Έλληνες , Ρωµαίοι και Καρχηδόνιοι
770-275 π.Χ.
Μέρος από το εμβληματικό έργο του Νίκολας Χάμοντ (N.G.L. Hammond) με τίτλο «A History of Greece to 322 B.C.» (Ιστορία της Ελλάδος μέχρι το 322 π.Χ.)
µ. 1:59-61, 270-273.
Οι Έλληνες στην Κάτω Ιταλία και στην Σικελία
Οι τρομερότερες περιπέτειες του Οδυσσέα διαδραματίστηκαν κατά τον Όµηρο στην Δύση και πιστεύουμε ότι απηχούν , λίγο πολύ , περιπέτειες που περιέγραψαν οι πρώτοι Έλληνες θαλασσοπόροι που ταξίδεψαν προς την δυτική Μεσόγειο . Οι Έλληνες κινήθηκαν δυτικά προς την Κάτω Ιταλία και την Σικελία αρχικά λόγω του υπερπληθυσµού και της ελλείψεως επαρκούς ποσότητος τροφίµων αλλά κυρίως για εμπορικούς λόγους . Οι Ευβοείς ήταν από τους πρώτους που εγκατέστησαν αποικίες ή εµπορικούς σταθμούς σε θέσεις όπου θα μπορούσαν να έρθουν σε εµπορικές επαφές µε την Ετρουρία -Τυρρινία για να προµηθευτούν σίδηρο , χαλκό και ψευδάργυρο , εντελώς απαραίτητα στην µμεταλλουργία . Οι θέσεις που επελέγησαν ήταν εµπορικής και στρατηγικής σηµασίας αλλά και περιοχές όπου υπήρχε καλλιεργήσιμή γη γιατί µόνο έτσι θα ήταν δυνατόν να επιβιώσει η νέα αποικία ή εµπορικός σταθµός (Boardman, Overseas, p. 162).
Η παλαιότερη ίσως αποικία ιδρύθηκε περίπου το 770 π.Χ. από Ερετριείς και Χαλκιδείς και ονοµαζόταν Πιθηκούσαι (Ίσχια , Ischia) και είχε ως σκοπό την προμήθεια σιδήρου από την νήσο Έλβα . Η θέση της εγκαταστάσεως ίσως επελέγη για να προφυλαχθούν οι πρώτοι άποικοι από τους ιθαγενείς της απέναντι ιταλικής ακτής . Λίγο αργότερα και απέναντι από τις Πιθηκούσες , Χαλκιδείς ίδρυσαν την Κύµη. Κτερίσµατα από προελληνικούς τάφους αποδεικνύουν επαφές των ντόπιων ιταλικών πληθυσµών µε Έλληνες εµπόρους ενώ η κεραµική των αρχαιότερων ελληνικών τάφων χρονολογείται περί το 725 π.Χ. Λίγο µετά το µέσο του Η’ αιώνα π.Χ. ιδρύθηκε η Νάξος στην Σικελία (Το 734 π.Χ . υποστηρίζει ο Θουκυδίδης (6.3) και οι ανασκαφές στην περιοχή έδειξαν ότι οι Έλληνες εγκαταστάθηκαν στο ίδιο σηµείο όπου υπήρχε προηγουµένως ντόπιος οικισµός και τον ΣΤ ’ αιώνα έκτισαν τείχος γύρω από την πόλη .
Παρ ’ ότι η Νάξος η ίδια δεν υπήρξε ποτέ σηµαντική πόλη , έγινε η βάση για την δη µιουργία δύο άλλων πολύ ση µαντικών σικελικών πόλεων , των Λεοντίνων και την Κατάνης (Catane). Ναξιώτες Χαλικδείς εξεδίωξαν ντόπιους από την περιοχή και ίδρυσαν στην ίδια θέση τους Λεοντίνους ,µάλλον ως αγροτική κοινότητα µε περιτείχιση . Οι Λεοντίνοι δεν θα µπορούσε να είναι εµπορικός σταθµός µια που δεν είναι παραθαλάσσια πόλη αλλά ήταν υψίστης στρατηγικής σηµασίας σε συνδυασµό και µε την ίδρυση της Κατάνης . Οι Λεοντίνοι στην νότια και η Κατάνη στην βόρεια πλευρά της πεδιάδας του Συµαίθου , (Η περιοχή οφείλει το όνομά της στον ποταμό Σύμαιθο (Simeto), ο οποίος είναι ο σημαντικότερος ποταμός του νησιού σε υδάτινο όγκο και λεκάνη απορροής) έδωσαν τον πλήρη έλεγχο της εύφορης περιοχής στους Έλληνες . Σε αντίθεση µε τους Λεοντίνους , η Κατάνη ήταν παραθαλάσσια µε καλό λιµάνι και φαίνεται ότι ιδρύθηκε γύρω στο 600 π.Χ.
Το 734 π.Χ., Κορίνθιοι ίδρυσαν τις Συρακούσες . Η περιοχή όπου ιδρύθηκε η αποικία ήταν εξαιρετική µια που διέθετε άφθονο νερό , βαθιά λιµάνια βόρεια και νότια της αποικίας ενώ ο φυσικός κόλπος µπροστά από την αποικία προστατευόταν από την νήσο Ορτυγία . Οντόπιος σικελικός συνοικισµός αντικαταστάθηκε πλήρως από την ελληνική αποικία , η οποία επιδόθηκε σε έντονο εµπόριο Ροδιακών, Χιώτικων και Αθηναϊκών αγγείων και µικροαντικειµένων από ελεφαντόδοντο .
Γύρω στο 720 π.Χ. ιδρύθηκε η Σύβαρις , σπουδαία πόλη εξ αιτίας της εύφορης πεδιάδας που ήλεγχε και του εξαιρετικού κρασιού που παρήγε . Υπήρξε η κύρια οδός εµπορίου µεταξύ Μιλησίων και Ετρούσκων και οι πρώτοι θρήνησαν πολύ τον χαµό της όταν το 510 καταστράφηκε από τον Κρότωνα .
Το 443 π.Χ όµως επανιδρύθηκε από τους Αθηναίους και ονοµάσθηκε Θούριοι . Ο Κρότων ιδρύθηκε το 710 σε τοποθεσία µε καλλιεργήσιμή γη και διπλό λιµάνι .
Λίγο πριν το 700 π.Χ., Σπαρτιάτες ίδρυσαν τον Τάρανδα , αν και στην περιοχή υπήρχαν επαφές µε τον ελλαδικό χώρο ήδη από τα µυκηναϊκά χρόνια . Το 700 περίπου π.Χ., Χαλκιδείς από πόλεις της Σικελίας και Μεσσήνιοι από την Πελοπόννησο ίδρυσαν το Ρήγιο ενώ λίγο πριν από την αρχή του Ζ’ αιώνα , Μεγαρείς ίδρυσαν τα Μέγαρα Υβλαία σε περιοχή όπου δεν ζούσαν ντόπιοι . Η πόλη καταστράφηκε το 483 π.Χ. από τις Συρακούσες και δεν ξανακατοικήθηκε πριν από τον Γ’ αιώνα π.Χ. Στις αρχές του Ζ’ αιώνα , Ρόδιοι και Κρήτες εκτόπισαν ντόπιους και ίδρυσαν την Γέλα σε περιοχή µε καλλιεργήσιµη γη και λιµάνι γύρω στο 688 π.Χ. ενώ το ίδιο µοτίβο παρατηρούµε και στην ίδρυση του Σελινούντος . Στα µέσα του Ζ’ αιώνα , το 649 π.Χ., Χαλκιδείς από την Σικελία , ίδρυσαν την Ιµέρα . Ενώ βρισκόταν σε οχυρή θέση δεν διέθετε ούτε καλή καλλιεργήσιµη γη , ούτε λιµάνι για εµπόριο . Βρισκόταν όµως σε στρατηγική θέση στην
βόρεια Σικελία και γι ’ αυτό άλλωστε ήρθε σε σύγκρουση µε τους Καρχηδονίους , τους οποίους νίκησε το 480 αλλά νικήθηκε το 408 π.Χ.
Τέλος το 580 π.Χ., Ρόδιοι από την Γέλα αλλά και άλλοι που ήρθαν από την Ρόδο , ίδρυσαν τον Ακράγαντα (Agrigento). Αφού εκ διώχθηκαν οι ντόπιοι Σικελοί , οι Ρόδιοι έκτισαν µια πόλη µέσα σε χώρο εκτάσεως περίπου 4 τετρ , χιλ . Τον Ακράγαντα περιέτρεχε τείχος ενώ η ακρόπολη κτίσθηκε σε ύψωµα που απείχε 3 χλ µ. από την ακτή . Όλα αυτά βέβαια δείχνουν την ανάγκη που είχαν οι νέες αποικίες να προστατευθούν από τους ντόπιους Σικελούς αλλά και από επιδροµές από τις άλλες ελληνικές πόλεις .
Διαπιστώσαμε ήδη ότι σε πολλές περιπτώσεις , κατά την αποίκηση της Σικελίας , οι Έλληνες εκτόπισαν τους ντόπιους πληθυσµούς για να εγκατασταθούν κατά την εποχή του ελληνικού αποικισµού ανάµεσα στον Η’ και στον Ε’ αιώνα π.Χ. Η θεωρία κύµατος εισβολών συντηρήθηκε στην αρχαιοελληνική παράδοση κατά την οποία τον ΙΑ’ αιώνα π.Χ. το ιταλικό νησί δέχθηκε την εισβολή των Σικελών από την Ιταλία . Οι εισβολείς εκτόπισαν τους παλαιούς κατοίκους , τους ονοµαζόµενους Σικανούς (;) στην ενδοχώρα ενώ το σκηνικό επανελήφθη όταν η εµφάνιση των Ελλήνων στα παράλια της Σικελίας ανάγκασε τους Σικελούς να αποτραβηχθούν µε την σειρά τους στα ενδότερα του νησιού . Πάντως η αρχαιολογική σκαπάνη δείχνει µια κάπως διαφορετική εικόνα . Ακόµη και εάν δεχθούµε ότι έγινε η εισβολή δεν φαίνεται ο αντίκτυπος της στην ζωή πάνω στο νησί .
Θουκ. 6.2
Λεπτομέρειες για τις αρχαίες ελληνικής αποικίες στο βιβλίο του Boardman, Overseas, pp. 165-188. 3 [Sir John Boardman (1927–2024)]
Παρατηρείται απλώς ότι οι ντόπιοι συγκεντρώθηκαν σε µεγαλύτερους συνοικισµούς , όπως η Pantalica, δυτικά των Συρακουσών. Ο υλικός πολιτισµός στο νησί βρισκόταν σε τέτοια καθυστέρηση ώστε όταν έφθασαν οι Έλληνες , οι Σικελοί µόλις είχαν αρχίσει να
χρωµατίζουν την κεραµική τους , να παράγουν ορειχάλκινα αντικείµενα και να θάβουν τους νεκρούς τους σε τάφους λαξευµένους στον βράχο . Αυτούς τους κατοίκους εξεδίωξαν οι Έλληνες εκεί όπου εγκαταστάθηκαν . Ορισµένοι απ ’ αυτούς δημιούργησαν πάλι τις κοινότητές τους κοντά στις ελληνικές αποικίες και τελικά δέχθηκαν τα ελληνικά ήθη και έθιµα. Μιµήθηκαν τους Έλληνες στην διακόσµηση των αγγείων τους και ανέµειξαν δικά τους σχέδια µε εκείνων , άρχισαν να κατασκευάζουν ειδώλια , χρησιµοποίησαν µια παραλλαγή του Χαλκιδικού αλφαβήτου ενώ αποδέχθηκαν και ελληνικούς θεούς . Σε πολλές περιπτώσεις , ελληνική συνοικία δηµιουργήθηκε σε κοινότητες ντόπιων , η οποία τελικά απορρόφησε τον τοπικό πληθυσµό µε κύριο µοχλό την λατρεία των ελληνικών θεών.
Ήταν όµως η σχέση ντόπιων και Ελλήνων τόσο αρµονική ; Φαίνεται Σικελοί είχαν φτάσει ως σκλάβοι στην αυλή του βασιλιά της Ιθάκης (Οδύσσ . 24: 356-411) µια που ο Λαέρτης , πατέρας του Οδυσσέα , είχε έναν τέτοιο υπηρέτη . Παρ ’ όλα αυτά δεν υπάρχουν ενδείξεις για πολεµική σύρραξη µέχρι την ελληνική εποχή του αποικισµού . Τότε , ενώ στο βόρειο τµήµα του νησιού η συγκατοίκηση υπήρξε µάλλον ειρηνική , στην νότια Σικελία , µε τρανταχτά παραδείγµατα τις εγκαταστάσεις στην Γέλα και στον Ακράγαντα , οι Έλληνες συγκρούσθηκαν µε τους ντόπιους , οι οποίοι είχαν τελικά καταφύγει στο εσωτερικό της Σικελίας . Τελικά τον Ζ’ και τον ΣΤ ’ αιώνα καταστράφηκαν ή πέρασαν στον έλεγχο των Ελλήνων οι συνοικισµοί των ντόπιων .
4
Ενώ λοιπόν οι ιθαγενείς προέβαλλαν µικρή ή καθόλου αντίσταση στις πιέσεις που δέχονταν , είτε διότι δεν είχαν την δυνατότητα να αντισταθούν σθεναρά είτε διότι διείδαν οφέλη στις εµπορικές ανταλλαγές και την συγκατοίκηση µε τους νεοφερµένους Έλληνες ,
οι αποικίες και οι εµπορικοί σταθµοί άρχισαν να αυξάνουν στην Νότια Ιταλία και Σικελία µε γοργό ρυθµό. Οι παλιότεροι Έλληνες που κατείχαν µεγάλα κτήµατα τα οποία καλλιεργούσαν ιθαγενείς δουλοπάροικοι , σχηµάτισαν µια κλειστή αριστοκρατία , η οποία εµπόδιζε
την οικονοµική και πολιτική ανάπτυξη των νεώτερων µεταναστών .
Συγχρόνως , οι Κυµαίοι κινήθηκαν βορειότερα απωθώντας τους Όσκους κατοίκους
της Ιταλίας και συνάντησαν σχεδόν τους Ετρούσκους , που περίπου το 600 π.Χ. βρίσκονταν σε απόσταση 30 χλ µ. από την Κύµη. Κατά τον Ζ’ αιώνα , οι Συρακούσιοι επεξέτειναν την κυριαρχία τους νότια και δυτικά ιδρύοντας οικισµούς έτσι ώστε τελικά να ελέγχουν
µια έκταση 4.000 τετρ . χλ µ. και να δηµιουργήσουν την µεγαλύτερη πόλη της Μεγάλης Ελλάδας .
Το 649/8 άποικοι από την αποικία Ζάγκλη ίδρυσαν στην βόρεια Ιταλία
την Ιµέρα ενω το 628/7 Μεγαρείς ίδρυσαν τον Σελινούντα . Οι δύο αποικίες βρίσκονταν
στην δυτική Σικελία , εκεί όπου οι Καρχηδόνιοι ανέπτυσσαν έντονη δραστηριότητα . Στην
Ιµέρα συγκεντρώνονταν τα εµπορεύµατα που διακινούνταν ανάµεσα στις Ιβηρικές και τις
ελληνικές ακτές και προωθούνταν σε άλλες ελληνικές πόλεις . Έτσι η Ιµέρα συγκέντρωσε
µεγάλες ποσότητες αργύρου από την Ιβηρική και έκοψε νοµίσµατα από τις αρχές του ΣΤ
αιώνα , πρώτη ανάµεσα στις ελληνικές πόλεις δυτικά της Αδριατικής . Το 583 π.Χ. ανάµεσα στον Σελινούντα και στην Γέλα κτίσθηκε ο Ακράγας και το 570 π.Χ. την πόλη ανέλαβε ο τύραννος Φάλαρις . Πριν γίνει τύραννος , ο Φάλαρις ήταν ενοικιαστής φόρων και εργολάβος δηµοσίων έργων . Ενώ είχε αναλάβει την κατασκευή του ναού του Διός Πολιέως στην ανοχύρωτη ακρόπολη , ζήτησε και έλαβε την άδεια από τους πολίτες να κατασκευάσει έναν περίβολο και να προστατεύσει τα υλικά από κλοπές . Μέσα όµως στην ακρόπολη συγκέντρωσε και έκρυψε όπλα και όπλισε τους δούλους και όσους άλλους χρησιμοποιούσε ως εργάτες . Χρησιμοποίησε τους οπλισμένους άνδρες και επιτέθηκε στους Ακραγαντίνους που γιόρταζαν τα Θεσµοφόρια και αφού σκότωσε πολλούς άνδρες και αιχμαλώτισε γυναικόπαιδα , τελικά έγινε τύραννος . Κατά την παράδοση υπήρξε πολύ σκληρός τύραννος . Έριχνε τους εχθρούς του σε καζάνια µε καυτό υγρό και τους έκλεινε στο εσωτερικό χάλκινου ταύρου που είχε πυρακτωθεί . Το 554 ανατράπηκε και η τυραννία του αντικαταστάθηκε από ολιγαρχία .
Οι συγκρούσεις µεταξύ των ελληνικών πόλεων δεν έλειψαν και στην Μεγάλη Ελλάδα . Το 580/576 Σελινούντιοι συγκρούσθηκαν µε Σεγεσταίους (Εγεσταίους ;) για τον έλεγχο γαιών.
Οι Καµαριναίοι , που υπήρξαν ανεξάρτητοι άποικοι των Συρακουσών, συγκρούσθηκαν µε τους Συρακούσιους και ηττήθηκαν .
Το µ. 2: 272-273
Η Σύβαρις ήταν η μεγαλύτερη και πλουσιότερη ελληνική πόλη της Μεγάλης Ελλάδας . Είχε έκταση 6.500 τετρ . χλ µ. και κατά το µέσο του ΣΤ αιώνα είχε πληθυσμό
400.000 ελευθέρων πολιτών . Το άστυ περιέκλειε τείχος µήκους 50 σταδίων ή 9,2 χλ µ. Η
Σύβαρις είχε υποτάξει τέσσερα έθνη ιθαγενών µε 25 συνοικισµούς . Η αγροτική παραγωγή
ήταν τόσο µμεγάλη ώστε γινόταν και εξαγωγή προϊόντων . Αντιστοίχως , η κοινωνική ζωή
ήταν πολυτελής τόσο που τα συµπόσια ήταν πολυέξοδα µε πολύ µεγάλη ποικιλία φαγητών
αλλά και οι δη µόσιες τελετές ήταν ιδιαίτερα µεγαλοπρεπείς µε 5.000 ιππείς που παρήλαυναν και έκαναν διάφορους σχηµατισµούς .
Συµµαχία τεσσάρων πόλεων µε σηµαντικότερες την Σύβαρη και Κρότωνα συνέτριψαν την Σίρι , που ήταν ανταγωνιστική της Συβάρεως στο διαµετακοµιστικό εµπόριο
και την οποία τελικά προσήρτησε . Τέλος , οι Κροτωνιάτες επιτέθηκαν εναντίον των Λοκρών που είχαν βοηθήσει τους Σιρίτες αλλά ηττήθηκαν .
Το 525 Ετρούσκοι και σύµµαχοι τους επιτέθηκαν στους Κυμαίους αλλά απωθήθηκαν .
Αν και οι ιστορικές πηγές (όπως ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς) τοποθετούν το γεγονός ακριβέστερα στο 524 π.Χ., η ουσία παραμένει η ίδια: μια τεράστια συμμαχία από Ετρούσκους, Όμβρους, Δαύνιους και άλλους τοπικούς λαούς επιτέθηκε στην ελληνική αποικία της Κύμης (Cumae) στην Καμπανία.
Το Κίνητρο: Η Κύμη ήταν η παλαιότερη και μία από τις πιο ευημερούσες ελληνικές αποικίες στην Ιταλία. Οι Ετρούσκοι της γειτονικής Καπούας τη θεωρούσαν κύριο εμπορικό και οικονομικό ανταγωνιστή και ήθελαν να την εξαλείψουν. Οι επιτιθέμενοι υπερείχαν αριθμητικά σε τεράστιο βαθμό (οι πηγές αναφέρουν υπερβολικούς αριθμούς, έως και 50.000 πεζούς). Οι Κυμαίοι αμύνθηκαν με πολύ μικρότερη δύναμη, αλλά με άριστη στρατηγική. Οι Έλληνες παρέσυραν τους εισβολείς σε βάλτους και στενά περάσματα κοντά στην πόλη, εξουδετερώνοντας το αριθμητικό τους πλεονέκτημα, και τους απώθησαν με βαριές απώλειες
Το 511/510 οι Κροτωνιάτες συνέτριψαν την ισχυρή Σύβαρη . Ο τύραννός της Συβάρεως , Τήλυς , ζήτησε από τους Κροτωνιάτες να τους παραδώσουν τους ευγενείς . Συβαρίτες που είχαν καταφύγει στην πόλη τους µετά την άνοδο του στην εξουσία . Στην µάχη που επακολούθησε οι Συβαρίτες νικήθηκαν και κλείσθηκαν µέσα στα τείχη . Τότε οι Κροτωνιάτες έστρεψαν το ποτάµι εναντίον της πόλεως και τελικά κατάφεραν να µπουν στην πόλη , την οποία κατέστρεψαν . Οι Συβαριώτες είχαν ήδη σφάξει τον τύραννο και τους οπαδούς του ενώ οι υπόλοιποι υποτάχθηκαν στους Κροτωνιάτες .
Την ίδια εποχή , 1000 Λακεδαιµόνιοι ίδρυσαν την αποικία Ηράκλεια . Εγεσταίοι ,
όµως, και Καρχηδόνιοι ενώθηκαν και τους απώθησαν από την περιοχή . Από το 600 π.Χ.
και µετά , οι Έλληνες άρχισαν να ιδρύουν αποικίες στην δυτική Μεσόγειο . Οι Φωκαείς
ίδρυσαν την Μασσαλία το 600 π.Χ., ανέπτυξαν καλές σχέσεις µε τους Γαλάτες και άρχισαν να διοχετεύουν τα ελληνικά προϊόντα προς την Γαλατία ενώ έπαιρναν κασσίτερο που
έφθανε από την Κορνουάλη . Οι Έλληνες ίδρυσαν αποικίες κατά µήκος της Ιβηρικής ακτής , όπως το Εµπόριο αλλά και στις Βαλεαρίδες νήσους . Μετά το 560 π.Χ., οι Φωκαείς ,
ίδρυσαν την Αλάλια στην Κορσική και την Ολβία στην Σαρδηνία . Το 540 Καρχηδόνιοι
και Ετρούσκοι µε 120 πλοία κινήθηκαν εναντίον των Φωκαίων στην Σαρδηνία . Οι Φωκαείς τους αντιμετώπισαν µε 60 πλοία αλλά έχασαν το μεγαλύτερο µέρος του στόλου τους
έτσι ώστε αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Κορσική .
2:354-356
Κατά τον Ε’ αιώνα , οι Καρχηδόνιοι προσπάθησαν να εκδιώξουν τους Έλληνες από την
Σικελία διότι έγιναν µεγάλοι εµπορικοί ανταγωνιστές τους . Στην Σικελία δεν ευδοκίµησε η
δηµοκρατία . Αντιθέτως , οι τύραννοι ευδοκίμησαν στο νησί και µάλιστα ήταν αυτοί που σε ορισµένες πόλεις συνέβαλαν στην αντιμετώπιση των εχθρών των Ελλήνων .
Περί το 490 π.Χ., µε δεδοµένη την επίθεση των Περσών στην Ελλάδα , οι Καρχηδόνιοι συµµαχώντας µε τους Ετρούσκους βρήκαν την ευκαιρία να προσπαθήσουν να καταλάβουν την Σικελία . Είχαν από καιρό δηµιουργήσει σταθµούς , οι οποίοι µπορούσαν να
χρησιµοποιηθούν ως στρατιωτικοί σταθµοί ενώ είχαν καταφέρει να πάρουν µε το µέρος τους αρκετές ελληνικές πόλεις , όπως ο Σελινούς , τα Υβλαία Μέγαρα , το Ρήγιο και την Ιµέρα . Η κατάληψη της εξουσίας από τον τύραννο Γέλωνα στην Γέλα άλλαξε τελείως το
σκηνικό στην αντιπαράθεση Ελλήνων και Καρχηδονίων στην Σικελία .
Η Ελληνική Γέλα
Το 505 π.Χ. τύραννος στην Γέλα έγινε ο Κλέναδρος , ο οποίος άνοιξε τον δρόµο στην οικογένεια των Εινοµενιδών , οι οποίοι έμελλε να δημιουργήσουν το µεγάλο κράτος της Γέλας και των Συρακουσών. Τον Κλέανδρο αντικατέστησε ο αδελφός του Ιπποκράτης (493-492 π.Χ.) που δηµιούργησε ισχυρό µμισθοφορικό στρατό για να τον προστατεύσει και
να τον διατηρεί στην εξουσία αλλά και να επεκτείνει την κυριαρχία του σε άλλες περιοχές .
Ο στρατός του υπήρξε ιδιαίτερα επιτυχής αφού αρχικά υπέταξε πολλές κοινότητες ιθαγενών στο εσωτερικό της Σικελίας ενώ κατέλαβε τις αποικίες Καλλίπολη , Νάξο , Ζάγκλη και Λεοντίνοι . Η έκταση του κράτους του Ιπποκράτη χώρισε την Σικελία σε µια µεγάλη δυτική περιοχή και σε µια µικρότερη ανατολική . Η σύγκρουσή του µε τους Συρακούσιους ήταν αναµενόµενη αφού οι τελευταίοι ένοιωθαν ότι απειλούνταν . Παρά το γεγονός ότι οι Συρακούσιοι ηττήθηκαν στις διαπραγ µατεύσεις που ακολούθησαν , έχασαν µόνο ένα µικρό τµήµα της περιοχής που ήλεγχαν .
Ο θάνατος του Ιπποκράτη το 491 ή 485 έφερε στην εξουσία του Γέλωνα των εινοχενιδών που παραχώρησε τους γιους του τελευταίου τυράννου . Με εφαρµογή βίας αλλά και µε συνοικέσια δυνάµωσε τις διπλωµατικές του σχέσεις και συµµαχία µε τον Ακράγαντα . Τελικά κατάφερε να προσαρτήσει και τις Συρακούσες . Η αριστοκρατία , οι γαιοκτήµονες στις Συρακούσες , έχασε την δύνα µή της µετά την ήττα της πόλεως από την Γέλα µε αποτέλεσµα οι Κυλλύριοι (ή Κιλλικύριοι ), αντίστοιχοι των ειλώτων στην Σπάρτη , επαναστάτησαν . Όταν οι γαιοκτήµονες ή γαµόροι ζήτησαν βοήθεια από τον Γέλωνα εκείνοι κατέλαβαν την πόλη και την έδωσε στον αδελφό του Ιέρωνα το 485 π.Χ.
Ο Γέλων αποφάσισε να κάνει τις Συρακούσες την µεγαλύτερη και ισχυρότερη πόλη
στην Σικελία . Έτσι , µετέφερε µεγάλο µέρος του πληθυσµού από τα Υβλαία Μέγαρα , την
Γέλα και δύο ακόµη µικρότερες πόλεις της περιοχής . Έκτισε ισχυρά τείχη για να προστατεύσει την πόλη και ναυπήγησε ισχυρό στόλο . Οι προσπάθειές του να ισχυροποιήσει το
δίδυµο Συρακούσες -Γέλα στρεφόταν εναντίον των Καρχηδονίων αλλά και εναντίον άλλων ελληνικών πόλεων .
Ο Γέλων κυβερνούσε µε την βοήθεια των συγγενών του αν και υπήρχε µια επίφαση δηµοκρατίας . Οι πόλεις που αποτελούσαν το κράτος Γέλα -Συρακούσες διατήρησαν το
δηµοκρατικό τους πολίτευµα και την αυτοδιοίκησή τους µε την Εκκλησία του Δήµου να
συνεδριάζει τακτικά αλλά χωρίς να έχει την δύναµη να έχει την δύναµη να αντιταχθεί στον
τύραννο .
Εν τω µεταξύ ο Θήρων (πεθερός του Γέλωνος ) και τύραννος του Ακράγαντος , κατέλαβε περιοχή που ήταν στην δικαιοδοσία του Σελινούντος ενώ έδιωξε τον τύραννο της Ιµέρας . Οι κινήσεις αυτές έκαναν τους Καρχηδονίους να επιχειρήσουν εναντίον των ελληνικών πόλεων στην Σικελία .
Ο τύραννος της Ιµέρας Τήριλλος , αφού εκδιώχθηκε από τον Θήρωνα ζήτησε την
βοήθεια των Καρχηδονίων . Οι τελευταίοι φρόντισαν να προετοιµαστούν προσεκτικά για
πολλούς µήνες και τελικά να φροντίσουν έτσι ώστε οι επιχειρήσεις εναντίον της Σικελίας
να συµπέσουν µε την επέµβαση των Περσών στην Ελλάδα . Οι Καρχηδόνιοι ανέθεσαν την
αρχηγία της εκστρατείας στον Αµίλκα µε 300.000 άνδρες , 3.000 µεταγωγικά πλοία και
200 πολεµικά . Οι αριθµοί αυτοί θεωρούνταν υπερβολικοί και πρέπει να είναι πολύ µικρότεροι ενώ είχαν στρατολογήσει µεγάλο αριθµό µισθοφόρων.
Ο καρχηδονιακός στρατός αποβιβάσθηκε στην Πάνορµο (Παλέρµο) και άρχισε να
βαδίζει προς την Ιµέρα ενώ ο στόλος συνόδευε από τα παράλια . Ο Θήρων νικήθηκε στην
µάχη κατά παράταξη και αναγκάσθηκε να κλεισθεί στα τείχη . Ο Γέλων προσπάθησε να
βοηθήσει τον πεθερό του µε 50.000 στρατιώτες και 5.000 ιππείς . Αρχικά κατέστρεψε στην
ύπαιθρο ό,τι µπορούσε να αποτελέσει ανεφοδιασµό για τον εχθρό .
ΠΟΛΕΜΙΚΑ
Οι συνθήκες κατά τις οποίες διεξήχθη η µάχη δεν είναι εξακριβωµένες ακριβώς
διότι υπάρχει σύγχυση στις αρχαίες πηγές . Κατά τον Ηρόδοτο , οι Καρχηδόνιοι άνοιξαν τις
πύλες να µπουν ιππείς του Γέλωνος , οι οποίοι ήταν µεταµφιεσµένοι στους φίλους τους Σελινουντίους . Οι εχθροί των Καρχηδονίων έβαλαν φωτιά στα καρχηδονιακά πλοία ενώ ο
στρατός του Γέλωνος έκανε γενική επίθεση . Ο Αµίλκας έπεσε στην µάχη και οι Καρχηδό
νιοι νικήθηκαν κατά κράτος . Κατά την παράδοση , 20 πλοία κατάφεραν να διασωθούν αλ
λά µόνο 1 έφθασε στην Καρχηδόνα και µετέφερε τα θλιβερά µαντάτα . Η πληροφορία του
Ηροδότου ότι η µάχη έγινε την ίδια ηµέρα µε την ναυµαχία της Σαλαµίνας ή του Τιµαίου
(σε Διόδωρο ) µε την µάχη των Θερµοπυλών δεν είναι παρά η προσπάθεια να συγχρονισθούν δύο ση µαντικά γεγονότα για τους Έλληνες που συνέβησαν την ίδια περίπου περίοδο . Σκοπός του συγχρονισµού είναι να φανεί ακόµη πιο περήφανη η νίκη των Ελλήνων και ακόµη πιο µεγάλη και ύπουλη η επίθεση των εχθρών της . Αληθινά , βέβαια , όσο η νίκη των Ελλήνων στην Ελλάδα σταµάτησε την κατάκτηση των Περσών, άλλο τόσο η νίκη στην Ιµέρα σταµάτησε την επέκταση των Καρχηδονίων στην Σικελία µέχρι την Αθηναϊκή καταστροφή , µετά την Σικελική εκστρατεία . Μετά την ήττα τους στην Ιµέρα , οι Καρχηδόνιοι συνήψαν ειρήνη µε τον Γέλωνα κατά την οποία έλαβε αποζηµίωση 2.000 αργυρά τάλαντα και την κατασκευή δύο ναών όπου θα χάραζε το κείµενο της ειρήνης . Η µετριοπαθέστατη αυτή ειρήνη έχει αποδοθεί στον φόβο του Γέλωνος ώστε η πλήρης αποδυνάµωση των Καρχηδονίων θα οδηγούσε στην ενδυνάµωση του Ακράγαντα . Είναι όµως πιθανότερο ότι βαρύτεροι ‘όροι µπορεί να οδηγούσαν σε µακροχρόνιο πόλεµο που δεν θα µπορούσε να αντέξει ο Γέλων. Όπως και να έχει το πράγµα, οι Συρακούσες έγιναν η µεγαλύτερη , πλουσιότερη και σηµαντικότερη πόλη της Μεγάλης Ελλάδας .
Το 478 π.Χ. ο Γέλων πέθανε και διάδοχός του αναδείχθηκε ο Ιέρων, ο µεγαλύτερος από
τους αδελφούς του . Ο Ιέρων δεν είχε τα ίδια προσόντα µε τον Γέλωνα . Ήταν φαίνεται φιλάργυρος και βίαιος (Σ) ενώ δεν είχε την πολιτική ικανότητα του αδελφού του . Για να
διασφαλίσει τον εαυτό του οργάνωσε προσωπική φρουρά από ξένους µισθοφόρους . Παρ ’
όλα αυτά κατάφερε να σώσει την Κύµη από τους Ετρούσκους . Οι Κυµαίοι ζήτησαν βοήθεια από τις Συρακούσες και το 474 νίκησαν τον στόλο των Ετρούσκων . Η νίκη των Κυµαίων και Συρακουσίων σταµάτησε τους Ετρούσκους , οι οποίοι ήθελαν να επεκταθούν
προς την νότια Ιταλία , δηλαδή τις πόλεις της Μεγάλης Ελλάδας .
Δύο χρόνια αργότερα , το 472 π.Χ. ο τύραννος του Ακράγαντα Θήρων πέθανε και
την εξουσία ανέλαβε ο γιος του Θρασύδαιος . Για άγνωστους πραγµατικά λόγους , αλλά
πιθανόν για λόγους προσωπικής φιλοδοξίας , ο νέος τύραννος συγκέντρωσε 20.000 µισθοφόρους επιτέθηκε στους Συρακούσιους . Ο Ιέρων που πληροφορήθηκε εγκαίρως τις προετοιµασίες του Θρασυδαίου , εξεστράτευσε πρώτος εναντίον του Ακράγαντα . Στην µάχη
που ακολούθησε σκοτώθηκαν 2.000 Συρακούσιοι και 4.000 αντίπαλοι και κατέληξε µε
νίκη των Συρακουσίων. Ο Θρασυδαίος διέφυγε από την πόλη και τελικά πέθανε ενώ στον
Ακράγαντα έγινε δηµοκρατία και έγινε ειρήνη µε τους Συρακούσιους . Αυτή την εποχή ο
Ιέρων έφθασε στον κολοφώνα της δυνάμεως του αλλά τελικά πέθανε το 467 π.Χ.
Τον Ιέρωνα των Συρακουσών διαδέχθηκε ο νεότερος των αδελφών του , Θρασύβουλος .
Θεωρείται (Σ) ο χειρότερος τύραννος µια που σκότωσε πολλούς πολίτες ή τους
έστειλε σε εξορία ενώ προσπάθησε να επιβληθεί µε µισθοφόρους . Οι Συρακούσιοι ήταν
δυσαρεστηµένοι ήδη από την εποχή του Ιέρωνος αλλά τώρα ήταν ακόµη περισσότερο και
έτσι αποφάσισαν να αντιδράσουν . Καταλαβαίνοντας την δύσκολη θέση του ο Θρασύβουλος συγκέντρωσε µια συνολική δύναµη 15.000 πιστών του και µισθοφόρων και αποσύρθηκε σε δύο οχυρές περιοχές της πόλεως . Οι Συρακούσιοι , σε συνεργασία µε την Γέλα ,
τον Ακράγαντα , τον Σελινούντα και την Ιµέρα νίκησαν τον τύραννο σε ξηρά και θάλασσα
αλλά τελικά ήρθαν σε συµφωνία µαζί του και επέτρεψαν σ’ αυτόν και τους µισθοφόρους
του να φύγουν από την πόλη χωρίς να τους πειράξουν . Ο Θρασύβουλος κατέφυγε στους
Λοκρούς όπου και πέθανε αργότερα . Η αποποµπή των τυράννων από διάφορες πόλεις της Σικελίας οδήγησε στην εγκαθίδρυση δηµοκρατικών πολιτευµάτων.
Πόλεµος Σικανών και Ελλήνων Σικελίας
Την δεκαετία 460-450 π.Χ. οι Σικανοί , αυτόχθονες της Σικελίας , άρχισαν να ισχυροποιούνται υπό την αρχηγία του Δουκέτιου . Ο Δουκέτιος ήταν σύµµαχος των Συρακουσίων και τους είχε βοηθήσει σε αρκετές περιπτώσεις από το 466 µέχρι το 451 π.Χ.. Για αυτό ίσως οι Συρακούσιοι δεν ανησύχησαν όταν το 453 π.Χ. συνένωσε πόλεις των Σικανών σε συνοµοσπονδία . Σύντοµα έκτισε πόλη , την Παλική , και την οχύρωσε µε τείχος ενώ µοίρασε γαίες στην γύρω περιοχή . ς εκείνη την εποχή ο Δουκέτιος δεν είχε δώσει καµία αφορµή στους Συρακουσίους και δεν είχε ενοχλήσει καθόλου τις ελληνικές πόλεις .
Το 451, όµως, νιώθοντας ότι είναι αρκετά ισχυρός , στράφηκε εναντίον των Ελλήνων. Ακραγαντίνοι και Συρακούσιοι έστειλαν στρατό για να αντιµετωπίσουν τον Δουκέτιο
που πολιορκούσε το Μότιο . Οι Έλληνες νικήθηκαν , το Μότιο κατελήφθη και ο Δουκέτιος
έστειλε αφιέρωµα στην Ολυµπία , πράγµα που δείχνει πόσο είχε ενστερνισθεί τα ελληνικά
έθιµα.
Το 450 π.Χ., οι Συρακούσιοι έστειλαν ισχυρές δυνάµεις για να αντιµετωπίσουν τον
Δουκέτιο και τον στρατό του . Κατά την µάχη και παρά τις απώλειες και από τις δύο πλευ
ρές , τελικά νίκησαν οι Συρακούσιοι και διέλυσαν τον αντίπαλο στρατό ενώ οι Ακραγαντίνοι όταν ενηµερώθηκαν εκ του Σικελού , κατέλαβαν το Μότιο . Ο Δουκέτιος που είχε καταφέρει να διασωθεί µε µερικούς στρατιώτες του αλλά φοβούµενος τι θα απογίνει , κατέφυγε
µόνος του , κρυφά , ως ικέτης · στις Συρακούσες στον βωµό. Το πρωί η εκκλησία του δήµου
συνεδρίασε για να αποφασίσει για το τέλος του Δουκέτιου . Οι πολίτες αµέσως χωρίσθηκαν στα δύο . Κάποιοι είπαν ότι ο Σικελός έπρεπε να τιµωρηθεί όπως του έπρεπε αµέσως
ενώ άλλοι να σκεφθούν την µήνιν των θεών. Έτσι , ξαφνικά το ζήτηµα έγινε τι στάση έπρεπε να κρατήσουν οι Συρακούσιοι σχετικά µε τον ικέτη . Τελικά τον συνέλαβαν αλλά
τον έστειλαν στην Κόρινθο για να µην είναι πλέον απειλή στην Σικελία .
Το 445 π.Χ. οι Ακραγαντίνοι κήρυξαν πόλεµο εναντίον των Συρακουσίων στον
οποίο ενεπλάκησαν και άλλες πόλεις της Σικελίας . Οι Ακραγαντίνοι χρησιµοποίησαν ως
αφορµή το γεγονός ότι οι Συρακούσιοι έπρεπε να τους συµβουλευθούν πριν αποφασίσουν
για την τύχη του Δουκέτιου . Ο τελευταίος µάλιστα είχε πάρει ήδη άδεια από τους Κορίνθιους να επιστρέψει στην Σικελία µε άλλους οικιστές και να ιδρύσει νέα πόλη . Οι Ακραγαντίνοι εξεστράστευσαν εναντίον των Συρακουσίων και η σύγκρουση έγινε κοντά στον
ποταµό Ιµέρα , ανάµεσα στην Γέλα και τον Ακράγαντα . Νίκησαν οι Συρακούσιοι και οι
απώλειες ήταν µεγάλες . Οι Συρακούσιοι όµως αναδείχθηκαν η ισχυρότερη πόλη στην Σι
κελία µε διπλάσια έκταση και πληθυσμό από την Αθήνα .
Οι Συρακούσιοι είδαν τις εκστρατείες των Αθηναίων στην Σικελία κατά τον Πελοποννησιακό πόλεµο ως µεγάλη απειλή για την Σικελία . Επικεφαλής της αντιαθηναϊκής
µερίδας στην σικελική πόλη ήταν ο Ερµοκράτης , ο οποίος από την πρώτη σικελική
εκστρατεία το 426 π.Χ. προέτρεπε τους Έλληνες της Σικελίας να ενωθούν και να
αντιµετωπίσουν όλοι µαζί την αθηναϊκή απειλή . Το ίδιο συνέβη και το 415 κατά την Β’
Σικελική εκστρατεία αλλά οµάδα των δηµοκρατικών και φιλοαθηναίων αντέδρασαν στις
προτάσεις του Ερµοκράτους . Ο αντίπαλος του Αθηναγόρας τον κατηγόρησε ότι ήθελε να
τροµοκρατήσει τους Συρακούσιους και να καταλάβει την εξουσία µε την βοήθεια των
ολιγαρχικών . Παρ ’ όλα αυτά τελικά οι Συρακούσιοι ακολούθησαν τις συµβουλές του Ερµοκράτους . Αντικατέστησαν λοιπόν τους 15 στρατηγούς µε 3 στρατηγούς αυτοκράτορες µε πλήρεις εξουσίες . Ένας απ ’ αυτούς ήταν ο Ερµοκράτης . Παρά τις αµφιβολίες και την πρόσκαιρη αποποµπή του όταν ο Νικίας είχε αποκλείσει τις Συρακούσες µετά την τελική τους νίκη και την καταστροφή των Αθηναίων, το κύρος του ανυψώθηκε και πάλι .
Τώρα ο Ερµοκράτης έµελλε να συγκρουσθεί για την τύχη των αιχµαλώτων Αθηναίων. Ο αντίπαλός του Διοκλής επέµενε ότι έπρεπε οι αιχµάλωτοι Αθηναίοι να σταλούν
στα λατοµεία , οι σύµµαχοί τους που είχαν αιχµαλωτισθεί να πωληθούν σκλάβοι και οι
στρατηγοί Νικίας και Δηµοσθένης να εκτελεσθούν . Ο Θουκυδίδης υποστηρίζει ότι η επιµονή στην εκτέλεση των στρατηγών οφειλόταν στον φόβο των Συρακουσίων ότι θα αποκαλυπτόταν ότι ορισµένοι είχαν προσπαθήσει να συνάψουν ειρήνη µε τον Νικία . Ο Ερµοκράτης σεβόµενος τον Νικία , ο οποίος είχε χρηµατίσει πρόξενος των Συρακουσίων, πίστευε ότι δεν υπήρχε λόγος θανατώσεως των στρατηγών . Ο δήµος , όµως ζητώντας εκδίκηση , υποστήριξε την άποψη του Διοκλή και ο Ερµοκράτης , κατά µία άποψη , µόλις πρόλαβε να ειδοποιήσει τους στρατηγούς για το τι τους περίµενε και εκείνοι να αυτοκτονήσουν ή να σκοτωθούν αυτοβούλως .
Μετά την λήξη της συγκρούσεως µε τους Αθηναίους , οι Συρακούσιοι για να βοηθήσουν τους συµµάχους τους Σπαρτιάτες έστειλαν το 412 π.Χ. τον Ερµοκράτη µε στόλο
στο Αιγαίο . Έτσι όµως έµεινε ο Διοκλής µόνος του στις Συρακούσες να κατευθύνει τον
δήµο. Το 410 οι Σπαρτιάτες και ο Ερµοκράτης νικήθηκαν στην ναυµαχία της Κυζίκου .
Ο Διοκλής τον διέβαλε και επέτυχε την εξορία του αλλά όταν η είδηση έφθασε στο εκστρατευτικό σώµα, οι στρατιώτες αρνήθηκαν να την εφαρµόσουν. Εν τω µεταξύ ο Διοκλής έπεισε τον δήµο να του δώσει το δικαίωµα να προχωρήσει σε µεταρρυθµίσεις [οι ιστοριογράφοι συγχέουν τον νοµοθέτη Διοκλή µε τον δηµαγωγό Διοκλή ]. Οι µόνες ασφαλείς πληροφορίες για τις µεταρρυθµίσεις του Διοκλή ήταν η αντικατάσταση των εκλεγόµενων
αρχόντων µε κληρωτούς , η αύξηση των στρατηγών από 3 σε 10 και η περιορισµένη εξουσία που δινόταν στους νέους άρχοντες .
Πόλεµος µε την Καρχηδόνα (409-404 π.Χ.)
Ο πόλεµος Αθηναίων και Συρακουσίων έδωσε την ευκαιρία στους Καρχηδονίους
να σκεφθούν ότι ήταν η κατάλληλη στιγµή για να επέµβουν. Η αφορµή δόθηκε πάλι από
τους Εγεσταίους , οι οποίοι µετά την ήττα των Αθηναίων και φοβούµενοι την εκδίκηση
των άλλων Ελλήνων της Σικελίας , ζήτησαν το 410 την συνδροµή των Καρχηδονίων µε
αντάλλαγµα την πόλη τους στο πλευρό τους . Οι Καρχηδόνιοι όρισαν τον Αννίβα αρχηγό
του εκστρατευτικού σώµατος που θα εξεστράτευε στην Σικελία .
Πριν αρχίσει η στρατιωτική επέµβαση ο Αννίβας προσπάθησε να στρέψει τους
Σελινουντίους εναντίον των Συρακουσίων. Έστειλε λοιπόν Καρχηδόνιους να πάνε µε Εγεσταίους στις Συρακούσες και να ζητήσουν από την µεγάλη ελληνική πόλη να µεσολαβήσει , ανάµεσα σε Σελινουντίους και Εγεσταίους για το θέµα κατοχής γαιών που είχε προκύψει . Όπως περίµενε ο Αννίβας οι Σελινούντιοι αρνήθηκαν την µεσολάβηση Συρακουσίων αλλά δεν θέλησαν να ψυχράνουν την σχέση τους µε τους Σελινουντίους .
Οι Καρχηδόνιοι έστειλαν τελικά 5.800 µισθοφόρους σε βοήθεια των Εγεσταίων .
Ενώ σε αρκετές µάχες οι Σελινούντιοι νικούσαν όταν κατέφθαναν οι µισθοφόροι των
Καρχηδονίων , κατάφεραν να νικήσουν σε µια αποφασιστική µάχη και να σκοτώσουν
1.000 αντιπάλους . Το αποτέλεσµα αυτής της µάχης , ανάγκασε τους Σελινούντιους να ζητήσουν επειγόντως βοήθεια από τους Συρακούσιους αλλά και τους Εγεσταίους να ζητήσουν την βοήθεια των Καρχηδονίων .
Α’ Καρχηδονική Εισβολή (409 π.Χ.)
Το 409 π.Χ. ο Αννίβας µε 60 τριήρεις και 1500 µεταγωγικά πλοία αποβιβάσθηκε
στο δυτικό ακρωτήριο (Λιλύβαιο ) της Σικελίας . Εκεί ήρθαν και άλλες ενισχύσεις και τελικά συγκεντρώθηκαν πάνω από 100.000 πεζοί και 4.000 ιππείς . Χωρίς χρονοτριβή βάβισε
εναντίον του Σελινούντα και περικύκλωσε την πόλη . Στην πολιορκία χρησιµοποίησε 6
κριούς αλλά και 6 πολιορκητικούς πύργους και από όπου τοξότες και σφενδονήτες έριχναν στους αµυνόµενους Σελινούντιους .
Παρά την συνολική (σθεναρή ;) αντίσταση των Σελινουντίων οι Καρχηδόνιοι µε
τους κριούς κατάφεραν να δηµιουργήσουν ρήγµα από όπου εισήλθαν οι µισθοφόροι των
Καρχηδονίων . Πολύ γρήγορα όµως απωθήθηκαν έξω από τα τείχη ενώ µέσα στην νύχτα
οι Σελινούντιοι έστειλαν να ζητήσουν βοήθεια από τους Συρακουσίους .
Εν τω µεταξύ οι Καρχηδόνιοι άρχισαν να διευρύνουν το ρήγµα µέρα µε την µέρα
ενώ οι Συρακούσιοι δεν φαίνονταν πουθενά . Οι Συρακούσιοι καθυστέρησαν προσπαθώ
ντας να προετοιµασθούν µε πολύ στρατό , µε αποτέλεσµα να καθυστερήσουν πάνω από
µια βδοµάδα . Τελικά οι Καρχηδόνιοι κατέλαβαν την πόλη . Οι Ίβηρες µισθοφόροι σύµφω
να µε το έθιµό τους , ακρωτηρίασαν νεκρούς και περιέφεραν βραχίονες αλλά και κεφάλια
σε λόγχες ως τρόπαια της νίκης . Οι µάχες και οι σφαγές στοίχισαν την ζωή σε 16.000
στρατιώτες ενώ µόνο 5.000 αιχµαλωτίσθηκαν και πουλήθηκαν ως δούλοι . Τελικά µόνο
2.600 κάτοικοι κατάφεραν να διαφύγουν στον Ακράγαντα . Όταν έφθασαν τελικά οι Συρακούσιοι µε 3.000 άνδρες , αρκέσθηκαν να ζητήσουν την απελευθέρωση των αιχµαλώτων.
Ο Αννίβας αρνήθηκε , γκρέµισε τα τείχη και άφησε ορισµένους φιλοκαρχηδόνιους Σελινούντιους να επιστρέψουν στην πόλη ως φόρου υποτελείς στους αφρικανούς .
Ο Αννίβας κινήθηκε µετά εναντίον της Ιµέρας αφού ενίσχυσε τον στρατό του µε
20.000 Σικελούς και Σικανούς . Στην Ιµέρα ο Αννίβας πολιόρκησε την πόλη µε τον ίδιο
τρόπο που είχε κάνει και στην Σελινούντα . Αν και ανοίχθηκε ρήγµα στα τείχη , οι κάτοικοι
της Ιµέρας κατάφεραν να το επιδιορθώσουν ενώ πρόλαβαν να έρθουν 4.000 σύµµαχοι από
τις Συρακούσες και άλλες πόλεις υπό τον Διοκλέα . Ενισχυµένοι οι υπερασπιστές της Ιµέρας βγήκαν από τα τείχη και παρατάχθηκαν για µάχη . 10.000 υπερασπιστές της Ιµέρας
έπρεπε να αντιµετωπίσουν 80.000 µισθοφόρους και Καρχηδόνιους . Στην κατά παράταξη
µάχη οι Ιµέριοι νίκησαν , σκότωσαν 6.000 αντιπάλους τους και τους έτρεψαν σε φυγή . Κατά την καταδίωξη όµως διέσπασαν τις γραµµές τους και στάθηκε αδύνατο να αντιµετωπίσουν τις 40.000 εφεδρείες που είχε αφήσει ο Αννίβας στους λόφους . Τελικά 3.000 Ιµεραίοι και σύµµαχοι έπεσαν στο πεδίο της µάχης ενώ οι υπόλοιποι κλείσθηκαν στα τείχη .
Σύντοµα έφθασαν 25 τριήρεις των Συρακουσίων αλλά επειδή ήταν αδύνατο να
παραλάβουν όλους τους κατοίκους αποφασίσθηκε να επιβιβασθούν τα περισσότερα γυναικόπαιδα ενώ άλλοι ακολούθησαν πεζοί την διαφυγή προς την Μεσσήνη . Οι υπόλοιποι
έµεινα στην πόλη και περίµεναν την επιστροφή των τριήρων. Όταν όµως µετά από 2 µέρες
οι τριήρεις εµφανίσθηκαν στον ορίζοντα και άρχισαν να πλησιάζουν αλλά δεν πρόλαβαν .
Οι Καρχηδόνιοι διέρρηξαν τα τείχη και εισήλθαν στην πόλη ενώ άρχισε η σφαγή των υπερασπιστών και η λεηλασία της πόλεως . Όσα γυναικόπαιδα είχαν µείνει µοιράσθηκαν
στους στρατιώτες ενώ οι 3.000 αιχµάλωτοι άνδρες οδηγήθηκαν στον τόπο όπου είχε πέσει
ο παππούς του Αννίβα , Αµίλκας , βασανίσθηκαν και κατεσφάγησαν .
Μετά την πτώση της Ιµέρας , ο Αννίβας άφησε µισθοφόρους στην Σικελία ενώ µε
τον υπόλοιπο στρατό και πολλά λάφυρα επέστρεψε στην Καρχηδόνα . Η καταστροφή του
Σελινούντα και της Ιµέρας οφείλονταν στην πολιτική και στρατιωτική ανικανότητα των
Συρακουσίων να δράσουν αµέσως και µε σοβαρότητα και να τις προστατεύσουν [ο µόνος
λόγος ;]
Το ίδιο έτος που έπεσε η Ιµέρα , ο Ερµοκράτης επέστρεψε από την Ελλάδα στην
Μεσσήνη της Σικελίας . Εκεί συγκέντρωσε 1.000 Ιµεραίους · που είχαν καταφύγει εκεί και
διασχίζοντας την Σικελία έφθασε στον Σελινούντα , τον οποίο κατέλαβε , έκτισε νέο τείχος
γύρω από τµήµα της πόλεως και κάλεσε όσους Σελινουντίους ήθελαν να επιστρέψουν και
να τεθούν υπό τις διαταγές του . Έτσι κατάφερε να συγκεντρώσει 6.000 ικανούς και επίλεκτους άνδρες . Έχοντας τον Σελινούντα ως ορµητήριο άρχισε να διενεργεί επιδροµές στις
κοντινές του περιοχές , οι οποίες ελέγχονταν από τους Καρχηδονίους . Με τις επιτυχίες του
άρχισε να κερδίζει πάλι την συµπάθεια των Συρακουσίων.
Το 408 ο Ερµοκράτης έφθασε µε στρατό στην Ιµέρα όπου βρήκε τα οστά των νεκρών Συρακουσίων που είχαν σκοτωθεί και τα σώµατά τους είχαν εγκαταλειφθεί άταφα
από τον Διοκλή . Έβαλε τους σκελετούς σε πολυτελείς άµαξες και τις έστειλε στις Συρακούσες ενώ αυτός ακολούθησε µέχρι έξω από την πόλη . Όταν οι άµαξες έφθασαν µέσα
στην πόλη έκαναν µεγάλη και καλή εντύπωση για την συµπεριφορά του Ερµοκράτους . Οι
Συρακούσιοι αναγνώρισαν την ευθύνη και ύβρη του Διοκλή τον οποίο εξόρισαν ενώ έθαψαν τους νεκρούς µε µεγάλες τιµές . Την ίδια στιγµή όµως αρνήθηκαν να καλέσουν τον Ερµοκράτη στην πόλη φοβούµενοι ότι µπορεί να χρησιµοποιούσε την δηµοτικότητά του για να αποκτήσει δύναµη και να γίνει τύραννος . Ο Ερµοκράτης γύρισε στον Σελινούντα αλλά
σύντοµα φίλοι των ειδοποίησαν να επιστρέψει και να εισέλθει στις Συρακούσες . Εκείνος
ξεκίνησε µε µικρή συνοδεία ενώ 3.000 άνδρες τον ακολουθούσαν πιο πίσω και αρκετά
µακριά . Όταν µπήκε στην πόλη , οπλισµένοι αντίπαλοί του τού επιτέθηκαν . Στην συµπλοκή που επακολούθησε ο Ερµοκράτης σκοτώθηκε ενώ όσοι από τους συνοδοιπόρους του σώθηκαν, εξορίσθηκαν . Ενδιαφέρον είναι ότι ανάµεσα στους τραυµατισµένους συντρόφους του Ερµοκράτη ήταν και ο µετέπειτα τύραννος Διονύσιος , ο οποίος στην συγκεκριµένη περίπτωση προσποιήθηκε τον νεκρό και κατάφερε να σωθεί .
Δεύτερη Εισβολή των Καρχηδονίων (405 π.Χ.)
Όταν µαθεύτηκε στην Καρχηδόνα το 407 η νέα κατάσταση στην Σικελία , οι Καρχηδόνιοι άρχισαν προετοιµασίες για να επέµβουν στην Σικελία και να επιβάλουν την ισχύ τους σε όλο το νησί . Πρώτα άρχισαν τις διπλωµατικές επαφές για να σιγουρευθούν ότι οι
Έλληνες δεν θα βοηθούσαν τους οµοεθνείς τους στην Σικελία . Έστειλαν , λοιπόν, πρέσβεις
στην Αθήνα να πείσουν τους Αθηναίους για να εµποδίσουν άλλες ελληνικές πόλεις να
βοηθήσουν τους Συρακουσίους σε ενδεχόµενο πόλεµο στο νησί ενώ και οι Αθηναίοι έστειλαν πρέσβεις στην Σικελία για να συζητήσουν µε Καρχηδόνιους στρατηγούς .
Δεν διαθέτουµε άλλες πληροφορίες γι ’ αυτές τις διαβουλεύσεις αλλά οι Καρχηδόνιοι επρόκειτο να προετοιµασθούν µε µεγάλη προσοχή για νέο µεγάλο πόλεµο. Διόρισαν
στρατηγό τον γηραιό Αννίβα , προφανώς λόγω της εµπειρίας του και συστρατηγό του συγγενή του Ιµίλκωνα του Άννωνος . Οι δύο Καρχηδόνιοι άρχισαν να συγκεντρώνουν µισθοφόρους από την Ιβηρία και τις Βαλεαρίδες νήσους , Λίβυες και Φοίνικες και άλλους βορειοαφρικανούς αλλά και τους καλύτερους των Καρχηδονίων . Κατά τον Τίµαιο , λοιπόν, συγκεντρώθηκαν 120.000 άνδρες ενώ ο Έφορος αναφέρει 3.000.000 (µαζί µε τους βοηθητικούς , πλήθος βοηθητικών ανδρών και 1.000 µεταγωγικά πλοία .
Την άνοιξη του 406 π.Χ. οι Καρχηδόνιοι έστειλαν 40 τριήρεις στην Σικελία για
την προετοιµασία της εισβολής πριν την άφιξη του όγκου του στρατού τους . Όταν έγινε
γνωστός ο πλους του στόλου , ισάριθµα περίπου πολεµικά πλοία απέπλευσαν από τις Συ ρακούσες για να συναντήσουν τους εχθρούς . Στην ναυµαχία που συνήφθη στα ανοικτά
του Έρυκος , οι Καρχηδόνιοι ηττήθηκαν , έχασαν 15 τριήρεις και διέφυγαν µέσα στο σκοτάδι . Αµέσως ο Αννίβας έφθασε στην περιοχή µε 50 τριήρεις . Οι Συρακούσιοι και οι άλλοι
Έλληνες αµέσως συνειδητοποίησαν τον τεράστιο κίνδυνο που ελλόχευε για τις πόλεις του
νησιού . Οι Συρακούσιοι κινήθηκαν αµέσως και έστειλαν πρέσβεις στις άλλες πόλεις της
Σικελίας και στους Σπαρτιάτες . Εν τω µεταξύ , οι Καρχηδόνιοι ήταν φανερό πως θα επέδραµαν πρώτα στον Ακράγαντα γιατί συνόρευε µε την περιοχή που ήλεγχαν αλλά και διότι δεν ήταν προετοιµασµένοι για να αντιµετωπίσουν στρατιωτική επίθεση . Μόλις εµφανίσθηκαν οι Καρχηδόνιοι , οι Ακραγαντίνοι κλείσθηκαν στα τείχη και προετοιµάσθηκαν για
πολιορκία .
Οι Καρχηδόνιοι περικύκλωσαν την πόλη και στρατοπέδευσαν σε δύο πλευρές των
τειχών ενώ οι Ακραγαντίνοι κατάφεραν να συγκεντρώσουν και 1.500+800 µισθοφόρους .
Όταν απορρίφθηκαν οι προτάσεις ειρήνης και παραδόσεως της πόλεως που έκαναν οι
Καρχηδόνιοι , άρχισαν οι τειχοµαχίες στο σηµείο όπου οι Αφρικανοί είχαν εντοπίσει ότι
ήταν το πιο ευπρόσβλητο . Έσυραν κοντά στο σηµείο δύο πολιορκητικούς πύργους τους
οποίους όµως το βράδυ οι Ακραγαντίνοι έκαψαν . Τότε οι Καρχηδόνιοι αποφάσισαν να
προσβάλλουν την πόλη από πολλές πλευρές ταυτοχρόνως . Άρχισαν λοιπόν να σπάνε τα
µνηµεία γειτονικής νεκροπόλεως για να τα χρησιµοποιήσουν σαν προσχώσεις µπροστά στα τείχη . Όµως, ένας κεραυνός τους κτύπησε όταν προσπαθούσαν να κατεδαφίσουν µε
γάλο µνηµείο και οι µάντεις αµέσως διέταξαν την διακοπή της κατεδαφίσεως ενώ λοιµός
ενέσκηψε στα στρατόπεδα που είχε ως θύµα του και τον Αννίβα . Ο άλλος στρατηγός Ιµίλ
κων, προσέφερε θυσίες µε σφάγια αλλά και µε ένα παιδί που θυσιάστηκε στον θεό Μολώχ
ενώ διέταξε να συνεχίσουν την επίχωση στην νοτιοδυτική πλευρά του τείχους .
Οι Συρακούσιοι συγκέντρωσαν 30.000 πεζούς µισθοφόρους και πολίτες και 5.000
ιππείς µαζί µε 30 τριήρεις και άρχισαν να κινούνται προς τον Ακράγαντα . Όταν ο Ιµίλκων
ενηµερώθηκε για την έλευση των Ελλήνων έστειλε 40.000 από τους µισθοφόρους του να
συναντήσουν τους εχθρούς τους µεταξύ της πόλεως του Ακράγαντα και του ποταµού Ιµέρα . Στην µάχη οι Έλληνες κατάφεραν να τρέψουν σε φυγή τους Καρχηδονίους . Όταν έφθασαν τα υπολείµµατα στα τείχη του Ακράγαντα , οι Ακραγαντίνοι δίστασαν να κάνουν έξοδο . Το αποτέλεσµα ήταν οι Συρακούσιοι να καταλάβουν το ένα από τα δύο στρατόπεδα των Καρχηδονίων .
Ο Δαφναίος όταν αντελήφθη ότι ήταν αδύνατον να καταλάβει το δεύτερο στρατόπεδο των Καρχηδονίων που ήταν ισχυρά οχυρωµένο αποφάσισε να εµποδίσει την τροφοδοσία του µε αποτέλεσµα να πέσει λιµός . Οι Καρχηδόνιοι έµαθαν όµως ότι πλοία φορτωµένα µε τρόφιµα είχαν αποπλεύσει από τις Συρακούσες για τον Ακράγαντα και έστειλαν
τον στόλο που ναυλοχούσε στην καρχηδονιακή Σικελία να αρπάξουν το φορτίο . Όταν η
επιτυχία των Καρχηδονίων έγινε γνωστή οι µισθοφόροι των Ακραγαντίνων πήγαν µε τους
Καρχηδόνιους , οι οποίοι µάλιστα τους υποσχέθηκαν και 15 τάλαντα αµοιβή .
Οι σύµµαχοι στρατηγοί του Ακράγαντα , µάλλον φοβούµενοι ότι δεν θα αντέξουν
χωρίς τρόφιµα, προφασίσθηκαν ότι έληξε η θητεία τους και έφυγαν ο καθένας για την πόλη του . Τότε οι Ακραγαντίνοι στρατηγοί δεν είχαν παρά να διατάξουν την εγκατάλειψη
της πόλεως . Όσοι έµεινα πίσω γιατί ήταν άρρωστοι ή τραυµατίες που δεν µπορούσαν να
κινηθούν έφυγαν για την Γέλα . Έτσι µπήκαν στην πόλη οι Καρχηδόνιοι και σκότωσαν ό
σους είχαν αποµείνει ακόµη και τους ικέτες των ιερών ενώ τα λάφυρα ήταν πάρα πολλά .
Υπήρξε γενική κατακραυγή εναντίον των Συρακούσιων στρατηγών για την ανικανότητά
τους να προστατεύσουν τον Ακράγαντα .
Διονύσιος ο Πρεσβύτερος των Συρακουσών
Η γενική κατακραυγή εναντίον των στρατηγών και διοικούντων τις Συρακούσες
για την πτώση του Ακράγαντα οδήγησε τον άγνωστο Διονύσιο των Συρακουσών στην εξουσία . Είχε συµµετάσχει στο εκστρατευτικό σώµα εναντίον των Καρχηδονίων στον Ακράγαντα και είχε διακριθεί . Όταν επέστρεψαν στις Συρακούσες , ο Διονύσιος δεν δίστασε να κατηγορήσει ανοικτά τους στρατηγούς και να ζητήσει την θανάτωσή τους ως προδότες .
Οι Συρακούσιοι άρχοντες προσπάθησαν να τον σταµατήσουν επιβάλλοντας πρόστιµα,
όπως όριζαν οι νόµοι . Τότε εµφανίσθηκε ένας πλούσιος υποστηρικτής του , ο Φίλιστος ,
που ανέλαβε να πληρώνει όλα τα πρόστιµα αρκεί ο Διονύσιος να µπορεί να εκφράσει τον
λόγο του .
Έτσι ο Διονύσιος άρχισε να υποστηρίζει ότι οι στρατηγοί χρηµατίστηκαν για να
εγκαταλείψουν τον Ακράγαντα . Συµβούλευε µάλιστα τον λαό να µην εκλέξει πάλι στρατηγούς από τους ισχυρότερους των πολιτών αλλά από αυτούς που ήταν φίλοι του λαού ,
εννοώντας και αυτόν τον ίδιο, πράγμα το οποίο πραγματοποιήθηκε . Η πρώτη του ενέργεια
ήταν να πείσει τους συμπολίτες του να ανακαλέσουν όλους τους εξόριστους για να βοηθήσουν στην άµυνα της πόλεως , αφού θα ήταν πιο αφοσιωµένοι από τους µισθοφόρους . Η
κίνηση αυτή αποσκοπούσε στο να αποκτήσει ο Διονύσιος πιστούς οπαδούς . Ο Διονύσιος
άρχισε να κατηγορεί τους συστρατηγούς του για πιθανές µυστικές συνεννοήσεις µε τους
Καρχηδόνιους µε αποτέλεσµα να εµφανισθεί στους Συρακούσιους ως ο µόνος πραγµατικά
υποστηρικτής της δηµοκρατίας και της ασφάλειά της πόλεως µε πολύ µεγάλη δηµοτικότητα .
Η ευκαιρία που δόθηκε στον Διονύσιο να ενισχύσει την θέση του στις Συρακούσες
ήταν όταν οι κάτοικοι της Γέλας ζήτησαν την βοήθεια των Συρακουσών φοβούµενοι ότι
θα ήταν οι επόµενοι αντίπαλοι του Ιµίλκωνα . Ο Διονύσιος έφτασε στην Γέλα µε 2.000 πεζούς και 400 ιππείς για να ενισχύσει την άµυνά τους αλλά βρήκε την πόλη ανάστατη από
την επανάσταση των φτωχών εναντίον των πλουσίων. Έξυπνα , ο Διονύσιος υποστήριξε
τους φτωχούς και επέτυχε την δήµευση της περιουσίας των πλουσιοτέρων µε αποτέλεσµα
να πληρώσει τους καθυστερηµένους µισθούς των µισθοφόρων του Δέξιππου και υποσχέθηκε διπλό µισθό στους δικούς του . Ο Διονύσιος κατάφερε έτσι να πάρει τους δηµοκρατικούς µε το µέρος του , όπως στις Συρακούσες , και να παρουσιασθεί σαν προστάτης της δηµοκρατίας .
Ο Δέξιππος όµως δεν συµφώνησε µε τις ιδέες του Διονύσου µε αποτέλεσµα
ο τελευταίος να αποχωρήσει και να επιστρέψει στις Συρακούσες . Μόλις έφτασε , δήλωσε
ότι υπήρχε σηµαντικότερος εχθρός από τους Καρχηδόνιους και αυτοί ήταν οι πλούσιοι της
πόλεως .
Αυτοί δεν πλήρωσαν τους στρατιώτες κανονικά για να χρησιµοποιήσουν τα επιπλέον χρήματα ενώ µάλλον ερχόντουσαν και σε προδοτικές συνεννοήσεις µε τους εχθρούς . Μάλιστα είχε και ο ίδιος λάβει γράµµα από τον Ιµίλκωνα , ο οποίος τον παρότρυνε να γίνει και αυτός µέλος της οµάδας των συνωµοτών. Οι καταγγελίες αυτές ξεσήκωσαν το πλήθος που απαιτούσε να ονοµασθεί στρατηγός -αυτοκράτωρ για να σώσει την πόλη .
Ο Διονύσιος Τύραννος (406 π.Χ.)
Μόλις ο Διονύσιος ανέλαβε την εξουσία διπλασίασε τους µισθούς των στρατιωτικών και φυσικά τους πήρε µε το µέρος του . Αµέσως διέταξε γενική επιστράτευση όλων των πολιτών µέχρι 40 ετών και εξεστράτευσε στους Λεοντίνους . Σκοπός του ήταν να προσεταιριστεί την µισθοφορική φρουρά από ξένους που είχαν εγκαταστήσει οι Συρακούσιοι .
Ενώ λοιπόν είχε στρατοπεδεύσει έξω από την πόλη προσποιήθηκε ότι είχε δεχτεί επίθεση
και µπήκε στην πόλη και κλείστηκε στην ακρόπολη µε τους άνδρες του . Όταν ξηµέρωσε
ζήτησε από την εκκλησία των Λεοντίνων να του διαθέσει 600 άνδρες σωµατοφυλακή για
την προστασία του . Ήταν τόσο πειστικός για τον κίνδυνο που διέτρεχε ώστε αµέσως να
του δοθεί η άδεια να συγκεντρώσει τους φτωχότερους για να είναι πιστοί του . Επίσης τοποθέτησε δικούς του σε θέσεις κλειδιά και φρόντισε να στείλει τον Δέξιππο µακριά στην
Ελλάδα . Επίσης κάλεσε όσους ήθελαν µισθοφόρους να µεταβούν στους Λεοντίνους . Μετά
επέτρεψε στις Συρακούσες φρόντισε να θανατώσει επιφανείς πολίτες µετά από εικονική
δίκη και ουσιαστικά να παρουσιαστεί ως τύραννος .
Η Εισβολή Καρχηδονίων (405 π.Χ.)
Οι Καρχηδόνιοι είχαν περάσει τον χειµώνα στον Ακράγαντα και τώρα πορεύτηκαν
προς την Γέλα . Εκεί άρχισαν την πολιορκία της Γέλας . Αρχικά οι Γελώοι σκέφτηκαν να
αποµακρύνουν τα γυναικόπαιδα αλλά για άγνωστους λόφους η ενέργεια αυτή δεν έγινε
(λέγεται ότι οι γυναίκες αρνήθηκαν να φύγουν). Αρχικά λοιπόν οι επιθέσεις των Καρχηδονίων και τα τµήµατα του τείχους που καταστρέφονταν την ηµέρα , αντιµετωπίζονταν µε επιτυχία και επιδιορθώνονταν την νύχτα .
Μέσα σε λίγες µέρες ο Διονύσιος αφού συγκέντρωσε 30.000-50.000 πεζούς , 1500
ιππείς και 50 κατάφρακτα πλοία , έπλευσε µέχρι την Γέλα , όπου και στρατοπέδευσε έξω
από την πόλη στην αντίθετη πλευρά που είχε στρατοπεδεύσει ο Ιµίλκων. Τις πρώτες 20
µέρες έγιναν µόνο συµµαχίες αλλά φαίνεται ότι ο Διονύσιος παράλληλα µελετούσε και
επεξεργαζόταν ένα σχέδιο πολλαπλών επιθέσεων. Το σχέδιό του ήταν να επιτεθούν ο
στρατός και ο στόλος τους ταυτοχρόνως στο στρατόπεδο των Καρχηδονίων από πέντε
διαφορετικά σηµεία . Ο συντονισµός όµως των διαφόρων τµηµάτων δεν ήταν καλός µε
αποτέλεσµα να υπάρξουν απώλειες στον στρατό του Διονυσίου και τελικά η επίθεση να
αποτύχει . Τότε ο Διονύσιος σε συνεννόηση µε τους Γελώους αποφάσισαν να εγκαταλείψουν και να εκκενώσουν την Γέλα . Όντως µε τέχνασµα ο Διονύσιος και οι Γελώοι κατάφεραν µέσα στην νύχτα να εγκαταλείψουν την πόλη στους Καρχηδονίους . Η αποτυχία αυτή του Διονυσίου προκάλεσε αντιδράσεις στις Συρακούσες . Οι ιππείς , επιφανείς οικογένειες της πόλεως , αποφάσισαν να ανατρέψουν τον Διονύσιο και έτρεξαν στο σπίτι του ,
εξευτέλισαν την γυναίκα του και άρπαξαν τους θησαυρούς του τυράννου . Ο Διονύσιος
κινήθηκε αστραπιαία : µε µικρή αλλά αποφασιστική δύναµη ανδρών έφτασε αστραπιαία
στην πόλη και αιφνιδίασε τους ιππείς τους οποίους αποδεκάτισε .
Την κρίσιµη αυτή στιγµή της αµφισβητήσεως του ο Διονύσιος στάθηκε τυχερός .
Κάποια επιδηµία που έπεσε στο στρατόπεδο των Καρχηδονίων ανάγκασε τον Ιέρωνα να
ζητήσει ειρήνη . Ο Διονύσιος φρόντισε να δεχθεί όπως-όπως. Οι Καρχηδόνιοι κέρδισαν τις
περιοχές των Ελύµων (;) και των Σικανών. Οι πόλεις Σελινούς , Ακράγας , Ιµέρα , Γέλα και
Καµερίνα (;) θα έµεναν ατείχιστες ενώ οι Λεοντίνοι , οι Μεσσήνιοι και οι Σικελοί κηρύχθηκαν αυτόνοµοι ενώ οι Συρακούσες περιέρχονταν στην πλήρη δικαιοδοσία του Διονυσίου. Επίσης , οι αντίπαλοι αντάλλαξαν τους αιχµαλώτους αλλά και τα πλοία των εχθρών
που είχαν συλλάβει [αµφισβητούνται οι όροι από ιστορικούς ].
Εδραίωση και Επέκταση του Κράτους του Διονυσίου (405-403)
Ο Διονύσιος αποφάσισε να προστατεύσει τον εαυτό του και τους δικούς του οχυρώνοντας ισχυρά το νησί της Ορτυγίας . Επίσης , για να ανταµείψει τους φίλους του και να
τους κρατήσει πιστούς κοντά του δήµευσε τις καλύτερες γαίες . Τις πλουσιότερες απ ’ αυτές τις µοίρασε στους πιστότερους από τους φίλους του ενώ τις υπόλοιπες τις δώρισε σε
οπαδούς του πολίτες , σε ξένους αλλά και σε δούλους τους οποίους απελευθέρωσε και ονόµασε «νεοπολίτες ». Ακόµη, δέσµευσε τις κατοικίες των αντιπάλων του και τις µοίρασε
στον όχλο ενώ όσες ήταν στην Ορτυγία τις έδωσε σε φίλους του .
Ο Διονύσιος νοµίζοντας ότι είχε στερεώσει και εξασφαλίσει την εξουσία του στις
Συρακούσες αποφάσισε να επεκτείνει την κυριαρχία του και σε άλλες πόλεις της Σικελίας .
Όταν έφυγε όµως από τις Συρακούσες , η πλειοψηφία των πολιτών επαναστάτησε , κάλεσε
τους εξόριστους ιππείς από την επιτυχηµένη του στάση , φόνευσαν τον επικεφαλής αξιωµατικό που είχε αφήσει ο Διονύσιος και ήταν έτοιµοι να τον αντιµετωπίσουν . Παράλληλα
έστειλαν πρέσβεις στην Μεσσήνη και στο Ρήγιο ζητώντας βοήθεια ενώ επικήρυξαν τον
τύραννο και υποσχέθηκαν πολιτικά δικαιώµατα σε όσους µισθοφόρους θα συντάσσονταν
µαζί τους . Οι Μεσσήνιοι και οι Ρηγινοί έστειλαν 80 τριήρεις και µε την βοήθεια πολιορκητικών µηχανών που κατασκεύασαν οι στατιστικές και πολιόρκησαν τις Επιπολές όπου
είχε καταφύγει ο Διονύσιος . Ο Διονύσιος τροµοκρατηµένος έστειλε µυστικά και ζήτησε
βοήθεια από τους Καµπανούς σε αντάλλαγµα για πολλά χρήµατα ενώ µήνυσαν στους
στασιαστές ότι θα διαπραγµατευθεί την αποχώρησή του . Οι επαναστάτες βεβαιωµένοι ότι
πλέον ο Διονύσιος είχε χάσει την εξουσία άφησαν στρατιώτες να επιστρέψουν στα σπίτια
τους .
Ο Διονύσιος εκµεταλλεύθηκε την χαλαρότητα που επικράτησε ανάµεσα στους
στασιαστές και µε την βοήθεια 1200 Καµπανών ιππέων και τριακοσίων µισθοφόρων τους
αιφνιδίασε αλλά δεν προέβη σε σφαγή των αποστατών και των συµµάχων τους , απλώς τους
έδιωξε από την πόλη . Εκείνοι κατέφυγαν στην Αίτνα , όπως είχαν κάνει και οι ηττημένοι
ιππείς προηγουµένως. Ο Διονύσιος τώρα έλαβε δραστικότερα µέτρα για να προστατεύσει
τον εαυτό του και την τυραννία του . Κατασκεύασε δεύτερο τείχος στην ακρόπολη των
Συρακουσών, ναυπήγησε επιπλέον πλοία , στρατολόγησε περισσότερους µισθοφόρους αλλά και µε τέχνασµα αφόπλισε τους πολίτες των Συρακουσών. Αµέσως µετά κατέλαβε το
φρούριο στην Αίτνα όπου είχαν καταφύγει οι στασιαστές . Κατόπιν , επειδή δεν είχε πολιορκητικές µηχανές , κατάφερε χρησιµοποιώντας προδότες των πόλεων να καταλάβει την
Κατάνη και την Νάξο της Σικελίας . Εξανδραπόδισε τους κατοίκους και των δύο πόλεων ,
εγκατέστησε µισθοφόρους στην Κατάνη ενώ κατεδάφισε την Νάξο . Ακολούθως πολιόρκησε τους Λεοντίνους και κατάφερε να πείσει τους κατοίκους ότι αν δεν παραδοθούν θα
πάθουν ότι και οι προηγούµενες πόλεις . Οι Λεοντίνοι πείσθηκαν τελικά να εγκαταλείψουν
την πόλη τους και να εγκατασταθούν στις Συρακούσες .
Α’ Καρχηδονιακός Πόλεµος Διονυσίου
Ο Διονύσιος αποφάσισε να καβαλικέψει ταυτοχρόνως δύο άλογα . Από την µια
πλευρά , η ειρήνη µε τους Καρχηδονίους το 405 π.Χ. τους έδωσε την δυνατότητα να επικρατήσει στις Συρακούσες και φυσικά επί όλων των Ελλήνων . Από την άλλη , οι επεκτατικές του βλέψεις και η επιθυµία του να κυριαρχήσει στην Σικελία αναγκαστικά θα τον έφερναν αντιµέτωπο µε τους Καρχηδονίους , µια που οι ελληνικές πόλεις , για να τον αποφύγουν θα έπρεπε να ζητήσουν την προστασία των Καρχηδονίων . Άρα ο πόλεµος ήταν αναπόφευκτος και ο Διονύσιος τον χρειαζόταν διότι µόνο έτσι θα µπορούσε να κυριαρχήσει στην περιοχή . Πριν όµως φτάσει στην σύγκρουση έπρεπε να προετοιµάσει το έδαφος .
Πρώτο του µέληµα ήταν να οχυρώσει τις Συρακούσες έτσι ώστε να τις κάνει απόρθητες .
Τα πρώτα χρόνια του ’ αιώνα π.Χ. ο Διονύσιος περιέλαβε στην περιτείχιση των Συρακουσών το τµήµα της πόλεως το υψίπεδο των Επιπολών που ήταν στρατηγικής σηµασίας .
Επίσης επισκεύασε όσα πλοία διέθετε για να τα καταστήσει απολύτως αξιόµαχα ενώ κατασκεύασε και 200 ακόµη πολεµικά συγκροτώντας ένα στόλο µε πάνω από 300 πλοία .
Ακόµη εξόπλισε τον στρατό του µε µεγάλο αριθµό όπλων και πολιορκητικών µηχανών
αλλά και στρατολόγησε πολυπληθή στρατό Ελλήνων και άλλων .
ΠΟΛΕΙΣ
Οι άλλες ελληνικές πόλεις θορυβήθηκαν πολύ . Το 399 π.Χ. οι Ρηγίνοι και οι Μεσσήνιοι εξεστράτευσαν µε σχολική δύναµη 10.000 πεζούς (6000+4000), 1000 ιππείς
(600+400) και 80 πλοία (50+30) αλλά οι στρατηγοί δεν είχαν λάβει την άδεια της Εκκλησίας του Δήµου . Ενώ λοιπόν ο Διονύσιος ήταν έτοιµος να αντιµετωπίσει τους συµµάχους
ξαφνιάσθηκε ευχάριστα µε τις προτάσεις ειρήνης . Την ίδια εποχή ο Διονύσιος φρόντισε να
φουντώσει τις εχθρικές διαθέσεις των Συρακουσίων εναντίον των ξένων και ιδίως εναντίον των Καρχηδονίων µε την πρόφαση ότι λόγω της επιδηµίας που είχε ενσκήψει στην Καρχηδόνα θα ήταν εύκολος στόχος .
Το 398 π.Χ. ο Διονύσιος εξεστράτευσε εναντίον της καρχηδονιακής πόλεως Μοτύη , στην δυτική Σικελία . Στην πορεία του προς τα δυτικά χιλιάδες Έλληνες από τις πόλεις
που πέρασε ενώθηκαν µε τον στρατό του . Ο Διονύσιος λοιπόν παρουσιάσθηκε σαν τον
επικεφαλής της µιας ελληνικής πανσικελικής εκστρατείας των Καρχηδονίων . Όταν έφθασε στην Μοτύη ο στρατός του αποτελούνταν ανάµεσα σε άλλους και από πολεµιστές από
την Γέλα , τον Ακράγαντα , την Ιµέρα αλλά και τον Σελινούντα και αριθµούσε 80.000 πε
ζούς , πάνω από 3000 ιππείς , 200 περίπου πολεµικά και 500 φορτηγά πλοία που µετέφεραν
πολεµοφόδια και τις πολιορκητικές µηχανές .
Η Μοτύη ήταν κτισµένη σε µικρό νησί , µόλις 1200 µέτρα από την ακτή . Συνδεόταν µε την απέναντι ακτή µε τεχνητό πρόσχωµα, το οποίο όµως οι κάτοικοι κατέστρεψαν
αφού κλείσθηκαν πίσω από τα τείχη της πόλεως όταν έµαθαν ότι έρχεται ο Διονύσιος . Όταν ο Έλληνας στρατηγός έφθασε στην περιοχή διέταξε να φτιάξουν πλατύτερο πρόσχωµα
από το κατεστραµένο για να χωρέσουν οι πολιορκητικές µηχανές ενώ µε τον στόλο του
φρόντισε να αποκλείσει την είσοδο του κόλπου ο οποίος περιέκλειε το νησί . Εν τω µεταξύ
Ο Διονύσιος άρχισε την πολιορκία δύο σικελικών πόλεων πιστών στους Καρχηδόνιους .
Οι Καρχηδόνιοι σκέφθηκαν ότι ο καλύτερος τρόπος για να δημιουργήσουν αντιπερισπασμό ήταν να στείλουν µοίρα του στόλου εναντίον των Συρακουσών.
Αλλά ο Διονύσιος δεν ένοιωσε να απειλείται και δεν έστειλε µέρος του στόλου του όπως ανέµεναν οι Αφρικανοί . Τότε , ο Καρχηδόνιος Ιµίλκων αποφάσισε µε 100 από τις καλύτερες τριήρεις του να επιτεθεί αιφνιδιαστικά στον στόλο του Διονυσίου που ναυλοχούσε στην Μοτύη . Ο καρχηδονιακός στόλος έφθασε στο στόµιο του κόλπου της Μοτύης και κατέστρεψε τις
πρώτες τριήρεις του Διονυσίου . Τότε ο Συρακούσιος κατάλαβε ότι αν τα πλοία του επιχειρούσαν να βγουν από το στενό στόµιο του κόλπου θα καταστρέφονταν διότι δεν µπορούσαν να παραταχθούν σε µεγάλο µήκος για µάχη . Ο Διονύσιος τότε σκέφθηκε µε την βοήθεια ξύλινης διολκού να σύρει τα πλοία κατά πλάτος τους ενός βραχίονα για να τα βγάλει
στην θάλασσα . Όταν ο Ιµίλκων αντελήφθη το σχέδιο του Διονυσίου ήταν πολύ αργά .
Πολλά πλοία είχαν ήδη ριχθεί στην θάλασσα από την άλλη πλευρά του βραχίονα και ο
Ιµίλκων δεν µπορούσε να τα αντιµετωπίσει . Έτσι επέστρεψε στην Αφρική .
Μετά την αποχώρηση του Ιµίλκωνα η τύχη της Μοτύης ήταν προδιαγραµµένη .
Σύντοµα τελείωσε και το πλατύ πρόσχωµα που έκτιζαν οι Έλληνες και έτσι ο Διονύσιος
άρχισε τις επιθέσεις µε την βοήθεια εξαώροφων πολιορκητικών πύργων, καταπέλτες και
πολιορκητικών κριών, µε τα οποία γκρέµισε τµήµα των τειχών και εισήλθε στην πόλη
[ες .Σ.]. Έτσι άρχισε η σφαγή των κατοίκων της Μοτύης. Όσοι σώθηκαν πουλήθηκαν
ως δούλοι . Τελικά , ο Διονύσιος άφησε φρουρά και επέστρεψε στις Συρακούσες .
Στην Αφρική οι Καρχηδόνιοι [κατά τον Έφορο , fr. 46=.Σ. 14.54.5] συγκέντρωσαν 300.000 πεζούς , 4.000 ιππείς , 400 πολεµικά ‘άρµατα και µε 400 πολεµικά και 600
βοηθητικά κατάφεραν να πλεύσουν στην Πάνορµο, στην Βορειοδυτική Σικελία . Ο Τίµαιος , όµως, γράφει για 100.000 που ήρθαν από την Αφρική και άλλοι 30.000 που στρατολογήθηκαν στην Σικελία [Τίµαιος , Fr. 108= .Σ. 14.54.5]. Ο Ιµίλκων κατέλαβε την Μοτύη
αλλά την εγκατέλειψε και έκτισε νοτιότερα το Λιλύβαιο , που έγινε η σπουδαιότερη καρχηδονιακή βάση .
Ενώ ο Διονύσιος βρισκόταν σε στάση αναµονής ο Ιµίλκων άρχισε να βαδίζει προς
την Μεσσήνη λόγω του εξαιρετικού της λιµανιού αλλά και της στρατηγικής του θέσης .
Έτσι θα ήλεγχε τον πορθµό της Μεσσήνης και την πιθανή ενίσχυση των Ελλήνων από την
Κάτω Ιταλία . Αφού υπέταξε την Ιµέρα στρατοπέδευσε λίγο µακρύτερα από την πόλη . Ορισµένοι Μεσσήνιοι πιστεύοντας σε κάποιο παλιό χρησµό αποφάσισαν να αµυνθούν αν
και η κατάσταση των τειχών της πόλεως ήταν κακή . Άλλοι αποφάσισαν να εγκαταλείψουν
την πόλη . Οι Καρχηδόνιοι δεν δυσκολεύθηκαν καθόλου να καταλάβουν την πόλη µε 200
πλοία τους . Ο Ιµίλκων κατεδάφισε την πόλη και ετοιµάσθηκε να επιτεθεί στις Συρακούσες .
Ο Διονύσιος προσπάθησε να ετοιµάσει την άµυνά του µε κάθε µέσο . Απελευθέρωσε δούλους για να επανδρώσει 60 πλοία ενώ έλαβε ενίσχυση 1000 µισθοφόρων από τους Λακεδαιµόνιους . Με 30.000 πεζούς και 3.000 ιππείς κινήθηκαν προς το όρος Ταύρος ενώ την ίδια κατεύθυνση πήρε και ο Ιµίλκων κατευθυνό µενος προς τις Συρακούσες . Καθ ’ οδόν όµως µία έκρηξη του ηφαιστείου της Αίτνας ανέκοψε την πορεία των Καρχηδονίων .
Ενώ ο στρατός έψαχνε τρόπο να παρακάµψει το ηφαίστειο , ο καρχηδονιακός στόλος συνέχισε να κατευθύνεται προς την Κατάνη . Ο Διονύσιος αποφάσισε να επιτεθεί στον αφρικανικό στόλο αλλά τελικά ηττήθηκε και έχασε πάνω από 100 πλοία και 20.000 άνδρες .
Τότε ο Διονύσιος δεν είχε παρά να υποχωρήσει στις Συρακούσες .
Θορυβημένος από τις εξελίξεις ο Διονύσιος έστειλε για βοήθεια στις πόλεις της Μ.
Ασίας , στην Κόρινθο, και στην Σπάρτη . Ταυτοχρόνως πρόσφερε άφθονα χρήµατα για να
στρατολογήσει µισθοφόρους στην Πελοπόννησο . Εν τω µεταξύ οι Καρχηδόνιοι άρχισαν
ψυχολογικό πόλεµο αλλά και διερευνητικές κινήσεις . Για ένα περίπου µήνα , οι Καρχηδόνιοι παρέτασσαν τον στρατό τους µπροστά στα τείχη ή έβγαζαν τον στόλο τους να πλέει
στην είσοδο του ναυστάθµου ενώ παράλληλα λεηλατούσαν την ύπαιθρο κοντά στις Συρακούσες .. Ακόµη οι Καρχηδόνιοι συγκέντρωσαν µεγάλες ποσότητες τροφίµων στα τρία
φρούρια που κατασκεύασαν στην περιοχή . Εν τω µεταξύ οι Λακεδαιµόνιοι είχαν στείλει
30 πολεµικά τα οποία κατάφεραν να αποφύγουν τον εχθρικό στόλο και να πλησιάσουν την
πόλη .
Σύντοµα έγινε και η πρώτη ναυµαχία κατά την οποία οι Συρακούσιοι νίκησαν , κατέστρεψαν 24 πλοία και συνέλαβαν και την ναυαρχίδα των εχθρών. Οι Καρχηδόνιοι δεν
ξαναεπιχείρησαν ναυµαχία σ’ αυτήν την σύγκρουση ενώ ανυψώθηκε πολύ το ηθικό των
Συρακουσίων. Την ίδια εποχή επιδηµία έπληξε το στρατόπεδο των Καρχηδονίων , η οποία
εξαπλώθηκε γρήγορα από τα έλη που βρίσκονταν στην περιοχή στρατοπεδίας αλλά και ο
αφόρητος καύσων εκείνου του καλοκαιριού αλλά και η συσσώρευση των άταφων πτωµάτων.
Ο Διονύσιος δεν έχασε την ευκαιρία και µια ασέληνη νύχτα επιτέθηκε από ξηρά
και θάλασσα στους Καρχηδόνιους [ες .Σ.]. Η νίκη ήταν ολοκληρωτική και πολλοί λίγοι
Καρχηδόνιοι µε λιγότερα από 40 πλοία κατάφεραν να φτάσουν στην Καρχηδόνα µε 8.000
άνδρες .
Επιχειρήσεις Διονυσίου (396-392 π.Χ.)
Ο Διονύσιος , µετά την ήττα των Καρχηδονίων , βρέθηκε να είναι ο απόλυτος κύριος της Ανατολικής Σικελίας και αποφάσισε να αναδιοργανώσει την περιοχή που κατείχε .
Το µεγαλύτερο πρόβληµα του βέβαια ήταν οι µισθοφόροι στους οποίους δεν είχε καµία
εµπιστοσύνη . Φρόντισε , λοιπόν να τους ευχαριστήσει και να τους αποµακρύνει . Μοίρασε
στους 10.000 µισθοφόρους γαίες και τους εγκατέστησε στους Λεοντίνους . Φρόντισε βέβαια να προσλάβει νέους που θα ήταν απολύτως πιστοί σ’ εκείνους . Επίσης για να κερδίσει όλους τους Σικελιώτες τους επέτρεψε να γυρίσουν στις πατρίδες τους όσοι είχαν επιζήσει από τις διάφορες σφαγές και εξανδραποδισµούς . Η Γέλα , ο Ακράγας και η Μεσσσήνη ξαναγέµισαν µε κατοίκους .
Ανάµεσα στο 396 και το 393 εξεστράτευσε εναντίον σικελικών πόλεων που φαίνεται ότι είχαν στενές επαφές µε τους Καρχηδόνιους . Τον χειµώνα του 394 π.Χ. πολιόρκησε
για πολλούς µήνες το Ταυροµένιο αλλά παρά τις επίµονες εφόδους του απέτυχε . Ήταν
καιρός για τους Καρχηδόνιους να αντιδράσουν . Ο στρατηγός Μάγων κατάφερε να ανασυντάξει τις καρχηδονιακές δυνάµεις στην Σικελία και το 393 π.Χ. εξεστράτευσε εναντίον
της Μεσσήνης στα βορειοανατολικά του νησιού . Ο Διονύσιος , όµως, έσπευσε να τον συναντήσει και στην µάχη που επακολούθησε νίκησε τους αντιπάλους του οι οποίοι άφησαν
800 νεκρούς στο πεδίο της µάχης .
Ήταν φανερό πως για να νικηθεί ο Διονύσιος απαιτούνταν µεγάλη κινητοποίηση
και συγκέντρωση δυνάµεων από τους Καρχηδονίους στην Σικελία . Ο Μάγων λοιπόν συγκέντρωσε στην Σικελία 80.000 περίπου µισθοφόρους από την Ιταλία , την Σαρδηνία και
την Αφρική και στρατοπέδευσε στην κεντροανατολική Σικελία , στην περιοχή της πόλεως
Αγύριον που ήταν πιστή στον Διονύσιο. Ο Διονύσιος έσπευσε µε 20.000 στρατό να
βοηθήσει τον σύµµαχό του . Ο συµµαχικός στρατός , καλός γνώστης της περιοχής , κατάφερε να παρενοχλεί τους Καρχηδόνιους και να τους προξενεί φθορές που τους ανάγκασαν
να ζητήσουν ειρήνη . Οι Καρχηδόνιοι αναγνώριζαν την κυριαρχία του Διονυσίου στην Σικελία και επί των ελληνικών πόλεων . Έτσι , το 329 π.Χ. ο Διονύσιος είχε γίνει κύριος του
νησιού .
Μέχρι τότε , όµως, ο Διονύσιος είχε βάλει στόχο τις ελληνικές πόλεις της Μεγάλης
Ελλάδας . Μετά την ήττα του καρχηδονιακού στρατού το 393, ο Διονύσιος επιτέθηκε αιφνιδιαστικά την νύχτα στο Ρήγιο αλλά απέτυχε να το καταλάβει και επέστρεψε στις Συρακούσες . Η επόμενη ευκαιρία για σύγκρουση µε τις ελληνικές πόλεις δόθηκε στον Διονύσιο
το 390 π.Χ. όταν προσκλήθηκε από τους συµµάχους του Λοκρούς εναντίον των Ρηγινών .
Ο Διονύσιος µε 20.000 πεζούς , 1.000 ιππείς και 120 πολεµικά άρχισε να λεηλατεί την ύπαιθρό του Ρηγίου . Αψιµαχίες όµως µε του Ρηγινούς του στοίχησαν 1.500 άνδρες και 7
πλοία . Το επόµενο έτος , το 389 π.Χ. ο Διονύσιος εκστράτευσε πάλι εναντίον των Ρηγινών
µε 20.000 πεζούς , 3.000 ιππείς , 40 πολεµικά και 300 µεταγωγικά . Αρχικά κατάφερε να
συλλάβει µια µοίρα πλοίων των Ρηγινών . Η επιτυχία του αυτή έκρουσε τον κώδωνα του
κινδύνου για τους άλλους Έλληνες της Ιταλίας . Οι Ιταλιώτες συγκέντρωσαν 25.000 πεζούς και 2.000 ιππείς στον Κρότωνα όπου και εξέλεξαν και αρχηγό τον Κροτωνιάτη ‘Έλωρι (Helori). Οι δύο στρατοί συναντήθηκαν στον ‘Ελέπορο ποταµό. Ο ‘Έλωρις ήταν επικεφαλής της εµπροσθοφυλακής , η οποία πρώτη ενεπλέκη σε µάχη µε τον εχθρό και αποδεκατίσθηκε . Σε λίγο έπεσε και ο ‘Έλωρις ενώ όταν έφθασε ο υπόλοιπος στρατός αναγκάσθηκε να υποχωρήσει σε ένα λόφο , όπου όµως δεν υπήρχε νερό . Αυτό το γεγονός ανάγκασε τους Ιταλιώτες να παραδοθούν .
Ο Διονύσιος επιδίωκε να αδρανοποιήσει το Ρήγιο . Έτσι φέρθηκε µε µεγάλη επιείκεια στους Ιταλιώτες που παραδόθηκαν . Βασικά δεν ζήτησε κανένα αντάλλαγµα για την
παράδοσή τους παρά µόνο σύναψη ειρήνης µε τις βορειότερες ελληνικές πόλεις της Ιταλίας, ουσιαστικά εναντίον του Ρηγίου .
Αντιθέτως υποχρέωσε το Ρήγιο να πληρώσει 300 τάλαντα και να παραδώσει όλο
τον στόλο µαζί µε 100 οµήρους . Παρ ’ όλα αυτά το Ρήγιο δεν έπαψε να αποτελεί απειλή
αλλά και ενόχληση για τον Διονύσιο. δεν δίστασε λοιπόν να το κυριεύσει όταν του δόθηκε η ευκαιρία . Το 387 π.Χ. ο Διονύσιος ζήτησε από τους Ρηγινούς να τροφοδοτήσουν τον
στρατό του , που βρισκόταν σε εκστρατεία σε περιοχή της Σικελίας µε µεγάλες ποσότητες
τροφίµων. Οι Ρηγινοί αρνήθηκαν και ο Διονύσιος πολιόρκησε την πόλη . Χρειάσθηκαν 11
µήνες για να γυρίσουν οι Ρηγινοί από την πείνα . Όταν µπήκε τελικά στην πόλη ο Διονύσιος αντίκρυσε «σωρούς νεκρών οι διά την ένδειαν της τροφής ετελευτήκεισαν και τους
ζώντας δε νεκρών έχοντες διάθεσιν (.Σ.)».
Όσοι δεν είχαν να πληρώσουν λύτρα 1 µνα εξανδραποδίσθηκαν ενώ ο στρατηγός
των Ρηγίνων , Φύτων , µετά από εξευτελισµούς πνίγηκε µαζί µε την οικογένειά του .
Έτσι ο Διονύσιος ήλεγχε το το νοτιοδυτικό τµήµα της Ιταλίας .
Τώρα που ο Διονύσιος ήλεγχε την Σικελία και τµήµα της Κάτω Ιταλίας δεν µπορούσε παρά να προβεί σε ενέργειες για να αναπτύξει το εµπόριο στην Αδριατική ιδρύοντας εµπορικούς σταθ µούς και αποικίες . Έτσι συνέπραξε µε Πάριους για την ίδρυση αποικίας στην νήσο Φάρο (στη σηµερινή Hvar, στην Κροατία , απέναντι από το Split) και στα γειτονικά ση µερινά νησιά Brac και Vis. Επίσης , την παραλιακή αποικία Λίσσο (Lissus) σηµερινή Lezhe, βόρεια του Δυρραχίου , στην Αλβανία . Ακόµη ίδρυσε και αποικίες στην ιταλική πλευρά της Αδριατικής . Πρώτα -πρώτα βόρεια την Αδρία (σηµερινή Adria, νότια της Πάδουας , Padua/Padova), την Αγκώνα (ιδρύθηκε από Συρακούσιους φυγάδες ) που συνέβαλε πολύ στο εµπόριο των Συρακουσών.
Στο εν τω µεταξύ σύναψε συνθήκη φιλίας και συµµαχία µε τους Γαλάτες (Κέλτες )
της Β. Ιταλίας ενώ το 384 π.Χ. επιτέθηκε σε πόλη των Τυρρηνών και αποκόµισε λάφυρα
αξίας 1.500 ταλάντων .
Έτσι ήταν έτοιµος πλέον να αντιµετωπίσει τους Καρχηδόνιους σε νέα σύγκρουση .
Η αφορµή δόθηκε το 383 π.Χ. όταν ο Καρχηδόνιος Μάγων µε πολύ στρατό διεπεραιώθη
στην Σικελία αλλά και στην Κάτω Ιταλία µε σκοπό να επιτεθεί στον Διονύσιο από δύο
πλευρές . Μάλιστα κατάφεραν να πάρουν µε το µέρος τους και ορισµένες ντόπιες πόλεις .
Τα πρώτα χρόνια Μάγων και Διονύσιος αρκέστηκαν σε αψιµαχίες αλλά το 379 π.Χ. οι
αντίπαλοι βρέθηκαν δύο φορές αντιµέτωποι σε µάχη εκ παρατάξεως . Η πρώτη διεξήχθη
στα Καβάλα (Η πόλη Τα Κάβαλα δεν έχει ακόµη εντοπισθεί) µε νίκη των Συρακουσίων και θάνατο του Μάγωνα . Οι Καρχηδόνιοι έχασαν 10.000 άνδρες που σκοτώθηκαν ενώ 5.000 αιχµαλωτίσθηκαν . Οι υπόλοιποι κατέφυγαν σε κοντινό οχυρό και προφασίσθηκαν ότι χρειάζονταν χρόνο µέχρι να επικοινωνήσουν µε την Καρχηδόνα και να δεχθούν τους ‘όρους παραδόσεως που είχε ζητήσει ο Διονύσιος . Φυσικά χρησιµοποίησαν τον χρόνο για να αναδιοργανώσουν τον στρατό τους . Έτσι , πολύ σύντοµα οι δύο στρατοί συγκρούσθηκαν πάλι στο Κρόνιο (πιθανότατα στην δυτική Σικελία ) [δες Caven, Dionysus I, p. 199]. Αυτήν τη φορά ο Διονύσιος ηττήθηκε . Έχασε 14.000 άνδρες και υποχρεώθηκε να πληρώσει αποζηµίωση
1.000 ταλάντων , πιθανότατα και ετήσιο φόρο ενώ περιορίσθηκε ανατολικά των ποταµών
Άλυκου (Platani) και Ιµέρα (Grande). Ο Άλυκος χύνεται σήµερα στην Μεσόγειο ανάµεσα
στις πόλεις Agrigento και Sciacco, στην νοτιοδυτική Σικελία . Ο Ιµέρα στα βόρεια του
νησιού χύνεται στο Τυρρηναϊκό Πέλαγος ανατολικά της Termini Imerese ενώ στα νότια
ονοµάζεται Salso και χύνεται στην Μεσόγειο στην πόλη Licata. Με άλλα λόγια , οι
Καρχηδόνιοι έγινα κύριοι του δυτικού τµήµατος της Σικελίας , όπως αυτό ορίζεται από τον
άξονα Ακράγας -Ιµέρα . Η ήττα του Διονυσίου δεν μείωσε την ισχύ του στην υπόλοιπη Σικελία , µε αποτέλεσµα 10 χρόνια αργότερα , το 368 π.Χ., να προσπαθήσει να ανακαταλάβει τις περιοχές
που είχε χάσει . Συγκέντρωσε 30.000 πεζούς , 3.000 ιππείς και 300 τριήρεις , κατέλαβε τον
Σελινούντα και πολιόρκησε το Λιλύβαιο (Lilybaeum) στο δυτικό άκρο της Σικελίας . Λόγω
του επερχόµενου χειµώνα όµως ανέστειλε τις επιχειρήσεις , έστειλε πίσω στις Συρακούσες
πάνω από τις µισές τριήρεις και κράτησε µόνο 130. Οι Καρχηδόνιοι , όµως, µε αρχηγό των
Άννωνα επιτέθηκαν ξαφνικά και κατέλαβαν τα περισσότερα . Έτσι ο Διονύσιος αναγκάσθηκε να συµφωνήσει σε ανακωχή κατά την διάρκεια του χειµώνα . Στις αρχές όµως του
367 ο Διονύσιος πέθανε και το σκηνικό άλλαξε τελέιως .
Το Κράτος του Διονυσίου
Όταν ο Διονύσιος εξελέγη στρατηγός -αυτοκράτορας στις Συρακούσες είχε το δικαίωµα να συγκαλεί την Εκκλησία του Δήµου , να διορίζει τους αξιωµατικούς του στρατού ,
να αποφασίζει και να διατάζει την κατασκευή οχυρωµατικών έργων και οτιδήποτε είχε
σχέση µε την κήρυξη και την διεξαγωγή πολέµου . Παρ ’ ότι οι εξουσίες αυτές µοιάζουν
υπερβολικές δεν συνεπάγονταν και την επιβολή τυραννίας , η οποία είχε πάντοτε συγκεκριµένη διάρκεια και αποστολή για περιπτώσεις µεγάλων κινδύνων για την πόλη (δες σύγχρονα συντάγµατα ελληνικό και αµερικανικό ). Αντιθέτως , από την στιγµή που ανέλαβε ο Διονύσιος , η Εκκλησία του Δήµου δεν φαίνεται να είχε οποιαδήποτε εξουσία και µάλλον συγκαλούνταν µόνο για να επιδοκιµάσει τις αποφάσεις και πράξεις των τυράννων . Για την διατήρηση του καθεστώτος ο Διονύσιος είχε δηµιουργήσει παράλληλους κύκλους όλο και
µεγαλύτερων οµάδων ανθρώπων. Αφοσιωµένων σ’ εκείνων . Οι πολυάριθµοι µισθοφόροι
υποτίθεται ότι είχαν προσληφθεί για την προστασία της πόλεως αλλά στην ουσία ήταν
αφοσιωµένος στον ίδιο τον Διονύσιο αφού αυτός κανόνιζε την αµοιβή τους . Μια πλειάδα
αστυνόµων αλλά και οµάδα µυστικής αστυνοµίας (Πλούταρχος ), οι οποίοι ονοµάζονταν
«ποταγωγίδας » και γύριζαν στην πόλη συλλέγοντας πληροφορίες . Το ίδιο έπρατταν και
αυλητρίδες και εταίρες οι οποίες λόγω του επαγγέλµατος τους µπορούσαν να βρίσκονται
σε χώρους όπου πιθανόν να συνωµοτούσαν οι εχθροί του τυράννου . Επίσης αστυνοµία
συνόρων ήλεγχε τις µετακινήσεις των Συρακουσίων αλλά και των ξένων προς και από την
πόλη και τις γύρω περιοχές της . Ακόµη µια µεγάλη οµάδα συγγενών και φίλων του Διονυσίου αποτελούσε το συµβούλιο του σε αντικατάσταση της Βουλής και των αρχόντων.
Ο µεγάλος αριθµός ανθρώπων που υποστήριζε τον Διονύσιο διότι είχαν να κερδίσουν απ ’ αυτόν και ο τρόπος µε τον οποίο ήταν οργανωµένη η προστασία του ιδίου και
του πολιτεύµατός του , δείχνει πώς κατάφερε να διατηρήσει την εξουσία . Ο Διονύσιος
χρειαζόταν µεγάλα χρηµατικά ποσά για να πετύχει τους σκοπούς του και τα συγκέντρωνε
µε άµεσες και έµµεσες φορολογίες από τις οποίες προφανώς εξαιρούνταν οι φίλοι και
συγγενείς του . Οι υπόλοιποι , όµως, έφθασε να πληρώνουν µέχρι και το ένα πέµπτο της
περιουσίας τους (Αριστοτέλης ) σε φόρους . Επέβαλε κατά καιρούς βαρείς φόρους στους
κτηνοτρόφους , αναγκαστικά δάνεια στους πολίτες αλλά και φόρο περιουσίας στα κοσµήµατα των γυναικών. Έσοδα του απέφεραν επίσης οι πολεµικές αποζηµιώσεις που κατέβαλαν οι ηττηµένοι , οι φόροι που πλήρωναν οι σύµµαχοί του αλλά και η συστηµατική σύληση ναών.
Μεγάλο µέρος από τα χρήµατα που συγκεντρώθηκαν , δαπανήθηκαν για την οχύρωση των Συρακουσών, τον εξοπλισµό του στόλου και του στρατού που δηµιουργήθηκαν .
Η οχύρωση των Συρακουσών υπήρξε κολοσσιαίο έργο που περιγράφεται από τον Διόδωρο Σ. 60.000 εργάτες απασχολήθηκαν στην κατασκευή των οχυρώσεων. Ένας αρχιτέκτων
ορίσθηκε υπεύθυνος για κάθε στάδιο (Μ.) του έργου και ένας αρχιοικοδόµος για
κάθε πλέθρο ( µ.) στο οποίο απασχολούνταν περίπου 200 εργάτες . Επιπλέον των εργατών του έργου , άλλοι εργάτες εργάζονταν στην κοπή των λίθων ενώ 6000 ζεύγη βοδιών
χρησιµοποιούνταν για την µεταφορά τους στον χώρο των έργων . Ο Διονύσιος υποσχέθηκε
πλούσια δώρα σε όλους όσους (αρχιτέκτονας , οικοδόµος , εργάτες ) εργάζονταν γρήγορα
και θα τελείωναν πρώτοι , ένα είδος αρχαίου σταχανοβισµού .( Μέθοδος οργανώσεως της εργασίας στις κοµµουνιστικές χώρες από το δεύτερο τέταρτο του
20ου αιώνα , που στόχευε στην επίτευξη εξαιρετικών επιδόσεων από τους εργάτες , χάρις σε τρόπους και µεθόδους που εφήρµοζαν µε δική τους πρωτοβουλία οι εργάτες και στην µεταξύ τους άµιλλα. Η µέθοδος αυτή οφείλει το όνοµά της στον Αλεξέι Σταχάνοφ (Aleksei Stakhanov, 1905-1977), σοβιετικός ανθρακωρύχος , ο οποίος το 1935 εξόρυξε µέσα σε έξι ώρες δεκατέσσερις φορές περισσότερο άνθρακα απ ’ότι ο µέσος ανθρακωρύχος της εποχής , εφαρµόζοντας πρωτοπόρες τεχνικές εργασίας και πυροδότησαν διαγωνισµό επιδόσεων παραγωγής ανάµεσα στους ανθρακωρύχους της Σοβιετικής Ενώσεως)
Ο Διονύσιος παρακολουθούσε κάθε φάση του έργου ανελλιπώς προσωπικά ενώ συχνά εργαζόταν και ο ίδιος ανάµεσα στους οικοδόµους , πράγµα που τον έκανε ιδιαίτερα αγαπητό στους Συρακουσίους (Με τον ίδιο τρόπο έπραττε και ο Μπενίτο Μουσολίνι την δεκαετία του 1920 στην Ιταλία όπου εργαζόταν συγκεκριµένες µέρες δίπλα δίπλα µε βιοµηχανικούς εργάτες και αγρότες για να αποδείξει ότι δεν ήταν τίποτα άλλο από τον πρώτο εργάτη και τον πρώτο αγρότη του κράτους .)Αποτέλεσµα όλων αυτών ήταν η ολοκλήρωση του έργου µέχρι το 398 π.Χ.
Εκτός από τα οχυρωµατικά έργα ο Διονύσιος επιδόθηκε στην κατασκευή µεγάλου
στόλου αποτελούµενου από 200 πολεµικά και να αποτελέσουν τον συνολικό στόλο των
400 πολεµικών του Διονυσίου κατά τα πρώτα χρόνια του ’ αιώνα π.Χ. Ακόµη , ο τύραννος κατασκεύασε 140.000 ασπίδες , εγχειρίδια και περικεφαλαίες και 14.000 πολυτελείς
θώρακες για τους ιππείς και τους αξιωµατικούς . Στο τέλος της ζωής του ο Διονύσιος κατάφερε να έχει τον μεγαλύτερο στρατό που συντήρησε ποτέ ελληνική πόλη στην αρχαιότητα : 400 πολεµικά , 100.000 πεζούς και 10.000 ιππείς .
Η κύρια εξωτερική πολιτική του Διονυσίου µε την Ελλάδα ήταν στραµµένη προς
την Σπάρτη που δεν ήταν άλλη από την παραδοσιακή πολιτική των Συρακουσίων από την
εποχή της Σικελικής εκστρατείας των Αθηναίων . Οι σχέσεις συσφίχθηκαν µε την επίσκεψη του Λυσάνδρου Ενώ αργότερα , το 396 η Σπάρτη έστειλε τριήρεις για να βοηθήσει τον Διονύσιο εναντίον των στασιαστών αλλά και καθ ’ όλον τον Καρχηδονιακό πόλεµο (398-392 π.Χ.). Αλλά και ο Διονύσιος ανταπέδωσε την φιλία και συµµαχία όταν έστειλε µικρό στολίσκο να βοηθήσει το σπαρτιατικό ναυτικό να επιβάλει την Ανταλκίδειο ή Βασίλειο ειρήνη του 387/6 π.Χ. . Ο Διονύσιος Α’ βοήθησε επίσης το 369 π.Χ. και όταν Αθηναίοι και Σπαρτιάτες συµµάχησαν
εναντίον των Θηβαίων ενώ το επόµενο έτος οι δυνάµεις που έστειλε προς βοήθεια του
βασιλιά Αρχίδαµου της Σπάρτης υπήρξαν αποφασιστικές για την νίκη των Σπαρτιατών
εναντίον των Αρκάδων.
ΠΟΛΕΜΙΚΑ
Η αξιολόγηση του πολιτικού και στρατιωτικού βίου του Διονυσίου Α’ δεν µπορεί
παρά να βασίζεται στις άφθονες πηγές που διαθέτουµε για την ζωή του αλλά και τα ίδια
του τα έργα . Οι γραπτές πληροφορίες αυτές όµως είναι αντιφατικές διότι έχουν γραφεί από
δριµείς πολέµιους του τυράννου αλλά και ένθερµους υποστηρικτές του . Ο Διονύσιος Α’
ήταν «ψηλός , ρωµαλέος µε πυρόξανθα µαλλιά . Ήταν ανδρείος στην µάχη , ακούραστος
πολιτικός και µε πείσµα για την επίτευξη του σκοπού του . Δεν τον σταµατούσε τίποτα όταν ήθελε να επιτύχει κάτι και χρησιµοποιούσε όλα τα θεµιτά και αθέµιτα µέσα . Όλες του
οι ενέργειες θρησκευτικού και στρατιωτικού χαρακτήρα έκρυβαν πολιτικές σκοπιµότητες .
Παρ ’ όλα αυτά είχε καλλιτεχνική κλήση και επιδιδόταν ιδίως στην ποίηση αλλά τα διασωθέντα από τα έργα του αυτά είναι ελάχιστα για να υπάρξει κάποια αξιολόγηση . Πάντως το
κοινό των Ολυµπιακών αγώνων του 386 π.Χ. αποδοκίµασε τα ποιήµατα του κατά την ανάγνωσή τους . Τελικά , την άνοιξη του 367 π.Χ. και σε ηλικία 64 ετών ο Διονύσιος Α’ απεβίωσε χωρίς να είναι εξακριβωµένο εάν επρόκειτο για θάνατο λόγω καταχρήσεων ή δολοφονία .
Από πολιτικής απόψεως το καίριο ερώτηµα είναι εάν ο Διονύσιος Α’ συνέβαλε
στην διάσωση του ελληνισµού της Δύσεως. Ο Διονύσιος Α’ ενδιαφερόταν πρωτίστως για
την διατήρηση της εξουσία του στις Συρακούσες και όλες του οι ενέργειες αποσκοπούσαν
ακριβώς σ’ αυτόν τον σκοπό .Δ εν υπάρχουν πληροφορίες ή δείγµατα που να προδίδουν
ότι στόχευε στο να διατηρήσει την Σικελία σε ελληνικά χέρια ακριβώς διότι διέθετε εθνική
συνείδηση . Άλλωστε η αντιπαλότητα που έδειξε απέναντι σε άλλες ελληνικές πόλεις του
νησιού αποδεικνύουν ότι δεν στόχευε στο να συνεργασθεί µε τους άλλους Έλληνες για να
εκδιώξει τους Καρχηδονίους . Εχθροί του ήταν όσοι στέκονταν εµπόδιο στο σχέδιο του να
ελέγξει πολιτικά , οικονοµικά και στρατιωτικά την Σικελία . Αυτό δεν αντίκειται φυσικά
στην ρήση του Πλάτωνα ότι έπαιξε ρόλο στην σωτηρία του ελληνισµού της Σικελίας , διότι
αυτό ακριβώς συνέβη εξ αιτίας της πολιτικής του Διονυσίου να προστατέψει τις Συρακούσες αλλά και να επεκτείνει την εξουσία του στο ιταλικό νησί . Ο Διονύσιος Α’ υπήρξε ένας
τυπικός αρχαιοελληνικός τύραννος που είχε ως µοναδικό του σκοπό την πραγµατοποίηση
των προσωπικών του φιλοδοξιών.
Διονύσιος Β’ ο Νεώτερος
Τον Διονύσιο Α’ διαδέχθηκε ο µεγαλύτερος γιος του Διονύσιος Β’ ο Νεώτερος
που ανήλθε στην εξουσία σε ηλικία 30 ετών. Φαίνεται ότι είχε την υποστήριξη των µισθο
φόρων γιατί ήταν ο πρωτότοκος αλλά και γιατί η συν-διοίκηση µε τους δύο ανηλίκους ετεροθαλείς αδελφούς του περιέκλειε κινδύνους που δεν θα ήθελαν να αντιµετωπίσουν οι
υποστηρικτές της τυραννίας . Ο Διονύσιος Β’ έλαβε απολύτως οµαλά την εξουσία το 367
π.Χ.
Οι σύµβουλοι του πατέρα του αλλά και οι διάφοροι αυλοκόλακες που είχαν συγκεντρωθεί στην αυλή του Διονυσίου Α’ προσπάθησαν να καταστήσουν τον νέο τύραννο
υποχείριό τους . Σηµαντικός παράγων στην νέα διακυβέρνηση της χώρας υπήρξε ο Δίων.
Ο Δίων ήταν συγγενής εξ αγχιστείας µε τον Διονύσιο Α’ και φυσικά µε τον νέο τύραννο
και είχε διοριστεί ναύαρχος του στόλου . Ήταν ιδιαίτερα πλούσιος , αξιόλογος στρατιωτικός και µε ιδιαίτερη κλίση για την φιλοσοφία . Απεχθανόταν τους αυλοκόλακες των Διονυσίων και είχε εντυπωσιασθεί από τον Πλάτωνα όταν ο τελευταίος είχε επισκεφθεί για πολύ λίγο τις Συρακούσες το 388 π.Χ..
Επιθυµούσε την µετατροπή του τυραννικού καθεστώτος σε ευνοµούµενη πολιτεία και πίστευε ότι µπορούσε να πείσει τον Διονύσιο Β’ να γίνει ο πρώτος νόµιµος αρχηγός του κράτους των Συρακουσών. Σκοπός του Δίωνος ήταν να εκπαιδεύσει πολιτικά τον Διονύσιο και έτσι έπεισε τον Πλάτωνα να επισκεφθεί πάλι τις Συρακούσες .. Ο Πλάτων έφθασε το 366 π.Χ. στην Σικελία µε την ελπίδα να θέσει σε εφαρµογή τις ιδέες που αναπτύσσει στην Πολιτεία του και να θέσει τα θεµέλια µιας νέας και ευνοµούµενης πολιτείας στις Συρακούσες . Ο Πλάτων συµβούλευσε τον Διονύσιο Β’ να επανιδρύσει τις ερηµωµένες ελληνικές πόλεις της Σικελίας για να έχει συµµάχους εναντίον του καρχηδονιακού κινδύνου . Ο Διονύσιος , όµως, απέφυγε κάτι τέτοιο µια που δεν είχε σκοπό να ανακατευθεί µε στρατιωτικές επιχειρήσεις και το 364 π.Χ. φρόντισε να συ
νάψει ειρήνη µε τους Καρχηδονίους .
Αλλά οι αντίπαλοι φρόντισαν να διαβάλουν τον Δίωνα σε τέτοιο βαθµό ώστε ο
Δίων έφυγε σύντοµα εξόριστος από τις Συρακούσες ενώ σε λίγο τον ακολούθησε και ο
Πλάτων, ο οποίος επέστρεψε απογοητευµένος στην Αθήνα . Το 361 π.Χ. όµως ο Πλάτων
πείσθηκε να επιστρέψει όταν του δόθηκε από τον Διονύσιο η υπόσχεση ότι σύντοµα θα
επέστρεφε και ο Δίων. Μετά από µερικούς µήνες παραµονής και ταλαιπωρίας για τον
Πλάτωνα ο Αθηναίος φιλόσοφος κατάφερε µε µυθιστορηµατικό τρόπο να διαφύγει για την
Αθήνα . Έτσι , ο Διονύσιος βρήκε την ευκαιρία να ιδιοποιηθεί την περιουσία του Δίωνος . Ο
Πλάτων δεν κατάφερε να πείσει τον τύραννο για την εφαρµογή των ιδεών του ενώ ο Διονύσιος είχε φροντίσει να περιστοιχίζεται από διάφορους φιλοσόφους , ιστορικούς και ποιητές που δεν ήταν παρά καλοί κόλακες που έπεισαν τον Διονύσιο Β’ ότι ήταν ταλαντούχος ποιητής και γιος του Απόλλωνα . Μόλις ο Πλάτων έφθασε στην Αθήνα φρόντισε να µεταβεί στην Ολυµπία το 358 π.Χ. κατά τους Ολυµπιακούς αγώνες για να συναντήσει τον Δίωνα ο οποίος είχε καταφύγει στην Πελοπόννησο . Όταν ο Δίων ενηµερώθηκε ότι ο Διονύσιος Β’ είχε δηµεύσει την περιουσία του έκρινε ότι δεν υπήρχαν πλέον περιθώρια αναµονής και συνδιαλλαγής µε τον τύραννο και ότι έπρεπε να τον αποµακρύνει από την εξουσία µε πόλεµο. Αλλά στην προσπάθειά του να βρει υποστηρικτές και µισθοφόρους να τον ακολουθήσουν , αντιµετώπισε ανυπέρβλητες δυσκολίες διότι ούτε το µεγάλο πλήθος των εξόριστων Συρακουσίων, ούτε µισθοφόροι δέχθηκαν να στρατολογηθούν .
Τελικά µε µεγάλες δυσκολίες κατάφερε ο Δίων να συγκεντρώσει το καλοκαίρι του
357 π.Χ. στην Ζάκυνθο 800 περίπου άνδρες που θα επιβιβάζονταν σε 5 πλοία µαζί µε τις
προµήθειες . Η δύναµή του βέβαια µπροστά στα 400 πλοία , τους 100.000 πεζούς και τους
10.000 ιππείς που διέθετε ο Διονύσιος ήταν απολύτως αμελητέα . Ο Δίων πάντως κατευθύνθηκε προς το ανατολικότερο ακρωτήριο της Σικελίας και τελικά αποβιβάσθηκε στην
Ηράκλεια Μινώα , νότια του Σελινούντα , στην νοτιοδυτική Σικελία . Μόλις έγινε γνωστή η άφιξη του Δίωνος στην Σικελία , χιλιάδες άνδρες από τον Ακράγαντα , τον Γέλα , την Μεσσήνη και άλλες πόλεις της Σικελίας έσπευσαν να καταταγούν στον στρατό του Δίωνος . Η φήµη του στην Σικελία φαίνεται ήταν τέτοια ώστε ενέπνεε εµπιστοσύνη στους Έλληνες της Σικελίας .
Σε λίγες µέρες ο Δίων εµφανίσθηκε µε τον στρατό του στις Συρακούσες . Η παρουσία του εκεί προκάλεσε εξέγερση των Συρακουσίων, οι οποίο τελικά υποχρέωσαν τον
Τιµοκράτη να φύγει γρήγορα από την πόλη . Οι εξαγριωµένοι Συρακούσιοι επιτέθηκαν
στους οπαδούς της τυραννίας και κατέσφαξαν όσους δεν πρόλαβαν να εγκλειστούν στην
Ορτυγία . Σε λίγο οι πύλες άνοιξαν για να µπει ο Δίων και ο στρατός του . Στην αγορά ο
Δίων ανακήρυξε την κατάλυση της τυραννίας στις Συρακούσες και στις άλλες σικελικές
πόλεις .
Ο Διονύσιος σε λίγε µέρες έφθασε τελικά στην Ορτυγία , το τελευταίο του καταφύγιο . Σύντοµα οργάνωσε επίθεση των µισθοφόρων του στην πόλη χωρίς επιτυχία . Ο Διονύσιος Β’ όµως είχε και άλλα όπλα . Στην Ορτυγία είχε συλλάβει συγγενείς του Δίωνος και
τον εκβίαζε χρησιµοποιώντας τους ως οµήρους . Έλεγε στον Δίωνα να αναλάβει την αρχή
της τυραννίας . Ο Δίων είχε και εσωτερικούς εχθρούς µε προεξέχοντα τον Ηρακλείδη ,
συµµαχητή του εναντίον του Διονυσίου . Ο Ηρακλείδης , που εξελέγη τελικά ναύαρχος χωρίς την συγκατάθεση του Δίωνος που είχε εκλεγεί στρατηγός -αυτοκράτωρ υπονόµευε τον
Δίωνα . Η φήµη του Ηρακλείδη µεγάλωσε όταν κατάφερε να νικήσει σε ναυµαχία τον στόλο του Διονυσίου Β’. Έτσι ο Ηρακλείδης απέκλεισε µε ναυτικό αποκλεισµό την Ορτυγία
σε µια προσπάθεια να αναγκάσει τον Διονύσιο να παραδοθεί . Παρά τις προσπάθειές του
όµως ο Διονύσιος κατάφερε να αποδράσει και να καταφύγει στην ηπειρωτική Ιταλία µε το
µεγαλύτερο µέρος της περιουσίας του .
Μετά το συγκλονιστικό αυτό συµβάν ο Ηρακλείδης έπρεπε να βρει τρόπο να τραβήξει την προσοχή των Συρακουσίων από την αποτυχία του . Έτσι πρότεινε µια σειρά µέτρων οικονοµικής φύσεως για να ικανοποιήσει την µεγάλη µάζα των Συρακουσίων αλλά
και την αντικατάσταση του Δίωνος και άλλων στρατηγών . Έτσι , ο Δίων δεν είχε παρά να
πάρει τους Πελοποννήσιους µισθοφόρους του και να αποχωρήσει από την πόλη . Κατέφυγε λοιπόν στους Λεοντίνους . Ενώ Συρακούσιοι πίστευαν ότι έγκλειστοι στην Ορτυγία τυραννόφιλοι µε αρχηγό τον γιο του Διονυσίου θα παραδίδονταν γρήγορα , ο Διονύσιος έστειλε πλοία µε τρόφιµα και χρήµατα . Ο στόλος αυτός διέσπασε τον αποκλεισµό και έφθασε στην Ορτυγία . Οι τυραννόφιλοι ήταν έτοιµοι να αντεπιτεθούν . Μια βραδιά που οι
Συρακούσιοι φρουροί του αποκλεισµού µέθυσαν µε αφορµή µια νίκη τους εναντίον των
εγκλείστων , οι τελευταίοι εξουδετέρωσαν εύκολα τους αντιπάλους και ξεχύθηκαν στο κέντρο των Συρακουσών. Οι 10.000 µισθοφόροι του Διονυσίου επιδόθηκαν σε σφαγή των
πολιτών χωρίς έλεος για όλη την νύκτα . Το επόµενο πρωί οι Συρακούσιοι δεν είχαν άλλη
επιλογή από το να καλέσουν τον Δίωνα για να τους σώσει . Όταν έφθασε ο Δίων, οι µι
σθοφόροι του Διονυσίου Β’ ήταν πάλι στους δρόµους της πόλεως σφαγιάζοντας τους κατοίκους και καίγοντας την πόλη για να καταβάλλουν τους Συρακουσίους . Μετά από
σκληρή µάχη στους δρόµους των Συρακουσών ο Δίων και οι άνδρες του κατάφεραν να
εξολοθρεύσουν περίπου 4.000 αντιπάλους και να αναγκάσουν τους υπόλοιπους να κλεισθούν στην Ορτυγία . Εν τω µεταξύ ο Ηρακλείδης πλησίασε τον Δίωνα και του πρότεινε
συνεργασία για να σωθεί η πόλη . Έτσι ο Δίων εξελέγη για µια φορά ακόµη στρατηγός
αυτοκράτωρ και ο Ηρακλείδης ναύαρχος . Παρ ’ ότι η στάση του Ηρακλείδη µετά τον διορισµό του δεν έδειξε ότι ήταν πιστός στους σκοπούς της πόλεως και στον Δίωνα , οι πολιορκηµένοι της Ορτυγίας αναγκάσθηκαν τελικά να συνθηκολογήσουν . Σύµφωνα µε τους ‘όρους της συµφωνίας , ο γιος του τυράννου , Απολλοκράτης , η µητέρα του και οι αδελφές
του αφέθηκαν ελεύθεροι να φύγουν µε πέντε πλοία ενώ ο υπόλοιπος στόλος παραδόθηκε
στον Δίωνα .
Έχοντας την πολιτική εξουσία στα χέρια του και τους Συρακουσίους µε το µέρος
του , ο Δίων είχε σκοπό να εφαρµόσει τις πολιτικές ιδέες του δασκάλου του Πλάτωνος .
Είχε σκοπό να ιδρύσει µετριοπαθές πολίτευµα. Πενήντα επιφανείς Έλληνες θα συνέτασσαν τους νόµους της νέας πολιτείας . Ανώτατος άρχων θα ήταν βασιλεύς αλλά µε εξουσίες
που περιορίζονταν κυρίως σε θρησκευτικά καθήκοντα . Η εκτελεστική εξουσία θα ασκούνταν από 35 νοµοφύλακες , οι οποίοι µετά το τέλος της θητείας τους θα επάνδρωναν το
δικαστικό σώµα. Θα υπήρχε επίσης βουλή και Εκκλησία του Δήµου , η οποία θα εξέλεγε
τους νοµοφύλακες . Μια τέτοια προσπάθεια βέβαια δεν µπορούσε παρά να σηκώσει θύελλα αντιδράσεων από τους πλούσιους που δεν ήθελαν βέβαια να µοιρασθούν την περιουσία
τους µε φτωχότερους ενώ οι Κορίνθιοι σύµβουλοι που προσελήφθησαν θεωρήθηκαν προσωπική αυλή του Δίωνος . Ο Ηρακλείδης άρχισε να κατηγορεί ανοικτά τον Δίωνα για
προσπάθεια επιβολής νέας τιµωρίας και ο Δίων δεν άργησε να συµφωνήσει στην δολοφο
νία του Ηρακλέιδη . Δεν άργησε η ώρα όµως που και ο Δίων ο ίδιος δολοφονήθηκε το 354
π.Χ. από επίδοξο τύραννο .
Ο θάνατος του Δίωνος έφερε στην εξουσία διάφορους τυραννίσκους που κυβέρνησαν τις Συρακούσες µεταξύ 354 και 346, όταν τελικά ο εξόριστος Διονύσιος κατάφερε
να αναλάβει την εξουσία για µία ακόµη φορά . Όταν ο Διονύσιος Β’ ξαναήρθε στις Συρακούσες άσκησε την εξουσία του µε πλήρη αυθαιρεσία . Ο Διονύσιος είχε βέβαια να
αντιµετωπίσει τους ξένους µισθοφόρους οι οποίοι είχαν µείνει άνεργοι και λυµαίνονταν
την Σικελία αλλά και οι Καρχηδόνιοι οι οποίοι ποτέ δεν είχαν ξεχάσει την Σικελία και
είχαν αρχίσει και πάλι να ετοιµάζονται να επέµβουν στο νησί . Οι οπαδοί του Δίωνος που
είχαν εκδιωχθεί από τον Διόνυσο στράφηκαν στην Κόρινθο, µητρόπολη των Συρακουσών,
και ζήτησαν την βοήθεια της . Οι Κορίνθιοι αποφάσισαν να στείλουν εκστρατευτικό σώµα
υπό τον Τιµολέοντα . Εν τω µεταξύ , οι Καρχηδόνιοι συνήψαν συµµαχία µε διάφορους
τυράννους στην Ιταλία εξεστράτευσαν µε 150 πλοία , 50.000 πεζούς , 300 ‘άρµατα και
πολιορκητικές µηχανές εναντίον της Σικελίας υπό τον Μάγωνα . Εκ παραλλήλου , ο
τύραννος των Λεοντίνων Ικέτας επιτέθηκε και κατέλαβε τις Συρακούσες περιορίζοντας
τον Διονύσιο στην Ορτυγία .
Μεγάλη Ελλάς
Τρεις µέρες αργότερα κατέπλευσε στην Σικελία ο Τιµολέων µε 10 πλοία και 700
έµπειρους µισθοφόρους . Οι δυνάµεις όµως αυτές ήταν µηδαµινές σ’ αυτές που είχε να αντιµετωπίσει ο Τιµολέων. Ο Κορίνθιος στρατηγός έπρεπε να τα βάλλει µε τον Διονύσιο
στην Ορτυγία , τον Ικέτα στις υπόλοιπες Συρακούσες αλλά και τους Καρχηδονίους .Πρώτη
επιτυχία του Τιµολέωντος ήταν η νίκη του επί του στρατού του Ικέτα . Ο Τιµολέων αφού
αύξησε την δύναµή του σε 1.000 στρατιώτες αντιµετώπισε µε επιτυχία πενταπλάσια
(5.000) στρατό του Ικέτα και κέρδισε όχι µόνο την µάχη της ηµέρας αλλά και τις εντυπώσεις . Πολύ σύντοµα δέχθηκε νέες ενισχύσεις από την Ελλάδα µε 10 πλοία , 2000 οπλίτες
και 200 ιππείς . Ο Διονύσιος τελικά αναγκάσθηκε να διαπραγµατευθεί µε τον Τιµολέοντα
και συµφώνησε να παραδώσει την Ορτυγία , τους 2.000 µισθοφόρους που την υπερασπίζονταν αλλά και τις 70.000 πανοπλίες που φυλάσσονταν στην ακρόπολη . Εις αντάλλαγµα,
ο Διονύσιος ζήτησε να καταφύγει µαζί µε τον περίγυρό του και µέρος της κινητής
περιουσίας του στην Κόρινθο, όπου πέρασε την υπόλοιπη ζωή του .
Η αποχώρηση όµως του Διονυσίου δεν έλυσε τα προβλήµατα του Τιµολέοντος
διότι την κυρίως πόλη την κατείχε ο Ικέτας . Ο τελευταίος κάλεσε τον Καρχηδόνιο Μάγω
να να συµµαχήσει µαζί του εναντίον του Τιµολέοντα . Σε λίγο κατέπλευσε στις Συρακού
σες ο Μάγων 150 πλοία και 60.000 στρατιώτες . Παρ ’ όλη την δύναµη που είχε συγκεντρωθεί στις Συρακούσες , ο Τιµολέων που ήταν ακόµη στην Κατάνη , φρόντιζε να στέλνει
πλοία που διέσπασαν τον κλοιό των Καρχηδονίων και του Ικέτα και τροφοδοτούσαν τους
έγκλειστους στην Ορτυγία . Τελικά , την άνοιξη του 343 π.Χ. είχε πια γίνει φανερό στον
Ικέτα και στον Μάγονα ότι µόνο εάν κατελάµβαναν την Κατάνη θα µπορούσαν να
εκπορθήσουν και την Ορτυγία . Έτσι εξεστράτευσαν εναντίον της Κατάνης . Ο Τιµολέων,
όµως, µε τέχνασµα και διπλωµατία παρέκαµψε τον εχθρικό στρατό και στρατοπέδευσε
έξω από τις Συρακούσες . Όταν έγινε αυτή η εξέλιξη ο Μάγων εγκατέλειψε την Σικελία και
επέστρεψε στην Καρχηδόνα . Δεν έχει εξακριβωθεί γιατί τελικά αποχώρησαν οι
Καρχηδόνιοι .
Εικάζεται ότι οι Καρχηδόνιοι είχαν χάσει την εµπιστοσύνη τους στους στρατιώτες του Ικέτα που δεν έδειχναν όρεξη να επιτεθούν σε οµοεθνείς τους Έλληνες . Επίσης , ίσως πληροφορίες από την Καρχηδόνα για πολιτειακή αλλαγή να έκαναν τον Μάγονα να γυρίσει εσπευσµένα στην πατρίδα του . Όπως και εάν έχουν τα πράγµατα , όταν ο Μάγων επέστρεψε στην Αφρική θανατώθηκε . Μετά από αυτήν την εξέλιξη ο Τιµολέων κατέλαβε το 243/2
π.Χ. εύκολα τις Συρακούσες .
Τιµολέων
Πρώτο µέλη µα του Τιµολέοντος µετά την κατάληψη των Συρακουσών ήταν η
προσέλκυση νέων κατοίκων . Για να το πετύχει αυτό αναθεώρησε το πολίτευµα και κάλεσε όλους τους Συρακούσιους να συµµετάσχουν στην κατεδάφιση της ακροπόλεως ,
και των ανακτόρων ως µια συµβολική πράξη καταργήσεως της τυραννίας και των υλικών της καταλοίπων .
Μέσα σε ένα χρόνο , ο Τιµολέων είχε ανασυγκροτήσει τον στρατό του και ήταν
έτοιµος να επιτεθεί στον Ικέτα . Έτσι , το 342/1 π .Χ. ο Τιµολέων εξεστράτευσε εναντίον
του Ικέτα που είχε καταφύγει µε τον στρατό του στους Λεοντίνους . Πολύ σύντοµα ο
Ικέτας αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πόλη στην οποία είχε καταφύγει και να αυτο
εξορισθεί στην Κόρινθο. Ο Τιµολέων ήταν τώρα ο αδιαµφισβήτητος ηγέτης της Σικε
λίας , πράγµα που έστρεψε την προσοχή των Καρχηδονίων εναντίον του . Την άνοιξη
του 339 π .Χ. οι Καρχηδόνιοι συγκέντρωσαν στο Λιλύβαιο 200 πολε µικά και 1.000
φορτηγά πλοία µε πολεµικές µηχανές , οπλισ µό και εφόδια , 70.000 πεζούς στους οποί
ους συµπεριλαµβάνονταν και 10.000 Καρχηδόνιοι πολεµιστές . Μαζί τους είχαν 10.000
άλογα για να σύρουν τα πολεµικά τους ‘άρµατα . Ο Τιµολέων δεν περίµενε να έρθουν
οι Καρχηδόνιοι στην επικράτειά του αλλά µε 9.000 άνδρες, εκ των οποίων 3.000 ήταν
Συρακούσιοι , κατευθύνθηκε στα δυτικά προς τον Κρίµησο ποταµό για να τους συναντήσει .( Αρχικά , η δύναµή του ήταν περίπου 10.000 άν δρες αλλά στην διαδροµή προς την περιοχή που
διοικούσαν οι Καρχηδόνιοι , 1.000 περίπου µισθοφόροι τον εγκατέλειψαν φοβούµενοι το µέγεθος του καρχηδονιακού στρατού .) Ήταν αρχή του καλοκαιριού και η περιοχή του ποταµού όπου έφθασαν οι Έλληνες ήταν καλυµµένη από οµίχλη και έτσι σταµάτησαν στους γύρω λόφους για να α ναπαυθούν . Ξαφνικά άρχισε να ακούγεται µια βοή ανθρώπων και οχηµάτων και µόλις
καθάρισε η οµίχλη , οι Έλληνες αντίκρισαν µπροστά τους τους Καρχηδόνιους να προ
σπαθούν να διαβούν τον Κίρµησο και να ανασυγκροτηθούν στην απέναντι όχθη του
ποταµού . Ο Τιµολέων δεν έχασε καθόλου καιρό . Διέταξε αµέσως το ιππικό του να επιτεθεί για να εµποδίσει την ανασύνταξη της εµπροσθοφυλακής που µόλις είχε περάσει
την κοίτη του ποταµού ενώ σχεδόν ταυτοχρόνως επιτέθηκε και εκείνος µε το πεζικό .
Στην µάχη σώµα µε σώµα , οι επιδέξιοι Έλληνες µαχητές άρχισαν να νικούν τους αντιπάλους τους όταν µια αλλαγή του καιρού τους έδωσε τον πλήρη έλεγχο της µάχης .
Ξαφνικά , ξέσπασε σφοδρή καλοκαιρινή καταιγίδα µε κεραυνούς , δυνατή βροχή , χαλάζι , και ισχυρούς ανέµους που έδερναν τους Καρχηδονίους κατά πρόσωπο . Οι εχθροί
των Ελλήνων άρχισαν να έχουν µεγάλες δυσκολίες στην διάβαση του Κίρµησου και
τελικά πανικόβλητοι τράπηκαν σε φυγή ενώ πολλοί πνίγηκαν στον φουσκωµένο ποτά
µι . Στο τέλος της µάχης , 7.000 στρατιώτες του καρχηδονιακού στρατού ήσαν νεκροί
µαζί µε 3.000 Καρχηδόνιους πολίτες , ο µεγαλύτερος µέχρι τότε αριθµός Καρχηδονίων
πολιτών που σκοτώθηκε σε µάχη . Ο Τιµολέων συνέλαβε 15.000 αιχµαλώτους και 200
‘άρµατα µαζί µε 10.000 ασπίδες και 1.000 διακοσµηµένους θώρακες ενώ στο στρατό πεδο των Καρχηδονίων βρήκε χιλιάδες µεταφορικές άµαξες και υποζύγια αλλά και
χρυσό και άργυρο . Αµέσως φρόντισε να στείλει µέρος από τα λάφυρα
σε συµµαχικές ελληνικές πόλεις της Σικελίας για να διαλαλήσει την νίκη του αλλά τα
ωραιότερα και πλουσιότερα τα έστειλε στην Κόρινθο µε την επιγραφή «Κορίνθιοι κα
Τιµολέων στρατηγς λευθερώσαντες τος Σικελίαν οκοντες λληνας π
Καρχηδονίων χαρακτήρια θεος νέθηκαν », έτσι ώστε να διαδοθεί η φήµη του και
στην Ελλάδα .
Ο Τιµολέων δεν διέθετε στόλο και έτσι δεν µπορούσε να πλήξει τους Καρχηδό
νιους στην σικελική τους βάση . Εξ αιτίας αυτού του γεγονότος αποφάσισε να γυρίσει
στις Συρακούσες . Οι Καρχηδόνιοι όµως είχαν τροµοκρατηθεί νοµίζοντας πως οι Έλληνες ίσως να προσπαθούσαν να επιτεθούν στην ίδια την Καρχηδόνα και ανακάλεσαν τον
Γέσκωνα (γιο του Άνωνος ) που είχε εξορισθεί για πραξικοπηµατική ενέργεια , προσέλαβαν έµπειρους Έλληνες µισθοφόρους και συµµάχησαν µε τον Ικέτα . Ο Γέσκων έπλευσε µε 70 πλοία προς την Μεσσήνη ενώ ο Ικέτας και οι άλλοι σύµµαχοί του άρχισαν να παρενοχλούν τον Τι µολέοντα και τους συµµάχους του . Μετά από µάχη µεταξύ Ικέτα και Τιµολέοντος , ο πρώτος νικήθηκε και κατέφυγε στους Λεοντίνους όπου συνελήφθη µαζί µε τον γιο του , παραδόθηκε στον Τιµολέοντα και θανατώθηκε . Ο Τιµολέων νίκησε και άλλους συµµάχους των Καρχηδονίων , πράγµα που ανάγκασε τους τελευταίους να ζητήσουν την σύναψη ειρήνης το 338 π .Χ. Σύµφωνα µε τους όρους , όλες οι ελληνικές πόλεις κηρύχθηκαν αυτόνοµες , ο Άλυκος ποταµός ορίσθηκε πάλι ως σύνορο της ελληνικής και καρχηδονιακής κυριαρχίας στην Σικελία και όσοι Έλληνες ζούσαν στην καρχηδονιακοί περιοχή ήσαν ελεύθεροι να µετοικήσουν στις Συρακούσες µε τις
οικογένειες και τα υπάρχοντά τους . Επίσης , οι Καρχηδόνιοι συµφώνησαν να µην υποστηρίζουν στο µέλλον τυράννους . Οι επιτυχίες του Τιµολέοντα έστρεψαν του κατοίκους των ελληνικών πόλεων της Σικελίας που βρέθηκαν στην ελληνική κυριαρχία εναντίον παντός είδους τυράννου και τυραννίσκου , µε αποτέλεσµα η Κατάνη , η Μεσσήνη και µικρότερες πόλεις της Σικελίας να αφεθούν στα χέρια του Τιµολέοντα .
Στόχος πλέον του Τιµολέοντα ήταν να αναστήσει τις ελληνικές πόλεις της ανατολικής Σικελίας και ειδικά τις Συρακούσες . Οι πόλεις βρίσκονταν σε δεινή οικονοµική
κατάσταση , κατεστραµµένες και ερηµω µένες . Ήταν τέτοια η αθλιότητα ώστε άλογα
έβοσκαν στην αγορά των Συρακουσών και αγριόχοιροι τριγυρνούσαν ανάµεσα στα ερείπια των άλλων πόλεων . (Πλούταρχος , Τιµολέων). Ο Τιµολέων κατανόησε ότι η έλλειψη κατοίκων θα άνοιγε σύντοµα στους Καρχηδονίους την όρεξη καταλήψεως ολόκληρης της νήσου . Έτσι λοιπόν ζήτησε από την Κόρινθο, την µητρόπολη των Συρακουσών, να οργανώσει αποστολή νέων αποίκων. Οι Κορίνθιοι έστειλαν κήρυκες στην ηπειρωτική Ελλάδα , στα νησιά και στην Μικρά Ασία καλώντας όσους ήταν εξόριστοι να γυρίσουν στην Σικελία αλλά και νέους αποίκους να επωφεληθούν από την πτώση της τυραννίας και να αναζητήσουν µια νέα ζωή στην Σικελία . Οι νεοφερµένοι θα µοιράζονταν την γη µε τους παλαιούς κατοίκους . Τελικά 40.000 οικογένειες εγκαταστάθηκαν στις Συρακούσες και άλλες 20.000 σε άλλες πόλεις .
Στις Συρακούσες , ο Τιµολέων συγκέντρωσε κάποια χρήµατα στο δηµόσιο ταµείο πουλώντας εγκαταλελειµµένα σπίτια στους νεοφερµένους και κάλεσε Κορίνθιους νοµοθέτες να βοηθήσουν στην σύνταξη του νέου πολιτεύµατος των Συρακουσών. Η Εκκλησία του Δήµου εξέταζε µόνο τα σοβαρότερα θέµατα ενώ αιρετοί στρατηγοί αποτελούσαν την εκτελεστική εξουσία . Ένας νέος θεσµός ήταν η αµφιπολία κατά την οποία ο αµφίπολος του Ολυµπίου Διός , ανώτατος και επώνυµος θρησκευτικός άρχων κληρωνόταν κάθε χρόνο ανάµεσα σε τρεις υποψηφίους και ανάµεσα στις τρεις επιφανέστερες οικογένειες της πόλεως . Ο Τιµολέων αναµειγνυόταν ενεργά στην πολιτική στις Συρακούσες µέχρι το 337 οπότε αποσύρθηκε µε την οικογένειά του σε ένα αγρόκτηµα που του είχαν παραχωρήσει οι Συρακούσιοι σε ένδειξη ευγνωµοσύνης για τις
υπηρεσίες του στην πόλη . Όταν πέθανε , οι Συρακούσιοι τον έθαψαν µε µεγάλες τιµές
αναγνωρίζοντας ότι κατέλυσε την τυραννία και νίκησε τους «βαρβάρους » και έγινε η
κύρια αιτία για την αναγέννηση των πολιτικών ελευθεριών των Ελλήνων της Σικελίας .
Οι Έλληνες στην Δυτική Μεσόγειο
Οι πληροφορίες που διαθέτουµε για τους Έλληνες που ταξίδεψαν µέχρι την δυτική Μεσόγειο και εγκαταστάθηκαν στα παράλια της σηµερινής νότιας Γαλλίας και Ισπανίας είναι λιγοστές , διάσπαρτες και συγκεχυµένες και προέρχονται από γεωγράφους αλλά και αρχαιολογικά ευρήµατα . (Λίβυος 5.34.7, Παυς . Φωκ . 1.6, Στραβ . C.179184, Πλίνιος , 3.35,
Από τα µέσα του ΣΤ ’ αιώνα , η φωκική αποικία της Μασσαλίας έγινε η µητρόπολη όλων των εγκαταστάσεων στην περιοχή . Ο πλούτος των Μασσαλιωτών οφειλόταν στο εµπόριο αργύρου και ιδίως του κασσίτερου . Φαίνεται ότι ο κασσίτερος εξορυσσόταν στις περιοχές που οι Έλληνες ονόµαζαν Κασσιτερίδες νήσους και που σήµερα ταυτίζονται µε τις νήσους Σίλλυ (Isles of Scilly), την χερσόνησο της Κορνουάλλης
(Cornwall) και πιθανότατα την νήσο Ουάιτ (Isle of Wight). Αρχικά , η προµήθεια του
µετάλλου γινόταν από την περιοχή της Ταρτησσού και πιθανότατα από την οµώνυµη
πόλη (δεν έχει βρεθεί ακόµη ), στις εκβολές του ποταµού Ταρτησσού (σηµερινού Γουα
δαλκιδίρ /Guadalquivir στην νοτιοδυτική Ισπανία ), όπου έφθανε ο κασσίτερος από την
Βρετανία . Η επέµβαση των Καρχηδονίων στην περιοχή της Ταρτησσού , όµως, ανάγκασε τους Μασσαλιώτες να ακολουθήσουν την δια ξηράς οδό για την προµήθεια του µετάλλου . Μέσω του Ροδανού , του Σηκουάνα και άλλων ποταµών έφθασαν µέχρι τις ακτές της σηµερινής Βρετάνης , στην νοτιοδυτική Γαλλία , απέναντι από τις Κασσιτερίδες νήσους .
Έτσι συνέχισαν να είναι οι αποκλειστικοί προµηθευτές των Ελλήνων σε κασσίτερο .
Με την εξάπλωση της καρχηδονιακής κυριαρχίας στην δυτική Σικελία , όµως, οι
Έλληνες της Μασσαλίας φοβήθηκαν πως θα αποκοπούν εµπορικά από τους Έλληνες
της Σικελίας και κατ’ επέκταση τον κυρίως ελλαδικό χώρο. Έτσι συγκέντρωσαν όλες
τους τις δυνάµεις και αναµετρήθηκαν µε τους Καρχηδόνιους σε χώρο και χρόνο που
δεν έχουν διασωθεί µέχρι εµάς. Πάντως η αποχώρηση των Καρχηδονίων από την δυτική Μεσόγειο για περίπου µισό αιώνα και τα αναθήµατα των νικητών στους Δελφούς
δείχνουν ότι η νίκη των Ελλήνων ήταν πολύ µεγάλη . Μέχρι το τέλος του ΣΤ ’ αιώνα τα
αρχαιολογικά ευρήµατα µαρτυρούν µεγάλη οικονοµική και πολιτιστική ακµή των
Μασσαλιωτών . Μερικά χρόνια πριν από την µάχη της Ιµέρας οι Καρχηδόνιοι συγκρούστηκαν πάλι µε τους Έλληνες στην θάλασσα γύρω στο 490 π .Χ.
ΠΟΛΕΜΙΚΑ
Σύµφωνα µε τους όρους της ειρήνης που συνοµολογήθηκε , οι Μασσαλιώτες Έλληνες είχαν πλήρη κυριαρχία στις ανατολικές ακτές της Ισπανίας και της νότιας Γαλλίας . Για τα επόµενα εκατό χρόνια , δεν υπάρχει καµία πληροφορία για την τύχη των Μασσαλιωτών .
Εικάζεται ότι η διακοπή του εµπορίου του κασσίτερου , που ήταν το κύριο προϊόν που
διακινούσαν οι Έλληνες της Μασσαλίας και που οφείλεται σε εσωτερικές αναταραχές
στην περιοχή της σηµερινής Γαλλίας , υπήρξε η αιτία για την οικονοµική δυσπραγία
στην περιοχή . Αρχαιολογικές ανασκαφές έχουν δείξει µια δραµατική κάµψη στην εισαγωγή αγγείων στην περιοχή αλλά και στην κοπή νοµισµάτων. Οι Μασσαλιώτες επανεµφανίζονται περί το 390 π .Χ. όταν µαρτυρείται πολιορκία της πόλεως από Κέλτες µε
αρχηγό τον Κατύµανδο . Κατά την παράδοση , ο Κατύµανδος ονειρεύθηκε την θεά Αθηνά µε τροµερή όψη , πράγµα που τον έκανε να συνάψει ειρήνη µε τους Μασσαλιώτες . (δες Τρόγος /Ιουστίνος , XLII.4.6) Μήπως όµως αυτή η διήγηση είναι µια καλή συγκάλυψη των λύτρων που πιθανόν πλήρωσαν οι Μασσαλιώτες στον Κέλτη αρχηγό ;.
Όπως και να έχουν τα πράγµατα , οι Μασσαλιώτες ανέλαβαν τις εµπορικές τους δυνάµεις και από τα µέσα του αιώνα αρχίζουν πάλι να ταξιδεύουν προς την Σικελία και
τον Πειραιά ενώ θα πλεύσουν και στις ακτές του Ατλαντικού από την Σενεγάλη , στην
βορειοδυτική Αφρική , µέχρι τις Ορκάδες νήσους (Orkney Islands), βόρεια της Σκωτίας. Ενώ οι αποικίες που είχαν ιδρυθεί από τους Έλληνες από τον ΣΤ ’ µέχρι τις αρχές
του Ε ’ αιώνα π .Χ. στην δυτική Μεσόγειο είχαν σαν σκοπό το εµπόριο µε την ενδοχώρα , οι αποικίες που ιδρύθηκαν από τον ’ αιώνα και αργότερα είχαν σαν στόχο να διευκολύνουν την επικοινωνία της Μασσαλίας µε την Ιταλία . Χαρακτηριστικό είναι ότι Μασσαλιώτες ήταν αυτοί που ίδρυσαν τον Μόνοικο , το σηµερινό Μονακό .
Η πολιτεία των Μασσαλιωτών έτυχε ιδιαίτερης µνείας από τον Στράβωνα και
τον Αριστοτέλη . Σύµφωνα λοιπόν µε τις αναφορές τους , οι πρώτοι άποικοι και οι απόγονοί τους εγκαθίδρυσαν ολιγαρχία η οποία σύντοµα έγινε ηπιότερη όταν µε εκλογές
διευρύνθηκε ο αριθµός των αξιωµατούχων . Οι αξιώτεροι εξελέγοντο στα πολιτειακά
αξιώµατα και τελικά το κυρίαρχο πολιτικό όργανο ήταν το Συνέδριο . Η συνέλευση αυτή αποτελούνταν από 600 ισόβιους Τιµούχους . Τα τρέχοντα ζητήµατα της διακυβερνήσεως της πόλεως αναλάµβαναν 15 Τιµούχοι ενώ προΐσταντο τρεις , οι ισχυρότεροι , που ήταν πολίτες από τρεις τουλάχιστον γενεές .
Η Κάτω Ιταλία
Το 357 π .Χ. οι ντόπιοι λαοί της Κάτω Ιταλίας που ζούσαν στο εσωτερικό της
νότιας ηπειρωτικής Ιταλίας συνάσπισαν τις δυνάµεις τους µε κέντρο την Κωσεντία
και άρχισαν να επιδράµουν εναντίον των ελληνικών πόλεων των παραλίων. Πολύ σύντοµα κατέλαβαν την Σύβαρη και άλλες πόλεις στο νοτιοδυτικό άκρο της ιταλικής χερσονήσου . Τον επόµενο χρόνο κατέφθασε στους Λοκρούς , πατρίδα της µητέρας του , ο Διονύσιος ο Νεώτερος των Συρακουσών, ο οποίος µόλις είχε εκδιωχθεί
από τον Δίωνα στις Συρακούσες . Ο Διονύσιος αποζήτησε ένα καταφύγιο για να προετοιµάσει την επάνοδό του στις Συρακούσες . Εν τω µεταξύ , κατάφερε να αποκρούσει
τις επιδροµές των ντόπιων αλλά και να εγκαθιδρύσει σταδιακά µια τυραννία που εξελίχθηκε σε βάρβαρη τυραννίδα . Τελικά , όταν κατάφερε να επιστρέψει στις Συρακούσες
το 346 π .Χ., οι Λοκροί τον εκδικήθηκαν σκοτώνοντας βίαια την σύζυγο του , τις κόρες
του και τον γιο του και έτσι απαλλάχθηκαν από την τυραννία .
Η κατάλυση της τυραννίας στους Λοκρούς , όµως, έφερε στο προσκήνιο ως ισχυρή πόλη τον Τάρανδα , πράγµα που τράβηξε και τους ντόπιους εναντίον τους . Παρ ’
όλα αυτά οι Ταραντίνοι κατάφεραν να διατηρούν µια ισχυρή στρατιωτική δύναµη µε
πολλά πλοία , 30.000 πεζούς και 3.000 ιππείς .
Από το 346/5 π .Χ οι επιθέσεις των ντόπιων όµως ήταν συνεχείς και πολύ επικίνδυνες µε αποτέλεσµα να αρχίσει ένας πραγµατικός πόλεµος . Το 343 π .Χ. οι Ταραντίνοι ζήτησαν την βοήθεια της µμητροπόλεως τους Σπάρτης . Οι Σπαρτιάτες έστειλαν τον Αρχίδαµο µε πολύ στρατό και στόλο αλλά παρά τις αρχικές του επιτυχίες , ο Σπαρτιάτης και το µεγαλύτερο µέρος του στρατού του εξοντώθηκαν το 338 π .Χ. Η ήττα των Σπαρτιατών έκανε τους ντόπιους να συνεχίσουν τις επιδροµές µε αµείωτη ένταση , γεγονός που ανάγκασε τους Ταραντίνους το 334 π.Χ. να ζητήσουν την βοήθεια του Αλέξανδρου των Μολοσσών
Ο Αλέξανδρος των Μολοσσών είχε στο νου του να δηµιουργήσει στην δύση
µια αυτοκρατορία ανάλογη µε αυτή που είχε ιδρύσει ο ανιψιός του Αλέξανδρος Γ ’ της
Μακεδονίας στην ανατολή . Με ισχυρό στρατό επιτέθηκε στους Ιταλούς στα ανατολικά
παράλια της χερσονήσου , τους νίκησε και άρχισε να βαδίζει προς τα δυτικά . Η µία
στρατιωτική επιτυχία έφερνε την άλλη και σε λίγες εβδοµάδες ο Αλέξανδρος έγινε ο
ισχυρός και υπολογίσιµος στρατηγός της νότιας Ιταλίας . Οι Ρωµαίοι ανάµεσα σε άλλους συνήψαν ειρήνη µε τον Ηπειρώτη βασιλιά , πράγµα που του έδωσε την δυνατότητα να νικήσει τους Ιταλούς στα νοτιοδυτικά της χερσονήσου . Σύντοµα κατάφερε να καταλάβει την Κωσεντία , κύρια πόλη των Ιταλών επιδροµέων αλλά οι Ταραντίνοι , φοβούµενοι την ισχυροποίηση του Ηπειρώτη έσπασαν την συµµαχία µαζί του . Τότε , εκείνος στράφηκε εναντίον τους και κατέλαβε την κτήση τους Ηράκλεια αλλά δέχθηκε ξαφνική επίθεση από τους Ιταλούς . Το αποτέλεσ µα ήταν να ηττηθούν οι Έλληνες και να σκοτωθεί ο Αλέξανδρος το 330/1 π .Χ.
Ο πρόωρος θάνατος του Αλεξάνδρου έβαλε τέλος στο σχέδιο της ελληνικής αυτοκρατορίας στην δύση . Οι πόλεις και οι περιοχές που είχε καταλάβει είτε υπήχθησαν στον Τάραντα που απετέλεσε πλέον την ισχυρότερη πόλη της νότιας Ιταλίας είτε ανακατελήφθησαν από τους ντόπιους Ιταλούς . Η βορειότερη ελληνική πόλη , η Νεάπολη (Napoli), ήταν περικυκλωµένοι από Ιταλούς : οι Ρωµαίοι στον βορρά και οι Σαυνίτες µε τους συµµάχους στον νότο . Οι Νεαπολίτες βρέθηκαν ανάµεσα σε εχθρούς και αποδέχθηκαν να κάνουν πολίτες και Ιταλούς . Στην ηπειρωτική Ιταλία , όµως, η νέα ισχυρή δύναµη ήταν πλέον η Ρώµη και αυτή επιθυµούσε να εντάξει την Νεάπολη στην δική της σφαίρα επιρροής πριν αντιµετωπίσει τους µελλοντικούς εχθρούς της στο νότο . Με την πρόφαση ότι γίνονταν αποδέκτες διαµαρτυριών για την πολιτική των Νεαπολιτών , οι Ρωµαίοι έστειλαν ανθρώπους τους να πείσουν τους αριστοκρατικούς της πόλεως να εντάξουν την Νεάπολη στο ρωµαϊκό στρατόπεδο . Το ίδιο, όµως, έπραξαν και οι Σαυνίτες µαζί µε τους Ταραντίνους , οι οποίοι τελικά κατάφεραν να πείσουν τους Νεαπολίτες
να µην αποδεχθούν τις ρωµαϊκές προτάσεις . Πιθανότατα οι Νεαπολίτες να ήλπιζαν ότι
θα επανακτούσαν µέρος της Καµπανίας αλλά και την Κύµη , που είχε καταληφθεί από
τους Ιταλούς το 421 π .Χ., εάν συµµαχούσαν µε τους νότιους Ιταλούς και τον Τάραντα .
Μόλις κλείσθηκε η συµφωνία , 6000 Σαυνίτες(Οι Ρωµαίοι τους ονόµαζαν Σαµνίτες . ) και σύµµαχοι στρατιώτες ενίσχυ σαν την φρουρά της Νεαπόλεως και προκάλεσαν τον Β’ Σαυνιτικό πόλε µο (327-304 π .Χ.). Είναι αξιοσηµείωτο ότι µε αφορµή την κρίση στην Νεάπολη , οι νοτιοϊταλικές ελληνικές πόλεις συµµαχούν µε τους ντόπιους Ιταλούς εναντίον της Ρώµης. Αν και δεν γνωρίζουµε µε βεβαιότητα την στροφή αυτή στην εξωτερική πολιτική των ελληνικών
πόλεων , δεν µπορούµε παρά να υποθέσουµε ότι θεωρούσαν τους Ρωµαίους µεγαλύτερη
απειλή από αυτή των γειτόνων Ιταλών τους .
Μόλις έγινε γνωστή η απόφαση των Νεαπολιτών και η ενίσχυση της φρουράς τους , οι Ρωµαίοι απέκλεισαν την πόλη . Επί έναν περίπου χρόνο , οι Νεαπολίτες περίµεναν τον στόλο που είχαν υποσχεθεί οι νέοι τους σύµµαχοι για να απαλλαγούν από τους Ρωµαίους , αλλά χωρίς αποτέλεσµα . Τελικά , οι αριστοκράτες , µετά από µυστικές διαπραγµατεύσεις µε τους αρχηγούς του ρωµαϊκού στρατού , κατάφεραν να αποµακρύνουν τον συµµαχικό στρατό και να παραδώσουν την πόλη στους Ρωµαίους . Η Νεάπολη ενσωµατώθηκε στο ρωµαϊκό δίκτυο των συµµαχικών πόλεων διατηρώντας πλήρη εσωτερική αυτονοµία και αυτοδιοίκηση . Μάλιστα ,
είναι εξαιρετικά σηµαντικό ότι ορίσθηκε πως οι ιέρειες της ή µητρας στην Ρώµη θα
ήταν ελληνίδες από την Νεάπολη . Η ρωµαϊκή αυτή πολιτική έστελνε φιλικό µήνυµα
στους άλλους Έλληνες της Ιταλίας να συµµαχήσουν µαζί τους για να έχουν την αυτο
νοµίας τους αλλά και προνόµια . Παρ ’ όλα αυτά οι Ταραντίνοι συνέχισαν την φιλοσαυ
νιτική τους πολιτική .
Η Σικελία του Αγαθοκλή
Ο Αγαθοκλής (360- π.Χ.) ήρθε το 341 π.Χ. µε τον πατέρα του και τον αδελφό του από τις Ιµεραίες Θέρµες στις Συρακούσες . το 341 π.Χ. Πατέρας και γιοι ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση του Τιµολέοντα να εγκατασταθούν Έλληνες στην πόλη .
ΠΟΛΕΜΙΚΑ
Έτσι , οι τρεις τους πολιτογραφήθηκαν Συρακούσιοι και ασχολήθηκαν µε την βιοτεχνία
κεραµιδιών. Μετά τον θάνατο του Τιµολέοντα , το µικτό πολίτευµα που είχε καθιερώσει δεν διήρκεσε για πολύ εξ αιτίας των ερίδων ανάµεσα στις διάφορες πολιτικές µερίδες . Την εποχή που ο Αγαθοκλής έφθασε στην πόλη , µια ολιγαρχική «εταιρεία » κυβερνούσε ουσιαστικά την πόλη . Ο νέος Συρακούσιος πολίτης ήταν φιλόδοξος και αποφασισµένος να χρησιµοποιήσει κάθε ευκαιρία που του δινόταν για να πλουτίσει και να ανέλθει κοινωνικά και πολιτικά . Συµµετείχε στις εκστρατείες των Συρακουσίων εναντίον του Ακράγαντα και σε βοήθεια του Κρότωνα και προήχθη σε χιλίαρχο ενώ νυµφεύθηκε µια πλούσια χήρα και έγινε από τους πλουσιότερους πολίτες των Συρακου σών. Στον Κρότωνα απέκτησε µεγάλη φήµη και πιθανότατα µε την βοήθεια πολιτικών της πόλεως προσπάθησε να αναλάβει την εξουσία αλλά το εγχείρηµα απέτυχε .
Αρχικά κατέφυγε στον Τάραντα αλλά σύντοµα µε την βοήθεια δηµοκρατικών από διάφορες
πόλεις στις οποίες είχαν επικρατήσει οι ολιγαρχικοί , άρχισε να κάνει επιδροµές στις
Συρακούσες . Σύντοµα εσωτερική αναταραχή ανέτρεψε την ολιγαρχία που κυβερνούσε
τις Συρακούσες και έτσι ο Αγαθοκλής µπόρεσε να γυρίσει στην πόλη το 322 π .Χ. Οι
δηµοκρατικοί των Συρακουσών εξεστράτευσαν εναντίον της Γέλας , όπου είχαν καταφύγει οι ολιγαρχικοί από τις Συρακούσες . Αν και ο Αγαθοκλής διακρίθηκε πάλι ως χιλίαρχος και ήλπιζε ότι οι Συρακούσιοι θα εκτιµούσαν την γενναιότητα του , εκείνοι προσκάλεσαν Κορίνθιο στρατηγό φοβούµενοι να δώσουν εξουσία στον Αγαθοκλή . Ο Κορίνθιος , που αντελήφθη τις φιλοδοξίες του Αγαθοκλή και φοβούµενος ότι µπορεί να επέβαλε τυραννία , πέτυχε την καταδίκη του σε εξορία .
Έτσι ο Αγαθοκλής αναγκάστηκε να καταφύγει στο εσωτερικό της Σικελίας , όπου χρησι µοποιώντας την µεγάλη του περιουσία προσέλαβε µισθοφόρους και έπεισε τους πολίτες των Λεοντίνων να τον ακολουθήσουν σε πολιορκία των Συρακουσών. Όταν έφθασε εκεί, όµως, βρήκε φρουρά του Καρχηδόνιου Αµίλκα να έχει προστρέξει σε βοήθεια της πόλεως . Άρχισαν οι συνεννοήσεις και φαίνεται ότι ο Αγαθοκλής έπεισε τον Αµίλκα να του αφήσει ελεύθερο το πεδίο στις Συρακούσες µε αντάλλαγµα να τον βοηθήσει ο Έλληνας να αναλάβει την εξουσία στην Καρχηδόνα . Όταν αποχώρησαν οι Καρχηδόνιοι , οι Συρακούσιοι δεν είχαν παρά να αφήσουν τον Αγαθοκλή να µπει στην πόλη µε µοναδικό ‘όρο να σεβασθεί τους θεσµούς της πόλεως . Το 319/318 π :Χ. λοιπόν ο Αγαθοκλής εγκαταστάθηκε στην πόλη και παρουσιάσθηκε ως υποστηρικτής των αδυνάτων εναντίον των αυθαιρεσιών των πλουσίων. Έτσι , «γαθοκλν Συρακόσιοι ελοντο π τν ρυ µάτων τν ν Σικελίαι ατοκράτορα στρατηγν ».
Για τα επόµενα τρία χρόνια ο στρατηγός αποδείχθηκε «φύλαξ της ερήνης » στις Συρακούσες και καθησύχασε τους ολιγαρχικούς , µέχρι που του δόθηκε η κατάλληλη ευκαιρία
για να εκτελέσει το πραξικόπηµά του . Το 316 του εδόθη εντολή από τους Συρακουσίους να επιτεθεί σε κοντινή πόλη και να σταµατήσει την συγκέντρωση δυνάµεων από εχθρούς του πολιτεύµατος της Σικελίας . Για τον σκοπό αυτό συγκέντρωσε 3.000 άνδρες απολύτως πιστούς σ ’ αυτόν και ζήτησε και από 200 επιφανείς ολιγαρχικούς να συµµετάσχουν στην εκστρατεία , πιθανότατα ως ιππείς και ορισµένοι ως χιλίαρχοι .
Την ίδια ώρα που θα γινόταν η συγκέντρωση του στρατού ζήτησε να συγκληθεί και η Εκκλησία του Δήµου , στην οποία βρίσκονταν οι πλουσιότεροι των πολιτών ενώ έδωσε
διαταγή οι πύλες της πόλεως να παρα µείνουν κλειστές . Όταν συγκεντρώθηκε ο στρα
τός , ο Αγαθοκλής τους µίλησε και τους είπε πόσο πολύ διακινδύνευε την ζωή του για
τον δήµο ενώ η εταιρία των 600 επιβουλευόταν την ζωή του . Ο λόγος του ήταν τόσο
πειστικός ώστε οι στρατιώτες σκότωσαν τους ολιγαρχικούς που ήταν παρόντες και ξε
χύθηκαν στην πόλη σκοτώνοντας τους πλούσιους και λεηλατώντας τις περιουσίες τους .
Οι σκοτωµοί και οι λεηλασίες κράτησαν για δύο η µέρες . Την τρίτη η µέρα ο Αγαθοκλής συγκέντρωσε όσους αντιπάλους του είχαν µείνει και άλλους διέταξε να σκοτω
θούν και άλλους τους εξόρισε . Σκοτώθηκαν είτε 4000 ( .Σ. κατά Τίµαιο) είτε µόνο 800
(ΕΙΕ , 4:328) ενώ οι φυγάδες και εξόριστοι 4.000-5.000 ( .Σ.).
Μόλις τα πράγµατα ησύχασαν , ο Αγαθοκλής συνεκάλεσε την Εκκλησία του Δήµου και διακήρυξε ότι εκείνος είχε κάνει το καθήκον του ως «φύλαξ της ειρήνης » και η
πόλη ήταν πλέον καθαρή από τους 600 που προσπαθούσαν να εγκαθιδρύσουν την ολιγαρχία . Συνεπώς το έργο του είχε ολοκληρωθεί και θα επιθυµούσε να αποτραβηχτεί
από τον δηµόσιο βίο και ενώ έλεγε αυτά , απόθεσε το ξίφος του και την χλαµύδα του
στρατηγού και ετοιµάσθηκε να φύγει ως απλός πολίτης . Το πλήθος αµέσως ξεσηκώθη
κε φοβούµενο ότι η οποιαδήποτε νέα αρχή µπορεί να µην δικαιολογούσε τις πράξεις
που είχαν υποκινηθεί από τον Αγαθοκλή και έτρεξε να τον σταµατήσει . Άρχισε να φωνάζει ότι ο Αγαθοκλής ήταν ο µόνος κατάλληλος να αναλάβει «την των όλων επιµέλειαν» και εκείνος πείσθηκε να µείνει . Έτσι εξελέγη στρατηγός -αυτοκράτορας χωρίς περιορισµούς έχοντας την ευθύνη όλων των πραγµάτων της πόλεως . Ήταν όλα προ σχεδιασµένα (ΙΕΕ ) ή τον βοήθησαν οι συγκυρίες ; Ο Αγαθοκλής δεν είχε παραβεί τον όρκο που είχε δώσει πριν τρία χρόνια : το πολίτευµα είχε διατηρηθεί , όπως και η Εκκλησία του Δήµου που συνερχόταν κανονικά . Τώρα βέβαια ο Αγαθοκλής είχε αναγορευθεί σε ένα είδος τυράννου µε τους επίσηµους τίτλους στρατηγός -αυτοκράτωρ και επιµελητής της πόλεως ,ως στρατηγός αυτοκράτωρ είχε την πλήρη ευθύνη και διοίκηση του στρατού ενώ ως επιµελητής της πόλεως είχε πολιτικές εξουσίες που αφορούσαν τον διακανονισµό χρεών, τον αναδασµό γης , την διανοµή περιουσιών αλλά και την πολιτογράφηση ξένων . Έτσι χρησιµοποίησε χρήµατα της πόλεως για να στρατολογήσει
10.000 πεζούς και 3.500 ιππείς µισθοφόρους , οι οποίοι φυσικά ήταν απόλυτα αφοσιωµένοι στον ίδιο. Ο Αγαθοκλής σκόπευε µε τον στρατό του να αναβιώσει το παλιό όνειρο του Διονυσίου Α’ και να ελέγξει στρατιωτικά ολόκληρη την Σικελία και το 316 έβαλε σε εφαρµογή το σχέδιό του. Στην αρχή κατέλαβε πολλές σικελικές πόλεις και κώµες που ήταν σύµµαχοι των
Συρακουσίων και τώρα τις είχε υπό τον πλήρη έλεγχό του . Μετά στράφηκε εναντίον
της Μεσσήνης . Πολιόρκησε την πόλη αλλά οι Καρχηδόνιοι , που ήταν σύµµαχοι των
Μεσσηνίων, τον προειδοποίησαν ότι όφειλε να σεβαστεί την συνθήκη του 338 για την
ανεξαρτησία των ελληνικών πόλεων του νησιού . Ο Αγαθοκλής δεν ήταν έτοιµος να
αντεπεξέλθει σε τέτοιας κλίµακας πόλεµο και υποχώρησε . Έλυσε την πολιορκία και
επέστρεψε στις Συρακούσες . Οι µεγάλες πόλεις όµως θορυβήθηκαν από τις κινήσεις
του Συρακούσιου στρατηγού και ο Ακράγας , η Γέλα και η Μεσσήνη συγκρότησαν συ
νασπισµό εναντίον των Συρακουσίων. Θέλοντας να αποφύγουν να δώσουν τη αρχηγία
του ενωµένου στρατού σε κάποιον δικό τους πολίτη για να µην εκµεταλλευθεί για ίδιο
όφελος την µεγάλη δύναµη , προτίµησαν να καλέσουν τον Σπαρτιάτη Ακρότατο , γιο
του βασιλιά Κλεοµένη . Εκείνος , φιλόδοξος αλλά απο µονωµένος πολιτικά στην Σπάρτη , δέχθηκε και απέπλευσε µε λίγα πλοία για τον Ακράγαντα .
Περνώντας , όµως από τον Τάραντα , έπεισε τους Ταρντίνους να συµµετάσχουν στην συµµαχία των σικελικών πόλεων µε 20 πλοία . Όταν έφθασε στον προορισµό του ο Ακρότατος φρόντισε να εκµεταλλευθεί την όλη κατάσταση προς όφελός του µε σκοπό να γίνει τύραννος . Τελικά ,
όµως, τα σχέδιά του απέτυχαν και αναγκάσθηκε να φύγει νύχτα από τον Ακράγαντα
για να σωθεί . Η συµµαχία διαλύθηκε και µε µεσολάβηση του Αµίλκα , οι πόλεις συµφώνησαν να επιστρέψουν στους όρους του 338, δηλαδή στην αυτονοµία όλων των ελληνικών πόλεων της Σικελίας . Ο ουσιαστικός νικητής των γεγονότων ήταν ο Αµίλκας και οι Καρχηδόνιοι οι οποίοι εµφανίσθηκαν ως διαιτητές της ελληνικής κρίσεως και επέβαλαν για άλλη µία φορά την συµφέρουσα για εκείνους ειρήνη του 338 π .Χ.
Οι Μεσσήνιοι , όµως θεώρησαν ότι ο διακανονισ µός αυτός ευνοούσε τον Αγαθοκλή και
υποστήριξαν µε απεσταλµένους τους στην Καρχηδόνα ότι ο Αµίλκας πρέπει να είχε
συνάψει µυστική συµφωνία µε τον Αγαθοκλή . Ενώ οι Καρχηδόνιοι πολιτικοί διαφωνούσαν µε την στάση του Αµίλκα αλλά δίσταζαν να τον ελέγξουν , φοβούµενοι την πιθανή αντίδρασή του εναντίον της πόλεώς του , ο Αγαθοκλής φρόντισε να συγκεντρώσει νέο ισχυρό στρατό για να πετύχει τους σκοπούς του .
Το 312 π .Χ. ο Αγαθοκλής έκρινε πως ήταν έτοιµος να επαναλάβει τις επιχειρή
σεις. Πρώτα -πρώτα έπρεπε να αναγκάσει τους Μεσσηνίους να πάψουν να δέχονται
τους εχθρούς του εξόριστους Συρακούσιους και έστειλε εκστρατευτικό σώµα εναντίον
τους . Αφού συνελήφθησαν πολλοί Μεσσήνιοι , η πόλη αναγκάσθηκε να δεχθεί
τους ‘όρους του Αγαθοκλή : οι Μεσσήνιοι υποσχέθηκαν ότι δεν θα παρείχαν πια άσυλο
σε εξόριστους ολιγαρχικούς , θανάτωσαν ή εξόρισαν πολλούς από τους δικούς τους ο
λιγαρχικούς συµπεριλαµβανοµένου και του ιστορικού Τίµαιου και δέχθηκαν τον Αγαθοκλή , τον στρατό του και δικούς τους εξόριστους δηµοκρατικούς πίσω στην πόλη . Ο
Αγαθοκλής είχε υποτάξει την Μεσσήνη αλλά νέος του στόχος έγινε ο Ακράγας , όπου
τώρα συγκεντρωνόντουσαν οι Συρακούσιοι ολιγαρχικοί .
Αυτήν την φορά , όµως, οι Καρχηδόνιοι δεν θα καθόντουσαν να δουν την παράσταση του Συρακούσιου στρατηγού αµέτοχοι . Ο Αµίλκας του Γίσκωνος , που είχε αντικαταστήσει τον προηγούµενο Αµίλκα στην αρχηγία του καρχηδονιακού εκστρατευτικού σώµατος στην Σικελία , ήταν ήδη στον Ακράγαντα µε 60 πολεµικά . Ο Αγαθοκλής προσπάθησε να δηµιουργήσει αντιπερισπασµό επιτιθέµενος σε φρούρια και πόλεις στην καρχηδονιακή επικράτεια της Σικελίας . Εν τω µεταξύ οι Καρχηδόνιοι κατέλαβαν οχυρό λόφο στην δυτική όχθη του ποταµού Ιµέρα (σηµερινού Salso), ανάµεσα στον Ακράγαντα και στην Γέλα , µε αποτέλεσµα να µπορούν να ελέγχουν την παραλιακή οδό που ένωνε τις δύο πόλεις . Ο Αγαθοκλής γύρισε στις Συρακούσες µε τον αέρα θριαµβευτή και χωρίς να γνωρίζει ότι οι Καρχηδόνιοι της Σικελίας περίµεναν ισχυρές ενισχύσεις από την Αφρική .
Μάχη του Ιµέρα (311 π .Χ .).
Ο Αγαθοκλής αποφάσισε να πλησιάσει του Καρχηδόνιους στον ποταµό Ιµέρα .
Για να έχει εξασφαλισµένα τα νώτα του , έφθασε γρήγορα στην Γέλα , εκκαθάρισε την
πόλη από τους πραγµατικούς και πιθανούς αντιπάλους του σκοτώνοντας 4.000 από
τους ευπορότερους πολίτες . Κατόπιν , πλησίασε από τα ανατολικά αλλά σε απόσταση
µερικών χιλιοµέτρων τους 40.000 πεζούς και 5.000 ιππείς του Αµίλκα στον Ιµέρα . Ο
στρατός του δεν πρέπει να υπερέβαινε τους 30.000 πεζούς και 3.500 µισθοφόρους ιπ
πείς (ΙΕΕ , 4:330), σύµφωνα µε σηµερινούς υπολογισµούς . Ο Αγαθοκλής δεν πραγµα τοποίησε µεγάλη επίθεση αµέσως, ίσως γιατί ήθελε πρώτα να ζυγίσει τον στρατό του σε σύγκριση µε τον αντίπαλο . Έτσι , οι δύο στρατοί περιορίσθηκαν σε αψιµαχίες . Είναι άγνωστο εάν ο Αγαθοκλής είχε µάθει ότι επέκειτο άφιξη καρχηδονιακών ενισχύσεων, πάντως αποφάσισε να προκαλέσει µεγάλης κλίµακας σύγκρουση . Το καλοκαίρι του 311 π .Χ. έστειλε ένα απόσπασµα δήθεν να λαφυραγωγήσει κοντά στο ποτάµι και ένα άλλο να παρακολουθεί το άλλο από κοντά αλλά χωρίς να γίνει αντιληπτό . Ο ίδιος δε µε τον υπόλοιπο στρατό του άρχισε να βαδίζει αργά προς το ποτάµι φροντίζοντας να µείνει αθέατος . Όπως είχε συµβεί και άλλες φορές , οι Καρχηδόνιοι καταδίωξαν τον πρώτο απόσπασµα και πέρα από το ποτάµι αλλά ξαφνικά βρέθηκαν µπρος στο δεύτερο τµήµα και άρχισαν να οπισθοχωρούν. Μέσα στην αναταραχή , ο κύριος όγκος του στρατού του Αγαθοκλή διέβη τον Ιµέρα και επιτέθηκε στο στρατόπεδο των Καρχηδονίων . Αν και κατάφερε να περάσει την ξύλινη περίφραξη , ο Αµίλκας διέταξε τους σφενδονίτες να ρίξουν µεγάλες πέτρες εναντίον του µε αποτέλεσµα να τον αναγκάσει να οπισθοχωρή σει . Ο Αγαθοκλής , όµως επιτέθηκε από άλλο σηµείο και είχε σχεδόν καταλάβει το
στρατόπεδο όταν εµφανίσθηκαν οι καρχηδονιακές ενισχύσεις που µόλις είχαν αποβιβασθεί δυτικά του στρατοπέδου χωρίς να γίνουν αντιληπτοί . Οι Έλληνες τράπηκαν σε φυγή , πνίγηκαν στο ποτάµι και κατεσφάγησαν από τους Καρχηδόνιους στην προσπάθειά τους να φθάσουν στο στρατόπεδό τους . Ο Αγαθοκλής µέτρησε 7.000 νεκρούς ενώ ο Αµίλκας µόνο 500.
Ο Αγαθοκλής δεν είχε πλέον τις δυνάµεις για να αντιµετωπίσει τους Καρχηδονίους και οπισθοχώρησε στην Γέλα , όπου και οχυρώθηκε πίσω από τα τείχη της πόλεως. Σκοπός του ήταν να εµποδίσει τους Καρχηδόνιους να βαδίσουν ανενόχλητοι µέχρι τις · Συρακούσες αλλά και να προλάβουν οι Συρακούσιοι να µαζέψουν τα γεννήµατα . Ο Αµίλκας δεν πολιόρκησε την Γέλα αλλά επισκέφθηκε και προσεταιρίσθηκε µικρότερες πόλεις της Σικελίας ενώ ο Αγαθοκλής γύρισε τελικά στις Συρακούσες . Η θέση του ήταν τώρα πολύ δύσκολη . Είχε χάσει τους συµµάχους του στην Σικελία και µεγάλο µέρος από τον στρατό του ενώ ήταν περιορισµένος στις Συρακούσες , αποκλεισµένος και από την ξηρά και από την θάλασσα . Ο Αγαθοκλής κατάλαβε πως εάν οι Καρχηδόνιοι επιχειρούσαν να πολιορκήσουν τις Συρακούσες , η πόλη δεν θα άντεχε για πολύ λόγω των περιορισµένων εφοδίων που διέθετε . Συνέλαβε , όµως, ένα
παράτολµο σχέδιο : να συγκεντρώσει τις καλύτερες δυνάµεις του , να πλεύσει µέχρι την
Καρχηδόνα και να επιτεθεί στην πόλη µε σκοπό να αναγκάσει τον καρχηδονιακό στρατό της Σικελίας να εγκαταλείψει το νησί και να γυρίσει πίσω στην Αφρική . Στόχευε
στον αιφνιδιασµό διότι ποτέ µέχρι τότε οι Καρχηδόνιοι δεν είχαν δεχθεί επίθεση στην
ίδια τους την πόλη αλλά διακινδύνευε και πολλά . Η εκστρατεία προετοιµάσθηκε µε
µεγάλη προσοχή και µυστικότητα . Επιβίβασε σε 60 πλοία 3.500 Συρακούσιους και
10.000 απελεύθερους δούλους και µισθοφόρους ενώ διόρισε «επιµελητή της πόλεως »
τον αδελφό του και αρχηγό του στρατού που θα έµενε στην πόλη έµπιστό του στρατηγό . Επέτρεψε σε 1.600 πλούσιους πολιτικούς αντιπάλους του να εγκαταλείψουν την
πόλη µαζί µε τα αγαθά τους για να µην προξενήσουν αναταραχές [κατά άλλη πηγή διέ
ταξε να τους σκοτώσουν αφού έφυγαν για να οικειοποιηθεί τα αγαθά τους ]
Το καλοκαίρι του 310 π .Χ., µε εξαιρετικό στρατηγικό τέχνασµα κατάφερε να
αποπλεύσει από τις Συρακούσες . Ο καρχηδονιακός στόλος που φύλαγε την είσοδο του
λιµανιού κυνήγησε φορτηγά πλοία µε σιτηρά που προσπαθούσαν να σπάσουν τον
κλοιό και να φθάσουν στην πόλη . Μόλις οι εχθροί άφησαν δίοδο ελεύθερη , ο Αγαθοκλής άνοιξε πανιά και έπλευσε βόρεια κατά µήκος των δυτικών ακτών της Σικελίας για
να παραπλανήσει τους Αφρικανούς που τελικά άρχισαν να τον καταδιώκουν . Ο στόλος
του περιέπλευσε τις βόρειες και δυτικές ακτές του νησιού και µετά διέπλευσε το Στενό
της Σικελίας (ή Τυνησίας ) κατευθυνό µενος προς την Καρχηδόνα . Παρ ’ ότι το καρχη
δονιακό σώµα της Σικελίας που τον ακολουθούσε κατάλαβε τους σκοπούς του και
προσπαθούσε να τον πλησιάσει , ο Αγαθοκλής έφθασε πρώτος στην αφρικανική ακτή
και στρατοπέδευσε ανενόχλητος ενώ κράτησε τον εχθρικό στόλο µακριά από την ακτή .
Είχε αποβιβασθεί στην θέση Λατοµίαι (ση µερινή Rhar-el-Kebir της Τυνησίας ) 2,5 χλ µ.
νοτιοδυτικά του ακρωτηρίου Ερµαία Άκρα (Cap Bon) και 100 χλµ. βορειοανατολικά
της Καρχηδόνας . Με την πρόφαση ότι είχε ορκισθεί να ανάψει τεράστια φωτιά στην
ή µητρα και στην Περσεφόνη όταν θα έφθαναν στην Αφρική , έκαψε τον στόλο υπο
χρεώνοντας τον στρατό να ξεχάσει την άµεση επιστροφή στην πατρίδα . Κατόπιν , ο
στρατός βάδισε κατά µήκος της ακτής προς τα δυτικά και την Καρχηδόνα .Διέταξε τους στρατιώτες του να λαφυραγωγήσουν και να καταστρέψουν τα πάντα από όπου περνούσαν, μέχρι που έφθασε στην πόλη της Τύνιδας (ή στην πόλη Τύνητα).
Η στρατηγική της Μάχης του Τύνητα
Η Πρώτη Μάχη του Λευκού Τύνητα (310 π.Χ.) αποτελεί ένα από τα πιο συναρπαστικά δείγματα στρατηγικής και τακτικής της ελληνιστικής περιόδου. Η νίκη του Αγαθοκλή απέναντι στους Καρχηδόνιους βασίστηκε κυρίως στον ψυχολογικό εξαναγκασμό των ανδρών του, στην εκμετάλλευση του ανάγλυφου του εδάφους και στην ανωτερότητα των βετεράνων του.
Η στρατηγική και η τακτική της μάχης αναλύονται σε τρεις βασικούς άξονες:
1. Η Ψυχολογική Προετοιμασία: «Δεν υπάρχει επιστροφή»
Πριν τη μάχη, ο Αγαθοκλής πήρε μια ακραία και ιδιοφυή απόφαση: έκαψε ολόκληρο τον στόλο του στην ακτή. Αφαίρεσε από τους στρατιώτες του (περίπου 13.500 άνδρες) κάθε ελπίδα ή σκέψη υποχώρησης.Το αποτέλεσμα: Οι άνδρες του γνώριζαν ότι η μόνη επιλογή για να επιβιώσουν σε μια εχθρική ήπειρο ήταν να νικήσουν.
2. Η Τακτική στο Πεδίο της Μάχης: Εκμετάλλευση του Στενού Εδάφους
Οι Καρχηδόνιοι παρέταξαν έναν τεράστιο στρατό (περίπου 40.000 πεζούς, 1.000 ιππείς και 2.000 πολεμικά άρματα). Παρά την αριθμητική υπεροχή τους, ο Αγαθοκλής επέλεξε να δώσει τη μάχη σε ένα πολύ στενό πεδίο.
Εξουδετέρωση υπεροπλίας: Το στενό έδαφος εμπόδισε τους Καρχηδόνιους να εκμεταλλευτούν τον αριθμό τους για να κυκλώσουν (υπερφαλαγγίσουν) τις ελληνικές γραμμές.
Αποτυχία αρμάτων και ιππικού: Η πρώτη επίθεση των καρχηδονιακών αρμάτων και του ιππικού αποκρούστηκε με επιτυχία από το έμπειρο ελληνικό πεζικό, αναγκάζοντάς τα να υποχωρήσουν άτακτα προς τα πίσω και να προκαλέσουν σύγχυση στις δικές τους γραμμές.
3. Ποιοτική Υπεροχή & Ηγεσία
Οι δυνάμεις του Αγαθοκλή αποτελούνταν από έμπειρους βετεράνους οπλίτες και σκληροτράχηλους μισθοφόρους, ενώ η πλειονότητα του καρχηδονιακού στρατού ήταν βιαστικά στρατολογημένοι πολίτες.
Η σύγκρουση των διοικητών: Στο πεδίο της μάχης, ο Αγαθοκλής αντιμετώπισε τον Ιερό Λόχο των Καρχηδονίων (το επίλεκτο σώμα τους) υπό τον στρατηγό Άννωνα.
Το σημείο καμπής: Μετά από σκληρή μάχη, ο Άννωνας τραυματίστηκε θανάσιμα και έπεσε. Ο έτερος Καρχηδόνιος στρατηγός, ο Βομίλκας (ο οποίος είχε κρυφές πολιτικές βλέψεις για να γίνει τύραννος στην Καρχηδόνα), βρήκε την ευκαιρία και διέταξε σκόπιμα υποχώρηση των δικών του δυνάμεων.
Η κατάρρευση: Η υποχώρηση του Βομίλκα προκάλεσε πανικό. Η καρχηδονιακή παράταξη διασπάστηκε και ο στρατός τράπηκε σε άτακτη φυγή προς την οχυρωμένη Καρχηδόνα.
Το Αποτέλεσμα... Η στρατηγική του Αγαθοκλή απέδωσε καρπούς. Αν και δεν είχε τις δυνάμεις να πολιορκήσει την ίδια την Καρχηδόνα, οχύρωσε τον Τύνητα, λεηλάτησε την ύπαιθρο και ανάγκασε πολλούς Λίβυους συμμάχους των Καρχηδονίων να αλλάξουν στρατόπεδο και να συμμαχήσουν μαζί του.
ΤΕΛΟΣ Α' ΜΕΡΟΥΣ
ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝ



