της Claude Mosse οµότιµης καθηγήτριας στο Πανεπιστήµιο Παρίσι-8
Σπάρτη, η πόλη των «ίσων». Έτσι παρουσιάζεται αιώνες τώρα η ελληνική πόλη που προκάλεσε ταυτόχρονα το µεγαλύτερο ενθουσιασµό σε ορισµένους και τις περισσότερες ίσως επιφυλάξεων στους άλλους. Απέδιδαν δε αυτή την «ισότητα» σε άξιο έργο του νοµοθέτη Λυκούργου, ο οποίος, µε σκοπό να αποσοβήσει µία σοβαρή κρίση που απειλούσε την ενότητα της πόλης, µοίρασε το έδαφος της Λακωνίας σε ίσους κλήρους και επέβαλε στους Σπαρτιάτες µια εκπαίδευση και έναν τρόπο ζωής που ενίσχυαν αυτή την ισότητα. Ωστόσο, από την αρχαιότητα υπήρχαν ερωτήµατα για την ιστορική αλήθεια σχετικά µε τόν Λυκούργο.
Ο Πλούταρχος, συγγραφέας µιας Βιογραφίας του Σπαρτιάτη νοµοθέτη, στην οποία οφείλουµε ένα µεγάλο µέρος από την πληροφόρηση µας, αναγνώριζε το γεγονός ότι δεν γνωρίζουµε µε βεβαιότητα την περίοδο που έζησε και παραδεχόταν πως οποιαδήποτε αναφορά σε αυτόν είναι ασαφής. Τόσο σύνθετο πρόβληµα αποτελεί η σπαρτιατική ισότητα και δεν είναι πανιά εύκολο να ξεχωρίσουµε την πλευρά που αντιστοιχεί στο «µύθο» από αυτή που εκφράζει µια κάποια πραγµατικότητα. Πέραν τούτου η δυσκολία συνδέεται µε τη σπανιότητα των πηγών σπαρτιατικής προέλευσης. Πιο συχνά µέσα από τα µάτια των άλλων και ιδιαίτερα των Αθηναίων, πρέπει να αποτολµήσει κανείς να αντιληφθεί τη φύση του σπαρτιατικού βίου. Και τη µοναδικότητα της στον αρχαϊκό και κλασικό ελληνικό κόσµο. Σε πείσµα της παράδοσης που κρατούσε το ρόλο του νοµοθέτη, το σπαρτιατικό καθεστώς φαίνεται να εγκαθιδρύεται κατά το ήµισυ του 7ου αιώνα ή το τέλος του 6ου αιώνα.
Τον 7ο αιώνα διεξήχθησαν οι Μεσσηνιακοί πόλεµοι που θα επέτρεπαν στους Σπαρτιάτες να επεκταθούν σε αυτήν την πλούσια γη. Είναι τότε επίσης που θα εκδηλωθεί στις γραµµές των οπλιτών, αυτών των βαριά οπλισµένων στρατιωτών, η αναφερόµενη από τον ποιητή Τυρταίο διεκδίκηση µιας ισότιµης διανοµής, όχι βέβαια της γης της Λακωνίας, αλλά της κατακτηµένης γης στη Μεσσήνη. Η ίση µοιρασιά της λείας των οπλιτών συνδεόταν µε την ίδια τη φύση της φάλαγγας των οπλιτών και αυτό ακριβώς αποτελεί παράδοση, η οποία θα διατηρηθεί για πολύ καιρό. Άλλωστε, η αµοιβή µέσω του κλήρου γης της στρατιωτικής υπηρεσίας αποτελεί εξίσου µια πρακτική που συναντάται µέχρι την ελληνιστική περίοδο, σε βασίλεια που ίδρυσαν Μακεδόνες άρχοντες.
Μπορούµε λοιπόν να δεχτούµε πως µε την κατάκτηση της Μεσσηνίας και τη µετατροπή ίων κατοίκων της σε είλωτες, το µεσσηνιακό έδαφος κατανεµήθηκε σε κλήρους ίσους. Αργότερα, η ανάµνηση αυτής της ισοµοιρίας θα τροφοδοτήσει το µύθο ενός συστήµατος ισότιµης διανοµής της πατρώας γης που νοµοθετήθηκε από τον Λυκούργο, ένα µοίρασµα σε κλήρους που θα εξασφάλιζαν σε κάθε Σπαρτιάτη τη δυνατότητα συµµετοχής στα συνδεόµενα µε την ιδιότητα ίου Σπαρτιάτη πολίτη συσσίτια. Μια τέτοια ερµηνεία της ίσης µοιρασιάς, που αφορούσε µόνο το µεσσηνιακό έδαφος. αποδίδει καλύτερα την εικόνα µιας κοινωνικής ανισότητας την οποία άλλωστε αποκαλύπτουν τα ευρήµατα σε τάφους πολύτιµων αντικείµενων και όπλων που µαρτυρούν την ύπαρξη µιας αριστοκρατικής τάξης στους κόλπους της σπαρτιατικής κοινωνίας.
Ωστόσο αυτές οι µαρτυρίες σπανίζουν από τα µέσα του 6ου αιώνα. Πιθανώς τότε µια µεταρρύθµιση, που η παράδοση συνέδεε µε τον έφορο Χίλωνα, να επέβαλε στο σύνολο των Σπαρτιατών ένα τρόπο διαβίωσης και µια κοινή αγωγή που αποσκοπούσαν στην κατασκευή «οµοίων», ενώ απαγορεύεται η κυκλοφορία χρυσών και αργυρών νοµισµάτων. Αυτή η µεταρρύθµιση είχε για αντικείµενο, όπως ενίοτε υποθέτουµε, τον αποτελεσµατικότερο έλεγχο της µάζας των εξαρτηµένων, των ειλώτων της Λακωνίας και κυρίως της Μεσσηνίας, µε αντιστάθµισµα το µετασχηµατισµό της κοινότητας των Σπαρτιατών σε στρατό και µάλιστα διαρκή. ∆ύσκολο να πάρει κανείς θέση.
Παραµένει το γεγονός πως αυτή η «ισότητα» µεταξύ των Σπαρτκπών όχι µονό εξασφάλισε την ισχύ της πόλης σχεδόν επί δύο αιώνες, αλλά αποτέλεσε πρότυπο στα µάτια ορισµένων Ελλήνων και στην Αθήνα ιδιαίτερα του Σωκράτη και των µαθητών του. Κι όµως, αυτή η δύναµη που οδήγησε τη Σπάρτη σε νίκη κατά της Αθήνας και γκρέµισε την ηγεµονία της στο Αιγαίο, επρόκειτο επίσης να φέρει την κρίση του συστήµατος των Ίσων.
Οι επιδοτηθείς από τον Πέρση Βασιλιά και τους σατράπες του. χάρη στις οποίες η Σπάρτη µπόρεσε να αντιπαραθέσει στην Αθήνα ένα ισοδύναµο στόλο, επέφερε αυτό που οι σύγχρονοι καταγγέλλουν σαν «φιλοχρηµατία». Η αναφορά του Πλούταρχου στο στρατηγό Γύλιππο, που µετέφερε κρυµµένες στις αποσκευές του αθηναϊκές «κουκουβάγιες», νοµίσµατα αργυρά ιδιαίτερης αξίας σε όλο τον ελληνικό κόσµο, είναι ως προς αυτό χαρακτηριστική. Παρ’ ότι, σύµφωνα επίσης µε τον Πλούταρχο, εκείνη την περίοδο ο Λύσανδρος είχε επιβάλει ένα νόµισµα από σίδερο και είχε απαγορέψει εκ νέου την κυκλοφορία πολύτιµων µετάλλων, παραµένει το γεγονός της εισαγωγής του νοµίσµατος στη Σπάρτη.
Κάτι ακόµα, επίσης από την αφήγηση του Πλούταρχου: ο νόµος του Επιταδέα που επιτρέπει την κατά βούληση διάθεση του κλήρου, αντί της µεταβίβασης του στους άµεσους κληρονόµους, επιτάχυνε την τάση της συγκέντρωσης γης, τάση που µε τη σειρά της ενέτεινε η δυνατότητα που η Σπάρτη παρείχε στην επίκληρο θυγατέρα, µοναδική κληρονόµο ενός και µόνο περιουσιακού στοιχείου, να νυµφευθεί εκτός της πατρικής γενιάς.
Σε κάθε περίπτωση αυτό βεβαιώνει ο Αριστοτέλης στο έργο του Πολιτικά περιγράφοντας ένα ιδιαίτερα άνισο σπαρτιατικό σύστηµα µε συνέπεια την αριθµητική µείωση των Σπαρτιατών.
Για να εξηγήσουµε αυτή τη µείωση πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη η οριστική απώλεια της Μεσσηνίας µετά τη νίκη του Θηβαίου Επαµεινώνδα, κάτι που ερµηνεύθηκε µε τον αποκλεισµό στην πράξη ίων πλέον πτωχών από το σώµα των πολιτών που δεν είχαν να συνεισφέρουν στα συσσίτια παρά µονό τον κλήρο τούς. Η πραγµατικότητα αυτών των κοινωνικών ανισοτήτων δεν επιδέχεται αµφισβήτηοη.
Εξηγούν δε τις απόπειρες των µεταρρυθµιστών βασιλέων του 3ου αιώνα. Άγη και Κλεοµένη, οι οποίοι θα θέσουν υπό τη νοµοθετική κηδεµονία του µυθικού νοµοθέτη της Σπάρτης το σχέδιο µιας κοινής χρήσης των αγαθών, προάγγελο µιας ίσης κατανοµής που παρουσιάστηκε σαν επιστροφή στους «νόµους του Λυκούργου». Αυτή η εµβάθυνση των ανισοτήτων δεν µπορούσε να µην αντανακλά σε πολιτικό επίπεδο.
Ο Αριστοτέλης άλλωστε αυτό αφήνει να εννοηθεί στο ίδιο σηµείο του 2ου βιβλίου στα Πολιτικά. Όµως το πρόβληµα της πολιτικής ισότητας τίθεται µε όρους πολύ πιο σύνθετους. Είναι γεγονός πως η Σπάρτη θεωρούνταν στην κλασική εποχή η κατ’ εξοχήν ολιγαρχική πόλη-κράτος. Πράγµατι, η πολιτική ισότητα ήταν για πολλούς θεωρητικούς ίδιον της δηµοκρατίας, θεµελιωµένη πάνω στην ισονοµία και την ισηγορία, δηλαδή µια πολιτική ισότητα που να µην είναι ασυµβίβαστη µε τις κοινωνικές ανισότητες κατ που όµως να εκφράζεται µεσω του δικαιώµατος λόγου που εκχωρούσε σε όλους στη διάρκεια µιας Συνέλευσης. της οποίας οι αποφάσεις ήταν κυρίαρχες. Η πολιτική οργάνωση της Σπάρτης ήταν σύµφωνα µε την παράδοση δοµηµένη από τη Μεγάλη Ρήτρα, το χρησµό που είχε λάβει ο Λυκούργος από τους ∆ελφούς.
Πολύ αργότερα κατεγράφη κατ αυτή ακριβώς η καταγραφή αναφέρεται από τον Πλούταρχο στο Βίο του Λυκούργου. Υποδήλωνε πως ο λαός κατανεµηµένος σε φυλές κατ οβάς θα συγκεντρώνεται κάποιες περιόδους κατόπιν καλέσµατος ενός Συµβουλίου, αποτελουµένου από τριάντα µελη, εκ των οποίων δύο «αρχηγέτες», δηλαδή τους δυο βασιλείς. Αργότερα θα δηµιουργούσαν το σώµα των πέντε αξιωµατούχων, τους εφόρους, οι οποίοι εκλέγονταν κάθε χρόνο.
Το σύνταγµα των Λακεδαιµονίων παρουσίαζε λοιπόν καθαρά ολιγαρχικό χαρακτήρα, αφού οι κάτοχοι της αρχής, βασιλείς. Γερουσία και έφοροι, αποτελούσαν µια µικρή µειονότητα. Οι δυο βασιλείς, γόνοι των δυο βασιλικών οικογενειών των Αιγειάδων και των Ευρυπωντιδών εναλλάσσονταν στην εξουσία κληρονοµικά.
Οι γέροντες, ηλικίας εξήντα και πλέον ετών, ήταν εκλεγµένοι δια βίου. Μόνο οι έφοροι εκλέγονταν κάθε χρόνο και επιλέγονταν µέσα από το σύνολο των Σπαρτιατών, γεγονός που δικαιολογεί ορισµένους να βλέπουν στο πρόσωπο τους το «δηµοκρατικό» στοιχείο του λακεδαιµονικού συντάγµατος. Είναι προφανές πως απέχετ πάρα πολύ από ιόν τύπο της ισότιµης στελέχωσης, δηλαδή της ετήσιας κλήρωσης, των µελών της Βουλής και ίου µεγάλου αριθµού αξιωµατούχων στην Αθήνα. Μα τι ακριβούς ήταν η σπαρτιατική Συνέλευση; Στο κείµενο της Μεγάλης Ρήτρας που αναφέρει ο Πλούταρχος, εµφανίζεται σαν κυρίαρχη Συνέλευση, κυρίαρχη του κράτους. Ωστόσο ο ίδιος ο Πλούταρχος παραθέτει στη συνέχεια µία τροπολογία την οποία προσέθεσαν οι βασιλείς Πολύδωρος και Θεόποµπος. Σύµφωνα µε αυτή, αν ο λαός εκφραζόταν «λανθασµένα», οι βασιλείς και η Γερουσία δεν θα επικύρωναν την πρόταση και θα διέλυαν τη Συνέλευση. Ο Πλούταρχος ερµηνεύει την τροπολογία σαν περιστολή των εξουσιών της Συνέλευσης. Και το µεγαλύτερο µέρος των σχολιασµών ευθυγραµµίστηκαν µε την ερµηνεία του.
Πρόσφατα ωστόσο αµφισβητήθηκε από τη Φ. Pizé (F. Ruzé) (∆ιαβούλευση και Εξουσία στην ελληνική πολιτεία από τον Νέστορα ως τον Σωκράτη, Παρίσι 1997), που διαφορετικά αντιλαµβάνεται την προσθήκη, βλέποντας σε αυτή µία απλή ανασύνταξη της Γερουσίας που είχε αφήσει την τελική απόφαση στη Συνέλευση και µόνο. Πράγµατι, όπως η Φ. Pizé αποδεικνύει δανειζόµενη πλείστα παραδείγµατα ιδιαίτερα από τους ιστορικούς, τον Ηρόδοτο, τον Θουκυδίδη, τον Ξενοφώντα, η Συνέλευση µοιάζει να είναι κυρίαρχη όταν πρόκειται να συζητηθούν θέµατα ειρήνης και πολέµου, και κατά συνεπεία µπορεί κανείς να παραδεχτεί πως αυτή η κυριαρχία επεκτεινόταν και σε άλλα επίπεδα. Η ύπαρξη µάλιστα της µικρής εκκλησίας που επικαλείται ο Ξενοφών αναφορικά µε m συνωµοσία του Κινάδωνα, δεν αντιτίθεται σε αυτή την ανεξαρτησία της Συνέλευσης: η µικρή εκκλησία µπορεί να αναλάβει µία επείγουσα κατάσταση. Άρα. σε πείσµα του ολιγαρχικού χαρακτήρα του συµβουλίου και της κληρονοµικής εξουσίας των βασιλέων της, δεν µπορούµε να αρνηθούµε ότι στη Σπάρτη υπήρχε µια πραγµατική πολιτική ισότητα µεταξύ των πολιτών.
Η Φ. Pizé πάει ακόµα παραπέρα. Υποδεικνύει, χωρίς να είναι απόλυτη, ότι αυτή η Συνέλευση µπορεί επίσης να ήταν ανοικτή στους περίοικους, τους ελεύθερους κατοίκους της Λακωνίας που τελούσαν κάτω από την εξάρτηση των Σπαρτιατών, αλλά απολάµβαναν µια σχετική αυτονοµία, καθώς και στις άλλες κατηγορίες «ελεύθερων κατώτερων στρωµάτων». Πράγµατι, ο όρος Λακεδαιµόνιοι περιελάµβανε κατά την κλασική εποχή όχι µόνο τους όµοιους, τους αποκαλούµενούς απλά Σπαρτιάτες, µα εξίσου τους περίοικους. Αυτό είναι βεβαιωµένο για τον 4ο αιώνα και πιθανά ο λόγος για τον οποίο ο Αθηναίος ρήτορας Ισοκράτης συγκρίνει τους περίοικους µε τον αθηναϊκό δήµο, ένα δήµο που δεν είχε ένα Σόλωνα για να του αποδώσει την πλήρη ιδιότητα του πολίτη. Πρόκειται για ένα πρόσφατο στοιχείο, που σχετίζεται µε τη µείωση του αριθµού των γνήσιων Σπαρτιατών ή ανάθετα για µια αρχαία παράδοση; Όπως συµβαίνει πάντα, δεδοµένου της φύσης των πηγών, είναι δύσκολο να τοποθετηθεί κανείς κατηγορηµατικά.
Το συµπέρασµα που προτείνεται από τη Φ. Ριζέ είναι ότι «οι Σπαρτιάτες στηρίζονταν ταυτόχρονα στην κυβέρνηση των αρίστων, µικρή οµάδα εξ, ορισµού, και την εξουσία ενός δήµου που αποτελούνταν τόσο από Ίσους, που ποτέ κανείς δεν διανοήθηκε να αποκλείσει από τις αποφάσεις, όσο και από πολίτες δεύτερης ζώνης, στους οποίους θα ήταν επικίνδυνο να αρνηθούν µια κάποια συµµετοχή: το πνίξιµο της φωνής µέσα στη συνέλευση α-ντιπροσώπευε µικρότερο κίνδυνο» (σελ. 239). Αν υποτεθεί πως οι περίοικοι και οι διάφορες κατηγορίες κατώτερων στρωµάτων, «υποµείονες», είχαν το δικαίωµα να µετέχουν στη Συνέλευση, στην πλειονότητα τους σπάνια είχαν αυτή τη δυνατότητα.
Από την άλλη, η στενή εποπτεία ασκούµενη από τη Γερουσία και τους εφόρους περιόριζε στην πράξη αυτή τη φαινοµενική ισότητα, όχι µόνο µεταξύ «οµοίων», αλλά κατά µείζονα λόγο ανάµεσα στην κατηγορία των µε πλήρη δικαιώµατα πολιτών κατ των άλλων Λακεδαιµονίων.
Η σπαρτιατική ισότητα ήταν λοιπόν εντελώς σχετική. Οικονοµικά και κοινωνικά επιζούσε χάρη σε αυτές τις κοινές πρακτικές, που ωστόσο η «φιλοχρηµατία» υλικών αγαθών έκανε όλο κατ περισσότερο τεχνητές. Πολιτικά. αφορούσε µόνο τους γνήσιους πολίτες, όλο και περισσότερο µειοψηφία στους κόλπους των Λακεδαιµονίων. Ο «µύθος» εξακολουθούσε να λειτουργεί όταν οι µεταρρυθµιστές βασιλείς του 3ου αιώνα θα προσπαθούσαν να τον αναβιώσουν.
Μετάφραση: Γιώργος Γεωργαµλής