωση. Ο Αστυάναξ γίνεται αντικείμενο μεγάλου θρήνου από τη γιαγιά του Εκάβη (Ευριπίδης Τρωάδες 1167-1206). Ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον κεφάλαιο είναι η σχέση των πατεράδων με τους γιους τους131. Στον κόσμο των θεών, συχνά οι θεϊκoί πατέρες απουσιάζουν από το μεγάλωμα των παιδιών τους (π.χ. ο Απόλλων για τον Ίωνα, ο Ήφαιστος για τον αυτόχθονα Εριχθόνιο, ο Δίας για το Διόνυσο ή τον Ερμή). Πιθανότατα οι Έλληνες αναζήτησαν τα πρότυπα ή τα αντιπρότυπά τους για τις οικογενειακές σχέσεις στο χώρο των ηρώων. Και σε αυτούς συχνά ο ένας από τους δύο γονείς απουσιάζει (π.χ. η Θέτις από την ανατροφή του Αχιλλέα). Ο Ηρακλής που είναι μεταξύ άλλων και αφοσιωμένος πατέρας (του Ύλλου) δεν ξεφεύγει, όπως είδαμε, από τον ψόγο της σοφόκλειας (δεύτερης) συζύγου του, της Δηιάνειρας. Ο Θησέας είναι άλλο ένα θετικό πρότυπο για τη σχέση με τον παππού του Πιθέα και τον παιδαγωγό του Κοννίδα και φυσικά με τον πατέρα του Αιγέα και τη μητέρα του Αίθρα. Εξαιρετικά τρυφερή είναι η σχέση πατέρα προς κόρη, όπως την περιγράφει ο Ίφις στις Ἱκέτιδες του Ευριπίδη (1101-3): «μα δεν είναι πια εκείνη που τα φιλιά της που έδινε, και μέσα στα χέρια της μου κράταγε το κεφάλι. Για ένα γέρο πατέρα δεν υπάρχει τίποτε πιο γλυκό από την κόρη. Έχει ψυχή ανώτερη το αγόρι, αλλά εκδηλώνεται λιγότερο με χάδια». Το αντίστοιχο στην κωμωδία είναι η σχέση του Στρεψιάδη προς το γιο του, όταν ήταν μικρός, επειδή η μητέρα του ως αριστοκράτισσα δεν είχε και πολλή διάθεση για ανατροφές. Η περηφάνια του πατέρα ηχεί μάλλον κοροϊδευτικά και συμβαδίζει με τη χαμηλή καταγωγή του –αν και ο ίδιος πατέρας αργότερα θα τονίσει τη σημασία της παλιάς και καλής αγωγής των παιδιών, σε αντίθεση με την ξεδιαντροπιά που επαγγέλλεται η σοφιστική παιδεία των ημερών του (Αριστοφάνης Νεφέλαι βλ. 1.2).
Στις παραστάσεις των αττικών αγγείων, οι μητέρες οι οποίες κρατούν τα παιδιά τους, τα φροντίζουν ή παίζουν με αυτά, εμφανίζονται με σχετική συχνότητα στα κλασικά χρόνια, ενώ δεν συμβαίνει το ίδιο με τους πατεράδες, που έχουν, συνήθως, δευτερεύοντα ρόλο και εμφανίζονται περισσότερο ως απλοί παρατηρητές παρά ως ουσιαστικοί μέτοχοι στα δρώμενα των παραστάσεων (Εικόνα 1.15).
Εικόνα 1.15 Ερυθρόμορφη υδρία-κάλπις της Ομάδας του Πολυγνώτου, Καίμπριτζ Harvard University
Οι γυναίκες δέχονται τα βρέφη ή τα μικρά παιδιά από τις τροφούς, τα κρατούν στην αγκαλιά τους -ακόμη και όταν κοιμούνται- και ασχολούνται μαζί τους σε διάφορες δραστηριότητες, είτε πρόκειται για οικιακές εργασίες είτε για ψυχαγωγία. Οι άνδρες, αντίθετα, έχουν πολύ περιορισμένη παρουσία μαζί με τα παιδιά τους στα αγγεία, κυρίως σε ορισμένες εορτές και πιθανόν σε ειδικές περιστάσεις (π.χ. αθλητικοί και μουσικοί αγώνες, θυσίες, αποχαιρετισμοί), και η ταύτι- σή τους δεν είναι πάντα βέβαιη –στη θέση τους θα μπορούσε να είναι ο παιδαγωγός ή ένας δάσκαλος. Από το β΄ μισό του 5ου αιώνα πολλαπλασιάζονται οι οικογενειακές σκηνές με παιδιά132. Εκτός από τα ερυθρόμορφα αγγεία, αυτές συναντώνται κυρίως σε λευκές ληκύθους, μαρμάρινες λουτροφόρους και ληκύθους, καθώς και σε επιτύμβια και αναθηματικά ανάγλυφα (βλ. 1.4). Ειδικά τα επιτύμβια μνημεία μπορούν να θεωρηθούν ως τεκμήρια για την άντληση πληροφοριών σχετικά με τα παιδιά και τη θέση τους μέσα στην οικογένεια και την κοινωνική ομάδα στις οποίες ανήκαν.
Σώζονται πολλές παραστάσεις παιδιών στη γλυπτική, λιγότερες στην αρχαϊκή και πολύ περισσότερες στην κλασική εποχή. Oπωσδήποτε, οι σκηνές αυτές είναι σε μεγάλο βαθμό ιδεατές, δεν παρουσιάζουν επακριβώς τις πραγματικές οικογένειες, που είχαν παραγγείλει το έργο, και έχουν ένα στερεοτυπικό χαρακτήρα, ανάλογα με τα κοινωνικά στρώματα που αποδίδουν. Πολυπρόσωπες σκηνές με οικογένειες κυριαρχούν σε διάφορα ανάγλυφα, και συνηθέστατα σε αυτά παριστάνονται και παιδιά. Η απόδοση ρεαλιστικών στοιχείων της ηλι- κίας αυξάνει στην τέχνη του τέλους 5ου και αρχών 4ου αι. π.Χ. και συμπίπτει με την περίοδο, από την οποία σώζεται μεγάλος αριθμός αναθηματικών και επιτύμβιων αναγλύφων με παιδιά133. Στην αρχαϊκή τέχνη, τα παιδιά απεικονίζονται σαν μικροσκοπικοί ενήλικες, στους οποίους μοιάζουν πολύ ως προς την απόδοση των φυσιογνωμικών χαρακτηριστικών εκτός από τη γυμνότητα. Στην κλασική τέχνη, τα παιδιά και οι νέοι διακρίνονται ξεκάθαρα από τους ενήλικες. Τα μικρά παιδιά είναι συνήθως γυμνά, με μακριά ακατάστατα μαλλιά, στρουμπουλό πρόσωπο, φουσκωμένη κοιλιά και ασύμμετρες αναλογίες στα μέλη του σώματος. Η στάση τους είναι επίσης χαρακτηριστική, καθώς δείχνουν λιγότερη προσοχή σε σχέση με την προσήλωση των ενηλίκων και η σχέση τους με το τελετουργικό αυξάνεται ανάλογα με την ηλικία. Επίσης, χειρονομούν έντονα, για να τραβήξουν το ενδιαφέρον των μεγάλων και για να επικοινωνήσουν με τους γύρω τους, εκφράζοντας τον αυ- θορμητισμό και την κινητικότητα που χαρακτηρίζει αυτή την ηλικία. Tα αγόρια είναι κατά κανόνα τυλιγμένα σε μακρύ ιμάτιο, το οποίο καλύπτει όλο το σώμα τους για λόγους σεμνότητας. Αντίθετα, τα μεγαλύτερα αγό- ρια στην ηλικία της εφηβείας φορούν συχνά το τυπικό ένδυμα των νεαρών και ώριμων ανδρών, δηλαδή ένα μακρύ ιμάτιο που καλύπτει τον αριστερό ώμο και αφήνει εν μέρει γυμνό το στέρνο. Επίσης, στις παρειές τους μπορεί να αποδίδεται το εφηβικό χνούδι, οι χαρακτηριστικοί «ἴουλοι».
Τα κορίτσια διένυαν πολύ πιο γρήγορα από τα αγόρια τη φάση από την παιδική ηλικία στην ενηλικίωση134. Ειδικά στην Αθήνα, συμμετείχαν ως παρθένοι σε διάφορες εορτές (βλ. 2.1). Ίσως τα αγάλματα των Κορών της αρχαϊκής εποχής να δηλώνουν αυτή την κοινωνικοποίηση των κοριτσιών μέσω των δημόσιων εμφανίσεων και των τελετουργικών ρόλων τους. Με τα έμμηνα, που υπολογίζονταν στην ηλικία των 14 χρόνων, το κορίτσι εγκατέλειπε την παιδική ηλικία και ήταν πλέον έτοιμο για γάμο. Ο συμβολισμός της μετάβασης αυτής βρίσκεται στην ανάθεση των παιχνιδιών της στη θεά Άρτεμη πριν από το γάμο της135. Έτσι, από παρθένος γινόταν νύμφη και με τη γέννηση του πρώτου παιδιού ενηλικιωνόταν πλήρως, ενώ βρισκόταν ακόμη στην εφηβική ηλικία. Στα κορίτσια, λόγω του γρήγορου περάσματος από την παρθενία στη ζωή της ενήλικης γυναίκας, η ει- κονιστική διάκριση από τις ενήλικες δεν είναι τόσο εμφανής. Συνήθως παριστάνονται με μικρότερο ανάστημα από εκείνες, ντυμένες μόνο με χιτώνα ή χιτωνίσκο, με μικρά στήθη που διακρίνονται κάτω από τα ενδύματα, ενώ γενικά τα μαλλιά τους έχουν πιο ελεύθερη διευθέτηση από εκείνη των ενηλίκων. Οπωσδήποτε, διακρίνονται καλύτερα από τις ενήλικες από ό,τι οι αντίστοιχοι έφηβοι από τους ενήλικες άνδρες. Στα αγγεία, ποσοτικά υπερισχύουν οι παραστάσεις των αγοριών έναντι των κοριτσιών, αλλά στα γλυπτά, αγάλματα και ανάγλυφα, τα κορίτσια εκπροσωπούνται σε ικανοποιητικό βαθμό.
Με τη συμπλήρωση των τριών χρόνων υπήρχε γενικά η πίστη ότι το παιδί είχε ξεπεράσει το κρίσιμο πρώτο στάδιο της ζωής του και είχε, έτσι, περισσότερες πιθανότητες να επιβιώσει στη συνέχεια. Επίσης, αυτή θεωρείται η ηλικία κατά την οποία τα αγόρια μπορούσαν να απομακρυνθούν από τη μητρική φροντίδα και η ανατροφή τους να ανατεθεί στους παιδαγωγούς. Σε λατρευτικό επίπεδο, γνωρίζουμε για τη συμμετοχή των τρίχρονων αγοριών –πιθανόν και κοριτσιών– στα Ανθεστήρια136. Ως δώρο έπαιρναν μικροσκοπικούς χόες (είδος οινοχόης), η εικονογραφία των οποίων είναι απολύτως ενδεικτική της πολύ μικρής ηλικίας τους. Στα περισσότερα από τα αγγεία αυτά παριστάνονται να μπουσουλούν, είναι γυμνά και φέρουν μόνο περίαπτα ως φυλακτά (Εικόνα 1.16)137.
Εικόνα 1.16 Ερυθρόμορφος χους, Αθήνα Μουσείο Αρχαίας Αγοράς
Αντίθετα, για τα μεγαλύτερα αγόρια υπήρχαν μεγαλύτεροι χόες με διαφορετικά θέματα παρμένα κυρίως από τον κόσμο των παιδικών συναναστροφών και των παιχνιδιών τους138.
Όπως και σήμερα, έτσι και στην αρχαιότητα οι άνθρωποι πίστευαν στη βασκανίαν και προσπαθούσαν με διάφορους τρόπους να προστατευτούν από το «κακό μάτι». Ιδιαίτερη πρόνοια λάμβαναν για τα βρέφη και τα μικρά παιδιά στα οποία φορούσαν κάθε είδους φυλακτά (βασκάνια, προβασκάνια, ἀποτρόπαια, φυλακτήρια, ἐγκόλπια, περιάμματα, περίαπτα, τελέσματα) με τη μορφή βραχιολιών ή περιδεραίων. Τα παιδιά μπορεί να εικονίζονται γυμνά, αλλά τις περισσότερες φορές φορούν τέτοια φυλακτά, όπως βλέπουμε κυρίως στις παραστάσεις στους χόες και σε αγάλματα ή ανάγλυφα. Ορισμένα βρίσκονται, επίσης, ως κτερίσματα σε παιδικές ταφές, όπως ένα περιδέραιο με φαινομενικά ασύνδετα αντικείμενα ως περίαπτα (τζιτζίκι, ρόδι, κοχύλι) σε τάφο κοριτσιού στα Άβδηρα. Ίσως και ορισμένες κούφιες κουδουνίστρες (όπως ζωάκια, πουλιά) μπορεί να περιείχαν δόντια (π.χ. λύκου) ως φυλακτά. Δεν ξέρουμε πότε δίνονταν αυτά, πιθανόν στα Ἀμφιδρόμια ή σε άλλες εορταστικές περιστάσεις. Τέλος, ειδώλια κουροτρόφων γυναικών με παιδιά στην αγκαλιά τους ήταν αγαπητά αναθήματα κυρίως σε ιερά γυναικείων θεοτήτων, όπου έχουν βρεθεί σε σημαντικούς αριθμούς. Εξίσου συχνά τοποθετούνταν ως κτερίσματα στους τάφους. Και στις δύο περιπτώσεις οι γονείς έθεταν τα παιδιά τους, εν ζωή ή μετά το θάνατο, υπό την προστασία των θεοτήτων αυτών. Οι κουροτρόφοι παριστάνονται όρθιες ή ένθρονες ως μητροπρεπείς θεές και συχνά η προσωνυμία αυτή δινόταν σε θεές προστάτιδες των παιδιών και των γυναι- κών, όπως η Άρτεμη, η Αφροδίτη, η Ήρα, η Εκάτη και διάφορες Νύμφες139.
Ι. ΕΞΕΤΑΖΟΜΕΝΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ: Παιχνίδια για μικρούς και μεγάλους
«Ποιος δεν χαίρεται με τα παιδικά παιχνίδια;» (Ευριπίδης Αὐγή απ. 272).
Τα παιχνίδια κατείχαν, όπως είναι αναμενόμενο, ξεχωριστή θέση στη ζωή των παιδιών και εικονίζονται αρκετά συχνά. Μπορεί να ήταν φτιαγμένα από το ίδιο το παιδί, όπως διαφημίζει με περηφάνια ο Στρεψιάδης για το γιο του (Αριστοφάνης Νεφέλαι 878-81). Ο Πλάτων θεωρεί ότι κάθε άνθρωπος έπρεπε να παίζει ανάλογα με το επάγγελμα που θα ακολουθήσει στο μέλλον και προκρίνοντας τη παιδαγωγική σημασία του παιχνιδιού προοιωνίζεται τις επιταγές της σύγχρονης παιδαγωγικής επιστήμης, τον homo ludens (Νόμοι 643b-c)140. Ο ίδιος γράφει ότι τα πολύ μικρά παιδιά (πάνυ σμικρὰ παιδία) αρέσκονται στους θαυματοποιούς, τα μεγαλύτερα (μείζονες παῖδες) σε κωμικά έργα, οι μορφωμένες γυναίκες και οι νέοι (νέα μειράκια), καθώς και το ευρύ κοινό στις τραγικές παραστάσεις, ενώ οι γέροντες στις απαγγελίες των ομηρικών και των ησιόδειων επών (Νόμοι 658cd, πρβλ. Πλούταρχος Ἠθικά = περὶ εὐθυμίας 469d). Τα παιδικά παιχνίδια διακρίνονται ανάλογα με το φύλο και οι αρχαίοι διατύπωσαν ευκαιριακά κάποιες απόψεις για τη χρησιμότητά τους. Ο Ηρόδοτος παραδίδει την πληροφορία ότι οι Λυδοί επινόησαν τους κύβους, τους αστραγάλους, την μπάλα και άλλα είδη εκτός από τους πεσσούς (1.94.14). Κατά μία άλλη εκδοχή, αυτές οι επινοήσεις οφείλονταν στο μυθικό ήρωα Παλαμήδη, τον πιο έξυπνο Αχαιό (Σοφοκλής Παλαμήδης απ. 479.4, πρβλ. Εὐφορίων απ. 61 Powell), ενώ ο Πλάτων πιστεύει ότι προέρχονταν από τους Αιγυπτίους (Φαῖδρος 274c). Ο Αριστοτέλης χαρακτηρίζει αυτά τα παιχνίδια «μαχητικά και εριστικά» (Ῥητορική 1370-1a 2).
Τα παιχνίδια της παιδικής ηλικίας141 αποτελούσαν, όπως και αποτελούν, τον καλύτερο τρόπο για την κοινωνικοποίηση, την ψυχαγωγία και την άσκηση, σωματική και πνευματική, όλων των παιδιών. Σε αυτό συνηγορούν οι πολυάριθμες αναφορές των αρχαίων πηγών για την παιδαγωγική σημασία του παιχνιδιού αλλά και για το πλήθος των διαφορετικών παιχνιδιών, καθώς και τα ποικίλα αρχαιολογικά ευρήματα (ειδώλια-ἀθύρματα, κουδουνίστρες/πλαταγαί, κούκλες/πλαγγόνες, παραστάσεις αγγείων, τράπεζες παιχνιδιού λίθινες ή πήλινες). Καταρχήν μπορούν να χωριστούν σε ατομικά και ομαδικά142, ενώ υπήρχαν και παιχνίδια διακριτά μεταξύ των δύο φύλων. Πολλά από αυτά επιζούν μέχρι σήμερα ή τουλάχιστον ήταν γνωστά μέχρι πρόσφατα, όταν τα παιδιά περνούσαν πολλές ώρες μεταξύ τους και είχαν τη δυνατότητα να παίζουν σε ανοικτούς χώρους.
Επίσης τα παιχνίδια διακρίνονται σε:
• εκείνα στα οποία τα παιδιά υποδύονται διάφορους ρόλους (π.χ. κορίτσια που παίζουν με κούκλες/
πλαγγόνες ή άλλα παιχνίδια/ἀθύρματα, αγόρια που σέρνουν το ένα το άλλο με αμαξάκια/ἁμαξίδες)
• εκείνα με τα οποία διασκεδάζουν, ενώ ταυτόχρονα ασκούνται και βελτιώνουν τη φυσική τους κατάσταση (όπως αντοχή, ευλυγισία, ισορροπία, δύναμη, ταχύτητα), συχνά και με τη βοήθεια αντικειμένων (κούνια/αἰώρα, τραμπάλα/αἰώρα ἡ βραχιόνιος, μπάλα/σφαῖρα με πολλούς τρόπους –όπως η σφαίρισις, η ἐπίσκυρος, η ἀπόρραξις ή ἀνακρουσία, η ἔφιππος σφαίρισις, η φαινίνδα, η οὐρανία, το ἁρπαστόν, το τρίγωνον, το κερητίζειν–, στεφάνι/τροχός ή κρίκος, γιο-γιο, σβούρα/κῶνος ή στρόβιλος ή στρόμβος ή ρόμβος, τρόπα και εἰς ὤμιλλαν με αστραγάλους ή άλλα μικρά αντικείμενα)
• εκείνα με τα οποία ασκούν την επιδεξιότητα και οξύνουν το πνεύμα τους, όπως διάφορα «επιτραπέζια» με πεσσούς ή αστραγάλους ή βώλους ως πιόνια (π.χ. ἀστραγαλισμός/κότσια, πεντέλιθα/πεντόβολα).
Οπωσδήποτε ορισμένα από τα παραπάνω παιχνίδια παίζονταν και από μεγαλύτερης ηλικίας άτομα, ιδιαίτερα τα «επιτραπέζια» και άλλα που συγκαταλέγονταν στα «τυχερά παίγνια»143. Επίσης, αποτελούσαν μέρος της προπόνησης στα γυμνάσια και τις παλαίστρες, άλλοτε για επιπλέον άσκηση και άλλοτε για χαλάρωση και ψυχαγωγία. Τα παιδιά μεταξύ τριών και επτά ετών παριστάνονται τις περισσότερες φορές με τα παιχνίδια τους, ενώ τα μεγαλύτερα αγόρια παίζουν, συνήθως, ομαδικά παιχνίδια, όταν δεν απεικονίζονται σε σκηνές σχολείου ή παλαίστρας (βλ. 2.2), και το ίδιο ισχύει για τα κορίτσια.
Τα πιο μικρά παιδιά έπαιζαν με κουδουνίστρες (πλαταγή), που ήταν φτιαγμένες από διάφορα υλικά (όπως δέρμα, ξύλο, κόκαλο, χαλκός). Τα σωζόμενα δείγματα έχουν, συνήθως, πήλινα θραύσματα στο κούφιο εσωτε- ρικό τους, για να κάνουν θόρυβο ή μπορούσαν να έχουν δόντια λύκου ή κομματάκια από κοράλλι για λόγους, ίσως, αποτροπαϊκούς (κυπριακό ομοίωμα μικρού γουρουνιού, 4ος αι. π.Χ., Neils – Oakley 2003, 265). Κουνώντας τες οι τροφοί ηρεμούσαν τα άτακτα παιδιά. Το παιχνίδι της ροκάνας (Ἀρχύτου πλαταγή) ενδείκνυται να δίνεται στα παιδιά, για να μη σπάνε άλλα πράγματα στο σπίτι, αφού η φύση τους είναι γενικά ανήσυχη (Αριστοτέλης Πολιτικά 51340b 25-28).
Από τη στιγμή που στέκονταν στα πόδια τους τα μικρά παιδιά μπορούσαν να παίζουν κυλώντας διάφορα αντικείμενα και έχουν βρεθεί πολλά ομοιώματα ζώων με τροχούς προσαρμοσμένους στα πόδια τους (κυρίως από ξύλο αλλά και από πηλό), τα οποία ίσως ήταν παιχνίδια (αττικό ειδώλιο της μέσης γεωμετρικής, 800-750 π.Χ., Neils – Oakley 2003, 266). Το πλέον δημοφιλές τροχήλατο παιχνίδι στις παραστάσεις (σε επιτύμβια ανάγλυφα, ταφικά αγγεία και πολλούς χόες) είναι η ἁμαξίς ή τροχός, ένα υποτυπώδες αμαξάκι το οποίο πιθανόν υποβοηθούσε και στην εκμάθηση του βαδίσματος (ερυθρόμορφος χους Brunswick Bowdoin College Museum of Art, περ. 425 π.Χ. με επιγραφή «καλός», Neils – Oakley 2003, 269). Αποτελούνταν από έναν άξονα, στην άκρη του οποίου ήταν προσαρμοσμένος ένας τροχός. Τα παιχνίδια αυτά ήταν, συνήθως, ξύλινα. Στη μαρμάρι- νη επιτύμβια στήλη του Μνησικλή (Princeton University Art Museum y1986-87, 400-350 π.Χ., Neils – Oakley 2003, 181, 305 αρ. 122), το μικρό αγόρι εικονίζεται κρατώντας «τροχό» στο δεξιό χέρι.
Τα κορίτσια έπαιζαν, φυσικά, με πλαγγόνες (κόραι, νύμφαι), ενώ υπήρχαν και αγορίστικες κούκλες, αλλά ήταν λιγότερο δημοφιλείς144. Οι κούκλες φτιάχνονταν από μεγάλη ποικιλία υλικών (όπως ξύλο, ελεφαντόδοντο, μάρμαρο, κερί, κόκαλο, ύφασμα, αλάβαστρο), οι περισσότερες που σώζονται, όμως, ήταν κυρίως από πηλό. Βρίσκονται σε τάφους ως κτερίσματα αλλά και σε ιερά, δηλώνοντας ότι ήταν ταυτόχρονα παιχνίδια και αναθήματα145, και παριστάνονται σε επιτύμβια ανάγλυφα. Αρκετές έχουν οπές στο κεφάλι τους, κάτι που δηλώνει ότι ήταν κρεμασμένες ως προσφορές ή είχαν αποτροπαϊκή σημασία. Τα παλαιότερα δείγματα ανήκουν στη γεωμετρική εποχή. Οι πλαγγόνες μπορεί να φορούν διάδημα στο κεφάλι και συχνά υποδήματα, ενώ από τον 5ο αι. δεν ήταν πλέον ντυμένες αλλά γυμνές, έτσι ώστε να τις ντύνουν τα παιδιά και τα πόδια τους ήταν κινούμενα. Εξίσου είχε αλλάξει και η κόμμωσή τους (Neils – Oakley 2003, 267-268). Δεν σώζονται κουκλόσπιτα, αλλά έχουν βρεθεί μικρογραφίες επίπλων (όπως κλισμοί, δίφροι τράπεζες και κλίνες).
Ιδιαίτερα διαδεδομένα ήταν τα παιχνίδια με ἀστραγάλους (κότσια, «ἀστραγαλίζειν» ή και «ἀστρίζειν», π.χ. ψευδο-Πλούταρχος Ἠθικά = Ἀποφθέγματα Λακωνικά 229b, Φλάβιος Φιλόστρατος Ἡρωικός 730.6). Παί- ζονταν εντός και εκτός συμποσίου και μπορεί να προκαλούσαν πραγματικές βιαιοπραγίες ανάμεσα στους παί- κτες (Φερεκράτης απ. 48 K.-A). Πρόκειται για τα ασύμμετρα κόκαλα από το πόδι ζώου (προβάτου ή κατσίκας), που χρησιμοποιούνταν επίσης για τη μαντεία (βλ. τον όρο «δορκάδειοι»: Ἀθήναιος 5.21.29, μαρτυρούνται και χρυσοί: 11.105.12). Σώζονται δείγματα από κόκαλο, αλλά και από χαλκό ή γυαλί (Neils – Oakley 2003, 279). Η κοίλη πλευρά τους ισοδυναμούσε με το 4, η απέναντι κυρτή με το 3, η στενότερη με το 6 και η απέναντί της με το 1, ώστε το καλύτερο σύνολο που μπορούσε να προκύψει ήταν το 7, ανάλογα με τα σύγχρονα ζάρια. Με τους αστραγάλους παίζονταν διάφορα παιχνίδια (π.χ. πλειστοβολίνδα, εις ώμιλλαν, τρόπα: το παιχνίδι στο οποίο προσπαθούσαν να τα ρίξουν σε μία τρύπα), και ειδικά τα κορίτσια έπαιζαν κυρίως τους πεντέλιθους (Πολυδεύκης 9.126, Neils – Oakley 2003, 279). Ανάλογο θα ήταν και το παιχνίδι που αναφέρει ο Πάτροκλος στην Ιλιάδα (23.86-8), όταν ομολογεί ότι, επειδή έχασε σε αυτό, σκότωσε το σύντροφό του σε παιδική ηλικία. Σώζονται πολλές παραστάσεις αγοριών και κοριτσιών που παίζουν με αστραγάλους τόσο σε αγγεία όσο και σε ειδώλια (ἀστραγαλίζοντες, βλ. Neils – Oakley 2003, 276-279). Εξίσου συχνοί είναι οι αστράγαλοι που βρίσκονται ως κτερίσματα σε παιδικούς τάφους αλλά και ως αναθήματα σε ιερά, και μάλιστα σε μεγάλες ποσότητες. Πολλοί από αυτούς προέρχονται από ιερά γυναικείων θεοτήτων (Νύμφες, Ήρα, Άρτεμη) που προστάτευαν τα παιδιά και το πέρασμα στην ενηλικίωση. Ενδιαφέρον παρουσιάζει μία μοναδική παράσταση σε ερυθρόμορφο αμφορέα του Ζωγράφου του Κλεοφώντος, με νεκρό παιδί το οποίο κρατά φορμίσκο με αστραγάλους και οδηγείται από τον Ερμή Ψυχοπομπό στη βάρκα του Χάροντα, ενώ στην πίσω πλευρά τρία αγόρια παίζουν αστραγάλους μπροστά σε επιτύμβια στήλη (Québec Musée National des Beaux-Arts 66.230, 430 π.Χ., Neils – Oakley 2003, 173 και αναλυτικά 299-300). Ο φορμίσκος146 ήταν το σακούλι όπου, συνήθως, φυλάσσονταν οι αστράγαλοι και το οποίο κατασκευαζόταν από διάφορα υλικά (όπως ύφασμα, δέρμα ή καλάμι). Παρόμοια αντικείμενα παριστάνονται κρεμασμένα σε σκηνές «παλαίστρας» και «σχολείου», όπου τα παιδιά και οι νέοι κρατούν πρωταγωνιστικό ρόλο. Η μόρρα ήταν ένα άλλο παιχνίδι «μαντικής», στο οποίο οι δύο παίκτες έκρυβαν τις γροθιές τους και μετά τις έφερναν ταυτόχρονα μπροστά με ανοικτά δάκτυλα και όποιος μάντευε το σωστό αριθμό κέρδιζε147. Παιζόταν και από κοπέλες, όπως βλέπουμε σε ερυθρόμορφες παραστάσεις. O στρόβΙλος148 (στρόμβυς, βέμβυξ) ήταν ένα συνηθισμένο παιχνίδι και για τα δύο φύλα. Φτιαχνόταν από ποικίλα υλικά (χαλκό, γυαλί, μόλυβδο, συχνότερα από πηλό και μαλλί) και παραδείγματα σώζονται ήδη από τη γεωμετρική εποχή (τέλη 8ου π.Χ.). Υπήρχαν δύο τύποι149. Ο ένας είχε ξύλινο στέλεχος στην κορυφή, για να δένεται εκεί το παιχνίδι. Ο πιο κοινός τύπος είχε κυλινδρικό σώμα με κωνική βάση και συχνά με αυλακώσεις στις πλευρές. Δεν σώζονται πληροφορίες για κανόνες του παιχνιδιού, πρέπει όμως να υπήρχαν. Στον Αθήναιο (Ἐπιτομή 2.2.82.21) διαβάζουμε για ένα ρόμβο, δηλαδή μικρό τροχό, που τον κτυπούσαν με ιμάντες ώστε να στριφογυρίζει και να κάνει θόρυβο.
Στα ερυθρόμορφα αγγεία και σε ορισμένα επιτύμβια ανάγλυφα βλέπουμε αγόρια και κορίτσια να παίζουν με μεγάλους τροχούς-στεφάνια, τα οποία κυλάνε με τη βοήθεια ενός ραβδιού (ερυθρόμορφη οινοχόη «Ζωγράφου του Harrow», Τampa Museum of Art 1986.073, 460 π.X., Neils – Oakley 2003, 269). Με το παιχνίδι αυτό είναι απασχολημένος συχνά και ο Γανυμήδης, όταν τον πλησιάζει ο Δίας. Eπίσης, σώζονται παραστάσεις με κορίτσια που ισορροπούν ένα ραβδί (ερυθρόμορφη λήκυθος, Minneapolis Institute of Arts 57.41.1, 420 π.Χ., Neils – Oakley 2003, 272), και προέρχονται κυρίως από το Ζωγράφο του Μειδία ή τον κύκλο του, όπως π.χ. η προσωποποίηση της Παιδειάς σε πυξίδα της τεχνοτροπίας του Ζωγράφου του Μειδία150. Έχουμε παραστάσεις αγγείων με νεαρές γυναίκες που ζογκλάρουν είτε με μήλα είτε με μπάλες μαλλιού, όπως δύο κοπέλες σε μία πυξίδα λευκού βάθους (Ζωγράφος του Λονδίνου D 12, Toledo Museum of Art 63.29, 460 π.Χ., Neils – Oakley 2003, 273), μέσα σε κλειστό οικιακό χώρο που δηλώνεται από κάλαθο και σανδάλια151. Ένα άλλο κοριτσίστικο παιχνίδι, η τραμπάλα (πιθανόν πέτευρον ή πέταυρον), παριστάνεται σε ερυθρόμορφο κρατήρα (Ζωγράφος του Leningrad, Βοστόνη MFA 10.191a-b, 470-460 π.Χ., Neils – Oakley 2003, 274) με δύο κορίτσια να κάνουν τραμπάλα, που αποτελείται από μία μακριά σανίδα.
Η σφαίρα ήταν πολύ αγαπητό παιχνίδι για αγόρια και κορίτσια. Κατασκευαζόταν από διάφορα υλικά και σε διάφορες διαστάσεις (π.χ. Παλατινὴ Ἀνθολογία 14.62, Λεωνίδας Ταραντίνος Παλατινὴ Ανθολογία 6.309). Το παιχνίδι με μπάλα, και μάλιστα κενή εσωτερικά, υποδεικνυόταν από τους γιατρούς ως μία από εκείνες τις ασκήσεις που ενδυναμώνουν τα άνω άκρα (Σωρανός περί γυναικείων 2.24.4.4), και ο Γαληνός έγραψε πραγματεία με σχετικό θέμα (περὶ τοῦ διὰ τῆς σμικρᾶς σφαίρας γυμνασίου, 5.899 Κühn). O Αθήναιος μάς πλη- ροφορεί ότι κάποιος Σπαρτιάτης ο Τιμοκράτης συνέγραψε περὶ σφαιριστικῆς (1.26.35). Η σκηνή με τη νεαρή Ναυσικά που παίζει με τις συνομήλικές της στην ιδεατή χώρα των Φαιάκων, προφανώς αποδίδει μία πολύ συνηθισμένη εικόνα της παιδικής και εφηβικής ηλικίας, στην οποία οι νέες είχαν την ευκαιρία να επιδείξουν την ομορφιά και τη φρεσκάδα της παρθενικής ζωής τους. Ένα παιχνίδι με πορφυρή μπάλα ήταν τμήμα των αθλητικών αγώνων που διοργάνωσε ο πατέρας της Ναυσικάς, Αλκίνοος: και στις δύο περιπτώσεις, η μπάλα συνοδεύεται και από χορό (Ὀδύσσεια 6.100, 115)152. Αυτή η πρώιμη αναφορά αιτιολογεί, γιατί η μυθική Κερ- κυραία βασιλοπούλα θεωρούνταν ένας από τους πολλούς διεκδικητές της ανακάλυψης της μπάλας (Αθήναιος Δειπνοσοφισταί 1.25-26). Πιθανόν αυτό το παιχνίδι ταυτίζεται με τη λεγόμενη οὐρανία σφαῖρα, ένα ομαδικό παιχνίδι (Πολυδεύκης 9, 106). Ακόμη και ο Δίας, όταν ήταν παιδί, έλαβε από την Αδράστεια για πανέμορφο δώρο μια «καλοσχηματισμένη μπάλα» (σφαῖραν ἐυτρόχαλον), κατασκεύασμα του Ηφαίστου (Απολλώνιος Ρόδιος 3.131-6), η οποία στην πραγματικότητα συμβολίζει ολόκληρη την οικουμένη, που γίνεται, έτσι, άθυρμα στα χέρια του ύψιστου θεού. Η μπάλα ήταν αγαπητή και στους ενήλικες, όπως φαίνεται στην εικόνα που φαντάστηκε ο ερωτευμένος Ανακρέων: ο Έρωτας τού έριξε μία πορφυρή μπάλα (απ. 358 PMG). Τα παιχνίδια με μπάλα απαιτούσαν σωστό ρυθμό (εὐρυθμία) και υπήρχε μεγάλη ποικιλία, όπως φαίνεται από την παρουσίαση του Πολυδεύκη, ο οποίος εκτός από ονόματα δίνει σύντομα και τους κανόνες κάθε παιχνιδιού (9.104-107). Άλλα παίζονταν ατομικά και άλλα μεταξύ περισσότερων ατόμων. Από τα ομαδικά παιχνίδια γνωρίζουμε ονόματα και κανόνες για την ἐπίσκυρον (ή ἐπίκοινον ή ἐφηβική σφαῖρα), τη φαινίνδα (ή φενίνδα από το ρήμα φενακίζειν, δηλ. εξαπατώ, και αργότερα harpastum από το ἁρπάζειν). Σε κατωιταλιώτικα αγγεία αναγνωρίζεται η ἀπόρραξις (Πολυδεύκης 9.105), κάτι σαν τη σημερινή καλαθόσφαιρα με καταμέτρηση πηδημάτων, όπου ο νικητής ονομαζόταν βασιλεύς και ο ηττημένος ὄνος, και ο δεύτερος ήταν υποχρεωμένος να κάνει ό,τι τον διέταζαν, ενώ υπήρχε και το πέρασμα της μπάλας από ένα τέρμα (ερυθρόμορφος χους Νέα Υόρκη ΜΜΑ 25.78.48, περ. 425 π.Χ., Neils – Oakley 2003, 271)153. Πολύ συχνά εικονίζονται διάφορα παιχνίδια μπάλας, τα οποία δεν γνωρίζουμε από τις γραπτές πηγές, όπως ένα είδος χόκεϋ στη βάση ενός αρχαϊκού αγάλματος (Αθήνα ΕΑΜ 3477, βλ. 2.2.3).
Ένα πολύ δημοφιλές παιχνίδι ήταν ο ἐφεδρισμός που παριστάνεται σε αρκετά ειδώλια και αγγεία154. Το πρώτο μέρος του παιχνιδιού απαιτούσε ευστοχία, γιατί τα παιδιά έπρεπε να σημαδέψουν μία όρθια στημμένη πέτρα στο έδαφος και να τη ρίξουν κάτω πετώντας σφαίρα ή πετραδάκια. Όποιος δεν τα κατάφερνε, κουβαλούσε το νικητή στους ώμους του και εκείνος του κρατούσε κλειστά τα μάτια, ώστε ο χαμένος να μη βλέπει, ενώ προσπαθούσε να μην ακουμπήσει την πέτρα. Στις παλαιότερες παραστάσεις, οι παίκτες δεν κλείνουν τα μάτια και τα εικονιζόμενα ζευγάρια είναι περισσότερα. Ασυνήθιστη είναι η παραλλαγή του εφεδρισμού με σφαίρα που παίζουν τρία ζευγάρια γυμνών νέων μαζί με τον παιδαγωγό ή γυμναστή τους και το πρόσταγμα «κέλευσον» που αναγράφεται σε μία μελανόμορφη λήκυθο του Ζωγράφου του Εδιμβούργου (Οξφόρδη Αshmolean Museum 1890.27, BAPD 380847). Σε μεταγενέστερες σκηνές εμφανίζεται μόνο ένα ζευγάρι και το «υποζύγιο» προχωρά με κλειστά μάτια. Στα ελληνιστικά χρόνια αυξάνουν τα ειδώλια με εφεδρίστριες, μάλλον κάτω από την επίδραση ανάλογων έργων στη μεγάλη πλαστική του ύστερου 5ου αι. π.Χ.
Τα ζώα ήταν, επίσης, προσφιλής ασχολία και συντροφιά των παιδιών. Παράλληλα, η ανατροφή τους μπορούσε να έχει κάποιου είδους εκπαιδευτικό χαρακτήρα (Εικόνα 1.17).
Εικόνα 1.16 Ερυθρόμορφος χους, Αθήνα Μουσείο Αρχαίας Αγοράς P 21227
(© American School of Classical Studies at Athens: Agora Excavations)
Επίσης, δεν πρέπει να παραβλέπουμε τη συμβολική αξία που είχαν τα διάφορα ζώα για τους αρχαίους Έλληνες155. Οι εικονιστικές παραστάσεις δείχνουν αρκετά μεγάλη ποικιλία από αυτά: κουτάβια, χήνες (αττική επιτύμβια στήλη Malibu Getty Museum, 360 π.Χ., νεαρή κοπέλα με κούκλα και χήνα, Neils – Oakley 2003, 169), γάτες (ερυθρόμορφη λήκυθος του Ζωγράφου του Ευχαρίδη, ιδιωτική συλλογή, 490 π.Χ., τα αθλητικά σύνεργα παραπέμπουν στην παλαίστρα, Neils – Oakley 2003, 281) και αιλουροειδή156, σκύλους (παιδιά και των δύο φύλων, Neils – Oakley 146-147, 280), περιστέρια (επιτύμβιες στήλες: κορίτσι με δύο περιστέρια, Νέα Υόρκη ΜΜΑ 27.45, 450 π.Χ., Neils – Oakley 2003, 74 εικ. 11, στήλη της Δημαινέτης με περιστέρι, Malibu Getty Museum 75.AA.63, 310 π.Χ., Neils – Oakley 2003, 183, 307) ή άλλα πουλιά. Ωραίο παράδειγμα αποτελεί η επιτύμβια στήλη της νεαρής Μνησαγόρας, που κρατά ένα πουλί, και του μικρού αδελφού της Νικοχάρη (Αθήνα ΕΑΜ 3845, 420 π.X.), ο οποίος παριστάνεται γυμνός και γονατισμένος, με τα χέρια του απλωμένα, για να πιάσει το πουλί. Το επί- γραμμα εκφράζει τη θλίψη των γονέων για την απώλεια και των δύο παιδιών τους157. Επίσης, οι πετεινοί είναι συχνό θέμα στην αγγειογραφία, καθώς αποτελούσαν, μαζί με άλλα, προσφιλή δώρα από μεγαλύτερους άνδρες στα νεαρά αγόρια, και τους εκπαίδευαν ειδικά για κοκορομαχίες. Ειδώλια ζώων βρίσκονται πολλές φορές και σε παιδικούς τάφους (π.χ. βλ. ανάμεσα σε 11 αντικείμενα σε απουλικό τάφο και μικροσκοπικά ειδώλια ζώων: Neils – Oakley 2003, 176).
Για την εικονογραφία των παιδιών και των παιχνιδιών τους πολύ καλή πηγή είναι τα αγγεία που ονομάζονται χόες και προσφέρονταν στα παιδιά, για πρώτη φορά πιθανόν στην ηλικία μεταξύ τριών και τεσσάρων χρόνων, κατά την ομώνυμη ημέρα των Ανθεστηρίων (Χόες). Τα κανατάκια αυτά περιείχαν μικρή ποσότητα κρασιού, παρέχοντας στα παιδιά τη δυνατότητα για την πρώτη δοκιμή κρασιού στη ζωή τους και επομένως τη συμβολική μετάβασή τους στον κόσμο των ανδρών. Έχουν βρεθεί πολλοί χόες σε παιδικούς τάφους158. Στα αγγεία αυτά, προς τα τέλη του 5ου αι. π.Χ., οι αγγειογράφοι διακρίνουν πλέον τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του μικρού παιδιού σε σχέση με τον ενήλικα και η ανατομία του απεικονίζεται πολύ πιο φυσιοκρατικά (Εικόνα 1.18).
Εικόνα 1.18 Ερυθρόμορφος χους, Αθήνα Μουσείο Αρχαίας Αγοράς P 16912
(© American School of Classical Studies at Athens: Agora Excavations)
Τα παιδιά παριστάνονται προσαρμοσμένα στο σχήμα του αγγείων: τα μικρότερα έρπουν και τα μεγαλύτερα συμμετέχουν σε διάφορες σκηνές του παιδικού βίου. Σε αυτές βλέπουμε συχνά διάφορα παιχνίδια, όπως τροχήλατα ζώα, αμαξάκια, μπάλες και ραβδιά ή παιδιά που κάνουν βόλτα πάνω σε ένα αμαξάκι. Επίσης, στα ίδια αγγεία παριστάνονται και χόες στεφανωμένοι, παραπέμποντας στη συμμετοχή των παιδιών στην εορτή των Χοών ή τον 4ο αι. έχουν ζωγραφισμένο ένα κισσόφυλλο στο λαιμό ως αναφορά στο Διόνυσο. Στη διονυσιακή εορτή παραπέμπουν, ίσως, και οι παραστάσεις γλυκισμάτων και αμπελιού που υπάρχουν συχνά στους χόες.
Μία πολύ χαρακτηριστική ταφή μεγάλου παιδιού, ηλικίας 13-15 χρονών, είναι του Εύφηρου στον Κεραμεικό (Ρ 1169, 430 π.Χ.), η οποία έφερε μαρμάρινη επιτύμβια στήλη: το αγόρι ήταν θαμμένο σε ξύλινη σαρκοφάγο που περιείχε έξι λευκές ληκύθους και διάφορα παιδικά αντικείμενα, όπως ένα μικρό πήλινο πίθηκο, έναν αστράγαλο, έναν χοῦ, έναν μικρό μελαμβαφή κάνθαρο, μία μελαμβαφή «αλατιέρα», δύο μικρές χάλκινες στλεγγίδες -παρόμοιες με εκείνη που κρατά ο νεκρός στη στήλη- και μία μικρή θήκη που είχε μέσα δύο ελεφαντοστέινους στύλους και μία χάλκινη βελόνα (Neils – Oakley 2003, 174-5 εικ. 15-16). Τα σχολικά και τα αθλητικά σύνεργα δηλώνουν ταυτόχρονα τις ιδιότητες του μαθητή και του αθλητή, ενώ τα άλλα αποτελούν τυπικά κτερίσματα, με εξαίρεση ίσως το ειδώλιο του πιθήκου, το οποίο μπορεί να ήταν αγαπημένο παιχνίδι του νεκρού.
Εικόνα 1.19 Ερυθρόμορφος χους της Ομάδας της Βοστόνης 10.190, Malibu J.P. Getty Museum 96.ΑΕ.28
© The J. Paul Getty Museum, Villa Collection, Malibu
ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ σε ερυθρόμορφο χοῦ (οινοχόη τύπος III) της Ομάδας της Βοστόνης 10.190, περ. 420 π.Χ., Malibu J.P. Getty Museum 96.AE.28, Εικόνα 1.19.
Στο αγγείο απεικονίζονται με ρεαλιστικό τρόπο τρία μεγάλα αγόρια που παίζουν με αστραγάλους. Είναι καθισμένα οκλαδόν στο έδαφος και ρίχνουν ή τοποθετούν τους αστραγάλους με διαφορετικούς τρόπους. Το αγόρι στα δεξιά είναι κάπως απομακρυσμένο και μόλις έχει πετάξει έναν αστράγαλο, που διακρίνεται μπροστά από το αριστερό χέρι του, ενώ με το απλωμένο δεξί σημαδεύει το στόχο του. Το μεσαίο αγόρι κρατά στην αριστερή χούφτα αρκετούς αστραγάλους και με το δεξί στερεώνει έναν άλλο στο έδαφος. Το τρίτο αγόρι κοιτά προς τους συμπαίκτες του και κρατά, επίσης, αστράγαλο. Όλες οι μορφές είναι γυμνές και φέρουν στα μαλλιά στεφάνι. Είναι δύσκολο να καταλάβουμε για ποιο ακριβώς είδος παιχνιδιού πρόκειται εδώ. Οι παραστάσεις στους χόες άλλοτε σχετίζονται με τα δρώμενα της εορτής και άλλοτε με τους πρωταγωνιστές της, όπως συμβαίνει σε αυτή την περίπτωση. Οι αγαπημένες ασχολίες των παιδιών προβάλλονται ιδιαίτερα, ανάλογα με την ηλικία τους, και μεταδίδουν την ξένοιαστη ατμόσφαιρα των παιχνιδιών και των φιλικών συναναστροφών, έστω και αν διαδραματίζονται σε μία δύσκολη εποχή, στα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου.
1.6 Επαγγέλματα και ασχολίες
1.6.1 Ανδρικές ασχολίες και εργασίες
Για την επαγγελματική απασχόληση των ανδρών στις πόλεις και την ύπαιθρο χώρα έχουμε πολύ περισσότερες γραπτές παρά εικονογραφικές μαρτυρίες. Οι υποχρεώσεις των πολιτών στη δημόσια ζωή δεν εμπόδιζαν, βέβαια, αρκετούς να ασκούν ένα βιοποριστικό επάγγελμα σε καθημερινή βάση ή να είναι ιδιοκτήτες βιοτεχνικών ή εμπορικών επιχειρήσεων. Η ναυτιλία, η αλιεία, η κτηνοτροφία, η εκμετάλλευση ορυχείων και λατομείων πρόσφεραν, επίσης, δυνατότητες πλουτισμού ανάλογα με την περιοχή. Η διαχείριση και η ενοικίαση αγροτικών και δασικών εκτάσεων για διάφορες χρήσεις (π.χ. καλλιέργειες, μελισσοκομία, υλοτομία κ.ά.) μπορούσαν να αποφέρουν σημαντικά κέρδη στις πόλεις αλλά και σε εύπορους ιδιώτες.
Οι γραπτές μαρτυρίες που διαθέτουμε για τα επιμέρους επαγγέλματα και τις ασχολίες στην αρχαία πόλη συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με την κοινωνική θέση και την αξιολόγηση του ατόμου επαγγελματία και όχι μόνο με θέματα επιβίωσης ή δεξιοτεχνίας. Όπως σε όλα τα μείζονα θέματα του αρχαίου βίου, έτσι και η παρουσίαση της αρχαιοελληνικής άποψης για την εργασία δημιουργεί ερωτήματα σε ό,τι αφορά τις επικρατούσες αντιλήψεις και την καθημερινότητα ή τη νομοθεσία σχετικά με την εργασία και τους πολίτες. Το Ησιόδειο έπος Ἔργα καὶ Ἡμέραι αποτελεί την πρώτη σημαντική διακήρυξη που διαθέτουμε από τον αρχαίο κόσμο για τη σημασία της εργασίας, η οποία προβάλλεται με κάθε τρόπο ως η πιο σημαντική αρετή στον ανθρώπινο κόσμο (311-4), ενώ αντίθετα η αεργία είναι καταδικαστέα και ο ακαμάτης άνθρωπος που κάθεται στο «καφενείο» (λέσχη) οδηγείται αναπόφευκτα στη δυστυχία (498-503). Ο ανταγωνισμός, ο οποίος προβάλλεται ως μία θετική δύναμη στον ανθρώπινο κόσμο, αφορά και τις διάφορες επαγγελματικές κατηγορίες, όπως οι αγγειοπλάστες και οι οικοδόμοι, προφανώς επειδή οδηγεί στον πλούτο (20-26). Στην Αθήνα, υπήρχε ένας νόμος του Σόλωνα που απαγόρευε στους πολίτες την αργία (δίκη ἀργίας). Όταν ένας Σπαρτιάτης παρακολούθησε στην Αθήνα μία τέτοια δίκη, στην οποίαν ο υπόδικος καταδικάστηκε σε πρόστιμο, ρώτησε «ποιoς είναι αυτός που έχασε τη δίκη για την ελευθερία;», δηλαδή επειδή ζούσε σαν ελεύθερος άνδρας. Αυτή η νοοτροπία οφείλεται στο γεγονός ότι ο Λυκούργος είχε εφοδιάσει τους Σπαρτιάτες με αφθονία ελεύθερου χρόνου και είχε απαγορεύσει να ασχολούνται με οποιανδήποτε χειρωνακτική τέχνη, καθώς δεν υπήρχε ανάγκη πλουτισμού και ο πλούτος θεωρούνταν χωρίς τιμή. Στη Σπάρτη, όλες οι εργασίες εκτελούνταν, ως γνωστό, από τους είλωτες. Εν ολίγοις, «τόσο δουλοπρεπές θεωρούσαν την αφοσίωση στις τέχνες και την απόκτηση χρημάτων» (Πλούταρχος Λυκοῦργος 24.2-4). Μία εύγλωττη εικόνα της δραστηριότητας των Αθηναίων πολιτών παρέχει εκ του αντιθέτου ο Δημοσθένης, όταν περιγράφει κάποιον ο οποίος, σε αντίθεση με τους άλλους που συχνάζουν στην αγορά και στα εργαστήρια, ούτε ασχολείται με τα πολιτικά, ούτε νοιάζεται για την τέχνη, τη γεωργία και κάθε άλλη εργασία, ούτε έχει σχέσεις με τους άλλους ανθρώπους (25. 1, 51).
Παρόλα αυτά, η αντίληψη ότι η ενασχόληση με τη βιοποριστική εργασία μπορεί να προκαλέσει παρενέρ- γειες στην ανάπτυξη του πνεύματος, εφόσον αναλίσκει τον καθημερινό χρόνο και τον αφαιρεί από άλλες πιο σοβαρές ενασχολήσεις, υπήρξε ακόμη πιο έντονη σε εκείνους τους αρχαίους στοχαστές, οι οποίοι επιχειρηματολόγησαν ότι το πνεύμα είναι το κύριο μέσο για την κοινωνική καταξίωση ή την άσκηση της αρετής. Η δίκη ἀργίας στην Αθήνα συνυπήρχε με τη διαδομένη αντίληψη ότι κάθε μορφή μισθωτής εργασίας και περισσότερο η έμμισθη χειρωνακτική είναι υποτιμητική και δεν αρμόζει σε ελεύθερα πνεύματα. Η εικονογραφική παρουσίαση πολλών επαγγελμάτων του αστικού βίου αλλά και της αγροτικής ζωής δείχνει ότι οι δύο αντιλήψεις συμβάδιζαν και πιθανόν η δεύτερη αφορούσε περισσότερο μία ελιτίστικη ομάδα στοχαστών159.
Οπωσδήποτε, η σχέση των αρχαίων Ελλήνων με την εργασία ήταν τελείως διαφορετική από τη σύγχρονη πεποίθηση ότι η εργασία αποτελεί ένα από τα πιο ουσιαστικά τμήματα της ανθρώπινης ύπαρξης, ένα μέσο όχι μόνον επιβίωσης αλλά και κοινωνικής ένταξης και καταξίωσης, καθώς η απασχόληση αξιολογείται πάντα ως ικανότητα και δημιουργικότητα. Σε μία κοινωνία, όπως η αρχαιοελληνική, στην οποία η βασική διάκριση αφορούσε στην ελευθερία του ατόμου, είναι αναμενόμενο ότι και η εργασία συνδεόταν με το θέμα της ελευθερίας και με το γενικότερο προβληματισμό γύρω από τους τρόπους που οδηγούν έναν άνθρωπο στην καταξίωση μέσα στην κοινότητά του. Η βασική ιδέα είναι ότι κάποιος θεωρείται ελεύθερος και ανδρείος και δίκαιος, όταν ο βίος του δεν εξαρτάται από τους άλλους. Μία λέξη που περικλείει τη σημασία της αυτονομίας στην απασχόληση είναι ο αὐτουργός (Αριστοτέλης Ῥητορική 1381a).
Μάλιστα, η λεξιλογική έμφαση στη λέξη σχολή, με τη σημασία του ελεύθερου και γι᾽ αυτό πολύτιμου και δημιουργικού χρόνου, αποδεικνύει ότι η ἀσχολία θεωρούνταν ως κάτι παρεπόμενο και αναγκαστικό για λόγους επιβίωσης, όχι όμως ευζωίας. Σε αυτή την κοινωνία ήταν αναμενόμενο ότι οι δούλοι, τόσο οι δημόσιοι στην υπηρεσία της πόλης όσο και οι ιδιωτικοί στην υπηρεσία των πολιτών, ήταν εκείνοι που επωμίζονταν όλες τις βαριές ασχολίες –και μάλιστα αποτελούσαν την πληθυσμιακά μεγαλύτερη ομάδα σε σύγκριση με εκείνη των ελεύθερων πολιτών. Η ζωή τους μπορεί να ήταν σχετικά ευχάριστη ή πολύ σκληρή (π.χ. μεταλλευόμενοι στο Λαύριο ή όσοι γυρίζουν τη μύλην)160. Για να έχουμε μία εικόνα των αριθμών, τα μεταλλεία στην Αθήνα απασχολούσαν περί τους 20.000 δούλους στην εποχή της μεγάλης παραγωγής τους, δηλαδή τον 5ο αι. π.Χ. Σε λίγες περιπτώσεις, η μοίρα των δούλων μπο- ρούσε να αλλάξει, για παράδειγμα όταν κληρονομούσαν τους πλούσιους αφέντες τους, όπως κάποιος Φορμί- ων που κληρονόμησε ένα εργοστάσιο ασπίδων από το επίσης πρώην δούλο αφεντικό του, μαζί με μία τράπεζα.
Αγροτικές ασχολίες και επαγγέλματα
Καθώς η αρχαιοελληνική οικονομία, ακόμη και στην αστική Αθήνα, ήταν κατά βάση αγροτική και προσανατολισμένη στην καλλιέργεια της γης, είναι αναμενόμενο ότι η πιο σημαντική ασχολία θεωρούνταν η ενασχόληση με τη γεωργία και την παραγωγή ειδών διατροφής. Έτσι, ο Πλάτων την όρισε ως την πρωταρχική «τέχνη» για την παροχή τροφής (Εὐθύδημος 292a). Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίον ο Αριστοτέλης τοποθέτησε τους γεωργούς πρώτους στην κατάταξη που έκανε για τις διάφορες επαγγελματικές κατηγορίες (Πολιτικά 1291a). Ανάλογα, ο Ξενοφών βάζει το Σωκράτη να λέει ότι «ακόμη και οι πιο ευτυχισμένοι άνθρωποι δεν μπορούν να είναι μακριά από τις γεωργικές ασχολίες». Με αφορμή το παράδειγμα του Πέρση βασιλιά, ο οποίος έδινε μεγάλη σημασία στη γεωργία μαζί με τη στρατιωτική τέχνη, ο Ξενοφών μάς παρέδωσε ένα εκτενέστατο εγκώμιο της γεωργίας. Ο βασικός λόγος είναι ότι η γεωργία, η οποία συνδέεται και με την κτηνοτροφία, προσφέρει όλα τα αγαθά, αλλά συντελεί, επιπλέον, στην άσκηση του σώματος, απομακρύνει τα σώματα από τη μαλθακότητα και κάνει τους ανθρώπους ακμαίους. Χωρίς αυτήν όλα θα χάνονταν τόσο σε καιρό ειρήνης όσο και σε καιρό πολέμου, όπου οι γεωργοί είναι οι πιο ισχυροί. Με τη γεωργία συνδέονται, επίσης, οι ωραίες εορτές και οι καλύτερες προσφορές στους θεούς, ενώ η γεωργία διδάσκει στους ανθρώπους την τέχνη της εξουσίας. Εν κατακλείδι, «η γεωργία είναι η μητέρα και τροφός των άλλων τεχνών» (Οἰκονομικός 5).
Με παρόμοια σειρά, στην αριστοφανική Εἰρήνη (296-9), πρώτα καλούνται οι γεωργοί ανάμεσα σε άλλες επαγγελματικές κατηγορίες, για να βοηθήσουν στην ανέλκυση της προσωποποιημένης Ειρήνης. Σε έναν κωμικό διάλογο ανάμεσα σε έναν πολίτη και έναν συκοφάντη -μια χαρακτηριστική κατηγορία Αθηναίου, ο οποίος παρασιτούσε σε βάρος των αξιοπρεπών πολιτών-, στο ερώτημα του πρώτου προς τον δεύτερο για το είδος της ασχολίας του στο πλαίσιο του χρηστοῦ και φιλοπόλεως πολίτη (900), το πρώτο επάγγελμα που αναφέρεται ήταν του γεωργού, μετά του εμπόρου και έπειτα του τεχνίτη: «-Είσαι χρηστός και νομιμόφρων πατριώτης; -Ως τα μπούνια. ... -Είσαι αγρότης; -Μοστράρω για ... ζαβός; -Έμπορος ίσως; -Εξαρτάται, εποχιακώς, κι όταν υπάρχει πράμα στην αγορά για σκότωμα. Είσαι τεχνίτης, μάστορας; Θεός φυλάξοι. Ως ανεπάγγελτος, λοιπόν, πώς ζούσες; -Ειδικός γενικών καθηκόντων». Η τελική απάντηση δείχνει, ίσως, έμμεσα πόσο σημαντικές θεωρούνταν οι κατηγορίες αυτές για την αξιολόγηση ενός δημιουργικού πολίτη (Αριστοφάνης Πλοῦτος 900-7). Η ομηρική κοινωνία ήταν κατά βάση αγροτική σε ό,τι αφορά την περιουσία των ηρώων. Ο Λαέρτης ζούσε στην ύπαιθρο, κάτι που παρουσιάζεται ως απολύτως φυσικό, ήταν ο ίδιος οινοπαραγωγός, ενώ είχε πολλά οπωροφόρα δένδρα στο περιβόλι του. Οι βοσκοί του παλατιού φρόντιζαν για τα ζώα, τα οποία ήταν απαραίτη- τα για την τροφή και την ενδυμασία. Στην αγροτική κοινωνία που περιγράφει ο Ησίοδος, η βασική αρχή είναι η σωστή διαχείριση του νοικοκυριού (Ἔργα καὶ Ἡμέραι 23: οἶκον εὖ τίθεσθαι). Βασικό μέλημα του αγρότη θεωρούνταν η περιουσία, με την έννοια ότι ο καλός νοικοκύρης είναι εκείνος που προνοεί και συσσωρεύει αποθέματα στις αποθήκες (η λέξη «καλιαί» επανέρχεται στο έργο π.χ. 307) ή έχει το δικό του βόδι για το όργωμα και τις βαριές εργασίες του χωραφιού. Η επιβίωση προϋποθέτει καθημερινό και πολύ κόπο, και γι᾽ αυτό ο Ησίοδος μακάριζε ως το καλύτερο από όλα τα γένη των ανθρώπων, όσων έζησαν πάνω στη γη πριν την εποχή του, το «χρυσό» γένος, ακριβώς επειδή δεν χρειαζόταν να δουλεύει και όλα τα παρήγε η γη από μόνη της. Ο άνδρας αγρότης έπρεπε να κατασκευάζει μόνος τα εργαλεία του (π.χ. αλέτρι) και, γενικά, καλούνταν να εργάζεται προκειμένου να έχει αυτάρκεια και να μη χρειάζεται να ζητά από άλλους. Παράλληλα, όμως, διέθετε και δούλους για τις επιμέρους αγροτικές ασχολίες (π.χ. 598, 608), όπως για το όργωμα, στο οποίο απαιτούνταν συγκεκριμένη ηλικία του εργάτη. Έτσι, ένας σαραντάχρονος δυνατός άνδρας (αἰζηός) ήταν αποτελεσματικός στη δουλειά, σε αντίθεση προς τους νεότερους, που έχουν αλλού το νου τους λόγω ηλικίας (441-7). Ο λόγος για τον οποίον ο Ησίοδος αναγνωρίστηκε ως δάσκαλος για τις εργασίες της γης είναι οι κανόνες, οι συμβουλές και η αρκετά αναλυτική παρουσίαση διαφόρων δεδομένων για τις γεωργικές ασχολίες και κυρίως για την κατανομή τους στις διάφορες εποχές του έτους, ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες (Αριστοφάνης Βάτραχοι 1033-4: Ἡσίοδος δὲ γῆς ἐργασίας, καρπῶν ὥρας, ἀρότους). Eίναι αρκετά περίεργο ότι ο Βοιωτός ποιητής, ενώ αναφέρεται σε διάφορα είδη διατροφής και φυσικά στο κρασί, δεν ασχολείται καθόλου με την κτηνοτροφία παρά μόνον σε ό,τι αφορά το μαλλί που χρειάζεται για την κατασκευή ρούχων, σκούφων και υποδημάτων για την προστασία από το δυνατό κρύο, αλλά ακόμη και έτσι δεν υπεισέρχεται σε λεπτομέρειες σχετικά με την παραγωγή της πρώτης ύλης ή την παρασκευή του μαλλιού.
Όπως είδαμε, η πιο σεβαστή κατηγορία του γεωργού είναι ο αὐτουργός, δηλαδή ο ανεξάρτητος αγρότης, ο οποίος καλλιεργούσε κυρίως για την οικογένειά του και όχι για να εξυπηρετεί άλλους, και ο οποίος συχνά δεν κέρδιζε πολλά (Πλάτων Πολιτεία 565a: ὅσοι αὐτουργοί τε καὶ ἀπράγμονες, οὐ πάνυ πολλὰ κεκτημένοι). Ο Ευριπίδης τολμά να βάλει στο στόμα ενός τέτοιου άνδρα τις πιο σωστές κρίσεις για το μητροκτόνο Ορέστη και τον παρουσιάζει, μάλιστα, με πολύ θετικό αν και ρεαλιστικό τρόπο ως όχι ιδιαίτερα ωραίο αλλά ανδροπρεπή, που σπάνια εμφανίζεται στην αγορά, αλλά είναι συνετός, ακέραιος, με ανεπίληπτο βίο και ανήκει στην κατηγορία των αυτουργών (Ὀρέστης 918-31). Οπωσδήποτε, ο ελεύθερος Αθηναίος, αν και κατά βάση γαιοκτήμονας (ανεξαρτήτως μεγέθους), δεν είχε χρόνο για αποκλειστικά προσωπική εργασία λόγω των δημόσιων καθηκόντων και δικαιωμάτων του. Ένας μεσοαστός Αθηναίος είχε το σπίτι του στην πόλη αλλά και το κτήμα και τις ασχολίες του στους αγρούς, όπως ο απατημένος σύζυγος σε ένα λόγο μοιχείας και φόνου, ο οποίος αναφέρεται συχνά σε αυτά τα ταξίδιά του καθώς και ενός φίλου του (Λυσίας 1.11: ἧκον μὲν ἀπροσδοκήτως ἐξ ἀγροῦ, 20.5 ὡς Θεσμοφορίοις ἐμοῦ ἐν ἀγρῷ ὄντος, 22. τούτῳ ἡλίου δεδυκότος ἰόντι ἐξ ἀγροῦ ἀπήντησα). Στη Σπάρτη, οι είλωτες ήταν αυτοί που εργάζονταν τη γη (Πλούταρχος, Λυκοῦργος ό.π.). Εντούτοις, η ιδιοκτησία της γης ήταν προνόμιο του ελεύθερου πολίτη και ο αυτάρκης αγρότης ήταν και εκεί το ιδανικό του καλού πολίτη. Σχετικά με τα δημόσια αξιώματα (κήρυκες, αυλητές και μαγείρους), αυτά ήταν κληρονομικά και ως προς τούτο οι Σπαρτιάτες συμφωνούσαν με τους Πέρσες (Ηρόδοτος 6.59).
Εκτός από τη χερσαία γη υπάρχει και η θάλασσα. Αν και οι ομηρικοί ήρωες θεωρούσαν τα ψάρια μία απολύτως ανθηρωική τροφή, η αγάπη του μεθομηρικού Έλληνα για την τροφή αυτή οδήγησε στον όρο ὀψοφαγία (Αριστοφάνης Σφῆκες 510-11) και το ψάρι θεωρούνταν πολύ σημαντική λιχουδιά, για την οποία διαθέτουμε πλήθος μαρτυριών και συνταγών. Εκτός από τις πάμπολλες αναφορές στον Αριστοφάνη και σε άλλους κωμικούς ποιητές, τα ψάρια ήταν βασικό θέμα στην Ηδυπάθεια του Αρχέστρατου και σε πολλά σημεία των Δειπνοσοφιστών του Αθήναιου161. Παρόλα αυτά, μία τέτοια ασχολία δεν ήταν καθόλου τιμητική και η συνεχής έκθεση του ψαρά στις καιρικές συνθήκες ενέπνευσε πολλές παραστάσεις με ρεαλιστικά στοιχεία. Επίσης, ο Δωριεύς κωμικός ποιητής Επίχαρμος έγραψε μία κωμωδία με τον σημαίνοντα τίτλο «Γη και Ουρανός», στην οποία έκανε λόγο για τη διαμάχη του γεωργού με τον ψαρά. Όσο για τους ιχθυοπώλες, όπως θα δούμε παρακάτω, δεν έχαιραν καθόλου καλής φήμης. Ιδιαίτερα σημαντική θέση ανάμεσα στις αγροτικές ασχολίες πρέπει να κατείχε και η μελισσοκομία, όπως φαίνεται από τα πολυάριθμα αρχαιολογικά ευρήματα, κυρίως πήλινες κυψέλες, αλλά και τις σχετικές μυθολογικές αναφορές (Πλούταρχος Σόλων 23.8).
Επαγγελματίες τεχνίτες
Μετά από τους γεωργούς, ο Αριστοτέλης είχε κατατάξει τους τεχνίτες (βάναυσον)162, τους ανθρώπους της αγοράς (ἀγοραῖον), το θητικόν και τέλος τους πολεμιστές, οι οποίοι ήταν απαραίτητοι για τη διατήρηση της ελευθερίας (Πολιτικά ό.π.). Στην Εἰρήνη (ό.π.), μετά τους γεωργούς, ακολουθούσαν οι έμποροι (ἔμποροι), οι οικοδόμοι (τέκτονες) και οι τεχνίτες (δημιουργοί) και στη συνέχεια οι μη πολίτες, δηλαδή οι μέτοικοι, οι ξένοι και οι νησιώτες, με άλλα λόγια όλος ο λαός που βρισκόταν στην πόλη. Για τον Αριστοτέλη, οι βάναυσοΙ ήταν οι τεχνίτες χωρίς τους οποίους δεν μπορούσε να επιζήσει μία πόλη και οι οποίοι υπήρχαν είτε από ανάγκη είτε για την απόλαυση και την ευζωία (Αριστοτέλης ό.π.). Ειδικά για τους θῆτες, αυτοί βρίσκονταν μάλλον στο τέλος της κλίμακας και ήταν, κυρίως, οι ακτήμονες, που αναγκάζονταν λόγω φτώχειας να δουλεύουν χειρωνακτικά, έχοντας μοίρα καλύτερη μόνον από το θάνατο, εφόσον πιστέψουμε την ευχή του νεκρού Αχιλλέα προς τον Οδυσσέα, να ήταν καλύτερα θήτης παρά νεκρός (Ὀδύσσεια 489-491, πρβλ. Αριστοτέλης Πολιτικά 1274a 21).
Στην αγροτική και εμπορική Οδύσσεια, η μόνη αναφορά για την ύπαρξη επαγγελματιών που ασκούν την τέχνη τους ως περιπλανώμενοι πηγαίνοντας από ένα μέρος στο άλλο λέγεται από έναν οικιακό δούλο με ειδικότητα στη συοφορβία (εκτροφή χοίρων), τον Εύμαιο: «πες ποιος πάει γυρεύοντας αλλού να φέρει κάποιον ξένο, εκτός κι αν είναι απ᾽ αυτούς που ξέρουν κάποια τέχνη. Μάντης, γιατρός για τις κακές αρρώστιες, για τα δοκάρια μαραγκός, και βέβαια θείος αοιδός που ευφραίνει το τραγούδι του» (Ὀδύσσεια 17.382-5). Όλες οι προηγούμενες κατηγορίες αντιδιαστέλλονταν από τον αὐτουργόν, ο οποίος δεν εργαζόταν για τους άλλους. Αυτή η εξάρτηση από την εργασία θεωρούνταν ο κύριος λόγος για την απαξίωση των παραπάνω ομάδων και οι γραπτές πηγές που διαθέτουμε σχετικά με αυτή την αρνητική στάση προέρχονται προπάντων από τους ανθρώπους του πνεύματος και τους κωμικούς ποιητές. Οπωσδήποτε, οι αναφορές στις διάφορες ομάδες επαγγελματιών ποικίλλουν ανάλογα με τα συμφραζόμενα της εκάστοτε συζήτησης για θέματα της εργασίας στην αρχαία Ελλάδα.
Στην ιδεατή κοινωνία των ομηρικών θεών, ο τεχνίτης Ήφαιστος διέθετε προγόνους των σημερινών ρομπότ και τα φυσερά του σιδηρουργείου του εργάζονταν μόνα τους (Ἰλιάς 18.373-7, 417-21, 469-78). Μία τέτοια εικόνα δεν δείχνει μόνο τη διαφορά μεταξύ θνητών και θεών, αλλά και την ενδόμυχη επιθυμία του αρχαίου Έλληνα να μην κοπιάζει, όπως συνέβαινε στην πραγματικότητα, με τις χειρωνακτικές ασχολίες. Όπως και να έχει, ακόμη και ο θεός των τεχνιτών ήταν κουτσός, κάτι που σαφώς αποδεικνύει ότι οι Έλληνες γνώριζαν πολύ καλά τις κακουχίες της καθημερινής χειρωνακτικής εργασίας.
Ο Πλάτων χρησιμοποιούσε συχνά τις βαναυσικές τέχνες ως τμήμα των διαλόγων του περί αρετής, όπως επίσης αναφερόταν σε διάφορα θέματα που σχετίζονταν με την παραγωγή163. Παρόλα αυτά, βασική του τοπο- θέτηση ήταν ότι υπάρχει διάκριση ανάμεσα στο σοφό άνδρα και εκείνον που κατείχε κάποια τέχνη ή ασκούσε χειρωνακτική βαναυσική εργασία (Συμπόσιον 203a)164. Επίσης, είχε τοποθετήσει το βάναυσο στην ίδια κατηγορία με τον ηλίθιο και τον αντιπαρέβαλλε με το σοφό και αγαθό πολίτη (Ἐπινομίς 976d 3). Ανάλογα, ο φιλόσοφος χαρακτήριζε βάναυσον και ἀνελεύθερον και καθόλου άξια να ονομάζεται παιδεία εκείνη την παιδεία, η οποία, σε αντίθεση με την παιδεία της αρετής, επεδίωκε χρήματα ή δύναμη ή άλλη σοφία που δεν κατέχει νου και δικαιοσύνη (Νόμοι 644a 3-5: «εκείνη -εννοείται η παιδεία- που αποβλέπει στα χρήματα ή σε κάποιο είδος ισχύος, ή ακόμη και σε κάποια σοφία χωρίς φρόνηση και δικαιοσύνη, είναι χυδαία και ανελεύθερη και διόλου άξια να καλείται παιδεία», πρβλ. Πλάτων Σοφιστής 231d-e). Σε αυτή τη γενικότερη περιφρόνηση εντάσσεται μία εκτεταμένη συζήτηση για ένα μηχανοποιό (Γοργίας 512c, πρβλ. 512d).
Ο Ξενοφών θεωρούσε ότι οι βαναυσικές τέχνες δεν αφήνουν χρόνο για φιλία ή για τα θέματα της πόλης, δεν επιφέρουν δόξα και δεν χαίρουν εκτίμησης από τους πολίτες (ἐπίρρητοι, ἀδοξοῦνται). Μάλιστα με την ευκαιρία αυτή διέκρινε τους αγρότες, οι οποίοι θα υπερασπίζονταν την πατρίδα τους σε περίπτωση εχθρικής εισβολής και γι᾽ αυτό ήταν οι καλύτεροι και πιο πιστοί πολίτες. Για τον Ξενοφώντα, ο λόγος για την κακή φήμη που είχαν οι χειρωνακτικές τέχνες ήταν ότι επιβαρύνουν το σώμα, με το να το αναγκάζουν να κάνει συνεχή καθιστική ζωή μέσα σε κλειστό χώρο ή δίπλα στη φωτιά: τα σώματα γίνονταν, έτσι, μαλθακά και οι ψυχές πολύ πιο ασθενείς, ενώ επίσης εξαιτίας τους δεν είχε κανείς την ευκαιρία να βοηθά τους φίλους και την πατρίδα του (Οἰκονομικός 4.2-4). Και ο Αριστοτέλης κινείται μεταξύ του πρακτικού και του πνευματικού. Στο μέτρο των αρμοδιοτήτων του, ο τεχνίτης, ο οποίος γνωρίζει καλά την τέχνη του, θα φτιάξει ανάλογα ένα καλό προϊόν (Ἡθικά Εὐδήμεια 1219a 21), αλλά ο φιλόσοφος δεν θεωρούσε τους τεχνίτες καλούς για πόλεμο, σε αντίθεση με τους γεωργούς, επειδή η τέχνη τους έκανε άχρηστους στο σώμα (Οἰκονομικός 1343b, 1329a). Στα Πολιτικά (1278) εξέφρασε την πεποίθηση ότι η καλύτερη πολιτεία δεν θα πρέπει να έχει για πολίτες της τους βάναυσους τεχνίτες και καλά έκαναν οι παλαιότεροι που είχαν για τεχνίτες τους δούλους ή τους ξένους. Την ίδια θέση έφτασε να εκφράσει και για τον γεωργικόν βίον, επειδή απλούστατα η αρετή χρειαζόταν αργία για να καλλιεργηθεί (Πολιτικά 1328b). Μάλιστα, ο φιλόσοφος δεχόταν ότι από αμφότερες κατηγορίες δεν θα έπρεπε να ορίζεται κάποιος ιερέας (1329a ό.π.). Αυτή η περιφρόνηση έφτασε να αφορά ακόμη και τους σημαντικούς καλλιτέχνες, αφού ό,τι έκαναν το έκαναν επί πληρωμή. Έτσι, ο αυτοκρατορικός συγγραφέας Λουκιανός αντανακλούσε προφανώς παλαιότερες απόψεις, όταν έλεγε ότι κανένας μυαλωμένος δεν θα ήθελε να γίνει, όσο και αν τους θαύμαζε, Φειδίας ή Πολύκλειτος, γιατί τότε θα γινόταν «βάναυσος, χειρῶναξ και ἀποχειροβίωτος», ό,τι χειρότερο δηλαδή (Ὄνειρο 9.1-15). Στους Σπαρτιάτες, υπήρχε, όντως, απαγόρευση να διδάσκονται τη βαναυσική τέχνη (Πλούταρχος Ἀγησίλαος 26.5.6: ἀπείρητο γὰρ αὐτοῖς τέχνην ἐργάζεσθαι καὶ μανθάνειν βάναυσον).
Ο Σωκράτης έδωσε έναν περίεργο ορισμό του «βάναυσου»: είναι εκείνος που καταφρονεί τους ομοίους του (Στοβαίος 3.22.38). Σώζεται μία πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία, η οποία δείχνει την καταρχάς αρνητική τοποθέτηση του ελεύθερου Αθηναίου πολίτη, όχι υψηλού εισοδήματος ή κοινωνικής επιφάνειας, απέναντι στην εργασία, ακόμη και την οικιακή, και μας παρέχει, επίσης, μία καλή εικόνα για τις υποκατηγορίες των οικιακών εργασιών. Όταν ένας φίλος του Σωκράτη, ο Αρίσταρχος, του εξομολογήθηκε ότι λόγω των πολιτικών συνθηκών δεν ήταν πλέον σε θέση να θρέψει, όπως θα ήθελε, τους οικείους του, οι οποίοι ήταν φυσικά ελεύθεροι αλλά και πολυπληθείς, ο Σωκράτης ξεκίνησε μία συζήτηση σχετικά με την αξία της εργασίας. Ανέφερε την περίπτωση κάποιου άλλου Αθηναίου, ο οποίος τα κατάφερνε χάρη στους δούλους που είχε και οι οποίοι χαρακτηρίζονται τεχνῖται, ενώ ο Αρίσταρχος είχε προβλήματα, επειδή στο σπίτι του ζούσαν ελεύθεροι (ἐλευθερίως πεπαιδευμένους). Οι πρώτοι μπορούσαν να κάνουν όλα τα χρήσιμα πράγματα, όπως ενδύματα (ανδρικά και γυναικεία) και τρόφιμα. Πάνω σε αυτό, ο Σωκράτης ανέφερε διάφορα παραδείγματα: κάποιος Ναυσικήδης, εκτός από τους οικείους του, έτρεφε και άλλους ανθρώπους εκτρέφοντας ζώα, κάποιος Κύρηβος έκανε ψωμιά, κάποιος Δημέας κατασκεύαζε χλαμύδες, όπως και οι Μεγαρείς έφτιαχναν εξωμίδες. Στη νέα αντίρρηση του Αρίσταρχου ότι εκείνοι διέθεταν βαρβάρους, για να δουλεύουν, ενώ αυτός είχε ελεύθερους και συγγενείς, ο Σωκράτης τον ρώτησε αφοπλιστικά: «επειδή είναι ελεύθεροι και συγγενείς σου, νομίζεις ότι πρέπει να μην κάνουν τίποτε άλλο από το να τρώνε και να κοιμούνται;». Η συζήτηση έπεισε, τελικά, τον Αρίσταρχο να βάλει τις γυναίκες του σπιτιού να υφαίνουν και να παράγουν ρούχα. Με τον τρόπο αυτό και οι ίδιες θα χαίρονταν, επειδή θα ήταν δημιουργικές και χρήσιμες στον προστάτη άρρενα συγγενή τους. Η ιστορία τελειώνει με τον Αθηναίο οικογενειάρχη να αναχωρεί, πηγαίνοντας να αγοράσει μαλλί, προφανώς, για να βάλει σε εφαρμογή το σχέδιο του Σωκράτη (Ξενοφών Ἀπομνημονεύματα 2.7.1-12).
Παραγωγοί καΙ πωλητές
Οι ἀγοραῖοι ήταν οι άνθρωποι της αγοράς, οι οποίοι αποτελούσαν ένα σημαντικό τμήμα των επαγγελματιών και είχαν πολλές διαβαθμίσεις, από τους απλούς και ταπεινούς πωλητές αγαθών και τους καπήλους (Πλάτων Νόμοι 849cd), οι οποίοι κατά κύριο λόγο δεν έχαιραν καμίας εκτίμησης, έως τους ἐμπόρους, ομάδα που περιλάμβανε και τους μεγαλέμπορους, οι οποίοι ασχολούνταν κυρίως με τη διακίνηση ποικίλων αγαθών μέσω των θαλασσινών οδών και ήταν συχνά πλοιοκτήτες. Από εδώ προέρχεται και η ονομασία ἐμπόρια για τους τόπους, όπου προπάντων λάμβανε χώρα μία τέτοια διακίνηση προϊόντων. Ἔμποροι απαντούν ήδη στα ομηρικά έπη: ο Μέντης ταξίδευε, για να μεταφέρει χαλκό και σαφώς η μεταπολεμική και πολύ κινητική κοινωνία που περιγράφει η Οδύσσεια γνωρίζει την ἐμπορίην (π.χ. Ὀδύσσεια 2.318-20, 24.300-1). Ο Ησίοδος γνώριζε, επίσης, καλά το θαλασσινό εμπόριο με τη ναυσιπλοΐα, το οποίο έκρινε, όμως, ως ιδιαίτερα ριψοκίνδυνη και επισφαλή επιχείρηση και γι᾽ αυτό απέτρεπε από την ενασχόληση με αυτό. Παρόλα αυτά, στη σχετική ενότητα όπου αναλύει τα δεδομένα της ναυτιλίας, ο ποιητής έκανε συχνά λόγο για το κέρδος (Ἔργα καὶ Ἡμέραι 631- 2, 646-7), το οποίο, παρά τους κινδύνους, ερχόταν στο αρχαίο νοικοκυριό. Η ιδέα ότι ο ἔμπορος τριγυρνούσε παντού, για να αποκομίζει κέρδος, απαντά και αργότερα πάλι με αρνητική αποτίμηση (Iσοκράτης Δημόνικος 19.6). Ο Σόλων αναγκάστηκε να στραφεί στο εμπόριο, επειδή ο πατέρας του μείωσε την κληρονομιά του και ο βιογράφος του Πλούταρχος προσπάθησε να το δικαιολογήσει όχι ως επιθυμία πλουτισμού αλλά στο πλαίσιο της ησιόδειας πρόκρισης της εργασίας (Σόλων 2.1 και 5). Με τον τρόπο αυτόν, όμως, ο Πλούταρχος ήταν σαν να ομολογούσε ότι οι περισσότεροι άνθρωποι πίστευαν το αντίθετο. Από την άλλη, το θαλασσινό εμπόριο ήταν απαραίτητο, και ειδικά η Αθήνα απόκτησε την «ἀρχήν τῆς θαλάττης» όντας στην προνομιακή θέση να αποκτά και να εμπορεύεται προϊόντα από τα μέρη παραγωγής τους (αναλυτικά για το θέμα βλ. στο ψευδο-ξενοφώντειο Ἀθηναίων πολιτεία). Ο ἔμπορος υπόκειτο σε νομική κάλυψη και γνωρίζουμε για ειδικές δίκες (ἐμπορικαὶ δίκαι), οι οποίες γίνονταν σε καθορισμένο χρόνο.
Παρά τις αντιδράσεις των στοχαστών, οι αρχαίες πόλεις ήταν γεμάτες από πωλητές και τεχνίτες. Ειδικά οι αττικές κωμωδίες παρέχουν μία πολύ εναργή εικόνα της εμπορικής κίνησης στην αρχαία Αγορά της Αθήνας. Ο τόπος αυτός ήταν, κυριολεκτικά, κέντρο του αστικού βίου, όπως φαίνεται από το γεγονός ότι εκεί ο Σόλων έστησε σε χάλκινο ομοίωμα τους νόμους του (Δημοσθένης 26.23) και ότι εκεί βρισκόταν ο βωμός των Δώδεκα θεών (Εικόνα 1.20), ο οποίος αποτελούσε, εκτός των άλλων, την αφετηρία μέτρησης όλων των οδικών αποστάσεων στην Αττική (Θουκυδίδης 6.54.6-7).
Εικόνα 1.20 Τρισδιάστατη αναπαράσταση της αρχαίας Αγοράς με το βωμό των Δώδεκα θεών στο κέντρο και την Ακρόπολη στο βάθος
(© Δημήτρης Τσαλκάνης – www.ancientathens3d.com)
Επίσης, εκεί είχε στηθεί το σπουδαιότερο μνημείο της αθηναϊκής δημοκρατίας, οι ανδριάντες των τυραννοκτόνων Αρμόδιου και Αριστογείτονα, κοντά στο Λεωκόρειον (Θουκυδίδης 1.20-21). Ο Σωκράτης επαινείται, επειδή προτιμούσε να ζει σε δημόσιους χώρους και σύχναζε στους «περιπάτους», στα Γυμνάσια και στην Αγορά, όπου κυκλοφορούσαν οι περισσότεροι πολίτες (Ξενοφών Ἀπομνημονεύματα 1.1.10).
Υπήρχαν πολλών ειδών μικροπωλητές στην αγορά, οι οποίοι ήταν αναπόσπαστο τμήμα κάθε πόλης (Ἱππῆς 129-45). Φυσικά, και εδώ οι Σπαρτιάτες αποτελούσαν την εξαίρεση, επειδή δεν δέχονταν μεταξύ άλλων (π.χ. μάντεων, περιπλανώμενων ιερέων) εμπόρους και κατασκευαστές από άλλες περιοχές (Πλούταρχος Λυκοῦργος 9.3, ψευδο-Πλούταρχος Ἠθικά = Ἀποφθέγματα Λακωνικά 226d 2). Τα επαγγέλματα σχετίζονταν άμεσα με την οικονομική τους απόδοση, αν και πολλές φορές τα έσοδα από αυτά ήταν πενιχρά. Δεν είναι άξιο απορί- ας ότι ένας Αθηναίος οίκτιρε την κατάστασή του, η οποία τον ανάγκαζε να πουλά ταινίες, και παρόλα αυτά εξακολουθούσε να παραμένει φτωχός ο ίδιος, ενώ παραδεχόταν ότι η μητέρα του, αν και ελεύθερη Αθηναία, ήταν αναγκασμένη να θηλάζει κατ’ επάγγελμα (Δημοσθένης 57.35). Στον αριστοφανικό Πλούτο, όπου λόγω θέματος αναφέρονται διάφορα κερδοφόρα επαγγέλματα, ο ήρωας Χρεμύλος απαριθμεί τις τέχνες που οφείλονταν στο θεό Πλούτο και συντρόφευαν το μέσο Αθηναίο (Πλοῦτος 160-7). Αυτές ήταν η σκυτοτομική, η χαλκουργική, η οικοδομική, η χρυσοχοϊκή, η γναφευτική και φυσικά η βυρσοδεψική, η οποία απαθανατίστηκε χάρη στο βυρσοδέψη πολιτικό Κλέωνα ή η κατασκευή λυχναριών από τον πολιτικό και βιοτέχνη Υπέρβολο. Η αριστοφανική Πενία αναφέρθηκε, με τη σειρά της, στη σχέση της με τους χειροτέχνες (Πλοῦτος 532-4, πρβλ. 617-8) και σε εκείνες τις τέχνες που θα εκλείψουν, όταν επικρατήσει ο επιδιωκόμενος πλούτος, ενώ έκανε λόγο για τη ναυπηγική, τη ραπτική, την τροχοποιητική, την πλινθοπυργική (Πλοῦτος 510-6). Μία άλλη ζωντανή εικόνα περιγράφει πώς ο πετεινός ξυπνούσε το χάραμα τους χαλκείς, τους κεραμείς, τους σκυλοδέψες, τους τσαγκάρηδες, τους βαλανείς, τους αλφιταμοιβούς, και τους τορνευτολυρασπιδαπηγούς (Ὄρνιθες 489-92).
Μία πλούσια ποιητική απαρίθμηση πωλητών κάθε πιθανού προϊόντος προσφέρει ο κωμικός Νικοφών (= Αθήναιος 3.110.55) στο έργο Χειρογάστορες σε έναν εντυπωσιακό κατάλογο: μεμβραδοπώλης (πωλητής αντζούγιας), ἀνθρακοπώλης (πωλητής κάρβουνου), ἰσχαδοπώλης (πωλητής σύκων), διφθεροπώλης (πωλητής δερμάτων), ἀλφιτοπώλης (πωλητής αλεύρων), μυστριοπώλης (πωλητής κοχλιαρίων), βιβλιοπώλης, κοσκινοπώλης, ἐγκριδοπώλης (πωλητής γλυκισμάτων), σπερματοπώλης (πωλητής σπόρων). Επίσης, μαρτυρούνται οι εξής πωλητές: ταριχοπώλης (πωλητής παστών ψαριών), φαρμακοπώλης, μυροπώλης, λιβανοτοπώλης, βυρσοπώλης, τροφίμων (ἀρτοπώλης, ἰχθυοπώλης, κρεοπώλης, ἐλαιοπώλης, ἀλλαντοπώλης, μελιτοπώλης), και κωμικά κοιλιοπώλης (Ἱππῆς 200), στυππειοπώλης (129, πωλητής καννάβινων υφασμάτων), αγγείων (πινακοπώλης, ληκυθόπωλις), άλλων μικροαντικειμένων (βελονοπώλης, συρμαιοπώλης που πουλά εμετικά, ρωποπώλης που πουλά κουρέλια, ἁλουργοπώλης που πουλά πορφύρα, χρυσοχόος). Με παρόμοια επαγγέλματα, τα οποία θεωρούνταν χαμηλής στάθμης, ασχολούνταν εξίσου άνδρες και γυναίκες.
Στην Αγορά, κάθε πωλητής είχε τη θέση που ταίριαζε στο προϊόν του και το ίδιο ίσχυε για τους παραγωγούς διαφόρων προϊόντων, π.χ. ο μυροπώλης επιζητούσε σκιερά μέρη, επειδή ο ήλιος και η θερμότητα επηρεάζουν τα αρώματα (Θεόφραστος απ. 4.40.3). Σε απόμακρες περιοχές βρίσκονταν οι βυρσοδέψες λόγω της μυρωδιάς του προϊόντος τους. Ανάλογα, και οι ουσίες για την επεξεργασία του μαλλιού έκαναν δύσκολη τη ζωή των τεχνιτών που ασχολούνταν με αυτές165. Οι εκφράσεις «εἰς ἀγορὰν ἐπ’ ἄλφιτα», «ἐν τοῖς στεφανώμασιν», «ἐς τὰς χύτρας»166 ή απλώς «χύτροι» (Αριστοφάνης Ἐκκλησιάζουσαι 303) είναι ενδεικτικές της χωρικής διαφο- ροποίησης για διάφορες κατηγορίες προϊόντων, όπως τα σιτηρά, τα στεφάνια και τα κεραμικά σκεύη. Δεῖγμα ονομαζόταν η αγορά στον Πειραιά, όπου εκτίθονταν τα διάφορα εμπορεύματα (Ξενοφών Ἑλληνικά 5.1.21). Ο τσαγκάρης (σκυτοτόμος), ο οποίος γενικώς έχαιρε πολύ χαμηλής εκτίμησης, ζούσε σε ανθυγιεινές συνθήκες. Πολύ συχνά οι γυναίκες στις Εκκλησιάζουσες περιγράφονται σαν να ήταν άνδρες τσαγκάρηδες εξαιτίας του χλωμού δέρματος, ακριβώς επειδή αυτή η επαγγελματική ομάδα συνήθιζε να εργάζεται στο ημίφως (385-7, 432)167. Η επιτόπου εργασία ήταν, επίσης, πολύ συχνή και οι τεχνίτες έμπαιναν αναγκαστικά στα σπίτια των πολιτών, γεγονός που έπληττε τη γυναικεία απομόνωση και την αναμενόμενη σεμνότητα του θηλυκού φύλου. Στην κωμωδία, παρουσιάζονται συχνά κωμικές σκηνές με υπονοούμενα για τη σχέση του τεχνίτη, ο οποίος καλείται από το σύζυγο να ασκήσει την τέχνη του και ταυτόχρονα μπορεί να κάνει και άλλα πράγματα (Λυσιστράτη 414-20). Ένας σύζυγος που είχε διατάξει τον χρυσοχόο να πάει στο σπίτι του, όσο εκείνος θα έλειπε, για να επισκευάσει ένα περιδέραιο της γυναίκας του, ίσως διακινδύνευε περισσότερο την τιμή του από ό,τι αν το πήγαινε ο ίδιος στο χώρο του εργαστηρίου (Λυσιστράτη 407-19). Εκτός από τους μικροτεχνίτες, υπήρχαν και ιδιοκτήτες εργαστηρίων, οι οποίοι απλώς εισέπρατταν από τα έσοδα, χωρίς να κάνουν οι ίδιοι τη σκληρή δουλειά, όπως ο μέτοικος πατέρας του Λυσία που είχε εργοστάσιο ασπίδων ή άλλοι επώνυμοι Αθηναίοι.
Χάρη στην κωμική πλοκή με αφορμή την ίδρυση και την ανοικοδόμηση της Νεφελοκοκκυγυίας, αποκομίζουμε πληροφορίες για την κατανομή των κατασκευαστικών εργασιών και την εξειδίκευση κατά την οικοδόμηση: κατασκευή πλιθιών (139), λάξευμα και σπάσιμο των θεμελίων και άλλων λίθων (1134, 1138), μεταφορά λίθων (1136-7) και πλίνθων με ειδικές ζώνες (1134, 1149), μεταφορά νερού (1140), πηλού (1142- 6, 1151), με φτυάρια και λεκάνες, και διαφόρων εργαλείων (1149-151), κατασκευή ξύλινου τμήματος του τείχους από τέκτονες (1153-7). Αναφέρονται και τα απαραίτητα εργαλεία ή σκεύη, όπως τύκος (για την κοπή πέτρας), λεκάνη, ἄμη (φτυάρι), ὑπαγωγεύς (σχόλ.: ξυστῆρα, πλατὺ δὲ ἐστὶν σίδηρον ὧι ξαίουσι τὸν πηλόν).
Πολλοί επαγγελματίες επεδίωξαν να εισέλθουν στην πολιτική ζωή και μπορούμε να καταλάβουμε ότι στην καρδιά της αθηναϊκής δημοκρατίας ήταν πιο εύκολο σε ένα τεχνίτη ή πωλητή να συχνάζει στον ελεύθερο χρόνο του στα όργανα της πολιτείας παρά σε ένα γεωργό, ο οποίος έμενε αρκετά χιλιόμετρα μακριά από το άστυ. Ακόμη και έτσι, όμως, οι πηγές δεν φείδονται από αρνητικά σχόλια για τις διάφορες επαγγελματικές ομάδες και θεωρούσαν κάθε άνδρα της αγοράς «πονηρό και θρασύ», ο οποίος, μάλιστα, δεν ήξερε μουσική εκτός από τα βασικά «γράμματα», δηλαδή γραφή και ανάγνωση, και αυτά «κακά κακῶς» (Αριστοφάνης Ἱππῆς 180-1, 188-90). Ο χαρακτηρισμός ἀγοραῖος είχε αποκτήσει αρνητική χροιά σε οτιδήποτε αναφερόταν (π.χ. Αριστοφάνης Ἱππῆς 217-8, Βάτραχοι 1013-8)168. Λόγου χάριν, οι ιχθυοπώλες θεωρούνταν από τους μεγαλύτερους απατεώνες, επειδή πουλούσαν μπαγιάτικα ψάρια (Αριστοφάνης απ. 317, πρβλ. Αθήναιος Δειπνοσοφισταί 6.7- 10, με σχετικά αποσπάσματα από διάφορους κωμικούς ποιητές). Μία ανάλογη κωμική σκηνή με ένα πωλητή χελιών από την Κωπαΐδα διαβάζουμε στους Ἀχαρνῆς (870-81).
Ο Αριστοφάνης όχι μόνον επιφύλαξε στους φιλόδοξους τεχνίτες πολύ ειρωνική υποδοχή, αλλά και τους αντιμετώπισε με ιδιαίτερα αρνητική διάθεση. Στους Ἀχαρνῆς, ο Δήμος (η προσωποποίηση των πολιτών) έπαψε να δέχεται για εραστές του «τοὺς καλοὺς καὶ ἀγαθούς» και παραδόθηκε στους λυχνοπώλες, τους νευρορράφους, τους σκυτοτόμους και τους βυρσοπώλες. Μία τέτοια επιλογή θεωρήθηκε ότι ήταν η αιτία για την κακή κατάσταση που επικρατούσε στην Αθήνα. Ειδικά στο πρόσωπο του πολιτικού Κλέωνα (του Παφλαγόνα στο έργο), μπορούμε να δούμε την ανατομία αυτού του πολιτικού-τεχνίτη. Η απόλυτα αρνητική απεικόνισή του είχε συνδεθεί άμεσα με την τέχνη του βυρσοδέψη και την ιδιότητα του βυρσοπώλη, ακόμη και αν επρόκειτο για μεγαλοπαραγωγό και όχι για ένα ταπεινό μεροκαματιάρη. Στην κωμωδία στηλιτεύεται σκληρά με πολλούς όρους, οι οποίοι σχετίζονται με τη βυρσοδεψική τέχνη. Η απαξίωση της τέχνης αυτής κορυφώθηκε στην κωμική πλοκή, όταν ο βυρσοδέψης κατατροπώθηκε μέσα από έναν κωμικό αγώνα από έναν όμοιο ή και χειρότερό του, τον Αλλαντοπώλη, ο οποίος είχε φροντίσει, επίσης, να «αξιοποιήσει» την επαγγελματική του ταυτότητα προκειμένου να αντιμετωπίσει τον αντίπαλό του. Ανάλογη ήταν και η περίπτωση του πολιτικού και κεραμέα Κέφαλου. Ένας άλλος νεόπλουτος, ο Διιτρέφης, πλούτισε, επειδή έφτιαχνε φτερά, που δεν ήταν τίποτε άλλο από ξεσκονιστήρια (Ὄρνιθες 797): στα αρχαία σχόλια αναφέρεται ότι ο άνδρας πλούτισε φτιάχνοντας καλάθια και ότι τα πτερά του κειμένου είναι τα χερούλια των καλαθιών (πυτίναι) αυτών.
Από τη ζωή της αγοράς δεν έλειπαν οι απατεώνες, αφού ένας κωμικός απαιτούσε να διορίζονται ὀψονόμοι, για να ελέγχουν την ποιότητα και την ποσότητα των ψαριών (Αθήναιος Δειπνοσοφισταί 6.12.42). Οι ἀγορανόμοΙ ήταν οι αρμόδιοι υπάλληλοι για τη διαδικασία αυτή (π.χ. Αριστοφάνης Ἀχαρνῆς 723-4, Σφῆκες 1407, Λυσίας 22.16, Αριστοτέλης Πολιτικά 1299b 17). Μαρτυρείται και ένας άλλος ελεγκτής, ο προμετρητής, ο οποίος μετρούσε τα σιτηρά και τους καρπούς που διακινούνταν στην αγορά (Σούδα π 2504). Κοντά στους τεχνίτες, υπήρχαν και τα καπηλεῖα, δηλαδή μέρη για οινοποσία και φαγητό (π.χ. Ισοκράτης Ἀρεοπαγιτικός 49.3), όπου δεν επιτρεπόταν να συχνάζουν δούλοι. Οι κάπηλοΙ και οι καπηλίδες αναφέρονται σε αυτές τις περιπτώσεις ως οι ιδιοκτήτες τέτοιων χώρων ψυχαγωγίας, επειδή πουλούσαν κρασί (π.χ. Αριστοφάνης Θεσμοφοριάζουσαι 347-50 και 735-8, Πλοῦτος 1120-2). Στις επαγγελματικές ασχολίες μπορεί να αντιπαραβάλει κανείς τις ασχολίες του ελεύθερου χρόνου169, που ήταν εξίσου σημαντικές για την καθημερινότητα των ανδρών-πολιτών. Η περιδιάβαση στην Αγορά και τα Γυμνάσια των πόλεων αποτελούσε ιδανικό τρόπο επικοινωνίας και ενημέρωσης. Στην ίδια περιοχή υπήρχε και το σκιραφεῖον, ο τόπος όπου παίζονταν τυχερά παιγνίδια (π.χ. Ισοκράτης περὶ ἀντιδόσεως 287.1-3).
Εικονογραφικά δεδομένα για τεχνίτες, εμπόρους και αγρότες
Οι απεικονίσεις επαγγελματιών (τεχνίτες, έμποροι) και των χώρων εργασίας τους (εργαστήρια, «καταστήματα») είναι σχετικά λίγες και αυτό φανερώνει το περιορισμένο ενδιαφέρον για τις χειρωνακτικές και μεταπρατικές εργασίες ως εικονογραφικό θέμα, τόσο για τους ίδιους τους δημιουργούς όσο και για τους αγοραστές170. Στους χειροτέχνες συγκαταλέγονταν, ανάμεσα σε άλλους, κεραμείς, γλύπτες, χαλκουργοί και οπλοποιοί. Στην αρχαϊκή εποχή, συχνότερα παριστάνονται οι κεραμείς σε διάφορα στάδια της εργασίας τους (εξόρυξη και προ- ετοιμασία πηλού, πλάσιμο αγγείων στον κεραμικό τροχό, ψήσιμο στην κάμινο, διακόσμηση αγγείων) σε πήλι- νους αναθηματικούς πίνακες και αγγεία, κυρίως από κορινθιακά και αττικά εργαστήρια. Οι απεικονίσεις τους συνεχίζουν και στην κλασική εποχή, με την προσθήκη ιδεαλιστικών στοιχείων (π.χ. επίβλεψη και στεφάνωση των κεραμέων από την Αθηνά και Νίκες). Για τα εργαστήρια των κεραμέων, οι σχετικές παραστάσεις και οι γραμματειακές πηγές δείχνουν ένα σχετικά μικρό αριθμό απασχολούμενων, μεταξύ 3-4 μέχρι 9-10 άτομα, σε οικογενειακού μεγέθους επιχειρήσεις, εκτός από λίγες εξαιρέσεις171. Ακολουθούν ποσοτικά οι παραστάσεις μεταλλουργών, οι οποίοι κατασκευάζουν διάφορα αντικείμενα από σίδηρο και χαλκό, ακόμη και μεγάλα αγάλματα. Χαρακτηριστικές ως προς αυτό είναι οι σκηνές στις δύο όψεις μίας ερυθρόμορφης κύλικας του Ζωγράφου του Χυτηρίου (Βερολίνο, Antikensammlung F 2294, περ. 480 π.Χ., BAPD 204340), όπου απεικονίζονται διάφορες φάσεις της κατασκευής χάλκινων αγαλμάτων. Στις παραστάσεις με εργαστήρια γλυπτικής παρουσιάζονται τόσο γλύπτες όσο και η ίδια η Αθηνά να κατεργάζονται γλυπτά, όπως ανθρώπινες μορφές, άλογα και ερμαϊκές στήλες. Ορισμένα από αυτά έχουν υπερφυσικό μέγεθος. Στην ομάδα των μεταλλουργών ανήκουν και οι κατασκευαστές όπλων, οι οποίοι παριστάνονται στα αγγεία να κατασκευάζουν κυρίως κράνη αλλά και ασπίδες, κνημίδες και μάχαιρες. Ενδιαφέρον στις διάφορες σκηνές με τεχνίτες έχει η παρουσία των ειδικών εργαλείων και του απαραίτητου εξοπλισμού για την άσκηση της τέχνης τους (π.χ. κεραμικοί ή μεταλλουργικοί κλίβανοι), με τα οποία συμπληρώνουμε τις γνώσεις μας για την οργάνωση των αρχαίων εργαστηρίων, οι οποίες προκύπτουν σε σημαντικό βαθμό από τα ίδια τα αντικείμενα και τα ανασκαφικά κατάλοιπα των ποικίλων εργαστηριακών εγκαταστάσεων.
Από τους λοιπούς τεχνίτες διαθέτουμε λίγες απεικονίσεις, όπως με υποδηματοποιούς και ξυλουργούς. Οι πρώτοι παριστάνονται στο «σκυτοτομεῖον» την ώρα της δουλειάς, καθισμένοι σε δίφρο, ενώ κόβουν ένα κομμάτι δέρματος στο μέγεθος του ποδιού ενός πελάτη ή μίας πελάτισσας, οι οποίοι στέκονται πάνω σε ένα τραπέζι. Ο χώρος του εργαστηρίου δηλώνεται με διάφορα αναρτημένα εργαλεία και υποδήματα. Γνωρίζουμε, βέβαια, ότι συχνά οι υποδηματοποιοί πήγαιναν στα σπίτια για να παραδώσουν ή να επισκευάσουν τα προϊόντα τους. Επιπλέον, το ταπεινό επάγγελμα του τσαγκάρη φαίνεται ότι άφηνε ένα εισόδημα, καθώς γνωρίζουμε και λίγα ανάγλυφα με παραστάσεις του (για την επιτύμβια στήλη του Ξανθίππου, 420 π.Χ., βλ. 1.4, επίσης αναθηματικό ανάγλυφο με παράσταση υποδηματοποιείου του Διονυσίου και των γιων του, αφιερωμένο στον ήρωα Καλλιστέφανο, Αθήνα, Μουσείο Αγοράς Ι 7396, β΄ τέταρτο 4ου αι. π.Χ., Εικόνα 1.21).
Εικόνα 1.21 Επιτύμβια στήλη υποδηματοποιού με σκηνή «σκυτοτομείου», Αθήνα Μουσείο Αρχαίας Αγοράς Ι 7396
(© American School of Classical Studies at Athens: Agora Excavations)
Οι ξυλουργοί εικονίζονται μόνοι ή με ένα βοηθό να πριονίζουν, να ανοίγουν οπές και να καρφώνουν σανίδες σε έπιπλα και κιβώτια. Σε δύο περιπτώσεις παριστάνονται ξυλοκόποι με πέλεκυ να κόβουν ξύλα. Στην αθηναϊκή Ακρόπολη έχουν βρεθεί πολλά αναθήματα τεχνιτών και άλλων επαγγελματιών, ανάμεσά τους βάσεις αγαλμάτων, ανάγλυφα και αγγεία με επιγραφές δηλωτικές της επαγγελματικής ιδιότητας των αναθετών172. Ορισμένα από αυτά ήταν, μάλιστα, δαπανηρά, μαρτυρώντας την οικονομική άνεση και την επιθυμία για κοινωνική αναγνώριση, με κορύφωση στην ύστερη αρχαϊκή εποχή. Με την πράξη της ανάθεσης, όπως και με τις απεικονίσεις τους στα αγγεία και τα ανάγλυφα, οι τεχνίτες ήθελαν να προβάλουν το έργο τους και να διεκδικήσουν, έως ένα βαθμό, την κοινωνική αποδοχή τους.
Οι παραστάσεις εμπόρων εμφανίζονται, επίσης, σε μελανόμορφα αγγεία από τα μέσα του 6ου αι. π.Χ. και σχετίζονται κυρίως με τη ζύγιση εμπορευμάτων και την πώληση οίνου και ελαίου, των δύο κυριότερων αγροτικών προϊόντων. Οι έμποροι δεν είναι μόνον άνδρες (κάπηλοι) αλλά και γυναίκες (καπηλίδες), ενώ οι πελάτες τους ανήκουν, επίσης, και στα δύο φύλα. Η παρουσία μεγάλων οξυπύθμενων αμφορέων και πίθων καθώς και μικρότερων οινοδόχων αγγείων (μικρότερος αμφορέας, οινοχόη, ασκός) για την αποθήκευση και μετάγγιση-μεταφορά οίνου είναι ενδεικτική για την πώληση κρασιού σε διαμορφωμένους εμπορικούς χώρους της Αγοράς ή σε οινοποιεία. Στην περίπτωση πώλησης λαδιού, κυριαρχούν τα ελαιοδόχα σκεύη (πελίκη, λήκυθος, αλάβαστρο), εκτός από τους αποθηκευτικούς αμφορείς, και το προϊόν μπορεί να είναι ανάλογα βρώσιμο ή αρωματικό έλαιο (Εικόνα 1.22).
Εικόνα 1.22 Μελανόμορφη πελίκη του κύκλου του Ζωγράφου του Αντιμένη
Φλωρεντία Museo Archeologico Nazionale 72732 (© Firenze, Museo Archeologico Nazionale)
Γνωρίζουμε ότι υπήρχαν ειδικά μυροπωλεία στις αγορές και ότι τα προϊόντα τους ήταν περιζήτητα. Είναι αξιοσημείωτο ότι ενίοτε απεικονίζονται γυναίκες ως έμποροι, οι οποίες συναλλάσσονται με τους πελάτες. Στις παραστάσεις εμπορίου συναντάμε, επίσης, ορισμένες ενδιαφέρουσες επιγραφές με εμπορικό χαρακτήρα, οι οποίες δηλώνουν τις ποσότητες ή την ποιότητα των προϊόντων, ακόμη και την επιθυμία ενός εμπόρου να γίνει πλούσιος με τη βοήθεια του Δία. Σε λίγες σκηνές απεικονίζεται αγοραπωλησία και μεταφορά αγγείων, κυρίως αμφορέων173 (Εικόνα 1.23).
Ένας αγοραστής κρατά βαλάντιον (πουγκί με χρήματα) και στέκεται μπροστά από στοιβαγμένα αγγεία για να επιλέξει ή μεταφέρει τον αμφορέα με τη βοήθεια ενός δούλου. Γνωρίζουμε ότι οι κεραμείς πουλούσαν συχνά οι ίδιοι τα προϊόντα στα εργαστήριά τους (αὐτοπώλης), αλλά οπωσδήποτε υπήρχαν και έμποροι, που διακινούσαν τα κεραμικά σκεύη στην εσωτερική αγορά και σε άλλες περιοχές. Σε λίγες παραστάσεις με κρεοπώλες-μαγείρους και ιχθυοπώλες-αλιείς εικονίζεται, εκτός από το ψάρεμα, ο τεμαχισμός και η μεταφορά κρέατος ή ψαριού (Εικόνα 1.24α-β), προφανώς σε ειδικούς χώρους, όπως φανερώνει ο απαραίτητος εξοπλισμός (πάγκος εργασίας, το «ἐπίξηνον», λεκάνη για τη συλλογή του αίματος, κοπίδα).
Εικόνα 1.24α-β Μελανόμορφη κύλικα κοντά στο Ζωγράφο του Θησέα, Malibu J.P. Getty Museum 96.AE.96
(© The J. Paul Getty Museum, Villa Collection, Malibu CA
Σχετικά με την ερμηνεία ορισμένων από τις σκηνές αυτές έχει προταθεί η συσχέτιση με τελετουργικές θυσίες σφαγίων στο πλαίσιο εορτών και «διαβατήριων» τελετών174.
Η οικονομία των αρχαίων ελληνικών πόλεων εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από τη γεωργία175 και την παραγωγή αγροτικών προϊόντων, τα οποία ήταν απαραίτητα για την αυτάρκεια και την ευημερία τους, ακόμη και σε περιοχές όπου η καλλιεργήσιμη γη ήταν περιορισμένη και λιγότερο εύφορη. Οι αγροτικές εργασίες απεικονίζονται, ωστόσο, περιστασιακά, με μόνη εξαίρεση τον τρύγο και την παρασκευή μούστου176.
Στις σχετικές παραστάσεις, η συχνή παρουσία των Σατύρων στο ρόλο των τρυγητών (Εικόνα 1.25) και η αναγωγή της σκηνής στη σφαίρα του μύθου τονίζουν τη σημασία του οίνου ως θεϊκού δώρου του Διονύσου στους θνητούς. Στα αγγεία βλέπουμε διάφορα στάδια από τη συγκομιδή, τη μεταφορά και το πάτημα των σταφυλιών στο ληνό μέχρι την έκχυση και τη συλλογή του γλεύκους σε μεγάλους κάδους ή λεκάνες. Στις σκηνές υπάρχουν ενίοτε και άλλα σκεύη, όπως καλάθια, λίκνα, αμφορείς, υδρίες και κύλικες. Η αποθήκευση του νέου οίνου σε πίθους παριστάνεται πολύ σπανιότερα. Συχνά ο Διόνυσος σφραγίζει με την παρουσία του τις σκηνές αυτές. Η εμβληματική απεικόνιση της αμπέλου σε μελανόμορφα αγγεία, με το Διόνυσο καθισμένο στο κέντρο ή ανακεκλιμένο ως συμποσιαστή μαζί με την Αριάδνη και μικροσκοπικούς Σατύρους σκαρφαλωμένους στα κλαδιά, προβάλλει με έμμεσο αλλά εντυπωσιακό τρόπο τη στενή σχέση των ανθρώπων με το διονυσιακό κόσμο και τις απολαύσεις του177. Οι αντίστοιχες παραστάσεις με θνητούς τρυγητές είναι αισθητά λιγότερες και εμφανίζονται, κυρίως, στην ερυθρόμορφη αγγειογραφία. Οι δραστηριότητες των γεωργών απεικονίζονται σπάνια σε σκηνές άροσης και σποράς με ζώα στο χωράφι, ορισμένες από τις οποίες προέρχονται από περιοχές εκτός Αττικής (Εικόνα 1.26α-β)178, καθώς και με τη συλλογή καρπών, όπως από ελαιόδεντρα179, με την οποία υπονοείται και η παραγωγή λαδιού (Εικόνα 1.27). Επίσης, παριστάνεται η μεταφορά των προϊόντων τους πάνω σε ημιονικές άμαξες. Εξίσου πολύ περιορισμένη είναι η απεικόνιση σκηνών που σχετίζονται, άμεσα ή έμμεσα, με την κτηνοτροφία και τη μελισσοκομία180.
Εικόνα 1.26α-β «Μηλιακός» πιθαμφορέας, Πάρος Αρχαιολ. Μουσείο 2653(© Εφορεία Αρχαιοτήτων Κυκλάδων, φωτογρ. Ε. Μανακίδου
Εικόνα 1.27 Μελανόμορφος αμφορέας του Ζωγράφου του Αντιμένη,
Λονδίνο Βρετανικό Μουσείο
1.6.2 Γυναικείες ασχολίες και εργασίες
Από όπου και αν προέρχονται οι πληροφορίες για τη ζωή, τη θέση και τις ασχολίες των γυναικών στην αρχαιότητα είναι αποσπασματικές και μεροληπτικές. Τόσο οι γραπτές όσο και οι εικονογραφικές μαρτυρίες προβάλλουν την κρατούσα ανδρική αντίληψη των δημιουργών τους και της κοινωνίας που τις έχει διαμορφώσει. Η γυναικεία υπόσταση ήταν άμεσα εξαρτημένη σε κάθε στάδιο του βίου της από την παρουσία των ανδρών (βλ. 1.5.1), διαφορετικά δεν είχε καμία θεσμική και νομική κάλυψη (οικογένεια, κοινωνία, δικαιοσύνη, πολιτική). Γι’ αυτό οι γυναικείες δράσεις και αρμοδιότητες, εντός και εκτός του οίκου, ήταν σε μεγάλο βαθμό προκαθορισμένες και ελεγχόμενες. Η κόσμια συμπεριφορά και η εκτέλεση των καθηκόντων τους βρίσκονταν όχι μόνο υπό την εποπτεία της ανδρικής νομοθεσίας αλλά και κάτω από την ίδια τη γυναικεία επιτήρηση.
Όπως δηλώνει χαρακτηριστικά ο Αριστοτέλης «οι γυναίκες έχουν υπεροχή μόνον στη σωματική ομορφιά, τον σεξουαλικό αυτοέλεγχο, τη μετριότητα και την εργατικότητα» (Ῥητορική 1361a 6-8).
Η κοινωνική και η οικονομική θέση της οικογένειας έπαιζε, οπωσδήποτε, καθοριστικό ρόλο για τη συμπεριφορά, τις δραστηριότητες και το κύρος των γυναικών. Σε ορισμένες κοινωνίες οι γυναίκες απολάμβαναν έως ένα βαθμό περισσότερη «ελευθερία κινήσεων» σε σχέση με άλλες σύγχρονές τους και ως προς αυτό είναι απολύτως ενδεικτική η σύγκριση ανάμεσα στις δραστήριες Σπαρτιάτισσες και τις περιορισμένες Αθηναίες. Ενδεχομένως, σε δωρικές και αιολικές περιοχές οι συνθήκες διαβίωσης και οι δυνατότητες έκφρασης των γυναικών να διέφεραν από εκείνες των ομοφύλων τους σε ιωνικές περιοχές, όπως διαφαίνεται και στις αναφορές των γραπτών πηγών.
Οι περισσότερες γραπτές πηγές τονίζουν το ρόλο της οικοδέσποινας. Στην αρχαϊκή εποχή η δράση των γυναικών περιοριζόταν μέσα στο σπίτι (Εικόνα 1.28).
Εικόνα 1.28 Ερυθρόμορφη λήκυθος του Ζωγράφου της ληκύθου του Yale, New Haven Yale University Art Gallery 1913.146 (© Yale University Art Gallery)
Εκεί είχαν σημαντική θέση, καθώς επόπτευαν τα έργα των δούλων και γενικότερα φρόντιζαν την οικιακή οικονομία, ενώ τόσο ο πόλεμος όσο και τα λόγια ήταν δουλειά των ανδρών (Ἰλιάς 6.490-3 και Ὀδύσσεια 1.356-9 αντίστοιχα: «καλύτερα να πας στην κάμαρή σου, με τα δικά σου απασχολήσου έργα, τον αργαλειό, τη ρόκα.
Δίνε στις παρακόρες εντολές, για να δουλεύουν με φροντίδα... Ο πόλεμος [στην Οδύσσεια: ο λόγος] είναι μέλημα του αντρός»). Στην Οδύσσεια μία δούλη, η Ευρύκλεια, έχει το ρόλο του φύλακα της αποθήκης, όπου πηγαίνει ο Τηλέμαχος, για να πάρει ρούχα (2.337-47: «κατέβηκε στην ψηλοτάβανη κάμαρη του πατέρα του, ευρύχωρη όπου πολύ χρυσάφι και χαλκώματα ήσανε φυλαγμένα, αλλά και ρούχα μέσα σε κασέλες, άφθονο λάδι ευωδιαστό. Ακόμη εκεί στημένα τα πιθάρια, με το παλιό γλυκόπιοτο κρασί, ... Βαλμένα στη σειρά, στον τοίχο ακουμπισμένα, ασφαλισμένη η κάμαρη, διπλά
θυρόφυλλα καλά αρμοσμένα, κι έμενε εκεί νύχτα και μέρα, μια κελάρισα γυναίκα, φύλακας σε όλα, το μυαλό της έκοβε πολύ –η Ευρύκλεια…»). Η υφαντική ήταν η βασική τους ενασχόληση, η τεκνοποιία και ανατροφή των παιδιών ο κύριος προορισμός τους.
Ο Σημωνίδης στον Ίαμβο γυναικών (απ. 7 West) αναφέρει ότι η γυναίκα-άλογο αποφεύγει τις δουλειές του νοικοκυριού, δεν έχει όρεξη να αγγίξει τον μύλο ή να σηκώσει το κόσκινο ή να καθαρίσει το σπίτι από την κοπριά ή να γονατίσει δίπλα στη φωτιά. Η γυναίκα-γαϊδούρα με το ζόρι στρώνεται στη δουλειά. Η γυναίκα-γουρούνα αντί να συμμαζεύει το σπίτι, τα κάνει όλα άνω-κάτω και ζει με άπλυτα ρούχα. Αντίθετα, η μόνη θετική γυναίκα-μέλισσα δεν χάνει τον καιρό της σε φλυαρίες με τις άλλες, αγαπά το σύζυγό της και έχει σωστά παιδιά181.
Εκτός από το μεγάλωμα του παιδιού, η γυναίκα έπρεπε να ασχολείται με το νοικοκυριό, την καθαριότητα, τον οικιακό κήπο, την ετοιμασία των γευμάτων, το ρουχισμό για την οικογένεια και τα αντικείμενα για την προίκα των θυγατέρων της ή να εποπτεύει τις εργασίες των οικιακών δούλων. Μέσα στον οίκο η γυναίκα διατηρούσε σημαντική αυτονομία, καθώς φρόντιζε για τις καθημερινές και μακροπρόθεσμες ανάγκες, ρύθμιζε τις προμήθειες και μπορούσε να αναπτύξει έως ένα βαθμό τα προσόντα της. Ο όρος ταμιεύειν αφορά τη διαχείριση των σιτηρών, του λαδιού και του οίνου (Αριστοφάνης Θεσμοφοριάζουσαι 418-25), αρμοδιότητες οι οποίες εμπίπτουν εν μέρει στα καθήκοντα των γυναικών.
Ο Ισχόμαχος γνωρίζει και παρουσιάζει αναλυτικά τις ιδιότητες που πρέπει να έχει η γυναίκα του, για να επιβλέπει το προσωπικό και να διαχειρίζεται σωστά τα του οίκου της, ώστε να γίνει καλή ταμίας του σπιτιού (Ξενοφών Οἰκονομικός 9.10-14). Η λέξη ταμίας ορίζει αυτή τη διαχειριστική ιδιότητα εντός του οίκου και τη συναντάμε στους δικανικούς λόγους.
Ο Πλάτων ισχυρίστηκε ότι οι άνδρες παραχωρούν τον έλεγχο των χρημάτων στις γυναίκες τους (Νόμοι 805e), ενώ αντίστοιχα στην κωμωδία η Λυσιστράτη διατυμπανίζει την άποψη ότι οι γυναίκες είναι απολύτως ικανές για τη διαχείριση του Αθηναϊκού Δημόσιου ταμείου, αφού για χρόνια ήταν υπεύθυνες για τον οίκο (Λυσιστράτη 492-5). Μία πολύ δυναμική χήρα στράφηκε εναντίον του ίδιου της του πατέρα, προκειμένου να διασφαλίσει την περιουσία των παιδιών της, και φαίνεται ότι γνώριζε καλά να κάνει τους λογαριασμούς της (Λυσίας 32.14, πρβλ. Δημοσθένης 41.9-11). Αλλού, ο απατημένος σύζυγος Ευφίλητος ομολογεί ότι στην αρχή του γάμου τους η γυναίκα του ήταν «οἰκονόμος δεινὴ καὶ φειδωλὸς [ἀγαθὴ] καὶ ἀκριβῶς πάντα διοικοῦσα» (Λυσίας 1.7).
Οι βασικές υποχρεώσεις των γυναικών στην αρχαία Ελλάδα σχετίζονταν όλες με την οικογένεια και δηλώνονται στην αρχή της Λυσιστράτης (15-19): οι γυναίκες αργούν να ανταποκριθούν στο κάλεσμα της Λυσιστράτης, επειδή η μία «έχει να φροντίσει τον άνδρα της, η άλλη να ξυπνήσει τον δούλο ή να κοιμίσει το μωρό της, να το ταΐσει ή να του κάνει μπάνιο». Εξάλλου, όπως λέει λίγο μετά μία άλλη Αθηναία, «τι γνωστικό ή σπουδαίο απ᾽ τις γυναίκες μπορεί να βγει; Η δουλειά μας είναι μόνο το καθισιό, το λούσο, το φκιασίδι, τα κροκωτά λεπτά φορεματάκια, χυτοί χιτώνες και λαφριά γοβάκια» (Λυσιστράτη 42-8). Εξαιτίας της μισογυνικής επίθεσης του Ευριπίδη, οι γυναίκες παραπονιούνται ότι τώρα οι άνδρες κρατούν τα κλειδιά, όπως και στους γυναικωνίτες (413 κ.ε.). Σε άλλη περίπτωση, ένας καχύποπτος άνδρας ρωτά τη γυναίκα του αν είναι κλειδωμένο το κιβώτιο, αν το έπιπλο όπου βρίσκονται τα ασημικά είναι σφραγισμένο, αν έχουν βάλει το σύρτη στην πόρτα της αυλής (Θεόφραστος Χαρακτῆρες 18.4).
Στις ασχολίες εκτός σπιτιού υπάρχει σημαντική διάκριση ανάμεσα στις εύπορες και τις άπορες γυναίκες. Γνωρίζουμε πολλές γυναίκες, οι οποίες ήταν αναγκασμένες, λόγω φτώχειας και με κίνδυνο να χάσουν την υπόληψή τους, να πουλάνε προϊόντα στην αγορά, όπως ψωμί, λαχανικά και άλλα τρόφιμα (τα φορτία Σφῆκες 1396-8).
Μία χήρα με πέντε παιδιά αναγκάζεται να πουλήσει στεφάνια (Θεσμοφοριάζουσαι 443-58). Η Λυσιστράτη (Λυσιστράτη 457-60) συγκεντρώνει τις συμμάχους γυναίκες αποκαλώντας τες κάπως υποτιμητικά με ονόματα που δηλώνουν γυναικεία επαγγέλματα στην αγορά, όπως «σκορδομαϊντανοφαβοραδικούδες, φουρναροταβερνιάρισσες, μεσίτρες» (σπερμαγοραιολεκιθολαχανοπώλιδες, σκοροδοπανδοκευτριαρτοπώλιδας). Στους Βατράχους εμφανίζεται μια πανδοχέας (πανδοκεύτρια) με τη δούλη της Πλαθάνη (549-51), που πιθανότατα ήταν μέτοικος, αφού είχε προστάτη της τον Κλέωνα (569). Είναι γνωστές οι κατηγορίες του Αριστοφάνη για τη μανάβισσα μητέρα του Ευριπίδη (Ἀχαρνῆς 478, Ἱππεῖς 19, Σφῆκες 497 λαχανοπῶλις, Θεσμοφοριάζουσαι 387 λαχανοπωλήτρια και 456). Στο δικανικό λόγο του Δημοσθένη για τον Ευξίθεο γίνεται λόγος για τις δύσκολες συνθήκες που ανάγκασαν μία ελεύθερη Αθηναία να γίνει πωλήτρια ταινιών (ταινιοπῶλις) και μετά τροφός (τιτθεύουσα). Ο ίδιος ο Ευξίθεος αναγκάζεται να απολογηθεί για την εργασία της μητέρας του: «Λένε για τη μητέρα μου, ότι ήταν τροφός. Δεν το αρνούμαστε αυτό. Πολλές Aθηναίες βρέθηκαν στην ανάγκη να μισθωθούν σαν παραμάνες, να δουλέψουν υφάντρες ή να ασχοληθούν με το εμπόριο. Tα ατυχήματα συχνά ανάγκασαν ελεύθερους πολίτες να ασχοληθούν με ταπεινωτικές εργασίες δούλου» (Δημοσθένης 57.34 και 45). Οι απεικονίσεις των επαγγελματιών γυναικών είναι εξίσου σπάνιες, όσο και οι άλλες κατ’ εξοχήν οικιακές ασχολίες τους182. Σε αρκετές περιπτώσεις, μάλιστα, το ακριβές νόημα πολλών από τις σκηνές αυτές και η ταυτότητα των γυναικών είναι συχνά ανοικτά ζητήματα σε διάφορες ερμηνείες183.
Εικονογραφικά δεδομένα για ασχολίες γυναικών
Οι οικιακές εργασίες αποτελούσαν, επομένως, τη «ναυαρχίδα» των γυναικείων καθηκόντων, με τις οποίες καταγίνονταν ανεξαρτήτως ηλικίας και γι’ αυτές συχνά οι γυναίκες αποσπούν τον έπαινο ή την κριτική των αρχαίων πηγών. Παρά την παρουσία «οικόσιτων» δούλων και θεραπαινίδων, ο αριθμός των οποίων κυμαινόταν ανάλογα με την οικονομική κατάσταση της οικογένειας, υπήρχαν πολλές και διαφορετικές δουλειές, οι οποίες έπρεπε να οργανωθούν και να διεκπεραιωθούν μέσα σε ένα αρχαίο νοικοκυριό (Εικόνα 1.29). Ωστόσο, λίγες από αυτές απεικονίζονται σε αγγεία, ανάγλυφα και ειδώλια, κατά πάσα πιθανότητα όσες θεωρούνταν οι πλέον σημαντικές.
Εικόνα 1.29 Ερυθρόμορφος σκύφος, Malibu J.P. Getty Museum 86.AE.265
(© The J. Paul Getty Museum, Villa Collection, Malibu CA)
Στην κορυφή τους βρίσκεται η ενασχόληση των γυναικών με την κατεργασία του μαλλιού και την υφαντική184. Πίσω από την απεικόνιση των διαφόρων σταδίων για το ξέσιμο και το γνέσιμο (νῆσις) της πρώτης ύλης, την προετοιμασία των νημάτων και την ύφανση καθώς και των απαραίτητων εξαρτημάτων και σκευών (κάλαθος, ἐπίνητρον, ἠλακάτη/ρόκα, ἂτραχτος/αδράχτι, σφονδύλια, κάθετος αργαλειός, υφαντικά βάρη/αγνύθες), προβάλλεται η νοικοκυροσύνη και η ομαδική γυναικεία εργασία, αλλά κρύβονται, επίσης, διάφοροι συμβολισμοί και κοινωνικές αξίες της αρχαϊκής και της κλασικής εποχής. Ο Σωκράτης συμβουλεύει ένα φίλο του με πολλές γυναίκες στην οικογένεια, να τις βάλει να κατεργάζονται μαλλί και να το υφαίνουν, για να είναι χαρούμενες και παραγωγικές, καθώς έτσι θα συνεισφέρουν στα εισοδήματα του οίκου (Ξενοφών Ἀπομνημονεύματα 2.7.2-14, βλ. ό.π. 1.6.1).
Τη σπουδαιότητα της συγκεκριμένης εργασίας επιβεβαιώνει το πλήθος των μύθων που σχετίζονται με την υφαντική185 (Αθηνά και Αράχνη, Φιλομήλα και Πρόκνη, Ηρακλής και Ομφάλη) καθώς και το επίθετο «χρυσηλάκατος» με το οποίο χαρακτηρίζονται διάφορες θεές και ηρωίδες (Ήρα, Άρτεμη, Λητώ, Αμφιτρίτη, Ελένη στην Ιλιάδα 3, στην Οδύσσεια υφαίνουν η Πηνελόπη και η Καλυψώ στον αργαλειό με τη χρυσή σαΐτα). Η ίδια η Αθηνά Εργάνη, προστάτιδα των τεχνιτών, παριστάνεται να υφαίνει σε ανάγλυφους αναθηματικούς πίνακες και ίσως σε ένα μαρμάρινο άγαλμα («Αθηνά του Ενδοίου», Αθήνα Μουσείο Ακρόπολης 625) από την αθηναϊκή Ακρόπολη. Ανάλογα, και οι ιέρειες απεικονίζονται μερικές φορές σε αγγεία και ειδώλια κρατώντας ρόκα και αδράχτι, ως σύμβολα της γυναικείας εργατικότητας (π.χ. μελανόμορφος κορινθιακός κρατήρας του Ζωγράφου της Astarita, Μουσεία του Βατικανού 35525, περ. 560 π.Χ.). Το ίδιο ισχύει και για τις μικρές ἀρρηφόρους, οι οποίες σε ανάγλυφα του 4ου αι. π.Χ. από την Ακρόπολη βοηθούν στο στήσιμο του αργαλειού, πιθανόν για την ύφανση του παναθηναϊκού πέπλου. Επίσης, συχνά στα αγγεία παριστάνονται διακοσμημένα ενδύματα και υφάσματα με περίτεχνα σχέδια, ακόμη και με εικονιστικές συνθέσεις, τα οποία φορούν τόσο οι μυθικές όσο και οι θνητές γυναίκες186. Οι σχετικές παραστάσεις συναντώνται ήδη σε πρώιμα μελανόμορφα αγγεία, αλλά αυξάνονται ιδιαιτέρως στα ερυθρόμορφα αγγεία από τα μέσα του 5ου αι. π.Χ. και εξής. Αντίστοιχα, σε καταλόγους-ευρετήρια που βρέθηκαν σε αρχαία ιερά, οι αναθέσεις ενδυμάτων εκ μέρους των γυναικών συνοδεύονται πολλές φορές από τα επίθετα «ποικίλος», «πεποικιλμένος» και «κατάστικτος», όπως στο ιερό της Βραυρωνίας Άρτεμης187. Η απεικόνιση καλάθων σε επιτύμβια ανάγλυφα για γυναίκες είναι ενδεικτική για τη στενή σχέση των γυναικών με την κατεργασία του μαλλιού, η οποία τις συνόδευε και μετά το θάνατο188.
Στις σχετικές παραστάσεις των αγγείων, οι γυναίκες, συνήθως μόνες ή ανά ζεύγη, ξαίνουν, γνέθουν, υφαίνουν και διπλώνουν υφάσματα. Συχνότερα παριστάνονται, ιστάμενες ή καθιστές, να γνέθουν μαλλί κρατώντας ρόκα και αδράχτι. Ένας κάλαθος, ο οποίος περιείχε την πρώτη ύλη, βρίσκεται πολλές φορές δίπλα τους και οι τουλούπες του μαλλιού (τολύπη) απεικονίζονται, επίσης, μέσα σε αυτόν ή στα χέρια των γυναικών. Οπωσδήποτε, η εργασία ήταν πιο ευχάριστη, όταν γινόταν ομαδικά, γι’ αυτό βλέπουμε γυναικείες συντροφιές να καταγίνονται με διάφορα στάδια της κατεργασίας μαλλιού σε οικιακούς χώρους. Η παρουσία έτοιμων υφασμάτων, τα οποία κρατούν ανοικτά ή διπλώνουν οι γυναίκες, προβάλλει και το προϊόν της κοπιαστικής δουλειάς τους. Αντίθετα, οι παραστάσεις αργαλειών είναι σπάνιες αλλά πολύ διαφωτιστικές για το τελικό στάδιο της ύφανσης, όπως βλέπουμε στη γνωστή μελανόμορφη λήκυθο του Ζωγράφου του Άμαση (Νέα Υόρκη MMA 31.11.10, BAPD 310485) και σε βοιωτικούς «καβειρικούς» σκύφους (Harvard University Αrthur Μ. Sackler Museum 1925.30.127, Εικόνα 1.30). Σε ένα μελανόμορφο βοιωτικό σκύφο (Αθήνα, Μουσείο Κανελλοπούλου Δ384, τέλος 6ου αι. π.Χ., Εικόνα 1.31α-β)189, το γνέσιμο του μαλλιού συνδυάζεται με άλλες τυπικές γυναικείες ασχολίες, όπως το άλεσμα καρπών και το λούσιμο, προβάλλοντας την εργατικότητα και τη σωματική περιποίηση ως πρωταρχικές αρετές για τις κόσμιες γυναίκες. Όλες οι μορφές στις σκηνές είναι ενεπίγραφες, δηλαδή κατονομάζονται (οι γυναίκες: Ευφροσύνα, Μόλπα, Ευάρχα, Κοδόμα, Ευφαρία και το θηλυκό σκυλί: Φιλοφέρα), και είναι προφανές από σχετική επιγραφή ότι το αγγείο αυτό αποτελούσε ανάθημα γυναίκας σε ένα ιερό, ίσως με αφορμή το γάμο της.
Αντίθετα, άλλες τυπικές καθημερινές ασχολίες, όπως το μαγείρεμα και το πλύσιμο ρούχων, δεν απεικονίζονται παρά μόνο σπάνια και η ερμηνεία τους δεν είναι πάντα βέβαιη190. Πληροφορίες μπορούμε να αντλήσουμε γι’ αυτές έμμεσα από τα κατάλοιπα σε διάφορους χώρους των αρχαίων οικιών (μαγειρεία/ὀπτάνια, αποθήκες)
καθώς και από τα σωζόμενα σκεύη, τα οποία σχετίζονται με μαγειρικές και άλλες οικιακές εργασίες (φουρνάκια/ἰπνοί, ψησταριές/ἐσχάραι, διάφορα μαγειρικά σκεύη, λεκάνες, λουτήρια)191. Σε αγγεία και ειδώλια από κεραμικά εργαστήρια της Βοιωτίας –περιοχή όπου τα θέματα από την καθημερινή ζωή και εργασία ήταν ιδιαίτερα δημοφιλή– καθώς και από άλλες περιοχές εμφανίζονται σκηνές με γυναικείες και άλλες οικιακές ασχολίες (Πολύγυρος Αρχαιολ. Μουσείο Ι.47.345β και γ, Ι.49.17, Ι.49.19, Εικόνες 1.32α-β -1.33)192. Με την προετοιμασία φαγητού και την παρασκευή, κυρίως, ψωμιού σχετίζονται οι σκηνές όπου οι γυναίκες ζυμώνουν σε μεγάλες λεκάνες ή αλέθουν δημητριακά με το γουδoχέρι (δοῖδυξ, ὕπερον) μέσα σε μεγάλα τριβεία-δοχεία (θυεία ή θυία, ὂλμος, σημ. γουδί) ή επιβλέπουν το ψήσιμο καθισμένες μπροστά σε φουρνάκια. Η σκηνή του αλέσματος παριστάνεται στη μία όψη του μελανόμορφου βοιωτικού σκύφου, που προαναφέραμε, και έχει εν- διαφέρον ότι συνδυάζεται με την εργασία του γνεσίματος, υπογραμμίζοντας τη σχέση των δύο βασικότερων, ίσως, γυναικείων οικιακών εργασιών. Σε oρισμένες από τις παραστάσεις με γυναικείες ασχολίες έχουν δοθεί κατά καιρούς διαφορετικές ερμηνείες ως προς το περιεχόμενο των σκηνών, και δεν είναι βέβαιο αν πρόκειται σε όλες τις περιπτώσεις για καθημερινές ή τελετουργικές ή ακόμη και συμβολικές δραστηριότητες. Εξίσου σπάνιες είναι οι σκηνές που σχετίζονται με την εκτροφή ζώων, αν και είναι πολύ πιθανόν οι οικογένειες να συντηρούσαν ορισμένα ζώα, για να καλύπτουν τις ανάγκες τους σε βασικά είδη διατροφής, ακόμη και σε αστικές περιοχές. Χρηστικά ζώα είναι οι χήνες και τα γουρουνάκια, που ταΐζει μία γυναίκα σε ισάριθμα ερυ- θρόμορφα αγγεία, ενώ στην περίπτωση των σκύλων και των πτηνών πρόκειται οπωσδήποτε για κατοικίδια, τα οποία συντροφεύουν τα μέλη της οικογένειας και απεικονίζονται συχνότερα193.
Μία άλλη κατηγορία παραστάσεων με γυναικείες ασχολίες αποτελούν οι λεγόμενες σκηνές με γυναίκες σε οπωρώνες194. Στις περισσότερες από αυτές απεικονίζονται γυναίκες ανεβασμένες σε δέντρα, από όπου μαζεύουν καρπούς, ενώ άλλες κάθονται σε κλισμούς με μεγάλα καλάθια μπροστά τους. Οι διαφορετικές ηλικίες και η συσχέτιση των σκηνών με περιγραφές νεαρών γυναικών στις αρχαίες πηγές οδήγησαν στην άποψη ότι ίσως πρόκειται για απεικονίσεις κοριτσιών σε ηλικία γάμου, καθώς βρίσκονταν τότε σε πλήρη άνθιση, όπως τα φορτωμένα με φρούτα δέντρα. Ανάλογη συζήτηση για την ταυτότητα των γυναικών υπάρχει για τις σκηνές με την άντληση νερού από κρήνες, οι οποίες αποτελούν τη συχνότερα απεικονιζόμενη γυναικεία δραστηριότητα εκτός της οικίας195.
Τα ειδώλια των υδριαφόρων γυναικών, που βρίσκονται συχνά ως αναθήματα σε ιερά γυναικείων θεοτήτων (κυρίως της Δήμητρας και Κόρης), ανακαλούν αυτή την τυπική ασχολία. Η μεταφορά νερού από κρήνες, πηγάδια και ρυάκια ήταν ασχολία που μπορούσε να κάνει ακόμη και μια ελεύθερη γυναίκα, εκτός από τις δούλες.
Συχνά οι γυναίκες παραπονιόνταν για το σπρώξιμο στις κρήνες, όπου έπρεπε να αντιμετωπίσουν και πλήθη οικιακών δούλων (Λυσιστράτη 327-33, ό.π. 1.5.2, πρβλ. 370-1, με κάλπιν).
Η δημοτικότητα των παραστάσεων αυτών στο β΄ μισό του 6ου αι. π.Χ. έχει συνδεθεί με την κατασκευή του υδροδοτικού συστήματος της Αθήνας και τη μνημειακή διαμόρφωση της κρήνης Καλλιρόης (σχετική επιγραφή ΚΑΛΙΠΕ ΚΡΕΝΕ, σε υδρία στο Λονδίνο Βρετανικό Μουσείο Β 331, BAPD 302273 και ΚΑΛΙΠΕ ΚΑΛΕ σε άλλη υδρία Β 330, BAPD 320163) από τον Πεισίστρατο και τους γιους του (Εικόνα 1.34).
Εικόνα 1.33 Πήλινο ειδώλιο γυναίκας που επιβλέπει το ψήσιμο μπροστά σε φούρνο, Πολύγυρος Αρχαιολ. Μουσείο I.49.19 (© Εφορεία Αρχαιοτήτων Χαλκιδικής)
Εικόνα 1.34 Τρισδιάστατη αναπαράσταση κρηναίου οικοδομήματος στην Αγορά της Αθήνας
(© ΔημήτρηςΤσαλκάνηςwww.ancientathens3d.com
Στις περισσότερες μελανόμορφες παραστάσεις η εμφάνιση και η ηλικία των γυναικών αποτελούν τα βασικά στοιχεία στα οποία στηρίζονται οι προταθείσες ερμηνείες. Η ενδυμασία τους (πέπλος ή συνηθέστερα χιτώνας και ιμάτιο) είναι ιδιαίτερα επιμελημένη, το ίδιο οι κομμώσεις και τα κοσμήματα που φορούν. Ποικιλία παρατηρείται στις στάσεις τους: άλλοτε κρατούν και μυρίζουν άνθος ή συνομιλούν με έντονες χειρονομίες ανά ζεύγη και ταυτόχρονα κουβαλούν την υδρία στο κεφάλι τους (όρθια, όταν είναι γεμάτη, και πλαγιαστή, όταν είναι άδεια), άλλοτε περιμένουν να γεμίσει το αγγείο τους με τρεχούμενο νερό από την κρήνη, άλλοτε στολίζουν με ταινίες, στεφάνια και κλαδιά τους κρουνούς και το κρηναίο οικοδόμημα. Έτσι, δεν είναι άστοχη η σύγκριση που έχει γίνει με τις σύγχρονες Κόρες, έναν από τους καθιερωμένους αγαλματικούς τύπους σε ταφικά και αναθηματικά συμφραζόμενα στα αρχαϊκά χρόνια, καθώς και με τις περιγραφές των νεαρών γυναικών της αρχαϊκής αριστοκρατίας στις γραπτές πηγές196. Πολύ σπάνια εικονίζονται μαζί τους άνδρες, κυρίως αγόρια που πλένονται. Σε μία μόνον υδρία (Ζωγράφος του Πριάμου, Λονδίνο Βρετανικό Μουσείο 1843,11-3.17 [Β 332], BAPD 301805) τη σκηνή πλαισιώνουν δύο θεοί, ο Διόνυσος και ο Ερμής, κάτι που έδωσε αφορμή για την ταύτιση των θεών με αγάλματα και τη σύνδεση με εορταστικά δρώμενα (π.χ. Ανθεστήρια). Άλλη ιδιαιτερότητα είναι η αναγραφή πολλών γυναικείων ονομάτων197 δίπλα στις μορφές, που συνοδεύονται ορισμένες φορές από την προσφώνηση «καλή». Για όλους τους παραπάνω λόγους οι ερευνητές οδηγήθηκαν σε διαφορετικές ερμηνείες σχετικά με την κοινωνική θέση και το ρόλο των γυναικών: αν δηλαδή απεικονίζονται μορφές από το παρόν ή το παρελθόν της πόλης (π.χ. κόρες των μυθικών Πελασγών), αν πρόκειται για ευυπόληπτες Αθηναίες, κόρες και συζύγους πολιτών, ή για διάσημες εταίρες εκείνης της εποχής. Επίσης, αν οι σκηνές αποδίδουν καθημερινά γεγονότα ή τελετουργικές υδροφορίες που γίνονταν στους γάμους και σε άλλες εορτές. Θα πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί ως προς τη διατύπωση απόλυτων ερμηνειών με καθολική ισχύ για όλες τις σχετικές παραστάσεις, διότι παρόμοια απεικονισμένες σκηνές μπορεί να αποδίδουν διαφορετικά συμβάντα. Έτσι, η προσθήκη ελαφιών σε ορισμένες σκηνές θεωρήθηκε στοιχείο για την ταύτιση των γυναικών με Νύμφες που προστάτευαν τις πηγές. Από την άλλη, η εμφάνιση ανδρών μαζί με τις γυναίκες σε κρήνες σε μία μικρή ομάδα αγγείων (κυρίως κάλπιδες και πελίκες) δηλώνει την παρενόχληση που δέχονταν συχνά οι δεύτερες από τους πρώτους, όπως γνωρίζουμε και από τις γραπτές πηγές. Οι άνδρες αυτοί είναι ώριμοι γενειοφόροι και οι χειρονομίες τους προκλητικές απέναντι στις γυναίκες, οι οποίες άλλοτε τους απωθούν και άλλοτε όχι.
Εικόνα 1.35 Μελανόμορφη υδρία του Ζωγράφου του Πριάμου,
Λονδίνο Βρετανικό Μουσείο 1843,1103.49 (CC BY-NC-SA 4.0)
ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ σε μελανόμορφη υδρία του Ζωγράφου του Πριάμου (ή Ζωγράφου AD), 520/10 π.Χ., Λονδίνο Βρετανικό Μουσείο 1843.11-3.49 (Ε 329), BAPD 301814, Εικόνα 1.35.
Ένα κρηναίο οικοδόμημα καταλαμβάνει όλο το πλάτος και το ύψος της κύριας όψης, δημιουργώντας στις δύο κάθετες και την πάνω οριζόντια πλευρά το πλαίσιο της παράστασης. Το κτίσμα αποτελείται από τέσσερις δωρικούς κίονες, οι οποίοι στηρίζουν ένα επιστύλιο με τρίγλυφα και μετόπες (δοσμένες με επίθετο λευκό χρώμα, λευκές είναι και οι σταγόνες του επιστυλίου), και από δύο υδρορρόες διαμορφωμένες σε λεοντοκεφαλές, τοποθετημένες ψηλά στους πλευρικούς τοίχους. Άλλες τρεις υδρορρόες υπάρχουν στο βάθος της σκηνής, μία στο σχήμα λεοντοκεφαλής στο κέντρο, και δύο στο σχήμα ιππέων εκατέρωθεν. Ανάμεσα στους κίονες, στο μπροστινό και το πίσω επίπεδο, απεικονίζονται τέσσερις γυναίκες και πέντε βάθρα, όπου βρίσκονται ισάριθμες υδρίες και γεμίζουν με νερό που τρέχει από τους κρουνούς. Οι δύο από τις γυναίκες στολίζουν με στεφάνια τους κρουνούς και οι άλλες δύο επικαλούνται με χειρονομίες τη λατρευόμενη κρηναία Νύμφη. Φυλλοφόρα κλαδιά γεμίζουν το βάθος της σκηνής, διακοσμώντας το οικοδόμημα. Τρία γυναικεία ονόματα αναγράφονται ανάμεσα στις μορφές, όπως συνηθίζεται σε παρόμοιες παραστάσεις: Ιόπη, Ροδόπις, Κλεώ. Η μικρή ζώνη (predella) κάτω από την κύρια σκηνή, κοσμείται με ζωφόρο με πέντε ζώα, λιοντάρια και κάπρους. Στην παράσταση στον ώμο του αγγείου απεικονίζεται η συμπλοκή του Ηρακλή με τον Κύκνο παρουσία της Αθηνάς, ανάμεσα σε δύο οπλίτες.
Προβληματισμός ως προς την ακριβή ερμηνεία (με υπαινιγμό στη γυναικεία άθληση κατ’ αναλογία προς άνδρες λουόμενους αθλητές, με σεξουαλικά υπονοούμενα, με ρεαλιστικό περιεχόμενο) και την ταύτιση των μορφών (Αθηναίες αστές ή εταίρες, Νύμφες ή θνητές) υπάρχει και για τις σκηνές με λουόμενες γυναίκες198. Στα λιγοστά μελανόμορφα παραδείγματα, οι σκηνές διαδραματίζονται σε εξωτερικούς χώρους ή στο ύπαιθρο, όπως δηλώνεται με κρουνούς, δέντρα, διάφορες κατασκευές (επιστύλιο, εξέδρα), ακόμη και υδάτινους σχηματισμούς. Ορισμένες φορές, μάλιστα, οι γυμνές γυναίκες παριστάνονται να κολυμπούν ή ετοιμάζονται να βουτήξουν στο νερό.
Η πλειοψηφία, ωστόσο, των παραστάσεων εντοπίζεται στα ερυθρόμορφα αγγεία και οι σκηνές εκτυλίσσονται μάλλον σε εσωτερικό ή έστω κάποιον περιορισμένο χώρο, ο οποίος υποδηλώνεται με την παρουσία ιδιαίτερων αντικειμένων για το λουτρό (λουτήρια, λεκάνες, κάδοι, σπόγγοι, χτένες). Η γυμνότητα των γυναικών, το λούσιμο των μαλλιών, το κράτημα των ενδυμάτων που θα φορέσουν στη συνέχεια, η επάλειψη με αρώματα, είναι τα εικονογραφικά στοιχεία που επανέρχονται στις σκηνές, προσδίδοντάς τες έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα, με έμφαση στη φροντίδα και την ομορφιά του γυναικείου σώματος. Συνηθίζεται, επίσης, η απεικόνιση μίας μόνο λουόμενης στο εσωτερικό ερυθρόμορφων κυλίκων, με αποτέλεσμα ορισμένοι μελετητές να ερμηνεύουν τις μορφές αυτές ως εταίρες. Ανάλογη συζήτηση υπάρχει γενικά για την ερμηνεία των γυμνών γυναικών σε διάφορες σκηνές καθώς και για το συμβολισμό της γυναικείας γυμνότητας, κυρίως στην ερυθρόμορφη αγγειογραφία. Διαφορετικές απόψεις έχουν διατυπωθεί και για τα ερυθρόμορφα αγγεία όπου παριστάνονται γυναίκες, άλλοτε ενδεδυμένες και άλλοτε γυμνές, οι οποίες πλένουν υφάσματα ή πλένονται, μέσα σε μεγάλες λεκάνες ή λουτήρια199.
Στο χώρο των «συντροφικών» δραστηριοτήτων ανήκει μία μικρή ομάδα μελανόμορφων αγγείων με συνεστιάζουσες γυναίκες200, η οποία προσφέρει μία ασυνήθιστη όψη των γυναικείων ασχολιών. Μολονότι οι αρχαίες πηγές αναφέρουν αρκετές εορταστικές εκδηλώσεις με τη συμμετοχή γυναικών σε διάφορα δρώμενα, ωστόσο οι ομαδικές απεικονίσεις τους παραμένουν σχετικά σπάνιες (βλ. 2.1.2). Στα αγγεία, οι γυναίκες είναι καθισμένες ή όρθιες γύρω από ένα τραπέζι, φορτωμένο με κρέατα και ψωμάκια, και συνήθως κρατούν αγγεία πόσης, όπως κάνθαρο, κύλικα και κυρίως μεγάλους σκύφους. Πρόκειται, οπωσδήποτε, για συνεστιάσεις με κατανάλωση τροφής και ποτού από τις γυναίκες, ακόμη και αν δεν γίνεται απόλυτα προφανής η αφορμή τους, η οποία θα μπορούσε να αναζητηθεί σε κάποια από τις προσφιλείς γυναικείες εορτές προς τιμήν του Διονύσου ή της Δήμητρας.
Εικόνα 1.30 Βοιωτικός μελανόμορφος «καβειρικός» σκύφος,
Καίμπριτζ Harvard University Arthur M. Sackler Museum 1925.30.127 (Imaging Department © President and Fellows of Harvard College
Ο ελεύθερος χρόνος των γυναικών, δηλαδή δραστηριότητες που σχετίζονται ενδεχομένως με στιγμές ανάπαυσης και διασκέδασης σε ώρες σχόλης, συχνότερα υπονοείται και σπανιότερα δηλώνεται με συγκεκριμένο τρόπο στην αγγειογραφία.
Οι σκηνές, κυρίως σε ερυθρόμορφα αγγεία, όπου απεικονίζονται γυναίκες να διαβάζουν ή να παίζουν μουσικά όργανα μαζί με συνομίληκες, μπορούν να θεωρηθούν ως μία ανάλογη απασχόληση. Ανοικτό παραμένει πολλές φορές και το θέμα της ταυτότητας των γυναικείων μορφών σε ανάλογες σκηνές, οι οποίες παρά την αοριστία και τα κοινά εικονογραφικά στοιχεία τους ερμηνεύονται άλλοτε ως ενάρετες Αθηναίες σύζυγοι και κόρες, άλλοτε ως εταίρες και άλλοτε ως μυθικές μορφές (Νύμφες, Μαινάδες, Μούσες, Νηρηίδες). Επίσης, οι μορφές αυτές ενίοτε ταυτίζονται με επιγραφές ως προσωποποιήσεις αφηρημένων εννοιών, οι οποίες συνδέονται με τον κόσμο της Αφροδίτης αλλά και με τον αστικό βίο γενικότερα.
Διάφορα παιχνίδια φαίνεται να απασχολούν ιδιαίτερα τις γυναίκες νεαρής ηλικίας (αιώρα, τραμπάλα, εφεδρισμός, σφαίρα, αρτιασμός/morra, αστράγαλοι, βλ. 1.5.2) και ορισμένα από αυτά έχουν συσχετιστεί από τους μελετητές με θρησκευτικές ή «διαβατήριες» τελετές201, οι οποίες έπαιζαν ουσιαστικό ρόλο για την ανάπτυξη και το πέρασμα των κοριτσιών και των εφήβων στην επόμενη φάση της ζωής τους.
Εικόνα 1.31α-β Βοιωτικός μελανόμορφος σκύφος, Αθήνα Μουσείο Κανελλοπούλου Δ 384 © Εφορεία Αρχαιοτήτων Αθηνών
Σε αντιδιαστολή με όλες τις παραπάνω βρίσκονται οι πολύ περισσότερες «σκηνές γυναικωνίτη»202, οι οποίες ονομάστηκαν, έτσι, επειδή σε αυτές οι γυναίκες απεικονίζονται σε εσωτερικό χώρο, όπως δηλώνει η παρουσία επίπλων, σκευών και άλλων αντικειμένων σχετικών με τη γυναικεία εργασία και τον καλλωπισμό (κάλαθος, αλάβαστρο, πλημοχόη) καθώς και αρχιτεκτονικών στοιχείων (θύρα, επιστύλιο, κίονες), δίνοντας την εντύπωση ότι βρισκόμαστε στο «γυναικεῖον». Στο πλαίσιο αυτό, οι γυναίκες μπορεί να εκτελούν κάποια οικιακή εργασία, συνήθως σχετική με το γνέσιμο του μαλλιού, μπορεί όμως απλώς να στέκονται ή να κάθονται συνομιλώντας και κρατώντας διάφορα αντικείμενα (κιβωτίδια, αγγεία, στεφάνια, ταινίες). Επίσης, μπορεί να δέχονται κοσμήματα και να καλλωπίζονται. Κατά προτίμηση, ανάλογες πολυπρόσωπες «σκηνές γυναικωνίτη» επιλέγονται για τη διακόσμηση συγκεκριμένων αγγείων, τα οποία χρησιμοποιούνταν από τις γυναίκες σε διάφορες περιστάσεις, καθημερινές ή τελετουργικές (πυξίδες, επίνητρα, υδρίες-κάλπιδες, πελίκες, λουτροφόροι, γαμικοί λέβητες). Οι γυναικείες συντροφιές στις σκηνές αυτές, ανεξάρτητα από το αν συνδέονται με συγκεκριμένες δράσεις, προβάλλουν το ιδανικό της γυναικείας ομορφιάς και φιλαρέσκειας (Εικόνα 1.36). Η αρχετυπική εικόνα της εργατικής και σεμνής γυναίκας, η οποία κρατά ρόκα, αδράχτι ή άλλο αντικείμενο (κάτοπτρο, κιβωτίδιο, ταινία, στεφάνι) και παριστάνεται μόνη της στη σκηνή, είναι πολύ συχνή, επίσης, σε ερυθρόμορφα μυροδοχεία, κυρίως ληκύθους και αλάβαστρα, καθώς αναπαράγει με εμβληματικό τρόπο το πρότυπο της ιδανικής οικοδέσποινας203.
Εικόνα 1.37 Ερυθρόμορφη υδρία-κάλπις του Ζωγράφου του Κλεοφώντος, Αθήνα Μουσείο Αρχαίας Αγοράς P 6053
(© American School of Classical Studies at Athens: Agora Excavations
Σε άλλες σκηνές, οι γυναίκες εικονίζονται, μόνες ή σε μικρές ομάδες, να τακτοποιούν υφάσματα μέσα σε κιβώτια, να ντύνονται (Εικόνα 1.37) και να καλλωπίζονται με τη βοήθεια φιλενάδων ή συγγενών τους. Συνήθως, μία κεντρική μορφή παριστάνεται καθισμένη σε κλισμό και πλαισιώνεται από άλλες γυναίκες, οι οποίες μπορεί να κρατούν διάφορα αντικείμενα (Εικόνα 1.38).
Εικόνα 1.38 Ερυθρόμορφη υδρία-κάλπις, Providence Museum of Art, Rhode Island School of Design 22.114
(© Museum of Art, Rhode Island School of Design, Providence)
Ορισμένα οικόσιτα ζώα και πτηνά (π.χ. ερωδιός) προσδίδουν στις σκηνές αυτές ιδιαίτερο ερωτικό περιεχόμενο204. Η συχνή παρουσία του Έρωτα, ακόμη και σε «πολλαπλά αντίγραφα», κυρίως από το τελευταίο τέταρτο του 5ου αι. π.Χ. και εξής205, δεν πρέπει να μας παραξενεύει, διότι ο παιδικός θεός γίνεται σχεδόν αναπόσπαστο στοιχείο του κόσμου των γυναικών στην υστεροκλασική εικονογραφία. Συνοδεύει όχι μόνο την Αφροδίτη, τους εραστές (π.χ. Άδωνις, Φάων, Φαέθων) και διάφορες «προσωποποιημένες» μορφές της ακολουθίας της206 αλλά εξίσου και θνητές γυναίκες σε διάφορες στιγμές της ζωής τους (βλ. 1.3).
Μαζί τους παριστάνονται ορισμένες φορές νεαρές θεραπαινίδες (παιδίσκαι) και παιδιά ή βρέφη, τονίζοντας τους δύο βασικούς ρόλους των γυναικών ως οργανώτριες του οίκου και ως μητέρες. Σχετικά με το δεύτερο και καθοριστικό ρόλο για κάθε έγγαμη γυναίκα στην αρχαιότητα, έχει ενδιαφέρον να επισημάνουμε ότι οι γυναίκες απεικονίζονται μαζί με παιδικές ή βρεφικές μορφές συχνότερα στα επιτύμβια ανάγλυφα παρά στα αγγεία. Με αυτόν τον τρόπο προβάλλονται το μέγεθος της απώλειας και η διάρρηξη του στενού δεσμού, που επέρχεται λόγω του θανάτου της γυναίκας, μητέρας ή γιαγιάς. Ανάλογα, στην αγγειογραφία, μόνο σε σκηνές με νεκρική θεματολογία είναι πιο συστηματική η απεικόνιση βρεφικών ή παιδικών μορφών, αγοριών και κοριτσιών. Αυτό ισχύει, για παράδειγμα, στις μελανόμορφες σκηνές με πρόθεση και θρήνο νεκρών καθώς και στις ληκύθους λευκού βάθους με σκηνές αποχαιρετισμού και επίσκεψης στον τάφο (Εικόνα 1.39).
Εικόνα 1.39 Λήκυθος λευκού βάθους του «Ζωγράφου της Καρλσρούης,»
Λονδίνο Βρετανικό Μουσείο
Γενικά, διαπιστώνουμε την περιορισμένη παρουσία παιδιών ή βρεφών στο γυναικείο περιβάλλον (βλ. 1.5.2). Φαίνεται ότι τα παιδιά διασκέδαζαν καλύτερα, όταν βρίσκονταν με συνομηλίκους τους, και έτσι απεικονίζονται συχνότερα σε ειδικά σχήματα αγγείων, όπως στους χόες.
ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ σε ερυθρόμορφη πυξίδα, κοντά στο Δούρη, 480/70 π.X., Λονδίνο Βρετανικό Μουσείο 1873,0111.7 (Ε 773), BAPD 209970, Εικόνα 1.40.
Ο χώρος δηλώνεται με την απεικόνιση μίας πόρτας με δύο θυρόφυλλα (λεπτομερειακή απόδοση της κλειδαριάς, του χερουλιού, των εφηλίδων και των μεντεσέδων) και ενός δωρικού κίονα. Όλες οι μορφές είναι ενεπίγραφες και ταυτίζονται με έξι γνωστές ηρωίδες. Σε περίπτωση που δεν υπήρχαν επιγραφές, δεν θα μπορούσαμε να τις διακρίνουμε από οποιεσδήποτε άλλες θνητές γυναίκες. Στο άνοιγμα της θύρας στέκεται η Ιφιγένεια και δένει μία μακριά ταινία στο κεφάλι της. Προς αυτή έρχεται η Δανάη κρατώντας ένα μισάνοικτο κιβωτίδιο, από όπου βγάζει ένα περιδέραιο με χάντρες. Φορούν και οι δύο μόνο χειριδωτό χιτώνα. Οι άλλες τέσσερις γυναίκες χωρίζονται μεταξύ τους ανά δύο από τον κίονα. Η μόνη καθιστή μορφή είναι η Ελένη. Φορά χιτώνα, ιμάτιο και σάκκο στα μαλλιά. Κάθεται σε δίφρο προς τα δεξιά και τυλίγει στον αριστερό βραχίονα μία κλωστή, την οποία, προφανώς, έχει πάρει από τον κάλαθο που είναι δίπλα της.
Αντικριστά της στέκεται η Κλυταιμνήστρα, με χιτώνα και ιμάτιο, κρατώντας στο προτεταμένο δεξιό χέρι ένα αλάβαστρο. Είναι η μόνη γυναίκα που απεικονίζεται με λυτά μακριά μαλλιά.
Ανάμεσά τους, στο βάθος της σκηνής, κρέμεται ένα κάτοπτρο. Πάνω από το τελευταίο ζευγάρι υπάρχει μόνο μία επιγραφή με το όνομα Κασσάνδρα, έτσι δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε σε ποια από τις δύο γυναίκες αναφέρεται. Φορούν και οι δύο χιτώνα και ιμάτιο, η μία έχει τα μαλλιά της πιασμένα με ταινία, η άλλη τα έχει καλυμμένα με σάκκο. Η στραμμένη προς τα δεξιά γυναίκα κρατά ένα καδόσχημο καλάθι, διακοσμημένο με μελανά κισσόφυλλα, που είναι γεμάτο με καρπούς (έχουν αποδοθεί με λευκό χρώμα). Η άλλη γυναίκα ανασηκώνει τον χιτώνα με το δεξιό της χέρι.
Ανάμεσα στις τυπικές γυναικείες ασχολίες, ορισμένες εκφράζουν ειδικούς ρόλους, οι οποίοι τους ανήκαν σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα. Σε αυτή την κατηγορία εντάσσονται οι γυναίκες θρηνωδοί207, όχι μόνο στην ιδιωτική αλλά και την επαγγελματική τους υπόσταση. Οι περισσότερες γυναίκες που θρηνούν στις σχετικές παραστάσεις των αγγείων ανήκουν στην οικογένεια των νεκρών, όπως φαίνεται και από τις επιγραφές που τις συνοδεύουν λίγες φορές, ωστόσο δεν είναι απίθανο ανάμεσά τους να υπήρχαν και επαγγελματίες θρηνωδοί. Αυτό είναι αρκετά πιθανό στις ομάδες των θρηνωδών που συνοδεύουν τους νεκρούς στα γεωμετρικά αγγεία με σκηνές πρόθεσης και εκφοράς. Αντίθετα, στα αρχαϊκά και κλασικά χρόνια ο ρόλος αυτός πρέπει να περιορίστηκε στα συγγενικά πρόσωπα, λόγω των απαγορεύσεων που επιβλήθηκαν στις πολυέξοδες κηδείες και την περιορισμένη συμμετοχή γυναικών σε αυτές (βλ. 1.4). Οι γυναίκες θρηνούν με έντονες χειρονομίες (χτυπούν το κεφάλι και τραβούν τα μαλλιά τους, σχίζουν τα μάγουλα) και δυνατές κραυγές, σε αντίθεση με τους άνδρες. Επίσης, εικονίζονται σε άμεση σχέση με το νεκρό, καθώς στέκονται γύρω από τη νεκρική κλίνη, μαζί με τις στενότερες συγγενείς.
Στην κατηγορία των σημαντικών γυναικείων ρόλων ανήκει και εκείνος της τροφού ή παραμάνας (τίτθη)208, η οποία ασχολείται με την ανατροφή των παιδιών της οικογένειας, απολαμβάνοντας το γενικό σεβασμό και την αναγνώριση για τις υπηρεσίες της, όπως και οι άνδρες παιδαγωγοί (βλ. 1.2). Οι τροφοί μπορούσαν να αναλάβουν και το θηλασμό των βρεφών, όταν η μητέρα είχε πεθάνει πρόωρα ή δεν είχε αρκετό γάλα για να θηλάσει η ίδια. Από τις γραπτές πηγές και τα ταφικά επιγράμματα σε επιτύμβια ανάγλυφα πληροφορούμαστε για την ξεχωριστή θέση των τροφών στο πλαίσιο της οικογένειας. Στα αγγεία παριστάνονται, επίσης, συχνά μαζί με τη μητέρα και τα μικρά παιδιά, στην υπηρεσία των οποίων εργάζονταν (Εικόνα 1.41).
Εικόνα 1.41 Ερυθρόμορφη υδρία-κάλπις,
Λονδίνο Βρετανικό Μουσείο
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Ἐν οἴκῳ καὶ ἐν δήμῳ
Πρωτότυπος τίτλος:
Όψεις του ιδιωτικού και του δημόσιου βίου
μέσα από γραμματειακές και εικονογραφικές μαρτυρίες
στην αρχαϊκή και κλασική εποχή
ΕΛΕΝΗ ΜΑΝΑΚΙΔΟΥ
Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Κλασικής Αρχαιολογίας
Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
ΦΛΩΡΑ ΜΑΝΑΚΙΔΟΥ
Καθηγήτρια Κλασικής Φιλολογίας
Τμήμα Φιλολογίας, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης
2015
~~~~~~~{*}~~~~~~~
Επίσης διευκρινιστικά :
* Ο Ούλριχ Μέλεντορφ Βιλαμόβιτς ήταν Γερμανός φιλόλογος, κορυφαίος ερμηνευτής του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού και ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους του «ιστορικού θετικισμού». Γεννήθηκε στο Πόζεν της Πρωσίας (σημ. Πόζναν της Πολωνίας), σπούδασε στα πανεπιστήμια του Βερολίνου και της Βόννης, ήταν μαθητής και αργότερα γαμβρός του μεγάλου Τέοντορ Μόμσεν και δίδαξε στα πανεπιστήμια του Γκέτινγκεν και του Βερολίνου από το 1897. Ως μέλος της Πρωσικής Ακαδημίας Επιστημών υπήρξε από τους οργανωτικούς συντελεστές στην έκδοση του «Σώματος των ελληνικών επιγραφών»
-Εκτός του πρωτότυπου έχουν τοποθετηθεί από το ΕΛ.ΔΙ. εικόνες με την ΤΝ για καλύτερη κατανόηση - εμβάθυνση ή και απόλαυση, ενός θέματος .