Τα Χρυσά Έπη του Πυθαγόρα του Σάμιου



Μία σύντομη εισαγωγή στον τρόπο ζωής των Πυθαγορείων

Ο Πυθαγόρας, o σημαντικότερος σοφός της αρχαιότητας, δεν μας άφησε καμιά ιδιόχειρη παρακαταθήκη. Με απλά λόγια δεν έγραψε τίποτε. Το όνομά του είναι περιβεβλημένο με μια ομίχλη του θρύλου του, αποδεικνύοντας έτσι τη δύναμη
και την παραγωγικότητα του έργου του. 


Η διδασκαλία του Πυθαγόρα που γινότανστη Σχολή του , το Ομακοείον, στον Κρότωνα της Ιταλίας, περιείχε διάφορες βαθμίδεςμύησης, στη διάρκεια των οποίων οι μαθητές του, με αυστηρή πειθαρχία και αφούέπαιρναν όρκο σιωπής, άκουγαν πίσω από παραπέτασμα τον Πυθαγόρα, χωρίς να
τον βλέπουν, και ακολουθούσαν πιστά τις ρήσεις του δασκάλου τους, σαν θεϊκά
δόγματα: «Αυτός έφα» (αυτός το είπε) μας μεταφέρεται ότι έλεγαν. Επίσης έδιναν τον
μέγιστο ιερό όρκο στην Τετρακτύνα.

Ολόκληρη η διδασκαλία του διατηρήθηκε ζωντανή για αιώνες και ο Ιεροκλής, ο
νεοπλατωνικός φιλόσοφος του 5ου μ.Χ. αιώνα, διασώζει αυτά τα υπομνήματα, τα
Πυθαγόρεια παραγγέλματα, τα Χρυσά του Έπη. Είναι μία συλλογή 71 στίχων που πιθανόν να έχουν συντεθεί από τουςνεοπυθαγόρειους, αντικατοπτρίζουν όμως ολόκληρη την ηθική διδασκαλία του
Πυθαγόρα.


Το κείμενο είναι αξιοθαύμαστο και διατηρείται αναλλοίωτο στις ημέρες μας.
Θα μπορούσε κανείς να το χαρακτηρίσει σαν ένα «ευαγγέλιο», ακόμη και σύγχρονων
πνευματιστών. Είναι ένα απόσταγμα της φιλοσοφίας των Πυθαγορείων με
μεταφυσική διάσταση, που προτρέπει τον μύστη ως απώτερος σκοπός του εν ζωή να
είναι το μέτρο και η Αρετή, ψυχή τε και σώματι, σε όλες τις εκφάνσεις του αγαθού.
Και μετά θάνατον έρχεται η αθανασία της ψυχής.

Προσέξτε την «λεπτομέρεια». Δεν υπάρχουν ψυχές που δεν θα γνωρίσουν την
αθανασία της ψυχής. Μπορεί να καθυστερήσει, μπορεί να αργήσει, αλλά θα έλθει.
Όσο πιο πιστά τηρείς τις εντολές για ηθική και ενάρετη ζωή τόσο πιο γρήγορα θα
έλθει και η αθανασία της ψυχής.
Τα Χρυσά Έπη του Πυθαγόρα, είναι 71 στίχοι όπως είπαμε, γραμμένοι σε
δακτυλικό εξάμετρο, δηλαδή χρησιμοποιείται το ίδιο ποιητικό μέτρο που χρησιμοποιεί
ο Όμηρος, καθώς και άλλοι φιλόσοφοι, όπως ο Εμπεδοκλής και ο Παρμενίδης.
Παραθέτουν μία σύντομη εισαγωγή στον τρόπο ζωής των Πυθαγορείων. Είναι
άγνωστο ποίος έγραψε τα Χρυσά Έπη. Σίγουρα είναι Πυθαγόρεια, αλλά δεν
μπορούμε να δεχθούμε ότι τα έγραψε ο ίδιος ο Πυθαγόρας, αφού γνωρίζομε, όπως
είπαμε, ότι δεν άφησε κανένα γραπτό κείμενο. Απλά εντάσσονται στην παράδοση
των Πυθαγορείων.
Αυτή τη θέση έχουν κρατήσει ο Ιάμβλιχος, ο Ιεροκλής, ο Πρόκλος και ο
Σιμπλίκιος. Σύμφωνα με τον σχολιασμό του Ιεροκλέους, τα εν λόγω Έπη λέγονται
"Χρυσά" για να επισημανθεί ότι “περιέχουν την τελειότατη στοιχειοθέτηση της
φιλοσοφίας των Πυθαγορείων". Σύμφωνα με τον Ιεροκλή, ο χρυσός είναι μέταλλο
καθαρότατο και ανώτερο από τα υπόλοιπα, διότι δεν οξειδώνεται, ενώ τα υπόλοιπα
αλλοιώνονται, καθώς προσμειγνύονται με ξένα και γήινα συστατικά.
Το ποίημα το έχω χωρίσει σε δύο ενότητες. 
Η πρώτη, από τον 1
ο στίχο έως και τον μισό 49ο στίχο, περιέχει απλές γνώμες και έχει χαρακτήρα προστακτικό. Η
δεύτερη, από τον υπόλοιπο μισό 49ο στίχο έως τον 71ο και τελευταίο στίχο, περιέχει
υποσχέσεις και υποδεικνύει τους έσχατους σκοπούς. Συνεπώς, σύμφωνα με τη δομή  του ποιήματος, μπορούμε να πούμε ότι μας λέει ότι αν κάνουμε αυτό που μας, προτρέπει στο πρώτο μέρος, τότε θα έχουμε τα πλεονεκτήματα που μας υπόσχεται,.στο δεύτερο.
Το βασικό θέμα των Χρυσών Επών, είναι η βαθιά γνώση. Στην πρώτη ενότητα
την συναντάμε σε επίπεδο ηθικό, ενώ στη δεύτερη σε επίπεδο μεταφυσικό. Όταν
κάποιος κατορθώσει να αποκτήσει τη βαθιά γνώση, η ηθική και η μεταφυσική
ενώνονται και γίνονται ένα. Αυτός είναι ο καρπός της φιλοσοφίας. Σύμφωνα με τους
δύο τελευταίους στίχους, τον 70ο και τον 71ο , των Χρυσών Επών, ο άνθρωπος, αφού εγκαταλείψει το σώμα του, μεταβαίνει στον ελεύθερο αιθέρα, γίνεται αθάνατος, Θεός άμβροτος και δεν είναι πια θνητός βροτός.




Αθανάτους μεν πρώτα θεούς, νόμω ως διάκεινται τίμα και σέβου όρκον· έπειθ’ ήρωας αγαυούς, τους τε καταχθονίους σέβε δαίμονας έννομα ρέζων τους τε γονείς τίμα τους τ’ άγχιστ’ εκγεγαώτας, των δ’ άλλων αρετή ποιού φίλον όστις άριστος. Πραέσι δ’ είκε λόγοις έργοισί τ’ επωφελίμοισι, μήδ’ έχθαιρε φίλον τον αμαρτάδος είνεκα μικρής όφρα δύνη· δύναμις γαρ ανάγκης εγγύθι ναίει.

Τους αθανάτους πρώτα θεούς να τιμάς, καθώς το διατάζει ο νόμος και τον όρκο να σέβεσαι. Έπειτα να τιμάς τους δοξασμένους ήρωες και του `Αδη τις θεότητες, ακολουθώντας τα νόμιμα και τους γονείς και τους πλησιέστερους συγγενείς. Από τους άλλους ανθρώπους, φίλο σου να κάνεις εκείνον που κατά την αρετή είναι άριστος. Λόγια γλυκά να μεταχειρίζεσαι και να κάνεις έργα ωφέλιμα. Να μην εχθρεύεσαι τον φίλο σου για ένα μικρό σφάλμα του. Προσπάθει όσο μπορείς, γιατί η δύναμη βρίσκεται πάντοτε κοντά στην προσπάθεια (την ανάγκη).

Ταύτα μεν ούτω ίσθι, κρατείν δ’ ειθίζεο τώνδε· γαστρός μεν πρώτιστα και ύπνου, λαγνείης τε και θυμού· πρήξης δ’ εισχρόν ποτέ μήτε μετ’ άλλου μήτ’ ιδίη· πάντων δε μάλιστ’ αισχύνεο σαυτόν.

Αυτά μεν, μάθε τα έτσι. Συνήθιζε δε να κυριαρχείς επάνω στα ακόλουθα. Στην κοιλιά και στον ύπνο, στη λαγνεία και στο θυμό. Ποτέ να μη κάνεις κάτι αισχρό, ούτε μαζί με άλλους, ούτε μοναχός. Απ’ όλους πιο πολύ, τον εαυτό σου να ντρέπεσαι.

Είτα δικαιοσύνην ασκείν έργω τε λόγω τε, μήδ’ αλογίστως σαυτόν έχειν περί μηδέν έθιζε, αλλά γνώθι μεν ως θανέειν πέπρωται άπασιν, χρήματα δ’ άλλοτε μεν κτάσθαι φιλεί, άλλοτ’ ολέσθαι. Όσα δε δαιμονίαισι τύχαις βροτοί άλγε’ έχουσιν ήν αν μοίραν έχης, ταύτην φέρε μηδ’ αγανάκτει, ιάσθαι δε πρέπει καθ’ όσον δύνη· ώδε δε φράζευ· ου πάνυ τοις αγαθοίς τούτων πολύ μοίρα δίδωσιν.

Τη δικαιοσύνη να ασκείς με έργα και με λόγια και συνήθιζε, σε καμιά περίσταση, να μη φέρεσαι ασυλλόγιστα. Γνώριζε ότι όλοι οι άνθρωποι είναι πεπρωμένο να πεθάνουν και τα χρήματα άλλοτε τ’ αποκτούν κι άλλοτε τα χάνουν. Από τα κακά που συμβαίνουν στους ανθρώπους, προερχόμενα από τους θεούς, όσα στη μοίρα σου πέφτουν, να τα υποφέρεις χωρίς ν’ αγανακτείς. Και όσο μπορείς να τα γιατρεύεις. Και να λες: Η μοίρα δε δίνει βέβαια το μεγαλύτερο μέρος απ’ αυτά στους αγαθούς.

Πολλοί δι’ ανθρώποισι λόγοι δειλοί τε και εσθλοί προσπίπτουσ’, ων μήτ’ εκπλήσσεο μήτ’ άρ’ εάσης είργεσθαι σαυτόν, ψεύδος δ’ ήν περ τι λέγηται πράως έχ’, ο δε τοι ερέω επί παντί τελείσθω· μηδείς μήτε λόγω σε παρείπη μήτε τι έργω πρήξαι μηδ’ ειπείν, ο τι τοι μη βέλτερον εστι.

Πολλοί ανάμεσα στους ανθρώπους προφέρονται λόγοι, άλλοι καλοί και άλλοι κακοί. Ούτε να τους δέχεσαι με θαυμασμό, ούτε να τους απορρίπτεις. Αν λέγεται κάτι ψευδές, εσύ να το ακούς με πραότητα. Τούτο σου λέγω και να το εφαρμόζεις σε κάθε περίσταση: Κανείς ποτέ να μη σε παρασύρει, ούτε με λόγια, ούτε με έργα, κάτι να πράξεις ή κάτι να πεις, που δεν είναι το βέλτιστο.

Βουλεύου δε πρό έργου, όπως μη μωρά πέληται· δειλού τι πράσσειν τε λέγειν τ’ ανόητα προς ανδρός· αλά ταδ’ εκτελέειν, α σε μη μετέπειτ’ ανιήσει. Πράσσε δε μηδέν των μη επίστασαι, αλλά διδάσκευ όσσα χρεών και τερπνότατον βίον ώδε διάξεις.

Να σκέπτεσαι πριν κάνεις κάτι, για να μην ενεργείς ανόητα. Είναι δυστυχής εκείνος που ενεργεί και λέγει ανόητα. Αλλά να κάνεις εκείνα, που δε θα σου φέρουν αργότερα λύπη. Να μη κάνεις τίποτε από εκείνα που αγνοείς, αλλά να διδάσκεσαι όσα έχεις καθήκον να γνωρίζεις. Και έτσι θα ζήσεις βίο ευτυχισμένο.

Ουδ’ υγιείης της περί σώμα αμέλειαν έχειν χρή, αλλά ποτού τε μέτρον και σίτου γυμνασίων τε ποιείσθαι· μέτρον δε λέγω τοδ’, ο μη σ’ ανιήσει. Ειθίζου δε δίαιταν έχειν καθάρειον, άθρυπτον και πεφύλαξο τοιαύτα ποιείν, οπόσα φθόνου ίσχει· μη δαπανών παρά καιρόν οποία καλών αδαήμων μηδ’ ανελεύθερος ίσθι, μέτρον δ’ επί πάσιν άριστον· πράσσε δε ταύθ’, α σε μη βλέψει, λόγισαι δε προ έργου.

Δεν πρέπει να παραμελείς την υγεία του σώματος. Αλλά να πίνεις και να τρως και να γυμνάζεσαι, με μέτρο. Μέτρο εννοώ εκείνο που δε θα σου φέρει ενόχληση. Συνήθιζε σε δίαιτα καθαρή και απλή και πρόσεξε ν’ αποφεύγεις εκείνα που προκαλούν φθόνο. Μη σπαταλάς άσκοπα, όπως κάνουν όσοι δεν ξέρουν τα καλά, ούτε να είσαι φιλάργυρος. Το μέτρο σε όλα είναι το καλύτερο. Να κάνεις εκείνα που δε θα σε βλάψουν και σκέψου καλά πριν ενεργήσεις.

Μηδ’ ύπνον μαλακοίσιν επ’ όμμασι προσδέξασθαι πριν των ημερινών έργων τρις έκαστον επελθείν »πη παρέβην; τι δ’ έρεξα; τι μοι δέον ουκ ετελέσθη;» αρξάμενος δ’ από πρώτου επέξιθι και μετέπειτα δειλά μεν εκπρήξας επιπλήσσεο, χρηστά δε τέρπευ. Ταύτα πόνει, ταύτ’ εμελέτα, τούτων χρη εράν σε· ταύτα σε της θείας αρετής εις ίχνια θήσει ναι μα τον αμετέρα ψυχή παραδόντα τετρακτύν παγάν αενάου φύσεως.

Να μη δέχεσαι στα μαλακά σου βλέφαρα τον γλυκό ύπνο, πριν εξετάσεις τρεις φορές κάθε σου έργο της ημέρας: »Τι έκανα που δεν έπρεπε; Τι έκανα που έπρεπε; Τι έπρεπε να κάνω που δεν το έκανα;» (Πη παρέβην; τι δ’ έρεξα; τι μοι δέον ούκ ετελέσθη;). Αφού αρχίσεις από το πρώτο, να εξετάζεις όλα κατά σειρά. Έπειτα, για όσα μεν κακά έπραξες, να επιπλήττεις τον εαυτό σου και για τις καλές σου πράξεις να χαίρεσαι. Εργάσου γι αυτά. Μελέτησέ τα να τα μάθεις. Πρέπει να τ’ αγαπήσεις. Αυτά θα σε φέρουν στα ίχνη της θείας αρετής. Ναι, μα το όνομα εκείνου που παρέδωσε στη ψυχή μας την »ιεράν τετρακτύν», που είναι η πηγή της αιώνιας φύσης.

Αλλ’ έρχευ επ’ έργον, θεοίσιν επευξάμενος τελέσαι· τούτων δε κρατήσας γνώσειαι αθανάτων τε θεών θνητών τ’ ανθρώπων σύστασιν, η τε έκαστα διέρχεται, η τε κρατείται γνώση δ’ η θέμις εστί, φύσιν περί παντός ομοίην ώστε σε μήτ’ άελπτ’ ελπίζειν μήτε τι λήθειν· γνώση δ’ ανθρώπους αυθαίρετα πήματ’ έχοντας τλήμονας, οι τ’ αγαθών πέλας όντων ούτ’ εσορώσιν ούτε κλύουσι, λύσιν δε κακών ταύροι συνιάσιν· τοίη μοίρ’ αυτών βλάπτει φρένας, ως δε κύλινδροι άλλοτ’ επ’ άλλα φέρονται απείρονα μήματ’ έχοντες· λυγρά γαρ συνοπαδός Έρις βλάπτουσα λέληθεν σύμφυτος, ην ου δει προσάγειν, είκοντα δε φεύγειν.

Άρχιζε, λοιπόν, το έργο σου, αφού για την επιτυχία του προσευχηθείς στους θεούς. Όταν γίνεις κάτοχος όλων αυτών, τότε θα γνωρίσεις και των αθάνατων θεών και των θνητών ανθρώπων τη σύσταση. Μέχρι πού παρέρχονται έκαστα και μέχρι πού διατηρούνται. Θα γνωρίσεις επίσης, αν αυτό είναι δίκαιο, ότι η φύση είναι όμοια για όλους, ώστε ούτε τ’ ανέλπιστα να ελπίζεις, ούτε τίποτε να σου ξεφύγει. Και θα μάθεις ότι οι άνθρωποι παρασκευάζουν οι ίδιοι για τον εαυτό τους τη δυστυχία τους, οι ταλαίπωροι, που ενώ τ’ αγαθά είναι κοντά τους, ούτε τα βλέπουν, ούτε τ’ ακούνε και λίγοι γνωρίζουν ν’ απαλλάσσονται από τα κακά.

Τέτοια μοίρα ταράσσει τις φρένες τους. Μοιάζουν με κυλίνδρους, που κυλιούνται άλλοτε εδώ, άλλοτε εκεί, φορτωμένοι με κακά ατελεύτητα, γιατί τους συνοδεύει η προσκολλημένη σ’ αυτούς ολέθρια Έρις και τους καταθλίβει, χωρίς να το εννοούν. Δεν πρέπει να την προκαλούν, αλλά να την αποφεύγουν υποχωρώντας.

Ζευ Πάτερ, η πολλών τε κακών λύσειας άπαντας, ει πάσιν δείξας οι τω δαίμονι χρώνται.

Πατέρα Δία, θα μπορούσες ν’ απαλλάξεις από πολλά δεινά όλους τους ανθρώπους, αν έδειχνες σ’ αυτούς πώς να μεταχειριστούν τη ψυχή τους.

Αλλά συ θάρσει, επεί θείον γένος εστί βροτοίσιν, οις ιερά προσφέρουσα φύσις δείκνυσιν έκαστα, ων ει σοι τι μέτεστι, κρατήσεις ων σε κελεύω εξακέσας ψυχήν δε πόνων από τώνδε σαώσεις.

Αλλά συ νάχεις θάρρος, επειδή θείον είναι το γένος των θνητών, στους οποίους η ιερή φύση αποκαλύπτει και δείχνει τα καθέκαστα. Αν μάθεις τα μυστικά της, θα νιώσεις τις εντολές μου. Και γιατρεύοντας τη ψυχή σου, θα τη σώσεις από τους πόνους.

Αλλ’ είργου βρωτών, ων είπομεν, εν τε καθαρμοίς εν τε λύσει ψυχής κρίνων και φράζευ έκαστα ηνίοχον γνώμην στήσας καθύπερθεν αρίστην. Ήν δ’ απολείψας σώμα ες αιθέρ΄ελεύθερον έλθης, έσεαι αθάνατος, θεός άμβροτος, ουκέτι θνητός.

Αλλά ν’ απέχεις από τις τροφές, για τις οποίες μιλήσαμε, κρίνοντας και εκτελώντας όσα συντελούν στον καθαρμό και στην απελευθέρωση της ψυχής, έχοντας για άριστο οδηγό τη θεία έμπνευση που έρχεται από ψηλά. Και όταν εγκαταλείψεις το σώμα σου και έλθεις στον ελεύθερο αιθέρα, τότε πια θα είσαι αθάνατος, θεός άφθαρτος και όχι πλέον θνητός.

ΑΡΧΙΚΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ :Arnold Böcklin -Die Toteninsel V- Νήσος των νεκρών 1886Μουσέιο Λειψίας



ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΕΠΗ


Απόδοση στην νεοελληνική
ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΘΗΝΑΙΟΣ

Α. ΗΘΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ
1-8
Ἀθανάτους μὲν πρῶτα θεούς, νόμωι ὡς διάκεινται,
τίμα καὶ σέβου ὅρκον. ἔπειθ' ἥρωας ἀγαυούς
τούς τε καταχθονίους σέβε δαίμονας ἔννομα ῥέζων
σούς τε γονεῖς τίμα τούς τ' ἄγχιστ' ἐγγεγαῶτας.
τῶν δ' ἄλλων ἀρετῆι ποιεῦ φίλον ὅστις ἄριστος.
Πραέσι δ' εἶκε λόγοισ' ἔργοισί τ' ἐπωφελίμοισι.
μηδ' ἔχθαιρε φίλον σὸν ἁμαρτάδος εἵνεκα μικρῆς,
ὄφρα δύνῆι· δύναμις γὰρ ἀνάγκης ἐγγύθι ναίει.
Τους αθάνατους μεν πρώτα Θεούς [να τιμάς], όπως ο νόμος ορίζει,
να τιμάς και να σέβεσαι τον όρκο. Έπειτα, τους ένδοξους ήρωες,
και τους καταχθόνιους να σέβεσαι δαίμονες(*) τα νόμιμα κάνοντας,
και τους γονείς σου να τιμάς και τους εξ αγχιστείας συγγενείς,
από τους άλλους δε, να κάνεις φίλο, στην αρετή όποιον είναι άριστος.
Της πραότητας να προτιμάς τα λόγια και τα έργα τα επωφελή,
ούτε να εχθρεύεσαι τον φίλο σου λόγω μικρής αστοχίας,
εφόσον μπορείς, διότι η δύναμη στην ανάγκη κοντά κατοικεί.
9-12
Ταῦτα μὲν οὕτως ἴσθι, κρατεῖν δ' εἰθίζεο τῶνδε·
γαστρὸς μὲν πρώτιστα καὶ ὕπνου λαγνείης τε
καὶ θυμοῦ. πρήξηις δ' αἰσχρόν ποτε μήτε μετ' ἄλλου
μήτ' ἰδίηι· πάντων δὲ μάλιστ' αἰσχύνεο σαυτόν.
Αυτά μεν, έτσι να τα ξέρεις, να κυριαρχείς δε συνήθισε στα παρακάτω:
Στο στομάχι μεν πρώτιστα και στον ύπνο και στη λαγνεία
και στο θυμό. Μην πράξεις δε κάτι αισχρό ποτέ ούτε με άλλον
ούτε μόνος σου. Απ’ όλους δε περισσότερο να ντρέπεσαι τον εαυτό σου.
13-16
Εἶτα δικαιοσύνην ἀσκεῖν ἔργω τε λόγω τε,
μηδ' ἀλογίστως σαυτὸν ἔχειν περὶ μηδὲν ἔθιζε,
ἀλλὰ γνῶθι μέν, ὡς θανέειν πέπρωται ἅπασιν,
χρήματα δ' ἄλλοτε μὲν κτᾶσθαι φιλεῖ,ἄλλοτ' ὀλέσθαι.
Έπειτα την δικαιοσύνη να ασκείς και με έργα και με λόγια,
να μην είσαι ασυλλόγιστος για ούτε ένα εθισμό,
αλλά να γνωρίζεις μεν, ότι το να πεθάνουν είναι πεπρωμένο όλων,
τα χρήματα δε, άλλοτε μεν να τ’ αποκτάς είναι αρεστό, άλλοτε να τα χάνεις. 
6
17-20
Όσσα δὲ δαιμονίαισι τύχαις βροτοὶ ἄλγε' ἔχουσιν,
ἣν ἂν μοῖραν ἔχηις, ταύτην φέρε μὴδ' ἀγανάκτει.
ἰᾶσθαι δὲ πρέπει καθ' ὅσον δύνηι, ὧδε δὲ φράζευ·
οὐ πάνυ τοῖς ἀγαθοῖς τούτων πολὺ μοῖρα δίδωσιν.
Από όσα δε από δαιμονιακή(**) τύχη οι θνητοί βάσανα έχουν,
όποιο μερίδιο έχεις [από τα βάσανα], να το υποφέρεις χωρίς να αγανακτείς,
να θεραπεύεις δε πρέπει [από τα βάσανα] όσα μπορείς, τούτο δε σκέψου:
Σε όλους στους αγαθούς από αυτά [τα βάσανα] μεγάλο μερίδιο δεν δίνουν [οι Θεοί]
21-26
Πολλοὶ δ' ἀνθρώποισι λόγοι δειλοί τε καὶ ἐσθλοί
προσπίπτουσ', ὧν μήτ' ἐκπλήσσεο μήτ' ἄρ' ἐάσηις
εἴργεσθαι σαυτόν. ψεῦδος δ' ἤν πέρ τι λέγηται,
πράως εἶχ'. ὃ δέ τοι ἐρέω, ἐπὶ παντὶ τελείσθω·
μηδεὶς μήτε λόγωι σε παρείπηι μήτε τι ἔργωι
πρῆξαι μηδ' εἰπεῖν, ὅ τί τοι μὴ βέλτερόν ἐστιν.
Πολλά δε στους ανθρώπους λόγια και δειλά [ανάξια] και καλά
φτάνουν, για τα οποία ούτε να εκπλήσσεται, ούτε να τα απορρίπτει
να επιτρέπεις στον εαυτό σου. Ψέματα δε αν για κάτι λέγεται,
πράος να είσαι. Ό,τι δε, θα σου πω, για όλα να το κάνεις:
Κανείς ούτε με λόγια να σε απατήσει [παραπλανήσει] ούτε με κάποιο έργο,
για να πράξεις ή να πεις, ο,τιδήποτε δεν είναι καλύτερο για σένα.
27-31
Βουλεύου δὲ πρὸ ἔργου, ὅπως μὴ μωρὰ πέληται·
δειλοῦ τοι πράσσειν τε λέγειν τ' ἀνόητα πρὸς ἀνδρός.
ἀλλὰ τάδ' ἐκτελέειν, ἅ σε μὴ μετέπειτ' ἀνιήσει.
Πρᾶσσε δὲ μηδὲ ἓν ὧν μὴ ἐπίστασαι, ἀλλὰ διδάσκευ
ὅσσα χρεών, καὶ τερπνότατον βίον ὧδε διάξεις.
Να σκέπτεσαι δε πριν από κάθε έργο, για να μη κάνεις ανόητες πράξεις,
δειλού ανθρώπου ίδιον είναι να κάνει και να λέει ανοησίες,
αλλ’ αυτά να εκτελείς, τα οποία μετέπειτα δεν θα σε στεναχωρήσουν.
Να μην κάνεις τίποτε, από ‘κείνα που δεν γνωρίζεις, αλλά να διδάσκεσαι όσα
υπολείπεσαι και ευχάριστη ζωή με αυτόν τον τρόπο θα περάσεις.
32-39
Οὐ δ' ὑγιείης τῆς περὶ σῶμ' ἀμέλειαν ἔχειν χρή,
ἀλλὰ ποτοῦ τε μέτρον καὶ σίτου γυμνασίων τε
ποιεῖσθαι. μέτρον δὲ λέγω τόδ', ὃ μή σ' ἀνιήσει.
Εἰθίζου δὲ δίαιταν ἔχειν καθάρειον ἄθρυπτον
καὶ πεφύλαξο τοιαῦτα ποιεῖν, ὁπόσα φθόνον ἴσχει.
μὴ δαπανᾶν παρὰ καιρὸν ὁποῖα καλῶν ἀδαήμων
7
μηδ' ἀνελεύθερος ἴσθι. μέτρον δ' ἐπὶ πᾶσιν ἄριστον.
πρᾶσσε δὲ ταῦθ', ἅ σε μὴ βλάψει, λόγισαι δὲ πρὸ ἔργου.
Ούτε, την υγεία για το σώμα σου να αμελείς πρέπει,
αλλά, και ποτό με μέτρο και φαγητό και γυμναστική
να κάνεις, ως μέτρο δε λέω εκείνο, το οποίο δεν θα σε στεναχωρήσει.
Συνήθιζε δε, να έχεις δίαιτα [διατροφή] καθαρή και λιτή
και φυλάξου κάνοντας αυτά, από όσα φθόνο επισύρουν,
μη δαπανώντας άκαιρα όποια από τα καλά, όπως οι αδαείς,
ούτε να στερείσαι, γιατί το μέτρο σε όλα, είναι το άριστο [το καλύτερο].
Να κάνεις δε, αυτά τα οποία δεν θα σε βλάψουν, να σκέπτεσαι δε πριν πράξεις.
40-44
Μὴ δ' ὕπνον μαλακοῖσιν ἐπ' ὄμμασι προσδέξασθαι,
πρὶν τῶν ἡμερινῶν ἔργων τρὶς ἕκαστον ἐπελθεῖν·
«πῆ παρέβην; τί δ' ἔρεξα; τί μοι δέον οὐκ ἐτελέσθη;»
ἀρξάμενος δ' ἀπὸ πρώτου ἐπέξιθι καὶ μετέπειτα
δειλὰ μὲν ἐκπρήξας ἐπιπλήσσεο, χρηστὰ δὲ τέρπευ.
Ούτε δε ύπνο απαλό στα μάτια σου να επιτρέπεις,
πριν τις ημερήσιες πράξεις τρεις φορές εξετάσεις:
«Που ξέφυγα; Τι δε έκανα; Τι από όσα μου έπρεπαν δεν έκανα;»
αρχίζοντας δε από το πρώτο να επεκτείνεσαι και στα μετέπειτα,
για τα δειλά μεν που έπραξες να επιπλήττεσαι, για τα χρηστά να ευχαριστιέσαι.
45-49
Ταῦτα πόνει, ταῦτ' ἐκμελέτα, τούτων χρὴ ἐρᾶν σε·
ταῦτά σε τῆς θείης Ἀρετῆς εἰς ἴχνια θήσει
ναὶ μὰ τὸν ἁμετέραι ψυχᾶι παραδόντα τετρακτύν,
παγὰν ἀενάου φύσεως. ἀλλ' ἔρχευ ἐπ' ἔργον
θεοῖσιν ἐπευξάμενος τελέσαι.τούτων δὲ κρατήσας
Αυτά να προσπαθείς, αυτά να μελετάς, αυτά πρέπει ν’ αγαπάς,
αυτά εσένα της θείας Αρετής στα ίχνη θα σε βάλουν
ναι μα τον στις δικές μας ψυχές παραδώσαντα την Τετρακτύνα
πηγή της αέναης φύσης! Αλλά άρχισε το έργο σου
από τους θεούς ενισχυόμενος, να το κάνεις. Αυτά δε τηρώντας

 
8
Β. ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ
49-60
θεοῖσιν ἐπευξάμενος τελέσαι. τούτων δὲ κρατήσας
γνώσεαι ἀθανάτων τε θεῶν θνητῶν τ' ἀνθρώπων
σύστασιν, ἧ τε ἕκαστα διέρχεται, ἧ τε κρατεῖται,
γνώσηι δ', ἣ θέμις ἐστί, φύσιν περὶ παντὸς ὁμοίην,
ὥστε σε μήτε ἄελπτ' ἐλπίζειν μήτε τι λήθειν.
γνώσηι δ' ἀνθρώπους αὐθαίρετα πήματ' ἔχοντας
τλήμονας, οἵτ' ἀγαθῶν πέλας ὄντων οὔτ' ἐσορῶσιν
οὔτε κλύουσι, λύσιν δὲ κακῶν παῦροι συνιᾶσιν.
τοίη μοῖρ' αὐτῶν βλάπτει φρένας· ὡς δὲ κύλινδροι
ἄλλοτ' ἐπ' ἄλλα φέρονται ἀπείρονα πήματ' ἔχοντες.
λυγρὰ γὰρ συνοπαδὸς Ἔρις βλάπτουσα λέληθεν
σύμφυτος, ἣν οὐ δεῖ προάγειν, εἴκοντα δὲ φεύγειν.
από τους θεούς ενισχυόμενος, να το κάνεις. Αυτά δε τηρώντας
θα γνωρίσεις και των αθανάτων θεών και των θνητών ανθρώπων
την σύσταση κι αν το κάθε τι παρέρχεται, και αν διατηρείται,
θα γνωρίσεις δε, εάν είναι θεμιτό, ότι η φύση όλων είναι η ίδια,
ώστε εσύ μήτε ανέλπιστα να ελπίζεις, μήτε κάτι να σου ξεφύγει.
Θα γνωρίσεις δε ανθρώπους, από συμφορές που ίδιοι προκάλεσαν,
ταλαίπωρους, οι οποίοι ενώ τα αγαθά είναι κοντά τους, ούτε τα βλέπουν,
ούτε τ’ ακούν, τη λύση δε για τα κακά λίγοι την γνωρίζουν.
Αυτή η μοίρα αυτών [των ανθρώπων] βλάπτει το μυαλό. Σαν κύλινδροι δε,
εδώ κι εκεί περιφέρονται ατελείωτες συμφορές έχοντας,
γιατί ενώ είναι μια ολέθρια συνοδός η Έριδα που τους βλάπτει, ξεχνούν
πως είναι κολλημένη δίπλα τους και δεν πρέπει να προάγεται, αλλά να αποφεύγεται.
61-64
Ζεῦ πάτερ, ἦ πολλῶν κε κακῶν λύσειας ἅπαντας,
εἰ πᾶσιν δείξαις, οἵωι τῶι δαίμονι χρῶνται.
Αλλὰ σὺ θάρσει, ἐπεὶ θεῖον γένος ἐστὶ βροτοῖσιν,
οἷς ἱερὰ προφέρουσα φύσις δείκνυσιν ἕκαστα.
Ζεύ Πατέρα, από πολλά και κακά μπορείς ν' απαλλάξεις άπαντες,
εάν σε όλους δείξεις πώς τον δαίμονα(***) να χρησιμοποιούν.
Αλλά εσύ έχε θάρρος, επειδή θείο γένος βρίσκεται μέσα στους θνητούς,
στους οποίους η ιερή αποκαλύπτουσα φύση δείχνει το κάθε τι.
65-71
Ὧν εἴ σοί τι μέτεστι, κρατήσεις ὧν σε κελεύω
ἐξακέσας, ψυχὴν δὲ πόνων ἀπὸ τῶνδε σαώσεις.
ἀλλ' εἴργου βρωτῶν ὧν εἴπομεν ἔν τε καθαρμοῖς
ἔν τε Λύσει ψυχῆς, κρίνων καὶ φράζευ ἕκαστα
9
ἡνίοχον γνώμην στήσας καθύπερθεν ἀρίστην.
ἢν δ' ἀπολείψας σῶμα ἐς αἰθέρ' ἐλεύθερον ἔλθηις,
ἔσσεαι ἀθάνατος, θεός ἄμβροτος, οὐκέτι θνητός.
Σ’ αυτά εάν εσύ έχεις κάποια συμμετοχή τηρώντας αυτά που σε διατάσσω,
εξαγνίζοντας δε την ψυχή [σου] από τους πόνους αυτούς, θα την σώσεις.
Αλλά από τα έργα των θνητών για τα οποία μιλήσαμε και για την κάθαρση
και για την λύτρωση της ψυχής, κρίνοντας και σκεπτόμενος το κάθε τι,
ηνίοχο την γνώμη να τοποθετήσεις, που από πάνω έρχεται και είναι άριστη.
Όταν δε εγκαταλείποντας το σώμα, σε αιθέρα ελεύθερον θα έλθεις,
θα είσαι αθάνατος, θεός άφθαρτος, όχι πια θνητός.
Σημειώσεις
(*) «τους καταχθόνιους δαίμονες»: τους υποχθόνιους Θεούς, ή τους αγαπημένους
διδασκάλους της σχολής που έχουν πεθάνει κλπ.
(**) «δαιμονιακή»: Θεϊκή.
(***) «τον δαίμονα»: ο δαίμων < δαήμων = γνωρίζων, το πνεύμα, το ανώτερο μέσα
μας, το θεϊκό, (παρέβαλε, Το «δαιμόνιο» του Σωκράτη)

ΠΗΓΗ : https://esperos-library.ucoz.com/