Αποτελεί μέρος του «Νεών Καταλόγου», ο οποίος απαριθμεί τις δυνάμεις των Ελλήνων που έλαβαν μέρος στον Τρωικό Πόλεμο.

 

 ΕΙΔΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ 

(στ. 494- 510)   Βοιωτών μέν Πηνέλεως καί Λήϊτος ήρχον    Οι Βοιωτοί είχαν αρχηγούς τον Πηνέλεο και το Λήϊτο 'Αρκεσίλαός τε Προθοήνωρ τε Κλονίος τε,  , τον Αρκεσίλαο, τον Προθοήνορα και τον Κλόνιο οί θ' `Υρίην ενέμοντο καί Αυλίδα πετρήεσσαν  , αυτοί που κατοικούσαν στην Υρία και στην πετρώδη Αυλίδα Σχοίνόν τε Σκώλόν τε πολύκνημόν τ' 'Ετεωνόν,  και στο Σχοίνο και στο Σκώλο και στον Ετεωνό με τα πολλά φαράγγια, Θέσπειαν Γραίάν τε καί ευρύχορον Μυκαλησσόν  στη Θέσπεια και στη Γραία και στην ευρύχωρη Μυκαλησσό, ,  οί τ' αμφ' ''Αρμ' ενέμοντο καί Ειλέσιον καί 'Ερυθράς,  και αυτοί που κατοικούσαν γύρω στο Άρμα και στο Ειλέσιο και στις Ερυθρές, οί τ' 'Ελεών' είχον ηδ' ''Υλην καί Πετεώνα,  και αυτοί που είχαν τον Ελεώνα και την Ύλη και την Πετεώνα, 'Ωκαλέην Μεδεώνά τ' εϋκτίμενον πτολίεθρον,    και την Ωκαλέη και την Μεδεώνα, την καλοχτισμένην πολιτεία, Κώπας Εύτρησίν τε πολυτρήρωνά τε Θίσβην,    τις Κώπες και την Εύτρηση και την Θίσβη με τα πολλά περιστέρια οί τε Κορώνειαν καί ποιήενθ' `Αλίαρτον,  και εκείνοι που είχαν την Κορώνεια και τον χλοερό Αλίαρτο, οί τε Πλάταιαν έχον ηδ' οί Γλισάντ' ενέμοντο οί θ' `Υποθήβας είχον εϋκτίμενον πτολίεθρον,  και αυτοί που είχαν την Πλάταια, και εκείνοι που κατοικούσαν στο Γλισάντα, και αυτοί που είχαν τις Υποθήβες, την καλοχτισμένη πολιτεία  26 

Στην ελληνική μυθολογία ο Πηνέλεως (< Πηνειός + λεώς = λαός, δηλαδή «ο λαός της κοιλάδας του Πηνειού») ήταν γιος του Ιππάλμου και της Αστερόπης. Ο Πηνέλεως υπήρξε ένας από τους μνηστήρες της Ωραίας Ελένης, και έλαβε μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία καθώς και στον Τρωικό Πόλεμο ως αρχηγός του βοιωτικού εκστρατευτικού σώματος. Στον πόλεμο αυτό σκοτώθηκε, είτε από τον Πολυδάμαντα, είτε από τον Ευρύπυλο. Κατά τον Τρωικό πόλεμο, ο Όμηρος μας λέει ότι ο Πηνέλεως σκότωσε δύο ξακουστούς ήρωες της Τροίας: τον Ιλιονεύς με ένα δόρυ που τον διαπέρασε από το μάτι  καθώς και τον Λύκο, που κυριολεκτικά αποκεφάλισε με το σπαθί του .Το Τέλος του... Οι απόψεις για το τέλος του Πηνέλεου διίστανται. Κατά την εκδοχή του Παυσανία, ο Πηνέλεως σκοτώθηκε, είτε από τον Πολυδάμαντα, είτε από τον Ευρύπυλο. Κατά τις άλλες εκδοχές, όχι μόνο έζησε αλλά ήταν και ένας από τους ήρωες που κρύφτηκε μέσα στον Δούρειο Ίππο και συμμετείχε ενεργά στην ισοπέδωση της Τροίας. Στην δεύτερη περίπτωση, μετά το τέλος του πολέμου, γύρισε στη Θήβα και διοικούσε την πόλη έως ότου ενηλικιώθηκε ο Τισσαμενός.

 «Βοιωτών μεν Πηνέλεως και Λήιτος ήρχον», λέει ο Όμηρος στο στίχο 494 του Β της Ιλιάδας ξεκινώντας να απαριθμεί τις ελληνικές πολιτείες που πήραν μέρος στον Τρωικό πόλεμο και τα πλοία που έστειλε η καθεμιά από αυτές.

Διόδωρος Σικελιώτης Βιβλίο Δ΄: Θετταλίας καλουμένης εἰς Φθίαν, καὶ καθαρθεὶς ὑπὸ Ἄκτορος τοῦ βασιλέως διεδέξατο τὴν βασιλείαν, ἄπαιδος ὄντος τοῦ Ἄκτορος. ἐκ δὲ Πηλέως καὶ Θέτιδος γενόμενος Ἀχιλλεὺς ἐστράτευσε μετ᾿ Ἀγαμέμνονος εἰς Τροίαν. 21 'Ογχηστόν θ' ιερόν Ποσιδήϊον αγλαόν άλσος,  και τον ιερό Ογχηστό, το ωραίο άλσος του Ποσειδώνα, οί τε πολυστάφυλον ''Αρνην έχον, οί τε Μίδειαν  Νίσάν τε ζαθέην 'Ανθηδόνα τ' εσχατόωσαν:    και αυτοί που είχαν την Άρνη την πολυστάφυλη και την Μίδεια και την πανίερη Νίσα και την Ανθηδόνα, που είναι τελευταία προς τη θάλασσα. τών μέν πεντήκοντα νέες κίον, εν δέ εκάστη κούροι Βοιωτών εκατόν καί είκοσι βαίνον.  Δικά τους ήρθαν τι πενήντα καράβια και σε καθένα μέσα ήταν εκατόν είκοσι νέοι Βοιωτοί.  ~~~


 Το πρώτο στρατιωτικό τμήμα για το οποίο γίνεται μνεία, είναι το βοιωτικό. Πέραν τούτου, είναι και το μεγαλύτερο με διαφορά ως προς τον αριθμό των τοπωνυμίων και των αρχηγιών και ίσως το δεύτερο μεγαλύτερο μετά το εκστρατευτικό τμήμα του Αγαμέμνονα, σχετικά με τον αριθμό των στρατιωτών ( απαρτίζεται μόνο από πενήντα πλοία, με την εξής όμως λεπτομέρεια, ότι επιβιβάστηκαν στο καθένα 120 άνδρες). Πρέπει να θεωρήσουμε δεδομένη την αυτοτελή σύνθεση του καταλόγου, καθώς παρατηρούμε ένα ιδιαίτερο προοίμιο, με τους Βοιωτούς να προτάσσονται και με μια ιδιαίτερη δομή, μια απλή παράθεση δηλαδή κατά έναν τρόπο που ήδη επικρατούσε κατά τη μυκηναϊκή περίοδο με την καταγραφή πληρωμάτων και πλοίων.

  Με την επίκληση στις μούσες στο στίχο 484  Ἔσπετε νῦν μοι, Μοῦσαι, Ὀλύμπια  , αποκλίνει από τις επικλήσεις των προοιμίων της Ιλιάδας και της Οδύσσειας (ειδικά με τον προσδιορισμό  'Ολύμπιαι), οι οποίες αναφέρονται στον ενικό σε Θεά και Μο͠ύσα, στην Ιλιάδα και στην Οδύσσεια αντίστοιχα. Η επίκληση στον πληθυντικό, απαντάται στην ποίηση της Βοιωτίας ͘  πιο συγκεκριμένα στην ησιόδεια ποίηση (βλ. Εργ. 1-2 : Μοῦσαι Πιερίδες… ἔννεπετε, Θεογ. Ι : Μουσάων Ἑλικωνιάδων ἀρχώμεθ᾽ ἀείδειν) 27. Ένα άλλο σημείο που είναι κοινό με την ησιόδεια ποίηση στο προοίμιο του καταλόγου των πλοίων, είναι η αναφορά στην καταγωγή τους (Β Διός  αἰγιόχοιο θυγατέρες)· ουσιαστικά έτσι γίνεται η γενεαλόγηση των Μουσών ως κόρες του Διός και της Μνημοσύνης28.  Στο στρατιωτικό τμήμα των Βοιωτών, είναι αναγκαίο να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση. 27


Νηών Κατάλογος  - Πόλεις και πλοία του Τρωικού πολέμου



 


Κι αυτό γιατί, αφενός καταλαμβάνουν την πρώτη θέση στον κατάλογο κι αφετέρου σε αυτούς αποδίδεται η   Σύμφωνα με τον Αριστόξενο, και το εναλλακτικό προοίμιο της Ιλιάδας, είχε επίκληση στον πληθυντικό. Αναφερόταν στις Μούσες που κατοικούσαν στον Όλυμπο (Ολυμπιάδες). 28 Β. Κωνσταντινόπουλος: «Η Πύλος στον Ομηρικό Κατάλογο των πλοίων και τις πινακίδες της Γραμμικής Β», σελ: 79 22 πλειονότητα των ηγετών, των εκτάσεων γης, καθώς και των στρατιωτικών κλιμάκιων. Ας μην παραλειφθεί το γεγονός ότι κατέχουν δευτερεύοντα –ως μηδενικό- ρόλο στον κορμό του ποιήματος που υλοποιείται. Η συνηθέστερη ερμηνεία, η οποία εκτός των άλλων κρίνεται ιδιαίτερα ουσιώδης, συσχετίζει την περιορισμένη παρουσία των Βοιωτών με τη συνάθροιση του εκστρατευτικού σώματος τους στην Αυλίδα της Βοιωτίας. Αυτό συνέβη πριν την διέλευση του βοιωτικού στόλου στα νερά του Αιγαίου και με τελικό προορισμό το Ίλιον. Κατά τα πρώτα στάδια σχηματισμού του καταλόγου και πολύ πριν την τελειοποίηση του, ενδέχεται να περιελάμβανε καράβια και ναυτικές δυνάμεις, στη διάρκεια της συσπείρωσης τους στην περιοχή της Αυλίδας. Ύστερα, υπέστη ορισμένες τροποποιήσεις για να διαφοροποιηθεί και να αποκτήσει εν τέλει περιεχόμενο σχετικό με την καταγραφή των στρατευμάτων, κατά το δέκατο έτος του Τρωικού πολέμου.


Η παραπάνω άποψη έχει τις καταβολές της στους τρεις βασικούς πυλώνες του ομηρικού έργου: την ιδιαίτερη αναφορά στα πλοία, την επιλογή των ρημάτων (όπως ‘’ ακολούθησαν’’, ‘’έποντο’’, τον αρχηγό ή τους αρχηγούς σύμφωνα με τη πιο συνηθισμένη διατύπωση των σαράντα πλοίων.). καθώς και την σκιαγράφηση του Πρωτεσίλαου και του Φιλοκτήτη και την περιγραφή των στρατιωτικών μονάδων τους.

Η σκιαγράφηση τω δύο προσώπων γίνεται με τρόπο κατάλληλο, ώστε να δίδεται στον αναγνώστη η εντύπωση ότι είναι παρόντα και να τα καθιστά, εμμέσως, ενεργές παρουσίες στο συγκεκριμένο χωρίο. Βάσει αυτής της τοποθέτησης, η πρόταξη των Βοιωτών πιθανότατα να οφείλεται είτε στην αγνή και ανιδιοτελή αγάπη τους για την ιδιαίτερη πατρίδα τους είτε στα φιλοφρονήματα με αποδέκτη τον πρόσκαιρο οικοδεσπότη του συγκεντρωμένου ελληνικού στοιχείου, τα οποία, βέβαια, δε προέρχονται από τους Βοιωτούς. Η δεύτερη άποψη, ωστόσο, είναι φανερά εξεζητημένη. Το απόσπασμα το σχετικό με τους Βοιωτούς αποκτά μεγαλύτερες διαστάσεις, καθώς επιδρά στις στρατιωτικές δυνάμεις των γειτόνων τους, για τις οποίες και γίνεται λόγος στα ακόλουθα χωρία. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι στους Φωκείς, τους Λοκρούς και τους Άβαντες, δηλαδή τους Ευβοείς, αποδίδεται ένας  αριθμός πλοίων και εκτάσεων, τόσο μεγάλο που ξεπερνά τον ελάσσονα ρόλο σε ολόκληρη την Ιλιάδα· αυτή αποτελεί για παράδειγμα άποψη του Page, ΗΗΙ 125. Παράλληλα, βάσει της μεθοδικής περιφερειακής αρχής για τη δομή του καταλόγου, η αναφορά στους πλησιέστερους γείτονες των Βοιωτών (συμπεριλαμβανομένου οπωσδήποτε του Ορχομενού) και σε αντίστοιχη μάλλον δύναμη είναι απολύτως εύλογη· εύλογη, διότι έχει ήδη προηγηθεί μια ιδιαιτέρως τιμητική αναφορά (μνεία) στους Βοιωτούς. Ο David Ruhnken29 κατέλαβε προσπάθειες προκειμένου να αποδώσει τις αστοχίες κι ατέλειες του καταλόγου στη λεγόμενη βοιωτική ‘’ σχολή’’ καταλογικής ποίησης.

 Οι προσπάθειες τους αυτές βασίστηκαν σε δύο παράγοντες: στο σύγγραμμα του εκ Βοιωτίας Ησιόδου με χαρακτήρα που προσεγγίζει τον τύπο του καταλόγου, το οποίο τοποθετείται χρονικά λίγο μετά την εποχή του Ομήρου (κυρίως οι Ηοίαι ή Γυναικών κατάλογος και επιπλέον σε μεγάλο βαθμό η Θεογονία και τα Έργα) και στις προφανείς θηβαϊκές και μινύειες φράσεις που χαρακτηρίζονται για τη συγκινησιακή ή και τη συναισθηματική τους σημασία, και που συναντώνται στον κατάλογο ηρωίδων. 

 Με τις ηρωίδες αυτές ήρθε σε επαφή ο Οδυσσέας, όταν μετέβη στον Άδη (λ 235-330 με εξαίρεση τη Λήδα στους στίχους 298-304 και τη Φαίδρα κ.ο.κ. στους στίχους 321-325). Η άποψη που προαναφέρθηκε στηρίζεται στη λογική και θα μπορούσε να ισχύει. Ωστόσο, δεν αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο που να πιστοποιεί πως η καταλογική σύνθεση συνέβη κατά τη μυκηναϊκή περίοδο ή και τα χρόνια που την περιτριγυρίζουν. Η ταξινόμηση των δυνάμεων στον κατάλογο χρονολογείται μάλλον στη διάρκεια μιας μεταγενέστερης περιόδου, η οποία βρίσκεται 29 Nicholas Richardson,   Three Homeric Hymns: To Apollo, Hermes, and Aphrodite, Cambridge University Press, 2010, σελ: 10  23 πολύ κοντά σε εκείνη του Ομήρου αλλά και του Ησιόδου. Όπως πληροφορούμαστε από τον Θουκυδίδη (1, 12, 3), η εγκατάσταση των Βοιωτών στον τόπο όπου αργότερα θα βάφτιζαν με το όνομα τους (Βοιωτία) συνέβη τουλάχιστον έξι δεκαετίες μετά τον πόλεμο γύρω από τα τείχη της Τροίας (ο συμπληρωματικός συλλογισμός ότι μερικοί από αυτούς, οργανωμένοι σε ομάδα είχαν μεταβεί στην περιοχή πιο νωρίς είναι μια προφανής παραχώρηση στον ομηρικό κατάλογο). Τούτη η μαρτυρία επιδρά μονάχα στο στίχο 494, όπου γίνεται μια αρχική τιμητική αναφορά σε αυτούς, η λεγόμενη μνεία προς τους Βοιωτούς. Πρόκειται για ένα ‘’ ανοδικό τρίπτυχο’’ και, όπως προκύπτει, για ένα ενδεχόμενο παράγωγο εξελιγμένου ομηρικού μοτίβου. Υπάρχουν, ωστόσο, και ορισμένα στοιχεία τα οποία μαρτυρούν την πλήρη επίγνωση των θηβαϊκών πραγμάτων, στη διάρκεια της εποχής του χαλκού. Τέτοια στοιχεία αποτελούν κυρίως η μνεία των Υποθηβών, καθώς και η απουσία των Καδμείων. Ουσιαστικά, τη γνώση των θηβαϊκών υποθέσεων μπορεί κανείς να την προσεγγίσει καθ’ όλη την περίοδο όπου η μυθολογία κρατά σφιχτά το χαλινάρι της παράδοσης· κι αυτό, χωρίς να είναι εξ ολοκλήρου ή εν μέρει σύγχρονη με τις γεωγραφικοπολιτικές συνθήκες του πολέμου. Η κατάπτωση του κατά τους περασμένους χρόνους κρατερού βασιλείου του Ορχομενού (το οποίο θα ενωθεί αργότερα με την περιοχή της Βοιωτίας), αντανακλά την πραγματική ιστορική εξέλιξη, η οποία όμως, μπορούσε να γνωστοποιηθεί, ανά πάσα στιγμή, μέσω της προφορικής παράδοσης. Η συντακτική μορφή της εισαγωγής ανήκει στον τύπο Α (που παρατέθηκε παραπάνω: « Των Φ… ο Χ και ο Ψ ήταν αρχηγοί… (εκείνων) που κατοικούσαν στην Α, Β, Γ…), ο τρόπος διατύπωσης είναι παραδοσιακός στα συστατική του μέρη, ωστόσο εντοπίζεται το ασυνήθιστο λήμμα των Μυρμιδόνων στο στίχο 685: τών αύ πεντήκοντα νεών ήν αρχός 'Αχιλλεύς. Στους στίχους 496-508, μνημονεύονται 29 τοπωνύμια· αυτά είναι: 

 ΥΡΙΗ (ΣΤ. 494): Η Υρίη (ή Υρία) ήταν αρχαία Βοιωτική πόλη κοντά στην Αυλίδα και τον Εύριπο. Την ταυτίζουμε συνήθως με τον Μυκηναϊκό λόφο στο Δράμεσι στον οποίο ανακαλύφθηκε προϊστορική στήλη με παραστάσεις πλοίων. Αναφέρεται από τον Όμηρο, ανάμεσα στις πόλεις που συμμετείχαν στον Τρωικό πόλεμο. Σύμφωνα με τον Στράβωνα ανήκε στην επικράτεια της Τανάγρας ενώ αρχικά ήταν υποτελής στην Θήβα30. Το όνομα της πόλης οφειλόταν στον μυθικό βασιλιά Υριέα, γιο του Ποσειδώνα και πατέρα του Ωρίωνα. Ο Υριέας σύμφωνα με τον μύθο δεν μπορούσε να αποκτήσει παιδιά γι αυτό οι θεοί πρόσφεραν έναν γιό. Τον Ωρίωνα ενώ βρισκόταν σε μεγάλη ηλικία. Ο Παυσανίας δεν κάνει καμία αναφορά για την συγκεκριμένη πόλη. Αυτός που κάνει αναφορά στην Υρίη σ ένα χωρίο μάλλον ανεξάρτητο από τον ομηρικό κατάλογο, είναι ο Ησίοδος· έτσι γίνεται φανερό πως ήταν μια πόλη γνωστή στη μυθολογική παράδοση και προσπελάσιμη σε έναν καταλογογράφο οποιασδήποτε εποχής.  Ο Buck στο θέμα της τοποθεσίας προτιμά να είναι κοντά στην Χαλκίδα . Οι Hope Simpson-Lazenby, παρατηρούν ότι στο Δράμεσι  30 Στράβωνα Γεωγραφικά, βιβλίο ΙΧ(9b, 12): ἔστι δὲ τῷ ἐκ Θηβῶν εἰς   Αργος ἀνιόντι ἐν ἀριστερᾷ ἡ Τάναγρα κ ἐν δεξιᾷ κεῖται: καὶ ἡ ̔Υρία δὲ τῆς Ταναγραίας νῦν ἐστί, πρότερον δὲ τῆς Θηβαι ́̈δος: ὅπου ὁ ̔Υριεὺς μεμύθευται καὶ ἡ τοῦ  Ωρίωνος γένεσις, ἥν φησι Πίνδαρος ἐν τοῖς διθυράμβοις: κεῖται δ' ἐγγὺς Αὐλίδος. ἔνιοι δὲ τὰς ̔Υσιὰς ̔Υρίην λέγεσθαί φασι 24 δεν ανακαλύφθηκε πρωτογεωμετρική ή γεωμετρική κεραμική και το γεγονός αυτό ενισχύει τη μυκηναϊκή προέλευση της μνείας Υρίης31. 

 ΑΥΛΙΣ (στ. 496): Από τις αρχαίες επιγραφές φαίνεται πως η πόλη βρισκόταν κοντά στις ακτές του Ευβοϊκού κόλπου ανάμεσα στους όρμους μεγάλο και μικρό Βαθύ, πολύ κοντά στην Χαλκίδα. Ήταν χτισμένη σε βραχώδη λόφο, κάτι που φαίνεται και από τον χαρακτηρισμό της από τον Όμηρο ως πετρήεσσαν, αλλά και από τον Στράβωνα ως «πετρ͠ωδες χωρίον». Τα επίθετα αυτά, ταιριάζουν απόλυτα στη μορφολογία της Αυλίδας, καθώς και σε άλλων γειτνιαζουσών περιοχών. Η πόλη τα επόμενα χρόνια αποτελούσε επίνειο της Τανάγρας32. Το όνομα της σύμφωνα με την μυθολογία οφειλόταν στην Αυλίδα, κόρη του μυθικού βασιλιά της Θήβας Ωγύγου33  

 ΣΧΟΙΝΟΣ (στ. 497): Παρέμεινε ανεξάρτητη έως τον 5ο αι. π. Χ. Σύμφωνα με τον Στράβωνα βρισκόταν κοντά στις όχθες του Ασωπού ποταμού ανάμεσα στη Θήβα και την Ανθηδόνα (κατά συνέπεια κοντά στη λίμνη Υλίκη/Λίκερι).  

ΣΚΩΛΟΣ  (ΣΤ. 497): Το γεγονός της ύπαρξης πολλών μικρών οικισμών στην  περιοχή, μας απομακρύνει από το να την ταυτίσουμε με κάποιον συγκεκριμένο μυκηναϊκό ή άλλον αρχαίο οικισμό, παρόλο που τα ερείπια της τοποθετούνται κοντά στις Πλαταιές σύμφωνα με τον Παυσανία 

ΕΤΕΩΝΟΣ (στ. 497): Η θέση του παραμένει άγνωστη· σύμφωνα με τον Στράβωνα βρίσκεται στις όχθες του ποταμού Ασωπού και πλησίον της Παρασωπίας ονομάσθηκε Σκάρφη τα μετέπειτα χρόνια34.

 ΘΕΣΠΕΙΑ (στ. 498): Πιθανόν ταυτίζεται με τις Θεσπιές της κλασσικής εποχής. Οι Θεσπιές μια από τις σημαντικότερες της αρχαίας Ελλάδας. Στην επικράτεια της πόλης συμπεριλαμβάνοντας και οι πόλεις Άσκρη, Νίσα, Θίσβη, Λεύκτρα και τα δύο λιμάνια Τίφα (ή Σίφες) και Κρεύσις. Πολέμησαν στη Μάχη των Θερμοπυλών, όπου μετά την ήττα των Σπαρτιατών ο Ξέρξης τις πυρπόλησε. Συμμετείχαν ακόμη στη Μάχη των Πλαταιών με 2500 άνδρες35.     31 R. Hope Simpson, John Francis Lazenby, The Catalogue of the Ships in Homer’ s Iliad, Clarendon Press, 1970, σελ:25-30 32 Στράβωνα, Γεωγραφικά, βιβλίο ΙΧ. 33 Παυσανία, Ελλάδος Περιήγησις/ Βοιωτικά: τοῦ δὲ Εὐρίπου τὴν Εὔβοιαν κατὰ τοῦτο ἀπὸ τῆς Βοιωτῶν διείργοντος τῆς τε Δήμητρος ἐν δεξιᾷ τὸ ἱερὸν τῆς Μυκαλησσίας καὶ ὀλίγον ἀπ' αὐτοῦ προελθόντι ἐστὶν Αὐλίς: ὀνομασθῆναι δὲ ἀπὸ τῆς Ὠγύγου θυγατρός φασιν αὐτήν. ναὸς δὲ Ἀρτέμιδός ἐστιν ἐνταῦθα καὶ ἀγάλματα λίθου λευκοῦ, τὸ μὲν δᾷδας φέρον, τὸ δὲ ἔοικε τοξευούσῃ 34 Στράβωνα, Γεωγραφικά, βιβλίο ΙΧ: Ὁ Ἐτεωνὸς δὲ Σκάρφη μετωνομάσθη, καὶ αὕτη δὲ τῆς Παρασωπίας. ὁ γὰρ Ἀσωπὸς καὶ ὁ Ἰσμηνὸς διὰ τοῦ πεδίου ῥέουσι τοῦ πρὸ τῶν Θηβῶν· ἔστι δὲ καὶ ἡ Δίρκη κρήνη καὶ Πότνιαι 35 Ιστορία Ηροδότου 9.30: παρῆσαν γὰρ καὶ Θεσπιέων ἐν τῷ στρατοπέδῳ οἱ περιεόντες, ἀριθμὸν ἐς ὀκτακοσίους καὶ χιλίους 

25 ΓΡΑΙΑ (στ. 498): Ο Παυσανίας αναφέρει πως με το όνομα ‘’ Γραία’’, είναι παλιά ονομασία της Τανάγρας και ότι το όνομα της οφειλόταν στην κόρη του Ασωπού, την Τανάγρα την οποία νυμφεύτηκε ο Ποίμανδρος, ενώ η ονομασία Γραία είχε αποδοθεί στην πόλη λόγω της μεγάλης ηλικίας της 36. Στην ονομασία αυτή διακρίνεται και μια φωνητική ομοιότητα37. 

ΜΥΚΑΛΗΣΣΟΣ (στ. 498): Πιθανότατα μπορεί να ταυτιστεί με το σημερινό χωριό Ριτσώνα. Τα ερείπια της ήταν γνωστά στον Παυσανία· χρονολογείται στα μέσα του 8ου αι. π. Χ. · πήρε τη ονομασία της, σύμφωνα με τα Βοιωτικά του, από τον μυκηθμό που έκανε η αγελάδα που οδηγούσε τον Κάδμο στη Θήβα. Πιθανότατα το επίθετο ευρύχορον (= με μεγάλους χώρους για το χορό), δεν αποτελεί γεωγραφική ένδειξη. 

 ΑΡΜΑ (στ. 499): Πήρε το όνομα του από το σημείο που πιστευόταν ότι βούλιαξε το άρμα του Αργείου στρατηγού Αμφιάραου, ο οποίος πήρε μέρος στην εκστρατεία των Επτά επί Θήβας, υπό τον Πολυνείκη. Κατά την υποχώρηση του από τη Θήβα, ο Αμφιάραος καταδιωκόταν από το Θηβαίο στρατηγό Πολυκλύμενο. Όμως, ο Δίας, έριξε κεραυνό που άνοιξε χάσμα στη γη και κατάπιε το άρμα του Αμφιάραου.  

ΕΙΛΕΣΙΟΝ(στ. 499): Από την περιγραφή του Στράβωνα, φαίνεται πως βρισκόταν στην περιοχή της Τανάγρας· η ταύτιση της όμως είναι αβέβαιη.  

ΕΡΥΘΡΑΙΑ(στ. 499): Ανήκε στην περιοχή των Πλαταιών, όμως η ακριβή της θέση παραμένει άγνωστη. 

 ΕΛΕΩΝ (στ. 500): Σύμφωνα με τον Παυσανία, συνόρευε με την Τανάγρα· ταυτίζεται μ  έναν μυκηναϊκό οικισμό, κοντά στο ομώνυμο σημερινό χωριό και βρίσκεται στις πινακίδες της Γραμμικής Β΄ της Θήβας. 

 ΥΛΗ (στ. 500): Η μοναδική μας γνώση για της περιοχή (ή πόλη) αυτή, είναι άλλη μια αναφορά της που απαντάται στη ραψωδία Ε της Ιλιάδας, στο στ. 708 κ. ε., όπου αναφέρεται μα συνορεύει με τη λίμνη Κωπαΐδα και βρίσκεται στις πινακίδες της Γραμμικής Β΄ της Θήβας.

  ΠΕΤΕΩΝ(στ. 500) : Στην περιοχή της Θήβας, κοντά στο δρόμο προς την Ανθηδόνα, μας πληροφορεί ο Στράβων. Δεν υπάρχει όμως κάποια κατάλληλη τοποθεσία με την οποία μπορεί να γίνει ταύτιση. 

ΩΚΑΕΛΗ(στ. 501): Μοναδική μας πληροφορία για την Ωκαέλη, είναι ο Ύμνος προς τον Θεό Απόλλωνα (στ. 239-43), όπου ο θεός, διασχίζει τον ποταμό Κηφισό και περνά από την ‘’ Ωκαέλην πολύπυργον’’, πριν φτάσει στην Αλίαρτο38.   36 Παυσανίας Ελλάδος περιήγησις/ Βοιωτικά. 37G. S. Kirk, Ομήρου… ό. π., σελ. 328 38 G. S. Kirk, ό. π., σελ. 329.  26 

ΜΕΔΕΩΝ(στ. 501): Μια πόλη χτισμένη στα νότια της λίμνης Κωπαΐδας, κοντά στην Ογχηστό, σύμφωνα με τον Στράβωνα. Ταυτίζεται συνήθως με μια μυκηναϊκή ακρόπολη στη νοτιοδυτική όχθη της λίμνης Κωπαΐδας. Η περιγραφή της ως ‘’  ἐϋκτίμενον πτολίεθρον’’ (= καλοχτισμένη πόλη), δεν ταιριάζει σε αυτόν τον μικρό οικισμό. 

 ΚΩΠΑΙ( στ. 502): Στην πόλη αυτή οφείλει το όνομα της η λίμνη Κωπαΐδα. Βρισκόταν κοντά στις αρχαίες πόλεις Όλμωνες και Ύηττος (στην πόλη υπήρχε ιερό της Δήμητρας, του Διονύσου και ενός τοπικού θεού) 39. Βάσει των περιγραφών μπορούν να ταυτιστούν με τη σημερινή περιοχή Τοπόλια. 

 ΕΥΤΡΗΣΙΣ (στ. 502): Ήταν χτισμένη κοντά στις Θεσπιές και αναφέρεται στις πινακίδες της Γραμμικής Β΄ της Θήβας, όπως και τα ονόματα Ελεών και Ύλη, τα οποία προαναφέρονται40. Σύμφωνα με τη μυθολογία η πόλη χτίστηκε από τον Ζήθο και τον Αμφίονα πριν βασιλέψουν στη Θήβα· βάσει περιγραφών, έχει ταυτιστεί απόλυτα με το βόρειο άκρο της πεδιάδας των Λεύκτρων, νοτιοδυτικά των Θηβών. Η αρχαιολογική έρευνα έδειξε πως η πόλη κατοικείται από την νεολιθική εποχή. Άκμασε ιδιαίτερα στο τέλος της Μυκηναϊκής περιόδου οπότε και οχυρώνεται αντίστοιχα με τα σημαντικά κέντρα της εποχής. Λίγο πριν το τέλος της Μυκηναϊκής περιόδου εγκαταλείπεται για άγνωστους λόγους. Εποικίστηκε πάλι τον 6ο αιώνα από την γειτονική πόλη των Θεσπιών και η νέα πόλη επιβίωσε μέχρι τους Ρωμαϊκούς χρόνους 41. 

ΘΙΣΒΗ(στ. 502): Η ομώνυμη σημερινή πόλη, ταυτίζεται απόλυτα με την αρχαία, κάτι που έχει επιβεβαιωθεί από επιγραφές που ανακαλύφθηκαν στην περιοχή. Όπως αναφέρει ο Παυσανίας η πόλη πήρε την ονομασία της από την νύμφη Θίσβη42. Η πόλη αναφέρεται και από τον Στράβωνα στα Γεωγραφικά του43. Στη ραψωδία Β΄, την προσδιορίζει το επίθετο ‘’ πολυτρήρωνα’’ (=με πολλά περιστέρια), γεγονός που παρατηρείται στην περιοχή. 

 ΚΟΡΩΝΕΙΑ:  (στ. 503): Η Κορώνεια, ιδρύθηκε από τον Κορώνο, γιο του Θερσάνδρου και αδερφού του Αλίαρτου (Παυσανίας), και κατά άλλους από Βοιωτούς του Θεσσαλικού χωριού Άρνη, που διώχθηκαν από τους Θεσσαλούς. Την κατέλαβαν οι Βοιωτοί μετά τον Τρωικό πόλεμο·  39 Παυσανία, Ελλάδος Περιήγησις/ Βοιωτικά: Κωπῶν δὲ ἐν ἀριστερᾷ σταδίους προελθόντι ὡς δώδεκα εἰσὶν Ὄλμωνες, Ὀλμωνέων δὲ ἑπτά που στάδια Ὕηττος ἀφέστηκε κῶμαι νῦν τε οὖσαι καὶ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς  40 J. Latacz, Η Τροία και ο Όμηρος, Αθήνα, 2002, σελ: 331-333 41 Υπουργείο πολιτισμού, Ιστορία της Εύτρησης (http://odysseus.culture.gr).  42 Παυσανία Ελλάδος περιήγησίς/Βοιωτικά: Θίσβην δὲ λέγουσιν ἐπιχώριον εἶναι νύμφην, ἀφ' ἧς ἡ πόλις τὸ ὄνομα ἔσχηκεν. 43 Στράβων Γεωγραφικά βιβλίο ΙΧ,Β: ἡ δὲ Θίσβη Θίσβαι νῦν λέγονται, οἰκεῖται δὲ μικρὸν ὑπὲρ τῆς θαλάττης ὅμορον Θεσπιεῦσι τὸ χωρίον καὶ τῇ Κορωνειακῇ, ὑποπεπτωκὸς ἐκ τοῦ νοτίου μέρους τῷ Ἑλικῶνι καὶ αὐτό· ἐπίνειον δ´ ἔχει πετρῶδες περιστερῶν μεστόν 27 συνεπώς ο Στράβων τη συνδέει με τη παράδοση, σύμφωνα με την οποία οι Βοιωτοί εισέβαλαν στη Βοιωτία μόλις εξήντα χρόνια μετά την πτώση της Τροίας44

 ΑΛΙΑΡΤΟΣ (στ. 503): Αναφέρεται και αυτή η περιοχή στον Ύμνο στον Απόλλωνα(στ. 243) και αποτελούσε μεγάλο οικισμό δυτικά της σημερινής ομώνυμης κωμόπολης, από την μυκηναϊκή εποχή και εξής. Η πόλη ιδρύθηκε σύμφωνα με την μυθολογία από τον Αλίαρτο, απόγονο του Σίσυφου. Όπως αναφέρει ο Παυσανίας καταστράφηκε από τους Πέρσες – και συγκεκριμένα από τον Ξέρξη – κατά το πέρασμα τους από την Βοιωτία. Το επίθετο ποιήενθ΄, «χλοερός», δεν ταιριάζει στην περιοχή. 

ΠΛΑΤΑΙΑ (στ. 504): Πρόκειται για τις γνωστές μας, Πλαταιές, την οποία όμως ο Όμηρος και ο Ηρόδοτος μνημονεύουν ως Πλάταια, ενώ ο Θουκυδίδης, ο Στράβων και ο Παυσανίας με το όνομα Πλαταιαί. Βρισκόταν στα όρια της Αττικής, βόρεια του Κιθαιρώνα και δυτικά των αρχαίων Ερυθρών· μεταξύ του βουνού και του ποταμού Ασωπού, ο οποίος σχημάτιζε φυσικό σύνορο με την Θήβα. Τα ερείπια της αρχαίας πόλης βρίσκονται παρά την σημερινή κοινότητα Πλαταιές Βοιωτίας.  

ΓΛΙΣΑΣ (στ. 504): Μνημονεύεται από τον Ηρόδοτο και αποτελούσε πιθανόν πόλη κατά τον 5ο αι. Ο Στράβων την τοποθετεί κοντά στο όρος Ύπατο· η Τευμησσός, σύμφωνα με τον Παυσανία, απείχε μόλις 1,5 χλμ αλλά δεν αναφέρεται στον κατάλογο. 

 ΥΠΟΘΗΒΑΙ (στ. 505): Το όνομα Υποθήβαι, πιθανόν, δόθηκε στον οικισμό που σώθηκε γύρω από την Ακρόπολη, μετά την καταστροφή της Καδμείας πριν από την πυρπόληση της Τροίας, γεγονός που μαρτυρείται και από την ομηρική παράδοση (ραψωδία Δ, στ. 406). Ο Στράβων, αναφέρει ότι άλλοι δέχονταν ως Υποθήβες ξεχωριστή πόλη, την κάτω πόλη της Θήβας και ότι άλλοι δέχονταν πως ο Όμηρος αναφερόταν στις Ποτνίες. Στον Τρωικό πόλεμο δεν πήρε μέρος η Θήβα η οποία ήταν κατεστραμμένη, όπως και η ακρόπολη της Καδμεία, από τους Επιγόνους45. Όπως και να έχει όμως, φαίνεται πως το όνομα αυτό δεν διατηρήθηκε για πολύ μετά από την ανοικοδόμηση των ‘’ Θηβών’’. «Ο περιγραφικός λογότυπος ‘’ καλοχτισμένη πόλη’’, δεν εναρμονίζεται με την πολύ ταπεινή μορφή των Υποθηβών, αλλά φαίνεται ότι χρησιμοποιείται κάπως αυθαίρετα»46.

 ΟΓΧΗΣΤΟΣ (στ. 506): Στην πόλη υπήρχε μεγάλος ναός αφιερωμένος στον Ποσειδώνα που αποτέλεσε κέντρο της βοιωτικής Αμφικτυονίας, της Αμφικτυονίας της Ογχηστού, στην οποία   44 Θουκυδίδου Ιστορίαι, 1. 12: Και οι σημερινοί Βοιωτοί, εκδιωχθέντες το εξηκοστόν έτος μετά την άλωσιν  της Τροίας υπό των Θεσσαλών από την Άρνην, εγκατεστάθησαν εις την χώραν, η οποία σήμερον καλείται Βοιωτία, ενώ πρότερον εκαλείτο Καδμηϊς( Μετάφραση Ελευθερίου Βενιζέλου). 45 Στράβων, Γεωγραφικά (9,2,32): Τὸ δ᾽ οὕτω ῥηθέν «οἵ θ᾽ ὑπὸ Θήβας εἶχον» οἱ μὲν δέχονται πολείδιόν τι Ὑποθήβας καλούμενον, οἱ δὲ τὰς Ποτνίας· τὰς γὰρ Θήβας ἐκλελεῖφθαι διὰ τὴν τῶν Ἐπιγόνων στρατείαν καὶ μὴ μετασχεῖν τοῦ Τρωικοῦ πολέμου 46 G. S. Kirk, Ομήρου… ό. π. , σσ. 331. 28 συμμετείχαν οι πόλεις της Βοιωτίας 47. Εδώ εννοείται ειδικά το ιερό και όχι η παρακείμενη πόλη· μια, παράξενη θα λέγαμε, τελετή που πραγματοποιήθηκε εκεί, φανερώνει ότι το ιερό ήταν καθιερωμένο στα τέλη του 7ου και στις αρχές του 6ου αι.  

ΑΡΝΗ (στ. 507) : Η θέση της ήταν και παραμένει άγνωστη· το αρχαίο όνομα της πόλης είναι Άρνη, από την ομώνυμη θυγατέρα του Αιόλου όπως μας αναφέρει ο αρχαίος περιηγητής Παυσανίας στα Βοιωτικά του και συνεχίζει να μας λέει ότι η νεότερη ονομασία της πόλης οφείλεται, στο επώνυμο του άρχοντα της Χαιρώνειας «ΧΑΙΡΩΝΑ» (εντυπωσιακή παράλειψη αποτελεί από τον κατάλογο η ονομασία της Χαιρώνειας). Αυτός ο ισχυρισμός όμως δεν είναι πολύ πιθανός. Ο Στράβων υποθέτει ότι καλύφθηκε από τη λίμνη Κωπαΐδα, όπως και η Μίδεια. 

ΜΙΔΕΙΑ (στ. 507) : Είναι και αυτή πολυσυζητημένη, όπως η Άρνη. Σύμφωνα με τον Παυσανία είναι η αρχαία ονομασία της Λιβαδειάς, η απουσία της οποίας είναι επίσης σημαντική. Ο Στράβωνας υποστηρίζει ότι καταποντίστηκε. 

 ΝΙΣΑ (στ. 508): Ο Στράβωνας υποστηρίζει ότι δεν υπάρχουν ίχνη της στη Βοιωτία (παραθέτοντας από τον Απολλόδωρο ο οποίος είχε συγγράψει πραγματεία για τους τόπους του καταλόγου. Το επίθετο της ‘’ζαθέην’’, ιερή δηλαδή, αν δεν πρόκειται για μετρικούς λόγους, τείνει να συνδεθεί με τη Νύσα, περιοχή στην οποία θεωρούσαν ότι σύχναζε ο Διόνυσος. 

ΑΝΘΗΔΩΝ (στ. 508) :  Έχει ταυτιστεί με βεβαιότητα, βάσει επιγραφών, με το σημερινό Μανδράκι, βόρεια του Ευρίπου. Στον κατάλογο έχει το προσωνύμιο «εσχατόωσαν» που σημαίνει η πιο απομακρυσμένη από γεωγραφικής άποψης (στα σύνορα), πόλη των Βοιωτών προς τον βόρειο Ευβοϊκό κόλπο.

    

ΜΥΚΗΝΑΪΚΗ ΑΚΡΟΠΟΛΗ ΚΩΠΑΪΔΑΣ 1300 π.Χ.


ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ Αρκετές από τις περιοχές που περιγράφονται, είναι μάλλον ελάσσονες, ενώ παραλείπονται σημαντικοί τόποι σε μια επισκόπηση που, προφανώς, επιδίωκε την πληρότητα. Πέραν της περιτειχισμένης Μυκηναϊκής ακρόπολης του Γλα στη λίμνη Κωπαΐδα (αν δεν μιλούμε για την Άρνη, τη Μίδεια ή τη Νίσα, πράγμα που είναι απίθανο), δεν γίνεται αναφορά στην Τανάγρα, τη Χαιρώνεια και τη Λιβαδειά, πολύ σημαντικές πόλεις στην αρχαϊκή και την κλασική περίοδο με επιβεβαιωμένο μυκηναϊκό παρελθόν.

Νέα σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα στη μυκηναϊκή ακρόπολη του Γλα Βοιωτίας

 Θα περιμέναμε σίγουρα, να είχε συμπεριληφθεί η Κρεύσιδα στο λιμάνι, καθώς και η Τευμησσός με τις Αλαλκομένες, τοποθεσίες πολύ γνωστές για τη μυθολογική λατρευτική τους παράδοση. Η παράλειψη της Χαιρώνειας και της Λιβαδειάς (στα σύνορα με τη Φωκίδα), αλλά κυρίως της Τανάγρας, αποτελεί μείζον πρόβλημα. Η παράλειψη της Τανάγρας λοιπόν, ανάγεται στους σκοτεινούς αιώνες; Κάτι πιο εύλογο, είναι πως ο κατάλογος δεν αποτελεί μιας μοναδικής και συστηματικής καταλογογράφησης, αλλά συντέθηκε μάλλον τυχαία· τον απαρτίζουν διάφορες διάσπαρτες πληροφορίες που αντλήθηκαν από την πλούσια προφορική                      47 Στράβωνα, Γεωγραφικά, βιβλίο ΙΧ 29 παράδοση μυθολογικού, λατρευτικού, πολιτικού ή γενεαλογικού χαρακτήρα48. Ο Kirk θεωρεί πως υπάρχει ένα ποσοστό παρατηρήσεων έως και μυθοπλασίας. Πιστεύει πως είναι ύποπτη η τριάδα Άρνη, Μίδεια και Νίσα, καθώς η πρώτη αποτέλεσε σημείο που σύμφωνα με τον Θουκυδίδη (1,12,3), ξεκίνησαν οι Βοιωτοί.  Στίχος 496: «Παρά το αρχικό ανοδικό τρίπτυχο στίχο 494, ο κατάλογος θεμελιώνει πλέον το κυρίαρχο σχήμα αυστηρά δίπτυχων και τετράπτυχων στίχων, στο οποίο προσαρμόζονται με τη μεγαλύτερη δυνατή ευκολία τα περισσότερα τοπωνύμια. Εξαίρεση αποτελούν οι στίχοι 558, 572, 592, 609, 653, 673, 677, 685, 691, 703, 726, 714 και ίσως 542, 618, 654, 671»49 Τα αρχαία σχόλια των καταλόγων, δεν προσφέρουν πολλές πληροφορίες, καθώς συχνά δεν αναφέρουν τίποτε παραπάνω από ένα φανταστικό όνομα του ιδρυτή μιας πόλης. 

Ο Αρίσταρχος και άλλοι αρχαίοι κριτικοί, παρ’ όλες τις παραλείψεις και τις ασάφειες, δέχονταν ως γνήσιος και θαύμαζαν για την πληρότητα και την ποικιλία, τόσο τον αχαϊκό όσο και τον τρωικό κατάλογο. Ελάχιστα χειρόγραφα και τουλάχιστον ένας πάπυρος παραλείπουν τους δύο καταλόγους, ενώ άλλα τρία χειρόγραφα τους παραθέτουν μετά το τέλος της ραψωδίας Ω (πρβ. Έκδοση της Οξφόρδης και Erbse Ι 288).  Η εναλλαγή του τύπου ἐνέμοντο, που μαζί με τον εἶχον και το ἔναιον εκφράζουν την έννοια του ‘’ κατοικούσαν σε’’, γίνεται κυρίως για λόγους μετρικής ευελιξίας και όχι μόνο για ποικιλία και διακόσμηση. 

 Στίχοι 497-8: Εδώ, γίνεται μνεία τριών τοπωνυμίων, στο τελευταίο εκ των οποίων προστίθεται ένα επίθετο· τα δύο τοπωνύμια που δεν έχουν προσδιορισμό βρίσκονται στο πρώτο ημιστίχιο, ενώ το τρίτο με το επίθετο του στο δεύτερο ημιστίχιο. Πάντως δε θα πρέπει να περιμένουμε πως το επίθετο είναι απαραίτητα κατατοπιστικό ή εύστοχο.  Στίχοι 499-500: Και εδώ υπάρχουν τρία τοπωνύμια σε κάθε στίχο, αλλά με διαφορετική διάταξη για αποφυγή της μονοτονίας. Στίχος 501: Η φράση ἐυκτίμενον πτολίεθρον καταλαμβάνει το δεύτερο ημιστίχιο, Όπως είδαμε παραπάνω, δεν αντιστοιχεί στην περιορισμένη έκταση της περιοχής. 

 Στίχος 502: Παρατηρείται το ίδιο σχήμα των στίχων 497-8. Είναι πολύ πιθανό ο Ζηνόδοτος α έγραψε Μέσση αντί για Θίσβη συγχέοντας τον εν λόγω στίχο με τον 582, όπου απαντούμε ξανά το ‘’ πολυτρήρωνα’’. Η Θίσβη είναι η βοιωτική πόλη, ενώ η Μέσση πιθανόν μια άσημη λακεδαιμονιακή. Στίχος 504: Τα ρήματα ἔχον και ἐνέμοντο, με τη σημασία του ‘’κατοικώ’’ απαντούν στον ίδιο στίχο.  48 G. S. Kirk, .ὀ. π., σελ. 333.  49 G. S. Kirk, ό. π. , σελ. 334. 30 Στίχος 505: Μια ακόμη φορά παρατηρούμε ‘’ καλοχτισμένη πόλη’’ (ἐυκτίμενον πτολίεθρον), ένα επίθετο που ούτε σ’ αυτήν την περίπτωση είναι εύστοχο, όπως και στου Μεδεώνα στο στίχο 501.

 Το τοπωνύμιο Υποθήβες, αναφέρεται πιθανότατα στον οικισμό γύρω από την Ακρόπολη, μετά την καταστροφή της Καδμείας, ο οποίος σώθηκε από την επίθεση των Επιγόνων. Σίγουρα, πρόκειται για προάστιο ή για τα ερείπια μιας ερημωμένης πόλης και όχι για κάποια καλοχτισμένη πόλη. Στίχος 506:  Όπως αναφέρει ο Kirk, το ιερό του Ποσειδώνα στην Ογχηστό φημιζόταν για μια παράξενη τελετουργία που περιγράφεται στον ομηρικό Ύμνο στο θεό Απόλλωνα. Πουλάρια που είχαν μόλις εκπαιδευτεί έπρεπε να τραβήξουν χωρίς αναβάτες μέσα στο ιερό άλσος κι όποιο διαλυόταν έμενε εκεί ως αφιέρωμα στο θεό.

 Στίχος 507-8: Ο Ζηνόδοτος στα σχόλια του έγραψε  ΄Ασκρην και όχι  ΄Αρνην, πιθανόν γιατί δυσκολεύτηκε να εντοπίσει τη δεύτερη. Από την άλλη όμως δεν είναι απίθανο να αναφέρεται στην Άσκρα, δεδομένου ότι στην περιοχή αυτή, καλλιεργούσαν αμπέλια, όπως αναφέρει ο Αρίσταρχος (Έργα, στ. 609-14). Σχετικά με τη Μίδεια και τη Νίσα, έχει γίνει αναφορά στα αντίστοιχα λήμματα παραπάνω. Υπάρχει και η Νίσαια στην περιοχή της Μεγαρίδας (προφανώς παραλείπεται σκοπίμως από τον κατάλογο)50· δύσκολα όμως θα αναφερόταν σε αυτήν η Νίσα του καταλόγου. Αντιθέτως η Ανθηδόνα, υπήρξε λιμάνι βόρεια του Εύριπου.

 

Εδώ βλέπουμε τον Νεοπτόλεμο να σκοτώνει τον Ευρύπυλο τον γιό του Τηλέφου. Ένας Αττικός ερυθρόμορφος αμφορέας του ζωγράφου του Αντιμένους που χρονολογείται από το 510 πΧ και βρίσκεται στο μουσείο Martin von Wagner.

 Στο αντίπαλο των Αχαιών στρατόπεδο, ο Πρίαμος ένιωθε στριμωγμένος. Οι πιο γενναίοι από τους γιους του ήταν νεκροί. Νεκροί και οι πιο αξιόλογοι από τους συμμάχους του. Με τον γενναίο ανιψιό ή εγγονό του, Ευρύπυλο, να βρίσκεται στην Τευθρανία εξουδετερωμένος από την υπόσχεση που ο πατέρας του, Τήλεφος, είχε δώσει στους Αχαιούς. Έχει αναφερθεί το πώς πληγώθηκε από το δόρυ του Αχιλλέα ο Τήλεφος αλλά και πώς θεραπεύτηκε. Ως συγγενής του Πριάμου, είχε αρνηθεί να συμπράξει με τους Αχαιούς εναντίον της Τροίας αλλά τους είχε υποσχεθεί ότι αυτός και οι δικοί του θα κρατούσαν ουδετερότητα. Γυναίκα του ήταν η αδελφή του Πριάμου, Αστυόχη, ή η κόρη του, Λαοδίκη. Και γιος τους ήταν ο γενναίος και πανέμορφος Ευρύπυλος. Τον οποίο Ευρύπυλο, η μάνα του με κανένα τρόπο δεν άφηνε να πάει στην Τροία, οχυρωμένη πίσω από τον όρκο του άνδρα της.Μάταια, ο Πρίαμος προσπαθούσε να την πείσει. Ώσπου του ήρθε η φαεινή ιδέα. Ο παππούς του, Ίλος Β’, είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του, τον Τρώα, εκείνο το χρυσό κλήμα με τα χρυσά σταφύλια, έργο του Ήφαιστου και δώρο του Δία, σε αντάλλαγμα για την αρπαγή του Γανυμήδη. Το κομψοτέχνημα βρισκόταν πια στην κατοχή του Πριάμου που καλά γνώριζε ότι η μητέρα του Ευρύπυλου πολύ το ήθελε. Της το υποσχέθηκε με τον όρο να του στείλει τον Ευρύπυλο να πολεμήσει ως σύμμαχός του. Σαν άλλη Εριφύλη, η Αστυόχη ή Λαοδίκη δέχτηκε. Κι επειδή μια μάνα είναι πολύ δύσκολο να δωροδοκηθεί σε βάρος του γιου της, ειπώθηκε ότι δεν επρόκειτο για τη μάνα του αλλά για την γυναίκα του, όπως και η Εριφύλη ήταν γυναίκα του Αμφιάραου (άσχετα με το ότι η Εριφύλη αργότερα δωροδοκήθηκε και για να πείσει και τον γιο της, Αλκμέωνα).Οπωσδήποτε, ο Ευρύπυλος βρέθηκε στην Τρωάδα κι αποδείχτηκε κινούμενος όλεθρος. Ο ηγέτης των Βοιωτών, Πηνέλεος, ο ξακουστός για την ομορφιά του βασιλιάς της Σύμης, Νιρέας, κι ο Μαχάονας (που όμως είχε σκοτωθεί από την Αμαζόνα Πενθεσίλεια) ήταν μερικοί από τους Αχαιούς που αφάνισε. Οι Τρώες βρήκαν στο πρόσωπό του τον άξιο υπερασπιστή της πατρίδας τους. Όμως, στο στρατόπεδο των Αχαιών είχε καταφθάσει ο Νεοπτόλεμος. Πρώτη ενέργεια του Οδυσσέα ήταν να του παραδώσει τα μοιραία εκείνα όπλα του πατέρα του, αυτά για τα οποία ο Αίαντας είχε οδηγηθεί στον τάφο. Ο γιος του Αχιλλέα έγινε το καμάρι των Αχαιών. Και για την παλικαριά του και για το μυαλό του. Όση καταστροφή επέφερε στους Αχαιούς ο Ευρύπυλος, τόσο θανατικό σκορπούσε στους Τρώες ο Νεοπτόλεμος. Μοιραία, τα δυο παλικάρια έφτασαν στη μονομαχία. Το δόρυ του Νεοπτόλεμου, το ίδιο εκείνο δόρυ από μελιά που ο κένταυρος Χείρωνας είχε χαρίσει στον Πηλέα κι εκείνος είχε δωρίσει στον γιο του, Αχιλλέα, το δόρυ του οποίου η σκουριά είχε θεραπεύσει τον Τήλεφο, διαπέρασε το κορμί του Ευρύπυλου που έπεσε νεκρός, σκορπώντας θλίψη στους Τρώες και χαρά στους Αχαιούς.

 

 Ο προσδιορισμός της είναι ‘’  ἐσχατόωσαν’’, μια λέξη που πιθανόν η σημασία της είναι συγκεκριμένη, εφόσον η Ανθηδόνα βρισκόταν στα σύνορα Βοιωτίας και Λοκρίδας( τελευταία κυριολεκτικά στη Βοιωτία). Ο τύπος αυτός, είναι τεχνητός, όμως αυτό δε σημαίνει ότι αποτελεί μεθομηρικό σχηματισμό. Στίχοι 509-10: Όπως έχει ήδη αναφερθεί, οι Βοιωτοί είχαν 50 πλοία, αριθμό που ξεπερνούσαν το Άργος, η Πύλος, η Λακεδαίμονα, οι Μυκήνες, ακόμη και οι Αρκάδες και οι Κρητικοί. 

Το μόνο διαφοροποιητικό στοιχείο, είναι πως σε κάθε πλοίο επέβαιναν 120 άνδρες τουλάχιστον51. Ο Θουκυδίδης υποστηρίζει πως αυτό γίνεται με σκοπό να δηλωθεί το ελάχιστο με μέγιστο πλήρωμα. Συνεπώς ο στόλος του Φιλοκτήτη είναι ένας από τους μικρότερους.

 Είναι όμως πολύ πιθανόν, οι 50 άνδρες να είναι ο συνηθισμένος αριθμός ενός πληρώματος52, ενώ ο αριθμός 120 να είναι ακόμη μια υπερβολή υπέρ των Βοιωτών. Οι αρχαίοι σχολιαστές περιορίζονται στις απόψεις και στις εικασίες του Θουκυδίδη ή στη Φοινικική καταγωγή των Βοιωτών, καθώς οι Φοίνικες ήταν περίφημοι για το ναυτικό τους. Ακόμη και υπό αυτές τις προϋποθέσεις, τους οπλίτες των Βοιωτών (50 x  120=6,000), ξεπερνούν αυτοί του Αγαμέμνονα. 

Το στράτευμα του θεωρείται πολυπληθέστερο, καθώς διέθετε 100 πλοία και το καθένα πρέπει να μετέφερε περισσότερους από 60 στρατιώτες (στ. 577).   50 Στράβωνα, Γεωγραφικά, βιβλίο ΙΧ : ἡ δὲ Νίσαια ἐπίνειόν ἐστιν τῶν Μεγάρων δεκαοκτὼ σταδίους τῆς πόλεως διέχον, σκέλεσιν ἑκατέρωθεν συναπτόμενον πρὸς αὐτήν· ἐκαλεῖτο δὲ καὶ τοῦτο Μινώια. 51 Αυτή η πληροφορία δίδεται ακόμη μια φορά στη ραψωδία Π στο στίχο 169 κ.ε., όπου αναφέρεται ότι στα πλοία του Φιλοκτήτη υπήρχαν 50 άνδρες καθώς επίσης και στου Αχιλλέα. 52 Πρβ. τη λέξη ‘’πεντηκότερος’’, δηλαδή πλοίο με 50 κωπηλάτες .

Αποθέωσης Ομήρου 

ΟΜΗΡΟΥ ΙΛΙΑΔΑ, το αρχαίο κείμενο και μεταφράσεις

Ὄνειρος. Διάπειρα. Βοιωτία ἢ κατάλογος νεῶν (Η επίσκεψη του Ονείρου - Η δοκιμασία του στρατού - Ο κατάλογος των πλοίων)

μετάφραση Ι. Πολυλά

Όλοι κοιμώντ' ολονυκτίς θεοί και πολεμάρχοι,

Β 002εὗδον παννύχιοι, Δία δ’ οὐκ ἔχε νήδυμος ὕπνος, Β 002αλλ' ύπνος δεν κατέβαινε στα μάτια του Κρονίδη

Β 003ἀλλ’ ὅ γε μερμήριζε κατὰ φρένα ὡς Ἀχιλῆα Β 003κι εμεριμνούσε πώς τιμήν να δώσει του Αχιλλέως

Β 004τιμήσῃ, ὀλέσῃ δὲ πολέας ἐπὶ νηυσὶν Ἀχαιῶν. Β 004και αφανισμόν των Αχαιών να φέρει εκεί στα πλοία·

Β 005ἧδε δέ οἱ κατὰ θυμὸν ἀρίστη φαίνετο βουλή, Β 005και τούτ' η συμφερώτερη βουλή στον νουν του εφάνη

Β 006πέμψαι ἐπ’ Ἀτρεΐδῃ Ἀγαμέμνονι οὖλον ὄνειρον· Β 006να στείλει πλάνον Όνειρον ευθύς εις τον Ατρείδην,

Β 007καί μιν φωνήσας ἔπεα πτερόεντα προσηύδα· Β 007κι εκείνον επροσφώνησε με λόγια φτερωμένα:

Β 008«βάσκ’ ἴθι οὖλε ὄνειρε θοὰς ἐπὶ νῆας Ἀχαιῶν· Β 008«Όνειρε πλάνε, στα γοργά των Αχαιών καράβια

Β 009ἐλθὼν ἐς κλισίην Ἀγαμέμνονος Ἀτρεΐδαο Β 009κατέβα, του Αγαμέμνονος μες στην σκηνήν του Ατρείδη,

Β 010πάντα μάλ’ ἀτρεκέως ἀγορευέμεν ὡς ἐπιτέλλω· Β 010όλ' απαράλλακτα να ειπείς αυτά που σε προστάζω.

Β 011θωρῆξαί ἑ κέλευε κάρη κομόωντας Ἀχαιοὺς Β 011Των ανδρειωμένων Αχαιών τα πλήθη ας αρματώσει

Β 012πανσυδίῃ· νῦν γάρ κεν ἕλοι πόλιν εὐρυάγυιαν Β 012όλα, και τώρα θα 'παιρνε την πόλιν του Πριάμου,

Β 013Τρώων· οὐ γὰρ ἔτ’ ἀμφὶς Ὀλύμπια δώματ’ ἔχοντες Β 013που πλέον δεν διχογνωμούν οι κάτοικοι του Ολύμπου,

Β 014ἀθάνατοι φράζονται· ἐπέγναμψεν γὰρ ἅπαντας Β 014αφού τους παρακάλεσεν η Ήρα κι εσυγκλίναν

Β 015Ἥρη λισσομένη, Τρώεσσι δὲ κήδε’ ἐφῆπται.» Β 015και πόνου ώρα κρέμαται στην κεφαλήν των Τρώων».

Β 016Ὣς φάτο, βῆ δ’ ἄρ’ ὄνειρος ἐπεὶ τὸν μῦθον ἄκουσε· Β 016Άμα τον λόγον άκουσε, στων Αχαιών τα πλοία

Β 017καρπαλίμως δ’ ἵκανε θοὰς ἐπὶ νῆας Ἀχαιῶν, Β 017εχύθη ευθύς ο Όνειρος, μες στην σκηνήν του Ατρείδη

Β 018βῆ δ’ ἄρ’ ἐπ’ Ἀτρεΐδην Ἀγαμέμνονα· τὸν δὲ κίχανεν Β 018και σ' ύπνον μέσ' αμβρόσιον τον ήβρε βυθισμένον·

Β 019εὕδοντ’ ἐν κλισίῃ, περὶ δ’ ἀμβρόσιος κέχυθ’ ὕπνος. Β 019στην κεφαλήν του εστήθηκεν επάνω και ομοιώθη

Β 020στῆ δ’ ἄρ’ ὑπὲρ κεφαλῆς Νηληΐῳ υἷι ἐοικώς Β 020του Νηλείδη Νέστορος, που εκείνον ο Ατρείδης

Β 021Νέστορι, τόν ῥα μάλιστα γερόντων τῖ’ Ἀγαμέμνων· Β 021από τους άλλους γέροντες εξαίρετα ετιμούσε.

Β 022τῷ μιν ἐεισάμενος προσεφώνεε θεῖος ὄνειρος· Β 022Μ' αυτόν ο θείος Όνειρος ομοιώθη και του είπε:

Β 023«εὕδεις Ἀτρέος υἱὲ δαΐφρονος ἱπποδάμοιο· Β 023« Κοιμάσ, υιέ του ανδράγαθου του πολεμάρχου Ατρέως;

Β 024οὐ χρὴ παννύχιον εὕδειν βουληφόρον ἄνδρα Β 024Και να κοιμάται ολονυκτίς δεν πρέπει ο βουληφόρος,

Β 025ᾧ λαοί τ’ ἐπιτετράφαται καὶ τόσσα μέμηλε· Β 025που σ' αυτόν κρέμονται οι λαοί και έχει φροντίδες τόσες·

Β 026νῦν δ’ ἐμέθεν ξύνες ὦκα· Διὸς δέ τοι ἄγγελός εἰμι, Β 026τώρ,' άκουσέ με· μηνυτήν σ' εσέ με στέλνει ο Δίας

Β 027ὃς σεῦ ἄνευθεν ἐὼν μέγα κήδεται ἠδ’ ἐλεαίρει. Β 027που και μακράν σε συμπονεί πολύ και σ' ελεείται.

Β 028θωρῆξαί σε κέλευσε κάρη κομόωντας Ἀχαιοὺς Β 028Τους ανδρειωμένους Αχαιούς σου λέγει ν' αρματώσεις

Β 029πανσυδίῃ· νῦν γάρ κεν ἕλοις πόλιν εὐρυάγυιαν Β 029όλους· και τώρα θα 'παιρνες την πόλιν του Πριάμου,

Β 030Τρώων· οὐ γὰρ ἔτ’ ἀμφὶς Ὀλύμπια δώματ’ ἔχοντες Β 030που πλέον δεν διχογνωμούν οι κάτοικοι του Ολύμπου,

Β 031ἀθάνατοι φράζονται· ἐπέγναμψεν γὰρ ἅπαντας Β 031αφού τους παρακάλεσεν η Ήρα κι εσυγκλίναν,

Β 032Ἥρη λισσομένη, Τρώεσσι δὲ κήδε’ ἐφῆπται Β 032και ο Δίας κρέμασ' όλεθρον στην κεφαλήν των Τρώων.

Β 033ἐκ Διός· ἀλλὰ σὺ σῇσιν ἔχε φρεσί, μηδέ σε λήθη Β 033Αυτό στον νουν σου φύλαξε, να μη το λησμονήσεις

Β 034αἱρείτω εὖτ’ ἄν σε μελίφρων ὕπνος ἀνήῃ.» Β 034όταν ο ύπνος ο γλυκύς τα μέλη σου θ' αφήσει».

Β 035Ὣς ἄρα φωνήσας ἀπεβήσετο, τὸν δὲ λίπ’ αὐτοῦ Β 035Είπε και αυτού τον άφησε να έχει μες στον νουν του

Β 036τὰ φρονέοντ’ ἀνὰ θυμὸν ἅ ῥ’ οὐ τελέεσθαι ἔμελλον· Β 036εκείνα που αληθινά δεν έμελλαν να γίνουν·

Β 037φῆ γὰρ ὅ γ’ αἱρήσειν Πριάμου πόλιν ἤματι κείνῳ Β 037να πάρει εθάρρευε ο τυφλός εκείνην την ημέραν

Β 038νήπιος, οὐδὲ τὰ ᾔδη ἅ ῥα Ζεὺς μήδετο ἔργα· Β 038την Τροίαν και δεν γνώριζε τι μελετούσε ο Δίας,

Β 039θήσειν γὰρ ἔτ’ ἔμελλεν ἐπ’ ἄλγεά τε στοναχάς τε Β 039πόμελλε ακόμη στεναγμούς και πόνους να γεννήσει

Β 040Τρωσί τε καὶ Δαναοῖσι διὰ κρατερὰς ὑσμίνας. Β 040των Τρώων και των Δαναών με φοβερούς πολέμους.

Β 041ἔγρετο δ’ ἐξ ὕπνου, θείη δέ μιν ἀμφέχυτ’ ὀμφή· Β 041Εξύπνησε που έπλεε τριγύρ' ο θείος λόγος.

Β 042ἕζετο δ’ ὀρθωθείς, μαλακὸν δ’ ἔνδυνε χιτῶνα Β 042Εκάθισε και μαλακόν επέρασε χιτώνα,

Β 043καλὸν νηγάτεον, περὶ δὲ μέγα βάλλετο φᾶρος· Β 043εύμορφον, νέον, κι έβαλε μεγάλο επανωφόρι,

Β 044ποσσὶ δ’ ὑπὸ λιπαροῖσιν ἐδήσατο καλὰ πέδιλα, Β 044στα λαμπρά πόδια σάνδαλα προσέδεσεν ωραία,

Β 045ἀμφὶ δ’ ἄρ’ ὤμοισιν βάλετο ξίφος ἀργυρόηλον· Β 045ξίφος αργυροκάρφωτον εζώσθη και το σκήπτρον

Β 046εἵλετο δὲ σκῆπτρον πατρώϊον ἄφθιτον αἰεὶ Β 046προγονικό του κι άφθαρτον επήρε και μ' εκείνο

Β 047σὺν τῷ ἔβη κατὰ νῆας Ἀχαιῶν χαλκοχιτώνων· Β 047των χαλκοφόρων Αχαιών επήγε στα καράβια.

Β 048Ἠὼς μέν ῥα θεὰ προσεβήσετο μακρὸν Ὄλυμπον, Β 048Άμα η θεά στον Όλυμπον Ηώς ανεβασμένη

Β 049Ζηνὶ φόως ἐρέουσα καὶ ἄλλοις ἀθανάτοισιν· Β 049του Δία και όλων των θεών το φως επρομηνούσε,

Β 050αὐτὰρ ὃ κηρύκεσσι λιγυφθόγγοισι κέλευσε Β 050τους ψηλοφώνους κήρυκες επρόσταζεν εκείνος

Β 051κηρύσσειν ἀγορὴν δὲ κάρη κομόωντας Ἀχαιούς· Β 051τους ανδρειωμένους Αχαιούς στην σύνοδο να κράξουν.

Β 052οἳ μὲν ἐκήρυσσον, τοὶ δ’ ἠγείροντο μάλ’ ὦκα· Β 052Εκείνοι εκράξαν και γοργά συνάζοντο τα πλήθη.

Β 053Βουλὴν δὲ πρῶτον μεγαθύμων ἷζε γερόντων Β 053Και πρώτα εκάθισε βουλήν των σεβαστών γερόντων,

Β 054Νεστορέῃ παρὰ νηῒ Πυλοιγενέος βασιλῆος· Β 054όπου της Πύλου ο βασιλιάς το πλοίον είχε, ο Νέστωρ.

Β 055τοὺς ὅ γε συγκαλέσας πυκινὴν ἀρτύνετο βουλήν· Β 055Κι έστρωσ' εμπρός τους βούλημα σοφό που εβρήκε ο νους του:

Β 056«κλῦτε φίλοι· θεῖός μοι ἐνύπνιον ἦλθεν ὄνειρος Β 056«Ακούσετέ με, αγαπητοί· μες στην αγίαν νύκτα

Β 057ἀμβροσίην διὰ νύκτα· μάλιστα δὲ Νέστορι δίῳ Β 057ο θείος μ' ήβρεν Όνειρος και είχε του γενναίου

Β 058εἶδός τε μέγεθός τε φυήν τ’ ἄγχιστα ἐῴκει· Β 058Νέστορος το ανάστημα, την πλάση και την όψη·

Β 059στῆ δ’ ἄρ’ ὑπὲρ κεφαλῆς καί με πρὸς μῦθον ἔειπεν· Β 059στην κεφαλήν μου εστάθηκεν επάνω και μου είπε:

Β 060εὕδεις Ἀτρέος υἱὲ δαΐφρονος ἱπποδάμοιο· Β 060«Κοιμάσ' υιέ του ανδράγαθου, του πολεμάρχου Ατρέως;

Β 061οὐ χρὴ παννύχιον εὕδειν βουληφόρον ἄνδρα, Β 061Και να κοιμάται ολονυκτίς δεν πρέπει ο βουληφόρος

Β 062ᾧ λαοί τ’ ἐπιτετράφαται καὶ τόσσα μέμηλε· Β 062που σ' αυτόν κρέμονται οι λαοί κι έχει φροντίδες τόσες·

Β 063νῦν δ’ ἐμέθεν ξύνες ὦκα· Διὸς δέ τοι ἄγγελός εἰμι, Β 063τώρ' άκουσέ με· μηνυτήν σ' εσέ με στέλνει ο Δίας

Β 064ὃς σεῦ ἄνευθεν ἐὼν μέγα κήδεται ἠδ’ ἐλεαίρει· Β 064που και μακράν σε συμπονεί πολύ και σ' ελεείται·

Β 065θωρῆξαί σε κέλευσε κάρη κομόωντας Ἀχαιοὺς Β 065τους ανδρειωμένους Αχαιούς σου λέγει ν' αρματώσεις

Β 066πανσυδίῃ· νῦν γάρ κεν ἕλοις πόλιν εὐρυάγυιαν Β 066όλους· και τώρα θα 'παιρνες την πόλιν του Πριάμου

Β 067Τρώων· οὐ γὰρ ἔτ’ ἀμφὶς Ὀλύμπια δώματ’ ἔχοντες Β 067που πλέον δεν διχογνωμούν οι κάτοικοι του Ολύμπου,

Β 068ἀθάνατοι φράζονται· ἐπέγναμψεν γὰρ ἅπαντας Β 068αφού τους παρακάλεσεν η Ήρα κι εσυγκλίναν

Β 069Ἥρη λισσομένη, Τρώεσσι δὲ κήδε’ ἐφῆπται Β 069και ο Δίας όλεθρον κρεμά στην κεφαλήν των Τρώων.

Β 070ἐκ Διός· ἀλλὰ σὺ σῇσιν ἔχε φρεσίν· ὣς ὃ μὲν εἰπὼν Β 070Τούτα στον νουν σου φύλαξε». Είπεν αυτά κι εχάθη,

Β 071ᾤχετ’ ἀποπτάμενος, ἐμὲ δὲ γλυκὺς ὕπνος ἀνῆκεν. Β 071κι εμέν' ο ύπνος άφησε· τώρ' ας εβρούμε τρόπον

Β 072ἀλλ’ ἄγετ’ αἴ κέν πως θωρήξομεν υἷας Ἀχαιῶν· Β 072πώς να πεισθούν ν' αρματωθούν και πρώτα, ως θέλ' η ανάγκη,

Β 073πρῶτα δ’ ἐγὼν ἔπεσιν πειρήσομαι, ἣ θέμις ἐστί, Β 073για να τους δοκιμάσω εγώ θα τους ειπώ να φύγουν

Β 074καὶ φεύγειν σὺν νηυσὶ πολυκλήϊσι κελεύσω· Β 074με τα γοργά καράβια τους και σεις απ' άλλο μέρος

Β 075ὑμεῖς δ’ ἄλλοθεν ἄλλος ἐρητύειν ἐπέεσσιν.» Β 075με νουθεσίες όλοι σας θα τους κρατείτε οπίσω».

Β 076Ἤτοι ὅ γ’ ὣς εἰπὼν κατ’ ἄρ’ ἕζετο, τοῖσι δ’ ἀνέστη Β 076Αυτά είπε κι εκάθισε και ο Νέστωρ εσηκώθη

Β 077Νέστωρ, ὅς ῥα Πύλοιο ἄναξ ἦν ἠμαθόεντος, Β 077ο γέρος που εβασίλευεν εις την αμμώδη Πύλον·

Β 078ὅ σφιν ἐὺ φρονέων ἀγορήσατο καὶ μετέειπεν· Β 078κι είπε καλοπροαίρετα: « Ω φίλοι πολεμάρχοι,

Β 079«ὦ φίλοι Ἀργείων ἡγήτορες ἠδὲ μέδοντες Β 079ω των Αργείων αρχηγοί, αν τ' όνειρον απ' άλλον

Β 080εἰ μέν τις τὸν ὄνειρον Ἀχαιῶν ἄλλος ἔνισπε Β 080των Αχαιών ακούαμεν, θα λέγαμε πως είναι

Β 081ψεῦδός κεν φαῖμεν καὶ νοσφιζοίμεθα μᾶλλον· Β 081μύθος να τ' αψηφήσωμεν· αλλά το είπε ο πρώτος,

Β 082νῦν δ’ ἴδεν ὃς μέγ’ ἄριστος Ἀχαιῶν εὔχεται εἶναι· Β 082ο υπέρτατος των Αχαιών, κι ελάτε ας κινηθούμε,

Β 083ἀλλ’ ἄγετ’ αἴ κέν πως θωρήξομεν υἷας Ἀχαιῶν.» Β 083αν γίνεται, να οπλίσομεν των Αχαιών τα πλήθη».

Β 084Ὣς ἄρα φωνήσας βουλῆς ἐξῆρχε νέεσθαι, Β 084Είπε κι εβγήκε απ' την βουλήν πρώτος αυτός κι οι άλλοι

Β 085οἳ δ’ ἐπανέστησαν πείθοντό τε ποιμένι λαῶν Β 085εις του ποιμένος των λαών τον λόγον υπακούσαν

Β 086σκηπτοῦχοι βασιλῆες· ἐπεσσεύοντο δὲ λαοί. Β 086οι σκηπτροφόροι βασιλείς κι ετάραξαν τα πλήθη

Β 087ἠΰτε ἔθνεα εἶσι μελισσάων ἁδινάων Β 087και ωσάν μελίσσια στριμωκτά μέσ' από κούφιον βράχον

Β 088πέτρης ἐκ γλαφυρῆς αἰεὶ νέον ἐρχομενάων, Β 088βλέπεις να βγαίνουν άπειρα και πάντοτε αναβρύζουν

Β 089βοτρυδὸν δὲ πέτονται ἐπ’ ἄνθεσιν εἰαρινοῖσιν· Β 089κι εδώ πολλά κι εκεί πολλά, πετώντας τριγυρίζουν

Β 090αἳ μέν τ’ ἔνθα ἅλις πεποτήαται, αἳ δέ τε ἔνθα· Β 090και στ' άνθη τ' ανοιξιάτικα σταφυλωτά κρεμιώνται,

Β 091ὣς τῶν ἔθνεα πολλὰ νεῶν ἄπο καὶ κλισιάων Β 091ομοίως από τες σκηνές τα πλήθη κι απ' τα πλοία

Β 092ἠϊόνος προπάροιθε βαθείης ἐστιχόωντο Β 092να μυρμηγκιάζουν έβλεπες στ' απέραντο ακρογιάλι

Β 093ἰλαδὸν εἰς ἀγορήν· μετὰ δέ σφισιν ὄσσα δεδήει Β 093και αυτού μηνύτρα του Διός τους άναβεν η Φήμη,

Β 094ὀτρύνουσ’ ἰέναι Διὸς ἄγγελος· οἳ δ’ ἀγέροντο. Β 094όσον οπού στην σύνοδον συναθροισθήκαν όλοι.

Β 095τετρήχει δ’ ἀγορή, ὑπὸ δὲ στεναχίζετο γαῖα Β 095Τάραχον είχε η σύνοδος, κι εβόγγα η γη στον κρότον

Β 096λαῶν ἱζόντων, ὅμαδος δ’ ἦν· ἐννέα δέ σφεας Β 096καθώς τα πλήθη εκάθιζαν και κήρυκες εννέα

Β 097κήρυκες βοόωντες ἐρήτυον, εἴ ποτ’ ἀϋτῆς Β 097βροντόφωνοι δεν πρόφθαναν να τους ειπούν να παύσουν

Β 098σχοίατ’, ἀκούσειαν δὲ διοτρεφέων βασιλήων. Β 098την χλαλοή για ν' ακουσθούν οι βασιλείς οι θείοι·

Β 099σπουδῇ δ’ ἕζετο λαός, ἐρήτυθεν δὲ καθ’ ἕδρας Β 099τέλος τα πλήθ' ησύχασαν κι εκάθισαν τριγύρω

Β 100παυσάμενοι κλαγγῆς· ἀνὰ δὲ κρείων Ἀγαμέμνων Β 100και ο κραταιός σηκώθηκεν Ατρείδης κι εφορούσε

Β 101ἔστη σκῆπτρον ἔχων τὸ μὲν Ἥφαιστος κάμε τεύχων. Β 101το σκήπτρον, έργο θαυμαστό του φιλοτέχνου Ηφαίστου.

Β 102Ἥφαιστος μὲν δῶκε Διὶ Κρονίωνι ἄνακτι, Β 102Πρώτα το εδώρησε ο θεός στον ύψιστον Κρονίδην,

Β 103αὐτὰρ ἄρα Ζεὺς δῶκε διακτόρῳ ἀργεϊφόντῃ· Β 103ο Δίας το 'δωσε του Ερμή και ο μέγας Αργοφόνος

Β 104Ἑρμείας δὲ ἄναξ δῶκεν Πέλοπι πληξίππῳ, Β 104του ιπποδάμου Πέλοπος, και ο Πέλοψ στον Ατρέα,

Β 105αὐτὰρ ὃ αὖτε Πέλοψ δῶκ’ Ἀτρέϊ ποιμένι λαῶν· Β 105καλόν ποιμένα των λαών, και τούτος, πριν πεθάνει,

Β 106Ἀτρεὺς δὲ θνῄσκων ἔλιπεν πολύαρνι Θυέστῃ, Β 106το 'δωσε στον πολύαρνον Θυέστην, και ο Θυέστης

Β 107αὐτὰρ ὃ αὖτε Θυέστ’ Ἀγαμέμνονι λεῖπε φορῆναι, Β 107τ' αφήκε του Αγαμέμνονος να το κρατεί στο χέρι,

Β 108πολλῇσιν νήσοισι καὶ Ἄργεϊ παντὶ ἀνάσσειν. Β 108να βασιλεύει στα πολλά νησιά και στ' Άργος όλο·

Β 109τῷ ὅ γ’ ἐρεισάμενος ἔπε’ Ἀργείοισι μετηύδα· Β 109σ' αυτό επάνω στέκονταν ο Ατρείδης και τους είπε:

Β 110«ὦ φίλοι ἥρωες Δαναοὶ θεράποντες Ἄρηος Β 110« Ήρωες φίλοι Δαναοί, θεράποντες του Άρη,

Β 111Ζεύς με μέγα Κρονίδης ἄτῃ ἐνέδησε βαρείῃ Β 111βαριά πολύ μ' ετύφλωσε και μ' έμπλεξε ο Κρονίδης.

Β 112σχέτλιος, ὃς πρὶν μέν μοι ὑπέσχετο καὶ κατένευσεν Β 112Μου υποσχέθηκε ο σκληρός την πυργωμένην Τροίαν

Β 113Ἴλιον ἐκπέρσαντ’ εὐτείχεον ἀπονέεσθαι, Β 113πως θα πορθήσω κι ένδοξος θα γύρω στην πατρίδα

Β 114νῦν δὲ κακὴν ἀπάτην βουλεύσατο, καί με κελεύει Β 114και δόλον τώρα εσκέφθηκε και αδόξως εις το Αργος

Β 115δυσκλέα Ἄργος ἱκέσθαι, ἐπεὶ πολὺν ὤλεσα λαόν. Β 115θέλει να γύρω, αφού πολύς λαός εδώ μου εχάθη·

Β 116οὕτω που Διὶ μέλλει ὑπερμενέϊ φίλον εἶναι, Β 116ναι, τούτο αρέσει, ως φαίνεται, του υπερηφάνου Δία,

Β 117ὃς δὴ πολλάων πολίων κατέλυσε κάρηνα Β 117οπού πολλών πολιτειών η άκρα δύναμίς του

Β 118ἠδ’ ἔτι καὶ λύσει· τοῦ γὰρ κράτος ἐστὶ μέγιστον. Β 118τες κορυφές εξέκαμε και θα ξεκάμει ακόμα·

Β 119αἰσχρὸν γὰρ τόδε γ’ ἐστὶ καὶ ἐσσομένοισι πυθέσθαι Β 119είν' εντροπή μας κι άκουσμα κακό στους απογόνους,

Β 120μὰψ οὕτω τοιόνδε τοσόνδε τε λαὸν Ἀχαιῶν Β 120τόσος λαός των Αχαιών και τόσο ανδρειωμένος

Β 121ἄπρηκτον πόλεμον πολεμίζειν ἠδὲ μάχεσθαι Β 121πόλεμον ανωφέλευτον μ' εχθρούς ολιγοτέρους

Β 122ἀνδράσι παυροτέροισι, τέλος δ’ οὔ πώ τι πέφανται· Β 122τόσους καιρούς να πολεμά και να μη φαίνετ' άκρη·

Β 123εἴ περ γάρ κ’ ἐθέλοιμεν Ἀχαιοί τε Τρῶές τε Β 123ότι τωόντι αν θέλαμεν, οι Αχαιοί και οι Τρώες,

Β 124ὅρκια πιστὰ ταμόντες ἀριθμηθήμεναι ἄμφω, Β 124δεμένοι μ' όρκους ιερούς εδώ να μετρηθούμε,

Β 125Τρῶας μὲν λέξασθαι ἐφέστιοι ὅσσοι ἔασιν, Β 125εκείνοι να ξεδιαλεχθούν οι κάτοικοι της, Τροίας,

Β 126ἡμεῖς δ’ ἐς δεκάδας διακοσμηθεῖμεν Ἀχαιοί, Β 126και εις δεκάδες οι Αχαιοί να διαιρεθούμεν όλοι

Β 127Τρώων δ’ ἄνδρα ἕκαστοι ἑλοίμεθα οἰνοχοεύειν, Β 127και από τους Τρώας κεραστή να πάρ' η καθεμία,

Β 128πολλαί κεν δεκάδες δευοίατο οἰνοχόοιο. Β 128θα έλειπεν ο κεραστής από πολλές δεκάδες·

Β 129τόσσον ἐγώ φημι πλέας ἔμμεναι υἷας Ἀχαιῶν Β 129τόσα 'ναι τ' Αχαιόπαιδα πλειότερα των Τρώων,

Β 130Τρώων, οἳ ναίουσι κατὰ πτόλιν· ἀλλ’ ἐπίκουροι Β 130όσοι στην πόλιν κατοικούν· αλλ' από χώρες άλλες

Β 131πολλέων ἐκ πολίων ἐγχέσπαλοι ἄνδρες ἔασιν, Β 131πολλές τους ήλθαν σύμμαχοι κονταροσείστες άνδρες,

Β 132οἵ με μέγα πλάζουσι καὶ οὐκ εἰῶσ’ ἐθέλοντα Β 132εκείνοι με οπισθοδρομούν πολύ και δεν μ' αφήνουν

Β 133Ἰλίου ἐκπέρσαι εὖ ναιόμενον πτολίεθρον. Β 133την πόλιν την περήφανην των Τρώων να πατήσω.

Β 134ἐννέα δὴ βεβάασι Διὸς μεγάλου ἐνιαυτοί, Β 134Κι εννέα τώρα διάβηκαν χρόνια του υψίστου Δία

Β 135καὶ δὴ δοῦρα σέσηπε νεῶν καὶ σπάρτα λέλυνται· Β 135και τα καράβια σάπισαν, τα ξάρτια τους ελιώσαν

Β 136αἳ δέ που ἡμέτεραί τ’ ἄλοχοι καὶ νήπια τέκνα Β 136και κάθονται οι γυναίκες μας με τα μικρά παιδιά μας

Β 137εἵατ’ ἐνὶ μεγάροις ποτιδέγμεναι· ἄμμι δὲ ἔργον Β 137στα σπίτια μας και καρτερούν και αυτό που εμείς με πόθον

Β 138αὔτως ἀκράαντον οὗ εἵνεκα δεῦρ’ ἱκόμεσθα. Β 138ήλθαμ' εδώ να κάμομεν ποσώς δεν κατωρθώθη·

Β 139ἀλλ’ ἄγεθ’ ὡς ἂν ἐγὼ εἴπω πειθώμεθα πάντες· Β 139αλλά δεχθείτε ό,τι θα ειπώ· να φύγομεν σας λέγω

Β 140φεύγωμεν σὺν νηυσὶ φίλην ἐς πατρίδα γαῖαν· Β 140όλοι με τα καράβια μας για την γλυκιά πατρίδα,

Β 141οὐ γὰρ ἔτι Τροίην αἱρήσομεν εὐρυάγυιαν.» Β 141ότι δεν γίνεται ποτέ να πάρομε την Τροίαν».

Β 142Ὣς φάτο, τοῖσι δὲ θυμὸν ἐνὶ στήθεσσιν ὄρινε Β 142Οι λόγοι αυτοί κατάκαρδα ετάραξαν τα πλήθη

Β 143πᾶσι μετὰ πληθὺν ὅσοι οὐ βουλῆς ἐπάκουσαν· Β 143που δεν γνωρίζουν στην βουλήν ποια σκέψις είχε γίνει

Β 144κινήθη δ’ ἀγορὴ φὴ κύματα μακρὰ θαλάσσης Β 144κι όλη εκινήθ' η σύνοδος σαν του Ικαρίου πόντου

Β 145πόντου Ἰκαρίοιο, τὰ μέν τ’ Εὖρός τε Νότος τε Β 145τ' αγριωμένα κύματα που ο Νότος με τον Εύρον

Β 146ὤρορ’ ἐπαΐξας πατρὸς Διὸς ἐκ νεφελάων. Β 146από τα νέφη του Διός ορμώντας τα σηκώνουν·

Β 147ὡς δ’ ὅτε κινήσῃ Ζέφυρος βαθὺ λήϊον ἐλθὼν Β 147ή όπως το βαθύ σπαρτό μ' όλα τα στάχυα κλίνει,

Β 148λάβρος ἐπαιγίζων, ἐπί τ’ ἠμύει ἀσταχύεσσιν, Β 148αν έλθει ξάφνου Ζέφυρος σφοδρός να το κινήσει,

Β 149ὣς τῶν πᾶσ’ ἀγορὴ κινήθη· τοὶ δ’ ἀλαλητῷ Β 149όμοια κινήθ' η σύνοδος και με βοήν στα πλοία

Β 150νῆας ἔπ’ ἐσσεύοντο, ποδῶν δ’ ὑπένερθε κονίη Β 150χύνονταν και απ' τα πόδια των εφούντωνεν η σκόνη

Β 151ἵστατ’ ἀειρομένη· τοὶ δ’ ἀλλήλοισι κέλευον Β 151ανάερα κι εσπρώχνονταν να σύρουν τα καράβια,

Β 152ἅπτεσθαι νηῶν ἠδ’ ἑλκέμεν εἰς ἅλα δῖαν, Β 152εις την αγίαν θάλασσαν, κι εκάθαιρναν τους λάκκους·

Β 153οὐρούς τ’ ἐξεκάθαιρον· ἀϋτὴ δ’ οὐρανὸν ἷκεν Β 153και ολοένα τα σκαριά σηκώναν κι η βοή τους

Β 154οἴκαδε ἱεμένων· ὑπὸ δ’ ᾕρεον ἕρματα νηῶν. Β 154στον ουρανόν ανέβαινε για την γλυκιάν πατρίδα.

Β 155Ἔνθά κεν Ἀργείοισιν ὑπέρμορα νόστος ἐτύχθη, Β 155Πρόμοιρα τότ' η επιστροφή γινόνταν των Αργείων,

Β 156εἰ μὴ Ἀθηναίην Ἥρη πρὸς μῦθον ἔειπεν· Β 156εάν να ειπεί της Αθηνάς δεν πρόφθανεν η Ήρα:

Β 157«ὢ πόποι αἰγιόχοιο Διὸς τέκος Ἀτρυτώνη, Β 157« Τωόντι, ω κόρη αδάμαστη του αιγιδοφόρου Δία,

Β 158οὕτω δὴ οἶκον δὲ φίλην ἐς πατρίδα γαῖαν Β 158οι Αργείοι πίσω σχίζοντας της θάλασσας τα πλάτη

Β 159Ἀργεῖοι φεύξονται ἐπ’ εὐρέα νῶτα θαλάσσης, Β 159θα φύγουν τώρα στην γλυκιά πατρίδα να γυρίσουν;

Β 160κὰδ δέ κεν εὐχωλὴν Πριάμῳ καὶ Τρωσὶ λίποιεν Β 160Και του Πριάμου καύχημα θ' αφήσουν και των Τρώων

Β 161Ἀργείην Ἑλένην, ἧς εἵνεκα πολλοὶ Ἀχαιῶν Β 161την Άργισσαν Ελένην τους, αφού γι' αυτήν χαθήκαν

Β 162ἐν Τροίῃ ἀπόλοντο φίλης ἀπὸ πατρίδος αἴης· Β 162τόσοι στην Τροίαν Αχαιοί μακράν απ' την πατρίδα;

Β 163ἀλλ’ ἴθι νῦν κατὰ λαὸν Ἀχαιῶν χαλκοχιτώνων· Β 163Αλλά κατέβα τώρα ευθύς στων Αχαιών τα πλήθη,

Β 164σοῖς ἀγανοῖς ἐπέεσσιν ἐρήτυε φῶτα ἕκαστον, Β 164συ τον καθένα κράτησε με τα γλυκά σου λόγια,

Β 165μηδὲ ἔα νῆας ἅλα δ’ ἑλκέμεν ἀμφιελίσσας.» Β 165στην θάλασσαν τα ισόπλευρα καράβια να μη σύρουν».

Β 166Ὣς ἔφατ’, οὐδ’ ἀπίθησε θεὰ γλαυκῶπις Ἀθήνη, Β 166Και η γλαυκόματη θεά υπάκουσε στον λόγον

Β 167βῆ δὲ κατ’ Οὐλύμποιο καρήνων ἀΐξασα· Β 167και από του Ολύμπου την κορφή στα γρήγορα καράβια

Β 168καρπαλίμως δ’ ἵκανε θοὰς ἐπὶ νῆας Ἀχαιῶν. Β 168κατέβηκε των Αχαιών κι εκεί τον Οδυσσέα

Β 169εὗρεν ἔπειτ’ Ὀδυσῆα Διὶ μῆτιν ἀτάλαντον Β 169εύρηκε, αυτόν που εταίριαζε στην γνώση με τον Δία·

Β 170ἐσταότ’· οὐδ’ ὅ γε νηὸς ἐϋσσέλμοιο μελαίνης Β 170το χέρι του δεν άπλωνεν εις το καράβι εκείνος,

Β 171ἅπτετ’, ἐπεί μιν ἄχος κραδίην καὶ θυμὸν ἵκανεν· Β 171αλλ' έστεκε περίλυπος και καταπικραμένος.

Β 172ἀγχοῦ δ’ ἱσταμένη προσέφη γλαυκῶπις Ἀθήνη· Β 172Και η γλαυκόματη Αθηνά πλησίασε και του 'πε:

Β 173«διογενὲς Λαερτιάδη, πολυμήχαν’ Ὀδυσσεῦ, Β 173« Λαερτιάδη διογενή, πολύτεχνε Οδυσσέα,

Β 174οὕτω δὴ οἶκον δὲ φίλην ἐς πατρίδα γαῖαν Β 174τωόντι στα καλόσκαρμα καράβια θα ριχθείτε

Β 175φεύξεσθ’ ἐν νήεσσι πολυκλήϊσι πεσόντες, Β 175οπίσω να γυρίσετε στην ποθητήν πατρίδα;

Β 176κὰδ δέ κεν εὐχωλὴν Πριάμῳ καὶ Τρωσὶ λίποιτε Β 176Και του Πριάμου καύχημα θ' αφήστε και των Τρώων

Β 177Ἀργείην Ἑλένην, ἧς εἵνεκα πολλοὶ Ἀχαιῶν Β 177την Άργισσαν Ελένην σας, αφού γι' αυτήν χαθήκαν

Β 178ἐν Τροίῃ ἀπόλοντο φίλης ἀπὸ πατρίδος αἴης; Β 178τόσοι στην Τροίαν Αχαιοί μακράν απ' την πατρίδα;

Β 179ἀλλ’ ἴθι νῦν κατὰ λαὸν Ἀχαιῶν, μηδ’ ἔτ’ ἐρώει, Β 179Αλλ' άμε και των Αχαιών πλησίασε τα πλήθη

Β 180σοῖς δ’ ἀγανοῖς ἐπέεσσιν ἐρήτυε φῶτα ἕκαστον, Β 180με το γλυκό σου μίλημα να πιέσεις τον καθέναν

Β 181μηδὲ ἔα νῆας ἅλα δ’ ἑλκέμεν ἀμφιελίσσας.» Β 181στην θάλασσαν τα ισόπλευρα καράβια να μη σύρουν».

Β 182Ὣς φάθ’, ὃ δὲ ξυνέηκε θεᾶς ὄπα φωνησάσης, Β 182Είπε η θεά κι εγνώρισεν εκείνος την φωνήν της,

Β 183βῆ δὲ θέειν, ἀπὸ δὲ χλαῖναν βάλε· τὴν δὲ κόμισσε Β 183κι εχύθη την χλαμύδα του πετώντας· και την πήρε

Β 184κῆρυξ Εὐρυβάτης Ἰθακήσιος ὅς οἱ ὀπήδει· Β 184ο Ιθακήσιος του οπαδός ο κήρυξ Ευρυβάτης·

Β 185αὐτὸς δ’ Ἀτρεΐδεω Ἀγαμέμνονος ἀντίος ἐλθὼν Β 185κι ήβρε τον Αγαμέμνονα ο θείος Οδυσσέας,

Β 186δέξατό οἱ σκῆπτρον πατρώϊον ἄφθιτον αἰεί· Β 186το σκήπτρο επήρε τ' άφθαρτο προγονικό του Ατρείδη

Β 187σὺν τῷ ἔβη κατὰ νῆας Ἀχαιῶν χαλκοχιτώνων. Β 187και των ανδρείων Αχαιών κατέβη στα καράβια.

Β 188Ὅν τινα μὲν βασιλῆα καὶ ἔξοχον ἄνδρα κιχείη Β 188Κι αν απαντούσε βασιλιά κι άνδρ' άλλον των προκρίτων,

Β 189τὸν δ’ ἀγανοῖς ἐπέεσσιν ἐρητύσασκε παραστάς· Β 189να τον κρατήσει επάσχιζε με λόγια μελωμένα:

Β 190«δαιμόνι’ οὔ σε ἔοικε κακὸν ὣς δειδίσσεσθαι, Β 190«Άνθρωπε να δειλιάζεις συ, σαν άνανδρος δεν πρέπει,

Β 191ἀλλ’ αὐτός τε κάθησο καὶ ἄλλους ἵδρυε λαούς· Β 191στάσου και συ και να σταθούν παράγγειλε τους άλλους,

Β 192οὐ γάρ πω σάφα οἶσθ’ οἷος νόος Ἀτρεΐωνος· Β 192ότι δεν ξεύρεις καθαρά τι κρύβει ο νους του Ατρείδη·

Β 193νῦν μὲν πειρᾶται, τάχα δ’ ἴψεται υἷας Ἀχαιῶν. Β 193μας δοκιμάζει κι ύστερα, θαρρώ, θα μας πατάξει·

Β 194ἐν βουλῇ δ’ οὐ πάντες ἀκούσαμεν οἷον ἔειπε; Β 194και ό,τ' είπε μέσα στην βουλήν δεν το ακούσαμ' όλοι,

Β 195μή τι χολωσάμενος ῥέξῃ κακὸν υἷας Ἀχαιῶν· Β 195αλίμονο στους Αχαιούς, εκείνος αν θυμώσει,

Β 196θυμὸς δὲ μέγας ἐστὶ διοτρεφέων βασιλήων, Β 196ότι μεγάλ' είν' η ψυχή του θείου βασιλέως

Β 197τιμὴ δ’ ἐκ Διός ἐστι, φιλεῖ δέ ἑ μητίετα Ζεύς.» Β 197που τον δοξάζει και αγαπά ο πάνσοφος Κρονίδης».

Β 198Ὃν δ’ αὖ δήμου τ’ ἄνδρα ἴδοι βοόωντά τ’ ἐφεύροι, Β 198Κι άνθρωπον όταν του λαού που φώναζε απαντούσε,

Β 199τὸν σκήπτρῳ ἐλάσασκεν ὁμοκλήσασκέ τε μύθῳ· Β 199κακά τον εφοβέριζε και με το σκήπτρο εκτύπα:

Β 200«δαιμόνι’ ἀτρέμας ἧσο καὶ ἄλλων μῦθον ἄκουε, Β 200« Σίγα, χαμένε, υπάκουσε εις τους καλύτερούς σου·

Β 201οἳ σέο φέρτεροί εἰσι, σὺ δ’ ἀπτόλεμος καὶ ἄναλκις Β 201άνανδρος συ και ουτιδανός καθόλου δεν μετριέσαι

Β 202οὔτέ ποτ’ ἐν πολέμῳ ἐναρίθμιος οὔτ’ ἐνὶ βουλῇ· Β 202στον πόλεμον ή στην βουλήν· μήπως θαρρείς πως όλοι

Β 203οὐ μέν πως πάντες βασιλεύσομεν ἐνθάδ’ Ἀχαιοί· Β 203θα βασιλεύωμεν εδώ; Πολυαρχία βλάπτει·

Β 204οὐκ ἀγαθὸν πολυκοιρανίη· εἷς κοίρανος ἔστω, Β 204ένας θα είναι ο αρχηγός, ο βασιλέας ένας,

Β 205εἷς βασιλεύς, ᾧ δῶκε Κρόνου πάϊς ἀγκυλομήτεω Β 205που σ' αυτόν έδωσ' ο υιός του κρυπτοβούλου Κρόνου

Β 206σκῆπτρόν τ’ ἠδὲ θέμιστας, ἵνά σφισι βουλεύῃσι.» Β 206το σκήπτρο και τα νόμιμα να βασιλεύει σ' όλους».

Β 207Ὣς ὅ γε κοιρανέων δίεπε στρατόν· οἳ δ’ ἀγορὴν δὲ Β 207Με τούτ' αυτός διόρθωνε τα πλήθη κι εχυνόνταν

Β 208αὖτις ἐπεσσεύοντο νεῶν ἄπο καὶ κλισιάων Β 208οπίσω προς την σύνοδον από σκηνές και πλοία

Β 209ἠχῇ, ὡς ὅτε κῦμα πολυφλοίσβοιο θαλάσσης Β 209με αλαλαγμόν, καθώς βροντούν σ' απέραντο ακρογιάλι

Β 210αἰγιαλῷ μεγάλῳ βρέμεται, σμαραγεῖ δέ τε πόντος. Β 210τα κύματα κι αντιβοούν τα πλάτη της θαλάσσης.

Β 211Ἄλλοι μέν ῥ’ ἕζοντο, ἐρήτυθεν δὲ καθ’ ἕδρας· Β 211Όλος ησύχασε ο λαός κι εκάθιζαν τριγύρω·

Β 212Θερσίτης δ’ ἔτι μοῦνος ἀμετροεπὴς ἐκολῴα, Β 212μόνος ακόμη ο φλύαρος Θερσίτης θορυβούσε,

Β 213ὃς ἔπεα φρεσὶν ᾗσιν ἄκοσμά τε πολλά τε ᾔδη Β 213που λόγια γνώριζ' άπρεπα πολλά να εφεύρει ο νους του,

Β 214μάψ, ἀτὰρ οὐ κατὰ κόσμον, ἐριζέμεναι βασιλεῦσιν, Β 214να λοιδορεί τους βασιλείς, ως τύχαινε, και μόνον

Β 215ἀλλ’ ὅ τι οἱ εἴσαιτο γελοίϊον Ἀργείοισιν Β 215να δώσει κάποιαν αφορμήν στα πλήθη να γελάσουν

Β 216ἔμμεναι· αἴσχιστος δὲ ἀνὴρ ὑπὸ Ἴλιον ἦλθε· Β 216κι άσχημος άλλος σαν αυτόν δεν ήλθε στην Τρωάδα·

Β 217φολκὸς ἔην, χωλὸς δ’ ἕτερον πόδα· τὼ δέ οἱ ὤμω Β 217ήταν λοξόποδος, χωλός από το ένα πόδι,

Β 218κυρτὼ ἐπὶ στῆθος συνοχωκότε· αὐτὰρ ὕπερθε Β 218με κυρτούς ώμους οπού εμπρός του πλάκωναν το στήθος,

Β 219φοξὸς ἔην κεφαλήν, ψεδνὴ δ’ ἐπενήνοθε λάχνη. Β 219με κεφαλήν στενόμακρην κι επάν' ολίγες τρίχες·

Β 220ἔχθιστος δ’ Ἀχιλῆϊ μάλιστ’ ἦν ἠδ’ Ὀδυσῆϊ· Β 220του Αχιλλέως μισητός πολύ και του Οδυσσέως,

Β 221τὼ γὰρ νεικείεσκε· τότ’ αὖτ’ Ἀγαμέμνονι δίῳ Β 221ότι συχνά τους ύβριζε· και τότε τον Ατρείδη

Β 222ὀξέα κεκλήγων λέγ’ ὀνείδεα· τῷ δ’ ἄρ’ Ἀχαιοὶ Β 222κρώζοντας εγλωσσόδερνε και τον μισούσαν όλοι

Β 223ἐκπάγλως κοτέοντο νεμέσσηθέν τ’ ἐνὶ θυμῷ. Β 223στα στήθη τους οι Αχαιοί και τον εκατακραίναν.

Β 224αὐτὰρ ὃ μακρὰ βοῶν Ἀγαμέμνονα νείκεε μύθῳ· Β 224Και αυτός βοώντας έλεγε κάθε κακό του Ατρείδη:

Β 225«Ἀτρεΐδη τέο δ’ αὖτ’ ἐπιμέμφεαι ἠδὲ χατίζεις; Β 225«Ατρείδη, πάλιν τι ζητείς; Ειπέ μας τι σου λείπει;

Β 226πλεῖαί τοι χαλκοῦ κλισίαι, πολλαὶ δὲ γυναῖκες Β 226Πλήθος χαλκόν εις τες σκηνές, πολλές γυναίκες έχεις

Β 227εἰσὶν ἐνὶ κλισίῃς ἐξαίρετοι, ἅς τοι Ἀχαιοὶ Β 227που διαλεκτές σου δίδομεν εσέν' απ' όλους πρώτα

Β 228πρωτίστῳ δίδομεν εὖτ’ ἂν πτολίεθρον ἕλωμεν. Β 228κάθε φορά που του εχθρού πορθούμεν πολιτείαν.

Β 229ἦ ἔτι καὶ χρυσοῦ ἐπιδεύεαι, ὅν κέ τις οἴσει Β 229Ή και χρυσάφι λαχταρείς, εδώ να σου το φέρει

Β 230Τρώων ἱπποδάμων ἐξ Ἰλίου υἷος ἄποινα, Β 230κάποιος των Τρώων ποθητό παιδί να εξαγοράσει

Β 231ὅν κεν ἐγὼ δήσας ἀγάγω ἢ ἄλλος Ἀχαιῶν, Β 231που εγώ ή κι άλλος Αχαιός θα εσύραμε δεμένον;

Β 232ἠὲ γυναῖκα νέην, ἵνα μίσγεαι ἐν φιλότητι, Β 232Ή για να γλυκοκοιμηθείς γυναίκα θέλεις νέαν,

Β 233ἥν τ’ αὐτὸς ἀπονόσφι κατίσχεαι; οὐ μὲν ἔοικεν Β 233μόνος σου να την χαίρεσαι; Και συ που 'σαι αρχηγός τους

Β 234ἀρχὸν ἐόντα κακῶν ἐπιβασκέμεν υἷας Ἀχαιῶν. Β 234δεν έπρεπε τους Αχαιούς να καταβασανίζεις.

Β 235ὦ πέπονες κάκ’ ἐλέγχε’ Ἀχαιΐδες οὐκέτ’ Ἀχαιοὶ, Β 235Ω λέρες! πλέον Αχαιοί δεν είσθ' αλλ' Αχαιίδες!

Β 236οἴκαδέ περ σὺν νηυσὶ νεώμεθα, τόνδε δ’ ἐῶμεν Β 236Στα σπίτια μας ας γύρομε, κι ας μείνει εδώ στην Τροία

Β 237αὐτοῦ ἐνὶ Τροίῃ γέρα πεσσέμεν, ὄφρα ἴδηται Β 237τα δώρα να χωνεύει αυτός, να μάθει τότε αν κάτι

Β 238ἤ ῥά τί οἱ χἠμεῖς προσαμύνομεν ἦε καὶ οὐκί· Β 238τον βοηθούσαμε κι εμείς. Κι έχει ατιμάσει τώρα

Β 239ὃς καὶ νῦν Ἀχιλῆα ἕο μέγ’ ἀμείνονα φῶτα Β 239άνδρ' απ' αυτόν καλύτερον πολύ τον Αχιλλέα,

Β 240ἠτίμησεν· ἑλὼν γὰρ ἔχει γέρας αὐτὸς ἀπούρας. Β 240ότι του αφαίρεσ' άδικα των Αχαιών το δώρον.

Β 241ἀλλὰ μάλ’ οὐκ Ἀχιλῆϊ χόλος φρεσίν, ἀλλὰ μεθήμων· Β 241Κι αν αυτός είχε μέσα του χολήν, αν είχεν αίμα,

Β 242ἦ γὰρ ἂν Ἀτρεΐδη νῦν ὕστατα λωβήσαιο·» Β 242θα ήταν ύστερη φορά που αδίκησες, Ατρείδη! »

Β 243Ὣς φάτο νεικείων Ἀγαμέμνονα ποιμένα λαῶν, Β 243Τον μέγαν Αγαμέμνονα μ' αυτά κακολογούσε

Β 244Θερσίτης· τῷ δ’ ὦκα παρίστατο δῖος Ὀδυσσεύς, Β 244τότε ο Θερσίτης, κι έφθασεν ο θείος Οδυσσέας

Β 245καί μιν ὑπόδρα ἰδὼν χαλεπῷ ἠνίπαπε μύθῳ· Β 245και λόγια του 'πε φοβερά με ήθος αγριωμένο:

Β 246«Θερσῖτ’ ἀκριτόμυθε, λιγύς περ ἐὼν ἀγορητής, Β 246« Αν και λαμπρός ομιλητής, μωρόλαλε Θερσίτη,

Β 247ἴσχεο, μηδ’ ἔθελ’ οἶος ἐριζέμεναι βασιλεῦσιν· Β 247βουβάσου και τους βασιλείς μη ψέγε συ και μόνος,

Β 248οὐ γὰρ ἐγὼ σέο φημὶ χερειότερον βροτὸν ἄλλον Β 248ότι από σε χειρότερον κανέναν δεν γνωρίζω

Β 249ἔμμεναι, ὅσσοι ἅμ’ Ἀτρεΐδῃς ὑπὸ Ἴλιον ἦλθον. Β 249απ' όσους έφθασαν εδώ μαζί με τους Ατρείδες·

Β 250τὼ οὐκ ἂν βασιλῆας ἀνὰ στόμ’ ἔχων ἀγορεύοις, Β 250παύσε λοιπόν τους βασιλείς συχνά πυκνά να σέρνεις

Β 251καί σφιν ὀνείδεά τε προφέροις, νόστόν τε φυλάσσοις. Β 251στο στόμα σου και να τηράς του γυρισμού την ώρα

Β 252οὐδέ τί πω σάφα ἴδμεν ὅπως ἔσται τάδε ἔργα, Β 252και ακόμη δεν γνωρίζομεν αυτά πώς θα τελειώσουν,

Β 253ἢ εὖ ἦε κακῶς νοστήσομεν υἷες Ἀχαιῶν. Β 253αν για καλόν ή για κακό θα γίνει ο γυρισμός μας·

Β 254τὼ νῦν Ἀτρεΐδῃ Ἀγαμέμνονι ποιμένι λαῶν, Β 254συ κάθεσαι και του λαού τον αρχηγόν Ατρείδην

Β 255ἧσαι ὀνειδίζων, ὅτι οἱ μάλα πολλὰ διδοῦσιν Β 255κατηγορείς που οι Δαναοί του δίδουν πολεμάρχοι

Β 256ἥρωες Δαναοί· σὺ δὲ κερτομέων ἀγορεύεις. Β 256δώρα πολλά και οι λόγοι σου φαρμάκ' είναι γεμάτοι·

Β 257ἀλλ’ ἔκ τοι ἐρέω, τὸ δὲ καὶ τετελεσμένον ἔσται· Β 257αλλ' άκουσε και πίστευσε που ό,τι θα ειπώ θα γίνει·

Β 258εἴ κ’ ἔτι σ’ ἀφραίνοντα κιχήσομαι ὥς νύ περ ὧδε, Β 258αν σ' έβρω να λυσσομανάς κι άλλην φοράν, ως τώρα,

Β 259μηκέτ’ ἔπειτ’ Ὀδυσῆϊ κάρη ὤμοισιν ἐπείη, Β 259η κεφαλή να μη σταθεί στους ώμους του Οδυσσέως,

Β 260μηδ’ ἔτι Τηλεμάχοιο πατὴρ κεκλημένος εἴην, Β 260μήτε πατέρα να με ειπούν του Τηλεμάχου πλέον,

Β 261εἰ μὴ ἐγώ σε λαβὼν ἀπὸ μὲν φίλα εἵματα δύσω, Β 261αν δεν σε πιάσω ευθύς εγώ να σε γυμνώσω απ' όλα

Β 262χλαῖνάν τ’ ἠδὲ χιτῶνα, τά τ’ αἰδῶ ἀμφικαλύπτει, Β 262όσα φορείς και ακόμ' αυτά που τα κρυφά σκεπάζουν,

Β 263αὐτὸν δὲ κλαίοντα θοὰς ἐπὶ νῆας ἀφήσω Β 263και να σε διώξω ελεεινά δαρμένον, που να κλαίεις

Β 264πεπλήγων ἀγορῆθεν ἀεικέσσι πληγῇσιν.» Β 264φεύγοντας απ' την σύνοδον ως τα γοργά καράβια».

Β 265Ὣς ἄρ’ ἔφη, σκήπτρῳ δὲ μετάφρενον ἠδὲ καὶ ὤμω Β 265Και με το σκήπτρο του 'πληξε την ράχιν και τους ώμους·

Β 266πλῆξεν· ὃ δ’ ἰδνώθη, θαλερὸν δέ οἱ ἔκπεσε δάκρυ· Β 266κυρτώθη εκείνος και θερμό του εκύλησε το δάκρυ·

Β 267σμῶδιξ δ’ αἱματόεσσα μεταφρένου ἐξυπανέστη Β 267το χρυσό σκήπτρο εσήκωσε στην ράχιν φουσκαλίδα

Β 268σκήπτρου ὕπο χρυσέου· ὃ δ’ ἄρ’ ἕζετο τάρβησέν τε, Β 268και πονεμένος τρέμοντας εκάθισε ο Θερσίτης,

Β 269ἀλγήσας δ’ ἀχρεῖον ἰδὼν ἀπομόρξατο δάκρυ. Β 269χαμένα γύρω εκοίταξε κι εσφόγγισε το δάκρυ·

Β 270οἳ δὲ καὶ ἀχνύμενοί περ ἐπ’ αὐτῷ ἡδὺ γέλασσαν· Β 270κι όλος εγέλασ' ο λαός αν κι ήταν πικραμένος·

Β 271ὧδε δέ τις εἴπεσκεν ἰδὼν ἐς πλησίον ἄλλον· Β 271κι εστράφη κάποιος κι έλεγεν εκεί στον πλαγινόν του:

Β 272«ὢ πόποι ἦ δὴ μυρί’ Ὀδυσσεὺς ἐσθλὰ ἔοργε Β 272« Ω έργα πόσα εξαίσια κατόρθωσ' ο Οδυσσέας,

Β 273βουλάς τ’ ἐξάρχων ἀγαθὰς πόλεμόν τε κορύσσων· Β 273σύμβουλος πρώτος, συνετός και άξιος πολεμάρχος!

Β 274νῦν δὲ τόδε μέγ’ ἄριστον ἐν Ἀργείοισιν ἔρεξεν, Β 274Αλλά τώρα ευεργέτησε μεγάλως τους Αργείους

Β 275ὃς τὸν λωβητῆρα ἐπεσβόλον ἔσχ’ ἀγοράων. Β 275που την αυθάδειαν έπαυσε του κακογλώσσου αχρείου·

Β 276οὔ θήν μιν πάλιν αὖτις ἀνήσει θυμὸς ἀγήνωρ Β 276πολύ θ' αργήσ' η απότολμη ψυχή του να τον σπρώξει

Β 277νεικείειν βασιλῆας ὀνειδείοις ἐπέεσσιν.» Β 277πάλι με λόγι' αναίσχυντα τους βασιλείς να ψέγει».

Β 278Ὣς φάσαν ἣ πληθύς· ἀνὰ δ’ ὃ πτολίπορθος Ὀδυσσεὺς Β 278Ορθός ωστόσ' ο πορθητής κρατούσεν Οδυσσέας

Β 279ἔστη σκῆπτρον ἔχων· παρὰ δὲ γλαυκῶπις Ἀθήνη Β 279το σκήπτρο, και στο πλάγι του με κήρυκος την όψιν,

Β 280εἰδομένη κήρυκι σιωπᾶν λαὸν ἀνώγει, Β 280η Αθηνά παράγγελνε τα πλήθη να σωπάσουν,

Β 281ὡς ἅμα θ’ οἳ πρῶτοί τε καὶ ὕστατοι υἷες Ἀχαιῶν Β 281ώστε τον λόγον οι Αχαιοί απ' άκρην σ' άκρην όλοι

Β 282μῦθον ἀκούσειαν καὶ ἐπιφρασσαίατο βουλήν· Β 282ν' ακούσουν και την συμβουλήν να πάρουν εις τον νουν τους·

Β 283ὅ σφιν ἐὺ φρονέων ἀγορήσατο καὶ μετέειπεν· Β 283και αυτός με γνώμην αγαθήν ομίλησε στα πλήθη·,

Β 284«Ἀτρεΐδη νῦν δή σε ἄναξ ἐθέλουσιν Ἀχαιοὶ Β 284« Σήμερα θέλουν οι Αχαιοί, Ατρείδη βασιλέα,

Β 285πᾶσιν ἐλέγχιστον θέμεναι μερόπεσσι βροτοῖσιν, Β 285εσέ να κάμουν άτιμον εμπρός στον κόσμον όλον·

Β 286οὐδέ τοι ἐκτελέουσιν ὑπόσχεσιν ἥν περ ὑπέσταν Β 286και ιδού τον λόγον αθετούν που απ' αρχής σου δώσαν,

Β 287ἐνθάδ’ ἔτι στείχοντες ἀπ’ Ἄργεος ἱπποβότοιο Β 287όταν στην Τροίαν έρχονταν απ' το ιπποτρόφον Άργος,

Β 288Ἴλιον ἐκπέρσαντ’ εὐτείχεον ἀπονέεσθαι. Β 288οπώς θα γύρεις πορθητής των πύργων του Πριάμου.

Β 289ὥς τε γὰρ ἢ παῖδες νεαροὶ χῆραί τε γυναῖκες Β 289Και τώρα ωσάν μικρά παιδιά και απόχηρες γυναίκες

Β 290ἀλλήλοισιν ὀδύρονται οἶκον δὲ νέεσθαι. Β 290τους πήρε το παράπονο να ιδούν τα γονικά τους·

Β 291ἦ μὴν καὶ πόνος ἐστὶν ἀνιηθέντα νέεσθαι· Β 291και πώς να μη το επιθυμούν με τόσα που υποφέρουν;

Β 292καὶ γάρ τίς θ’ ἕνα μῆνα μένων ἀπὸ ἧς ἀλόχοιο Β 292Ο άνθρωπος αδημονεί κι ένα φεγγάρι αν μείνει,

Β 293ἀσχαλάᾳ σὺν νηῒ πολυζύγῳ, ὅν περ ἄελλαι Β 293μακράν απ' την γυναίκα του, στο πλοίον αν τον κλείσαν

Β 294χειμέριαι εἰλέωσιν ὀρινομένη τε θάλασσα· Β 294χειμώνος άνεμοι κακοί και θάλασσ' αγριωμένη.

Β 295ἡμῖν δ’ εἴνατός ἐστι περιτροπέων ἐνιαυτὸς Β 295Κι εμάς ο χρόνος ένατος στον κύκλον του μας ήβρε

Β 296ἐνθάδε μιμνόντεσσι· τὼ οὐ νεμεσίζομ’ Ἀχαιοὺς Β 296ακόμη εδώ να μένωμεν· για τούτο εγώ δεν ψέγω

Β 297ἀσχαλάαν παρὰ νηυσὶ κορωνίσιν· ἀλλὰ καὶ ἔμπης Β 297τους Αχαιούς που αδημονούν, αλλ' όμως είν' αισχύνη

Β 298αἰσχρόν τοι δηρόν τε μένειν κενεόν τε νέεσθαι. Β 298πολύν να έμεινες καιρόν και άδειος να γυρίσεις.

Β 299τλῆτε φίλοι, καὶ μείνατ’ ἐπὶ χρόνον ὄφρα δαῶμεν Β 299Λάβετε, ω φίλ', υπομονήν και καρτερείτε ολίγο

Β 300ἢ ἐτεὸν Κάλχας μαντεύεται ἦε καὶ οὐκί. Β 300να ιδούμ' εάν του Κάλχαντος τα ρήματ' αληθεύσουν.

Β 301εὖ γὰρ δὴ τόδε ἴδμεν ἐνὶ φρεσίν, ἐστὲ δὲ πάντες Β 301Είναι στον νουν μας ζωντανά και μάρτυρες είσθ' όλοι

Β 302μάρτυροι, οὓς μὴ κῆρες ἔβαν θανάτοιο φέρουσαι· Β 302όσους δεν πήρε ο θάνατος, οπόταν στην Αυλίδα —

Β 303χθιζά τε καὶ πρωΐζ’ ὅτ’ ἐς Αὐλίδα νῆες Ἀχαιῶν Β 303χθες ή προχθές μου φαίνεται — συνάζονταν τα πλοία

Β 304ἠγερέθοντο κακὰ Πριάμῳ καὶ Τρωσὶ φέρουσαι, Β 304των Αχαιών καταστροφήν να φέρουν εις τους Τρώας·

Β 305ἡμεῖς δ’ ἀμφὶ περὶ κρήνην ἱεροὺς κατὰ βωμοὺς Β 305κι εμείς στους ιερούς βωμούς, όπου μια βρύση εκύλα

Β 306ἕρδομεν ἀθανάτοισι τεληέσσας ἑκατόμβας Β 306κάτω απ' ωραίον πλάτανον τα όμορφα νερά της,

Β 307καλῇ ὑπὸ πλατανίστῳ ὅθεν ῥέεν ἀγλαὸν ὕδωρ· Β 307των αθανάτων καίαμεν εξαίσιες εκατόμβες·

Β 308ἔνθ’ ἐφάνη μέγα σῆμα· δράκων ἐπὶ νῶτα δαφοινὸς Β 308μέγα σημάδι εφάνη εκεί, μαύρος σαν αίμα δράκος,

Β 309σμερδαλέος, τόν ῥ’ αὐτὸς Ὀλύμπιος ἧκε φόως δέ, Β 309τέρας που έβγαλε στο φως ο ίδιος ο Κρονίδης,

Β 310βωμοῦ ὑπαΐξας πρός ῥα πλατάνιστον ὄρουσεν. Β 310από το βάθος του βωμού στον πλάτανον εχύθη.

Β 311ἔνθα δ’ ἔσαν στρουθοῖο νεοσσοί, νήπια τέκνα, Β 311Εκεί φωλιάζαν σπούργιτες, αφτέρωτα πουλάκια

Β 312ὄζῳ ἐπ’ ἀκροτάτῳ πετάλοις ὑποπεπτηῶτες Β 312εις το υψηλότατο κλαδί κρυμμένα μες στα φύλλα

Β 313ὀκτώ, ἀτὰρ μήτηρ ἐνάτη ἦν ἣ τέκε τέκνα· Β 313οκτώ, κι ένατ' η μάνα τους που τα 'χε γεννημένα.

Β 314ἔνθ’ ὅ γε τοὺς ἐλεεινὰ κατήσθιε τετριγῶτας· Β 314Τα 'τρωγε αυτός που έτριζαν ελεεινά και γύρω

Β 315μήτηρ δ’ ἀμφεποτᾶτο ὀδυρομένη φίλα τέκνα· Β 315πετούσε η μάνα κλαίοντας τα τέκνα της κι ο δράκος

Β 316τὴν δ’ ἐλελιξάμενος πτέρυγος λάβεν ἀμφιαχυῖαν. Β 316στράφη, ετινάχθη κι έπιασεν απ' το φτερό κι εκείνην·

Β 317αὐτὰρ ἐπεὶ κατὰ τέκνα φάγε στρουθοῖο καὶ αὐτήν, Β 317και αφού τα τέκνα όλα φαγε και ακόμη την μητέρα,

Β 318τὸν μὲν ἀρίζηλον θῆκεν θεὸς ὅς περ ἔφηνε· Β 318θαύμα τον έστησε ο θεός οπού τον είχε δείξει·

Β 319λᾶαν γάρ μιν ἔθηκε Κρόνου πάϊς ἀγκυλομήτεω· Β 319εκεί τον πέτρωσ' ο υιός του κρυπτοβούλου Κρόνου·

Β 320ἡμεῖς δ’ ἑσταότες θαυμάζομεν οἷον ἐτύχθη. Β 320κι εμείς όλοι απορούσαμε σ' αυτό που εγίνη εμπρός μας·

Β 321ὡς οὖν δεινὰ πέλωρα θεῶν εἰσῆλθ’ ἑκατόμβας, Β 321κι ως ήλθαν ξάφνου ανάμεσα στες θείες εκατόμβες

Β 322Κάλχας δ’ αὐτίκ’ ἔπειτα θεοπροπέων ἀγόρευε· Β 322τέρατα τόσα φοβερά, τον λόγον πήρε ο Κάλχας:

Β 323τίπτ’ ἄνεῳ ἐγένεσθε κάρη κομόωντες Ἀχαιοί; Β 323«Πώς όλοι στέκεσθ' άφωνοι; Το μέγ' αυτό σημείον

Β 324ἡμῖν μὲν τόδ’ ἔφηνε τέρας μέγα μητίετα Ζεὺς Β 324ο Ζευς μας το 'δειξε ο σοφός, κι ό,τι δηλεί θα γίνει

Β 325ὄψιμον ὀψιτέλεστον, ὅου κλέος οὔ ποτ’ ὀλεῖται. Β 325με τους καιρούς, αλλ' ένδοξο θα μείνει στον αιώνα·

Β 326ὡς οὗτος κατὰ τέκνα φάγε στρουθοῖο καὶ αὐτὴν Β 326καθώς τα τέκνα όλα 'φαγε και την μητέρα εκείνος,

Β 327ὀκτώ, ἀτὰρ μήτηρ ἐνάτη ἦν ἣ τέκε τέκνα, Β 327οκτώ, κι ενάτη ήταν αυτή που τα 'χε γεννημένα,

Β 328ὣς ἡμεῖς τοσσαῦτ’ ἔτεα πτολεμίξομεν αὖθι, Β 328κι εμείς θα πολεμήσομεν αυτού χρόνους εννέα,

Β 329τῷ δεκάτῳ δὲ πόλιν αἱρήσομεν εὐρυάγυιαν. Β 329και η πόλις η πλατύδρομη στον δέκατον θα πέσει».

Β 330κεῖνος τὼς ἀγόρευε· τὰ δὴ νῦν πάντα τελεῖται. Β 330Αυτά μας έλεγε και ιδού που τώρα γίνοντ' όλα.

Β 331ἀλλ’ ἄγε μίμνετε πάντες ἐϋκνήμιδες Ἀχαιοὶ Β 331Και, ω μεγαλόψυχοι Αχαιοί, να μείνετε σας λέγω,

Β 332αὐτοῦ εἰς ὅ κεν ἄστυ μέγα Πριάμοιο ἕλωμεν.» Β 332ωσότου να πατήσομε τους πύργους του Πριάμου».

Β 333Ὣς ἔφατ’, Ἀργεῖοι δὲ μέγ’ ἴαχον, ἀμφὶ δὲ νῆες Β 333Είπε και όλοι εφώναξαν και τρομερά τα πλοία

Β 334σμερδαλέον κονάβησαν ἀϋσάντων ὑπ’ Ἀχαιῶν, Β 334απ' την βοήν των Αχαιών ως πέρα ηχολογήσαν,

Β 335μῦθον ἐπαινήσαντες Ὀδυσσῆος θείοιο· Β 335τόσον εις όλους άρεσαν οι λόγοι του Οδυσσέως.

Β 336τοῖσι δὲ καὶ μετέειπε Γερήνιος ἱππότα Νέστωρ· Β 336Τότ' είπεν ο Γερήνιος ο Νέστωρ ιππηλάτης:

Β 337«ὦ πόποι ἦ δὴ παισὶν ἐοικότες ἀγοράασθε Β 337« Ωιμέ, να συναθροίζεσθε και να δημηγορείτε,

Β 338νηπιάχοις οἷς οὔ τι μέλει πολεμήϊα ἔργα. Β 338ως θα 'καναν ανήλικα και απόλεμα παιδία!

Β 339πῇ δὴ συνθεσίαι τε καὶ ὅρκια βήσεται ἥμιν; Β 339Λοιπόν οι συμφωνίες μας κι οι όρκοι τι θα γίνουν;

Β 340ἐν πυρὶ δὴ βουλαί τε γενοίατο μήδεά τ’ ἀνδρῶν Β 340Θε να καούν οι συμβουλές κι οι γνώμες των ηρώων,

Β 341σπονδαί τ’ ἄκρητοι καὶ δεξιαί, ᾗς ἐπέπιθμεν· Β 341οι αγνές σπονδές και των χεριών που εδώκαμεν η πίστις;

Β 342αὔτως γὰρ ἐπέεσσ’ ἐριδαίνομεν, οὐδέ τι μῆχος Β 342Λογομαχούμεν μάταια και τρόπον να σωθούμε,

Β 343εὑρέμεναι δυνάμεσθα, πολὺν χρόνον ἐνθάδ’ ἐόντες. Β 343τόσους καιρούς που 'μεθα εδώ δεν έχομ' έβρει ακόμη·

Β 344Ἀτρεΐδη σὺ δ’ ἔθ’ ὡς πρὶν ἔχων ἀστεμφέα βουλὴν Β 344και συ Ατρείδη πάλι ως πριν ασάλευτος στην γνώμην,

Β 345ἄρχευ’ Ἀργείοισι κατὰ κρατερὰς ὑσμίνας, Β 345συ των Αργείων αρχηγός να είσαι εις τους αγώνες,

Β 346τοῦσδε δ’ ἔα φθινύθειν ἕνα καὶ δύο, τοί κεν Ἀχαιῶν Β 346κι άφησ' εκείνοι να χαθούν, ένας ή δύο που χώρια

Β 347νόσφιν βουλεύωσ’—ἄνυσις δ’ οὐκ ἔσσεται αὐτῶν— Β 347βουλεύονται απ' τους Αχαιούς, και του κακού κοπιάζουν,

Β 348πρὶν Ἄργος δ’ ἰέναι πρὶν καὶ Διὸς αἰγιόχοιο Β 348στο Άργος να γυρίσωμεν πριν μάθομ' αν αλήθεια

Β 349γνώμεναι εἴ τε ψεῦδος ὑπόσχεσις εἴ τε καὶ οὐκί. Β 349ή ψέμα θα ν' η υπόσχεση του αιγιδοφόρου Δία.

Β 350φημὶ γὰρ οὖν κατανεῦσαι ὑπερμενέα Κρονίωνα Β 350Ναι, λέγ' ότι την έδωκεν ο υπέρτατος Κρονίδης

Β 351ἤματι τῷ ὅτε νηυσὶν ἐν ὠκυπόροισιν ἔβαινον Β 351αστράφτοντας στα δεξιά με φανερά σημεία

Β 352Ἀργεῖοι Τρώεσσι φόνον καὶ κῆρα φέροντες Β 352την ώραν όπου ανέβαιναν στα γρήγορα καράβια

Β 353ἀστράπτων ἐπιδέξι’ ἐναίσιμα σήματα φαίνων. Β 353οι Αργείοι μαύρον θάνατον να φέρουν εις τους Τρώας.

Β 354τὼ μή τις πρὶν ἐπειγέσθω οἶκον δὲ νέεσθαι Β 354Όθεν κανείς ας μη βιασθεί να γύρει στην πατρίδα,

Β 355πρίν τινα πὰρ Τρώων ἀλόχῳ κατακοιμηθῆναι, Β 355πριν λάβει στες αγκάλες του γυναίκ' ανδρός της Τροίας,

Β 356τίσασθαι δ’ Ἑλένης ὁρμήματά τε στοναχάς τε. Β 356και δικαιωθούν οι στεναγμοί κι οι πόνοι της Ελένης·

Β 357εἰ δέ τις ἐκπάγλως ἐθέλει οἶκον δὲ νέεσθαι Β 357και αν κάποιος θέλει φοβερά να γύρει στην πατρίδα

Β 358ἁπτέσθω ἧς νηὸς ἐϋσσέλμοιο μελαίνης, Β 358το χέρι στο κακόστρωτο κρεβάτι του ας απλώσει,

Β 359ὄφρα πρόσθ’ ἄλλων θάνατον καὶ πότμον ἐπίσπῃ. Β 359και πριν των άλλων γρήγορα θα κακοθανατίσει.

Β 360ἀλλὰ ἄναξ αὐτός τ’ εὖ μήδεο πείθεό τ’ ἄλλῳ· Β 360Αλλά και ατός σου, κύριε, σκέψου καλά και σ' άλλον

Β 361οὔ τοι ἀπόβλητον ἔπος ἔσσεται ὅττί κεν εἴπω· Β 361πείθου και λόγον που θα ειπώ μη τον καταφρονέσεις

Β 362κρῖν’ ἄνδρας κατὰ φῦλα κατὰ φρήτρας Ἀγάμεμνον, Β 362κατά φυλές να χωρισθούν και κατά γέν' οι άνδρες,

Β 363ὡς φρήτρη φρήτρηφιν ἀρήγῃ, φῦλα δὲ φύλοις. Β 363ώστε φυλή να βοηθεί φυλήν και γένος γένος.

Β 364εἰ δέ κεν ὣς ἕρξῃς καί τοι πείθωνται Ἀχαιοί, Β 364Και αν τούτο κάμεις κι οι Αχαιοί στον λόγον σου υπακούσουν,

Β 365γνώσῃ ἔπειθ’ ὅς θ’ ἡγεμόνων κακὸς ὅς τέ νυ λαῶν Β 365των αρχηγών και των λαών θα ιδείς ποιος είναι ανδρείος

Β 366ἠδ’ ὅς κ’ ἐσθλὸς ἔῃσι· κατὰ σφέας γὰρ μαχέονται. Β 366και ποιος δειλός, ως χωριστά θα πολεμά καθένας·

Β 367γνώσεαι δ’ εἰ καὶ θεσπεσίῃ πόλιν οὐκ ἀλαπάξεις, Β 367θα ιδείς αν είναι από θεού την πόλιν να μη πάρεις

Β 368ἦ ἀνδρῶν κακότητι καὶ ἀφραδίῃ πολέμοιο.» Β 368ή από δειλίαν των ανδρών και αμάθειαν του πολέμου».

Β 369Τὸν δ’ ἀπαμειβόμενος προσέφη κρείων Ἀγαμέμνων· Β 369Τότε σ' αυτόν απάντησεν ο κραταιός Ατρείδης:

Β 370«ἦ μὰν αὖτ’ ἀγορῇ νικᾷς γέρον υἷας Ἀχαιῶν. Β 370«Στες συμβουλές πόσο νικάς τους Αχαιούς, ω γέρε!

Β 371αἲ γὰρ Ζεῦ τε πάτερ καὶ Ἀθηναίη καὶ Ἄπολλον Β 371πατέρα Δία και Αθηνά και Απόλλων, ω θεοί μου,

Β 372τοιοῦτοι δέκα μοι συμφράδμονες εἶεν Ἀχαιῶν· Β 372αν είχα δέκα ωσάν εσέ συμβούλους στο πλευρό μου·

Β 373τώ κε τάχ’ ἠμύσειε πόλις Πριάμοιο ἄνακτος Β 373στην δύναμίν μας γρήγορα η πόλις του Πριάμου

Β 374χερσὶν ὑφ’ ἡμετέρῃσιν ἁλοῦσά τε περθομένη τε. Β 374θα έσκυφτε, και χαλασμός κι ερμιά θα την πλακώναν.

Β 375ἀλλά μοι αἰγίοχος Κρονίδης Ζεὺς ἄλγε’ ἔδωκεν, Β 375Αλλά μ' εταλαιπώρησεν ο υπέρτατος Κρονίδης,

Β 376ὅς με μετ’ ἀπρήκτους ἔριδας καὶ νείκεα βάλλει. Β 376που σ' έχθρες αδιόρθωτες και σ' έριδες μ' εμπλέκει·

Β 377καὶ γὰρ ἐγὼν Ἀχιλεύς τε μαχεσσάμεθ’ εἵνεκα κούρης Β 377ότι ελογομαχήσαμεν εγώ και ο Πηλείδης

Β 378ἀντιβίοις ἐπέεσσιν, ἐγὼ δ’ ἦρχον χαλεπαίνων· Β 378χάριν της κόρης και βαρύς εδείχθηκα εγώ πρώτος·

Β 379εἰ δέ ποτ’ ἔς γε μίαν βουλεύσομεν, οὐκέτ’ ἔπειτα Β 379αλλ' αν ομογνωμήσομε και πάλ' εμείς οι δύο,

Β 380Τρωσὶν ἀνάβλησις κακοῦ ἔσσεται οὐδ’ ἠβαιόν. Β 380δε θε ν'  αργήσει ουδέ στιγμήν ο όλεθρος των Τρώων.

Β 381νῦν δ’ ἔρχεσθ’ ἐπὶ δεῖπνον ἵνα ξυνάγωμεν Ἄρηα. Β 381Τώρα θα γευματίσετε, κατόπι αρματωθείτε·

Β 382εὖ μέν τις δόρυ θηξάσθω, εὖ δ’ ἀσπίδα θέσθω, Β 382σιάσετε τες ασπίδες σας, τροχίσετε τες λόγχες·

Β 383εὖ δέ τις ἵπποισιν δεῖπνον δότω ὠκυπόδεσσιν, Β 383άφθονην δώσετε τροφήν στα γρήγορα πουλάρια,

Β 384εὖ δέ τις ἅρματος ἀμφὶς ἰδὼν πολέμοιο μεδέσθω, Β 384τ' αμάξια θεωρήσετε, με τούτο στην καρδιά σας,

Β 385ὥς κε πανημέριοι στυγερῷ κρινώμεθ’ Ἄρηϊ. Β 385που θα κρατούμε ολήμερα τον φονικόν αγώνα

Β 386οὐ γὰρ παυσωλή γε μετέσσεται οὐδ’ ἠβαιὸν Β 386και δεν θα έχει ο πόλεμος ξανάσασμα κανένα

Β 387εἰ μὴ νὺξ ἐλθοῦσα διακρινέει μένος ἀνδρῶν. Β 387ως να 'λθ' η νύκτα την ορμήν να κόψει των ανδρείων·

Β 388ἱδρώσει μέν τευ τελαμὼν ἀμφὶ στήθεσφιν Β 388στα στήθη σας και το λουρί της κυκλωτής ασπίδος

Β 389ἀσπίδος ἀμφιβρότης, περὶ δ’ ἔγχεϊ χεῖρα καμεῖται· Β 389θα ιδρώσει και το χέρι σας στην λόγχην θ' αποκάμει,

Β 390ἱδρώσει δέ τευ ἵππος ἐΰξοον ἅρμα τιταίνων. Β 390και θα ιδρώσουν τ' άλογα στ' αμάξι τανυσμένα.

Β 391ὃν δέ κ’ ἐγὼν ἀπάνευθε μάχης ἐθέλοντα νοήσω Β 391Κι αν απ' τον πόλεμον μακράν εις τα κυρτά καράβια

Β 392μιμνάζειν παρὰ νηυσὶ κορωνίσιν, οὔ οἱ ἔπειτα Β 392μείνει κανείς και τον ιδώ, να μην ελπίσει εκείνος

Β 393ἄρκιον ἐσσεῖται φυγέειν κύνας ἠδ’ οἰωνούς.» Β 393που δεν θα γίνει σπάραγμα των όρνεων και των σκύλων».

Β 394Ὣς ἔφατ’, Ἀργεῖοι δὲ μέγ’ ἴαχον ὡς ὅτε κῦμα Β 394Είπε και όλοι εβόησαν, καθώς βοά το κύμα

Β 395ἀκτῇ ἐφ’ ὑψηλῇ, ὅτε κινήσῃ Νότος ἐλθών, Β 395από του Νότου την ορμήν επάνω σ' ακρωτήρι,

Β 396προβλῆτι σκοπέλῳ· τὸν δ’ οὔ ποτε κύματα λείπει Β 396που βγαίνει εμπρός στην θάλασσαν και πάντοτε το δέρνουν

Β 397παντοίων ἀνέμων, ὅτ’ ἂν ἔνθ’ ἢ ἔνθα γένωνται. Β 397τα κύματ' όπως έρχονται απ' όλους τους ανέμους.

Β 398ἀνστάντες δ’ ὀρέοντο κεδασθέντες κατὰ νῆας, Β 398Τα πλήθη τότ' εσκόρπισαν τριγύρω στα καράβια,

Β 399κάπνισσάν τε κατὰ κλισίας, καὶ δεῖπνον ἕλοντο. Β 399φωτιά στες σκηνές άναψαν κι εκάθισαν να φάγουν·

Β 400ἄλλος δ’ ἄλλῳ ἔρεζε θεῶν αἰειγενετάων Β 400κι εις έναν από τους θεούς θυσίαζε ο καθένας

Β 401εὐχόμενος θάνατόν τε φυγεῖν καὶ μῶλον Ἄρηος. Β 401κι εύχονταν να βγει ζωντανός απ' τον φρικτόν αγώνα·

Β 402αὐτὰρ ὃ βοῦν ἱέρευσε ἄναξ ἀνδρῶν Ἀγαμέμνων Β 402αλλά βόδι πεντάχρονον ο μέγας Αγαμέμνων

Β 403πίονα πενταέτηρον ὑπερμενέϊ Κρονίωνι, Β 403παχύτατο εθυσίασε του φοβερού Κρονίδη,

Β 404κίκλησκεν δὲ γέροντας ἀριστῆας Παναχαιῶν, Β 404και των Παναχαιών εκεί τους γέροντας καλούσε

Β 405Νέστορα μὲν πρώτιστα καὶ Ἰδομενῆα ἄνακτα, Β 405και πρώτιστα τον Νέστορα και τον Ιδομενέα,

Β 406αὐτὰρ ἔπειτ’ Αἴαντε δύω καὶ Τυδέος υἱόν, Β 406τους δυο κατόπιν Αίαντες, και τον Τυδείδην, κι έκτον

Β 407ἕκτον δ’ αὖτ’ Ὀδυσῆα Διὶ μῆτιν ἀτάλαντον. Β 407τον Οδυσσέα, πόμοιαζε στην γνώση με τον Δία,

Β 408αὐτόματος δέ οἱ ἦλθε βοὴν ἀγαθὸς Μενέλαος· Β 408και μόνος αυτοκάλεστος του ήλθεν ο γενναίος

Β 409ᾔδεε γὰρ κατὰ θυμὸν ἀδελφεὸν ὡς ἐπονεῖτο. Β 409Μενέλαος που εγνώριζε πόσες φροντίδες είχε·

Β 410βοῦν δὲ περιστήσαντο καὶ οὐλοχύτας ἀνέλοντο· Β 410και αφού στο βόδι ολόγυρα επήραν τα κριθάρια,

Β 411τοῖσιν δ’ εὐχόμενος μετέφη κρείων Ἀγαμέμνων· Β 411άρχισ' ο Ατρείδης την ευχήν: « Υπέρτατε Κρονίδη,

Β 412«Ζεῦ κύδιστε μέγιστε κελαινεφὲς αἰθέρι ναίων Β 412ένδοξε, μαυρονέφελε, εγκάτοικε του αιθέρος,

Β 413μὴ πρὶν ἐπ’ ἠέλιον δῦναι καὶ ἐπὶ κνέφας ἐλθεῖν Β 413δώσε πριν πέσει ο ήλιος και το σκοτάδι φθάσει

Β 414πρίν με κατὰ πρηνὲς βαλέειν Πριάμοιο μέλαθρον Β 414χάμω στην γην το μέγαρον να ρίξω του Πριάμου

Β 415αἰθαλόεν, πρῆσαι δὲ πυρὸς δηΐοιο θύρετρα, Β 415ασβολωτό και στη φωτιά τες πύλες του να λιώσω,

Β 416Ἑκτόρεον δὲ χιτῶνα περὶ στήθεσσι δαΐξαι Β 416και τον Εκτόρειον θώρακα με το σπαθί να σχίσω

Β 417χαλκῷ ῥωγαλέον· πολέες δ’ ἀμφ’ αὐτὸν ἑταῖροι Β 417στα αιματωμένα στήθη του, κι επίστομα στην σκόνη

Β 418πρηνέες ἐν κονίῃσιν ὀδὰξ λαζοίατο γαῖαν.» Β 418γύρω του σύντροφοι πολλοί το χώμα να δαγκάσουν».

Β 419Ὣς ἔφατ’, οὐδ’ ἄρα πώ οἱ ἐπεκραίαινε Κρονίων, Β 419Είπε, αλλ' ο Δίας την ευχήν δεν έστεργε, κι εδέχθη

Β 420ἀλλ’ ὅ γε δέκτο μὲν ἱρά, πόνον δ’ ἀμέγαρτον ὄφελλεν. Β 420την προσφοράν και δυνατόν του ετοίμαζεν αγώνα·

Β 421αὐτὰρ ἐπεί ῥ’ εὔξαντο καὶ οὐλοχύτας προβάλοντο, Β 421και αφού τες ευχές έκαμαν κι ερίξαν τα κριθάρια,

Β 422αὐέρυσαν μὲν πρῶτα καὶ ἔσφαξαν καὶ ἔδειραν, Β 422τον τράχηλον του εσήκωσαν, το σφάξαν και το γδάραν,

Β 423μηρούς τ’ ἐξέταμον κατά τε κνίσῃ ἐκάλυψαν Β 423και αφού χωρίσαν τα μεριά με διπλωτό κνισάρι

Β 424δίπτυχα ποιήσαντες, ἐπ’ αὐτῶν δ’ ὠμοθέτησαν. Β 424τα σκέπασαν κι επάνω των ωμά κομμάτια θέσαν·

Β 425καὶ τὰ μὲν ἂρ σχίζῃσιν ἀφύλλοισιν κατέκαιον, Β 425και αυτά με σχίζες άφυλλες εκαίαν, και τα σπλάχνα

Β 426σπλάγχνα δ’ ἄρ’ ἀμπείραντες ὑπείρεχον Ἡφαίστοιο. Β 426εσούβλισαν και στην φωτιάν επάνω τα κρατούσαν·

Β 427αὐτὰρ ἐπεὶ κατὰ μῆρε κάη καὶ σπλάγχνα πάσαντο, Β 427και αφού καήκαν τα μεριά κ εγεύθηκαν τα σπλάχνα

Β 428μίστυλλόν τ’ ἄρα τἆλλα καὶ ἀμφ’ ὀβελοῖσιν ἔπειραν, Β 428ελιάνισαν τα επίλοιπα, τα επέρασαν στες σούβλες,

Β 429ὤπτησάν τε περιφραδέως, ἐρύσαντό τε πάντα. Β 429και αφού με τέχνην τα 'ψησαν απ' την φωτιά τα πήραν.

Β 430αὐτὰρ ἐπεὶ παύσαντο πόνου τετύκοντό τε δαῖτα Β 430Κι άμ' απ' τον κόπον έπαυσαν, κι ετοίμασαν το γεύμα,

Β 431δαίνυντ’, οὐδέ τι θυμὸς ἐδεύετο δαιτὸς ἐΐσης. Β 431έτρωγαν κι όλ' ισόμοιρα χαρήκαν το τραπέζι,

Β 432αὐτὰρ ἐπεὶ πόσιος καὶ ἐδητύος ἐξ ἔρον ἕντο, Β 432και άμα εφάγαν κι έπιαν όσ' ήθελε η ψυχή τους,

Β 433τοῖς ἄρα μύθων ἦρχε Γερήνιος ἱππότα Νέστωρ· Β 433ο Νέστωρ είπε προς αυτούς: «Ατρείδη βασιλέα,

Β 434«Ἀτρεΐδη κύδιστε ἄναξ ἀνδρῶν Ἀγάμεμνον, Β 434με ομιλίες τον καιρό μη τρίβομ' εδώ πέρα,

Β 435μηκέτι νῦν δήθ’ αὖθι λεγώμεθα, μηδ’ ἔτι δηρὸν Β 435και ανάγκη είναι ν' αρχίσομε χωρίς αργοπορίαν

Β 436ἀμβαλλώμεθα ἔργον ὃ δὴ θεὸς ἐγγυαλίζει. Β 436το έργον τούτο, που ο θεός μας έδωκε στο χέρι·

Β 437ἀλλ’ ἄγε κήρυκες μὲν Ἀχαιῶν χαλκοχιτώνων Β 437και οι κήρυκες των Αχαιών τα χαλκοφόρα πλήθη

Β 438λαὸν κηρύσσοντες ἀγειρόντων κατὰ νῆας, Β 438ας κράξουν να συναθροισθούν απ' όλα τα καράβια,

Β 439ἡμεῖς δ’ ἀθρόοι ὧδε κατὰ στρατὸν εὐρὺν Ἀχαιῶν Β 439κι εμείς ας πάμε όλοι μαζί στο στράτευμα τριγύρω

Β 440ἴομεν ὄφρα κε θᾶσσον ἐγείρομεν ὀξὺν Ἄρηα.» Β 440στα στήθη των ν' ανάψομεν την λύσσαν του πολέμου».

Β 441Ὣς ἔφατ’, οὐδ’ ἀπίθησεν ἄναξ ἀνδρῶν Ἀγαμέμνων. Β 441Αυτά είπεν ο γέροντας, και ο μέγας Αγαμέμνων

Β 442αὐτίκα κηρύκεσσι λιγυφθόγγοισι κέλευσε Β 442τους ψηλοφώνους κήρυκες παράγγειλε να κράξουν

Β 443κηρύσσειν πόλεμον δὲ κάρη κομόωντας Ἀχαιούς· Β 443στον πόλεμον των Αχαιών τ' αντρειωμένα πλήθη

Β 444οἳ μὲν ἐκήρυσσον, τοὶ δ’ ἠγείροντο μάλ’ ὦκα. Β 444και γρήγορα στο κήρυγμα συναθροιζόνταν όλοι.

Β 445οἳ δ’ ἀμφ’ Ἀτρεΐωνα διοτρεφέες βασιλῆες Β 445Τους διαχωρίζαν με σπουδήν οι βασιλείς οι θείοι

Β 446θῦνον κρίνοντες, μετὰ δὲ γλαυκῶπις Ἀθήνη Β 446με τον Ατρείδη κι η Αθηνά στην μέσ' η γλαυκομάτα

Β 447αἰγίδ’ ἔχουσ’ ἐρίτιμον ἀγήρων ἀθανάτην τε, Β 447με ατίμητην, αγέραστην, αθάνατην αιγίδα·

Β 448τῆς ἑκατὸν θύσανοι παγχρύσεοι ἠερέθονται, Β 448που εκατόν κρόσες γύρω της ολόχρυσες κρεμόνταν,

Β 449πάντες ἐϋπλεκέες, ἑκατόμβοιος δὲ ἕκαστος· Β 449καλοπλεγμένες κι εκατόν αξίζει βόδια η μία·

Β 450σὺν τῇ παιφάσσουσα διέσσυτο λαὸν Ἀχαιῶν Β 450με αυτήν περνούσε ως αστραπή των Αχαιών τα πλήθη

Β 451ὀτρύνουσ’ ἰέναι· ἐν δὲ σθένος ὦρσεν ἑκάστῳ Β 451και τ' άναφτε κι εγέμιζε τα στήθη τους ανδρείαν

Β 452καρδίῃ ἄλληκτον πολεμίζειν ἠδὲ μάχεσθαι. Β 452να μάχονται να πολεμούν και παύσιν να μη θέλουν.

Β 453τοῖσι δ’ ἄφαρ πόλεμος γλυκίων γένετ’ ἠὲ νέεσθαι Β 453Και αγάπησαν τον πόλεμον καλύτερα ή να γύρουν

Β 454ἐν νηυσὶ γλαφυρῇσι φίλην ἐς πατρίδα γαῖαν. Β 454με τα βαθιά καράβια τους, στην ποθητήν πατρίδα.

Β 455Ἠΰτε πῦρ ἀΐδηλον ἐπιφλέγει ἄσπετον ὕλην Β 455Όπως κακή πυρκαϊά μεγάλο δάσος καίει,

Β 456οὔρεος ἐν κορυφῇς, ἕκαθεν δέ τε φαίνεται αὐγή, Β 456σ' άκρην βουνού και φαίνεται μακράν η αναλαμπή της,

Β 457ὣς τῶν ἐρχομένων ἀπὸ χαλκοῦ θεσπεσίοιο Β 457ομοίως απ' τον άπειρον χαλκόν, καθώς κινούντο,

Β 458αἴγλη παμφανόωσα δι’ αἰθέρος οὐρανὸν ἷκε. Β 458ο αιθέρας ως τον ουρανόν λαμποκοπούσεν όλος.

Β 459Τῶν δ’ ὥς τ’ ὀρνίθων πετεηνῶν ἔθνεα πολλὰ Β 459Και όπως πλήθη αμέτρητα πουλιών συμμαζωμένα,

Β 460χηνῶν ἢ γεράνων ἢ κύκνων δουλιχοδείρων Β 460χηνών κοπάδ' ή γερανών ή κύκνων μακρολαίμων

Β 461Ἀσίω ἐν λειμῶνι Καϋστρίου ἀμφὶ ῥέεθρα Β 461στ' Άσιο λιβάδι, στες ροές σιμά του Καϋστρίου

Β 462ἔνθα καὶ ἔνθα ποτῶνται ἀγαλλόμενα πτερύγεσσι Β 462φτεροκοπούν περήφανα στο 'να και στ' άλλο μέρος

Β 463κλαγγηδὸν προκαθιζόντων, σμαραγεῖ δέ τε λειμών, Β 463κι όταν καθίζουν κλαγγηκτά και ο κάμπος αντηχάει,

Β 464ὣς τῶν ἔθνεα πολλὰ νεῶν ἄπο καὶ κλισιάων Β 464τόσα τα πλήθη των ανδρών από σκηνές και πλοία

Β 465ἐς πεδίον προχέοντο Σκαμάνδριον· αὐτὰρ ὑπὸ χθὼν Β 465στο σιάδι το Σκαμάνδριον χυνόνταν κι απ' τον κτύπον

Β 466σμερδαλέον κονάβιζε ποδῶν αὐτῶν τε καὶ ἵππων. Β 466ίππων και ανδρών τρομακτικά η γη βροντοκοπούσεν·

Β 467ἔσταν δ’ ἐν λειμῶνι Σκαμανδρίῳ ἀνθεμόεντι Β 467κι έμειναν στο Σκαμάνδριον λιβάδι το ανθοφόρο

Β 468μυρίοι, ὅσσά τε φύλλα καὶ ἄνθεα γίγνεται ὥρῃ. Β 468άπειροι ωσάν της άνοιξης τα άνθη και τα φύλλα.

Β 469Ἠΰτε μυιάων ἁδινάων ἔθνεα πολλὰ Β 469Κι όπως σωρεύοντ' άπειρες οι μύγες εις την στάνην

Β 470αἵ τε κατὰ σταθμὸν ποιμνήϊον ἠλάσκουσιν Β 470την άνοιξιν οπού τ' αγγειά με γάλα ξεχειλίζουν,

Β 471ὥρῃ ἐν εἰαρινῇ ὅτε τε γλάγος ἄγγεα δεύει, Β 471ομοίως και των Αχαιών τ' ανδρειωμένα πλήθη

Β 472τόσσοι ἐπὶ Τρώεσσι κάρη κομόωντες Ἀχαιοὶ Β 472στην πεδιάδ' αμέτρητα, πυκνότατα, εστεκόνταν

Β 473ἐν πεδίῳ ἵσταντο διαρραῖσαι μεμαῶτες. Β 473κι ελαχταρούσαν όλεθρον να φέρουν εις τους Τρώας.

Β 474Τοὺς δ’ ὥς τ’ αἰπόλια πλατέ’ αἰγῶν αἰπόλοι ἄνδρες Β 474Και όπως εύκολα γιδιών κοπάδια σκορπισμένα

Β 475ῥεῖα διακρίνωσιν ἐπεί κε νομῷ μιγέωσιν, Β 475και στην βοσκήν ανάμεικτα χωρίζουν οι ποιμένες,

Β 476ὣς τοὺς ἡγεμόνες διεκόσμεον ἔνθα καὶ ἔνθα Β 476ομοίως εις τον πόλεμον εσύνταζαν τα πλήθη

Β 477ὑσμίνην δ’ ἰέναι, μετὰ δὲ κρείων Ἀγαμέμνων Β 477οι αρχηγοί και ανάμεσα ο κραταιός Ατρείδης

Β 478ὄμματα καὶ κεφαλὴν ἴκελος Διὶ τερπικεραύνῳ, Β 478στα μάτια και στην κεφαλήν αστραποφόρος Δίας

Β 479Ἄρεϊ δὲ ζώνην, στέρνον δὲ Ποσειδάωνι. Β 479στην ζώσιν Άρης έδειχνε και Ποσειδών στα στήθη.

Β 480ἠΰτε βοῦς ἀγέληφι μέγ’ ἔξοχος ἔπλετο πάντων Β 480Κι όπως σ' αγέλην έξοχος απ' όλους είναι ο ταύρος,

Β 481ταῦρος· ὃ γάρ τε βόεσσι μεταπρέπει ἀγρομένῃσι· Β 481και στην βοσκήν διακρίνεται, ομοίως τον Ατρείδην

Β 482τοῖον ἄρ’ Ἀτρεΐδην θῆκε Ζεὺς ἤματι κείνῳ Β 482ο Βροντητής ηθέλησεν εκείνην την ημέραν

Β 483ἐκπρεπέ’ ἐν πολλοῖσι καὶ ἔξοχον ἡρώεσσιν. Β 483λαμπρόν να κάμει κι έξοχον στο πλήθος των ηρώων.

Β 484Ἔσπετε νῦν μοι Μοῦσαι Ὀλύμπια δώματ’ ἔχουσαι— Β 484Μούσες, του Ολύμπου κάτοικες, διδάξετέ με τώρα —

Β 485ὑμεῖς γὰρ θεαί ἐστε πάρεστέ τε ἴστέ τε πάντα, Β 485είσθε θεές και βρίσκεσθε παντού και ηξεύρετ' όλα,

Β 486ἡμεῖς δὲ κλέος οἶον ἀκούομεν οὐδέ τι ἴδμεν— Β 486τίποτ' εμείς δεν ξεύρομεν, την φήμην μόνο ακούμε,—

Β 487οἵ τινες ἡγεμόνες Δαναῶν καὶ κοίρανοι ἦσαν· Β 487των Δαναών οι βασιλείς και οι άρχοι τίνες ήσαν·

Β 488πληθὺν δ’ οὐκ ἂν ἐγὼ μυθήσομαι οὐδ’ ὀνομήνω, Β 488του πλήθους τα ονόματα να ειπώ δεν θα ημπορούσα

Β 489οὐδ’ εἴ μοι δέκα μὲν γλῶσσαι, δέκα δὲ στόματ’ εἶεν, Β 489εγώ κι αν δέκα στόματα κι αν δέκα γλώσσες είχα,

Β 490φωνὴ δ’ ἄρρηκτος, χάλκεον δέ μοι ἦτορ ἐνείη, Β 490κι αν είχ' ασύντριφτην φωνήν και χάλκινα τα στήθη·

Β 491εἰ μὴ Ὀλυμπιάδες Μοῦσαι Διὸς αἰγιόχοιο Β 491μόνον οι κόρες του Διός αιγιδοφόρου, οι Μούσες

Β 492θυγατέρες μνησαίαθ’ ὅσοι ὑπὸ Ἴλιον ἦλθον· Β 492Ολυμπιάδες θα 'λεγαν πόσοι στην Τροίαν ήλθαν·

Β 493ἀρχοὺς αὖ νηῶν ἐρέω νῆάς τε προπάσας. Β 493αλλά θα ειπώ τους αρχηγούς και όλα τα καράβια.

Β 494Βοιωτῶν μὲν Πηνέλεως καὶ Λήϊτος ἦρχον Β 494Των Βοιωτών οι αρχηγοί Πηνέλαος, Κλονίος,

Β 495Ἀρκεσίλαός τε Προθοήνωρ τε Κλονίος τε, Β 495Προθήνωρ, Αρκεσίλαος, και Λήτος διοικούσαν

Β 496οἵ θ’ Ὑρίην ἐνέμοντο καὶ Αὐλίδα πετρήεσσαν Β 496όσους απόστειλ' η Αυλίς πετρώδης, η Υρία,

Β 497Σχοῖνόν τε Σκῶλόν τε πολύκνημόν τ’ Ἐτεωνόν, Β 497η Σχοίνος, ο Ετεωνός πολύλοφος, η Σκώλος,

Β 498Θέσπειαν Γραῖάν τε καὶ εὐρύχορον Μυκαλησσόν, Β 498η ευρύχωρη Μυκαλησσός, η Θέσπεια κι η Γραία,

Β 499οἵ τ’ ἀμφ’ Ἅρμ’ ἐνέμοντο καὶ Εἰλέσιον καὶ Ἐρυθράς, Β 499όσους το Άρμ' απόστειλε, το Ειλέσιον, οι Ερύθρες,

Β 500οἵ τ’ Ἐλεῶν’ εἶχον ἠδ’ Ὕλην καὶ Πετεῶνα, Β 500ακόμη όσους ο Ελεών, ο Πετεών, η Ύλη,

Β 501Ὠκαλέην Μεδεῶνά τ’ ἐϋκτίμενον πτολίεθρον, Β 501ο Μεδεών πόλις καλή και όσους η Ωκαλέη,

Β 502Κώπας Εὔτρησίν τε πολυτρήρωνά τε Θίσβην, Β 502η Θίσβ' η πολυτρύγονη, η Εύτρησις, οι Κώπες,

Β 503οἵ τε Κορώνειαν καὶ ποιήενθ’ Ἁλίαρτον, Β 503κι ο χλοερός Αλίαρτος, κι όσους ακόμη εστείλαν

Β 504οἵ τε Πλάταιαν ἔχον ἠδ’ οἳ Γλισᾶντ’ ἐνέμοντο, Β 504ο Γλίσας, η Κορώνεια, η Πλάταια και η πόλις

Β 505οἵ θ’ Ὑποθήβας εἶχον ἐϋκτίμενον πτολίεθρον, Β 505ωραία των Υποθηβών, και η πόλις η αγία

Β 506Ὀγχηστόν θ’ ἱερὸν Ποσιδήϊον ἀγλαὸν ἄλσος, Β 506η Όγχηστος, πολύδενδρο του Ποσειδώνος κτήμα,

Β 507οἵ τε πολυστάφυλον Ἄρνην ἔχον, οἵ τε Μίδειαν Β 507η θεία Νίσα, η Μίδεια, η Άρνη αμπελοφόρα,

Β 508Νῖσάν τε ζαθέην Ἀνθηδόνα τ’ ἐσχατόωσαν· Β 508και όσοι από την έσχατην έφθασαν Ανθηδόνα.

Β 509τῶν μὲν πεντήκοντα νέες κίον, ἐν δὲ ἑκάστῃ Β 509Πενήντα σαν τα πλοία των κι επάνω στο καθένα

Β 510κοῦροι Βοιωτῶν ἑκατὸν καὶ εἴκοσι βαῖνον. Β 510ήσαν εκατόν είκοσι των Βοιωτών αγόρια.

Β 511Οἳ δ’ Ἀσπληδόνα ναῖον ἰδ’ Ὀρχομενὸν Μινύειον, Β 511Του Ορχομενού των Μινυών τους άνδρες και Ασπληδόνος

Β 512τῶν ἦρχ’ Ἀσκάλαφος καὶ Ἰάλμενος υἷες Ἄρηος Β 512εδιοικούσε ο Ιάλμενος και Ασκάλαφος, αγόρια

Β 513οὓς τέκεν Ἀστυόχη δόμῳ Ἄκτορος Ἀζεΐδαο, Β 513του Άρη και της θυγατρός του Άκτορος Αζείδη

Β 514παρθένος αἰδοίη ὑπερώϊον εἰσαναβᾶσα Β 514της Αστυόχης, οπού αγνή στ' ανώγι της ανέβη

Β 515Ἄρηϊ κρατερῷ· ὃ δέ οἱ παρελέξατο λάθρῃ· Β 515κι ο Άρης, δυνατός θεός, με αυτήν κρυφά κοιμήθη·

Β 516τοῖς δὲ τριήκοντα γλαφυραὶ νέες ἐστιχόωντο. Β 516κι είχαν τριάντα βαθουλά κατόπι τους καράβια.

Β 517Αὐτὰρ Φωκήων Σχεδίος καὶ Ἐπίστροφος ἦρχον Β 517Με τους Φωκείς ο Επίστροφος ερχόταν και ο Σχεδίος

Β 518υἷες Ἰφίτου μεγαθύμου Ναυβολίδαο, Β 518υιοί του μεγαλόψυχου Ιφίτου Ναυβουλίδη.

Β 519οἳ Κυπάρισσον ἔχον Πυθῶνά τε πετρήεσσαν Β 519Τους έστειλε η Κυπάρισσος και η Πυθώ πετρώδης,

Β 520Κρῖσάν τε ζαθέην καὶ Δαυλίδα καὶ Πανοπῆα, Β 520η θεία Κρίσα και η Δαυλίς, ο Πανοπεύς και ακόμη

Β 521οἵ τ’ Ἀνεμώρειαν καὶ Ὑάμπολιν ἀμφενέμοντο, Β 521τα μέρη της Υαμπόλεως, και της Ανεμωρείας

Β 522οἵ τ’ ἄρα πὰρ ποταμὸν Κηφισὸν δῖον ἔναιον, Β 522κι αυτά που ο θείος ποταμός ο Κηφισός ποτίζει,

Β 523οἵ τε Λίλαιαν ἔχον πηγῇς ἔπι Κηφισοῖο· Β 523και η Λίλαια που κτίστηκεν επάνω στες πηγές του·

Β 524τοῖς δ’ ἅμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο. Β 524κι είχαν σαράντα ολόμαυρα κατόπι τους καράβια

Β 525οἳ μὲν Φωκήων στίχας ἵστασαν ἀμφιέποντες, Β 525και κολλητά στους Βοιωτούς, στο αριστερό τους πλάγι

Β 526Βοιωτῶν δ’ ἔμπλην ἐπ’ ἀριστερὰ θωρήσσοντο. Β 526οι πολεμάρχοι εσύνταζαν τα πλήθη των Φωκέων.

Β 527Λοκρῶν δ’ ἡγεμόνευεν Ὀϊλῆος ταχὺς Αἴας Β 527Των Λοκρών ήταν αρχηγός ο Οιλείδης ταχύς Αίας

Β 528μείων, οὔ τι τόσος γε ὅσος Τελαμώνιος Αἴας Β 528πολύ πολύ μικρότερος του Τελαμωνιάδη

Β 529ἀλλὰ πολὺ μείων· ὀλίγος μὲν ἔην λινοθώρηξ, Β 529στο σώμα, και μικρόσωμος λινοθωρακωμένος

Β 530ἐγχείῃ δ’ ἐκέκαστο Πανέλληνας καὶ Ἀχαιούς· Β 530των Πανελλήνων και Αχαιών εις το κοντάρι πρώτος·

Β 531οἳ Κῦνόν τ’ ἐνέμοντ’ Ὀπόεντά τε Καλλίαρόν τε Β 531ήλθαν απ' την Καλλίαρον, την Κύνον, τον Οπούντα,

Β 532Βῆσσάν τε Σκάρφην τε καὶ Αὐγειὰς ἐρατεινὰς Β 532απ' τες ωραίες Αυγειές, την Βήσσαν και την Σκάρφην,

Β 533Τάρφην τε Θρόνιον τε Βοαγρίου ἀμφὶ ῥέεθρα· Β 533την Τάρφην και το Θρόνιον, του Βοαγρίου πόρον·

Β 534τῷ δ’ ἅμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο Β 534και αυτόν σαράντα ολόμαυρα καράβι' ακολουθούσαν

Β 535Λοκρῶν, οἳ ναίουσι πέρην ἱερῆς Εὐβοίης. Β 535των Λοκρών πού 'ναι αντίπερα της ιεράς Ευβοίας.

Β 536Οἳ δ’ Εὔβοιαν ἔχον μένεα πνείοντες Ἄβαντες Β 536Και τους ανδρείους Άβαντας κατοίκους της Ευβοίας

Β 537Χαλκίδα τ’ Εἰρέτριάν τε πολυστάφυλόν θ’ Ἱστίαιαν Β 537από Χαλκίδ' Ερέτριαν και απ' την σταφυλοφόραν

Β 538Κήρινθόν τ’ ἔφαλον Δίου τ’ αἰπὺ πτολίεθρον, Β 538Ιστίαιαν και Κήρινθον ακρόγιαλην και ακόμη

Β 539οἵ τε Κάρυστον ἔχον ἠδ’ οἳ Στύρα ναιετάασκον, Β 539από το Δίον το υψηλό, την Κάρυστον και Στύρα,

Β 540τῶν αὖθ’ ἡγεμόνευ’ Ἐλεφήνωρ ὄζος Ἄρηος Β 540τους διοικούσε ο φοβερός στην μάχην Ελεφήνωρ

Β 541Χαλκωδοντιάδης μεγαθύμων ἀρχὸς Ἀβάντων. Β 541Χαλκωδοντιάδης αρχηγός των ψυχερών Αβάντων.

Β 542τῷ δ’ ἅμ’ Ἄβαντες ἕποντο θοοὶ ὄπιθεν κομόωντες Β 542Γοργόποδοι με τα μαλλιά στες πλάτες απλωμένα,

Β 543αἰχμηταὶ μεμαῶτες ὀρεκτῇσιν μελίῃσι Β 543λογχιστές ήσαν πρόθυμοι με τα μακριά κοντάρια

Β 544θώρηκας ῥήξειν δηΐων ἀμφὶ στήθεσσι· Β 544στα στήθη επάνω των εχθρών τους θώρακες να σπάσουν·

Β 545τῷ δ’ ἅμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο. Β 545και αυτόν σαράντα ολόμαυρα καράβια ακολουθούσαν.

Β 546Οἳ δ’ ἄρ’ Ἀθήνας εἶχον ἐϋκτίμενον πτολίεθρον Β 546Άνδρες οι Αθήνες έστειλαν, καλοκτισμένη πόλις·

Β 547δῆμον Ἐρεχθῆος μεγαλήτορος, ὅν ποτ’Ἀθήνη Β 547κι ήταν η χώρα του υψηλού στο φρόνημα Ερεχθέως·

Β 548θρέψε Διὸς θυγάτηρ, τέκε δὲ ζείδωρος ἄρουρα, Β 548τον γέννησεν η δότρα Γη και του Διός η κόρη

Β 549κὰδ δ’ ἐν Ἀθήνῃς εἷσεν ἑῷ ἐν πίονι νηῷ· Β 549η Αθηνά τον έθρεψε, και στον λαμπρόν ναόν της

Β 550ἔνθα δέ μιν ταύροισι καὶ ἀρνειοῖς ἱλάονται Β 550τον έθεσε, και με κριούς και ταύρους, κάθε χρόνο

Β 551κοῦροι Ἀθηναίων περιτελλομένων ἐνιαυτῶν· Β 551τ' αγόρια των Αθηνών ευφραίνουν την ψυχή του·

Β 552τῶν αὖθ’ ἡγεμόνευ’ υἱὸς Πετεῶο Μενεσθεύς. Β 552ο Μενεσθεύς του Πετεώ τους διοικούσε, ο μόνος

Β 553τῷ δ’ οὔ πώ τις ὁμοῖος ἐπιχθόνιος γένετ’ ἀνὴρ Β 553ίππους να τάξ' εις πόλεμον και ασπιδοφόρους άνδρες,

Β 554κοσμῆσαι ἵππους τε καὶ ἀνέρας ἀσπιδιώτας· Β 554και σ' όλους μέσα τους θνητούς αντίπαλον δεν είχεν

Β 555Νέστωρ οἶος ἔριζεν· ὃ γὰρ προγενέστερος ἦεν· Β 555άλλον παρά τον Νέστορα, τον γεροντότερόν του·

Β 556τῷ δ’ ἅμα πεντήκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο. Β 556και αυτόν πενήντα ολόμαυρα καράβια ακολουθούσαν.

Β 557Αἴας δ’ ἐκ Σαλαμῖνος ἄγεν δυοκαίδεκα νῆας, Β 557Ο Αίας πρύμνες δώδεκα της Σαλαμίνος είχε,

Β 558στῆσε δ’ ἄγων ἵν’ Ἀθηναίων ἵσταντο φάλαγγες. Β 558κι εστάθηκε στες φάλαγγες σιμά των Αθηναίων.

Β 559Οἳ δ’ Ἄργός τ’ εἶχον Τίρυνθά τε τειχιόεσσαν Β 559Άνδρες το Άργος έστειλε κι η πυργωμένη Τίρυνς

Β 560Ἑρμιόνην Ἀσίνην τε, βαθὺν κατὰ κόλπον ἐχούσας, Β 560απ' το βαθύ λιμάνι τους η Ασίνη κι η Ερμιόνη,

Β 561Τροιζῆν’ Ἠϊόνας τε καὶ ἀμπελόεντ’ Ἐπίδαυρον, Β 561η αμπελωμένη Επίδαυρος, τα μέρη της Τροιζήνος,

Β 562οἵ τ’ ἔχον Αἴγιναν Μάσητά τε κοῦροι Ἀχαιῶν, Β 562των Ηιονών, του Μάσητος, ακόμη της Αιγίνης·

Β 563τῶν αὖθ’ ἡγεμόνευε βοὴν ἀγαθὸς Διομήδης Β 563τους διοικούσαν ο καλός στην μάχην Διομήδης

Β 564καὶ Σθένελος, Καπανῆος ἀγακλειτοῦ φίλος υἱός· Β 564και ο Σθένελος· του δοξαστού υιός του Καπανέως,

Β 565τοῖσι δ’ ἅμ’ Εὐρύαλος τρίτατος κίεν ἰσόθεος φὼς, Β 565και τρίτος ο Ευρύαλος, ο θείος, που εγεννήθη

Β 566Μηκιστέος υἱὸς Ταλαϊονίδαο ἄνακτος· Β 566απ' τον υιόν του Ταλαού τον άρχον Μηκιστέα·

Β 567συμπάντων δ’ ἡγεῖτο βοὴν ἀγαθὸς Διομήδης· Β 567αλλ' ήταν όλων αρχηγός ο ανδρείος Διομήδης·

Β 568τοῖσι δ’ ἅμ’ ὀγδώκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο. Β 568κι είχαν ογδόντα ολόμαυρα κατόπιν τους καράβια.

Β 569Οἳ δὲ Μυκήνας εἶχον ἐϋκτίμενον πτολίεθρον Β 569Και οι Μυκήνες οι λαμπρές, η Κόρινθος πλουσία,

Β 570ἀφνειόν τε Κόρινθον ἐϋκτιμένας τε Κλεωνάς, Β 570οι Κλεωνές καλόκτιστες, των Ορνειών τα μέρη,

Β 571Ὀρνειάς τ’ ἐνέμοντο Ἀραιθυρέην τ’ ἐρατεινὴν Β 571η Αραιθυρέα πάντερπνη, η πόλις Σικυώνος,

Β 572καὶ Σικυῶν’, ὅθ’ ἄρ’ Ἄδρηστος πρῶτ’ ἐμβασίλευεν, Β 572εκεί που πρώτ' ο Άδραστος εγίνη βασιλέας,

Β 573οἵ θ’ Ὑπερησίην τε καὶ αἰπεινὴν Γονόεσσαν Β 573η Υπερησία, και η ψηλή Γονούσσα και η Πελλήνη,

Β 574Πελλήνην τ’ εἶχον ἠδ’ Αἴγιον ἀμφενέμοντο Β 574ο Αιγιαλός, το Αίγιον κι η απλωμένη Ελίκη

Β 575Αἰγιαλόν τ’ ἀνὰ πάντα καὶ ἀμφ’ Ἑλίκην εὐρεῖαν, Β 575έστειλαν άνδρες σ' εκατό καράβια ανεβασμένους

Β 576τῶν ἑκατὸν νηῶν ἦρχε κρείων Ἀγαμέμνων Β 576και αρχηγός ήτ' ο κραταιός Ατρείδης Αγαμέμνων.

Β 577Ἀτρεΐδης· ἅμα τῷ γε πολὺ πλεῖστοι καὶ ἄριστοι Β 577Εκείνος είχε τα πολλά και ανδρειωμένα πλήθη,

Β 578λαοὶ ἕποντ’· ἐν δ’ αὐτὸς ἐδύσετο νώροπα χαλκὸν Β 578κι άστραφτεν όλος στ' άρματα κι επαίρετο η ψυχή του

Β 579κυδιόων, πᾶσιν δὲ μετέπρεπεν ἡρώεσσιν Β 579ως ήταν εις την δύναμιν ο πρώτος των ηρώων,

Β 580οὕνεκ’ ἄριστος ἔην πολὺ δὲ πλείστους ἄγε λαούς. Β 580ότ' είχε αυτός πλιότερον λαόν ολόγυρά του.

Β 581Οἳ δ’ εἶχον κοίλην Λακεδαίμονα κητώεσσαν, Β 581Έστειλεν άνδρες η κλειστή στα όρη Λακεδαίμων,

Β 582Φᾶρίν τε Σπάρτην τε πολυτρήρωνά τε Μέσσην, Β 582η Μέσσ' η πολυτρύγονη, η Σπάρτη και η Φάρις,

Β 583Βρυσειάς τ’ ἐνέμοντο καὶ Αὐγειὰς ἐρατεινάς, Β 583οι Βρυσειές, οι Αυγειές οι πάντερπνες, οι Αμύκλες,

Β 584οἵ τ’ ἄρ’ Ἀμύκλας εἶχον Ἕλος τ’ ἔφαλον πτολίεθρον, Β 584το Έλος, χώρ' ακρόγιαλη, το Οίτυλος και ο Λάας

Β 585οἵ τε Λάαν εἶχον ἠδ’ Οἴτυλον ἀμφενέμοντο, Β 585και τούτους ο Μενέλαος ο ανδρείος αδελφός του

Β 586τῶν οἱ ἀδελφεὸς ἦρχε βοὴν ἀγαθὸς Μενέλαος Β 586εδιοικούσε κι έφερνε μαζί του εξήντα πλοία·

Β 587ἑξήκοντα νεῶν· ἀπάτερθε δὲ θωρήσσοντο· Β 587και ανάμερ' αρματώνονταν και αυτός με προθυμίαν

Β 588ἐν δ’ αὐτὸς κίεν ᾗσι προθυμίῃσι πεποιθὼς Β 588στην μέση τους επρόβαινε και τους παρακινούσε

Β 589ὀτρύνων πόλεμον δέ· μάλιστα δὲ ἵετο θυμῷ Β 589στον πόλεμον και του καιε τα σπλάχνα μέσα ο πόθος

Β 590τίσασθαι Ἑλένης ὁρμήματά τε στοναχάς τε. Β 590να εκδικηθεί τους στεναγμούς, τα δάκρυα της Ελένης.

Β 591Οἳ δὲ Πύλον τ’ ἐνέμοντο καὶ Ἀρήνην ἐρατεινὴν Β 591Η Πύλος άνδρες έστειλε και η πάντερπνη Αρήνη

Β 592καὶ Θρύον Ἀλφειοῖο πόρον καὶ ἐΰκτιτον Αἰπύ, Β 592το Θρύον, πόρος του Αλφειού, το Αιπύ λαμπρό, τα μέρη

Β 593καὶ Κυπαρισσήεντα καὶ Ἀμφιγένειαν ἔναιον Β 593και του Κυπαρισσήεντος και της Αμφιγενείας,

Β 594καὶ Πτελεὸν καὶ Ἕλος καὶ Δώριον, ἔνθά τε Μοῦσαι Β 594του Έλους και της Πτελεού, το Δώριον, όπου οι Μούσες

Β 595ἀντόμεναι Θάμυριν τὸν Θρήϊκα παῦσαν ἀοιδῆς Β 595ήβραν τον Θράκα Θάμυριν και αλάλητον τον κάμαν,

Β 596Οἰχαλίηθεν ἰόντα παρ’ Εὐρύτου Οἰχαλιῆος· Β 596ως γύριζε απ' τον Εύρυτον τον άρχον Οιχαλίας·

Β 597στεῦτο γὰρ εὐχόμενος νικησέμεν εἴ περ ἂν αὐταὶ Β 597πως θα ενικούσ' επαίρονταν αυτός και αν τραγουδούσαν

Β 598Μοῦσαι ἀείδοιεν κοῦραι Διὸς αἰγιόχοιο· Β 598οι Μούσες κόρες του Διός κι εκείνες χολωμένες

Β 599αἳ δὲ χολωσάμεναι πηρὸν θέσαν, αὐτὰρ ἀοιδὴν Β 599τον τύφλωσαν· και της ωδής το χάρισμα το θείον

Β 600θεσπεσίην ἀφέλοντο καὶ ἐκλέλαθον κιθαριστύν· Β 600και ακόμη το κιθάρισμα τον κάμαν ν' αστοχήσει

Β 601τῶν αὖθ’ ἡγεμόνευε Γερήνιος ἱππότα Νέστωρ· Β 601και τούτους ο Γερήνιος ο Νέστωρ διοικούσε,

Β 602τῷ δ’ ἐνενήκοντα γλαφυραὶ νέες ἐστιχόωντο. Β 602κι ήσαν καράβια βαθουλά κατόπι του ενενήντα.

Β 603Οἳ δ’ ἔχον Ἀρκαδίην ὑπὸ Κυλλήνης ὄρος αἰπὺ Β 603Η Αρκαδία κάτωθεν απ' τ' όρος της Κυλλήνης

Β 604Αἰπύτιον παρὰ τύμβον ἵν’ ἀνέρες ἀγχιμαχηταί, Β 604που ο τάφος είν' ο Αιπύτιος και τρέφει λογχοφόρους

Β 605οἳ Φενεόν τ’ ἐνέμοντο καὶ Ὀρχομενὸν πολύμηλον Β 605ο Ορχομενός πολύαρνος, η ανεμισμένη Ενίσπη,

Β 606Ῥίπην τε Στρατίην τε καὶ ἠνεμόεσσαν Ἐνίσπην Β 606η Ρίπη και ο Φενεός εστείλαν κι η Στρατία

Β 607καὶ Τεγέην εἶχον καὶ Μαντινέην ἐρατεινήν, Β 607η Μαντινέα πάντερπνη, η Στύμφαλος κι ακόμη

Β 608Στύμφηλόν τ’ εἶχον καὶ Παρρασίην ἐνέμοντο, Β 608η Παρρασία, κι έστειλεν η χώρα της Τεγέας·

Β 609τῶν ἦρχ’ Ἀγκαίοιο πάϊς κρείων Ἀγαπήνωρ, Β 609καράβια εξήντα είχε μ' αυτούς ο γόνος του Αγκαίου

Β 610ἑξήκοντα νεῶν· πολέες δ’ ἐν νηῒ ἑκάστῃ Β 610ο Αγαπήνωρ αρχηγός, και στο καθένα πλήθος

Β 611Ἀρκάδες ἄνδρες ἔβαινον ἐπιστάμενοι πολεμίζειν. Β 611Αρκάδες ήσαν πρακτικοί στην τέχνην του πολέμου.

Β 612αὐτὸς γάρ σφιν δῶκεν ἄναξ ἀνδρῶν Ἀγαμέμνων Β 612Αλλ' επειδή δεν γνώριζαν τα έργα της θαλάσσης,

Β 613νῆας ἐϋσσέλμους περάαν ἐπὶ οἴνοπα πόντον Β 613τους είχε δώσει ο κραταιός Ατρείδης Αγαμέμνων

Β 614Ἀτρεΐδης, ἐπεὶ οὔ σφι θαλάσσια ἔργα μεμήλει. Β 614τα πλοία τα καλόστρωτα να σχίζουν τα πελάγη.

Β 615Οἳ δ’ ἄρα Βουπράσιόν τε καὶ Ἤλιδα δῖαν ἔναιον, Β 615Και από την θείαν Ήλιδα κι απ' το Βουπράσιον ήλθαν

Β 616ὅσσον ἐφ’ Ὑρμίνη καὶ Μύρσινος ἐσχατόωσα Β 616από τους τόπους όπου κλειούν η Μύρσινος, στην άκρην,

Β 617πέτρη τ’ Ὠλενίη καὶ Ἀλήσιον ἐντὸς ἐέργει, Β 617η Υρμίνη, το Αλείσιον κι η Ωλενία πέτρα·

Β 618τῶν αὖ τέσσαρες ἀρχοὶ ἔσαν, δέκα δ’ ἀνδρὶ ἑκάστῳ Β 618τέσσαρες ήσαν αρχηγοί κι είχε ο καθένας δέκα

Β 619νῆες ἕποντο θοαί, πολέες δ’ ἔμβαινον Ἐπειοί. Β 619καράβια και τα γέμιζαν των Επειών τα πλήθη.

Β 620τῶν μὲν ἄρ’ Ἀμφίμαχος καὶ Θάλπιος ἡγησάσθην Β 620Ένας ο Θάλπιος υιός του Ακτορίδη Ευρύτου,

Β 621υἷες ὃ μὲν Κτεάτου, ὃ δ’ ἄρ’ Εὐρύτου, Ἀκτορίωνε· Β 621δεύτερος ο Αμφίμαχος, ο γόνος του Κτεάτου·

Β 622τῶν δ’ Ἀμαρυγκεΐδης ἦρχε κρατερὸς Διώρης· Β 622ο Αμαρυγκείδης ο καλός Διώρης ήταν τρίτος,

Β 623τῶν δὲ τετάρτων ἦρχε Πολύξεινος θεοειδὴς Β 623τέταρτος, ο Πολύξενος λαμπρό του Αγασθένους

Β 624υἱὸς Ἀγασθένεος Αὐγηϊάδαο ἄνακτος. Β 624του βασιλέως γέννημα και έγγονος του Αυγείου.

Β 625Οἳ δ’ ἐκ Δουλιχίοιο Ἐχινάων θ’ ἱεράων Β 625Και τα νησιά τα ιερά της Ήλιδος αντίκρυ

Β 626νήσων, αἳ ναίουσι πέρην ἁλὸς Ἤλιδος ἄντα, Β 626Εχίνες και Δουλίχιον, σαράντα εστείλαν πλοία

Β 627τῶν αὖθ’ ἡγεμόνευε Μέγης ἀτάλαντος Ἄρηϊ Β 627κι ο Μέγης ήταν αρχηγός ισόπαλος του Άρη,

Β 628Φυλεΐδης, ὃν τίκτε Διῒ φίλος ἱππότα Φυλεύς, Β 628και τον εγένησε ο Φυλεύς, αγαπητός του Δία,

Β 629ὅς ποτε Δουλίχιον δ’ ἀπενάσσατο πατρὶ χολωθείς· Β 629που έναν καιρόν, ως έπεσε στην έχθραν του πατρός του,

Β 630τῷ δ’ ἅμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο. Β 630εις το Δουλίχιον πέρασεν εκεί να κατοικήσει.

Β 631Αὐτὰρ Ὀδυσσεὺς ἦγε Κεφαλλῆνας μεγαθύμους, Β 631Κατόπ' οι μεγαλόψυχοι ερχόνταν Κεφαλλήνες,

Β 632οἵ ῥ’ Ἰθάκην εἶχον καὶ Νήριτον εἰνοσίφυλλον Β 632η Ιθάκη, τα σεισόφυλλα προπόδια του Νηρίτου,

Β 633καὶ Κροκύλει’ ἐνέμοντο καὶ Αἰγίλιπα τρηχεῖαν, Β 633τους στείλαν, τα Κροκύλεια, η Αιγίλιψ η τραχεία,

Β 634οἵ τε Ζάκυνθον ἔχον ἠδ’ οἳ Σάμον ἀμφενέμοντο, Β 634τους έστειλεν η Ζάκυνθος, η Σάμος και τα μέρη

Β 635οἵ τ’ ἤπειρον ἔχον ἠδ’ ἀντιπέραι’ ἐνέμοντο· Β 635της στερεάς τ' αντίπερα· και είχαν αρχηγό τους

Β 636τῶν μὲν Ὀδυσσεὺς ἦρχε Διὶ μῆτιν ἀτάλαντος· Β 636τον Οδυσσέα πόμοιαζε στην γνώση με τον Δία,

Β 637τῷ δ’ ἅμα νῆες ἕποντο δυώδεκα μιλτοπάρῃοι. Β 637και είχαν πλοία δώδεκα με κόκκινες τες πλώρες.

Β 638Αἰτωλῶν δ’ ἡγεῖτο Θόας Ἀνδραίμονος υἱός, Β 638Των Αιτωλών ήτο αρχηγός ο Ανδραιμονίδης Θόας·

Β 639οἳ Πλευρῶν’ ἐνέμοντο καὶ Ὤλενον ἠδὲ Πυλήνην Β 639τους έστειλ' η ακρόγιαλη Χαλκίς και η Πυλήνη,

Β 640Χαλκίδα τ’ ἀγχίαλον Καλυδῶνά τε πετρήεσσαν· Β 640η Ωλενος και ο Πλευρών, και η Καλυδών πετρώδης·

Β 641οὐ γὰρ ἔτ’ Οἰνῆος μεγαλήτορος υἱέες ἦσαν, Β 641και ως είχε λείψ' η γενεά του ανδρειωμένου Οινέως

Β 642οὐδ’ ἄρ’ ἔτ’ αὐτὸς ἔην, θάνε δὲ ξανθὸς Μελέαγρος· Β 642με τον ξανθόν Μελέαγρον, γι' αυτό καθ' εξουσία

Β 643τῷ δ’ ἐπὶ πάντ’ ἐτέταλτο ἀνασσέμεν Αἰτωλοῖσι· Β 643εδόθηκε του Θόαντος στων Αιτωλών τα πλήθη·

Β 644τῷ δ’ ἅμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο. Β 644κι είχε σαράντα ολόμαυρα κατόπι του καράβια.

Β 645Κρητῶν δ’ Ἰδομενεὺς δουρὶ κλυτὸς ἡγεμόνευεν, Β 645Και των Κρητών ήτο αρχηγός ο Ιδομενεύς ο ανδρείος,

Β 646οἳ Κνωσόν τ’ εἶχον Γόρτυνά τε τειχιόεσσαν, Β 646όσους απόστειλε η Κνωσός και η πυργωμένη Γόρτυς

Β 647Λύκτον Μίλητόν τε καὶ ἀργινόεντα Λύκαστον Β 647και ο λευκόγειος Λύκαστος και η Μίλητος και η Λύκτος,

Β 648Φαιστόν τε Ῥύτιόν τε, πόλεις εὖ ναιετοώσας, Β 648το Ρύτιον και η Φαιστός χώρες λαμπρές και άλλοι

Β 649ἄλλοι θ’ οἳ Κρήτην ἑκατόμπολιν ἀμφενέμοντο. Β 649οπού την εκατόμπολιν εκατοικούσαν Κρήτην·

Β 650τῶν μὲν ἄρ’ Ἰδομενεὺς δουρὶ κλυτὸς ἡγεμόνευε Β 650όλων αυτών ήτο αρχηγός ο Ιδομενεύς ο ανδρείος,

Β 651Μηριόνης τ’ ἀτάλαντος Ἐνυαλίῳ ἀνδρειφόντῃ· Β 651και ο Μηριόνης όμοιος του ανθρωποφόνου Άρη·

Β 652τοῖσι δ’ ἅμ’ ὀγδώκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο. Β 652κι είχαν ογδόντα ολόμαυρα κατόπι τους καράβια.

Β 653Τληπόλεμος δ’ Ἡρακλεΐδης ἠΰς τε μέγας τε Β 653Και ο Τληπόλεμος τρανός και ωραίος Ηρακλείδης

Β 654ἐκ Ῥόδου ἐννέα νῆας ἄγεν Ῥοδίων ἀγερώχων, Β 654εννέα πρύμνες έφερνε Ροδίων περηφάνων

Β 655οἳ Ῥόδον ἀμφενέμοντο διὰ τρίχα κοσμηθέντες, Β 655που εις τρεις μοιράσαν το νησί της Ρόδου χώρες όλο

Β 656Λίνδον Ἰηλυσόν τε καὶ ἀργινόεντα Κάμειρον. Β 656της Λίνδου, της Ιαλισού και της λευκής Καμείρου·

Β 657τῶν μὲν Τληπόλεμος δουρὶ κλυτὸς ἡγεμόνευεν, Β 657και τον λαμπρόν Τληπόλεμον από τον Ηρακλέα

Β 658ὃν τέκεν Ἀστυόχεια βίῃ Ἡρακληείῃ, Β 658η Αστυόχη εγέννησε, που απ' όπου την Εφύραν

Β 659τὴν ἄγετ’ ἐξ Ἐφύρης ποταμοῦ ἄπο Σελλήεντος Β 659βρέχει ο Σελλήεις ποταμός, την είχε πάρει εκείνος,

Β 660πέρσας ἄστεα πολλὰ διοτρεφέων αἰζηῶν. Β 660αφού πολλές ξολόθρευσε χώρες ανδρών ηρώων·

Β 661Τληπόλεμος δ’ ἐπεὶ οὖν τράφ’ ἐνὶ μεγάρῳ εὐπήκτῳ, Β 661και τούτος ο Τληπόλεμος, άμα στο σπίτι ανδρώθη,

Β 662αὐτίκα πατρὸς ἑοῖο φίλον μήτρωα κατέκτα Β 662ξάφνου τον θείον μητρικόν φονεύει του πατρός του

Β 663ἤδη γηράσκοντα Λικύμνιον ὄζον Ἄρηος· Β 663τον γέροντα Λικύμνιον· κι ευθύς κατασκευάζει

Β 664αἶψα δὲ νῆας ἔπηξε, πολὺν δ’ ὅ γε λαὸν ἀγείρας Β 664καράβια και αφού σύναξε πολλά μαζί του πλήθη

Β 665βῆ φεύγων ἐπὶ πόντον· ἀπείλησαν γάρ οἱ ἄλλοι Β 665εις τα πελάγη ερίχθηκεν, ότι του Ηρακλέους

Β 666υἱέες υἱωνοί τε βίης Ἡρακληείης. Β 666οι άλλ' υιοί και έγγονοι δεινά τον φοβερίζαν.

Β 667αὐτὰρ ὅ γ’ ἐς Ῥόδον ἷξεν ἀλώμενος ἄλγεα πάσχων· Β 667Και αφού πολύ παράδειραν εφθάσαν εις την Ρόδον

Β 668τριχθὰ δὲ ᾤκηθεν καταφυλαδόν, ἠδὲ φίληθεν Β 668και τριμερώς κατοίκησαν κατά φυλές την νήσον,

Β 669ἐκ Διός, ὅς τε θεοῖσι καὶ ἀνθρώποισιν ἀνάσσει, Β 669και τους αγάπησε ο θεός που σ' όλους βασιλεύει

Β 670καί σφιν θεσπέσιον πλοῦτον κατέχευε Κρονίων. Β 670και πλουτισμού τους έχυσε πλημμύραν, ο Κρονίδης.

Β 671Νιρεὺς αὖ Σύμηθεν ἄγε τρεῖς νῆας ἐΐσας, Β 671Από την Σύμην ο Νιρεύς καράβια φέρνει τρία,

Β 672Νιρεὺς Ἀγλαΐης υἱὸς Χαρόποιό τ’ ἄνακτος, Β 672της Αγλαΐας ο Νιρεύς και του Χαρόπου αγόρι,

Β 673Νιρεύς, ὃς κάλλιστος ἀνὴρ ὑπὸ Ἴλιον ἦλθε Β 673οπού στο κάλλος, ο Νιρεύς, αν έλειπε ο Πηλείδης.,

Β 674τῶν ἄλλων Δαναῶν μετ’ ἀμύμονα Πηλεΐωνα· Β 674θα επρώτευε των Δαναών όσ' ήλθαν εις την Τροίαν·

Β 675ἀλλ’ ἀλαπαδνὸς ἔην, παῦρος δέ οἱ εἵπετο λαός. Β 675αλλά ήταν απόλεμος και ολίγους είχεν άνδρες.

Β 676Οἳ δ’ ἄρα Νίσυρόν τ’ εἶχον Κράπαθόν τε Κάσον τε Β 676Τους άνδρες απ' την Νίσυρον, την Κάρπαθον, την Κάσον,

Β 677καὶ Κῶν Εὐρυπύλοιο πόλιν νήσους τε Καλύδνας, Β 677και απ' τες Καλύδνες και απ' την Κων την πόλιν του Ευρυπύλου

Β 678τῶν αὖ Φείδιππός τε καὶ Ἄντιφος ἡγησάσθην Β 678εδιοικούσε ο Άντιφος και ο Φείδιππος, βλαστάρια

Β 679Θεσσαλοῦ υἷε δύω Ἡρακλεΐδαο ἄνακτος· Β 679του βασιλέως Θεσσαλού του γόνου του Ηρακλέους·

Β 680τοῖς δὲ τριήκοντα γλαφυραὶ νέες ἐστιχόωντο. Β 680κι είχαν τριάντα βαθουλά κατόπι τους καράβια.

Β 681Νῦν αὖ τοὺς ὅσσοι τὸ Πελασγικὸν Ἄργος ἔναιον, Β 681Και απ' τ' Άργος το Πελασγικόν όσ' ήλθαν και απ' την Άλον

Β 682οἵ τ’ Ἄλον οἵ τ’ Ἀλόπην οἵ τε Τρηχῖνα νέμοντο, Β 682και απ' την Τρηχίνα πληθυσμοί και απ' την Αλόπην όσοι

Β 683οἵ τ’ εἶχον Φθίην ἠδ’ Ἑλλάδα καλλιγύναικα, Β 683κι όσοι απ' την καλλιγύναικα Ελλάδα και την Φθίαν,

Β 684Μυρμιδόνες δὲ καλεῦντο καὶ Ἕλληνες καὶ Ἀχαιοί, Β 684και Μυρμιδόνες και Αχαιοί και Έλληνες λεγόνταν,

Β 685τῶν αὖ πεντήκοντα νεῶν ἦν ἀρχὸς Ἀχιλλεύς. Β 685πενήντα πλοία και αρχηγός εις όλους, ο Πηλείδης.

Β 686ἀλλ’ οἵ γ’ οὐ πολέμοιο δυσηχέος ἐμνώοντο· Β 686Από τον φρικτόν πόλεμον εσχόλαζαν εκείνοι,

Β 687οὐ γὰρ ἔην ὅς τίς σφιν ἐπὶ στίχας ἡγήσαιτο· Β 687ότι δεν είχαν αρχηγόν να τους συντάξ' εις μάχην,

Β 688κεῖτο γὰρ ἐν νήεσσι ποδάρκης δῖος Ἀχιλλεὺς Β 688ως έμενεν ο Αχιλλεύς στες πρύμνες χολωμένος,

Β 689κούρης χωόμενος Βρισηΐδος ἠϋκόμοιο, Β 689αφ' ότου την καλόκομην του επήραν Βρισηίδα,

Β 690τὴν ἐκ Λυρνησσοῦ ἐξείλετο πολλὰ μογήσας Β 690οπού μ' αγών' απόκτησεν ότ' έριξε τα τείχη

Β 691Λυρνησσὸν διαπορθήσας καὶ τείχεα Θήβης, Β 691της Θήβης και της Λυρνησσού και τ' ανδρειωμέν' αγόρια

Β 692κὰδ δὲ Μύνητ’ ἔβαλεν καὶ Ἐπίστροφον ἐγχεσιμώρους, Β 692Επίστροφον και Μύνητα του Ευήνου βασιλέως

Β 693υἱέας Εὐηνοῖο Σεληπιάδαο ἄνακτος· Β 693Σεληπιάδη ενίκησεν· με αυτόν τον πόνον στέκει

Β 694τῆς ὅ γε κεῖτ’ ἀχέων, τάχα δ’ ἀνστήσεσθαι ἔμελλεν. Β 694αργός, αλλά τα άρματα να πιάσει δεν θ'  αργήσει.

Β 695Οἳ δ’ εἶχον Φυλάκην καὶ Πύρασον ἀνθεμόεντα, Β 695Άνδρες η Πύρασος χλωρή, που η Δήμητρα έχει δάσος,

Β 696Δήμητρος τέμενος, Ἴτωνά τε μητέρα μήλων, Β 696η Ίτων η πολύαρνη και η Φυλάκη εστείλαν,

Β 697ἀγχίαλόν τ’ Ἀντρῶνα ἰδὲ Πτελεὸν λεχεποίην, Β 697και της Αντρώνος οι γιαλοί και η Πτελεός χλοώδης·

Β 698τῶν αὖ Πρωτεσίλαος ἀρήϊος ἡγεμόνευε Β 698ο ανδρείος Πρωτεσίλαος ήτο αρχηγός τους πρώτα·

Β 699ζωὸς ἐών· τότε δ’ ἤδη ἔχεν κάτα γαῖα μέλαινα. Β 699τότε τον είχε η μαύρη γη, και έρμη στην Φυλάκην

Β 700τοῦ δὲ καὶ ἀμφιδρυφὴς ἄλοχος Φυλάκῃ ἐλέλειπτο Β 700τον μοιρολόγα η χήρα του στο άκλερό του σπίτι·

Β 701καὶ δόμος ἡμιτελής· τὸν δ’ ἔκτανε Δάρδανος ἀνὴρ Β 701Δαρδάνου ακόντι ενέκρωσεν αυτόν κει που πηδούσε

Β 702νηὸς ἀποθρῴσκοντα πολὺ πρώτιστον Ἀχαιῶν. Β 702πρώτος των άλλων Αχαιών από την πλώρην μόνος·

Β 703οὐδὲ μὲν οὐδ’ οἳ ἄναρχοι ἔσαν, πόθεόν γε μὲν ἀρχόν· Β 703και αυτόν ποθούσεν ο λαός, αν κι ήταν αρχηγός τους

Β 704ἀλλά σφεας κόσμησε Ποδάρκης ὄζος Ἄρηος Β 704άλλο του Άρη βλάστημα, ο ανδράγαθος Ποδάρκης,

Β 705Ἰφίκλου υἱὸς πολυμήλου Φυλακίδαο, Β 705υιός του πολυπρόβατου Ιφίκλου Φυλακίδη

Β 706αὐτοκασίγνητος μεγαθύμου Πρωτεσιλάου Β 706και αυτάδελφος του ήρωος λαμπρού Πρωτεσιλάου·

Β 707ὁπλότερος γενεῇ· ὁ δ’ ἅμα πρότερος καὶ ἀρείων Β 707αλλά στα χρόνι' ανώτερος, καθώς και στην ανδρείαν

Β 708ἥρως Πρωτεσίλαος ἀρήϊος· οὐδέ τι λαοὶ Β 708ήταν ο Πρωτεσίλαος και αν αρχηγόν ελάβαν,

Β 709δεύονθ’ ἡγεμόνος, πόθεόν γε μὲν ἐσθλὸν ἐόντα· Β 709όμως εκείνον τον καλόν μες στην καρδιά τους είχαν·

Β 710τῷ δ’ ἅμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο. Β 710κι είχαν σαράντα ολόμαυρα κατόπι τους, καράβια.

Β 711Οἳ δὲ Φερὰς ἐνέμοντο παραὶ Βοιβηΐδα λίμνην Β 711Έστειλαν άνδρες και οι Φερές που 'ναι η Βοιβία λίμνη,

Β 712Βοίβην καὶ Γλαφύρας καὶ ἐϋκτιμένην Ἰαωλκόν, Β 712κι η Βοίβη κι η Ιαωλκός ωραία και οι Γλαφύρες·

Β 713τῶν ἦρχ’ Ἀδμήτοιο φίλος πάϊς ἕνδεκα νηῶν Β 713τους διοικούσ' ο Εύμηλος κι ένδεκα πρύμνες είχε·

Β 714Εὔμηλος, τὸν ὑπ’ Ἀδμήτῳ τέκε δῖα γυναικῶν Β 714η Άλκηστις η ασύγκριτη τον γέννησε του Αδμήτου,

Β 715Ἄλκηστις Πελίαο θυγατρῶν εἶδος ἀρίστη. Β 715η κόρ' η ωραιότερη απ' όλες του Πελίου.

Β 716Οἳ δ’ ἄρα Μηθώνην καὶ Θαυμακίην ἐνέμοντο Β 716Της Θαυμακίας στάλθηκαν και της Μηθώνης άνδρες

Β 717καὶ Μελίβοιαν ἔχον καὶ Ὀλιζῶνα τρηχεῖαν, Β 717της Ολιζώνος πετρωτής και ομού της Μελιβοίας·

Β 718τῶν δὲ Φιλοκτήτης ἦρχεν τόξων ἐῢ εἰδὼς Β 718και ο Φιλοκτήτης αρχηγός, εξαίσιος τοξότης,

Β 719ἑπτὰ νεῶν· ἐρέται δ’ ἐν ἑκάστῃ πεντήκοντα Β 719μ' επτά καράβια ολόμαυρα· κι επάνω στο καθένα

Β 720ἐμβέβασαν τόξων εὖ εἰδότες ἶφι μάχεσθαι. Β 720ήσαν τοξότες θαυμαστοί πενήντα κουπηλάτες·

Β 721ἀλλ’ ὃ μὲν ἐν νήσῳ κεῖτο κρατέρ’ ἄλγεα πάσχων Β 721αλλά εκείνος έμενε στην Λήμνον την αγίαν

Β 722Λήμνῳ ἐν ἠγαθέῃ, ὅθι μιν λίπον υἷες Ἀχαιῶν Β 722που τον αφήκαν οι Αχαιοί φρικτά βασανισμένον

Β 723ἕλκεϊ μοχθίζοντα κακῷ ὀλοόφρονος ὕδρου· Β 723απ' την πληγήν που του 'φερεν ολέθρια νεροφίδα.

Β 724ἔνθ’ ὅ γε κεῖτ’ ἀχέων· τάχα δὲ μνήσεσθαι ἔμελλον Β 724Εκεί θλιμμένος έμενεν· αλλ' έμελλαν οι Αργείοι

Β 725Ἀργεῖοι παρὰ νηυσὶ Φιλοκτήταο ἄνακτος. Β 725ογρήγορα να ενθυμηθούν τον μέγαν Φιλοκτήτην·

Β 726οὐδὲ μὲν οὐδ’ οἳ ἄναρχοι ἔσαν, πόθεόν γε μὲν ἀρχόν· Β 726και αυτόν ποθούσεν ο λαός, αν κι άναρχοι δεν ήσαν·

Β 727ἀλλὰ Μέδων κόσμησεν Ὀϊλῆος νόθος υἱός, Β 727ήταν ο Μέδων αρχηγός, εκείνος οπού νόθον

Β 728τόν ῥ’ ἔτεκεν Ῥήνη ὑπ’ Ὀϊλῆϊ πτολιπόρθῳ. Β 728απ' τον Οιλέα πορθητήν εγέννησεν η Ρήνη.

Β 729Οἳ δ’ εἶχον Τρίκκην καὶ Ἰθώμην κλωμακόεσσαν, Β 729Κι όσοι της Τρίκκης κάτοικοι και της τραχιάς Ιθώμης

Β 730οἵ τ’ ἔχον Οἰχαλίην πόλιν Εὐρύτου Οἰχαλιῆος, Β 730κι όσοι της χώρας κάτοικοι του Ευρύτου Οιχαλίας,

Β 731τῶν αὖθ’ ἡγείσθην Ἀσκληπιοῦ δύο παῖδε Β 731είχαν τριάντα βαθουλά καράβια κι αρχηγοί τους

Β 732ἰητῆρ’ ἀγαθὼ Ποδαλείριος ἠδὲ Μαχάων· Β 732ήσαν ο Ποδαλείριος κι ο αδελφός Μαχάων

Β 733τοῖς δὲ τριήκοντα γλαφυραὶ νέες ἐστιχόωντο. Β 733ιατροί καλοί, του Ασκληπιού δυο τέκνα δοξασμένα.

Β 734Οἳ δ’ ἔχον Ὀρμένιον, οἵ τε κρήνην Ὑπέρειαν, Β 734Όσοι τ' Ορμένιον άφησαν την βρύσιν Υπερείας,

Β 735οἵ τ’ ἔχον Ἀστέριον Τιτάνοιό τε λευκὰ κάρηνα, Β 735τ' Αστέριον και τες κορυφές τες άσπρες του Τιτάνου,

Β 736τῶν ἦρχ’ Εὐρύπυλος Εὐαίμονος ἀγλαὸς υἱός· Β 736τους διοικούσε ο Ευρύπυλος λαμπρός Ευαιμονίδης

Β 737τῷ δ’ ἅμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο. Β 737κι είχε σαράντα ολόμαυρα κατόπι του καράβια.

Β 738Οἳ δ’ Ἄργισσαν ἔχον καὶ Γυρτώνην ἐνέμοντο, Β 738Από Γυρτώνην, Άργισσαν, απ' Όρθην, απ' την πόλιν

Β 739Ὄρθην Ἠλώνην τε πόλιν τ’ Ὀλοοσσόνα λευκήν, Β 739Ηλώνην και από την λευκήν Ολοοσσόν όσ' ήλθαν,

Β 740τῶν αὖθ’ ἡγεμόνευε μενεπτόλεμος Πολυποίτης Β 740τους διοικούσ' ο ατρόμητος στην μάχην Πολυποίτης,

Β 741υἱὸς Πειριθόοιο τὸν ἀθάνατος τέκετο Ζεύς· Β 741που έγγονος ήταν του Διός κι υιός του Πειριθόου,

Β 742τόν ῥ’ ὑπὸ Πειριθόῳ τέκετο κλυτὸς Ἱπποδάμεια Β 742με τον Πειρίθοο η ξακουστή τον γέννησ' Ιπποδάμεια,

Β 743ἤματι τῷ ὅτε Φῆρας ἐτίσατο λαχνήεντας, Β 743όταν εκείνος πάταξε τα δασερά θηρία

Β 744τοὺς δ’ ἐκ Πηλίου ὦσε καὶ Αἰθίκεσσι πέλασσεν· Β 744και τα 'διωξε απ' το Πήλιον στην χώραν των Αιθίκων·

Β 745οὐκ οἶος, ἅμα τῷ γε Λεοντεὺς ὄζος Ἄρηος, Β 745κι ήταν μ' αυτόν συναρχηγοί ο Λεοντεύς ανδρείος

Β 746υἱὸς ὑπερθύμοιο Κορώνου Καινεΐδαο· Β 746γιος του γενναίου Κόρωνου του Καινέα *

Β 747τοῖς δ’ ἅμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο. Β 747κι είχαν σαράντα ολόμαυρα κατόπι τους καράβια.

Β 748Γουνεὺς δ’ ἐκ Κύφου ἦγε δύω καὶ εἴκοσι νῆας· Β 748Ήλθε απ' την Κύφον ο Γουνεύς με εικοσιδύο πρύμνες·

Β 749τῷ δ’ Ἐνιῆνες ἕποντο μενεπτόλεμοί τε Περαιβοὶ Β 749είχ' Ενιήνων πληθυσμόν και Περραιβών γενναίων,

Β 750οἳ περὶ Δωδώνην δυσχείμερον οἰκί’ ἔθεντο, Β 750όσοι στην κακοχείμωνην Δωδώνην κατοικήσαν,

Β 751οἵ τ’ ἀμφ’ ἱμερτὸν Τιταρησσὸν ἔργα νέμοντο Β 751και όσοι απ' τον Τιταρήσιον ποτίζουν τους αγρούς των,

Β 752ὅς ῥ’ ἐς Πηνειὸν προΐει καλλίρροον ὕδωρ, Β 752που χύνει μες στον Πηνειόν τα πρόσχαρα νερά του

Β 753οὐδ’ ὅ γε Πηνειῷ συμμίσγεται ἀργυροδίνῃ, Β 753και με τες αργυρές στροφές του Πηνειού δεν σμίγει

Β 754ἀλλά τέ μιν καθύπερθεν ἐπιρρέει ἠΰτ’ ἔλαιον· Β 754και καθαρός επάνωθεν ωσάν το λάδι πλέει

Β 755ὅρκου γὰρ δεινοῦ Στυγὸς ὕδατός ἐστιν ἀπορρώξ. Β 755ότι απ' την Στύγα εκόπηκε και αυτή 'ναι μέγας όρκος.

Β 756Μαγνήτων δ’ ἦρχε Πρόθοος Τενθρηδόνος υἱός, Β 756Ο γοργοπόδης Πρόθοος, υιός του Τενθρηδόνος,

Β 757οἳ περὶ Πηνειὸν καὶ Πήλιον εἰνοσίφυλλον Β 757ήτο αρχηγός στους Μάγνητες, που του κινησιφύλλου

Β 758ναίεσκον· τῶν μὲν Πρόθοος θοὸς ἡγεμόνευε, Β 758Πηλίου και του Πηνειού τα μέρη εκατοικούσαν·

Β 759τῷ δ’ ἅμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο. Β 759κι είχε σαράντα ολόμαυρα κατόπι του καράβια.

Β 760Οὗτοι ἄρ’ ἡγεμόνες Δαναῶν καὶ κοίρανοι ἦσαν· Β 760Ήσαν αυτοί των Δαναών οι πρώτοι πολεμάρχοι.

Β 761τίς τὰρ τῶν ὄχ’ ἄριστος ἔην σύ μοι ἔννεπε Μοῦσα Β 761Τώρα ποιος άνδρας κάλλιστος, ποιος ίππος ήτο απ' όσους

Β 762αὐτῶν ἠδ’ ἵππων, οἳ ἅμ’ Ἀτρεΐδῃσιν ἕποντο. Β 762με τους Ατρείδες στράτευσαν, συ, Μούσα, δίδαξέ με·

Β 763Ἵπποι μὲν μέγ’ ἄρισται ἔσαν Φηρητιάδαο, Β 763του Φηρητιάδη επρώτευαν οι εξαίσιες φοράδες,

Β 764τὰς Εὔμηλος ἔλαυνε ποδώκεας ὄρνιθας ὣς Β 764τες έζεψεν ο Εύμηλος και ωσάν πουλιά πετούσαν,

Β 765ὄτριχας οἰέτεας σταφύλῃ ἐπὶ νῶτον ἐΐσας· Β 765ομότριχες, ομήλικες, με νώτα σταφνισμένα·

Β 766τὰς ἐν Πηρείῃ θρέψ’ ἀργυρότοξος Ἀπόλλων Β 766τες έθρεψ' ο αργυρότοξος Απόλλων στην Πηρείαν,

Β 767ἄμφω θηλείας, φόβον Ἄρηος φορεούσας. Β 767φυγής και τρόμου πρόξενα, δυο θηλυκά πουλάρια·

Β 768ἀνδρῶν αὖ μέγ’ ἄριστος ἔην Τελαμώνιος Αἴας Β 768και των ανδρών επρώτευεν ο Τελαμώνιος Αίας,

Β 769ὄφρ’ Ἀχιλεὺς μήνιεν· ὃ γὰρ πολὺ φέρτατος ἦεν, Β 769ενόσω ακόμη εθύμωνεν ο ασύγκριτος Πηλείδης·

Β 770ἵπποι θ’ οἳ φορέεσκον ἀμύμονα Πηλεΐωνα. Β 770και σ' όλους πάλι επρώτευαν οι ίπποι του Αχιλλέως.

Β 771ἀλλ’ ὃ μὲν ἐν νήεσσι κορωνίσι ποντοπόροισι Β 771Εκείνος έμενεν αργός στα ποντοπόρα πλοία

Β 772κεῖτ’ ἀπομηνίσας Ἀγαμέμνονι ποιμένι λαῶν Β 772αυτού να τρέφει τον θυμόν που είχε στον Ατρείδην·

Β 773Ἀτρεΐδῃ· λαοὶ δὲ παρὰ ῥηγμῖνι θαλάσσης Β 773κι επάνω στην ακρογιαλιά τα πλήθη διασκεδάζαν

Β 774δίσκοισιν τέρποντο καὶ αἰγανέῃσιν ἱέντες Β 774με δίσκους, με ακόντια, που ρίχναν και με τόξα,

Β 775τόξοισίν θ’· ἵπποι δὲ παρ’ ἅρμασιν οἷσιν ἕκαστος Β 775κι οι ίπποι στέκονταν σιμά στ' αμάξι του καθένας

Β 776λωτὸν ἐρεπτόμενοι ἐλεόθρεπτόν τε σέλινον Β 776κι ετρώγαν βαλτοσέλινα και τρυφερό τριφύλλι·

Β 777ἕστασαν· ἅρματα δ’ εὖ πεπυκασμένα κεῖτο ἀνάκτων Β 777κι ήσαν τ' αμάξια στες σκηνές, ως πρέπει, σκεπασμένα·

Β 778ἐν κλισίῃς· οἳ δ’ ἀρχὸν ἀρηΐφιλον ποθέοντες Β 778και οι κύριοι τον αρχηγόν ποθούσαν τον ανδρείον

Β 779φοίτων ἔνθα καὶ ἔνθα κατὰ στρατὸν οὐδὲ μάχοντο. Β 779και στον στρατόν εγύριζαν μακράν από την μάχην.

Β 780Οἳ δ’ ἄρ’ ἴσαν ὡς εἴ τε πυρὶ χθὼν πᾶσα νέμοιτο· Β 780Κι ερχόνταν ως να έβοσκε φωτιά στον τόπον όλον

Β 781γαῖα δ’ ὑπεστενάχιζε Διὶ ὣς τερπικεραύνῳ Β 781κι όλη αποκάτω εβόγγα η γη, σαν όταν θυμωμένος

Β 782χωομένῳ ὅτε τ’ ἀμφὶ Τυφωέϊ γαῖαν ἱμάσσῃ Β 782ο βροντητής δέρνει την γην που θλίβει τον Τυφώνα,

Β 783εἰν Ἀρίμοις, ὅθι φασὶ Τυφωέος ἔμμεναι εὐνάς· Β 783που λέγουν ότι κείτεται στην χώραν των Αρίμων,

Β 784ὣς ἄρα τῶν ὑπὸ ποσσὶ μέγα στεναχίζετο γαῖα Β 784τόσον απ' τον ποδόκτυπον αυτών, ως προχωρούσαν,

Β 785ἐρχομένων· μάλα δ’ ὦκα διέπρησσον πεδίοιο. Β 785βογγούσε η γη, και με σπουδήν την πεδιάδα εσχίζαν.

Β 786Τρωσὶν δ’ ἄγγελος ἦλθε ποδήνεμος ὠκέα Ἶρις Β 786Και αποσταλμένη του Διός η ανεμόποδ' Ίρις

Β 787πὰρ Διὸς αἰγιόχοιο σὺν ἀγγελίῃ ἀλεγεινῇ· Β 787ήλθε το μήνυμα πικρό να φέρει εκεί στους Τρώας

Β 788οἳ δ’ ἀγορὰς ἀγόρευον ἐπὶ Πριάμοιο θύρῃσι Β 788κι είχαν εκείνοι σύνοδον στην θύραν του Πριάμου

Β 789πάντες ὁμηγερέες ἠμὲν νέοι ἠδὲ γέροντες· Β 789συναθροισμένοι όλοι μαζί και γέροντες και νέοι·

Β 790ἀγχοῦ δ’ ἱσταμένη προσέφη πόδας ὠκέα Ἶρις· Β 790σ' αυτούς πλησίασε η θεά, και στην φωνήν ομοιώθη

Β 791εἴσατο δὲ φθογγὴν υἷϊ Πριάμοιο Πολίτῃ, Β 791με του Πριάμου τον υιόν Πολίτην· και των Τρώων

Β 792ὃς Τρώων σκοπὸς ἷζε ποδωκείῃσι πεποιθὼς Β 792αυτός εκάθιζε σκοπός, ως ήταν φτεροπόδης,

Β 793τύμβῳ ἐπ’ ἀκροτάτῳ Αἰσυήταο γέροντος, Β 793ψηλά στον τάφον πόσκεπε τον γέροντ' Αισυήτην,

Β 794δέγμενος ὁππότε ναῦφιν ἀφορμηθεῖεν Ἀχαιοί· Β 794κι ετήρα πότ' οι Αχαιοί θα ορμούσαν απ' τα πλοία.

Β 795τῷ μιν ἐεισαμένη προσέφη πόδας ὠκέα Ἶρις· Β 795Μ' αυτόν ομοιώθη στην φωνήν η Ίρις και τους είπε:

Β 796«ὦ γέρον αἰεί τοι μῦθοι φίλοι ἄκριτοί εἰσιν, Β 796« Ω γέρε, οι λόγοι περισσοί σ' αρέσουν, σαν ακόμη

Β 797ὥς ποτ’ ἐπ’ εἰρήνης· πόλεμος δ’ ἀλίαστος ὄρωρεν. Β 797να χαμε ειρήνην· κι έφθασεν ώρα φρικτού πολέμου·

Β 798ἤδη μὲν μάλα πολλὰ μάχας εἰσήλυθον ἀνδρῶν, Β 798μάχες ανδρών είδαν πολλές τα μάτια μου, αλλ' ακόμα

Β 799ἀλλ’ οὔ πω τοιόνδε τοσόνδέ τε λαὸν ὄπωπα· Β 799τόσον δεν είδα εγώ λαόν και τόσο ανδρειωμένον,

Β 800λίην γὰρ φύλλοισιν ἐοικότες ἢ ψαμάθοισιν Β 800ότι ωσάν φύλλ' αμέτρητον τωόντι ή σαν τον άμμον

Β 801ἔρχονται πεδίοιο μαχησόμενοι προτὶ ἄστυ. Β 801τους βλέπω εδώ να χύνονται την πόλιν να κτυπήσουν·

Β 802Ἕκτορ σοὶ δὲ μάλιστ’ ἐπιτέλλομαι, ὧδε δὲ ῥέξαι· Β 802ω Έκτωρ, εσύ μάλιστα τον λόγον μου ν' ακούσεις·

Β 803πολλοὶ γὰρ κατὰ ἄστυ μέγα Πριάμου ἐπίκουροι, Β 803ως είναι οι βοηθοί πολλοί στην πόλιν του Πριάμου

Β 804ἄλλη δ’ ἄλλων γλῶσσα πολυσπερέων ἀνθρώπων· Β 804και γλώσσαν άλλην χωριστήν το κάθε γένος έχει,

Β 805τοῖσιν ἕκαστος ἀνὴρ σημαινέτω οἷσί περ ἄρχει, Β 805να διοικεί κάθε αρχηγός τους ιδικούς του κάμε

Β 806τῶν δ’ ἐξηγείσθω κοσμησάμενος πολιήτας.» Β 806και να οδηγεί στον πόλεμον με τάξιν τους πολίτες».

Β 807Ὣς ἔφαθ’, Ἕκτωρ δ’ οὔ τι θεᾶς ἔπος ἠγνοίησεν, Β 807Είπε και από τον Έκτορα γνωρίσθ' η φωνή θεία,

Β 808αἶψα δ’ ἔλυσ’ ἀγορήν· ἐπὶ τεύχεα δ’ ἐσσεύοντο· Β 808κι έλυσ' ευθύς την σύνοδον, και αρματωθήκαν όλοι·

Β 809πᾶσαι δ’ ὠΐγνυντο πύλαι, ἐκ δ’ ἔσσυτο λαὸς Β 809οι πύλες όλες άνοιξαν, κι εχύνονταν τα πλήθη

Β 810πεζοί θ’ ἱππῆές τε· πολὺς δ’ ὀρυμαγδὸς ὀρώρει. Β 810πεζοί και ιππείς και αλαλαγμός μεγάλος ακουόνταν.

Β 811Ἔστι δέ τις προπάροιθε πόλιος αἰπεῖα κολώνη Β 811Εμπρός στην πόλιν υψηλή σηκώνεται μια ράχη

Β 812ἐν πεδίῳ ἀπάνευθε περίδρομος ἔνθα καὶ ἔνθα, Β 812στην πεδιάδ' ανάμερα κι ελεύθερη τριγύρω

Β 813τὴν ἤτοι ἄνδρες Βατίειαν κικλήσκουσιν, Β 813και τάφον της πολύσκιρτης Μυρίνας την ελέγαν

Β 814ἀθάνατοι δέ τε σῆμα πολυσκάρθμοιο Μυρίνης· Β 814οι αθάνατοι και Βάτειαν οι άνθρωποι ονομάζαν·

Β 815ἔνθα τότε Τρῶές τε διέκριθεν ἠδ’ ἐπίκουροι. Β 815εκεί εξεχωρίσθηκαν οι βοηθοί και οι Τρώες.

Β 816Τρωσὶ μὲν ἡγεμόνευε μέγας κορυθαίολος Ἕκτωρ Β 816Των Τρώων ήταν αρχηγός ο λοφοσείστης Έκτωρ

Β 817Πριαμίδης· ἅμα τῷ γε πολὺ πλεῖστοι καὶ ἄριστοι Β 817ο Πριαμίδης, και λαός πλιότερος και ανδρείος

Β 818λαοὶ θωρήσσοντο μεμαότες ἐγχείῃσι. Β 818στο πλάγι του εσυντάζονταν για μάχη διψασμένος.

Β 819Δαρδανίων αὖτ’ ἦρχεν ἐῢς πάϊς Ἀγχίσαο Β 819Των Δαρδανίων αρχηγός ήτ' ο λαμπρός Αινείας·

Β 820Αἰνείας, τὸν ὑπ’ Ἀγχίσῃ τέκε δῖ’ Ἀφροδίτη Β 820του Αγχίση τον εγέννησεν η ασύγκριτη Αφροδίτη,

Β 821Ἴδης ἐν κνημοῖσι θεὰ βροτῷ εὐνηθεῖσα, Β 821οπού θεά μ' άνδρα θνητόν στην Ίδην εκοιμήθη·

Β 822οὐκ οἶος, ἅμα τῷ γε δύω Ἀντήνορος υἷε Β 822κι είχε κοντά συναρχηγούς του Αντήνορος δύο τέκνα,

Β 823Ἀρχέλοχός τ’ Ἀκάμας τε μάχης εὖ εἰδότε πάσης. Β 823Αρχέλοχον και Ακάμαντα στον πόλεμον τεχνίτες.

Β 824Οἳ δὲ Ζέλειαν ἔναιον ὑπαὶ πόδα νείατον Ἴδης Β 824Από της Ίδης τες ποδιές οι Τρώες της Ζελείας,

Β 825ἀφνειοὶ πίνοντες ὕδωρ μέλαν Αἰσήποιο, Β 825πλούσιος λαός που το βαθύ πίνει νερό του Αισήπου,

Β 826Τρῶες, τῶν αὖτ’ ἦρχε Λυκάονος ἀγλαὸς υἱὸς Β 826τ' αγόρι του Λυκάονος τους διοικούσ' ο θείος

Β 827Πάνδαρος, ᾧ καὶ τόξον Ἀπόλλων αὐτὸς ἔδωκεν. Β 827ο Πάνδαρος, που έλαβε το τόξο από τον Φοίβον.

Β 828Οἳ δ’ Ἀδρήστειάν τ’ εἶχον καὶ δῆμον Ἀπαισοῦ Β 828Της Αδραστείας και Απαισού και της ψηλής Τηρείας

Β 829καὶ Πιτύειαν ἔχον καὶ Τηρείης ὄρος αἰπύ, Β 829και της Πιτύας τους λαούς εδιοικούσαν δύο,

Β 830τῶν ἦρχ’ Ἄδρηστός τε καὶ Ἄμφιος λινοθώρηξ Β 830ο Άδραστος και ο Άμφιος λινοθωρακισμένος,

Β 831υἷε δύω Μέροπος Περκωσίου, ὃς περὶ πάντων Β 831του Περκωσίου Μέροπος υιοί, του εξόχου μάντη·

Β 832ᾔδεε μαντοσύνας, οὐδὲ οὓς παῖδας ἔασκε Β 832και να μη παν εξόρκιζε ο γέρος τα παιδιά του

Β 833στείχειν ἐς πόλεμον φθισήνορα· τὼ δέ οἱ οὔ τι Β 833στον ανδροφθόρον πόλεμον· και αυτοί δεν τον ακούσαν,

Β 834πειθέσθην· κῆρες γὰρ ἄγον μέλανος θανάτοιο. Β 834ότ' οι κακές τους έσερναν μαύρου θανάτου μοίρες.

Β 835Οἳ δ’ ἄρα Περκώτην καὶ Πράκτιον ἀμφενέμοντο, Β 835Όσ' ήλθαν από Πράκτιον, από Περκώτην άνδρες,

Β 836καὶ Σηστὸν καὶ Ἄβυδον ἔχον καὶ δῖαν Ἀρίσβην, Β 836από Σηστόν, απ' Άβυδον και απ' την λαμπρήν Αρίσβην,

Β 837τῶν αὖθ’ Ὑρτακίδης ἦρχ’ Ἄσιος ὄρχαμος ἀνδρῶν, Β 837ο Υρτακίδης Άσιος τους διοικούσε ο μέγας.

Β 838Ἄσιος Ὑρτακίδης ὃν Ἀρίσβηθεν φέρον ἵπποι Β 838Και αυτόν απ' τον Σελλήεντα, ποτάμι της Αρίσβης,

Β 839αἴθωνες μεγάλοι ποταμοῦ ἄπο Σελλήεντος. Β 839ίπποι μεγάλοι αστραφτεροί εφέραν τον ανδρείον.

Β 840Ἱππόθοος δ’ ἄγε φῦλα Πελασγῶν ἐγχεσιμώρων Β 840Τα γένη ακόμη Πελασγών καλών κονταρομάχων,

Β 841τῶν οἳ Λάρισαν ἐριβώλακα ναιετάασκον· Β 841που της Λαρίσης κατοικούν στα κάρπιμα πεδία·

Β 842τῶν ἦρχ’ Ἱππόθοός τε Πύλαιός τ’ ὄζος Ἄρηος, Β 842ο Ιππόθοος και ο Πύλαιος τα διοικούσαν δύο

Β 843υἷε δύω Λήθοιο Πελασγοῦ Τευταμίδαο. Β 843τέκνα του Λήθου Πελασγού του Τευταμίδη ανδρεία.

Β 844Αὐτὰρ Θρήϊκας ἦγ’ Ἀκάμας καὶ Πείροος ἥρως Β 844ο Ακάμας και ο Πείροος τους Θράκας διοικούσαν

Β 845ὅσσους Ἑλλήσποντος ἀγάρροος ἐντὸς ἐέργει. Β 845όσ' είναι απ' τον ορμητικόν Ελλήσποντον κλεισμένοι.

Β 846Εὔφημος δ’ ἀρχὸς Κικόνων ἦν αἰχμητάων Β 846Ο Εύφημος ήτο αρχηγός των λογχιστών Κικόνων·

Β 847υἱὸς Τροιζήνοιο διοτρεφέος Κεάδαο. Β 847τον γέννησε ο θεοφίλητος ο Τροίζηνος Κεάδης.

Β 848Αὐτὰρ Πυραίχμης ἄγε Παίονας ἀγκυλοτόξους, Β 848Οι τοξοφόροι Παίονες με τον Πυραίχμην ήλθαν

Β 849τηλόθεν ἐξ Ἀμυδῶνος ἀπ’ Ἀξιοῦ εὐρὺ ῥέοντος, Β 849μακρόθε, από τον Αξιόν, πλατύροο ποτάμι

Β 850Ἀξιοῦ οὗ κάλλιστον ὕδωρ ἐπικίδναται αἶαν. Β 850το ωραιότεοο της γης, και από την Αμυδώνα.

Β 851Παφλαγόνων δ’ ἡγεῖτο Πυλαιμένεος λάσιον κῆρ Β 851Τους Παφλαγόνας έφερεν ο ανδρείος Πυλαιμένης

Β 852ἐξ Ἐνετῶν, ὅθεν ἡμιόνων γένος ἀγροτεράων, Β 852από την γην των Ενετών, π' άγρια μουλάρια τρέφει,

Β 853οἵ ῥα Κύτωρον ἔχον καὶ Σήσαμον ἀμφενέμοντο Β 853τους έστειλεν η Κύτωρος, η Σήσαμος που έχουν

Β 854ἀμφί τε Παρθένιον ποταμὸν κλυτὰ δώματ’ ἔναιον Β 854στου Παρθενίου την ροήν λαμπρές τες κατοικίες,

Β 855Κρῶμνάν τ’ Αἰγιαλόν τε καὶ ὑψηλοὺς Ἐρυθίνους. Β 855η Κρώμνα και ο Αιγιαλός κι οι απόκρημνοι Ερυθίνοι.

Β 856Αὐτὰρ Ἁλιζώνων Ὀδίος καὶ Ἐπίστροφος ἦρχον Β 856Τους Αλιζώνας έφεραν οι Επίστροφος και Οδίος,

Β 857τηλόθεν ἐξ Ἀλύβης, ὅθεν ἀργύρου ἐστὶ γενέθλη. Β 857όθεν μακράν ο άργυρος γεννάται, στην Αλύβην.

Β 858Μυσῶν δὲ Χρόμις ἦρχε καὶ Ἔννομος οἰωνιστής· Β 858Ο Χρόμις είχε τους Μυσούς κι ο Έννομος ο μάντις·

Β 859ἀλλ’ οὐκ οἰωνοῖσιν ἐρύσατο κῆρα μέλαιναν, Β 859και μ' όλην του την μαντικήν δεν ξέφυγε την μοίραν,

Β 860ἀλλ’ ἐδάμη ὑπὸ χερσὶ ποδώκεος Αἰακίδαο Β 860αλλά και αυτόν εφόνευσεν ο γρήγορος Πηλείδης

Β 861ἐν ποταμῷ, ὅθι περ Τρῶας κεράϊζε καὶ ἄλλους. Β 861μες στο ποτάμι, όπ' έσφαξε και τόσους άλλους Τρώας.

Β 862Φόρκυς αὖ Φρύγας ἦγε καὶ Ἀσκάνιος θεοειδὴς Β 862Τους Φρύγας τους πολεμικούς από την Ασκανίαν

Β 863τῆλ’ ἐξ Ἀσκανίης· μέμασαν δ’ ὑσμῖνι μάχεσθαι. Β 863ο θεϊκός Ασκάνιος και ο Φόρκυς διοικούσαν.

Β 864Μῄοσιν αὖ Μέσθλης τε καὶ Ἄντιφος ἡγησάσθην Β 864Ο Άντιφος τους Μήονας και ο Μέσθλης διοικούσαν

Β 865υἷε Ταλαιμένεος τὼ Γυγαίη τέκε λίμνη, Β 865που ο Ταλαιμένης γέννησε και η Γυγαία λίμνη·

Β 866οἳ καὶ Μῄονας ἦγον ὑπὸ Τμώλῳ γεγαῶτας. Β 866τους Μήονας που κατοικούν εις τες ποδιές του Τμώλου.

Β 867Νάστης αὖ Καρῶν ἡγήσατο βαρβαροφώνων, Β 867Ο Νάστης πάλιν των Καρών, λαών βαρβαροφώνων,

Β 868οἳ Μίλητον ἔχον Φθιρῶν τ’ ὄρος ἀκριτόφυλλον Β 868ήτο αρχηγός που των Φθειρών τους έστειλαν τα πλάγια

Β 869Μαιάνδρου τε ῥοὰς Μυκάλης τ’ αἰπεινὰ κάρηνα· Β 869πολύδενδρα και η Μίλητος και οι πέτρες της Μυκάλης

Β 870τῶν μὲν ἄρ’ Ἀμφίμαχος καὶ Νάστης ἡγησάσθην, Β 870δύο τέκνα του Νομίονος, αγόρια παινεμένα,

Β 871Νάστης Ἀμφίμαχός τε Νομίονος ἀγλαὰ τέκνα, Β 871ήσαν εκείνων οι αρχηγοί, Αμφίμαχος και Νάστης,

Β 872ὃς καὶ χρυσὸν ἔχων πόλεμόνδ’ ἴεν ἠΰτε κούρη, Β 872που ως κόρη χρυσοστόλιστος στον πόλεμον κινούσε·

Β 873νήπιος, οὐδέ τί οἱ τό γ’ ἐπήρκεσε λυγρὸν ὄλεθρον, Β 873μωρός και από τον θάνατον με τούτον δεν εσώθη,

Β 874ἀλλ’ ἐδάμη ὑπὸ χερσὶ ποδώκεος Αἰακίδαο Β 874αλλά νεκρόν τον έστρωσεν ο τρομερός Πηλείδης

Β 875ἐν ποταμῷ, χρυσὸν δ’ Ἀχιλεὺς ἐκόμισσε δαΐφρων. Β 875μες στο ποτάμι κι έπειτα του επήρε το χρυσάφι.

Β 876Σαρπηδὼν δ’ ἦρχεν Λυκίων καὶ Γλαῦκος ἀμύμων Β 876Και τους Λυκίους έφεραν ο Σαρπηδών και ο Γλαύκος

Β 877τηλόθεν ἐκ Λυκίης, Ξάνθου ἄπο δινήεντος. Β 877απ' της Λυκίας τους αγρούς οπού ποτίζει ο Ξάνθος.

    * Αμετάφραστος στίχος στο αρχικό κείμενο

ΠΗΓΗ ΚΕΙΜΕΝΩΝ:© Ελληνικός Πολιτισμός, Γιάννης Παπαθανασίου

ΦΩΤ. ΕΠΙΚΟΥΡΊΑ  : ΑΡΧΕΙΟ ΑΙ ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝ


ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝ

 

full-width