ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΠΕΡΙ ΜΕΘΗΣ, ΠΕΡΙ ΑΡΕΤΩΝ ΚΑΙ ΚΑΚΙΩΝ, ΠΕΡΙ ΚΟΣΜΟΥ



Στο δεύτερο μισό του 1ου αι. π.Χ. ο Ανδρόνικος από τη Ρόδο έκανε – πρώτος αυτός – την έκδοση των εσωτερικών έργων του Αριστοτέλη ۠ το αναγνωστικό κοινό ενθουσιάστηκε.


ΣΥΜΠΟΣΙΟΝ Ή ΠΕΡΙ ΜΕΘΗΣ

Τα αποσπάσματα του απολεσθέντος αριστοτελικού έργου Συμπόσιον ή Περί Μέθης εντάσσονται στην πρώιμη περίοδο της φιλοσοφικής του δραστηριότητας ( 367 – 347 π.Χ.) και ειδικότερα στα χρόνια της Ακαδημίας. Το Συμπόσιον ή Περί Μέθης έχει εκλαϊκευτικό χαρακτήρα και είναι γραμμένο σε διαλογική μορφή, κατά το πλατωνικό πρότυπο. Το έργο αυτό έγραψε ο Αριστοτέλης στα νεανικά του χρόνια, όταν ακόμη ανήκε στα μέλη της πλατωνικής σχολής.




Αρχικά παρατίθενται στο έργο αυτό ονομαστικά οι αρχαίοι φιλόσοφοι : ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Σπεύσιππος, ο Πρύτανις και ο Ιερώνυμος, οι οποίοι ασχολήθηκαν σοβαρά με τα θέματα τα οποία εκτίθενται στα συμπόσια, τα οποία μάλιστα δε θεωρούνταν καθόλου παιδαριώδη. Στη συνέχεια επισημαίνεται ήδη και από τον Όμηρο στην Οδύσσεια ότι ο μετέχων στα συμπόσια ( δείπνα ), θα έπρεπε να είναι καθαρός και πολύ περισσότερο μάλιστα, όταν αυτός είναι μορφωμένος. Η καθαρότητα και η πληρότητα είναι βασικές προϋποθέσεις για την προσφορά θυσιών στους θεούς.
Σύμφωνα με τα παλαιά ήθη, όπως διευκρινίζει ο Σέλευκος, το φαγοπότι στα συμπόσια συνοδευόταν με τη συνήθεια να πίνουν λίγο οίνο προς τιμήν των θεών και να αποφεύγουν την πολυτέλεια. Ο Όμηρος θεωρούσε τον οίνο απαραίτητο συστατικό για κάθε γεύμα. Ο οίνος υπήρξε αναπόσπαστο στοιχείο της καθημερινής διατροφής. Σύμφωνα με τις αναφορές στην Οδύσσεια, ο οίνος μετά τη ζύμωση φυλασσόταν σε μεταλλικούς ή πήλινους αμφορείς καθώς και σε αγγεία γενικότερης χρήσης.
Οι φιλόσοφοι με αφορμή την οινοποσία και το τελικό στάδιο αυτής, τη μέθη, ασχολήθηκαν με το ερώτημα αν θα πρέπει να μεθάει ο σοφός. Το ένα τμήμα της ερώτησης αφορά την ηθική ποιότητα, δηλ. το να πίνει ο σοφός, εφόσον αυτό είναι σύνηθες στα συμπόσια προς τιμήν των θεών. Το άλλο τμήμα αφορά στην ιδιάζουσα φύση του καλού πολίτη. Ο αγαθός – καλός πολίτης δεν εμφανίζεται άφρων και συνεπώς δεν αρμόζει να πίνει υπερβολικά και να μεθάει, αλλά απλά να πίνει. Η « μέθη » αποτελεί αιτία για χαλάρωση της ψυχής. Στο πλαίσιο αυτό τονίζεται ότι υφίσταται ετερότητα ανάμεσα στο λογισμό του ανόητου και άφρονα ανθρώπου και στο λογισμό του σοφού, καθώς ο ανόητος με την οινοποσία παραδίνεται στη μέθη και στις άλογες πράξεις, ενώ ο σοφός παραδίνεται στην απόλαυση της άνεσης, στη χαρά και στην ευθυμία. Το να πίνει κάποιος δεν είναι μεμπτό, καθώς η απόλαυση του οίνου οδηγεί στη χαλάρωση, ενώ το μεθύσι στη φλυαρία.
Ο Αριστοτέλης διακρίνει και προσδιορίζει το είδος του « μεθυσιού ». Συγκεκριμένα, αν το ποτό είναι από ζύθο ( κριθάρι ), αυτοί που το πίνουν νιώθουν έναν απλό νυσταγμό και πέφτουν ανάσκελα γέρνοντας προς τα πίσω το κεφάλι, ενώ όσοι πίνουν οίνο, επειδή νιώθουν βαρύ το κεφάλι, πέφτουν μπρούμυτα. Ακόμη, όταν το κρασί είναι αρκετά ζεστό, μεθάει κανείς λιγότερο.
Ο Αριστοτέλης συνιστά τη μεσότητα, κατά την οποία η θερμότητα του σώματος θα είναι τέτοια, ώστε ούτε να είναι ελάχιστη ούτε υπερβολική. Η έλλειψη της μεσότητας οδηγεί αναγκαία στη μέθη, είτε αυτή εντοπίζεται στον ανθρώπινο οργανισμό είτε στην ανθρώπινη συμπεριφορά. Ο Αριστοτέλης αφήνει να κατανοηθεί ότι μέσα από τη χαλάρωση της ψυχής και τη νηφαλιότητα του νου που επιτυγχάνεται από την οινοποσία, απελευθερώνονται ακόμη και οι πιο δυσεκπαίδευτες δυνάμεις της ψυχής. ΚΕΙΜΕΝΟ https://alexmandis.page.tl