Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΤΩΝ ΚΟΣΜΩΝ ΣΤΗΝ ΣΙΚΕΛΙΑ -Α'

 

 
Έλληνες , Ρωµαίοι  και Καρχηδόνιοι  
770-275 π.Χ. 

 Μέρος από το  εμβληματικό έργο του Νίκολας Χάμοντ (N.G.L. Hammond) με τίτλο «A History of Greece to 322 B.C.» (Ιστορία της Ελλάδος μέχρι το 322 π.Χ.)

 µ. 1:59-61, 270-273. 

Οι Έλληνες  στην Κάτω Ιταλία  και στην Σικελία  
  Οι  τρομερότερες  περιπέτειες  του  Οδυσσέα  διαδραματίστηκαν  κατά  τον  Όµηρο στην Δύση  και  πιστεύουμε ότι  απηχούν , λίγο  πολύ , περιπέτειες  που  περιέγραψαν  οι  πρώτοι  Έλληνες  θαλασσοπόροι  που  ταξίδεψαν  προς  την δυτική  Μεσόγειο . Οι  Έλληνες  κινήθηκαν δυτικά  προς  την Κάτω  Ιταλία  και  την Σικελία  αρχικά  λόγω  του  υπερπληθυσµού  και  της  ελλείψεως  επαρκούς  ποσότητος  τροφίµων αλλά  κυρίως  για  εμπορικούς  λόγους . Οι  Ευβοείς  ήταν από  τους  πρώτους  που  εγκατέστησαν  αποικίες  ή εµπορικούς  σταθμούς  σε  θέσεις  όπου  θα  μπορούσαν να  έρθουν σε  εµπορικές  επαφές  µε την  Ετρουρία -Τυρρινία  για  να  προµηθευτούν  σίδηρο , χαλκό  και  ψευδάργυρο , εντελώς  απαραίτητα  στην µμεταλλουργία . Οι  θέσεις  που  επελέγησαν  ήταν εµπορικής  και  στρατηγικής  σηµασίας  αλλά  και  περιοχές  όπου  υπήρχε  καλλιεργήσιμή γη  γιατί  µόνο  έτσι  θα  ήταν δυνατόν  να  επιβιώσει  η νέα  αποικία  ή εµπορικός  σταθµός  (Boardman, Overseas, p. 162). 
  Η παλαιότερη  ίσως αποικία  ιδρύθηκε  περίπου  το  770 π.Χ. από  Ερετριείς  και  Χαλκιδείς  και  ονοµαζόταν Πιθηκούσαι  (Ίσχια , Ischia) και  είχε  ως σκοπό  την  προμήθεια  σιδήρου από  την νήσο  Έλβα . Η θέση  της  εγκαταστάσεως  ίσως επελέγη  για  να  προφυλαχθούν  οι  πρώτοι  άποικοι  από  τους  ιθαγενείς  της  απέναντι  ιταλικής  ακτής . Λίγο  αργότερα  και  απέναντι   από   τις   Πιθηκούσες ,  Χαλκιδείς   ίδρυσαν  την  Κύµη.  Κτερίσµατα   από   προελληνικούς  τάφους  αποδεικνύουν  επαφές  των ντόπιων  ιταλικών  πληθυσµών µε Έλληνες  εµπόρους  ενώ  η κεραµική  των αρχαιότερων  ελληνικών  τάφων  χρονολογείται  περί  το  725 π.Χ. Λίγο  µετά  το  µέσο  του  Η’ αιώνα  π.Χ. ιδρύθηκε  η Νάξος  στην Σικελία (Το  734 π.Χ . υποστηρίζει  ο  Θουκυδίδης  (6.3) και  οι  ανασκαφές  στην περιοχή  έδειξαν  ότι  οι  Έλληνες  εγκαταστάθηκαν  στο  ίδιο σηµείο  όπου  υπήρχε  προηγουµένως ντόπιος  οικισµός  και  τον  ΣΤ ’ αιώνα  έκτισαν  τείχος  γύρω  από  την  πόλη . 
Παρ ’ ότι  η Νάξος  η ίδια  δεν υπήρξε  ποτέ  σηµαντική  πόλη , έγινε  η βάση  για  την  δη µιουργία  δύο  άλλων  πολύ  ση µαντικών  σικελικών  πόλεων , των Λεοντίνων  και  την Κατάνης  (Catane). Ναξιώτες  Χαλικδείς  εξεδίωξαν  ντόπιους  από  την περιοχή  και  ίδρυσαν στην ίδια  θέση  τους  Λεοντίνους ,µάλλον  ως αγροτική  κοινότητα  µε περιτείχιση . Οι  Λεοντίνοι  δεν θα  µπορούσε  να  είναι  εµπορικός  σταθµός  µια  που  δεν είναι  παραθαλάσσια  πόλη  αλλά  ήταν υψίστης  στρατηγικής  σηµασίας  σε  συνδυασµό και  µε την ίδρυση  της  Κατάνης . Οι  Λεοντίνοι  στην νότια  και  η Κατάνη  στην βόρεια  πλευρά  της  πεδιάδας  του  Συµαίθου , (Η περιοχή οφείλει το όνομά της στον ποταμό Σύμαιθο (Simeto), ο οποίος είναι ο σημαντικότερος ποταμός του νησιού σε υδάτινο όγκο και λεκάνη απορροής)   έδωσαν τον  πλήρη  έλεγχο  της  εύφορης  περιοχής  στους  Έλληνες . Σε  αντίθεση  µε τους  Λεοντίνους , η Κατάνη  ήταν παραθαλάσσια  µε καλό  λιµάνι  και  φαίνεται  ότι  ιδρύθηκε  γύρω  στο  600 π.Χ. 

Οι Συρακούσες και η Ορτυγία

Το  734 π.Χ., Κορίνθιοι  ίδρυσαν τις  Συρακούσες . Η περιοχή  όπου  ιδρύθηκε  η αποικία  ήταν εξαιρετική  µια  που  διέθετε  άφθονο  νερό , βαθιά  λιµάνια  βόρεια  και  νότια  της  αποικίας  ενώ  ο φυσικός  κόλπος  µπροστά  από  την αποικία  προστατευόταν  από  την  νήσο  Ορτυγία . Οντόπιος  σικελικός  συνοικισµός  αντικαταστάθηκε  πλήρως  από  την  ελληνική  αποικία , η οποία  επιδόθηκε  σε  έντονο  εµπόριο  Ροδιακών,   Χιώτικων  και  Αθηναϊκών  αγγείων  και  µικροαντικειµένων από  ελεφαντόδοντο . 


  Γύρω  στο  720 π.Χ. ιδρύθηκε  η Σύβαρις , σπουδαία  πόλη  εξ  αιτίας  της  εύφορης  πεδιάδας  που  ήλεγχε  και  του  εξαιρετικού  κρασιού  που  παρήγε . Υπήρξε  η κύρια  οδός  εµπορίου µεταξύ  Μιλησίων και  Ετρούσκων  και  οι  πρώτοι  θρήνησαν  πολύ  τον  χαµό της  όταν το 510 καταστράφηκε  από  τον  Κρότωνα . 
Το  443 π.Χ όµως επανιδρύθηκε  από  τους  Αθηναίους  και  ονοµάσθηκε  Θούριοι . Ο Κρότων ιδρύθηκε  το  710 σε  τοποθεσία  µε καλλιεργήσιμή γη  και  διπλό  λιµάνι . 
Λίγο  πριν το  700 π.Χ., Σπαρτιάτες  ίδρυσαν τον  Τάρανδα , αν και  στην περιοχή  υπήρχαν  επαφές  µε τον  ελλαδικό  χώρο  ήδη  από  τα  µυκηναϊκά  χρόνια . Το  700 περίπου  π.Χ., Χαλκιδείς  από  πόλεις  της  Σικελίας  και  Μεσσήνιοι  από  την  Πελοπόννησο  ίδρυσαν το  Ρήγιο  ενώ  λίγο  πριν από  την αρχή  του  Ζ’ αιώνα , Μεγαρείς  ίδρυσαν τα  Μέγαρα  Υβλαία  σε  περιοχή  όπου  δεν ζούσαν ντόπιοι . Η πόλη  καταστράφηκε  το  483 π.Χ. από  τις  Συρακούσες  και  δεν ξανακατοικήθηκε  πριν από  τον  Γ’ αιώνα  π.Χ. Στις  αρχές  του  Ζ’ αιώνα , Ρόδιοι  και  Κρήτες  εκτόπισαν  ντόπιους  και  ίδρυσαν την Γέλα  σε  περιοχή  µε καλλιεργήσιµη γη  και  λιµάνι  γύρω  στο  688 π.Χ. ενώ  το  ίδιο µοτίβο  παρατηρούµε και  στην ίδρυση  του  Σελινούντος . Στα  µέσα  του  Ζ’ αιώνα , το  649 π.Χ., Χαλκιδείς  από  την Σικελία , ίδρυσαν την Ιµέρα . Ενώ  βρισκόταν  σε  οχυρή  θέση  δεν διέθετε  ούτε  καλή  καλλιεργήσιµη γη , ούτε  λιµάνι  για  εµπόριο . Βρισκόταν  όµως σε  στρατηγική  θέση  στην 
βόρεια  Σικελία  και  γι ’ αυτό  άλλωστε  ήρθε  σε  σύγκρουση  µε τους  Καρχηδονίους , τους  οποίους  νίκησε  το  480 αλλά  νικήθηκε  το  408 π.Χ.
Τέλος  το  580 π.Χ., Ρόδιοι  από  την Γέλα  αλλά  και  άλλοι  που  ήρθαν από  την  Ρόδο , ίδρυσαν τον  Ακράγαντα  (Agrigento). Αφού  εκ διώχθηκαν  οι  ντόπιοι  Σικελοί , οι  Ρόδιοι  έκτισαν  µια  πόλη  µέσα  σε  χώρο  εκτάσεως  περίπου  4 τετρ , χιλ . Τον Ακράγαντα  περιέτρεχε  τείχος  ενώ  η ακρόπολη  κτίσθηκε  σε  ύψωµα που  απείχε  3 χλ µ. από  την ακτή . Όλα  αυτά  βέβαια  δείχνουν  την  ανάγκη  που  είχαν  οι  νέες  αποικίες  να  προστατευθούν  από  τους  ντόπιους  Σικελούς  αλλά  και  από  επιδροµές  από  τις  άλλες  ελληνικές  πόλεις . 
 Διαπιστώσαμε ήδη  ότι  σε  πολλές  περιπτώσεις , κατά  την αποίκηση  της  Σικελίας , οι  Έλληνες  εκτόπισαν  τους  ντόπιους  πληθυσµούς  για  να  εγκατασταθούν  κατά  την  εποχή  του  ελληνικού  αποικισµού  ανάµεσα  στον Η’ και  στον Ε’ αιώνα  π.Χ. Η θεωρία  κύµατος  εισβολών συντηρήθηκε  στην αρχαιοελληνική  παράδοση  κατά  την οποία  τον  ΙΑ’ αιώνα  π.Χ. το  ιταλικό  νησί  δέχθηκε  την εισβολή  των Σικελών  από  την  Ιταλία . Οι  εισβολείς  εκτόπισαν  τους  παλαιούς  κατοίκους , τους  ονοµαζόµενους  Σικανούς (;) στην ενδοχώρα  ενώ  το  σκηνικό  επανελήφθη  όταν η εµφάνιση  των Ελλήνων  στα  παράλια  της  Σικελίας  ανάγκασε  τους  Σικελούς  να  αποτραβηχθούν  µε την σειρά  τους  στα  ενδότερα  του  νησιού . Πάντως  η αρχαιολογική  σκαπάνη  δείχνει  µια  κάπως  διαφορετική  εικόνα . Ακόµη και  εάν δεχθούµε ότι  έγινε  η εισβολή  δεν φαίνεται  ο αντίκτυπος  της  στην ζωή  πάνω  στο  νησί .
                                               
 Θουκ. 6.2 
 Λεπτομέρειες  για τις  αρχαίες  ελληνικής  αποικίες  στο βιβλίο του  Boardman, Overseas, pp. 165-188. 3   [Sir John Boardman (1927–2024)]

Παρατηρείται  απλώς  ότι  οι  ντόπιοι  συγκεντρώθηκαν  σε  µεγαλύτερους  συνοικισµούς , όπως η Pantalica, δυτικά  των Συρακουσών. Ο υλικός  πολιτισµός  στο  νησί  βρισκόταν  σε  τέτοια  καθυστέρηση  ώστε  όταν έφθασαν  οι  Έλληνες , οι  Σικελοί  µόλις είχαν  αρχίσει  να  
χρωµατίζουν την κεραµική  τους , να  παράγουν  ορειχάλκινα  αντικείµενα  και  να  θάβουν τους  νεκρούς  τους  σε  τάφους  λαξευµένους  στον βράχο . Αυτούς  τους  κατοίκους  εξεδίωξαν  οι  Έλληνες  εκεί  όπου  εγκαταστάθηκαν . Ορισµένοι  απ ’ αυτούς  δημιούργησαν  πάλι  τις  κοινότητές  τους  κοντά  στις  ελληνικές  αποικίες  και  τελικά  δέχθηκαν  τα  ελληνικά  ήθη  και  έθιµα. Μιµήθηκαν  τους  Έλληνες  στην διακόσµηση  των αγγείων  τους  και  ανέµειξαν  δικά  τους  σχέδια  µε εκείνων , άρχισαν  να  κατασκευάζουν  ειδώλια , χρησιµοποίησαν µια  παραλλαγή  του  Χαλκιδικού  αλφαβήτου  ενώ  αποδέχθηκαν  και  ελληνικούς  θεούς . Σε  πολλές  περιπτώσεις , ελληνική  συνοικία  δηµιουργήθηκε  σε  κοινότητες  ντόπιων , η οποία  τελικά  απορρόφησε  τον  τοπικό  πληθυσµό µε κύριο  µοχλό  την λατρεία  των ελληνικών  θεών. 
  Ήταν όµως η σχέση  ντόπιων  και  Ελλήνων  τόσο  αρµονική ; Φαίνεται  Σικελοί  είχαν  φτάσει  ως σκλάβοι  στην αυλή  του  βασιλιά  της  Ιθάκης  (Οδύσσ . 24: 356-411) µια  που  ο Λαέρτης , πατέρας  του  Οδυσσέα , είχε  έναν τέτοιο  υπηρέτη . Παρ ’ όλα  αυτά  δεν υπάρχουν  ενδείξεις  για  πολεµική  σύρραξη  µέχρι  την ελληνική  εποχή  του  αποικισµού . Τότε , ενώ  στο  βόρειο  τµήµα του  νησιού  η συγκατοίκηση  υπήρξε  µάλλον  ειρηνική , στην νότια  Σικελία , µε τρανταχτά  παραδείγµατα  τις  εγκαταστάσεις  στην Γέλα  και  στον Ακράγαντα , οι  Έλληνες  συγκρούσθηκαν  µε τους  ντόπιους , οι  οποίοι  είχαν  τελικά  καταφύγει  στο  εσωτερικό  της  Σικελίας . Τελικά  τον  Ζ’ και  τον  ΣΤ ’ αιώνα  καταστράφηκαν  ή πέρασαν  στον έλεγχο  των Ελλήνων  οι  συνοικισµοί  των ντόπιων .
4
 Ενώ  λοιπόν οι  ιθαγενείς  προέβαλλαν  µικρή  ή καθόλου  αντίσταση  στις  πιέσεις  που  δέχονταν , είτε  διότι  δεν είχαν  την δυνατότητα  να  αντισταθούν  σθεναρά  είτε  διότι  διείδαν  οφέλη  στις  εµπορικές  ανταλλαγές  και  την συγκατοίκηση  µε τους  νεοφερµένους  Έλληνες , 
οι  αποικίες  και  οι  εµπορικοί  σταθµοί  άρχισαν  να  αυξάνουν  στην Νότια  Ιταλία  και  Σικελία  µε γοργό  ρυθµό. Οι  παλιότεροι  Έλληνες  που  κατείχαν  µεγάλα  κτήµατα  τα  οποία  καλλιεργούσαν ιθαγενείς  δουλοπάροικοι , σχηµάτισαν µια  κλειστή  αριστοκρατία , η οποία  εµπόδιζε  
την οικονοµική  και  πολιτική  ανάπτυξη  των νεώτερων µεταναστών . 
  Συγχρόνως , οι  Κυµαίοι  κινήθηκαν  βορειότερα  απωθώντας  τους  Όσκους  κατοίκους  
της  Ιταλίας  και  συνάντησαν  σχεδόν τους  Ετρούσκους , που  περίπου  το  600 π.Χ. βρίσκονταν σε  απόσταση  30 χλ µ. από  την Κύµη. Κατά  τον  Ζ’ αιώνα , οι  Συρακούσιοι  επεξέτειναν  την κυριαρχία  τους  νότια  και  δυτικά  ιδρύοντας  οικισµούς  έτσι  ώστε  τελικά  να  ελέγχουν  
µια  έκταση  4.000 τετρ . χλ µ. και  να  δηµιουργήσουν την µεγαλύτερη  πόλη  της  Μεγάλης Ελλάδας .

 Το  649/8 άποικοι  από  την αποικία  Ζάγκλη  ίδρυσαν στην βόρεια  Ιταλία  
την Ιµέρα  ενω  το  628/7 Μεγαρείς  ίδρυσαν τον  Σελινούντα . Οι  δύο  αποικίες  βρίσκονταν  
στην δυτική  Σικελία , εκεί  όπου  οι  Καρχηδόνιοι  ανέπτυσσαν  έντονη  δραστηριότητα . Στην 
Ιµέρα  συγκεντρώνονταν  τα  εµπορεύµατα  που  διακινούνταν  ανάµεσα  στις  Ιβηρικές  και  τις  
ελληνικές  ακτές  και  προωθούνταν  σε  άλλες  ελληνικές  πόλεις . Έτσι  η Ιµέρα  συγκέντρωσε  
µεγάλες  ποσότητες  αργύρου  από  την Ιβηρική  και  έκοψε  νοµίσµατα  από  τις  αρχές  του  ΣΤ  
αιώνα , πρώτη  ανάµεσα  στις  ελληνικές  πόλεις  δυτικά  της  Αδριατικής . Το  583 π.Χ. ανάµεσα  στον Σελινούντα  και  στην Γέλα  κτίσθηκε  ο Ακράγας  και  το  570 π.Χ. την  πόλη  ανέλαβε  ο τύραννος  Φάλαρις . Πριν γίνει  τύραννος , ο Φάλαρις  ήταν ενοικιαστής  φόρων και  εργολάβος  δηµοσίων έργων . Ενώ  είχε  αναλάβει  την κατασκευή  του   ναού  του  Διός  Πολιέως  στην ανοχύρωτη  ακρόπολη , ζήτησε  και  έλαβε  την  άδεια  από  τους  πολίτες  να  κατασκευάσει  έναν περίβολο  και  να  προστατεύσει  τα  υλικά  από  κλοπές . Μέσα  όµως στην ακρόπολη  συγκέντρωσε  και  έκρυψε  όπλα  και  όπλισε  τους  δούλους  και  όσους  άλλους  χρησιμοποιούσε  ως εργάτες . Χρησιμοποίησε  τους  οπλισμένους  άνδρες  και  επιτέθηκε  στους  Ακραγαντίνους  που  γιόρταζαν  τα  Θεσµοφόρια  και  αφού  σκότωσε  πολλούς  άνδρες  και  αιχμαλώτισε  γυναικόπαιδα , τελικά  έγινε  τύραννος . Κατά  την παράδοση  υπήρξε  πολύ  σκληρός  τύραννος . Έριχνε  τους  εχθρούς  του  σε  καζάνια  µε καυτό  υγρό  και  τους  έκλεινε  στο  εσωτερικό  χάλκινου  ταύρου  που  είχε  πυρακτωθεί . Το  554 ανατράπηκε  και  η τυραννία  του  αντικαταστάθηκε  από  ολιγαρχία . 
Οι  συγκρούσεις  µεταξύ  των ελληνικών  πόλεων  δεν έλειψαν  και  στην Μεγάλη  Ελλάδα . Το  580/576 Σελινούντιοι  συγκρούσθηκαν  µε Σεγεσταίους  (Εγεσταίους ;) για  τον  έλεγχο  γαιών. 
Οι  Καµαριναίοι , που  υπήρξαν  ανεξάρτητοι  άποικοι  των Συρακουσών, συγκρούσθηκαν  µε τους  Συρακούσιους  και  ηττήθηκαν . 

 Το µ. 2: 272-273 

 

  Η Σύβαρις  ήταν η μεγαλύτερη  και  πλουσιότερη  ελληνική  πόλη  της  Μεγάλης  Ελλάδας .  Είχε   έκταση  6.500 τετρ .  χλ µ.  και   κατά   το  µέσο   του   ΣΤ   αιώνα   είχε   πληθυσμό 
400.000 ελευθέρων  πολιτών . Το  άστυ  περιέκλειε  τείχος  µήκους  50 σταδίων ή 9,2 χλ µ. Η 
Σύβαρις  είχε  υποτάξει  τέσσερα  έθνη  ιθαγενών  µε 25 συνοικισµούς . Η αγροτική  παραγωγή  
ήταν τόσο  µμεγάλη  ώστε  γινόταν  και  εξαγωγή  προϊόντων . Αντιστοίχως , η κοινωνική  ζωή  
ήταν πολυτελής  τόσο  που  τα  συµπόσια  ήταν πολυέξοδα  µε πολύ  µεγάλη  ποικιλία  φαγητών  
αλλά  και  οι  δη µόσιες  τελετές  ήταν ιδιαίτερα  µεγαλοπρεπείς  µε 5.000 ιππείς  που  παρήλαυναν και  έκαναν  διάφορους  σχηµατισµούς . 
  Συµµαχία  τεσσάρων  πόλεων  µε σηµαντικότερες  την Σύβαρη  και  Κρότωνα  συνέτριψαν την Σίρι , που  ήταν ανταγωνιστική  της  Συβάρεως  στο  διαµετακοµιστικό  εµπόριο  
και  την οποία  τελικά  προσήρτησε . Τέλος , οι  Κροτωνιάτες  επιτέθηκαν  εναντίον  των Λοκρών που  είχαν  βοηθήσει  τους  Σιρίτες  αλλά  ηττήθηκαν .
 Το  525 Ετρούσκοι  και  σύµµαχοι  τους  επιτέθηκαν  στους  Κυμαίους  αλλά  απωθήθηκαν . 
Αν και οι ιστορικές πηγές (όπως ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς) τοποθετούν το γεγονός ακριβέστερα στο 524 π.Χ., η ουσία παραμένει η ίδια: μια τεράστια συμμαχία από Ετρούσκους, Όμβρους, Δαύνιους και άλλους τοπικούς λαούς επιτέθηκε στην ελληνική αποικία της Κύμης (Cumae) στην Καμπανία.
Το Κίνητρο: Η Κύμη ήταν η παλαιότερη και μία από τις πιο ευημερούσες ελληνικές αποικίες στην Ιταλία. Οι Ετρούσκοι της γειτονικής Καπούας τη θεωρούσαν κύριο εμπορικό και οικονομικό ανταγωνιστή και ήθελαν να την εξαλείψουν.  Οι επιτιθέμενοι υπερείχαν αριθμητικά σε τεράστιο βαθμό (οι πηγές αναφέρουν υπερβολικούς αριθμούς, έως και 50.000 πεζούς). Οι Κυμαίοι αμύνθηκαν με πολύ μικρότερη δύναμη, αλλά με άριστη στρατηγική.  Οι Έλληνες παρέσυραν τους εισβολείς σε βάλτους και στενά περάσματα κοντά στην πόλη, εξουδετερώνοντας το αριθμητικό τους πλεονέκτημα, και τους απώθησαν με βαριές απώλειες

Το  511/510 οι  Κροτωνιάτες  συνέτριψαν την ισχυρή  Σύβαρη . Ο τύραννός  της  Συβάρεως , Τήλυς , ζήτησε  από  τους  Κροτωνιάτες  να  τους  παραδώσουν  τους  ευγενείς . Συβαρίτες  που  είχαν  καταφύγει  στην πόλη  τους  µετά  την άνοδο  του  στην εξουσία . Στην µάχη  που  επακολούθησε  οι  Συβαρίτες  νικήθηκαν  και  κλείσθηκαν  µέσα  στα  τείχη . Τότε  οι  Κροτωνιάτες  έστρεψαν  το  ποτάµι εναντίον  της  πόλεως  και  τελικά  κατάφεραν  να  µπουν στην πόλη , την οποία  κατέστρεψαν . Οι  Συβαριώτες  είχαν  ήδη  σφάξει  τον  τύραννο  και  τους  οπαδούς  του  ενώ  οι  υπόλοιποι  υποτάχθηκαν  στους  Κροτωνιάτες .
 
  Την ίδια  εποχή , 1000 Λακεδαιµόνιοι  ίδρυσαν την αποικία  Ηράκλεια . Εγεσταίοι , 
όµως, και  Καρχηδόνιοι  ενώθηκαν  και  τους  απώθησαν  από  την περιοχή . Από  το  600 π.Χ. 
και  µετά , οι  Έλληνες  άρχισαν  να  ιδρύουν αποικίες  στην δυτική  Μεσόγειο . Οι  Φωκαείς  
ίδρυσαν την Μασσαλία  το  600 π.Χ., ανέπτυξαν  καλές  σχέσεις  µε τους  Γαλάτες  και  άρχισαν να  διοχετεύουν  τα  ελληνικά  προϊόντα  προς  την Γαλατία  ενώ  έπαιρναν  κασσίτερο  που  
έφθανε  από  την Κορνουάλη . Οι  Έλληνες  ίδρυσαν αποικίες  κατά  µήκος  της  Ιβηρικής   ακτής , όπως το  Εµπόριο  αλλά  και  στις  Βαλεαρίδες  νήσους . Μετά  το  560 π.Χ., οι  Φωκαείς , 
ίδρυσαν την Αλάλια  στην Κορσική  και  την Ολβία  στην Σαρδηνία . Το  540 Καρχηδόνιοι  
και  Ετρούσκοι  µε 120 πλοία  κινήθηκαν  εναντίον  των Φωκαίων στην Σαρδηνία . Οι  Φωκαείς  τους  αντιμετώπισαν  µε 60 πλοία  αλλά  έχασαν  το  μεγαλύτερο  µέρος  του  στόλου  τους  
έτσι  ώστε  αναγκάστηκαν  να  εγκαταλείψουν  την Κορσική . 

 
2:354-356 
 
Κατά  τον  Ε’ αιώνα , οι  Καρχηδόνιοι  προσπάθησαν  να  εκδιώξουν  τους  Έλληνες  από  την  
Σικελία  διότι  έγιναν µεγάλοι  εµπορικοί  ανταγωνιστές  τους . Στην Σικελία  δεν ευδοκίµησε  η 
δηµοκρατία . Αντιθέτως , οι  τύραννοι  ευδοκίμησαν στο   νησί  και  µάλιστα  ήταν αυτοί  που  σε  ορισµένες  πόλεις  συνέβαλαν  στην αντιμετώπιση  των εχθρών των Ελλήνων . 

  Περί  το  490 π.Χ., µε δεδοµένη  την επίθεση  των Περσών στην Ελλάδα , οι  Καρχηδόνιοι  συµµαχώντας  µε τους  Ετρούσκους  βρήκαν  την ευκαιρία  να  προσπαθήσουν  να  καταλάβουν  την Σικελία . Είχαν  από  καιρό  δηµιουργήσει  σταθµούς , οι  οποίοι  µπορούσαν να  
χρησιµοποιηθούν ως στρατιωτικοί  σταθµοί  ενώ  είχαν  καταφέρει  να  πάρουν  µε το  µέρος  τους  αρκετές  ελληνικές  πόλεις , όπως ο Σελινούς , τα  Υβλαία  Μέγαρα , το  Ρήγιο  και  την  Ιµέρα . Η κατάληψη  της  εξουσίας  από  τον  τύραννο  Γέλωνα  στην Γέλα  άλλαξε  τελείως  το  
σκηνικό  στην αντιπαράθεση  Ελλήνων  και  Καρχηδονίων  στην Σικελία . 


Η Ελληνική Γέλα  
Το  505 π.Χ. τύραννος  στην Γέλα  έγινε  ο Κλέναδρος , ο οποίος  άνοιξε  τον  δρόµο στην οικογένεια  των Εινοµενιδών , οι  οποίοι  έμελλε  να  δημιουργήσουν το  µεγάλο  κράτος  της  Γέλας  και  των Συρακουσών. Τον Κλέανδρο  αντικατέστησε  ο αδελφός  του  Ιπποκράτης  (493-492 π.Χ.) που  δηµιούργησε  ισχυρό  µμισθοφορικό  στρατό  για  να  τον  προστατεύσει  και  
να  τον  διατηρεί  στην εξουσία  αλλά  και  να  επεκτείνει  την κυριαρχία  του  σε  άλλες  περιοχές . 
Ο στρατός  του  υπήρξε  ιδιαίτερα  επιτυχής  αφού  αρχικά  υπέταξε  πολλές  κοινότητες  ιθαγενών στο  εσωτερικό  της  Σικελίας  ενώ  κατέλαβε  τις  αποικίες  Καλλίπολη , Νάξο , Ζάγκλη  και  Λεοντίνοι . Η έκταση  του  κράτους  του  Ιπποκράτη  χώρισε  την  Σικελία  σε  µια  µεγάλη  δυτική  περιοχή  και  σε  µια  µικρότερη  ανατολική . Η σύγκρουσή  του  µε τους  Συρακούσιους  ήταν  αναµενόµενη  αφού  οι  τελευταίοι  ένοιωθαν ότι  απειλούνταν . Παρά  το  γεγονός  ότι  οι  Συρακούσιοι  ηττήθηκαν  στις  διαπραγ µατεύσεις  που  ακολούθησαν , έχασαν  µόνο  ένα  µικρό  τµήµα της  περιοχής  που  ήλεγχαν . 
 
 Ο θάνατος  του  Ιπποκράτη  το  491 ή 485 έφερε  στην εξουσία  του  Γέλωνα  των εινοχενιδών  που  παραχώρησε  τους  γιους  του  τελευταίου  τυράννου . Με  εφαρµογή  βίας  αλλά και  µε συνοικέσια  δυνάµωσε  τις  διπλωµατικές  του  σχέσεις  και  συµµαχία  µε τον  Ακράγαντα . Τελικά  κατάφερε  να  προσαρτήσει  και  τις  Συρακούσες . Η αριστοκρατία , οι  γαιοκτήµονες  στις  Συρακούσες , έχασε  την δύνα µή της  µετά  την ήττα  της  πόλεως  από  την Γέλα  µε αποτέλεσµα οι  Κυλλύριοι  (ή Κιλλικύριοι ), αντίστοιχοι  των ειλώτων  στην Σπάρτη , επαναστάτησαν . Όταν οι  γαιοκτήµονες  ή γαµόροι  ζήτησαν  βοήθεια  από  τον  Γέλωνα  εκείνοι  κατέλαβαν  την πόλη  και  την έδωσε  στον αδελφό  του  Ιέρωνα  το  485 π.Χ. 
  Ο Γέλων αποφάσισε  να  κάνει  τις  Συρακούσες  την µεγαλύτερη  και  ισχυρότερη  πόλη  
στην Σικελία . Έτσι , µετέφερε  µεγάλο  µέρος  του  πληθυσµού  από  τα  Υβλαία  Μέγαρα , την  
Γέλα  και  δύο  ακόµη µικρότερες  πόλεις  της  περιοχής . Έκτισε  ισχυρά  τείχη  για  να  προστατεύσει  την πόλη  και  ναυπήγησε  ισχυρό  στόλο . Οι  προσπάθειές  του  να  ισχυροποιήσει  το  
δίδυµο Συρακούσες -Γέλα  στρεφόταν  εναντίον  των Καρχηδονίων  αλλά  και  εναντίον  άλλων ελληνικών  πόλεων . 
  Ο Γέλων κυβερνούσε  µε την  βοήθεια  των συγγενών  του  αν και  υπήρχε  µια  επίφαση  δηµοκρατίας . Οι  πόλεις  που  αποτελούσαν  το  κράτος  Γέλα -Συρακούσες  διατήρησαν  το  
δηµοκρατικό  τους  πολίτευµα και  την  αυτοδιοίκησή  τους  µε την  Εκκλησία  του  Δήµου  να  
συνεδριάζει  τακτικά  αλλά  χωρίς να  έχει  την  δύναµη να  έχει  την δύναµη να  αντιταχθεί  στον 
τύραννο . 
  Εν τω  µεταξύ  ο Θήρων (πεθερός  του  Γέλωνος ) και  τύραννος  του  Ακράγαντος , κατέλαβε  περιοχή  που  ήταν στην δικαιοδοσία  του  Σελινούντος  ενώ  έδιωξε  τον  τύραννο  της  Ιµέρας . Οι  κινήσεις  αυτές  έκαναν  τους  Καρχηδονίους  να  επιχειρήσουν  εναντίον  των ελληνικών πόλεων  στην Σικελία . 
  Ο τύραννος  της  Ιµέρας  Τήριλλος , αφού  εκδιώχθηκε  από  τον  Θήρωνα  ζήτησε  την 
βοήθεια  των Καρχηδονίων . Οι  τελευταίοι  φρόντισαν  να  προετοιµαστούν  προσεκτικά  για  
πολλούς  µήνες  και  τελικά  να  φροντίσουν έτσι  ώστε  οι  επιχειρήσεις  εναντίον  της  Σικελίας  
να  συµπέσουν µε την επέµβαση  των Περσών στην Ελλάδα . Οι  Καρχηδόνιοι  ανέθεσαν  την 
αρχηγία  της  εκστρατείας  στον Αµίλκα  µε 300.000 άνδρες , 3.000 µεταγωγικά  πλοία  και 
200 πολεµικά . Οι  αριθµοί  αυτοί  θεωρούνταν  υπερβολικοί  και  πρέπει  να  είναι  πολύ  µικρότεροι  ενώ  είχαν  στρατολογήσει  µεγάλο  αριθµό µισθοφόρων. 
  Ο καρχηδονιακός  στρατός  αποβιβάσθηκε  στην Πάνορµο (Παλέρµο) και  άρχισε  να  
βαδίζει  προς  την Ιµέρα  ενώ  ο στόλος  συνόδευε  από  τα  παράλια . Ο Θήρων νικήθηκε  στην 
µάχη  κατά  παράταξη  και  αναγκάσθηκε  να  κλεισθεί  στα  τείχη . Ο Γέλων προσπάθησε  να  
βοηθήσει  τον  πεθερό  του  µε 50.000 στρατιώτες  και  5.000 ιππείς . Αρχικά  κατέστρεψε  στην 
ύπαιθρο  ό,τι  µπορούσε  να  αποτελέσει  ανεφοδιασµό για  τον  εχθρό . 


Η Μάχη της Ιμέρας 480 π.Χ. 55.000 Έλληνες απέναντι σε 300.000 μισθοφόρους της Καρχηδόνας




  Οι  συνθήκες  κατά  τις  οποίες  διεξήχθη  η µάχη  δεν είναι  εξακριβωµένες  ακριβώς  
διότι  υπάρχει  σύγχυση  στις  αρχαίες  πηγές . Κατά  τον  Ηρόδοτο , οι  Καρχηδόνιοι  άνοιξαν  τις  
πύλες  να  µπουν ιππείς  του  Γέλωνος , οι  οποίοι  ήταν µεταµφιεσµένοι  στους  φίλους  τους  Σελινουντίους . Οι  εχθροί  των Καρχηδονίων  έβαλαν  φωτιά  στα  καρχηδονιακά  πλοία  ενώ  ο 
στρατός  του  Γέλωνος  έκανε  γενική  επίθεση . Ο Αµίλκας  έπεσε  στην µάχη  και  οι  Καρχηδό 
νιοι  νικήθηκαν  κατά  κράτος . Κατά  την  παράδοση , 20 πλοία  κατάφεραν  να  διασωθούν αλ 
λά  µόνο  1 έφθασε  στην Καρχηδόνα  και  µετέφερε  τα  θλιβερά  µαντάτα . Η πληροφορία  του  
Ηροδότου  ότι  η µάχη  έγινε  την ίδια  ηµέρα  µε την  ναυµαχία  της  Σαλαµίνας ή του  Τιµαίου  
(σε Διόδωρο ) µε την µάχη  των Θερµοπυλών δεν είναι  παρά  η προσπάθεια  να  συγχρονισθούν δύο  ση µαντικά  γεγονότα  για  τους  Έλληνες  που  συνέβησαν  την  ίδια  περίπου  περίοδο . Σκοπός  του  συγχρονισµού  είναι  να  φανεί  ακόµη πιο  περήφανη  η νίκη  των Ελλήνων  και  ακόµη πιο  µεγάλη  και  ύπουλη  η επίθεση  των εχθρών της . Αληθινά , βέβαια , όσο η νίκη  των Ελλήνων  στην Ελλάδα  σταµάτησε  την κατάκτηση  των Περσών, άλλο  τόσο  η νίκη  στην Ιµέρα  σταµάτησε  την επέκταση  των Καρχηδονίων  στην Σικελία  µέχρι  την  Αθηναϊκή  καταστροφή , µετά  την Σικελική  εκστρατεία . Μετά  την  ήττα  τους  στην Ιµέρα , οι  Καρχηδόνιοι  συνήψαν  ειρήνη  µε τον  Γέλωνα  κατά  την οποία  έλαβε  αποζηµίωση  2.000 αργυρά  τάλαντα  και  την κατασκευή  δύο  ναών όπου  θα  χάραζε  το  κείµενο  της  ειρήνης . Η µετριοπαθέστατη  αυτή  ειρήνη  έχει  αποδοθεί  στον φόβο του  Γέλωνος  ώστε  η πλήρης  αποδυνάµωση  των Καρχηδονίων  θα  οδηγούσε  στην ενδυνάµωση  του  Ακράγαντα . Είναι  όµως πιθανότερο  ότι  βαρύτεροι  ‘όροι  µπορεί  να  οδηγούσαν  σε  µακροχρόνιο  πόλεµο που  δεν θα  µπορούσε  να  αντέξει  ο Γέλων. Όπως και  να  έχει  το  πράγµα, οι  Συρακούσες  έγιναν η µεγαλύτερη , πλουσιότερη  και  σηµαντικότερη  πόλη  της  Μεγάλης  Ελλάδας . 
 

Το  478 π.Χ. ο Γέλων πέθανε  και  διάδοχός  του  αναδείχθηκε  ο Ιέρων, ο µεγαλύτερος  από  
τους  αδελφούς  του . Ο Ιέρων δεν είχε  τα  ίδια  προσόντα  µε τον  Γέλωνα . Ήταν φαίνεται  φιλάργυρος  και  βίαιος (Σ) ενώ  δεν είχε  την  πολιτική  ικανότητα  του  αδελφού  του . Για  να  
διασφαλίσει  τον  εαυτό  του  οργάνωσε  προσωπική  φρουρά  από  ξένους  µισθοφόρους . Παρ ’ 
όλα  αυτά  κατάφερε  να  σώσει  την  Κύµη από  τους  Ετρούσκους . Οι  Κυµαίοι  ζήτησαν  βοήθεια  από  τις  Συρακούσες  και  το  474  νίκησαν  τον  στόλο  των Ετρούσκων . Η νίκη  των Κυµαίων και  Συρακουσίων  σταµάτησε  τους  Ετρούσκους , οι  οποίοι  ήθελαν  να  επεκταθούν  
προς  την νότια  Ιταλία , δηλαδή  τις  πόλεις  της  Μεγάλης  Ελλάδας . 
 Δύο χρόνια  αργότερα , το  472 π.Χ. ο τύραννος  του  Ακράγαντα  Θήρων πέθανε  και  
την εξουσία  ανέλαβε  ο γιος  του  Θρασύδαιος . Για  άγνωστους  πραγµατικά  λόγους , αλλά  
πιθανόν για  λόγους  προσωπικής  φιλοδοξίας , ο νέος  τύραννος  συγκέντρωσε  20.000 µισθοφόρους  επιτέθηκε  στους  Συρακούσιους . Ο Ιέρων που  πληροφορήθηκε  εγκαίρως  τις  προετοιµασίες  του  Θρασυδαίου , εξεστράτευσε  πρώτος  εναντίον  του  Ακράγαντα . Στην µάχη  
που  ακολούθησε  σκοτώθηκαν  2.000 Συρακούσιοι  και  4.000 αντίπαλοι  και  κατέληξε  µε 
νίκη  των Συρακουσίων. Ο Θρασυδαίος  διέφυγε  από  την πόλη  και  τελικά  πέθανε  ενώ  στον 
Ακράγαντα  έγινε  δηµοκρατία  και  έγινε  ειρήνη  µε τους  Συρακούσιους . Αυτή  την εποχή  ο 
Ιέρων έφθασε  στον κολοφώνα  της  δυνάμεως  του  αλλά  τελικά  πέθανε  το  467 π.Χ. 
  
Τον Ιέρωνα  των Συρακουσών διαδέχθηκε  ο νεότερος  των αδελφών του , Θρασύβουλος .
 Θεωρείται  (Σ) ο χειρότερος  τύραννος  µια  που  σκότωσε  πολλούς  πολίτες  ή τους  
έστειλε  σε  εξορία  ενώ  προσπάθησε  να  επιβληθεί  µε µισθοφόρους . Οι  Συρακούσιοι  ήταν 
δυσαρεστηµένοι  ήδη  από  την εποχή  του  Ιέρωνος  αλλά  τώρα  ήταν ακόµη περισσότερο  και  
έτσι  αποφάσισαν  να  αντιδράσουν . Καταλαβαίνοντας  την  δύσκολη  θέση  του  ο Θρασύβουλος  συγκέντρωσε  µια  συνολική  δύναµη 15.000 πιστών του  και  µισθοφόρων και  αποσύρθηκε  σε  δύο  οχυρές  περιοχές  της  πόλεως . Οι  Συρακούσιοι , σε  συνεργασία  µε την  Γέλα , 
τον  Ακράγαντα , τον  Σελινούντα  και  την Ιµέρα  νίκησαν  τον  τύραννο  σε  ξηρά  και  θάλασσα  
αλλά  τελικά  ήρθαν σε  συµφωνία  µαζί  του  και  επέτρεψαν  σ’ αυτόν και  τους  µισθοφόρους  
του  να  φύγουν από  την πόλη  χωρίς να  τους  πειράξουν . Ο Θρασύβουλος  κατέφυγε  στους  
Λοκρούς  όπου  και  πέθανε  αργότερα . Η αποποµπή  των τυράννων  από  διάφορες  πόλεις  της  Σικελίας  οδήγησε  στην εγκαθίδρυση  δηµοκρατικών  πολιτευµάτων. 
 
Πόλεµος  Σικανών  και Ελλήνων  Σικελίας 
 Την δεκαετία  460-450 π.Χ. οι  Σικανοί , αυτόχθονες  της  Σικελίας , άρχισαν  να  ισχυροποιούνται  υπό  την  αρχηγία  του  Δουκέτιου . Ο Δουκέτιος  ήταν σύµµαχος  των Συρακουσίων και  τους  είχε  βοηθήσει  σε  αρκετές  περιπτώσεις  από  το  466 µέχρι  το  451 π.Χ.. Για  αυτό  ίσως οι  Συρακούσιοι  δεν ανησύχησαν  όταν το  453 π.Χ. συνένωσε  πόλεις  των Σικανών σε  συνοµοσπονδία . Σύντοµα έκτισε  πόλη , την Παλική , και  την  οχύρωσε  µε τείχος  ενώ  µοίρασε  γαίες  στην γύρω  περιοχή . ς εκείνη  την εποχή  ο Δουκέτιος  δεν είχε  δώσει  καµία  αφορµή στους  Συρακουσίους  και  δεν είχε  ενοχλήσει  καθόλου  τις  ελληνικές  πόλεις . 
 
 Το  451, όµως, νιώθοντας  ότι  είναι  αρκετά  ισχυρός , στράφηκε  εναντίον  των Ελλήνων. Ακραγαντίνοι  και  Συρακούσιοι  έστειλαν  στρατό  για  να  αντιµετωπίσουν  τον  Δουκέτιο  
που  πολιορκούσε  το  Μότιο . Οι  Έλληνες  νικήθηκαν , το  Μότιο  κατελήφθη  και  ο Δουκέτιος  
έστειλε  αφιέρωµα στην Ολυµπία , πράγµα που  δείχνει  πόσο είχε  ενστερνισθεί  τα  ελληνικά  
έθιµα. 
 Το  450 π.Χ., οι  Συρακούσιοι  έστειλαν  ισχυρές  δυνάµεις  για  να  αντιµετωπίσουν  τον  
Δουκέτιο  και  τον  στρατό  του . Κατά  την µάχη  και  παρά  τις  απώλειες  και  από  τις  δύο  πλευ 
ρές , τελικά  νίκησαν  οι  Συρακούσιοι  και  διέλυσαν  τον  αντίπαλο  στρατό  ενώ  οι  Ακραγαντίνοι  όταν ενηµερώθηκαν  εκ του  Σικελού , κατέλαβαν  το  Μότιο . Ο Δουκέτιος  που  είχε  καταφέρει  να  διασωθεί  µε µερικούς  στρατιώτες  του  αλλά  φοβούµενος  τι  θα  απογίνει , κατέφυγε  
µόνος  του , κρυφά , ως ικέτης · στις  Συρακούσες  στον βωµό. Το  πρωί  η εκκλησία  του  δήµου  
συνεδρίασε  για  να  αποφασίσει  για  το  τέλος  του  Δουκέτιου . Οι  πολίτες  αµέσως χωρίσθηκαν στα  δύο . Κάποιοι  είπαν  ότι  ο Σικελός  έπρεπε  να  τιµωρηθεί  όπως του  έπρεπε  αµέσως 
ενώ  άλλοι  να  σκεφθούν  την µήνιν των θεών. Έτσι , ξαφνικά  το  ζήτηµα έγινε  τι  στάση  έπρεπε  να  κρατήσουν  οι  Συρακούσιοι  σχετικά  µε τον  ικέτη . Τελικά  τον  συνέλαβαν  αλλά  
τον  έστειλαν  στην Κόρινθο για  να  µην είναι  πλέον  απειλή  στην Σικελία . 
  Το  445 π.Χ. οι  Ακραγαντίνοι  κήρυξαν  πόλεµο εναντίον  των Συρακουσίων στον 
οποίο  ενεπλάκησαν  και  άλλες  πόλεις  της  Σικελίας . Οι  Ακραγαντίνοι  χρησιµοποίησαν ως 
αφορµή το  γεγονός  ότι  οι  Συρακούσιοι  έπρεπε  να  τους  συµβουλευθούν  πριν αποφασίσουν  
για  την τύχη  του  Δουκέτιου . Ο τελευταίος  µάλιστα  είχε  πάρει  ήδη  άδεια  από  τους  Κορίνθιους  να  επιστρέψει  στην Σικελία  µε άλλους  οικιστές  και  να  ιδρύσει  νέα  πόλη . Οι  Ακραγαντίνοι  εξεστράστευσαν  εναντίον  των Συρακουσίων και  η σύγκρουση  έγινε  κοντά  στον 
ποταµό Ιµέρα , ανάµεσα  στην Γέλα  και  τον  Ακράγαντα . Νίκησαν  οι  Συρακούσιοι  και  οι  
απώλειες  ήταν µεγάλες . Οι  Συρακούσιοι  όµως αναδείχθηκαν  η ισχυρότερη  πόλη  στην Σι 
κελία  µε διπλάσια  έκταση  και  πληθυσμό από  την Αθήνα . 
  Οι  Συρακούσιοι  είδαν  τις  εκστρατείες  των Αθηναίων στην Σικελία  κατά  τον  Πελοποννησιακό  πόλεµο ως µεγάλη  απειλή  για  την Σικελία . Επικεφαλής  της  αντιαθηναϊκής  
µερίδας   στην  σικελική   πόλη   ήταν  ο  Ερµοκράτης , ο οποίος   από   την  πρώτη   σικελική  
εκστρατεία   το  426 π.Χ.  προέτρεπε   τους   Έλληνες της Σικελίας να ενωθούν  και   να  
αντιµετωπίσουν  όλοι  µαζί  την αθηναϊκή  απειλή . Το ίδιο συνέβη  και το 415 κατά  την Β’ 
Σικελική  εκστρατεία  αλλά  οµάδα  των δηµοκρατικών  και  φιλοαθηναίων αντέδρασαν  στις  
προτάσεις  του  Ερµοκράτους . Ο αντίπαλος  του  Αθηναγόρας  τον  κατηγόρησε  ότι  ήθελε  να  
τροµοκρατήσει  τους  Συρακούσιους  και  να  καταλάβει  την εξουσία  µε την  βοήθεια  των 
ολιγαρχικών .  Παρ ’ όλα  αυτά  τελικά  οι  Συρακούσιοι  ακολούθησαν  τις  συµβουλές  του  Ερµοκράτους . Αντικατέστησαν  λοιπόν τους  15 στρατηγούς  µε 3 στρατηγούς  αυτοκράτορες  µε πλήρεις εξουσίες . Ένας  απ ’ αυτούς  ήταν ο Ερµοκράτης . Παρά  τις αµφιβολίες  και  την πρόσκαιρη  αποποµπή  του όταν ο Νικίας  είχε  αποκλείσει  τις  Συρακούσες  µετά  την τελική  τους  νίκη  και  την καταστροφή  των Αθηναίων, το  κύρος  του  ανυψώθηκε  και  πάλι . 
 Τώρα  ο Ερµοκράτης  έµελλε  να  συγκρουσθεί  για  την τύχη  των αιχµαλώτων Αθηναίων. Ο αντίπαλός  του  Διοκλής  επέµενε  ότι  έπρεπε  οι  αιχµάλωτοι  Αθηναίοι  να  σταλούν  
στα  λατοµεία , οι  σύµµαχοί  τους  που  είχαν  αιχµαλωτισθεί  να  πωληθούν  σκλάβοι  και  οι  
στρατηγοί  Νικίας  και  Δηµοσθένης  να  εκτελεσθούν . Ο Θουκυδίδης  υποστηρίζει  ότι  η επιµονή  στην εκτέλεση  των στρατηγών  οφειλόταν  στον φόβο των Συρακουσίων ότι  θα  αποκαλυπτόταν  ότι  ορισµένοι  είχαν  προσπαθήσει  να  συνάψουν  ειρήνη  µε τον  Νικία . Ο Ερµοκράτης  σεβόµενος  τον  Νικία , ο οποίος  είχε  χρηµατίσει  πρόξενος  των Συρακουσίων, πίστευε  ότι  δεν υπήρχε  λόγος  θανατώσεως  των στρατηγών . Ο δήµος , όµως ζητώντας  εκδίκηση , υποστήριξε  την άποψη  του  Διοκλή  και  ο Ερµοκράτης , κατά  µία  άποψη , µόλις πρόλαβε  να  ειδοποιήσει  τους  στρατηγούς  για  το  τι  τους  περίµενε  και  εκείνοι  να  αυτοκτονήσουν ή να  σκοτωθούν  αυτοβούλως . 
  Μετά  την λήξη  της  συγκρούσεως  µε τους  Αθηναίους , οι  Συρακούσιοι  για  να  βοηθήσουν τους  συµµάχους  τους  Σπαρτιάτες  έστειλαν  το  412 π.Χ. τον  Ερµοκράτη  µε στόλο  
στο  Αιγαίο . Έτσι  όµως έµεινε  ο Διοκλής  µόνος  του  στις  Συρακούσες  να  κατευθύνει  τον  
δήµο. Το  410 οι  Σπαρτιάτες  και  ο Ερµοκράτης  νικήθηκαν  στην ναυµαχία  της  Κυζίκου . 




Ο Διοκλής  τον  διέβαλε  και  επέτυχε  την εξορία  του  αλλά  όταν η είδηση  έφθασε  στο εκστρατευτικό  σώµα, οι  στρατιώτες  αρνήθηκαν  να  την εφαρµόσουν. Εν τω  µεταξύ  ο Διοκλής  έπεισε  τον  δήµο να  του  δώσει  το  δικαίωµα να  προχωρήσει  σε  µεταρρυθµίσεις  [οι  ιστοριογράφοι  συγχέουν  τον  νοµοθέτη  Διοκλή  µε τον  δηµαγωγό  Διοκλή ]. Οι  µόνες  ασφαλείς πληροφορίες  για  τις  µεταρρυθµίσεις  του  Διοκλή  ήταν η αντικατάσταση  των εκλεγόµενων 
αρχόντων µε κληρωτούς , η αύξηση  των στρατηγών  από  3 σε  10 και  η περιορισµένη  εξουσία  που  δινόταν  στους  νέους  άρχοντες . 
 
Πόλεµος µε την  Καρχηδόνα  (409-404 π.Χ.) 

  Ο πόλεµος  Αθηναίων και  Συρακουσίων έδωσε  την ευκαιρία  στους  Καρχηδονίους  
να  σκεφθούν  ότι  ήταν η κατάλληλη  στιγµή για  να  επέµβουν. Η αφορµή δόθηκε  πάλι  από  
τους  Εγεσταίους , οι  οποίοι  µετά  την ήττα  των Αθηναίων και  φοβούµενοι  την εκδίκηση  
των άλλων  Ελλήνων  της  Σικελίας , ζήτησαν  το  410 την  συνδροµή των Καρχηδονίων  µε 
αντάλλαγµα την πόλη  τους  στο  πλευρό  τους . Οι  Καρχηδόνιοι  όρισαν τον  Αννίβα  αρχηγό  
του  εκστρατευτικού  σώµατος  που  θα  εξεστράτευε  στην Σικελία . 
  Πριν αρχίσει  η στρατιωτική  επέµβαση  ο Αννίβας  προσπάθησε  να  στρέψει  τους  
Σελινουντίους  εναντίον  των Συρακουσίων. Έστειλε  λοιπόν Καρχηδόνιους  να  πάνε  µε Εγεσταίους  στις  Συρακούσες  και  να  ζητήσουν  από  την  µεγάλη  ελληνική  πόλη  να  µεσολαβήσει , ανάµεσα  σε  Σελινουντίους  και  Εγεσταίους  για  το  θέµα κατοχής  γαιών που  είχε  προκύψει .  Όπως  περίµενε   ο  Αννίβας   οι   Σελινούντιοι   αρνήθηκαν   την µεσολάβηση  Συρακουσίων αλλά  δεν θέλησαν  να  ψυχράνουν  την σχέση  τους  µε τους  Σελινουντίους . 

  Οι  Καρχηδόνιοι  έστειλαν  τελικά  5.800 µισθοφόρους  σε  βοήθεια  των Εγεσταίων . 
Ενώ   σε   αρκετές µάχες   οι  Σελινούντιοι  νικούσαν  όταν  κατέφθαναν οι  µισθοφόροι  των 
Καρχηδονίων ,  κατάφεραν   να   νικήσουν σε µια αποφασιστική  µάχη  και να   σκοτώσουν  
1.000 αντιπάλους . Το  αποτέλεσµα αυτής της µάχης , ανάγκασε  τους  Σελινούντιους  να  ζητήσουν  επειγόντως  βοήθεια  από  τους  Συρακούσιους  αλλά  και  τους  Εγεσταίους  να  ζητήσουν την βοήθεια  των Καρχηδονίων . 
 
Α’ Καρχηδονική  Εισβολή  (409 π.Χ.) 

  Το  409 π.Χ. ο Αννίβας  µε 60 τριήρεις  και  1500 µεταγωγικά  πλοία  αποβιβάσθηκε  
στο  δυτικό  ακρωτήριο  (Λιλύβαιο ) της  Σικελίας . Εκεί  ήρθαν και  άλλες  ενισχύσεις  και  τελικά  συγκεντρώθηκαν  πάνω  από  100.000 πεζοί  και  4.000 ιππείς . Χωρίς χρονοτριβή  βάβισε  
εναντίον  του  Σελινούντα  και  περικύκλωσε  την πόλη . Στην πολιορκία  χρησιµοποίησε  6 
κριούς  αλλά  και  6 πολιορκητικούς  πύργους  και  από  όπου  τοξότες  και  σφενδονήτες  έριχναν στους  αµυνόµενους  Σελινούντιους . 
  Παρά  την συνολική  (σθεναρή ;) αντίσταση  των Σελινουντίων οι  Καρχηδόνιοι  µε 
τους  κριούς  κατάφεραν  να  δηµιουργήσουν ρήγµα από  όπου  εισήλθαν  οι  µισθοφόροι  των 
Καρχηδονίων . Πολύ  γρήγορα  όµως απωθήθηκαν  έξω  από  τα  τείχη  ενώ  µέσα  στην νύχτα  
οι  Σελινούντιοι  έστειλαν  να  ζητήσουν  βοήθεια  από  τους  Συρακουσίους . 
  Εν τω  µεταξύ  οι  Καρχηδόνιοι  άρχισαν  να  διευρύνουν το  ρήγµα µέρα  µε την  µέρα  
ενώ  οι  Συρακούσιοι  δεν φαίνονταν  πουθενά . Οι  Συρακούσιοι  καθυστέρησαν  προσπαθώ 
ντας  να  προετοιµασθούν µε πολύ  στρατό , µε αποτέλεσµα να  καθυστερήσουν  πάνω  από  
µια  βδοµάδα . Τελικά  οι  Καρχηδόνιοι  κατέλαβαν  την  πόλη . Οι  Ίβηρες  µισθοφόροι  σύµφω 
να  µε το  έθιµό τους , ακρωτηρίασαν  νεκρούς  και  περιέφεραν  βραχίονες  αλλά  και  κεφάλια  
σε  λόγχες  ως τρόπαια  της  νίκης . Οι  µάχες  και  οι  σφαγές  στοίχισαν  την ζωή  σε  16.000 
στρατιώτες  ενώ  µόνο  5.000 αιχµαλωτίσθηκαν  και  πουλήθηκαν  ως δούλοι . Τελικά  µόνο  
2.600 κάτοικοι  κατάφεραν  να  διαφύγουν  στον Ακράγαντα . Όταν έφθασαν  τελικά  οι  Συρακούσιοι  µε 3.000 άνδρες , αρκέσθηκαν  να  ζητήσουν  την απελευθέρωση  των αιχµαλώτων. 
Ο Αννίβας  αρνήθηκε , γκρέµισε  τα  τείχη  και  άφησε  ορισµένους  φιλοκαρχηδόνιους  Σελινούντιους  να  επιστρέψουν  στην πόλη  ως φόρου  υποτελείς  στους  αφρικανούς . 
  Ο Αννίβας  κινήθηκε  µετά  εναντίον  της  Ιµέρας  αφού  ενίσχυσε  τον  στρατό  του  µε 
20.000 Σικελούς  και  Σικανούς . Στην Ιµέρα  ο Αννίβας  πολιόρκησε  την πόλη  µε τον  ίδιο 
τρόπο  που  είχε  κάνει  και  στην Σελινούντα . Αν  και  ανοίχθηκε  ρήγµα στα  τείχη , οι  κάτοικοι  
της  Ιµέρας  κατάφεραν  να  το  επιδιορθώσουν  ενώ  πρόλαβαν  να  έρθουν 4.000 σύµµαχοι  από  
τις  Συρακούσες  και  άλλες  πόλεις  υπό  τον  Διοκλέα . Ενισχυµένοι  οι  υπερασπιστές  της  Ιµέρας  βγήκαν  από  τα  τείχη  και  παρατάχθηκαν  για  µάχη . 10.000 υπερασπιστές  της  Ιµέρας  
έπρεπε  να  αντιµετωπίσουν  80.000 µισθοφόρους  και  Καρχηδόνιους . Στην κατά  παράταξη  
µάχη  οι  Ιµέριοι  νίκησαν , σκότωσαν  6.000 αντιπάλους  τους  και  τους  έτρεψαν  σε  φυγή . Κατά  την καταδίωξη  όµως διέσπασαν  τις  γραµµές  τους  και  στάθηκε  αδύνατο  να  αντιµετωπίσουν τις  40.000 εφεδρείες  που  είχε  αφήσει  ο Αννίβας  στους  λόφους . Τελικά  3.000 Ιµεραίοι  και  σύµµαχοι  έπεσαν  στο  πεδίο  της  µάχης  ενώ  οι  υπόλοιποι  κλείσθηκαν  στα  τείχη . 
  Σύντοµα έφθασαν  25 τριήρεις  των Συρακουσίων αλλά  επειδή  ήταν αδύνατο  να  
παραλάβουν  όλους  τους  κατοίκους  αποφασίσθηκε  να  επιβιβασθούν  τα  περισσότερα  γυναικόπαιδα  ενώ  άλλοι  ακολούθησαν  πεζοί  την διαφυγή  προς  την Μεσσήνη . Οι  υπόλοιποι  
έµεινα  στην πόλη  και  περίµεναν την επιστροφή  των τριήρων. Όταν όµως µετά  από  2 µέρες  
οι  τριήρεις  εµφανίσθηκαν  στον ορίζοντα  και  άρχισαν  να  πλησιάζουν  αλλά  δεν πρόλαβαν . 
Οι  Καρχηδόνιοι  διέρρηξαν  τα  τείχη  και  εισήλθαν  στην πόλη  ενώ  άρχισε  η σφαγή  των υπερασπιστών   και   η  λεηλασία   της   πόλεως .  Όσα   γυναικόπαιδα   είχαν  µείνει  µοιράσθηκαν  
στους  στρατιώτες  ενώ  οι  3.000 αιχµάλωτοι  άνδρες  οδηγήθηκαν  στον τόπο  όπου  είχε  πέσει  
ο παππούς  του  Αννίβα , Αµίλκας , βασανίσθηκαν  και  κατεσφάγησαν . 
  Μετά  την πτώση  της  Ιµέρας , ο Αννίβας  άφησε  µισθοφόρους  στην Σικελία  ενώ  µε 
τον  υπόλοιπο  στρατό  και  πολλά  λάφυρα  επέστρεψε  στην Καρχηδόνα . Η καταστροφή  του  
Σελινούντα  και  της  Ιµέρας  οφείλονταν  στην πολιτική  και  στρατιωτική  ανικανότητα  των 
Συρακουσίων να  δράσουν αµέσως και  µε σοβαρότητα  και  να  τις  προστατεύσουν  [ο µόνος  
λόγος ;] 
  Το  ίδιο έτος  που  έπεσε  η Ιµέρα , ο Ερµοκράτης  επέστρεψε  από  την Ελλάδα  στην 
Μεσσήνη  της  Σικελίας . Εκεί  συγκέντρωσε  1.000 Ιµεραίους · που  είχαν  καταφύγει  εκεί  και  
διασχίζοντας  την Σικελία  έφθασε  στον Σελινούντα , τον  οποίο  κατέλαβε , έκτισε  νέο  τείχος  
γύρω  από  τµήµα της  πόλεως  και  κάλεσε  όσους  Σελινουντίους  ήθελαν  να  επιστρέψουν  και  
να  τεθούν  υπό  τις  διαταγές  του . Έτσι  κατάφερε  να  συγκεντρώσει  6.000 ικανούς  και  επίλεκτους  άνδρες . Έχοντας  τον  Σελινούντα  ως ορµητήριο  άρχισε  να  διενεργεί  επιδροµές  στις  
κοντινές  του  περιοχές , οι  οποίες  ελέγχονταν  από  τους  Καρχηδονίους . Με  τις  επιτυχίες  του  
άρχισε  να  κερδίζει  πάλι  την συµπάθεια  των Συρακουσίων. 
  Το  408 ο Ερµοκράτης  έφθασε  µε στρατό  στην Ιµέρα  όπου  βρήκε  τα  οστά  των νεκρών Συρακουσίων που  είχαν  σκοτωθεί  και  τα  σώµατά  τους  είχαν  εγκαταλειφθεί  άταφα  
από  τον Διοκλή . Έβαλε  τους  σκελετούς  σε  πολυτελείς  άµαξες  και  τις  έστειλε  στις  Συρακούσες  ενώ  αυτός  ακολούθησε  µέχρι  έξω  από  την πόλη . Όταν οι  άµαξες  έφθασαν  µέσα  
στην πόλη  έκαναν  µεγάλη  και  καλή  εντύπωση  για  την συµπεριφορά  του  Ερµοκράτους . Οι  
Συρακούσιοι  αναγνώρισαν  την ευθύνη  και  ύβρη  του  Διοκλή  τον  οποίο  εξόρισαν ενώ  έθαψαν τους  νεκρούς  µε µεγάλες  τιµές . Την ίδια  στιγµή όµως αρνήθηκαν  να  καλέσουν  τον  Ερµοκράτη  στην πόλη  φοβούµενοι  ότι  µπορεί  να  χρησιµοποιούσε  την  δηµοτικότητά  του  για  να  αποκτήσει  δύναµη και  να  γίνει  τύραννος . Ο Ερµοκράτης  γύρισε  στον Σελινούντα  αλλά  
σύντοµα φίλοι  των ειδοποίησαν  να  επιστρέψει  και  να  εισέλθει  στις  Συρακούσες . Εκείνος  
ξεκίνησε  µε µικρή  συνοδεία  ενώ  3.000 άνδρες  τον  ακολουθούσαν  πιο  πίσω  και  αρκετά  
µακριά . Όταν µπήκε  στην πόλη , οπλισµένοι  αντίπαλοί  του  τού  επιτέθηκαν . Στην συµπλοκή  που  επακολούθησε  ο Ερµοκράτης  σκοτώθηκε  ενώ  όσοι  από  τους  συνοδοιπόρους  του  σώθηκαν, εξορίσθηκαν . Ενδιαφέρον  είναι  ότι  ανάµεσα  στους  τραυµατισµένους  συντρόφους  του  Ερµοκράτη  ήταν και  ο µετέπειτα  τύραννος  Διονύσιος , ο οποίος  στην συγκεκριµένη  περίπτωση  προσποιήθηκε  τον  νεκρό  και  κατάφερε  να  σωθεί . 
 
Δεύτερη  Εισβολή  των  Καρχηδονίων  (405 π.Χ.) 
  Όταν µαθεύτηκε  στην Καρχηδόνα  το  407 η νέα  κατάσταση  στην Σικελία , οι  Καρχηδόνιοι  άρχισαν  προετοιµασίες  για  να  επέµβουν στην Σικελία  και  να  επιβάλουν  την  ισχύ τους  σε  όλο  το  νησί . Πρώτα  άρχισαν  τις  διπλωµατικές  επαφές  για  να  σιγουρευθούν  ότι  οι  
Έλληνες  δεν θα  βοηθούσαν τους  οµοεθνείς  τους  στην Σικελία . Έστειλαν , λοιπόν, πρέσβεις  
στην Αθήνα  να  πείσουν τους  Αθηναίους  για  να  εµποδίσουν άλλες  ελληνικές  πόλεις  να  
βοηθήσουν τους  Συρακουσίους  σε  ενδεχόµενο  πόλεµο στο  νησί  ενώ  και  οι  Αθηναίοι  έστειλαν  πρέσβεις  στην Σικελία  για  να  συζητήσουν  µε Καρχηδόνιους  στρατηγούς . 
  Δεν  διαθέτουµε άλλες  πληροφορίες  γι ’ αυτές  τις  διαβουλεύσεις  αλλά  οι  Καρχηδόνιοι  επρόκειτο  να  προετοιµασθούν µε µεγάλη  προσοχή  για  νέο  µεγάλο  πόλεµο. Διόρισαν 
στρατηγό  τον  γηραιό  Αννίβα , προφανώς  λόγω  της  εµπειρίας  του  και  συστρατηγό  του  συγγενή  του  Ιµίλκωνα  του  Άννωνος . Οι  δύο  Καρχηδόνιοι  άρχισαν  να  συγκεντρώνουν  µισθοφόρους   από   την  Ιβηρία   και   τις   Βαλεαρίδες   νήσους ,  Λίβυες   και  Φοίνικες  και  άλλους  βορειοαφρικανούς  αλλά  και  τους  καλύτερους  των Καρχηδονίων . Κατά   τον   Τίµαιο ,  λοιπόν,  συγκεντρώθηκαν  120.000 άνδρες   ενώ   ο  Έφορος   αναφέρει   3.000.000 (µαζί  µε τους  βοηθητικούς , πλήθος  βοηθητικών  ανδρών και  1.000 µεταγωγικά  πλοία . 
  Την άνοιξη  του  406 π.Χ. οι  Καρχηδόνιοι  έστειλαν  40 τριήρεις  στην Σικελία  για  
την προετοιµασία  της  εισβολής  πριν την  άφιξη  του  όγκου  του  στρατού  τους . Όταν έγινε  
γνωστός  ο πλους  του  στόλου , ισάριθµα περίπου  πολεµικά  πλοία  απέπλευσαν  από  τις  Συ ρακούσες  για  να  συναντήσουν  τους  εχθρούς . Στην ναυµαχία  που  συνήφθη  στα  ανοικτά  
του  Έρυκος , οι  Καρχηδόνιοι  ηττήθηκαν , έχασαν  15 τριήρεις  και  διέφυγαν  µέσα  στο  σκοτάδι . Αµέσως ο Αννίβας  έφθασε  στην περιοχή  µε 50 τριήρεις . Οι  Συρακούσιοι  και  οι  άλλοι  
Έλληνες  αµέσως συνειδητοποίησαν  τον  τεράστιο  κίνδυνο  που  ελλόχευε  για  τις  πόλεις  του  
νησιού . Οι  Συρακούσιοι  κινήθηκαν  αµέσως και  έστειλαν  πρέσβεις  στις  άλλες  πόλεις  της  
Σικελίας  και  στους  Σπαρτιάτες . Εν τω  µεταξύ , οι  Καρχηδόνιοι  ήταν φανερό  πως  θα  επέδραµαν πρώτα  στον Ακράγαντα  γιατί  συνόρευε  µε την  περιοχή  που  ήλεγχαν  αλλά  και  διότι  δεν ήταν προετοιµασµένοι  για  να  αντιµετωπίσουν  στρατιωτική  επίθεση . Μόλις  εµφανίσθηκαν οι  Καρχηδόνιοι , οι  Ακραγαντίνοι  κλείσθηκαν  στα  τείχη  και  προετοιµάσθηκαν  για  
πολιορκία . 
  Οι  Καρχηδόνιοι  περικύκλωσαν  την πόλη  και  στρατοπέδευσαν  σε  δύο  πλευρές  των 
τειχών ενώ  οι  Ακραγαντίνοι  κατάφεραν  να  συγκεντρώσουν  και  1.500+800 µισθοφόρους . 
Όταν απορρίφθηκαν  οι  προτάσεις  ειρήνης  και  παραδόσεως  της  πόλεως  που  έκαναν  οι  
Καρχηδόνιοι , άρχισαν  οι  τειχοµαχίες  στο  σηµείο  όπου  οι  Αφρικανοί  είχαν  εντοπίσει  ότι  
ήταν το  πιο  ευπρόσβλητο . Έσυραν κοντά  στο  σηµείο  δύο  πολιορκητικούς  πύργους  τους  
οποίους  όµως το  βράδυ  οι  Ακραγαντίνοι  έκαψαν . Τότε  οι  Καρχηδόνιοι  αποφάσισαν  να  
προσβάλλουν  την πόλη  από  πολλές  πλευρές  ταυτοχρόνως . Άρχισαν λοιπόν να  σπάνε  τα  
µνηµεία  γειτονικής  νεκροπόλεως  για  να  τα  χρησιµοποιήσουν σαν προσχώσεις  µπροστά στα  τείχη . Όµως, ένας  κεραυνός  τους  κτύπησε  όταν προσπαθούσαν  να  κατεδαφίσουν  µε
γάλο  µνηµείο  και  οι  µάντεις  αµέσως διέταξαν  την διακοπή  της  κατεδαφίσεως  ενώ  λοιµός  
ενέσκηψε  στα  στρατόπεδα  που  είχε  ως θύµα του  και  τον  Αννίβα . Ο άλλος  στρατηγός  Ιµίλ 
κων, προσέφερε  θυσίες  µε σφάγια  αλλά  και  µε ένα  παιδί  που  θυσιάστηκε  στον θεό  Μολώχ  
ενώ  διέταξε  να  συνεχίσουν  την επίχωση  στην νοτιοδυτική  πλευρά  του  τείχους . 
  Οι  Συρακούσιοι  συγκέντρωσαν  30.000 πεζούς  µισθοφόρους  και  πολίτες  και  5.000 
ιππείς  µαζί  µε 30 τριήρεις  και  άρχισαν  να  κινούνται  προς  τον  Ακράγαντα . Όταν ο Ιµίλκων 
ενηµερώθηκε  για  την έλευση  των Ελλήνων  έστειλε  40.000 από  τους  µισθοφόρους  του  να  
συναντήσουν  τους  εχθρούς  τους  µεταξύ  της  πόλεως  του  Ακράγαντα  και  του  ποταµού  Ιµέρα . Στην µάχη  οι  Έλληνες  κατάφεραν  να  τρέψουν  σε  φυγή  τους  Καρχηδονίους . Όταν έφθασαν τα  υπολείµµατα  στα  τείχη  του  Ακράγαντα , οι  Ακραγαντίνοι  δίστασαν να  κάνουν  έξοδο . Το  αποτέλεσµα ήταν οι  Συρακούσιοι  να  καταλάβουν  το  ένα  από  τα  δύο  στρατόπεδα  των Καρχηδονίων . 
  Ο Δαφναίος  όταν αντελήφθη  ότι  ήταν αδύνατον  να  καταλάβει  το  δεύτερο  στρατόπεδο  των Καρχηδονίων  που  ήταν ισχυρά  οχυρωµένο  αποφάσισε  να  εµποδίσει  την  τροφοδοσία  του  µε αποτέλεσµα να  πέσει  λιµός . Οι  Καρχηδόνιοι  έµαθαν όµως ότι  πλοία  φορτωµένα  µε τρόφιµα είχαν  αποπλεύσει  από  τις  Συρακούσες  για  τον  Ακράγαντα  και  έστειλαν  
τον  στόλο  που  ναυλοχούσε  στην καρχηδονιακή  Σικελία  να  αρπάξουν  το  φορτίο . Όταν η 
επιτυχία  των Καρχηδονίων  έγινε  γνωστή  οι  µισθοφόροι  των Ακραγαντίνων  πήγαν  µε τους  
Καρχηδόνιους , οι  οποίοι  µάλιστα  τους  υποσχέθηκαν  και  15 τάλαντα  αµοιβή . 
  Οι  σύµµαχοι  στρατηγοί  του  Ακράγαντα , µάλλον  φοβούµενοι  ότι  δεν θα  αντέξουν  
χωρίς τρόφιµα, προφασίσθηκαν  ότι  έληξε  η θητεία  τους  και  έφυγαν ο καθένας  για  την  πόλη  του . Τότε  οι  Ακραγαντίνοι  στρατηγοί  δεν είχαν  παρά  να  διατάξουν  την εγκατάλειψη  
της  πόλεως . Όσοι  έµεινα  πίσω  γιατί  ήταν άρρωστοι  ή τραυµατίες  που  δεν µπορούσαν να  
κινηθούν έφυγαν για  την Γέλα . Έτσι  µπήκαν  στην πόλη  οι  Καρχηδόνιοι  και  σκότωσαν  ό
σους  είχαν  αποµείνει  ακόµη και  τους  ικέτες  των ιερών ενώ  τα  λάφυρα  ήταν πάρα  πολλά . 
Υπήρξε  γενική  κατακραυγή  εναντίον  των Συρακούσιων στρατηγών  για  την  ανικανότητά  
τους  να  προστατεύσουν  τον  Ακράγαντα . 
   
Διονύσιος  ο Πρεσβύτερος  των  Συρακουσών  
  Η γενική  κατακραυγή  εναντίον  των στρατηγών  και  διοικούντων  τις  Συρακούσες  
για  την πτώση  του  Ακράγαντα  οδήγησε  τον  άγνωστο  Διονύσιο των Συρακουσών στην εξουσία . Είχε  συµµετάσχει  στο  εκστρατευτικό  σώµα εναντίον  των Καρχηδονίων  στον Ακράγαντα  και  είχε  διακριθεί . Όταν επέστρεψαν  στις  Συρακούσες , ο Διονύσιος  δεν δίστασε  να  κατηγορήσει  ανοικτά  τους  στρατηγούς  και  να  ζητήσει  την θανάτωσή  τους  ως προδότες . 
Οι   Συρακούσιοι   άρχοντες   προσπάθησαν   να   τον   σταµατήσουν   επιβάλλοντας   πρόστιµα, 
όπως όριζαν οι  νόµοι . Τότε  εµφανίσθηκε  ένας  πλούσιος  υποστηρικτής  του , ο Φίλιστος , 
που  ανέλαβε  να  πληρώνει  όλα  τα  πρόστιµα αρκεί  ο Διονύσιος  να  µπορεί  να  εκφράσει  τον  
λόγο  του . 
  Έτσι  ο Διονύσιος  άρχισε  να  υποστηρίζει  ότι  οι  στρατηγοί  χρηµατίστηκαν  για  να  
εγκαταλείψουν  τον  Ακράγαντα . Συµβούλευε  µάλιστα  τον λαό  να µην εκλέξει πάλι  στρατηγούς  από  τους  ισχυρότερους  των πολιτών  αλλά  από  αυτούς που ήταν φίλοι του λαού , 
εννοώντας  και  αυτόν τον  ίδιο, πράγμα το  οποίο  πραγματοποιήθηκε . Η πρώτη  του  ενέργεια  
ήταν να  πείσει  τους  συμπολίτες  του  να  ανακαλέσουν  όλους  τους  εξόριστους  για  να  βοηθήσουν στην άµυνα  της  πόλεως , αφού  θα  ήταν πιο  αφοσιωµένοι  από  τους  µισθοφόρους . Η 
κίνηση  αυτή  αποσκοπούσε  στο  να  αποκτήσει  ο Διονύσιος  πιστούς  οπαδούς . Ο Διονύσιος  
άρχισε  να  κατηγορεί  τους  συστρατηγούς  του  για  πιθανές  µυστικές  συνεννοήσεις  µε τους  
Καρχηδόνιους  µε αποτέλεσµα να  εµφανισθεί  στους  Συρακούσιους  ως ο µόνος  πραγµατικά  
υποστηρικτής  της  δηµοκρατίας  και  της  ασφάλειά  της  πόλεως  µε πολύ  µεγάλη  δηµοτικότητα . 
  Η ευκαιρία  που  δόθηκε  στον Διονύσιο να  ενισχύσει  την  θέση  του  στις  Συρακούσες  
ήταν όταν οι  κάτοικοι  της  Γέλας  ζήτησαν  την βοήθεια  των Συρακουσών φοβούµενοι  ότι  
θα  ήταν οι  επόµενοι  αντίπαλοι  του  Ιµίλκωνα . Ο Διονύσιος  έφτασε  στην Γέλα  µε 2.000 πεζούς  και  400 ιππείς  για  να  ενισχύσει  την άµυνά  τους  αλλά  βρήκε  την  πόλη  ανάστατη  από  
την επανάσταση  των φτωχών εναντίον  των πλουσίων. Έξυπνα , ο Διονύσιος  υποστήριξε  
τους  φτωχούς  και  επέτυχε  την δήµευση  της  περιουσίας  των πλουσιοτέρων  µε αποτέλεσµα 
να  πληρώσει  τους  καθυστερηµένους  µισθούς  των µισθοφόρων του  Δέξιππου  και  υποσχέθηκε  διπλό  µισθό στους  δικούς  του . Ο Διονύσιος  κατάφερε  έτσι  να  πάρει  τους  δηµοκρατικούς  µε το  µέρος  του , όπως στις  Συρακούσες , και  να  παρουσιασθεί  σαν προστάτης  της   δηµοκρατίας .
 Ο Δέξιππος  όµως δεν συµφώνησε  µε τις  ιδέες  του  Διονύσου  µε αποτέλεσµα 
ο τελευταίος  να  αποχωρήσει  και  να  επιστρέψει  στις  Συρακούσες . Μόλις  έφτασε , δήλωσε  
ότι  υπήρχε  σηµαντικότερος  εχθρός  από  τους  Καρχηδόνιους  και  αυτοί  ήταν οι  πλούσιοι  της  
πόλεως . 
  Αυτοί  δεν πλήρωσαν  τους  στρατιώτες  κανονικά  για  να  χρησιµοποιήσουν τα  επιπλέον  χρήματα   ενώ  µάλλον   ερχόντουσαν   και   σε   προδοτικές   συνεννοήσεις  µε  τους   εχθρούς . Μάλιστα  είχε  και  ο ίδιος  λάβει  γράµµα από  τον  Ιµίλκωνα , ο οποίος  τον  παρότρυνε  να  γίνει  και  αυτός  µέλος  της  οµάδας  των συνωµοτών. Οι  καταγγελίες  αυτές  ξεσήκωσαν  το  πλήθος  που  απαιτούσε  να  ονοµασθεί  στρατηγός -αυτοκράτωρ  για  να  σώσει  την  πόλη . 
 
Ο Διονύσιος  Τύραννος  (406 π.Χ.) 
  Μόλις  ο Διονύσιος  ανέλαβε  την εξουσία  διπλασίασε  τους  µισθούς  των στρατιωτικών και  φυσικά  τους  πήρε  µε το  µέρος  του . Αµέσως διέταξε  γενική  επιστράτευση  όλων των πολιτών  µέχρι  40 ετών και  εξεστράτευσε  στους  Λεοντίνους . Σκοπός  του  ήταν να  προσεταιριστεί  την µισθοφορική  φρουρά  από  ξένους  που  είχαν  εγκαταστήσει  οι  Συρακούσιοι . 

Ενώ  λοιπόν είχε  στρατοπεδεύσει  έξω  από  την  πόλη  προσποιήθηκε  ότι  είχε  δεχτεί  επίθεση  
και  µπήκε  στην πόλη  και  κλείστηκε  στην ακρόπολη  µε τους  άνδρες  του . Όταν ξηµέρωσε  
ζήτησε  από  την εκκλησία  των Λεοντίνων  να  του  διαθέσει  600 άνδρες  σωµατοφυλακή  για 
την προστασία  του . Ήταν τόσο  πειστικός  για  τον  κίνδυνο  που  διέτρεχε  ώστε  αµέσως να  
του  δοθεί  η άδεια  να  συγκεντρώσει  τους  φτωχότερους  για  να  είναι  πιστοί  του . Επίσης  τοποθέτησε  δικούς  του  σε  θέσεις  κλειδιά  και  φρόντισε  να  στείλει  τον  Δέξιππο  µακριά  στην 
Ελλάδα . Επίσης  κάλεσε  όσους  ήθελαν  µισθοφόρους  να  µεταβούν  στους  Λεοντίνους . Μετά  
επέτρεψε  στις  Συρακούσες  φρόντισε  να  θανατώσει  επιφανείς  πολίτες  µετά  από  εικονική  
δίκη  και  ουσιαστικά  να  παρουσιαστεί  ως τύραννος . 
 
Η Εισβολή  Καρχηδονίων  (405 π.Χ.) 
 Οι  Καρχηδόνιοι  είχαν  περάσει  τον  χειµώνα  στον Ακράγαντα  και  τώρα  πορεύτηκαν  
προς  την Γέλα . Εκεί  άρχισαν  την πολιορκία  της  Γέλας . Αρχικά  οι  Γελώοι  σκέφτηκαν  να  
αποµακρύνουν  τα  γυναικόπαιδα  αλλά  για  άγνωστους  λόφους  η ενέργεια  αυτή  δεν έγινε  
(λέγεται  ότι  οι  γυναίκες  αρνήθηκαν  να  φύγουν). Αρχικά  λοιπόν οι  επιθέσεις  των Καρχηδονίων και  τα  τµήµατα  του  τείχους  που  καταστρέφονταν  την  ηµέρα , αντιµετωπίζονταν  µε επιτυχία  και  επιδιορθώνονταν  την  νύχτα . 
  Μέσα  σε  λίγες  µέρες  ο Διονύσιος  αφού  συγκέντρωσε  30.000-50.000 πεζούς , 1500 
ιππείς  και  50 κατάφρακτα  πλοία , έπλευσε  µέχρι  την  Γέλα , όπου  και  στρατοπέδευσε  έξω  
από  την πόλη  στην αντίθετη  πλευρά  που  είχε  στρατοπεδεύσει  ο Ιµίλκων. Τις  πρώτες  20 
µέρες  έγιναν µόνο  συµµαχίες  αλλά  φαίνεται  ότι  ο Διονύσιος  παράλληλα  µελετούσε  και  
επεξεργαζόταν  ένα  σχέδιο  πολλαπλών  επιθέσεων.  Το  σχέδιό  του  ήταν να  επιτεθούν  ο 
στρατός  και  ο στόλος  τους  ταυτοχρόνως  στο  στρατόπεδο  των Καρχηδονίων  από  πέντε  
διαφορετικά  σηµεία . Ο συντονισµός  όµως των διαφόρων τµηµάτων δεν ήταν καλός  µε 
αποτέλεσµα να  υπάρξουν  απώλειες  στον στρατό  του  Διονυσίου  και  τελικά  η επίθεση  να  
αποτύχει . Τότε  ο Διονύσιος  σε  συνεννόηση  µε τους  Γελώους  αποφάσισαν  να  εγκαταλείψουν και  να  εκκενώσουν  την  Γέλα . Όντως  µε τέχνασµα ο Διονύσιος  και  οι  Γελώοι  κατάφεραν  µέσα  στην νύχτα  να  εγκαταλείψουν  την πόλη  στους  Καρχηδονίους . Η αποτυχία  αυτή  του  Διονυσίου  προκάλεσε  αντιδράσεις  στις  Συρακούσες . Οι  ιππείς , επιφανείς  οικογένειες  της  πόλεως , αποφάσισαν  να  ανατρέψουν  τον  Διονύσιο και  έτρεξαν  στο  σπίτι  του , 
εξευτέλισαν  την γυναίκα  του  και  άρπαξαν  τους  θησαυρούς  του  τυράννου . Ο Διονύσιος  
κινήθηκε  αστραπιαία : µε µικρή  αλλά  αποφασιστική  δύναµη ανδρών έφτασε  αστραπιαία  
στην πόλη  και  αιφνιδίασε  τους  ιππείς  τους  οποίους  αποδεκάτισε . 
  Την κρίσιµη αυτή  στιγµή της  αµφισβητήσεως  του  ο Διονύσιος  στάθηκε  τυχερός . 
Κάποια  επιδηµία  που  έπεσε  στο  στρατόπεδο  των Καρχηδονίων  ανάγκασε  τον  Ιέρωνα  να  
ζητήσει  ειρήνη . Ο Διονύσιος  φρόντισε  να  δεχθεί  όπως-όπως. Οι  Καρχηδόνιοι  κέρδισαν  τις  
περιοχές  των Ελύµων (;) και  των Σικανών. Οι  πόλεις  Σελινούς , Ακράγας , Ιµέρα , Γέλα  και  
Καµερίνα  (;) θα  έµεναν ατείχιστες  ενώ  οι  Λεοντίνοι , οι  Μεσσήνιοι  και  οι  Σικελοί  κηρύχθηκαν  αυτόνοµοι  ενώ  οι  Συρακούσες  περιέρχονταν  στην πλήρη  δικαιοδοσία  του  Διονυσίου. Επίσης , οι  αντίπαλοι  αντάλλαξαν  τους  αιχµαλώτους  αλλά  και  τα  πλοία  των εχθρών 
που  είχαν  συλλάβει  [αµφισβητούνται  οι  όροι  από  ιστορικούς ]. 
 
Εδραίωση  και Επέκταση  του  Κράτους  του  Διονυσίου  (405-403) 
  Ο Διονύσιος  αποφάσισε  να  προστατεύσει  τον  εαυτό  του  και  τους  δικούς  του  οχυρώνοντας  ισχυρά  το  νησί  της  Ορτυγίας . Επίσης , για  να  ανταµείψει  τους  φίλους  του  και  να  
τους  κρατήσει  πιστούς  κοντά  του δήµευσε  τις  καλύτερες  γαίες . Τις  πλουσιότερες  απ ’ αυτές  τις  µοίρασε  στους  πιστότερους  από  τους  φίλους  του  ενώ  τις  υπόλοιπες  τις  δώρισε  σε  
οπαδούς  του  πολίτες , σε  ξένους  αλλά  και  σε  δούλους  τους  οποίους  απελευθέρωσε  και  ονόµασε  «νεοπολίτες ». Ακόµη, δέσµευσε  τις  κατοικίες  των αντιπάλων  του  και  τις  µοίρασε  
στον όχλο  ενώ  όσες  ήταν στην Ορτυγία  τις  έδωσε  σε  φίλους  του . 
  Ο Διονύσιος  νοµίζοντας  ότι  είχε  στερεώσει  και  εξασφαλίσει  την εξουσία  του  στις  
Συρακούσες  αποφάσισε  να  επεκτείνει  την κυριαρχία  του  και  σε  άλλες  πόλεις  της  Σικελίας . 
Όταν έφυγε  όµως από  τις  Συρακούσες , η πλειοψηφία  των πολιτών  επαναστάτησε , κάλεσε  
τους  εξόριστους  ιππείς  από  την επιτυχηµένη  του  στάση , φόνευσαν τον  επικεφαλής  αξιωµατικό  που  είχε  αφήσει  ο Διονύσιος  και  ήταν έτοιµοι  να  τον  αντιµετωπίσουν . Παράλληλα  
έστειλαν  πρέσβεις  στην Μεσσήνη  και  στο  Ρήγιο  ζητώντας  βοήθεια  ενώ  επικήρυξαν  τον  
τύραννο  και  υποσχέθηκαν  πολιτικά  δικαιώµατα  σε  όσους  µισθοφόρους  θα  συντάσσονταν  
µαζί  τους . Οι  Μεσσήνιοι  και  οι  Ρηγινοί  έστειλαν  80 τριήρεις  και  µε την  βοήθεια  πολιορκητικών  µηχανών που  κατασκεύασαν  οι  στατιστικές  και  πολιόρκησαν  τις  Επιπολές  όπου  
είχε  καταφύγει  ο Διονύσιος . Ο Διονύσιος  τροµοκρατηµένος  έστειλε  µυστικά  και  ζήτησε  
βοήθεια  από  τους  Καµπανούς  σε  αντάλλαγµα για  πολλά  χρήµατα  ενώ  µήνυσαν στους  
στασιαστές  ότι  θα  διαπραγµατευθεί  την αποχώρησή  του . Οι  επαναστάτες  βεβαιωµένοι  ότι  
πλέον  ο Διονύσιος  είχε  χάσει  την εξουσία  άφησαν στρατιώτες  να  επιστρέψουν  στα  σπίτια  
τους . 
  Ο  Διονύσιος   εκµεταλλεύθηκε   την  χαλαρότητα   που   επικράτησε   ανάµεσα   στους  
στασιαστές  και  µε την βοήθεια  1200 Καµπανών  ιππέων  και  τριακοσίων µισθοφόρων τους  
αιφνιδίασε  αλλά  δεν προέβη  σε  σφαγή  των αποστατών  και  των συµµάχων τους , απλώς  τους  
έδιωξε  από  την πόλη . Εκείνοι  κατέφυγαν  στην Αίτνα , όπως είχαν  κάνει  και  οι  ηττημένοι  
ιππείς  προηγουµένως. Ο Διονύσιος  τώρα  έλαβε  δραστικότερα  µέτρα  για  να  προστατεύσει  
τον  εαυτό  του  και  την τυραννία  του . Κατασκεύασε  δεύτερο  τείχος  στην ακρόπολη  των 
Συρακουσών, ναυπήγησε  επιπλέον  πλοία , στρατολόγησε  περισσότερους  µισθοφόρους  αλλά  και  µε τέχνασµα αφόπλισε  τους  πολίτες  των Συρακουσών. Αµέσως µετά  κατέλαβε  το  
φρούριο στην Αίτνα  όπου  είχαν  καταφύγει  οι  στασιαστές . Κατόπιν , επειδή  δεν είχε  πολιορκητικές  µηχανές , κατάφερε  χρησιµοποιώντας  προδότες  των πόλεων  να  καταλάβει  την  
Κατάνη  και  την Νάξο  της  Σικελίας . Εξανδραπόδισε  τους  κατοίκους  και  των δύο  πόλεων , 
εγκατέστησε  µισθοφόρους  στην Κατάνη  ενώ  κατεδάφισε  την Νάξο . Ακολούθως  πολιόρκησε  τους  Λεοντίνους  και  κατάφερε  να  πείσει  τους  κατοίκους  ότι  αν δεν παραδοθούν  θα  
πάθουν  ότι  και  οι  προηγούµενες  πόλεις . Οι  Λεοντίνοι  πείσθηκαν  τελικά  να  εγκαταλείψουν  
την πόλη  τους  και  να  εγκατασταθούν  στις  Συρακούσες . 
 
Α’ Καρχηδονιακός  Πόλεµος Διονυσίου  
  Ο Διονύσιος  αποφάσισε  να  καβαλικέψει  ταυτοχρόνως  δύο  άλογα . Από  την  µια  
πλευρά , η ειρήνη  µε τους  Καρχηδονίους  το  405 π.Χ. τους  έδωσε  την δυνατότητα  να  επικρατήσει  στις  Συρακούσες  και  φυσικά  επί  όλων των Ελλήνων . Από  την  άλλη , οι  επεκτατικές  του  βλέψεις  και  η επιθυµία  του  να  κυριαρχήσει  στην Σικελία  αναγκαστικά  θα  τον  έφερναν αντιµέτωπο  µε τους  Καρχηδονίους , µια  που  οι  ελληνικές  πόλεις , για  να  τον  αποφύγουν θα  έπρεπε  να  ζητήσουν  την προστασία  των Καρχηδονίων . Άρα  ο πόλεµος  ήταν αναπόφευκτος  και  ο Διονύσιος  τον  χρειαζόταν  διότι  µόνο  έτσι  θα  µπορούσε  να  κυριαρχήσει  στην περιοχή . Πριν όµως φτάσει  στην σύγκρουση  έπρεπε  να  προετοιµάσει  το  έδαφος . 
Πρώτο  του  µέληµα ήταν να  οχυρώσει  τις  Συρακούσες  έτσι  ώστε  να  τις  κάνει  απόρθητες . 
Τα  πρώτα  χρόνια  του  ’ αιώνα  π.Χ. ο Διονύσιος  περιέλαβε  στην περιτείχιση  των Συρακουσών το  τµήµα της  πόλεως  το  υψίπεδο  των Επιπολών που  ήταν στρατηγικής  σηµασίας . 
Επίσης  επισκεύασε  όσα  πλοία  διέθετε  για  να  τα  καταστήσει  απολύτως  αξιόµαχα  ενώ  κατασκεύασε  και  200 ακόµη πολεµικά  συγκροτώντας  ένα  στόλο  µε πάνω  από  300 πλοία . 
Ακόµη εξόπλισε  τον  στρατό  του  µε µεγάλο  αριθµό όπλων και  πολιορκητικών  µηχανών 
αλλά  και  στρατολόγησε  πολυπληθή  στρατό  Ελλήνων  και  άλλων . 

Περί της αρχαίας ελληνικής πόλεως του Ρηγίου στην Μ.Ελλάδα





  Οι  άλλες  ελληνικές  πόλεις  θορυβήθηκαν  πολύ . Το  399 π.Χ. οι  Ρηγίνοι  και  οι  Μεσσήνιοι   εξεστράτευσαν  µε  σχολική   δύναµη 10.000 πεζούς  (6000+4000), 1000 ιππείς  
(600+400) και  80 πλοία  (50+30) αλλά  οι  στρατηγοί  δεν είχαν  λάβει  την  άδεια  της  Εκκλησίας  του  Δήµου . Ενώ  λοιπόν ο Διονύσιος  ήταν έτοιµος  να  αντιµετωπίσει  τους  συµµάχους  
ξαφνιάσθηκε  ευχάριστα  µε τις  προτάσεις  ειρήνης . Την ίδια  εποχή  ο Διονύσιος  φρόντισε  να 
φουντώσει  τις  εχθρικές  διαθέσεις  των Συρακουσίων εναντίον  των ξένων  και  ιδίως  εναντίον των Καρχηδονίων  µε την πρόφαση  ότι  λόγω  της  επιδηµίας  που  είχε  ενσκήψει  στην Καρχηδόνα  θα  ήταν εύκολος  στόχος . 
  Το  398 π.Χ. ο Διονύσιος  εξεστράτευσε  εναντίον  της  καρχηδονιακής  πόλεως  Μοτύη , στην δυτική  Σικελία . Στην πορεία  του  προς  τα  δυτικά  χιλιάδες  Έλληνες  από  τις  πόλεις  
που  πέρασε  ενώθηκαν  µε τον  στρατό  του . Ο Διονύσιος  λοιπόν παρουσιάσθηκε  σαν τον  
επικεφαλής  της  µιας  ελληνικής  πανσικελικής  εκστρατείας  των Καρχηδονίων . Όταν έφθασε  στην Μοτύη  ο στρατός  του  αποτελούνταν  ανάµεσα  σε  άλλους  και  από  πολεµιστές  από  
την Γέλα , τον  Ακράγαντα , την  Ιµέρα  αλλά  και  τον  Σελινούντα  και  αριθµούσε  80.000 πε 
ζούς , πάνω  από  3000 ιππείς , 200 περίπου  πολεµικά  και  500 φορτηγά  πλοία  που  µετέφεραν  
πολεµοφόδια  και  τις  πολιορκητικές  µηχανές . 
  Η Μοτύη  ήταν κτισµένη  σε  µικρό  νησί , µόλις 1200 µέτρα  από  την  ακτή . Συνδεόταν  µε την απέναντι  ακτή  µε τεχνητό  πρόσχωµα, το  οποίο  όµως οι  κάτοικοι  κατέστρεψαν  
αφού  κλείσθηκαν  πίσω  από  τα  τείχη  της  πόλεως  όταν έµαθαν ότι  έρχεται  ο Διονύσιος . Όταν  ο Έλληνας  στρατηγός  έφθασε  στην περιοχή  διέταξε  να  φτιάξουν  πλατύτερο  πρόσχωµα 
από  το  κατεστραµένο  για  να  χωρέσουν  οι  πολιορκητικές  µηχανές  ενώ  µε τον  στόλο  του  
φρόντισε  να  αποκλείσει  την  είσοδο  του  κόλπου  ο οποίος  περιέκλειε  το  νησί . Εν τω  µεταξύ  
Ο Διονύσιος  άρχισε  την  πολιορκία  δύο  σικελικών  πόλεων  πιστών στους  Καρχηδόνιους . 
  Οι  Καρχηδόνιοι  σκέφθηκαν  ότι  ο καλύτερος  τρόπος  για  να  δημιουργήσουν  αντιπερισπασμό ήταν να  στείλουν  µοίρα  του  στόλου  εναντίον  των Συρακουσών.


 Αλλά  ο Διονύσιος  δεν ένοιωσε  να  απειλείται  και  δεν έστειλε  µέρος  του  στόλου  του  όπως ανέµεναν οι  Αφρικανοί . Τότε , ο Καρχηδόνιος  Ιµίλκων αποφάσισε  µε 100 από  τις  καλύτερες  τριήρεις  του  να  επιτεθεί  αιφνιδιαστικά  στον στόλο  του  Διονυσίου  που  ναυλοχούσε  στην Μοτύη . Ο καρχηδονιακός  στόλος  έφθασε  στο  στόµιο του  κόλπου  της  Μοτύης και  κατέστρεψε  τις  
πρώτες  τριήρεις  του  Διονυσίου . Τότε  ο Συρακούσιος  κατάλαβε  ότι  αν τα  πλοία  του  επιχειρούσαν να  βγουν  από  το  στενό  στόµιο του  κόλπου  θα  καταστρέφονταν  διότι  δεν µπορούσαν να  παραταχθούν  σε  µεγάλο  µήκος  για  µάχη . Ο Διονύσιος  τότε  σκέφθηκε  µε την βοήθεια  ξύλινης  διολκού  να  σύρει  τα  πλοία  κατά  πλάτος  τους  ενός  βραχίονα  για  να  τα  βγάλει  
στην θάλασσα . Όταν ο Ιµίλκων αντελήφθη  το  σχέδιο  του  Διονυσίου  ήταν πολύ  αργά . 
Πολλά  πλοία  είχαν  ήδη  ριχθεί  στην θάλασσα  από  την άλλη  πλευρά  του  βραχίονα  και  ο 
Ιµίλκων δεν µπορούσε  να  τα  αντιµετωπίσει . Έτσι  επέστρεψε  στην Αφρική . 
  Μετά  την αποχώρηση  του  Ιµίλκωνα  η τύχη  της  Μοτύης ήταν προδιαγραµµένη . 
Σύντοµα τελείωσε  και  το  πλατύ  πρόσχωµα που  έκτιζαν  οι  Έλληνες  και  έτσι  ο Διονύσιος  
άρχισε  τις  επιθέσεις  µε την βοήθεια  εξαώροφων  πολιορκητικών  πύργων, καταπέλτες  και  
πολιορκητικών  κριών, µε τα  οποία  γκρέµισε  τµήµα των τειχών και  εισήλθε  στην πόλη  
[ες  .Σ.]. Έτσι  άρχισε  η σφαγή  των κατοίκων  της  Μοτύης. Όσοι  σώθηκαν πουλήθηκαν  
ως δούλοι . Τελικά , ο Διονύσιος  άφησε  φρουρά  και  επέστρεψε  στις  Συρακούσες . 
  Στην Αφρική  οι  Καρχηδόνιοι  [κατά  τον  Έφορο , fr. 46=.Σ. 14.54.5] συγκέντρωσαν 300.000 πεζούς , 4.000 ιππείς , 400 πολεµικά  ‘άρµατα  και  µε 400 πολεµικά  και  600 
βοηθητικά  κατάφεραν  να  πλεύσουν  στην Πάνορµο, στην Βορειοδυτική  Σικελία . Ο Τίµαιος , όµως, γράφει  για  100.000 που  ήρθαν από  την  Αφρική  και  άλλοι  30.000 που  στρατολογήθηκαν  στην Σικελία  [Τίµαιος , Fr. 108= .Σ. 14.54.5]. Ο Ιµίλκων κατέλαβε  την Μοτύη  
αλλά  την εγκατέλειψε  και  έκτισε  νοτιότερα  το  Λιλύβαιο , που  έγινε  η σπουδαιότερη  καρχηδονιακή  βάση . 
  Ενώ  ο Διονύσιος  βρισκόταν  σε  στάση  αναµονής ο Ιµίλκων άρχισε  να  βαδίζει  προς  
την Μεσσήνη  λόγω  του  εξαιρετικού  της  λιµανιού  αλλά  και  της  στρατηγικής  του  θέσης . 
Έτσι  θα  ήλεγχε  τον  πορθµό της  Μεσσήνης  και  την πιθανή  ενίσχυση  των Ελλήνων  από  την 
Κάτω  Ιταλία . Αφού  υπέταξε  την Ιµέρα  στρατοπέδευσε  λίγο  µακρύτερα  από  την  πόλη . Ορισµένοι  Μεσσήνιοι  πιστεύοντας  σε  κάποιο  παλιό  χρησµό αποφάσισαν  να  αµυνθούν αν 
και  η κατάσταση  των τειχών της  πόλεως  ήταν κακή . Άλλοι  αποφάσισαν  να  εγκαταλείψουν  
την πόλη . Οι  Καρχηδόνιοι  δεν δυσκολεύθηκαν  καθόλου  να  καταλάβουν  την  πόλη  µε 200 
πλοία  τους . Ο Ιµίλκων κατεδάφισε  την πόλη  και  ετοιµάσθηκε  να  επιτεθεί  στις  Συρακούσες . 
  
Ο Διονύσιος  προσπάθησε  να  ετοιµάσει  την άµυνά  του  µε κάθε  µέσο . Απελευθέρωσε  δούλους  για  να  επανδρώσει  60 πλοία  ενώ  έλαβε  ενίσχυση  1000 µισθοφόρων από  τους  Λακεδαιµόνιους . Με  30.000 πεζούς  και  3.000 ιππείς  κινήθηκαν  προς  το  όρος  Ταύρος  ενώ  την ίδια  κατεύθυνση  πήρε  και  ο Ιµίλκων κατευθυνό µενος  προς  τις  Συρακούσες . Καθ ’ οδόν όµως µία  έκρηξη  του ηφαιστείου  της  Αίτνας  ανέκοψε  την πορεία  των Καρχηδονίων . 
Ενώ  ο στρατός  έψαχνε  τρόπο  να  παρακάµψει  το  ηφαίστειο , ο καρχηδονιακός  στόλος  συνέχισε  να  κατευθύνεται  προς  την Κατάνη . Ο Διονύσιος  αποφάσισε  να  επιτεθεί  στον αφρικανικό  στόλο  αλλά  τελικά  ηττήθηκε  και  έχασε  πάνω  από  100 πλοία  και  20.000 άνδρες . 
Τότε  ο Διονύσιος  δεν είχε  παρά  να  υποχωρήσει  στις  Συρακούσες . 
  Θορυβημένος  από  τις  εξελίξεις  ο Διονύσιος  έστειλε  για  βοήθεια  στις  πόλεις  της  Μ. 
Ασίας , στην Κόρινθο, και  στην Σπάρτη . Ταυτοχρόνως  πρόσφερε  άφθονα  χρήµατα  για  να  
στρατολογήσει  µισθοφόρους  στην Πελοπόννησο . Εν τω  µεταξύ  οι  Καρχηδόνιοι  άρχισαν  
ψυχολογικό  πόλεµο αλλά  και  διερευνητικές  κινήσεις . Για  ένα  περίπου  µήνα , οι  Καρχηδόνιοι  παρέτασσαν  τον  στρατό  τους  µπροστά  στα  τείχη  ή έβγαζαν  τον  στόλο  τους  να  πλέει  
στην είσοδο  του  ναυστάθµου  ενώ  παράλληλα  λεηλατούσαν  την  ύπαιθρο  κοντά  στις  Συρακούσες ..  Ακόµη οι  Καρχηδόνιοι  συγκέντρωσαν  µεγάλες  ποσότητες  τροφίµων στα  τρία  
φρούρια  που  κατασκεύασαν  στην περιοχή . Εν τω  µεταξύ  οι  Λακεδαιµόνιοι  είχαν  στείλει  
30 πολεµικά  τα  οποία  κατάφεραν  να  αποφύγουν  τον  εχθρικό  στόλο  και  να  πλησιάσουν  την  
πόλη . 
  Σύντοµα έγινε  και  η πρώτη  ναυµαχία  κατά  την  οποία  οι  Συρακούσιοι  νίκησαν , κατέστρεψαν  24 πλοία  και  συνέλαβαν  και  την ναυαρχίδα  των εχθρών. Οι  Καρχηδόνιοι  δεν 
ξαναεπιχείρησαν  ναυµαχία  σ’ αυτήν  την σύγκρουση  ενώ  ανυψώθηκε  πολύ  το  ηθικό  των 
Συρακουσίων. Την ίδια  εποχή  επιδηµία  έπληξε  το  στρατόπεδο  των Καρχηδονίων , η οποία  
εξαπλώθηκε  γρήγορα  από  τα  έλη  που  βρίσκονταν  στην περιοχή  στρατοπεδίας  αλλά  και  ο 
αφόρητος  καύσων εκείνου  του  καλοκαιριού  αλλά  και  η συσσώρευση  των άταφων πτωµάτων. 
  Ο Διονύσιος  δεν έχασε  την ευκαιρία  και  µια  ασέληνη  νύχτα  επιτέθηκε  από  ξηρά  
και  θάλασσα  στους  Καρχηδόνιους  [ες  .Σ.]. Η νίκη  ήταν ολοκληρωτική  και  πολλοί  λίγοι  
Καρχηδόνιοι  µε λιγότερα  από  40 πλοία  κατάφεραν  να  φτάσουν  στην Καρχηδόνα  µε 8.000 
άνδρες . 
 
Επιχειρήσεις  Διονυσίου  (396-392 π.Χ.) 
  Ο Διονύσιος , µετά  την ήττα  των Καρχηδονίων , βρέθηκε  να  είναι  ο απόλυτος  κύριος της  Ανατολικής  Σικελίας  και  αποφάσισε  να  αναδιοργανώσει  την περιοχή  που  κατείχε . 
Το  µεγαλύτερο  πρόβληµα του  βέβαια  ήταν οι  µισθοφόροι  στους  οποίους  δεν είχε  καµία  
εµπιστοσύνη . Φρόντισε , λοιπόν να  τους  ευχαριστήσει  και  να  τους  αποµακρύνει . Μοίρασε  
στους  10.000 µισθοφόρους  γαίες  και  τους  εγκατέστησε  στους  Λεοντίνους . Φρόντισε  βέβαια  να  προσλάβει  νέους  που  θα  ήταν απολύτως  πιστοί  σ’ εκείνους . Επίσης  για  να  κερδίσει  όλους  τους  Σικελιώτες  τους  επέτρεψε  να  γυρίσουν στις  πατρίδες  τους  όσοι  είχαν  επιζήσει  από  τις  διάφορες  σφαγές  και  εξανδραποδισµούς . Η Γέλα , ο Ακράγας  και  η Μεσσσήνη  ξαναγέµισαν µε κατοίκους . 
  Ανάµεσα  στο  396 και  το  393 εξεστράτευσε  εναντίον  σικελικών  πόλεων  που  φαίνεται  ότι  είχαν  στενές  επαφές  µε τους  Καρχηδόνιους . Τον χειµώνα  του  394 π.Χ. πολιόρκησε  
για  πολλούς  µήνες  το  Ταυροµένιο  αλλά  παρά  τις  επίµονες  εφόδους  του  απέτυχε . Ήταν 
καιρός  για  τους  Καρχηδόνιους  να  αντιδράσουν . Ο στρατηγός  Μάγων  κατάφερε  να  ανασυντάξει  τις  καρχηδονιακές  δυνάµεις  στην Σικελία  και  το  393 π.Χ. εξεστράτευσε  εναντίον  
της  Μεσσήνης  στα  βορειοανατολικά  του  νησιού . Ο Διονύσιος , όµως, έσπευσε  να  τον  συναντήσει  και  στην µάχη  που  επακολούθησε  νίκησε  τους  αντιπάλους  του  οι  οποίοι  άφησαν 
800 νεκρούς  στο  πεδίο  της  µάχης . 
  Ήταν φανερό  πως  για  να  νικηθεί  ο Διονύσιος  απαιτούνταν  µεγάλη  κινητοποίηση  
και  συγκέντρωση  δυνάµεων από  τους  Καρχηδονίους  στην Σικελία . Ο Μάγων  λοιπόν συγκέντρωσε  στην Σικελία  80.000 περίπου  µισθοφόρους  από  την  Ιταλία , την  Σαρδηνία  και  
την Αφρική  και  στρατοπέδευσε  στην κεντροανατολική  Σικελία , στην περιοχή  της  πόλεως  
Αγύριον που  ήταν πιστή  στον Διονύσιο. Ο Διονύσιος  έσπευσε  µε 20.000 στρατό  να  
βοηθήσει  τον  σύµµαχό  του . Ο συµµαχικός  στρατός , καλός  γνώστης  της  περιοχής  , κατάφερε  να  παρενοχλεί  τους  Καρχηδόνιους  και  να  τους  προξενεί  φθορές  που  τους  ανάγκασαν  
να  ζητήσουν  ειρήνη . Οι  Καρχηδόνιοι  αναγνώριζαν  την κυριαρχία  του  Διονυσίου  στην Σικελία  και  επί  των ελληνικών  πόλεων . Έτσι , το  329 π.Χ. ο Διονύσιος  είχε  γίνει  κύριος  του  
νησιού . 
  Μέχρι  τότε , όµως, ο Διονύσιος  είχε  βάλει  στόχο  τις  ελληνικές  πόλεις  της  Μεγάλης  
Ελλάδας . Μετά  την ήττα  του  καρχηδονιακού  στρατού  το  393, ο Διονύσιος  επιτέθηκε  αιφνιδιαστικά  την νύχτα  στο  Ρήγιο  αλλά  απέτυχε  να  το  καταλάβει  και  επέστρεψε  στις  Συρακούσες . Η επόμενη  ευκαιρία  για  σύγκρουση  µε τις  ελληνικές  πόλεις  δόθηκε  στον Διονύσιο 
το  390 π.Χ. όταν προσκλήθηκε  από  τους  συµµάχους  του  Λοκρούς  εναντίον  των Ρηγινών . 
Ο Διονύσιος  µε 20.000 πεζούς , 1.000 ιππείς  και  120 πολεµικά  άρχισε  να  λεηλατεί  την ύπαιθρό  του  Ρηγίου . Αψιµαχίες  όµως µε του  Ρηγινούς  του στοίχησαν  1.500 άνδρες  και  7 
πλοία . Το  επόµενο  έτος , το  389 π.Χ. ο Διονύσιος  εκστράτευσε  πάλι  εναντίον  των Ρηγινών  
µε 20.000 πεζούς , 3.000 ιππείς , 40 πολεµικά  και  300 µεταγωγικά . Αρχικά  κατάφερε  να  
συλλάβει  µια  µοίρα  πλοίων των Ρηγινών . Η επιτυχία  του  αυτή  έκρουσε  τον  κώδωνα  του  
κινδύνου  για  τους  άλλους  Έλληνες  της  Ιταλίας . Οι  Ιταλιώτες  συγκέντρωσαν  25.000 πεζούς  και  2.000 ιππείς  στον Κρότωνα  όπου  και  εξέλεξαν  και  αρχηγό  τον  Κροτωνιάτη  ‘Έλωρι  (Helori). Οι  δύο  στρατοί  συναντήθηκαν  στον ‘Ελέπορο  ποταµό. Ο ‘Έλωρις  ήταν επικεφαλής  της  εµπροσθοφυλακής , η οποία  πρώτη  ενεπλέκη  σε  µάχη  µε τον  εχθρό  και  αποδεκατίσθηκε . Σε  λίγο  έπεσε  και  ο ‘Έλωρις  ενώ  όταν έφθασε  ο υπόλοιπος  στρατός  αναγκάσθηκε  να  υποχωρήσει  σε  ένα  λόφο , όπου  όµως δεν υπήρχε  νερό . Αυτό  το  γεγονός  ανάγκασε  τους  Ιταλιώτες  να  παραδοθούν . 
  Ο Διονύσιος  επιδίωκε  να  αδρανοποιήσει  το  Ρήγιο . Έτσι  φέρθηκε  µε µεγάλη  επιείκεια  στους  Ιταλιώτες  που  παραδόθηκαν . Βασικά  δεν ζήτησε  κανένα  αντάλλαγµα για  την  
παράδοσή  τους  παρά  µόνο  σύναψη  ειρήνης  µε τις  βορειότερες  ελληνικές  πόλεις  της  Ιταλίας, ουσιαστικά  εναντίον  του  Ρηγίου . 
  Αντιθέτως  υποχρέωσε  το  Ρήγιο  να  πληρώσει  300 τάλαντα  και  να  παραδώσει  όλο  
τον  στόλο  µαζί  µε 100 οµήρους . Παρ ’ όλα  αυτά  το  Ρήγιο  δεν έπαψε  να  αποτελεί  απειλή  
αλλά  και  ενόχληση  για  τον  Διονύσιο. δεν δίστασε  λοιπόν να  το  κυριεύσει  όταν του  δόθηκε  η ευκαιρία . Το  387 π.Χ. ο Διονύσιος  ζήτησε  από  τους  Ρηγινούς  να  τροφοδοτήσουν  τον  
στρατό  του , που  βρισκόταν  σε  εκστρατεία  σε  περιοχή  της  Σικελίας  µε µεγάλες  ποσότητες  
τροφίµων. Οι  Ρηγινοί  αρνήθηκαν  και  ο Διονύσιος  πολιόρκησε  την  πόλη . Χρειάσθηκαν  11 
µήνες  για  να  γυρίσουν οι  Ρηγινοί  από  την πείνα . Όταν µπήκε  τελικά  στην πόλη  ο Διονύσιος  αντίκρυσε  «σωρούς  νεκρών οι  διά  την  ένδειαν  της  τροφής  ετελευτήκεισαν  και  τους  
ζώντας  δε  νεκρών έχοντες  διάθεσιν (.Σ.)». 
  Όσοι  δεν είχαν  να  πληρώσουν  λύτρα  1 µνα  εξανδραποδίσθηκαν  ενώ  ο στρατηγός  
των Ρηγίνων , Φύτων , µετά  από  εξευτελισµούς  πνίγηκε  µαζί  µε την  οικογένειά  του . 
Έτσι  ο Διονύσιος  ήλεγχε  το  το  νοτιοδυτικό  τµήµα της  Ιταλίας . 
  Τώρα  που  ο Διονύσιος  ήλεγχε  την  Σικελία  και  τµήµα της  Κάτω  Ιταλίας  δεν µπορούσε  παρά  να  προβεί  σε  ενέργειες  για  να  αναπτύξει  το  εµπόριο  στην Αδριατική  ιδρύοντας  εµπορικούς  σταθ µούς  και  αποικίες . Έτσι  συνέπραξε  µε Πάριους  για  την  ίδρυση  αποικίας  στην νήσο  Φάρο  (στη σηµερινή  Hvar, στην Κροατία , απέναντι  από  το  Split) και  στα  γειτονικά  ση µερινά  νησιά  Brac και  Vis. Επίσης , την  παραλιακή  αποικία  Λίσσο (Lissus) σηµερινή  Lezhe, βόρεια  του  Δυρραχίου , στην Αλβανία . Ακόµη ίδρυσε  και  αποικίες  στην  ιταλική  πλευρά  της  Αδριατικής . Πρώτα -πρώτα  βόρεια  την Αδρία  (σηµερινή  Adria, νότια  της  Πάδουας , Padua/Padova), την Αγκώνα  (ιδρύθηκε  από  Συρακούσιους  φυγάδες ) που  συνέβαλε  πολύ  στο  εµπόριο  των Συρακουσών. 
  Στο  εν τω  µεταξύ  σύναψε  συνθήκη  φιλίας  και  συµµαχία  µε τους  Γαλάτες  (Κέλτες ) 
της  Β. Ιταλίας  ενώ  το  384 π.Χ. επιτέθηκε  σε  πόλη  των Τυρρηνών και  αποκόµισε  λάφυρα  
αξίας  1.500 ταλάντων . 
  Έτσι  ήταν έτοιµος  πλέον  να  αντιµετωπίσει  τους  Καρχηδόνιους  σε  νέα  σύγκρουση . 
Η αφορµή δόθηκε  το  383 π.Χ. όταν ο Καρχηδόνιος  Μάγων  µε πολύ  στρατό  διεπεραιώθη  
στην Σικελία  αλλά  και  στην Κάτω  Ιταλία  µε σκοπό  να  επιτεθεί  στον Διονύσιο από  δύο  
πλευρές . Μάλιστα  κατάφεραν  να  πάρουν  µε το  µέρος  τους  και  ορισµένες  ντόπιες  πόλεις . 
Τα  πρώτα  χρόνια  Μάγων  και  Διονύσιος  αρκέστηκαν  σε  αψιµαχίες  αλλά  το  379 π.Χ. οι  
αντίπαλοι  βρέθηκαν  δύο  φορές  αντιµέτωποι  σε  µάχη  εκ  παρατάξεως . Η πρώτη  διεξήχθη  
στα  Καβάλα (Η  πόλη  Τα Κάβαλα  δεν  έχει  ακόµη εντοπισθεί)  µε νίκη  των Συρακουσίων και  θάνατο  του  Μάγωνα . Οι  Καρχηδόνιοι  έχασαν  10.000 άνδρες   που   σκοτώθηκαν   ενώ  5.000 αιχµαλωτίσθηκαν .  Οι   υπόλοιποι  κατέφυγαν   σε   κοντινό   οχυρό   και   προφασίσθηκαν   ότι   χρειάζονταν   χρόνο  µέχρι   να  επικοινωνήσουν  µε την Καρχηδόνα  και  να  δεχθούν τους  ‘όρους  παραδόσεως  που  είχε  ζητήσει  ο Διονύσιος . Φυσικά  χρησιµοποίησαν τον  χρόνο  για  να  αναδιοργανώσουν  τον  στρατό   τους .  Έτσι ,  πολύ   σύντοµα  οι   δύο   στρατοί   συγκρούσθηκαν   πάλι   στο   Κρόνιο (πιθανότατα  στην δυτική  Σικελία ) [δες  Caven, Dionysus I, p. 199]. Αυτήν  τη  φορά  ο Διονύσιος  ηττήθηκε . Έχασε  14.000 άνδρες  και  υποχρεώθηκε  να  πληρώσει  αποζηµίωση  
1.000 ταλάντων , πιθανότατα  και  ετήσιο  φόρο ενώ  περιορίσθηκε  ανατολικά  των ποταµών 
Άλυκου  (Platani) και  Ιµέρα  (Grande). Ο Άλυκος  χύνεται  σήµερα  στην Μεσόγειο  ανάµεσα  
στις  πόλεις  Agrigento και  Sciacco, στην νοτιοδυτική  Σικελία . Ο Ιµέρα  στα  βόρεια  του  
νησιού  χύνεται  στο  Τυρρηναϊκό  Πέλαγος  ανατολικά  της  Termini Imerese ενώ  στα  νότια  
ονοµάζεται  Salso και   χύνεται   στην  Μεσόγειο   στην  πόλη  Licata. Με   άλλα   λόγια ,  οι  
Καρχηδόνιοι  έγινα  κύριοι  του  δυτικού  τµήµατος  της  Σικελίας , όπως αυτό  ορίζεται  από  τον  
άξονα  Ακράγας -Ιµέρα .   Η ήττα  του  Διονυσίου  δεν μείωσε  την  ισχύ του  στην υπόλοιπη  Σικελία , µε αποτέλεσµα 10 χρόνια  αργότερα , το  368 π.Χ., να  προσπαθήσει  να  ανακαταλάβει  τις  περιοχές  
που  είχε  χάσει . Συγκέντρωσε  30.000 πεζούς , 3.000 ιππείς  και  300 τριήρεις , κατέλαβε  τον  
Σελινούντα  και  πολιόρκησε  το  Λιλύβαιο  (Lilybaeum) στο  δυτικό  άκρο  της  Σικελίας . Λόγω  
του  επερχόµενου  χειµώνα  όµως ανέστειλε  τις  επιχειρήσεις , έστειλε  πίσω  στις  Συρακούσες  
πάνω  από  τις  µισές  τριήρεις  και  κράτησε  µόνο  130. Οι  Καρχηδόνιοι , όµως, µε αρχηγό  των 
Άννωνα  επιτέθηκαν  ξαφνικά  και  κατέλαβαν  τα  περισσότερα . Έτσι  ο Διονύσιος  αναγκάσθηκε  να  συµφωνήσει  σε  ανακωχή  κατά  την  διάρκεια  του  χειµώνα . Στις  αρχές  όµως του  
367 ο Διονύσιος  πέθανε  και  το  σκηνικό  άλλαξε  τελέιως . 
 
Το  Κράτος  του  Διονυσίου  
  Όταν ο Διονύσιος  εξελέγη  στρατηγός -αυτοκράτορας  στις  Συρακούσες  είχε  το  δικαίωµα να  συγκαλεί  την Εκκλησία  του  Δήµου , να  διορίζει  τους  αξιωµατικούς  του  στρατού , 
να  αποφασίζει  και  να  διατάζει  την κατασκευή  οχυρωµατικών έργων  και  οτιδήποτε  είχε  
σχέση  µε την κήρυξη  και  την  διεξαγωγή  πολέµου . Παρ ’ ότι  οι  εξουσίες  αυτές  µοιάζουν 
υπερβολικές  δεν συνεπάγονταν  και  την επιβολή  τυραννίας , η οποία  είχε  πάντοτε  συγκεκριµένη  διάρκεια  και  αποστολή  για  περιπτώσεις  µεγάλων κινδύνων για  την  πόλη  (δες  σύγχρονα  συντάγµατα  ελληνικό  και  αµερικανικό ). Αντιθέτως , από  την στιγµή που  ανέλαβε  ο Διονύσιος , η Εκκλησία  του  Δήµου  δεν φαίνεται  να  είχε  οποιαδήποτε  εξουσία  και  µάλλον  συγκαλούνταν  µόνο  για  να  επιδοκιµάσει  τις  αποφάσεις  και  πράξεις  των τυράννων . Για  την διατήρηση  του  καθεστώτος  ο Διονύσιος  είχε  δηµιουργήσει  παράλληλους  κύκλους  όλο  και  
µεγαλύτερων  οµάδων ανθρώπων. Αφοσιωµένων σ’ εκείνων . Οι  πολυάριθµοι  µισθοφόροι  
υποτίθεται  ότι  είχαν  προσληφθεί  για  την  προστασία  της  πόλεως  αλλά  στην ουσία  ήταν 
αφοσιωµένος  στον ίδιο τον  Διονύσιο αφού  αυτός  κανόνιζε  την  αµοιβή  τους . Μια  πλειάδα  
αστυνόµων αλλά  και  οµάδα  µυστικής  αστυνοµίας  (Πλούταρχος ), οι  οποίοι  ονοµάζονταν  
«ποταγωγίδας » και  γύριζαν στην πόλη  συλλέγοντας  πληροφορίες . Το  ίδιο έπρατταν  και  
αυλητρίδες  και  εταίρες  οι  οποίες  λόγω  του  επαγγέλµατος  τους  µπορούσαν να  βρίσκονται  
σε  χώρους  όπου  πιθανόν να  συνωµοτούσαν οι  εχθροί  του  τυράννου . Επίσης  αστυνοµία  
συνόρων ήλεγχε  τις  µετακινήσεις  των Συρακουσίων αλλά  και  των ξένων  προς  και  από  την  
πόλη  και  τις  γύρω  περιοχές  της . Ακόµη µια  µεγάλη  οµάδα  συγγενών  και  φίλων του  Διονυσίου  αποτελούσε  το  συµβούλιο  του  σε  αντικατάσταση  της  Βουλής  και  των αρχόντων. 
  Ο µεγάλος  αριθµός  ανθρώπων που  υποστήριζε  τον  Διονύσιο διότι  είχαν να  κερδίσουν απ ’ αυτόν και  ο τρόπος  µε τον  οποίο  ήταν οργανωµένη  η προστασία  του  ιδίου  και  
του  πολιτεύµατός  του , δείχνει  πώς  κατάφερε  να  διατηρήσει  την  εξουσία . Ο Διονύσιος  
χρειαζόταν  µεγάλα  χρηµατικά  ποσά  για  να  πετύχει  τους  σκοπούς  του  και  τα  συγκέντρωνε  
µε άµεσες  και  έµµεσες  φορολογίες  από  τις  οποίες  προφανώς  εξαιρούνταν  οι  φίλοι  και  
συγγενείς  του . Οι  υπόλοιποι , όµως, έφθασε  να  πληρώνουν  µέχρι  και  το  ένα  πέµπτο  της  
περιουσίας  τους  (Αριστοτέλης ) σε  φόρους . Επέβαλε  κατά  καιρούς  βαρείς  φόρους  στους  
κτηνοτρόφους , αναγκαστικά  δάνεια  στους  πολίτες  αλλά  και  φόρο περιουσίας  στα  κοσµήµατα  των γυναικών. Έσοδα  του  απέφεραν  επίσης  οι  πολεµικές  αποζηµιώσεις  που  κατέβαλαν οι  ηττηµένοι , οι  φόροι  που  πλήρωναν  οι  σύµµαχοί  του  αλλά  και  η συστηµατική  σύληση  ναών. 
  Μεγάλο  µέρος  από  τα  χρήµατα  που  συγκεντρώθηκαν , δαπανήθηκαν  για  την  οχύρωση  των Συρακουσών, τον  εξοπλισµό του  στόλου  και  του  στρατού  που  δηµιουργήθηκαν . 
Η οχύρωση  των Συρακουσών υπήρξε  κολοσσιαίο  έργο  που  περιγράφεται  από  τον  Διόδωρο Σ. 60.000 εργάτες  απασχολήθηκαν  στην κατασκευή  των οχυρώσεων. Ένας  αρχιτέκτων  
ορίσθηκε  υπεύθυνος  για  κάθε  στάδιο   (Μ.) του  έργου  και  ένας  αρχιοικοδόµος  για  
κάθε  πλέθρο  ( µ.) στο  οποίο  απασχολούνταν  περίπου  200 εργάτες . Επιπλέον  των εργατών  του  έργου , άλλοι  εργάτες  εργάζονταν  στην κοπή  των λίθων ενώ  6000 ζεύγη  βοδιών 
χρησιµοποιούνταν  για  την µεταφορά  τους  στον χώρο  των έργων . Ο Διονύσιος  υποσχέθηκε  
πλούσια  δώρα  σε  όλους  όσους  (αρχιτέκτονας , οικοδόµος , εργάτες ) εργάζονταν  γρήγορα  
και  θα  τελείωναν  πρώτοι , ένα  είδος  αρχαίου  σταχανοβισµού .( Μέθοδος  οργανώσεως της  εργασίας  στις  κοµµουνιστικές  χώρες  από  το  δεύτερο  τέταρτο  του  
20ου αιώνα , που  στόχευε  στην  επίτευξη  εξαιρετικών  επιδόσεων  από  τους εργάτες , χάρις  σε  τρόπους  και  µεθόδους  που  εφήρµοζαν µε  δική  τους πρωτοβουλία  οι εργάτες  και  στην  µεταξύ  τους άµιλλα. Η  µέθοδος αυτή  οφείλει το  όνοµά της  στον  Αλεξέι  Σταχάνοφ  (Aleksei Stakhanov, 1905-1977), σοβιετικός  ανθρακωρύχος , ο  οποίος το  1935 εξόρυξε  µέσα σε  έξι  ώρες  δεκατέσσερις  φορές  περισσότερο  άνθρακα  απ ’ότι  ο  µέσος ανθρακωρύχος  της  εποχής , εφαρµόζοντας πρωτοπόρες  τεχνικές  εργασίας  και  πυροδότησαν  διαγωνισµό  επιδόσεων  παραγωγής  ανάµεσα στους  ανθρακωρύχους  της  Σοβιετικής  Ενώσεως)
 Ο Διονύσιος  παρακολουθούσε  κάθε  φάση  του  έργου  ανελλιπώς  προσωπικά  ενώ  συχνά  εργαζόταν  και  ο ίδιος  ανάµεσα  στους  οικοδόµους , πράγµα που  τον  έκανε  ιδιαίτερα  αγαπητό  στους  Συρακουσίους (Με  τον  ίδιο  τρόπο  έπραττε  και  ο  Μπενίτο  Μουσολίνι  την  δεκαετία  του  1920 στην  Ιταλία όπου εργαζόταν  συγκεκριµένες  µέρες  δίπλα δίπλα µε  βιοµηχανικούς  εργάτες  και  αγρότες  για να αποδείξει  ότι  δεν  ήταν  τίποτα  άλλο  από  τον  πρώτο  εργάτη  και  τον  πρώτο  αγρότη  του  κράτους .)Αποτέλεσµα όλων αυτών  ήταν η ολοκλήρωση  του  έργου  µέχρι  το  398 π.Χ. 
  Εκτός  από  τα  οχυρωµατικά  έργα  ο Διονύσιος  επιδόθηκε  στην κατασκευή  µεγάλου  
στόλου  αποτελούµενου  από  200 πολεµικά  και  να  αποτελέσουν  τον  συνολικό  στόλο  των 
400 πολεµικών του  Διονυσίου  κατά  τα  πρώτα  χρόνια  του  ’ αιώνα  π.Χ.  Ακόµη , ο τύραννος  κατασκεύασε  140.000 ασπίδες , εγχειρίδια  και  περικεφαλαίες  και  14.000 πολυτελείς  
θώρακες  για  τους  ιππείς  και  τους  αξιωµατικούς . Στο  τέλος  της  ζωής του  ο Διονύσιος  κατάφερε  να  έχει  τον  μεγαλύτερο  στρατό  που  συντήρησε  ποτέ  ελληνική  πόλη  στην αρχαιότητα : 400 πολεµικά , 100.000 πεζούς  και  10.000 ιππείς . 
  Η κύρια  εξωτερική  πολιτική  του  Διονυσίου  µε την  Ελλάδα  ήταν στραµµένη  προς  
την Σπάρτη  που  δεν ήταν άλλη  από  την  παραδοσιακή  πολιτική  των Συρακουσίων από  την  
εποχή  της  Σικελικής  εκστρατείας  των Αθηναίων . Οι  σχέσεις  συσφίχθηκαν  µε την επίσκεψη  του  Λυσάνδρου   Ενώ  αργότερα , το  396 η Σπάρτη  έστειλε  τριήρεις  για να  βοηθήσει  τον  Διονύσιο εναντίον  των στασιαστών  αλλά  και  καθ ’ όλον τον  Καρχηδονιακό  πόλεµο (398-392 π.Χ.). Αλλά  και  ο Διονύσιος  ανταπέδωσε  την  φιλία  και  συµµαχία  όταν έστειλε  µικρό  στολίσκο  να  βοηθήσει  το  σπαρτιατικό  ναυτικό  να  επιβάλει  την Ανταλκίδειο  ή Βασίλειο  ειρήνη  του  387/6 π.Χ. . Ο Διονύσιος  Α’ βοήθησε  επίσης  το  369 π.Χ. και  όταν Αθηναίοι  και  Σπαρτιάτες  συµµάχησαν  
εναντίον  των Θηβαίων  ενώ  το  επόµενο  έτος  οι  δυνάµεις  που  έστειλε  προς  βοήθεια  του  
βασιλιά  Αρχίδαµου  της  Σπάρτης  υπήρξαν  αποφασιστικές  για  την νίκη  των Σπαρτιατών  
εναντίον  των Αρκάδων. 

Διονύσιος, τύραννος των Συρακουσών: Η ελληνική αυτοκρατορία της Δύσης και οι πόλεμοι με τους Καρχηδονίους





Η αξιολόγηση  του  πολιτικού  και  στρατιωτικού  βίου  του  Διονυσίου  Α’ δεν µπορεί  
παρά  να  βασίζεται  στις  άφθονες  πηγές  που  διαθέτουµε για  την  ζωή  του  αλλά  και  τα  ίδια  
του  τα  έργα . Οι  γραπτές  πληροφορίες  αυτές  όµως είναι  αντιφατικές  διότι  έχουν γραφεί  από  
δριµείς  πολέµιους  του  τυράννου  αλλά  και  ένθερµους  υποστηρικτές  του . Ο Διονύσιος  Α’ 
ήταν «ψηλός , ρωµαλέος  µε πυρόξανθα  µαλλιά . Ήταν ανδρείος  στην µάχη , ακούραστος  
πολιτικός  και  µε πείσµα για  την επίτευξη  του  σκοπού  του . Δεν τον  σταµατούσε  τίποτα  όταν  ήθελε  να  επιτύχει  κάτι  και  χρησιµοποιούσε  όλα  τα  θεµιτά  και  αθέµιτα  µέσα  . Όλες  του  
οι  ενέργειες  θρησκευτικού  και  στρατιωτικού  χαρακτήρα  έκρυβαν  πολιτικές  σκοπιµότητες . 
Παρ ’ όλα  αυτά  είχε  καλλιτεχνική  κλήση  και  επιδιδόταν  ιδίως  στην ποίηση  αλλά  τα  διασωθέντα  από  τα  έργα  του  αυτά  είναι  ελάχιστα  για  να  υπάρξει  κάποια  αξιολόγηση . Πάντως  το  
κοινό  των Ολυµπιακών  αγώνων του  386 π.Χ. αποδοκίµασε  τα  ποιήµατα  του  κατά  την ανάγνωσή  τους . Τελικά , την  άνοιξη  του  367 π.Χ. και  σε  ηλικία  64 ετών ο Διονύσιος  Α’ απεβίωσε  χωρίς να  είναι  εξακριβωµένο  εάν επρόκειτο  για  θάνατο  λόγω  καταχρήσεων  ή δολοφονία . 
  Από  πολιτικής  απόψεως  το  καίριο  ερώτηµα είναι  εάν ο Διονύσιος  Α’ συνέβαλε  
στην διάσωση  του  ελληνισµού  της  Δύσεως. Ο Διονύσιος  Α’ ενδιαφερόταν  πρωτίστως  για  
την διατήρηση  της  εξουσία  του  στις  Συρακούσες  και  όλες  του  οι  ενέργειες  αποσκοπούσαν  
ακριβώς  σ’ αυτόν τον  σκοπό .Δ εν υπάρχουν  πληροφορίες  ή δείγµατα  που  να  προδίδουν 
ότι  στόχευε  στο  να  διατηρήσει  την Σικελία  σε  ελληνικά  χέρια  ακριβώς  διότι  διέθετε  εθνική  
συνείδηση . Άλλωστε  η αντιπαλότητα  που  έδειξε  απέναντι  σε  άλλες  ελληνικές  πόλεις  του  
νησιού  αποδεικνύουν  ότι  δεν στόχευε  στο  να  συνεργασθεί  µε τους  άλλους  Έλληνες  για  να  
εκδιώξει  τους  Καρχηδονίους . Εχθροί  του  ήταν όσοι  στέκονταν  εµπόδιο  στο  σχέδιο  του  να  
ελέγξει  πολιτικά , οικονοµικά  και  στρατιωτικά  την Σικελία . Αυτό  δεν αντίκειται  φυσικά  
στην ρήση  του  Πλάτωνα  ότι  έπαιξε  ρόλο  στην σωτηρία  του  ελληνισµού  της  Σικελίας , διότι  
αυτό  ακριβώς  συνέβη  εξ  αιτίας  της  πολιτικής  του  Διονυσίου  να  προστατέψει  τις  Συρακούσες  αλλά  και  να  επεκτείνει  την εξουσία  του  στο  ιταλικό  νησί . Ο Διονύσιος  Α’ υπήρξε  ένας  
τυπικός  αρχαιοελληνικός  τύραννος  που  είχε  ως µοναδικό  του  σκοπό  την πραγµατοποίηση  
των προσωπικών του  φιλοδοξιών. 
 
Διονύσιος  Β’ ο Νεώτερος  
  Τον Διονύσιο Α’ διαδέχθηκε  ο µεγαλύτερος  γιος  του  Διονύσιος  Β’ ο Νεώτερος  
που  ανήλθε  στην εξουσία  σε  ηλικία  30 ετών. Φαίνεται  ότι  είχε  την υποστήριξη  των µισθο
φόρων γιατί  ήταν ο πρωτότοκος  αλλά  και  γιατί  η συν-διοίκηση  µε τους  δύο  ανηλίκους  ετεροθαλείς  αδελφούς  του  περιέκλειε  κινδύνους  που  δεν θα  ήθελαν  να  αντιµετωπίσουν  οι  
υποστηρικτές  της  τυραννίας . Ο Διονύσιος  Β’ έλαβε  απολύτως  οµαλά  την  εξουσία  το  367 
π.Χ. 
  Οι  σύµβουλοι  του  πατέρα  του  αλλά  και  οι  διάφοροι  αυλοκόλακες  που  είχαν συγκεντρωθεί  στην αυλή  του  Διονυσίου  Α’ προσπάθησαν  να  καταστήσουν  τον  νέο  τύραννο  
υποχείριό  τους . Σηµαντικός  παράγων  στην νέα  διακυβέρνηση  της  χώρας  υπήρξε  ο Δίων. 
Ο Δίων ήταν συγγενής  εξ  αγχιστείας  µε τον  Διονύσιο Α’ και  φυσικά  µε τον  νέο  τύραννο  
και  είχε  διοριστεί  ναύαρχος  του  στόλου . Ήταν ιδιαίτερα  πλούσιος , αξιόλογος  στρατιωτικός  και  µε ιδιαίτερη  κλίση  για  την  φιλοσοφία . Απεχθανόταν  τους  αυλοκόλακες  των Διονυσίων και  είχε  εντυπωσιασθεί  από  τον  Πλάτωνα  όταν ο τελευταίος  είχε  επισκεφθεί  για  πολύ  λίγο  τις  Συρακούσες  το  388 π.Χ..
 Επιθυµούσε  την µετατροπή  του  τυραννικού  καθεστώτος  σε  ευνοµούµενη  πολιτεία  και  πίστευε  ότι  µπορούσε  να  πείσει  τον  Διονύσιο Β’ να  γίνει  ο πρώτος  νόµιµος  αρχηγός  του  κράτους  των Συρακουσών. Σκοπός  του  Δίωνος  ήταν να  εκπαιδεύσει  πολιτικά  τον  Διονύσιο και  έτσι  έπεισε  τον  Πλάτωνα  να  επισκεφθεί  πάλι  τις  Συρακούσες .. Ο Πλάτων έφθασε  το  366 π.Χ. στην Σικελία  µε την  ελπίδα  να  θέσει  σε  εφαρµογή  τις  ιδέες  που  αναπτύσσει  στην Πολιτεία  του  και  να  θέσει  τα  θεµέλια  µιας  νέας  και  ευνοµούµενης πολιτείας  στις  Συρακούσες . Ο Πλάτων συµβούλευσε  τον  Διονύσιο Β’ να  επανιδρύσει  τις  ερηµωµένες  ελληνικές  πόλεις  της  Σικελίας  για  να  έχει  συµµάχους  εναντίον του  καρχηδονιακού  κινδύνου . Ο Διονύσιος , όµως, απέφυγε  κάτι  τέτοιο  µια  που  δεν είχε  σκοπό  να  ανακατευθεί  µε στρατιωτικές  επιχειρήσεις  και  το  364 π.Χ. φρόντισε  να  συ
νάψει  ειρήνη  µε τους  Καρχηδονίους . 
  Αλλά  οι  αντίπαλοι  φρόντισαν  να  διαβάλουν  τον  Δίωνα  σε  τέτοιο  βαθµό ώστε  ο 
Δίων έφυγε  σύντοµα εξόριστος  από  τις  Συρακούσες  ενώ  σε  λίγο  τον  ακολούθησε  και  ο 
Πλάτων, ο οποίος  επέστρεψε  απογοητευµένος  στην Αθήνα . Το  361 π.Χ. όµως ο Πλάτων 
πείσθηκε  να  επιστρέψει  όταν του  δόθηκε  από  τον  Διονύσιο η υπόσχεση  ότι  σύντοµα θα  
επέστρεφε  και  ο Δίων. Μετά  από  µερικούς  µήνες  παραµονής και  ταλαιπωρίας  για  τον  
Πλάτωνα  ο Αθηναίος  φιλόσοφος  κατάφερε  µε µυθιστορηµατικό  τρόπο  να  διαφύγει  για  την  
Αθήνα . Έτσι , ο Διονύσιος  βρήκε  την ευκαιρία  να  ιδιοποιηθεί  την περιουσία  του  Δίωνος . Ο 
Πλάτων δεν κατάφερε  να  πείσει  τον  τύραννο  για  την εφαρµογή  των ιδεών του  ενώ  ο Διονύσιος  είχε  φροντίσει  να  περιστοιχίζεται  από  διάφορους  φιλοσόφους , ιστορικούς  και  ποιητές  που  δεν ήταν παρά  καλοί  κόλακες  που  έπεισαν  τον  Διονύσιο Β’ ότι  ήταν ταλαντούχος  ποιητής  και  γιος  του  Απόλλωνα . Μόλις  ο Πλάτων έφθασε  στην Αθήνα  φρόντισε  να  µεταβεί  στην Ολυµπία  το  358 π.Χ. κατά  τους  Ολυµπιακούς  αγώνες  για  να  συναντήσει  τον  Δίωνα  ο οποίος  είχε  καταφύγει  στην Πελοπόννησο . Όταν ο Δίων ενηµερώθηκε  ότι  ο Διονύσιος Β’ είχε  δηµεύσει  την περιουσία  του  έκρινε  ότι  δεν υπήρχαν  πλέον  περιθώρια  αναµονής  και  συνδιαλλαγής  µε τον  τύραννο  και  ότι  έπρεπε  να  τον  αποµακρύνει  από  την εξουσία  µε πόλεµο. Αλλά  στην προσπάθειά  του  να  βρει  υποστηρικτές  και  µισθοφόρους  να  τον  ακολουθήσουν , αντιµετώπισε  ανυπέρβλητες  δυσκολίες  διότι  ούτε  το  µεγάλο  πλήθος  των εξόριστων  Συρακουσίων, ούτε  µισθοφόροι  δέχθηκαν  να  στρατολογηθούν . 
  Τελικά  µε µεγάλες  δυσκολίες  κατάφερε  ο Δίων να  συγκεντρώσει  το  καλοκαίρι  του  
357 π.Χ. στην Ζάκυνθο  800 περίπου  άνδρες  που  θα  επιβιβάζονταν  σε  5 πλοία  µαζί  µε τις  
προµήθειες . Η δύναµή του  βέβαια  µπροστά  στα  400 πλοία , τους  100.000 πεζούς  και  τους  
10.000 ιππείς  που  διέθετε  ο Διονύσιος  ήταν απολύτως  αμελητέα . Ο Δίων πάντως  κατευθύνθηκε  προς  το  ανατολικότερο  ακρωτήριο  της  Σικελίας  και  τελικά  αποβιβάσθηκε  στην 
Ηράκλεια  Μινώα  , νότια  του  Σελινούντα , στην νοτιοδυτική  Σικελία . Μόλις  έγινε  γνωστή  η άφιξη  του  Δίωνος  στην Σικελία , χιλιάδες  άνδρες  από  τον  Ακράγαντα , τον  Γέλα , την  Μεσσήνη  και  άλλες  πόλεις  της  Σικελίας  έσπευσαν  να  καταταγούν στον στρατό  του  Δίωνος . Η φήµη του  στην Σικελία  φαίνεται  ήταν τέτοια  ώστε  ενέπνεε  εµπιστοσύνη  στους  Έλληνες  της  Σικελίας . 
  Σε  λίγες  µέρες  ο Δίων εµφανίσθηκε  µε τον  στρατό  του  στις  Συρακούσες . Η παρουσία  του  εκεί  προκάλεσε  εξέγερση  των Συρακουσίων, οι  οποίο  τελικά  υποχρέωσαν  τον  
Τιµοκράτη  να  φύγει  γρήγορα  από  την πόλη . Οι  εξαγριωµένοι  Συρακούσιοι  επιτέθηκαν  
στους  οπαδούς  της  τυραννίας  και  κατέσφαξαν  όσους  δεν πρόλαβαν  να  εγκλειστούν  στην 
Ορτυγία . Σε  λίγο  οι  πύλες  άνοιξαν  για  να  µπει  ο Δίων και  ο στρατός  του . Στην αγορά  ο 
Δίων ανακήρυξε  την  κατάλυση  της  τυραννίας  στις  Συρακούσες  και  στις  άλλες  σικελικές  
πόλεις . 

Ορτυγία Συρακούσες 

  Ο Διονύσιος  σε  λίγε  µέρες  έφθασε  τελικά  στην Ορτυγία , το  τελευταίο  του  καταφύγιο . Σύντοµα οργάνωσε  επίθεση  των µισθοφόρων του  στην πόλη  χωρίς επιτυχία . Ο Διονύσιος Β’ όµως είχε  και  άλλα  όπλα . Στην Ορτυγία  είχε  συλλάβει  συγγενείς  του  Δίωνος  και  
τον  εκβίαζε  χρησιµοποιώντας  τους  ως οµήρους . Έλεγε  στον Δίωνα  να  αναλάβει  την  αρχή  
της  τυραννίας .  Ο Δίων είχε  και  εσωτερικούς  εχθρούς  µε προεξέχοντα  τον  Ηρακλείδη , 
συµµαχητή  του  εναντίον  του  Διονυσίου . Ο Ηρακλείδης , που  εξελέγη  τελικά  ναύαρχος  χωρίς την συγκατάθεση  του  Δίωνος  που  είχε  εκλεγεί  στρατηγός -αυτοκράτωρ  υπονόµευε  τον  
Δίωνα . Η φήµη του  Ηρακλείδη  µεγάλωσε  όταν κατάφερε  να  νικήσει  σε  ναυµαχία  τον  στόλο  του  Διονυσίου  Β’. Έτσι  ο Ηρακλείδης  απέκλεισε  µε ναυτικό  αποκλεισµό την Ορτυγία  
σε  µια  προσπάθεια  να  αναγκάσει  τον  Διονύσιο να  παραδοθεί . Παρά  τις  προσπάθειές  του  
όµως ο Διονύσιος  κατάφερε  να  αποδράσει  και  να  καταφύγει  στην ηπειρωτική  Ιταλία  µε το  
µεγαλύτερο  µέρος  της  περιουσίας  του . 
  Μετά  το  συγκλονιστικό  αυτό  συµβάν ο Ηρακλείδης  έπρεπε  να  βρει  τρόπο  να  τραβήξει  την προσοχή  των Συρακουσίων από  την  αποτυχία  του . Έτσι  πρότεινε  µια  σειρά  µέτρων οικονοµικής φύσεως για  να  ικανοποιήσει  την µεγάλη  µάζα  των Συρακουσίων αλλά  
και  την αντικατάσταση  του  Δίωνος  και  άλλων  στρατηγών . Έτσι , ο Δίων δεν είχε  παρά  να  
πάρει  τους  Πελοποννήσιους  µισθοφόρους  του  και  να  αποχωρήσει  από  την  πόλη . Κατέφυγε  λοιπόν στους  Λεοντίνους . Ενώ  Συρακούσιοι  πίστευαν  ότι  έγκλειστοι  στην Ορτυγία  τυραννόφιλοι  µε αρχηγό  τον  γιο  του  Διονυσίου  θα  παραδίδονταν  γρήγορα , ο Διονύσιος  έστειλε  πλοία  µε τρόφιµα και  χρήµατα . Ο στόλος  αυτός  διέσπασε  τον  αποκλεισµό και  έφθασε  στην Ορτυγία . Οι  τυραννόφιλοι  ήταν έτοιµοι  να  αντεπιτεθούν . Μια  βραδιά  που  οι  
Συρακούσιοι  φρουροί  του  αποκλεισµού  µέθυσαν µε αφορµή µια  νίκη  τους  εναντίον  των 
εγκλείστων , οι  τελευταίοι  εξουδετέρωσαν  εύκολα  τους  αντιπάλους  και  ξεχύθηκαν  στο  κέντρο  των Συρακουσών. Οι  10.000 µισθοφόροι  του  Διονυσίου  επιδόθηκαν  σε  σφαγή  των 
πολιτών  χωρίς έλεος  για  όλη  την νύκτα . Το  επόµενο  πρωί  οι  Συρακούσιοι  δεν είχαν άλλη  
επιλογή  από  το  να  καλέσουν  τον  Δίωνα  για  να  τους  σώσει . Όταν έφθασε  ο Δίων, οι  µι
σθοφόροι  του  Διονυσίου  Β’ ήταν πάλι  στους  δρόµους  της  πόλεως  σφαγιάζοντας  τους  κατοίκους   και   καίγοντας   την  πόλη   για   να   καταβάλλουν   τους   Συρακουσίους .  Μετά   από  
σκληρή  µάχη  στους  δρόµους  των Συρακουσών ο Δίων και  οι  άνδρες  του  κατάφεραν  να  
εξολοθρεύσουν  περίπου  4.000 αντιπάλους  και  να  αναγκάσουν  τους  υπόλοιπους  να  κλεισθούν στην Ορτυγία . Εν τω  µεταξύ  ο Ηρακλείδης  πλησίασε  τον  Δίωνα  και  του  πρότεινε  
συνεργασία  για  να  σωθεί  η πόλη . Έτσι  ο Δίων εξελέγη  για  µια  φορά  ακόµη στρατηγός 
αυτοκράτωρ  και  ο Ηρακλείδης  ναύαρχος . Παρ ’ ότι  η στάση  του  Ηρακλείδη  µετά  τον  διορισµό του  δεν έδειξε  ότι  ήταν πιστός  στους  σκοπούς  της  πόλεως  και  στον Δίωνα , οι  πολιορκηµένοι  της  Ορτυγίας  αναγκάσθηκαν  τελικά  να  συνθηκολογήσουν . Σύµφωνα  µε τους  ‘όρους  της  συµφωνίας , ο γιος  του  τυράννου , Απολλοκράτης , η µητέρα  του  και  οι  αδελφές  
του  αφέθηκαν  ελεύθεροι  να  φύγουν µε πέντε  πλοία  ενώ  ο υπόλοιπος  στόλος  παραδόθηκε  
στον Δίωνα . 
  Έχοντας  την πολιτική  εξουσία  στα  χέρια  του  και  τους  Συρακουσίους  µε το  µέρος  
του , ο Δίων είχε σκοπό  να εφαρµόσει  τις  πολιτικές  ιδέες  του  δασκάλου  του  Πλάτωνος . 
Είχε  σκοπό να  ιδρύσει  µετριοπαθές  πολίτευµα. Πενήντα  επιφανείς  Έλληνες  θα  συνέτασσαν τους  νόµους  της νέας πολιτείας . Ανώτατος  άρχων θα  ήταν βασιλεύς  αλλά  µε εξουσίες  
που  περιορίζονταν  κυρίως  σε  θρησκευτικά  καθήκοντα . Η εκτελεστική  εξουσία  θα  ασκούνταν από  35 νοµοφύλακες , οι  οποίοι  µετά  το  τέλος  της  θητείας  τους  θα  επάνδρωναν  το  
δικαστικό  σώµα. Θα  υπήρχε  επίσης  βουλή  και  Εκκλησία  του  Δήµου , η οποία  θα  εξέλεγε  
τους  νοµοφύλακες . Μια  τέτοια  προσπάθεια  βέβαια  δεν µπορούσε  παρά  να  σηκώσει  θύελλα  αντιδράσεων  από  τους  πλούσιους  που  δεν ήθελαν  βέβαια  να  µοιρασθούν την περιουσία  
τους  µε φτωχότερους  ενώ  οι  Κορίνθιοι  σύµβουλοι  που  προσελήφθησαν  θεωρήθηκαν  προσωπική  αυλή  του  Δίωνος . Ο Ηρακλείδης  άρχισε  να  κατηγορεί  ανοικτά  τον  Δίωνα  για  
προσπάθεια  επιβολής  νέας  τιµωρίας και  ο Δίων δεν άργησε  να  συµφωνήσει  στην δολοφο 
νία  του  Ηρακλέιδη . Δεν άργησε  η ώρα  όµως που  και  ο Δίων ο ίδιος  δολοφονήθηκε  το  354 
π.Χ. από  επίδοξο  τύραννο . 
  Ο θάνατος  του  Δίωνος  έφερε  στην εξουσία  διάφορους  τυραννίσκους  που  κυβέρνησαν τις  Συρακούσες  µεταξύ  354 και  346, όταν τελικά  ο εξόριστος  Διονύσιος  κατάφερε  
να  αναλάβει  την εξουσία  για  µία  ακόµη φορά . Όταν ο Διονύσιος  Β’ ξαναήρθε  στις  Συρακούσες   άσκησε   την  εξουσία   του  µε  πλήρη   αυθαιρεσία .  Ο  Διονύσιος   είχε   βέβαια  να  
αντιµετωπίσει  τους  ξένους  µισθοφόρους  οι  οποίοι  είχαν µείνει  άνεργοι  και  λυµαίνονταν 
την Σικελία  αλλά  και  οι  Καρχηδόνιοι  οι  οποίοι  ποτέ  δεν είχαν  ξεχάσει  την Σικελία  και  
είχαν  αρχίσει  και  πάλι  να  ετοιµάζονται  να  επέµβουν στο  νησί . Οι  οπαδοί  του  Δίωνος  που  
είχαν  εκδιωχθεί από  τον  Διόνυσο στράφηκαν  στην Κόρινθο, µητρόπολη  των Συρακουσών, 
και  ζήτησαν  την βοήθεια  της . Οι  Κορίνθιοι  αποφάσισαν  να  στείλουν  εκστρατευτικό  σώµα 
υπό  τον Τιµολέοντα .  Εν τω  µεταξύ ,  οι  Καρχηδόνιοι  συνήψαν  συµµαχία  µε διάφορους  
τυράννους  στην Ιταλία  εξεστράτευσαν  µε 150 πλοία  , 50.000 πεζούς , 300 ‘άρµατα  και  
πολιορκητικές  µηχανές   εναντίον   της   Σικελίας   υπό   τον   Μάγωνα .  Εκ   παραλλήλου ,  ο 
τύραννος  των Λεοντίνων  Ικέτας  επιτέθηκε  και  κατέλαβε  τις  Συρακούσες  περιορίζοντας  
τον  Διονύσιο στην Ορτυγία . 

Στρατηγός, ελευθερωτής, φρουρός της δημοκρατίας: Ο Τιμολέων ο Κορίνθιος, η μάχη του Κρίμησου Ποταμού και η σωτηρία της Μεγάλης Ελλάδας






Τρεις  µέρες  αργότερα  κατέπλευσε  στην Σικελία  ο Τιµολέων µε 10 πλοία  και  700 
έµπειρους  µισθοφόρους . Οι  δυνάµεις  όµως αυτές  ήταν µηδαµινές  σ’ αυτές  που  είχε  να  αντιµετωπίσει  ο Τιµολέων. Ο Κορίνθιος στρατηγός  έπρεπε να τα  βάλλει  µε τον  Διονύσιο 
στην Ορτυγία , τον  Ικέτα στις υπόλοιπες  Συρακούσες  αλλά  και τους Καρχηδονίους .Πρώτη  
επιτυχία  του  Τιµολέωντος  ήταν η νίκη  του  επί  του  στρατού  του  Ικέτα . Ο Τιµολέων αφού  
αύξησε  την δύναµή  του σε 1.000 στρατιώτες   αντιµετώπισε  µε  επιτυχία   πενταπλάσια  
(5.000) στρατό  του  Ικέτα  και  κέρδισε  όχι  µόνο  την µάχη  της  ηµέρας  αλλά  και  τις  εντυπώσεις . Πολύ  σύντοµα δέχθηκε  νέες  ενισχύσεις  από  την Ελλάδα  µε 10 πλοία , 2000 οπλίτες  
και  200 ιππείς . Ο Διονύσιος  τελικά  αναγκάσθηκε να  διαπραγµατευθεί  µε τον  Τιµολέοντα  
και  συµφώνησε  να  παραδώσει  την Ορτυγία , τους  2.000 µισθοφόρους  που  την υπερασπίζονταν αλλά  και  τις  70.000 πανοπλίες  που  φυλάσσονταν στην ακρόπολη . Εις  αντάλλαγµα, 
ο  Διονύσιος ζήτησε να καταφύγει  µαζί  µε  τον  περίγυρό   του   και  µέρος   της   κινητής  
περιουσίας του στην Κόρινθο, όπου  πέρασε  την υπόλοιπη  ζωή  του . 
  Η αποχώρηση  όµως του Διονυσίου  δεν έλυσε τα  προβλήµατα  του  Τιµολέοντος  
διότι  την κυρίως πόλη την κατείχε  ο Ικέτας . Ο τελευταίος  κάλεσε  τον  Καρχηδόνιο  Μάγω 
να  να  συµµαχήσει  µαζί  του  εναντίον  του  Τιµολέοντα . Σε  λίγο  κατέπλευσε  στις  Συρακού 
σες  ο Μάγων  150 πλοία  και  60.000 στρατιώτες . Παρ ’ όλη  την  δύναµη που  είχε  συγκεντρωθεί  στις  Συρακούσες , ο Τιµολέων που  ήταν ακόµη στην Κατάνη , φρόντιζε  να  στέλνει  
πλοία  που  διέσπασαν  τον  κλοιό  των Καρχηδονίων  και  του  Ικέτα  και  τροφοδοτούσαν  τους  
έγκλειστους  στην Ορτυγία . Τελικά , την  άνοιξη  του  343 π.Χ. είχε  πια  γίνει  φανερό  στον 
Ικέτα   και   στον  Μάγονα   ότι  µόνο   εάν  κατελάµβαναν   την   Κατάνη   θα  µπορούσαν  να  
εκπορθήσουν  και  την Ορτυγία . Έτσι  εξεστράτευσαν  εναντίον  της  Κατάνης . Ο Τιµολέων, 
όµως, µε τέχνασµα και  διπλωµατία  παρέκαµψε  τον  εχθρικό  στρατό  και  στρατοπέδευσε  
έξω  από  τις  Συρακούσες . Όταν έγινε  αυτή  η εξέλιξη  ο Μάγων  εγκατέλειψε  την  Σικελία  και  
επέστρεψε   στην  Καρχηδόνα .  Δεν  έχει   εξακριβωθεί   γιατί   τελικά   αποχώρησαν   οι  
Καρχηδόνιοι .  
Εικάζεται  ότι  οι  Καρχηδόνιοι  είχαν  χάσει  την εµπιστοσύνη  τους  στους  στρατιώτες  του  Ικέτα  που  δεν έδειχναν  όρεξη  να  επιτεθούν  σε  οµοεθνείς  τους  Έλληνες . Επίσης , ίσως πληροφορίες  από  την Καρχηδόνα  για  πολιτειακή  αλλαγή  να  έκαναν  τον  Μάγονα  να  γυρίσει  εσπευσµένα  στην πατρίδα  του . Όπως και  εάν έχουν τα  πράγµατα , όταν ο Μάγων  επέστρεψε  στην Αφρική  θανατώθηκε . Μετά  από  αυτήν  την  εξέλιξη  ο Τιµολέων κατέλαβε  το  243/2 
π.Χ. εύκολα  τις  Συρακούσες . 
 
Τιµολέων  
  Πρώτο  µέλη µα  του  Τιµολέοντος  µετά  την κατάληψη  των Συρακουσών ήταν η  
προσέλκυση  νέων κατοίκων . Για  να  το  πετύχει  αυτό  αναθεώρησε  το  πολίτευµα  και  κάλεσε  όλους  τους  Συρακούσιους  να  συµµετάσχουν  στην κατεδάφιση  της  ακροπόλεως , 
και  των ανακτόρων  ως µια  συµβολική  πράξη  καταργήσεως  της  τυραννίας  και  των υλικών της  καταλοίπων . 
  Μέσα  σε  ένα  χρόνο , ο  Τιµολέων είχε  ανασυγκροτήσει  τον  στρατό  του  και  ήταν 
έτοιµος  να  επιτεθεί  στον Ικέτα . Έτσι , το  342/1 π .Χ. ο  Τιµολέων εξεστράτευσε  εναντίον  
του  Ικέτα  που  είχε  καταφύγει  µε  τον  στρατό  του  στους  Λεοντίνους . Πολύ  σύντοµα  ο  
Ικέτας  αναγκάστηκε  να  εγκαταλείψει  την πόλη  στην οποία  είχε  καταφύγει  και  να  αυτο 
εξορισθεί  στην Κόρινθο. Ο Τιµολέων ήταν τώρα  ο  αδιαµφισβήτητος  ηγέτης  της  Σικε 
λίας , πράγµα  που  έστρεψε  την προσοχή  των Καρχηδονίων  εναντίον  του . Την άνοιξη  
του  339 π .Χ. οι  Καρχηδόνιοι  συγκέντρωσαν  στο  Λιλύβαιο  200 πολε µικά  και  1.000 
φορτηγά  πλοία  µε  πολεµικές  µηχανές , οπλισ µό  και  εφόδια , 70.000 πεζούς  στους  οποί 
ους  συµπεριλαµβάνονταν  και  10.000 Καρχηδόνιοι  πολεµιστές . Μαζί  τους  είχαν 10.000 
άλογα  για  να  σύρουν τα  πολεµικά  τους  ‘άρµατα . Ο Τιµολέων δεν περίµενε  να  έρθουν 
οι  Καρχηδόνιοι  στην επικράτειά  του  αλλά  µε  9.000 άνδρες, εκ  των οποίων 3.000 ήταν 
Συρακούσιοι , κατευθύνθηκε  στα  δυτικά  προς  τον  Κρίµησο ποταµό  για  να  τους  συναντήσει .( Αρχικά , η δύναµή του  ήταν  περίπου  10.000 άν δρες  αλλά  στην  διαδροµή προς την  περιοχή  που  
διοικούσαν  οι Καρχηδόνιοι , 1.000 περίπου  µισθοφόροι  τον  εγκατέλειψαν  φοβούµενοι το  µέγεθος  του  καρχηδονιακού  στρατού .) Ήταν αρχή  του  καλοκαιριού  και  η  περιοχή  του  ποταµού  όπου  έφθασαν  οι  Έλληνες  ήταν καλυµµένη  από  οµίχλη  και  έτσι  σταµάτησαν  στους  γύρω  λόφους  για  να  α ναπαυθούν . Ξαφνικά  άρχισε  να  ακούγεται  µια  βοή  ανθρώπων και  οχηµάτων και  µόλις 
καθάρισε  η  οµίχλη , οι  Έλληνες  αντίκρισαν  µπροστά  τους  τους  Καρχηδόνιους  να  προ 
σπαθούν να  διαβούν τον  Κίρµησο και  να  ανασυγκροτηθούν  στην απέναντι  όχθη  του  
ποταµού . Ο Τιµολέων δεν έχασε  καθόλου  καιρό . Διέταξε  αµέσως το  ιππικό  του  να  επιτεθεί  για  να  εµποδίσει  την ανασύνταξη  της  εµπροσθοφυλακής  που  µόλις είχε  περάσει  
την κοίτη  του  ποταµού  ενώ  σχεδόν ταυτοχρόνως  επιτέθηκε  και  εκείνος  µε  το  πεζικό . 
Στην µάχη  σώµα  µε  σώµα , οι  επιδέξιοι  Έλληνες  µαχητές  άρχισαν να  νικούν τους  αντιπάλους  τους  όταν µια  αλλαγή  του  καιρού  τους  έδωσε  τον  πλήρη  έλεγχο  της  µάχης . 
Ξαφνικά , ξέσπασε  σφοδρή  καλοκαιρινή  καταιγίδα  µε  κεραυνούς , δυνατή  βροχή , χαλάζι , και  ισχυρούς  ανέµους  που  έδερναν  τους  Καρχηδονίους  κατά  πρόσωπο . Οι  εχθροί  
των Ελλήνων  άρχισαν να  έχουν µεγάλες  δυσκολίες  στην διάβαση  του  Κίρµησου  και  
τελικά  πανικόβλητοι  τράπηκαν  σε  φυγή  ενώ  πολλοί  πνίγηκαν  στον φουσκωµένο  ποτά 
µι . Στο  τέλος  της  µάχης , 7.000 στρατιώτες  του  καρχηδονιακού  στρατού  ήσαν νεκροί  
µαζί  µε  3.000 Καρχηδόνιους  πολίτες , ο  µεγαλύτερος  µέχρι  τότε  αριθµός  Καρχηδονίων  
πολιτών  που  σκοτώθηκε  σε  µάχη . Ο Τιµολέων συνέλαβε  15.000 αιχµαλώτους  και  200 
‘άρµατα  µαζί  µε  10.000 ασπίδες  και  1.000 διακοσµηµένους  θώρακες  ενώ  στο  στρατό πεδο   των  Καρχηδονίων   βρήκε   χιλιάδες  µεταφορικές   άµαξες   και   υποζύγια   αλλά   και  
χρυσό  και  άργυρο . Αµέσως φρόντισε  να  στείλει  µέρος  από  τα  λάφυρα  
σε  συµµαχικές  ελληνικές  πόλεις  της  Σικελίας  για  να  διαλαλήσει  την νίκη  του  αλλά  τα  
ωραιότερα  και  πλουσιότερα  τα  έστειλε  στην Κόρινθο µε  την επιγραφή  «Κορίνθιοι  κα  
Τιµολέων   στρατηγς  λευθερώσαντες  τος  Σικελίαν  οκοντες  λληνας  π 
Καρχηδονίων  χαρακτήρια  θεος  νέθηκαν », έτσι  ώστε  να  διαδοθεί  η  φήµη  του  και  
στην Ελλάδα .
  Ο Τιµολέων δεν διέθετε  στόλο  και  έτσι  δεν µπορούσε  να  πλήξει  τους  Καρχηδό 
νιους  στην σικελική  τους  βάση . Εξ  αιτίας  αυτού  του  γεγονότος  αποφάσισε  να  γυρίσει  
στις Συρακούσες . Οι  Καρχηδόνιοι  όµως είχαν τροµοκρατηθεί  νοµίζοντας  πως οι  Έλληνες  ίσως να  προσπαθούσαν  να  επιτεθούν  στην ίδια  την Καρχηδόνα  και  ανακάλεσαν  τον  
Γέσκωνα  (γιο  του  Άνωνος ) που  είχε  εξορισθεί  για  πραξικοπηµατική  ενέργεια , προσέλαβαν  έµπειρους  Έλληνες  µισθοφόρους  και  συµµάχησαν  µε  τον  Ικέτα . Ο Γέσκων έπλευσε  µε  70 πλοία  προς  την Μεσσήνη  ενώ  ο  Ικέτας  και  οι  άλλοι  σύµµαχοί  του  άρχισαν να  παρενοχλούν  τον  Τι µολέοντα  και  τους  συµµάχους  του . Μετά  από  µάχη  µεταξύ Ικέτα  και  Τιµολέοντος , ο  πρώτος  νικήθηκε  και  κατέφυγε  στους  Λεοντίνους  όπου  συνελήφθη  µαζί  µε  τον  γιο  του , παραδόθηκε  στον Τιµολέοντα  και  θανατώθηκε . Ο Τιµολέων νίκησε  και  άλλους  συµµάχους  των Καρχηδονίων , πράγµα  που  ανάγκασε  τους  τελευταίους  να  ζητήσουν  την σύναψη  ειρήνης  το  338 π .Χ. Σύµφωνα  µε  τους  όρους , όλες  οι  ελληνικές  πόλεις  κηρύχθηκαν  αυτόνοµες , ο  Άλυκος  ποταµός  ορίσθηκε  πάλι  ως σύνορο της  ελληνικής  και  καρχηδονιακής  κυριαρχίας  στην Σικελία  και  όσοι  Έλληνες  ζούσαν στην καρχηδονιακοί  περιοχή  ήσαν ελεύθεροι  να  µετοικήσουν  στις Συρακούσες  µε  τις  
οικογένειες  και  τα  υπάρχοντά  τους . Επίσης , οι  Καρχηδόνιοι  συµφώνησαν να  µην υποστηρίζουν στο  µέλλον  τυράννους . Οι  επιτυχίες  του  Τιµολέοντα  έστρεψαν  του  κατοίκους  των ελληνικών  πόλεων  της  Σικελίας  που  βρέθηκαν  στην ελληνική  κυριαρχία  εναντίον παντός  είδους  τυράννου  και  τυραννίσκου , µε  αποτέλεσµα  η  Κατάνη , η  Μεσσήνη  και  µικρότερες  πόλεις  της  Σικελίας  να  αφεθούν  στα  χέρια  του  Τιµολέοντα . 
  Στόχος  πλέον  του  Τιµολέοντα  ήταν να  αναστήσει  τις  ελληνικές  πόλεις  της  ανατολικής  Σικελίας  και  ειδικά  τις  Συρακούσες . Οι  πόλεις  βρίσκονταν  σε  δεινή  οικονοµική  
κατάσταση , κατεστραµµένες  και  ερηµω µένες . Ήταν τέτοια  η  αθλιότητα  ώστε  άλογα  
έβοσκαν  στην αγορά  των Συρακουσών και  αγριόχοιροι  τριγυρνούσαν  ανάµεσα  στα  ερείπια  των άλλων  πόλεων . (Πλούταρχος , Τιµολέων). Ο Τιµολέων κατανόησε  ότι  η  έλλειψη  κατοίκων  θα  άνοιγε  σύντοµα  στους  Καρχηδονίους  την όρεξη  καταλήψεως  ολόκληρης  της  νήσου . Έτσι  λοιπόν ζήτησε  από  την Κόρινθο, την µητρόπολη  των Συρακουσών, να  οργανώσει  αποστολή  νέων αποίκων. Οι  Κορίνθιοι  έστειλαν  κήρυκες  στην ηπειρωτική  Ελλάδα , στα  νησιά  και  στην Μικρά  Ασία  καλώντας  όσους  ήταν εξόριστοι  να  γυρίσουν στην Σικελία  αλλά  και  νέους  αποίκους  να  επωφεληθούν  από  την πτώση  της  τυραννίας  και  να  αναζητήσουν  µια  νέα  ζωή  στην Σικελία . Οι  νεοφερµένοι  θα  µοιράζονταν την γη  µε  τους  παλαιούς  κατοίκους . Τελικά  40.000 οικογένειες  εγκαταστάθηκαν στις Συρακούσες  και  άλλες  20.000 σε  άλλες  πόλεις . 
  Στις  Συρακούσες , ο  Τιµολέων συγκέντρωσε  κάποια  χρήµατα  στο  δηµόσιο ταµείο  πουλώντας  εγκαταλελειµµένα  σπίτια  στους  νεοφερµένους  και  κάλεσε  Κορίνθιους  νοµοθέτες  να  βοηθήσουν στην σύνταξη  του  νέου  πολιτεύµατος  των Συρακουσών. Η Εκκλησία  του  Δήµου  εξέταζε  µόνο  τα  σοβαρότερα  θέµατα  ενώ  αιρετοί  στρατηγοί  αποτελούσαν  την εκτελεστική  εξουσία . Ένας  νέος  θεσµός  ήταν η  αµφιπολία  κατά  την οποία  ο  αµφίπολος  του  Ολυµπίου  Διός , ανώτατος  και  επώνυµος  θρησκευτικός  άρχων κληρωνόταν  κάθε  χρόνο  ανάµεσα  σε  τρεις  υποψηφίους  και  ανάµεσα  στις τρεις  επιφανέστερες  οικογένειες  της  πόλεως . Ο Τιµολέων αναµειγνυόταν  ενεργά  στην πολιτική  στις Συρακούσες  µέχρι  το  337 οπότε  αποσύρθηκε  µε  την οικογένειά  του  σε  ένα  αγρόκτηµα  που  του  είχαν παραχωρήσει  οι  Συρακούσιοι  σε  ένδειξη  ευγνωµοσύνης για  τις  
υπηρεσίες  του  στην πόλη . Όταν πέθανε , οι  Συρακούσιοι  τον  έθαψαν  µε  µεγάλες  τιµές  
αναγνωρίζοντας  ότι  κατέλυσε  την τυραννία  και  νίκησε  τους  «βαρβάρους » και  έγινε  η 
κύρια  αιτία  για  την αναγέννηση  των πολιτικών  ελευθεριών  των Ελλήνων  της  Σικελίας . 
 
Οι Έλληνες  στην Δυτική  Μεσόγειο  
  Οι  πληροφορίες  που  διαθέτουµε  για  τους  Έλληνες  που  ταξίδεψαν  µέχρι  την δυτική  Μεσόγειο  και  εγκαταστάθηκαν  στα  παράλια  της  σηµερινής νότιας  Γαλλίας  και  Ισπανίας  είναι  λιγοστές , διάσπαρτες  και  συγκεχυµένες  και  προέρχονται  από  γεωγράφους  αλλά  και  αρχαιολογικά  ευρήµατα . (Λίβυος  5.34.7, Παυς . Φωκ . 1.6, Στραβ . C.179184, Πλίνιος , 3.35,  
  
Από  τα  µέσα  του  ΣΤ ’ αιώνα , η  φωκική  αποικία  της  Μασσαλίας  έγινε  η  µητρόπολη  όλων των εγκαταστάσεων  στην περιοχή . Ο πλούτος  των Μασσαλιωτών  οφειλόταν  στο  εµπόριο  αργύρου  και  ιδίως του  κασσίτερου . Φαίνεται  ότι  ο  κασσίτερος  εξορυσσόταν στις περιοχές  που  οι  Έλληνες  ονόµαζαν Κασσιτερίδες  νήσους  και  που  σήµερα  ταυτίζονται  µε  τις  νήσους  Σίλλυ  (Isles of Scilly), την χερσόνησο  της  Κορνουάλλης  
(Cornwall) και  πιθανότατα  την νήσο Ουάιτ  (Isle of Wight). Αρχικά , η  προµήθεια  του  
µετάλλου  γινόταν  από  την περιοχή  της  Ταρτησσού  και  πιθανότατα  από  την οµώνυµη  
πόλη  (δεν έχει  βρεθεί  ακόµη ), στις εκβολές  του  ποταµού  Ταρτησσού  (σηµερινού  Γουα 
δαλκιδίρ /Guadalquivir στην νοτιοδυτική  Ισπανία ), όπου  έφθανε  ο  κασσίτερος  από  την 
Βρετανία . Η επέµβαση  των Καρχηδονίων  στην περιοχή  της  Ταρτησσού , όµως, ανάγκασε  τους  Μασσαλιώτες  να  ακολουθήσουν  την δια  ξηράς  οδό  για  την προµήθεια  του  µετάλλου . Μέσω  του  Ροδανού , του  Σηκουάνα  και  άλλων  ποταµών έφθασαν  µέχρι  τις  ακτές  της  σηµερινής Βρετάνης , στην νοτιοδυτική  Γαλλία , απέναντι  από  τις  Κασσιτερίδες  νήσους .
Έτσι  συνέχισαν  να  είναι  οι  αποκλειστικοί  προµηθευτές  των Ελλήνων  σε  κασσίτερο . 
  Με  την εξάπλωση  της  καρχηδονιακής  κυριαρχίας  στην δυτική  Σικελία , όµως, οι  
Έλληνες  της  Μασσαλίας  φοβήθηκαν  πως θα  αποκοπούν  εµπορικά  από  τους  Έλληνες  
της  Σικελίας  και  κατ’ επέκταση  τον  κυρίως ελλαδικό  χώρο. Έτσι  συγκέντρωσαν  όλες  
τους  τις  δυνάµεις  και  αναµετρήθηκαν  µε  τους  Καρχηδόνιους  σε  χώρο και  χρόνο  που  
δεν έχουν διασωθεί  µέχρι  εµάς. Πάντως  η  αποχώρηση  των Καρχηδονίων  από  την δυτική  Μεσόγειο  για  περίπου  µισό αιώνα  και  τα  αναθήµατα  των νικητών  στους  Δελφούς  
δείχνουν  ότι  η  νίκη  των Ελλήνων  ήταν πολύ  µεγάλη . Μέχρι  το  τέλος  του  ΣΤ ’ αιώνα  τα  
αρχαιολογικά   ευρήµατα  µαρτυρούν  µεγάλη   οικονοµική   και   πολιτιστική   ακµή   των 
Μασσαλιωτών .  Μερικά   χρόνια   πριν  από   την µάχη   της   Ιµέρας   οι   Καρχηδόνιοι   συγκρούστηκαν  πάλι  µε  τους  Έλληνες  στην θάλασσα  γύρω  στο  490 π .Χ. 


ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ ΣΤΗΝ ΙΜΕΡΑ ΤΗΣ ΣΙΚΕΛΙΑΣ  480 π.Χ.






Σύµφωνα  µε  τους  όρους  της  ειρήνης  που  συνοµολογήθηκε , οι  Μασσαλιώτες  Έλληνες  είχαν πλήρη  κυριαρχία  στις ανατολικές  ακτές  της  Ισπανίας  και  της  νότιας  Γαλλίας . Για  τα  επόµενα  εκατό  χρόνια , δεν υπάρχει  καµία  πληροφορία  για  την τύχη  των Μασσαλιωτών . 
Εικάζεται  ότι  η  διακοπή  του  εµπορίου  του  κασσίτερου , που  ήταν το  κύριο  προϊόν που  
διακινούσαν οι  Έλληνες  της  Μασσαλίας  και  που  οφείλεται  σε  εσωτερικές  αναταραχές  
στην περιοχή  της  σηµερινής Γαλλίας , υπήρξε  η  αιτία  για  την οικονοµική  δυσπραγία  
στην περιοχή . Αρχαιολογικές  ανασκαφές  έχουν δείξει  µια  δραµατική  κάµψη  στην εισαγωγή  αγγείων  στην περιοχή  αλλά  και  στην κοπή  νοµισµάτων. Οι  Μασσαλιώτες  επανεµφανίζονται  περί  το  390 π .Χ. όταν µαρτυρείται  πολιορκία  της  πόλεως  από  Κέλτες  µε  
αρχηγό  τον  Κατύµανδο . Κατά  την παράδοση , ο  Κατύµανδος  ονειρεύθηκε  την θεά  Αθηνά  µε  τροµερή  όψη , πράγµα  που  τον  έκανε  να  συνάψει  ειρήνη  µε  τους  Μασσαλιώτες . (δες  Τρόγος /Ιουστίνος , XLII.4.6) Μήπως  όµως αυτή  η  διήγηση  είναι  µια  καλή  συγκάλυψη  των λύτρων που  πιθανόν πλήρωσαν  οι  Μασσαλιώτες  στον Κέλτη  αρχηγό ;.

Όπως και  να  έχουν τα  πράγµατα , οι  Μασσαλιώτες  ανέλαβαν τις εµπορικές τους δυνάµεις  και  από τα  µέσα  του αιώνα  αρχίζουν  πάλι  να  ταξιδεύουν  προς  την Σικελία  και  
τον  Πειραιά  ενώ  θα  πλεύσουν  και  στις ακτές  του  Ατλαντικού  από  την Σενεγάλη , στην 
βορειοδυτική  Αφρική , µέχρι  τις  Ορκάδες  νήσους  (Orkney Islands), βόρεια  της  Σκωτίας. Ενώ  οι  αποικίες  που  είχαν ιδρυθεί  από  τους  Έλληνες  από  τον  ΣΤ ’ µέχρι  τις  αρχές  
του  Ε ’ αιώνα  π .Χ. στην δυτική  Μεσόγειο  είχαν σαν σκοπό  το  εµπόριο  µε  την ενδοχώρα , οι  αποικίες  που  ιδρύθηκαν από  τον   ’ αιώνα  και  αργότερα  είχαν σαν στόχο  να  διευκολύνουν  την επικοινωνία  της  Μασσαλίας  µε  την Ιταλία . Χαρακτηριστικό  είναι  ότι  Μασσαλιώτες  ήταν αυτοί  που  ίδρυσαν τον Μόνοικο , το  σηµερινό  Μονακό . 
  Η πολιτεία  των Μασσαλιωτών  έτυχε  ιδιαίτερης  µνείας  από  τον  Στράβωνα  και  
τον  Αριστοτέλη . Σύµφωνα  λοιπόν µε  τις  αναφορές  τους , οι  πρώτοι  άποικοι  και  οι  απόγονοί  τους  εγκαθίδρυσαν  ολιγαρχία  η  οποία  σύντοµα  έγινε  ηπιότερη  όταν µε  εκλογές  
διευρύνθηκε  ο  αριθµός  των αξιωµατούχων . Οι  αξιώτεροι  εξελέγοντο  στα  πολιτειακά  
αξιώµατα  και  τελικά  το  κυρίαρχο  πολιτικό  όργανο  ήταν το  Συνέδριο . Η συνέλευση  αυτή  αποτελούνταν  από  600 ισόβιους  Τιµούχους . Τα  τρέχοντα  ζητήµατα  της  διακυβερνήσεως της  πόλεως  αναλάµβαναν  15 Τιµούχοι  ενώ  προΐσταντο  τρεις , οι  ισχυρότεροι , που  ήταν πολίτες  από  τρεις  τουλάχιστον  γενεές .
  
Η  Κάτω Ιταλία  
  Το  357 π .Χ. οι  ντόπιοι  λαοί  της  Κάτω  Ιταλίας  που  ζούσαν στο  εσωτερικό  της  
νότιας   ηπειρωτικής   Ιταλίας   συνάσπισαν  τις   δυνάµεις   τους  µε   κέντρο   την  Κωσεντία  
και  άρχισαν να  επιδράµουν εναντίον  των ελληνικών  πόλεων  των παραλίων. Πολύ  σύντοµα  κατέλαβαν  την Σύβαρη  και  άλλες  πόλεις  στο  νοτιοδυτικό  άκρο  της  ιταλικής  χερσονήσου . Τον επόµενο  χρόνο  κατέφθασε  στους  Λοκρούς , πατρίδα  της  µητέρας  του , ο  Διονύσιος  ο  Νεώτερος  των Συρακουσών, ο  οποίος  µόλις είχε  εκδιωχθεί  
από  τον  Δίωνα  στις Συρακούσες . Ο Διονύσιος  αποζήτησε  ένα  καταφύγιο  για  να  προετοιµάσει  την επάνοδό  του  στις Συρακούσες . Εν τω  µεταξύ , κατάφερε  να  αποκρούσει  
τις  επιδροµές  των ντόπιων  αλλά  και  να  εγκαθιδρύσει  σταδιακά  µια  τυραννία  που  εξελίχθηκε  σε  βάρβαρη  τυραννίδα . Τελικά , όταν κατάφερε  να  επιστρέψει  στις Συρακούσες  
το  346 π .Χ., οι  Λοκροί  τον  εκδικήθηκαν  σκοτώνοντας  βίαια  την σύζυγο  του , τις  κόρες  
του  και  τον  γιο  του  και  έτσι  απαλλάχθηκαν  από  την τυραννία . 
  Η κατάλυση  της  τυραννίας  στους  Λοκρούς , όµως, έφερε  στο  προσκήνιο  ως ισχυρή  πόλη  τον  Τάρανδα , πράγµα  που  τράβηξε  και  τους  ντόπιους  εναντίον  τους . Παρ ’ 
όλα  αυτά  οι  Ταραντίνοι  κατάφεραν  να  διατηρούν  µια  ισχυρή  στρατιωτική  δύναµη  µε  
πολλά  πλοία , 30.000 πεζούς  και  3.000 ιππείς .

 Από  το  346/5 π .Χ οι  επιθέσεις  των ντόπιων όµως ήταν συνεχείς  και  πολύ  επικίνδυνες  µε  αποτέλεσµα  να  αρχίσει  ένας  πραγµατικός  πόλεµος . Το  343 π .Χ. οι  Ταραντίνοι  ζήτησαν  την βοήθεια  της  µμητροπόλεως  τους  Σπάρτης . Οι  Σπαρτιάτες  έστειλαν  τον  Αρχίδαµο  µε  πολύ  στρατό  και  στόλο  αλλά  παρά  τις  αρχικές  του  επιτυχίες , ο  Σπαρτιάτης  και  το  µεγαλύτερο  µέρος  του  στρατού  του  εξοντώθηκαν  το  338 π .Χ. Η ήττα  των Σπαρτιατών  έκανε  τους  ντόπιους  να  συνεχίσουν  τις  επιδροµές  µε  αµείωτη  ένταση , γεγονός  που  ανάγκασε  τους  Ταραντίνους  το  334 π.Χ. να  ζητήσουν  την βοήθεια  του  Αλέξανδρου  των Μολοσσών 
   Ο Αλέξανδρος  των Μολοσσών είχε  στο  νου  του  να  δηµιουργήσει  στην δύση  
µια  αυτοκρατορία  ανάλογη  µε  αυτή  που  είχε  ιδρύσει  ο  ανιψιός  του  Αλέξανδρος  Γ ’ της  
Μακεδονίας  στην ανατολή . Με  ισχυρό  στρατό  επιτέθηκε  στους  Ιταλούς  στα  ανατολικά  
παράλια  της  χερσονήσου , τους  νίκησε  και  άρχισε  να  βαδίζει  προς  τα  δυτικά . Η µία  
στρατιωτική  επιτυχία  έφερνε  την άλλη  και  σε  λίγες  εβδοµάδες  ο  Αλέξανδρος  έγινε  ο  
ισχυρός  και  υπολογίσιµος  στρατηγός  της  νότιας  Ιταλίας . Οι  Ρωµαίοι  ανάµεσα  σε  άλλους  συνήψαν  ειρήνη  µε  τον  Ηπειρώτη  βασιλιά , πράγµα  που  του  έδωσε  την δυνατότητα  να  νικήσει  τους  Ιταλούς  στα  νοτιοδυτικά  της  χερσονήσου . Σύντοµα  κατάφερε  να  καταλάβει  την Κωσεντία , κύρια  πόλη  των Ιταλών επιδροµέων αλλά  οι  Ταραντίνοι , φοβούµενοι  την ισχυροποίηση  του  Ηπειρώτη  έσπασαν  την συµµαχία  µαζί  του . Τότε , εκείνος  στράφηκε  εναντίον  τους  και  κατέλαβε  την κτήση  τους  Ηράκλεια  αλλά  δέχθηκε  ξαφνική  επίθεση  από  τους  Ιταλούς . Το  αποτέλεσ µα  ήταν να  ηττηθούν  οι  Έλληνες  και  να  σκοτωθεί  ο  Αλέξανδρος  το  330/1 π .Χ. 
  Ο πρόωρος  θάνατος  του  Αλεξάνδρου  έβαλε  τέλος  στο  σχέδιο  της  ελληνικής  αυτοκρατορίας  στην δύση . Οι  πόλεις  και  οι  περιοχές  που  είχε  καταλάβει  είτε  υπήχθησαν  στον Τάραντα  που  απετέλεσε  πλέον  την ισχυρότερη  πόλη  της  νότιας  Ιταλίας  είτε  ανακατελήφθησαν  από  τους  ντόπιους  Ιταλούς . Η βορειότερη  ελληνική  πόλη , η  Νεάπολη  (Napoli), ήταν περικυκλωµένοι  από  Ιταλούς : οι  Ρωµαίοι  στον βορρά  και  οι  Σαυνίτες µε  τους  συµµάχους  στον νότο . Οι  Νεαπολίτες  βρέθηκαν  ανάµεσα  σε  εχθρούς  και  αποδέχθηκαν  να  κάνουν  πολίτες  και  Ιταλούς . Στην ηπειρωτική  Ιταλία , όµως, η  νέα  ισχυρή  δύναµη  ήταν πλέον  η  Ρώµη  και  αυτή  επιθυµούσε  να  εντάξει  την Νεάπολη  στην δική  της  σφαίρα  επιρροής  πριν αντιµετωπίσει  τους  µελλοντικούς  εχθρούς  της  στο  νότο . Με  την πρόφαση  ότι  γίνονταν αποδέκτες  διαµαρτυριών για  την πολιτική  των Νεαπολιτών , οι  Ρωµαίοι  έστειλαν  ανθρώπους  τους  να  πείσουν τους  αριστοκρατικούς  της  πόλεως  να  εντάξουν  την Νεάπολη  στο  ρωµαϊκό  στρατόπεδο . Το  ίδιο, όµως, έπραξαν  και  οι  Σαυνίτες  µαζί  µε  τους  Ταραντίνους , οι  οποίοι  τελικά  κατάφεραν  να  πείσουν τους  Νεαπολίτες  
να  µην αποδεχθούν  τις  ρωµαϊκές  προτάσεις . Πιθανότατα  οι  Νεαπολίτες  να  ήλπιζαν  ότι  
θα  επανακτούσαν  µέρος  της  Καµπανίας  αλλά  και  την Κύµη , που  είχε  καταληφθεί  από  
τους  Ιταλούς  το  421 π .Χ., εάν συµµαχούσαν  µε  τους  νότιους  Ιταλούς  και  τον  Τάραντα . 
  Μόλις  κλείσθηκε  η  συµφωνία , 6000 Σαυνίτες(Οι Ρωµαίοι  τους ονόµαζαν  Σαµνίτες .  )  και  σύµµαχοι  στρατιώτες  ενίσχυ σαν την φρουρά  της  Νεαπόλεως  και  προκάλεσαν  τον  Β’ Σαυνιτικό  πόλε µο  (327-304 π .Χ.). Είναι  αξιοσηµείωτο  ότι  µε  αφορµή  την κρίση  στην Νεάπολη , οι  νοτιοϊταλικές  ελληνικές  πόλεις  συµµαχούν µε  τους  ντόπιους  Ιταλούς  εναντίον  της  Ρώµης. Αν  και  δεν γνωρίζουµε  µε  βεβαιότητα  την στροφή  αυτή  στην εξωτερική  πολιτική  των ελληνικών  
πόλεων , δεν µπορούµε  παρά  να  υποθέσουµε  ότι  θεωρούσαν τους  Ρωµαίους  µεγαλύτερη  
απειλή  από  αυτή  των γειτόνων Ιταλών τους .

 Μόλις  έγινε  γνωστή  η  απόφαση  των Νεαπολιτών και  η  ενίσχυση  της  φρουράς  τους , οι  Ρωµαίοι  απέκλεισαν  την πόλη . Επί  έναν περίπου  χρόνο , οι  Νεαπολίτες  περίµεναν τον  στόλο  που  είχαν υποσχεθεί  οι  νέοι  τους  σύµµαχοι  για  να  απαλλαγούν  από  τους  Ρωµαίους , αλλά  χωρίς αποτέλεσµα . Τελικά , οι  αριστοκράτες , µετά  από  µυστικές  διαπραγµατεύσεις  µε  τους  αρχηγούς  του  ρωµαϊκού  στρατού , κατάφεραν  να  αποµακρύνουν  τον  συµµαχικό  στρατό  και  να  παραδώσουν  την πόλη  στους  Ρωµαίους . Η Νεάπολη  ενσωµατώθηκε  στο  ρωµαϊκό  δίκτυο  των συµµαχικών  πόλεων   διατηρώντας   πλήρη   εσωτερική   αυτονοµία   και   αυτοδιοίκηση .  Μάλιστα , 
είναι  εξαιρετικά  σηµαντικό  ότι  ορίσθηκε  πως οι  ιέρειες  της  ή µητρας  στην Ρώµη  θα  
ήταν ελληνίδες  από  την Νεάπολη . Η ρωµαϊκή  αυτή  πολιτική  έστελνε  φιλικό  µήνυµα  
στους  άλλους  Έλληνες  της  Ιταλίας  να  συµµαχήσουν µαζί  τους  για  να  έχουν την αυτο 
νοµίας τους  αλλά  και  προνόµια . Παρ ’ όλα  αυτά  οι  Ταραντίνοι  συνέχισαν  την φιλοσαυ 
νιτική  τους  πολιτική . 
 
Η  Σικελία  του  Αγαθοκλή  
  Ο Αγαθοκλής  (360- π.Χ.) ήρθε  το  341 π.Χ. µε  τον  πατέρα  του  και  τον  αδελφό  του  από  τις  Ιµεραίες  Θέρµες  στις Συρακούσες . το  341 π.Χ. Πατέρας  και  γιοι  ανταποκρίθηκαν  στην πρόσκληση  του  Τιµολέοντα  να  εγκατασταθούν  Έλληνες  στην πόλη . 
                                                
Ο Αγαθοκλής των Συρακουσών τσακίζει την Καρχηδόνα





Έτσι , οι  τρεις  τους  πολιτογραφήθηκαν  Συρακούσιοι  και  ασχολήθηκαν  µε  την βιοτεχνία  
κεραµιδιών. Μετά  τον  θάνατο  του  Τιµολέοντα , το  µικτό  πολίτευµα  που  είχε  καθιερώσει  δεν διήρκεσε  για  πολύ  εξ  αιτίας  των ερίδων ανάµεσα  στις διάφορες  πολιτικές  µερίδες . Την εποχή  που ο Αγαθοκλής  έφθασε  στην πόλη , µια  ολιγαρχική  «εταιρεία » κυβερνούσε  ουσιαστικά  την πόλη . Ο νέος  Συρακούσιος  πολίτης  ήταν φιλόδοξος  και  αποφασισµένος  να  χρησιµοποιήσει  κάθε  ευκαιρία  που  του  δινόταν  για  να  πλουτίσει  και  να  ανέλθει  κοινωνικά  και  πολιτικά . Συµµετείχε  στις εκστρατείες  των Συρακουσίων εναντίον του  Ακράγαντα  και  σε  βοήθεια  του  Κρότωνα  και  προήχθη  σε  χιλίαρχο  ενώ  νυµφεύθηκε  µια  πλούσια  χήρα  και  έγινε  από  τους  πλουσιότερους  πολίτες  των Συρακου σών. Στον Κρότωνα  απέκτησε  µεγάλη  φήµη  και  πιθανότατα  µε  την βοήθεια  πολιτικών  της  πόλεως  προσπάθησε  να  αναλάβει  την εξουσία  αλλά  το  εγχείρηµα  απέτυχε .


Ο Αγαθοκλής αποτύπωση από νόμισμα Συρακουσών 

Αρχικά  κατέφυγε  στον Τάραντα  αλλά  σύντοµα  µε  την βοήθεια  δηµοκρατικών  από  διάφορες  
πόλεις  στις οποίες  είχαν επικρατήσει  οι  ολιγαρχικοί , άρχισε  να  κάνει  επιδροµές  στις 
Συρακούσες . Σύντοµα  εσωτερική  αναταραχή  ανέτρεψε  την ολιγαρχία  που  κυβερνούσε  
τις  Συρακούσες  και  έτσι  ο  Αγαθοκλής  µπόρεσε  να  γυρίσει  στην πόλη  το  322 π .Χ. Οι  
δηµοκρατικοί  των Συρακουσών εξεστράτευσαν  εναντίον  της  Γέλας , όπου  είχαν καταφύγει  οι  ολιγαρχικοί  από  τις  Συρακούσες . Αν  και  ο  Αγαθοκλής  διακρίθηκε  πάλι  ως χιλίαρχος  και  ήλπιζε  ότι  οι  Συρακούσιοι  θα  εκτιµούσαν την γενναιότητα  του , εκείνοι  προσκάλεσαν  Κορίνθιο στρατηγό  φοβούµενοι  να  δώσουν εξουσία  στον Αγαθοκλή . Ο Κορίνθιος , που  αντελήφθη  τις  φιλοδοξίες  του  Αγαθοκλή  και  φοβούµενος  ότι  µπορεί  να  επέβαλε  τυραννία , πέτυχε  την καταδίκη  του  σε  εξορία . 
  Έτσι  ο  Αγαθοκλής  αναγκάστηκε  να  καταφύγει  στο  εσωτερικό  της  Σικελίας , όπου  χρησι µοποιώντας  την µεγάλη  του  περιουσία  προσέλαβε  µισθοφόρους  και  έπεισε  τους  πολίτες  των Λεοντίνων  να  τον  ακολουθήσουν  σε  πολιορκία  των Συρακουσών. Όταν έφθασε εκεί, όµως, βρήκε  φρουρά  του  Καρχηδόνιου  Αµίλκα  να  έχει  προστρέξει  σε  βοήθεια  της  πόλεως . Άρχισαν οι  συνεννοήσεις  και  φαίνεται  ότι  ο  Αγαθοκλής  έπεισε  τον  Αµίλκα  να  του  αφήσει  ελεύθερο  το  πεδίο  στις Συρακούσες  µε  αντάλλαγµα  να  τον  βοηθήσει  ο  Έλληνας  να  αναλάβει  την εξουσία  στην Καρχηδόνα . Όταν αποχώρησαν  οι  Καρχηδόνιοι , οι  Συρακούσιοι  δεν είχαν παρά  να  αφήσουν τον  Αγαθοκλή  να  µπει  στην πόλη  µε  µοναδικό  ‘όρο να  σεβασθεί  τους  θεσµούς  της  πόλεως . Το  319/318 π :Χ. λοιπόν ο  Αγαθοκλής  εγκαταστάθηκε  στην πόλη  και  παρουσιάσθηκε  ως υποστηρικτής  των αδυνάτων  εναντίον  των αυθαιρεσιών των πλουσίων. Έτσι , «γαθοκλν  Συρακόσιοι  ελοντο  π  τν  ρυ µάτων  τν  ν  Σικελίαι  ατοκράτορα  στρατηγν ». 

Για  τα  επόµενα  τρία  χρόνια  ο  στρατηγός  αποδείχθηκε  «φύλαξ  της ερήνης » στις Συρακούσες  και  καθησύχασε  τους  ολιγαρχικούς , µέχρι  που  του  δόθηκε  η  κατάλληλη  ευκαιρία  
για  να  εκτελέσει  το  πραξικόπηµά  του . Το  316 του  εδόθη  εντολή  από τους Συρακουσίους  να  επιτεθεί  σε  κοντινή  πόλη  και  να  σταµατήσει  την συγκέντρωση  δυνάµεων από  εχθρούς  του  πολιτεύµατος  της  Σικελίας . Για  τον  σκοπό  αυτό  συγκέντρωσε  3.000 άνδρες  απολύτως  πιστούς  σ ’ αυτόν και  ζήτησε  και  από  200 επιφανείς  ολιγαρχικούς  να  συµµετάσχουν  στην εκστρατεία , πιθανότατα  ως ιππείς  και  ορισµένοι  ως χιλίαρχοι . 
Την ίδια  ώρα  που  θα  γινόταν  η  συγκέντρωση  του  στρατού  ζήτησε  να  συγκληθεί  και  η  Εκκλησία  του  Δήµου , στην οποία  βρίσκονταν  οι  πλουσιότεροι  των πολιτών  ενώ  έδωσε  
διαταγή  οι  πύλες  της  πόλεως  να  παρα µείνουν κλειστές . Όταν συγκεντρώθηκε  ο  στρα 
τός , ο  Αγαθοκλής  τους  µίλησε  και  τους  είπε  πόσο πολύ  διακινδύνευε  την ζωή  του  για  
τον  δήµο  ενώ  η  εταιρία  των 600 επιβουλευόταν  την ζωή  του . Ο λόγος  του  ήταν τόσο  
πειστικός  ώστε  οι  στρατιώτες  σκότωσαν  τους  ολιγαρχικούς  που  ήταν παρόντες  και  ξε 
χύθηκαν  στην πόλη  σκοτώνοντας  τους  πλούσιους  και  λεηλατώντας  τις  περιουσίες  τους . 
Οι  σκοτωµοί  και  οι  λεηλασίες  κράτησαν  για  δύο  η µέρες . Την τρίτη  η µέρα  ο  Αγαθοκλής  συγκέντρωσε  όσους  αντιπάλους  του  είχαν µείνει  και  άλλους  διέταξε  να  σκοτω 
θούν και  άλλους  τους  εξόρισε . Σκοτώθηκαν  είτε  4000 ( .Σ. κατά  Τίµαιο) είτε  µόνο  800 
(ΕΙΕ , 4:328) ενώ  οι  φυγάδες  και  εξόριστοι  4.000-5.000 ( .Σ.). 
  Μόλις  τα  πράγµατα  ησύχασαν , ο  Αγαθοκλής  συνεκάλεσε  την Εκκλησία  του  Δήµου  και  διακήρυξε  ότι  εκείνος  είχε  κάνει  το  καθήκον  του  ως «φύλαξ της ειρήνης » και  η  
πόλη  ήταν πλέον  καθαρή  από  τους  600 που  προσπαθούσαν  να  εγκαθιδρύσουν  την ολιγαρχία . Συνεπώς  το  έργο  του  είχε  ολοκληρωθεί  και  θα  επιθυµούσε  να  αποτραβηχτεί  
από  τον  δηµόσιο βίο και  ενώ  έλεγε  αυτά , απόθεσε  το  ξίφος  του  και  την χλαµύδα  του  
στρατηγού  και  ετοιµάσθηκε  να  φύγει  ως απλός  πολίτης . Το  πλήθος  αµέσως ξεσηκώθη 
κε  φοβούµενο  ότι  η  οποιαδήποτε  νέα  αρχή  µπορεί  να  µην δικαιολογούσε  τις  πράξεις  
που  είχαν υποκινηθεί  από  τον  Αγαθοκλή  και  έτρεξε  να  τον  σταµατήσει . Άρχισε  να  φωνάζει  ότι  ο  Αγαθοκλής  ήταν ο  µόνος  κατάλληλος  να  αναλάβει  «την των όλων επιµέλειαν» και  εκείνος  πείσθηκε  να  µείνει . Έτσι  εξελέγη  στρατηγός -αυτοκράτορας  χωρίς περιορισµούς  έχοντας  την ευθύνη  όλων των πραγµάτων της  πόλεως . Ήταν όλα  προ σχεδιασµένα  (ΙΕΕ ) ή  τον  βοήθησαν  οι  συγκυρίες ; Ο Αγαθοκλής  δεν είχε  παραβεί  τον  όρκο που  είχε  δώσει  πριν τρία  χρόνια : το  πολίτευµα  είχε  διατηρηθεί , όπως και  η  Εκκλησία  του  Δήµου  που  συνερχόταν  κανονικά . Τώρα  βέβαια  ο  Αγαθοκλής  είχε  αναγορευθεί  σε  ένα  είδος  τυράννου  µε  τους  επίσηµους  τίτλους  στρατηγός -αυτοκράτωρ  και  επιµελητής  της  πόλεως ,ως στρατηγός  αυτοκράτωρ  είχε  την πλήρη  ευθύνη  και  διοίκηση  του  στρατού  ενώ  ως επιµελητής  της  πόλεως  είχε  πολιτικές  εξουσίες  που  αφορούσαν  τον  διακανονισµό  χρεών, τον  αναδασµό  γης , την διανοµή  περιουσιών  αλλά  και  την πολιτογράφηση  ξένων . Έτσι  χρησιµοποίησε  χρήµατα  της  πόλεως  για  να  στρατολογήσει  
10.000 πεζούς  και  3.500 ιππείς  µισθοφόρους , οι  οποίοι  φυσικά  ήταν απόλυτα  αφοσιωµένοι  στον ίδιο. Ο Αγαθοκλής  σκόπευε  µε  τον  στρατό  του  να  αναβιώσει  το  παλιό  όνειρο του  Διονυσίου  Α’ και  να  ελέγξει  στρατιωτικά  ολόκληρη  την Σικελία  και  το  316 έβαλε  σε  εφαρµογή  το  σχέδιό  του.  Στην αρχή  κατέλαβε  πολλές  σικελικές  πόλεις  και  κώµες  που  ήταν σύµµαχοι  των 
Συρακουσίων και  τώρα  τις  είχε  υπό  τον  πλήρη  έλεγχό  του . Μετά  στράφηκε  εναντίον  
της  Μεσσήνης . Πολιόρκησε  την πόλη  αλλά  οι  Καρχηδόνιοι , που  ήταν σύµµαχοι  των 
Μεσσηνίων, τον  προειδοποίησαν  ότι  όφειλε  να  σεβαστεί  την συνθήκη  του  338 για  την 
ανεξαρτησία  των ελληνικών  πόλεων  του  νησιού . Ο Αγαθοκλής  δεν ήταν έτοιµος  να  
αντεπεξέλθει  σε  τέτοιας  κλίµακας  πόλεµο  και  υποχώρησε . Έλυσε  την πολιορκία  και  
επέστρεψε  στις Συρακούσες . Οι  µεγάλες  πόλεις  όµως θορυβήθηκαν  από  τις  κινήσεις  
του  Συρακούσιου  στρατηγού  και  ο  Ακράγας , η  Γέλα  και  η  Μεσσήνη  συγκρότησαν  συ
νασπισµό  εναντίον  των Συρακουσίων. Θέλοντας  να  αποφύγουν  να  δώσουν τη  αρχηγία  
του  ενωµένου  στρατού  σε  κάποιον  δικό τους  πολίτη  για  να  µην εκµεταλλευθεί  για  ίδιο 
όφελος  την µεγάλη  δύναµη , προτίµησαν να  καλέσουν  τον  Σπαρτιάτη  Ακρότατο , γιο  
του  βασιλιά  Κλεοµένη . Εκείνος , φιλόδοξος  αλλά  απο µονωµένος  πολιτικά  στην Σπάρτη , δέχθηκε  και  απέπλευσε  µε  λίγα  πλοία  για  τον  Ακράγαντα .
 Περνώντας , όµως από  τον  Τάραντα , έπεισε  τους  Ταρντίνους  να  συµµετάσχουν  στην συµµαχία  των σικελικών  πόλεων  µε  20 πλοία . Όταν έφθασε  στον προορισµό  του  ο  Ακρότατος  φρόντισε  να  εκµεταλλευθεί  την όλη  κατάσταση  προς  όφελός  του  µε  σκοπό  να  γίνει  τύραννος . Τελικά , 
όµως, τα  σχέδιά  του  απέτυχαν  και  αναγκάσθηκε  να  φύγει  νύχτα  από  τον  Ακράγαντα  
για  να  σωθεί . Η συµµαχία  διαλύθηκε  και  µε  µεσολάβηση  του  Αµίλκα , οι  πόλεις  συµφώνησαν να  επιστρέψουν  στους  όρους  του  338, δηλαδή  στην αυτονοµία  όλων των ελληνικών  πόλεων  της  Σικελίας . Ο ουσιαστικός  νικητής  των γεγονότων  ήταν ο  Αµίλκας  και  οι  Καρχηδόνιοι  οι  οποίοι  εµφανίσθηκαν  ως διαιτητές  της  ελληνικής  κρίσεως  και  επέβαλαν  για  άλλη  µία  φορά  την συµφέρουσα  για  εκείνους  ειρήνη  του  338 π .Χ. 
Οι Μεσσήνιοι , όµως θεώρησαν  ότι  ο  διακανονισ µός  αυτός  ευνοούσε  τον  Αγαθοκλή  και  
υποστήριξαν  µε  απεσταλµένους  τους  στην Καρχηδόνα  ότι  ο  Αµίλκας  πρέπει  να  είχε  
συνάψει  µυστική  συµφωνία  µε  τον  Αγαθοκλή . Ενώ  οι  Καρχηδόνιοι  πολιτικοί  διαφωνούσαν µε  την στάση  του  Αµίλκα  αλλά  δίσταζαν να  τον  ελέγξουν , φοβούµενοι  την πιθανή  αντίδρασή  του  εναντίον  της  πόλεώς  του , ο  Αγαθοκλής  φρόντισε  να  συγκεντρώσει  νέο  ισχυρό  στρατό  για  να  πετύχει  τους  σκοπούς  του . 
  Το  312 π .Χ. ο  Αγαθοκλής  έκρινε  πως ήταν έτοιµος  να  επαναλάβει  τις  επιχειρή 
σεις.  Πρώτα -πρώτα  έπρεπε  να  αναγκάσει  τους  Μεσσηνίους  να  πάψουν  να  δέχονται  
τους εχθρούς του  εξόριστους  Συρακούσιους  και  έστειλε  εκστρατευτικό  σώµα  εναντίον  
τους . Αφού  συνελήφθησαν  πολλοί  Μεσσήνιοι , η  πόλη  αναγκάσθηκε  να  δεχθεί  
τους  ‘όρους  του  Αγαθοκλή : οι  Μεσσήνιοι  υποσχέθηκαν  ότι  δεν θα  παρείχαν  πια  άσυλο  
σε  εξόριστους  ολιγαρχικούς , θανάτωσαν  ή  εξόρισαν πολλούς  από  τους  δικούς  τους  ο 
λιγαρχικούς  συµπεριλαµβανοµένου  και  του  ιστορικού  Τίµαιου  και  δέχθηκαν  τον  Αγαθοκλή , τον  στρατό  του  και  δικούς  τους  εξόριστους  δηµοκρατικούς  πίσω  στην πόλη . Ο 
Αγαθοκλής  είχε  υποτάξει  την Μεσσήνη  αλλά  νέος  του  στόχος  έγινε  ο  Ακράγας , όπου  
τώρα  συγκεντρωνόντουσαν  οι  Συρακούσιοι  ολιγαρχικοί . 
  Αυτήν  την φορά , όµως, οι  Καρχηδόνιοι  δεν θα  καθόντουσαν να δουν την παράσταση  του  Συρακούσιου  στρατηγού  αµέτοχοι . Ο Αµίλκας  του  Γίσκωνος , που  είχε  αντικαταστήσει  τον  προηγούµενο  Αµίλκα  στην αρχηγία  του  καρχηδονιακού  εκστρατευτικού  σώµατος  στην Σικελία , ήταν ήδη  στον Ακράγαντα  µε  60 πολεµικά . Ο Αγαθοκλής  προσπάθησε   να   δηµιουργήσει   αντιπερισπασµό  επιτιθέµενος  σε   φρούρια και πόλεις   στην καρχηδονιακή  επικράτεια  της  Σικελίας . Εν τω  µεταξύ  οι  Καρχηδόνιοι  κατέλαβαν  οχυρό  λόφο  στην δυτική  όχθη  του  ποταµού  Ιµέρα  (σηµερινού  Salso), ανάµεσα  στον Ακράγαντα  και  στην Γέλα , µε  αποτέλεσµα  να  µπορούν να  ελέγχουν  την παραλιακή  οδό  που  ένωνε  τις  δύο  πόλεις . Ο Αγαθοκλής  γύρισε  στις Συρακούσες  µε  τον  αέρα  θριαµβευτή  και  χωρίς να  γνωρίζει  ότι  οι  Καρχηδόνιοι  της  Σικελίας  περίµεναν ισχυρές  ενισχύσεις  από  την Αφρική .
 
Μάχη  του  Ιµέρα (311 π .Χ .). 
  Ο Αγαθοκλής  αποφάσισε  να  πλησιάσει  του  Καρχηδόνιους  στον ποταµό  Ιµέρα . 
Για  να  έχει  εξασφαλισµένα  τα  νώτα  του , έφθασε  γρήγορα  στην Γέλα , εκκαθάρισε  την 
πόλη  από  τους  πραγµατικούς  και  πιθανούς  αντιπάλους  του  σκοτώνοντας  4.000 από  
τους  ευπορότερους  πολίτες . Κατόπιν , πλησίασε  από  τα  ανατολικά  αλλά  σε  απόσταση  
µερικών χιλιοµέτρων τους  40.000 πεζούς  και  5.000 ιππείς  του  Αµίλκα  στον Ιµέρα . Ο 
στρατός  του  δεν πρέπει  να  υπερέβαινε  τους  30.000 πεζούς  και  3.500 µισθοφόρους  ιπ 
πείς  (ΙΕΕ , 4:330), σύµφωνα  µε  σηµερινούς  υπολογισµούς . Ο Αγαθοκλής  δεν πραγµα τοποίησε  µεγάλη  επίθεση  αµέσως, ίσως γιατί  ήθελε  πρώτα  να  ζυγίσει  τον  στρατό  του  σε  σύγκριση  µε  τον  αντίπαλο . Έτσι , οι  δύο  στρατοί  περιορίσθηκαν  σε  αψιµαχίες . Είναι  άγνωστο  εάν ο  Αγαθοκλής  είχε  µάθει  ότι  επέκειτο  άφιξη  καρχηδονιακών  ενισχύσεων, πάντως  αποφάσισε  να  προκαλέσει  µεγάλης  κλίµακας  σύγκρουση . Το  καλοκαίρι  του  311 π .Χ. έστειλε  ένα  απόσπασµα  δήθεν να  λαφυραγωγήσει  κοντά  στο  ποτάµι  και  ένα  άλλο  να  παρακολουθεί  το  άλλο  από  κοντά  αλλά  χωρίς να  γίνει  αντιληπτό . Ο ίδιος  δε  µε  τον  υπόλοιπο  στρατό  του  άρχισε  να  βαδίζει  αργά  προς  το  ποτάµι  φροντίζοντας  να  µείνει  αθέατος . Όπως είχε  συµβεί  και  άλλες  φορές , οι  Καρχηδόνιοι  καταδίωξαν  τον  πρώτο  απόσπασµα  και  πέρα  από  το  ποτάµι  αλλά  ξαφνικά  βρέθηκαν  µπρος  στο  δεύτερο  τµήµα  και  άρχισαν να  οπισθοχωρούν. Μέσα  στην αναταραχή , ο  κύριος  όγκος  του  στρατού  του  Αγαθοκλή  διέβη  τον  Ιµέρα  και  επιτέθηκε  στο  στρατόπεδο  των Καρχηδονίων . Αν  και  κατάφερε  να  περάσει  την ξύλινη  περίφραξη , ο  Αµίλκας  διέταξε  τους  σφενδονίτες  να  ρίξουν µεγάλες  πέτρες  εναντίον  του  µε  αποτέλεσµα  να  τον  αναγκάσει  να  οπισθοχωρή σει . Ο Αγαθοκλής , όµως επιτέθηκε  από  άλλο  σηµείο  και  είχε  σχεδόν καταλάβει  το 
στρατόπεδο  όταν εµφανίσθηκαν  οι  καρχηδονιακές  ενισχύσεις  που  µόλις είχαν αποβιβασθεί  δυτικά  του  στρατοπέδου  χωρίς να  γίνουν αντιληπτοί . Οι  Έλληνες  τράπηκαν  σε  φυγή , πνίγηκαν  στο  ποτάµι  και  κατεσφάγησαν  από  τους  Καρχηδόνιους  στην προσπάθειά  τους  να  φθάσουν στο  στρατόπεδό  τους . Ο Αγαθοκλής  µέτρησε  7.000 νεκρούς  ενώ  ο  Αµίλκας  µόνο  500. 
  Ο Αγαθοκλής  δεν είχε  πλέον  τις  δυνάµεις  για  να  αντιµετωπίσει  τους  Καρχηδονίους  και  οπισθοχώρησε  στην Γέλα , όπου  και  οχυρώθηκε  πίσω  από  τα  τείχη  της  πόλεως. Σκοπός  του  ήταν να  εµποδίσει  τους  Καρχηδόνιους  να  βαδίσουν ανενόχλητοι  µέχρι  τις · Συρακούσες  αλλά  και  να  προλάβουν  οι  Συρακούσιοι  να  µαζέψουν  τα  γεννήµατα . Ο Αµίλκας  δεν πολιόρκησε  την Γέλα  αλλά  επισκέφθηκε  και  προσεταιρίσθηκε  µικρότερες  πόλεις  της  Σικελίας  ενώ  ο  Αγαθοκλής  γύρισε  τελικά  στις Συρακούσες .  Η θέση  του  ήταν τώρα  πολύ  δύσκολη . Είχε  χάσει  τους  συµµάχους  του  στην Σικελία  και  µεγάλο  µέρος  από  τον  στρατό  του  ενώ  ήταν περιορισµένος  στις Συρακούσες , αποκλεισµένος  και  από  την ξηρά  και  από  την θάλασσα . Ο Αγαθοκλής  κατάλαβε  πως εάν οι  Καρχηδόνιοι  επιχειρούσαν  να  πολιορκήσουν  τις  Συρακούσες , η  πόλη  δεν θα  άντεχε  για  πολύ  λόγω  των περιορισµένων εφοδίων που  διέθετε . Συνέλαβε , όµως, ένα  
παράτολµο  σχέδιο : να  συγκεντρώσει  τις  καλύτερες  δυνάµεις  του , να  πλεύσει  µέχρι  την 
Καρχηδόνα  και  να  επιτεθεί  στην πόλη  µε  σκοπό  να  αναγκάσει  τον  καρχηδονιακό  στρατό  της  Σικελίας  να  εγκαταλείψει  το  νησί  και  να  γυρίσει  πίσω  στην Αφρική . Στόχευε  
στον αιφνιδιασµό  διότι  ποτέ  µέχρι  τότε  οι  Καρχηδόνιοι  δεν είχαν δεχθεί  επίθεση  στην 
ίδια  τους  την πόλη  αλλά  διακινδύνευε  και  πολλά . Η εκστρατεία  προετοιµάσθηκε  µε  
µεγάλη   προσοχή   και  µυστικότητα .  Επιβίβασε   σε  60 πλοία 3.500 Συρακούσιους   και  
10.000 απελεύθερους  δούλους  και  µισθοφόρους  ενώ  διόρισε  «επιµελητή  της  πόλεως » 
τον  αδελφό  του  και  αρχηγό  του  στρατού  που  θα  έµενε στην πόλη  έµπιστό του στρατηγό . Επέτρεψε  σε  1.600 πλούσιους  πολιτικούς  αντιπάλους  του  να  εγκαταλείψουν  την 
πόλη  µαζί  µε  τα  αγαθά  τους  για  να  µην προξενήσουν  αναταραχές  [κατά  άλλη  πηγή  διέ 
ταξε  να  τους  σκοτώσουν  αφού  έφυγαν για  να  οικειοποιηθεί  τα  αγαθά  τους ] 
  Το  καλοκαίρι  του  310 π .Χ., µε  εξαιρετικό  στρατηγικό  τέχνασµα  κατάφερε  να  
αποπλεύσει  από  τις  Συρακούσες . Ο καρχηδονιακός  στόλος  που  φύλαγε  την είσοδο  του  
λιµανιού   κυνήγησε   φορτηγά   πλοία  µε   σιτηρά   που   προσπαθούσαν   να   σπάσουν  τον  
κλοιό  και  να  φθάσουν στην πόλη . Μόλις  οι  εχθροί  άφησαν δίοδο  ελεύθερη , ο  Αγαθοκλής  άνοιξε  πανιά  και  έπλευσε  βόρεια  κατά  µήκος  των δυτικών  ακτών της  Σικελίας  για  
να  παραπλανήσει  τους  Αφρικανούς  που  τελικά  άρχισαν να  τον  καταδιώκουν . Ο στόλος  
του  περιέπλευσε  τις  βόρειες  και  δυτικές  ακτές  του  νησιού  και  µετά  διέπλευσε  το  Στενό  
της  Σικελίας  (ή  Τυνησίας ) κατευθυνό µενος  προς  την Καρχηδόνα . Παρ ’ ότι  το  καρχη 
δονιακό   σώµα  της Σικελίας που  τον  ακολουθούσε   κατάλαβε  τους  σκοπούς  του και  
προσπαθούσε  να  τον  πλησιάσει , ο  Αγαθοκλής  έφθασε  πρώτος  στην αφρικανική  ακτή  
και  στρατοπέδευσε  ανενόχλητος  ενώ  κράτησε  τον  εχθρικό  στόλο  µακριά  από  την ακτή . 
Είχε  αποβιβασθεί  στην θέση  Λατοµίαι  (ση µερινή  Rhar-el-Kebir της  Τυνησίας ) 2,5 χλ µ. 
νοτιοδυτικά  του  ακρωτηρίου  Ερµαία  Άκρα  (Cap Bon) και  100 χλµ. βορειοανατολικά  
της  Καρχηδόνας . Με  την πρόφαση ότι είχε ορκισθεί να ανάψει  τεράστια  φωτιά  στην 
ή µητρα  και  στην Περσεφόνη  όταν θα  έφθαναν στην Αφρική , έκαψε  τον  στόλο  υπο 
χρεώνοντας  τον  στρατό  να  ξεχάσει  την άµεση  επιστροφή  στην πατρίδα . Κατόπιν , ο  
στρατός  βάδισε  κατά  µήκος  της  ακτής  προς  τα  δυτικά  και  την Καρχηδόνα .Διέταξε τους στρατιώτες του να λαφυραγωγήσουν και να καταστρέψουν τα πάντα από όπου περνούσαν, μέχρι που έφθασε στην πόλη της Τύνιδας (ή στην πόλη Τύνητα).
 
Η στρατηγική της Μάχης του Τύνητα
Η Πρώτη Μάχη του Λευκού Τύνητα (310 π.Χ.) αποτελεί ένα από τα πιο συναρπαστικά δείγματα στρατηγικής και τακτικής της ελληνιστικής περιόδου. Η νίκη του Αγαθοκλή απέναντι στους Καρχηδόνιους βασίστηκε κυρίως στον ψυχολογικό εξαναγκασμό των ανδρών του, στην εκμετάλλευση του ανάγλυφου του εδάφους και στην ανωτερότητα των βετεράνων του. 
Η στρατηγική και η τακτική της μάχης αναλύονται σε τρεις βασικούς άξονες:
1. Η Ψυχολογική Προετοιμασία: «Δεν υπάρχει επιστροφή»
Πριν τη μάχη, ο Αγαθοκλής πήρε μια ακραία και ιδιοφυή απόφαση: έκαψε ολόκληρο τον στόλο του στην ακτή.  Αφαίρεσε από τους στρατιώτες του (περίπου 13.500 άνδρες) κάθε ελπίδα ή σκέψη υποχώρησης.Το αποτέλεσμα: Οι άνδρες του γνώριζαν ότι η μόνη επιλογή για να επιβιώσουν σε μια εχθρική ήπειρο ήταν να νικήσουν. 

2. Η Τακτική στο Πεδίο της Μάχης: Εκμετάλλευση του Στενού Εδάφους
Οι Καρχηδόνιοι παρέταξαν έναν τεράστιο στρατό (περίπου 40.000 πεζούς, 1.000 ιππείς και 2.000 πολεμικά άρματα). Παρά την αριθμητική υπεροχή τους, ο Αγαθοκλής επέλεξε να δώσει τη μάχη σε ένα πολύ στενό πεδίο. 
Εξουδετέρωση υπεροπλίας: Το στενό έδαφος εμπόδισε τους Καρχηδόνιους να εκμεταλλευτούν τον αριθμό τους για να κυκλώσουν (υπερφαλαγγίσουν) τις ελληνικές γραμμές. 
Αποτυχία αρμάτων και ιππικού: Η πρώτη επίθεση των καρχηδονιακών αρμάτων και του ιππικού αποκρούστηκε με επιτυχία από το έμπειρο ελληνικό πεζικό, αναγκάζοντάς τα να υποχωρήσουν άτακτα προς τα πίσω και να προκαλέσουν σύγχυση στις δικές τους γραμμές. 

3. Ποιοτική Υπεροχή & Ηγεσία
Οι δυνάμεις του Αγαθοκλή αποτελούνταν από έμπειρους βετεράνους οπλίτες και σκληροτράχηλους μισθοφόρους, ενώ η πλειονότητα του καρχηδονιακού στρατού ήταν βιαστικά στρατολογημένοι πολίτες. 
Η σύγκρουση των διοικητών: Στο πεδίο της μάχης, ο Αγαθοκλής αντιμετώπισε τον Ιερό Λόχο των Καρχηδονίων (το επίλεκτο σώμα τους) υπό τον στρατηγό Άννωνα. 
Το σημείο καμπής: Μετά από σκληρή μάχη, ο Άννωνας τραυματίστηκε θανάσιμα και έπεσε. Ο έτερος Καρχηδόνιος στρατηγός, ο Βομίλκας (ο οποίος είχε κρυφές πολιτικές βλέψεις για να γίνει τύραννος στην Καρχηδόνα), βρήκε την ευκαιρία και διέταξε σκόπιμα υποχώρηση των δικών του δυνάμεων. 
Η κατάρρευση: Η υποχώρηση του Βομίλκα προκάλεσε πανικό. Η καρχηδονιακή παράταξη διασπάστηκε και ο στρατός τράπηκε σε άτακτη φυγή προς την οχυρωμένη Καρχηδόνα. 
Το Αποτέλεσμα... Η στρατηγική του Αγαθοκλή απέδωσε καρπούς. Αν και δεν είχε τις δυνάμεις να πολιορκήσει την ίδια την Καρχηδόνα, οχύρωσε τον Τύνητα, λεηλάτησε την ύπαιθρο και ανάγκασε πολλούς Λίβυους συμμάχους των Καρχηδονίων να αλλάξουν στρατόπεδο και να συμμαχήσουν μαζί του. 



ΤΕΛΟΣ Α'  ΜΕΡΟΥΣ 

ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝ


   
 full-width

ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝ

ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΚΑΝΟΝΙΚΑ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΣΤΟ ΚΙΝΗΤΟ ΚΛΙΚ ΕΠΑΝΩ ΤΗΣ