ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ ... Ο Νικίας

Ο «Νικίας» αποτελεί έναν από τους πιο γνωστούς «Παράλληλους Βίους» του αρχαίου Έλληνα ιστορικού και φιλόσοφου Πλούταρχου. Σε αυτό το έργο, ο Πλούταρχος εξιστορεί τη ζωή και την πολιτική πορεία του Αθηναίου στρατηγού, παραβάλλοντάς τον με τον Ρωμαίο πολιτικό και στρατηγό Μάρκο Λικίνιο Κράσσο.



[1.1] Επειδή κατά τη γνώμη μου δεν είναι αυθαίρετο να συγκρίνω τον Κράσσο με τον Νικία και τα παθήματα των Πάρθων με εκείνα των Αθηναίων στη Σικελία, είναι, νομίζω, η κατάλληλη στιγμή να απευθύνω σε όσους πάρουν στα χέρια τους τα συγγράμματα αυτά την εξής θερμή παράκληση για τον εαυτό μου: σε περίπτωση που στα συγγράμματά μου συναντήσουν διηγήσεις που έχει περιγράψει ο Θουκυδίδης, που στο πάθος, την ενάργεια και τη γλαφυρότητα ξεπέρασε και τον εαυτό του ακόμη σχετικά με τα γεγονότα αυτά και τα απέδωσε με τρόπο αμίμητο, να μη νομίσουν ότι έχω πάθει κάτι ανάλογο με αυτό που έπαθε ο Τιμαίος. Γιατί αυτός, ελπίζοντας ότι θα ξεπερνούσε τον Θουκυδίδη στη συγγραφική ικανότητα και θα αποδείκνυε ότι ο Φίλιστος ήταν ολωσδιόλου βαρετός και άσχετος, οδηγήθηκε στην εξιστόρηση των πιο σπουδαίων κατορθωμάτων εκείνων, τους αγώνες, τις ναυμαχίες και τις δημόσιες αγορεύσεις, όχι, μα τον Δία, όπως λέει ο Πίνδαρος,«προχωρώντας πεζός πλάι σε άρμα Λυδικό» αλλά σαν ένας αποδεδειγμένα αμόρφωτος και παιδαριώδης σε αυτά και σύμφωνα με τον Δίφιλο «χοντρός, παραγεμισμένος με λίπος Σικελικό»

[1.2] Σε πολλά σημεία μάλιστα της ιστορίας του ξεγλιστρούσε, χωρίς να το καταλάβει, και κατέφευγε στον Ξέναρχο, όπως όταν λέει ότι οι Αθηναίοι είχαν θεωρήσει ως κακό σημάδι το γεγονός ότι είχε φέρει αντιρρήσεις για την ανάληψη της στρατηγίας ο στρατηγός που είχε το όνομά του παράγωγο από το ουσιαστικό νίκη, και ότι με τον ακρωτηριασμό των Ερμών ο θεός τούς προειδοποίησε με σημάδια ότι στη διάρκεια του πολέμου θα πάθουν πάρα πολλά από τον Ερμοκράτη, τον γιο του Έρμωνα. [1.3] Ακόμη, όταν λέει πως ήταν φυσικό να βοηθήσει ο Ηρακλής τους Συρακοσίους για το χατίρι της Περσεφόνης, από την οποία βοηθήθηκε να αρπάξει τον Κέρβερο, και να οργισθεί με τους Αθηναίους, επειδή προσπάθησαν να σώσουν τους Εγεσταίους, τους απογόνους των Τρώων, ενώ αυτός, επειδή αδικήθηκε από τον Λαομέδοντα, κατέστρεψε την πόλη τους.
[1.4] Ίσως όμως ο Τίμαιος, σπρωγμένος από την «αρμονία» που είχε μέσα του, σκεφτόταν να γράψει αυτά, να προσπαθήσει να διορθώσει το λεκτικό του Φίλιστου και να λοιδορήσει τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Πάντως, για μένα, η άμιλλα για τη μορφή της γλώσσας και η ζηλοτυπία για τους άλλους είναι φανερή μικροπρέπεια και ένδειξη σοφιστικής νοοτροπίας· αν μάλιστα αφορά σε έργα αμίμητα, τότε πια πρόκειται για απόλυτη αναισθησία. 
[1.5] Όσα τουλάχιστον γεγονότα εξιστόρησαν ο Θουκυδίδης και ο Φίλιστος, επειδή δεν μου επιτρέπεται να τα προσπεράσω, καθώς αυτά κυρίως περιέχουν τον χαρακτήρα και τον ψυχικό κόσμο του ανδρός που καλύπτεται από πολλά και μεγάλα πάθη, θα ανατρέξω σ᾽ αυτά σύντομα και με τα τελείως αναγκαία. Και, για να μη δώσω την εντύπωση ότι είμαι πέρα για πέρα αμελής και τεμπέλης, έχω προσπαθήσει να συγκεντρώσω όσα διαφεύγουν την προσοχή των πολλών, από τα οποία άλλα έχουν ειπωθεί σποραδικά ή έχουν βρεθεί από τους παλαιούς σε αφιερώματα και σε ψηφίσματα. Δε συγκεντρώνω τις άχρηστες διηγήσεις, αλλά προσφέρω αυτές που θα βοηθήσουν στην κατανόηση του ήθους και του χαρακτήρα του Νικία.
[2.1] Για τον Νικία λοιπόν μπορώ να αναφέρω πρώτα πρώτα αυτό που έχει γράψει ο Αριστοτέλης, ότι τρεις ήταν οι άριστοι πολίτες που είχαν κληρονομήσει από τον πατέρα τους την εύνοια του λαού, αλλά και που οι ίδιοι αγαπούσαν τον λαό, ο Νικίας, ο γιος του Νικηράτου, ο Θουκυδίδης, ο γιος του Μελησία και ο Θηραμένης, ο γιος του Άγνωνα. Ο τελευταίος, ωστόσο, λιγότερο από όσο εκείνοι· γιατί είχε επικριθεί για την ταπεινή καταγωγή του ως ξένος από την Κέα, ενώ για την αστάθεια και τις αμφιταλαντεύσεις στις πολιτικές του επιλογές είχε επικληθεί Κόθορνος. [2.2] Μεγαλύτερος από εκείνους στην ηλικία ήταν ο Θουκυδίδης, που ως αρχηγός των ολιγαρχικών αντιπολιτεύτηκε πολλές φορές τον Περικλή, τον αρχηγό των δημοκρατικών· νεότερος ήταν ο Νικίας, που είχε κάποιο κύρος από όταν ακόμη ζούσε ο Περικλής, έτσι ώστε διετέλεσε συστράτηγος με εκείνον αλλά και μόνος του επανειλημμένα άσκησε εξουσία. Και όταν πέθανε ο Περικλής, αναρριχήθηκε αμέσως στην πρώτη θέση, κυρίως από τους πλούσιους και τους ευγενείς, που τον χρησιμοποίησαν ως αντιστάθμισμα στη βδελυγμία και τη θρασύτητα του Κλέωνα· παράλληλα όμως είχε και την εύνοια του λαού, που τον υποστήριζε στα φιλόδοξα σχέδιά του. [2.3] Γιατί ο Κλέων «με το να φροντίζει για τους ηλικιωμένους και να προσφέρει ανά διαστήματα υπηρεσίες έναντι μισθού» είχε μεγάλη δύναμη. Καθώς όμως έβλεπαν την απληστία, την αυθάδεια και το θράσος του στις ενέργειες εκείνες που προέβαινε για να ευεργετήσει, οι περισσότεροι πήγαιναν με το μέρος του Νικία. [2.4] Εξάλλου, η σοβαρότητα του Νικία δεν είχε κάτι το αυστηρό ούτε και ήταν ιδιαίτερα απωθητική· αντίθετα, ήταν ένα κράμα μεταξύ σοβαρού και κάποιας περίσκεψης, και με αυτήν ακριβώς την εντύπωση του σεβασμού κέρδιζε τους περισσότερους. [2.5] Πράγματι, από φυσικού του ήταν άτολμος και απαισιόδοξος· η καλή του τύχη όμως στις πολεμικές επιχειρήσεις έκρυβε τη δειλία του· γιατί ως στρατηγός είχε συνήθως επιτυχίες. [2.6] Το γεγονός ότι στην πολιτική φοβόταν και το παραμικρό και ότι αναστατωνόταν εύκολα από τους συκοφάντες τον έκανε να φαίνεται δημοφιλής και του έδινε δύναμη όχι ευκαταφρόνητη, προερχόμενη από την εύνοια του λαού, που φοβάται όσους τον περιφρονούν, ενώ ενισχύει όσους τον φοβούνται. Γιατί για τον λαό η μεγαλύτερη τιμή είναι να μην περιφρονείται από τους ισχυρούς.
[3.1] Ο Περικλής λοιπόν, καθώς ήταν πραγματικά ανώτερος και διέθετε ρητορική ικανότητα, δεν είχε καμιάν ανάγκη προσποίησης έναντι του λαού ούτε και πειθούς. Ο Νικίας, αντίθετα, που υστερούσε σε αυτά, αλλά υπερείχε στην περιουσία, προσπαθούσε με αυτήν να κερδίσει τον λαό. [3.2] Και καθώς δεν είχε καμιά πιθανότητα να αντιμετωπίσει τον Κλέωνα με τα ίδια μέσα, την ηθική παράλυση και τη βωμολοχία του, που τα μεταχειριζόταν εκείνος για να ευχαριστήσει τους Αθηναίους, αναλάμβανε χορηγίες και γυμνασιαρχίες και κέρδιζε τον λαό με άλλες τέτοιες φιλόδοξες λειτουργίες, ξεπερνώντας σε πολυτέλεια και χάρη όλους, τόσο τους προηγούμενους όσο και τους συγκαιρινούς του. [3.3] Από τα αφιερώματά του στέκουν ακόμη στην Ακρόπολη ως τις ημέρες μας το Παλλάδιο, έχοντας όμως χάσει την επιχρύσωσή του, και ο ναός με τους αναμνηστικούς τρίποδες στο κάτω μέρος του ιερού του Διονύσου. Γιατί ως χορηγός νίκησε πολλές φορές χωρίς να ηττηθεί ποτέ. 
[3.4] Λένε πως σε κάποια παράσταση που ήταν χορηγός ο Νικίας, παρουσιάστηκε κάποιος δούλος του με τη μορφή του Διονύσου, κάλλιστος στην όψη και λυγερόκορμος, αν και αμούστακος ακόμη. Την ώρα που οι Αθηναίοι ευχαριστημένοι από την εμφάνισή του χειροκροτούσαν ώρα πολλή, σηκώθηκε ο Νικίας και είπε πως θεωρεί ότι είναι ασέβεια να είναι δούλος ένας άνθρωπος που επευφημείται για το σώμα του ως θεός, και χάρισε στον νεαρό την ελευθερία του. [3.5] Ως λαμπρά και θεάρεστα αναφέρονται και όσα φιλοτιμήθηκε να παρουσιάσει στη Δήλο. Ενώ δηλαδή οι χοροί, που έστελναν οι πόλεις για να ψάλλουν στον θεό, προσάραζαν εκεί συνήθως όπως τύχαινε, και ο όχλος έτρεχε αμέσως προς το πλοίο να τους προϋπαντήσει και τους προέτρεπε να ψάλλουν χωρίς καμιά τάξη όπως αποβιβάζονταν βιαστικά και φορούσαν συγχρόνως το στεφάνι και τη στολή τους, ο Νικίας, όταν οδηγούσε την αποστολή ως θεωρός, αποβιβάστηκε προσωπικά στη Ρήνεια μαζί με τον χορό, τα σφάγια και όλη γενικά την προετοιμασία· είχε μαζί του ακόμη μια γέφυρα κατασκευασμένη στην Αθήνα, σύμφωνα με τα μέτρα της απόστασης που έπρεπε να καλύψει, στολισμένη με ιδιαίτερη λαμπρότητα με επιχρυσώσεις, βαψίματα, στεφάνια και παραπετάσματα, και με αυτή γεφύρωσε τη νύχτα το πέρασμα μεταξύ Ρήνειας και Δήλου, μιαν απόσταση όχι μεγάλη.



 [3.6] Στη συνέχεια τα ξημερώματα οδηγώντας στον θεό την πομπή και τον χορό, στολισμένο με πολυτέλεια και ψάλλοντας, άρχισε να περνά τη γέφυρα και να τους αποβιβάζει. [3.7] Μετά τη θυσία, τον αγώνα και τις εστιάσεις έστησε αφιέρωμα στον θεό τον χάλκινο φοίνικα. Αγόρασε, επίσης, μιαν έκταση αξίας δέκα χιλιάδων δραχμών και την αφιέρωσε και αυτή στον θεό· με τα έσοδα αυτής της έκτασης έπρεπε οι Δήλιοι, όταν θυσίαζαν, να κάνουν εστιάσεις ζητώντας από τους θεούς πολλά αγαθά για τον Νικία. Μεταξύ άλλων χάραξε την απαίτηση αυτή στην αναμνηστική στήλη που άφησε στη Δήλο ως φύλακα της δωρεάς του. [3.8] Ο φοίνικας εκείνος έσπασε από τους αέρηδες, έπεσε πάνω στον μεγάλο ανδριάντα των Ναξίων και τον ανέτρεψε.


[4.1] Ότι σε αυτά κρύβεται το στοιχείο του πανηγυριού και της τάσης για δημοτικότητα, με σκοπό τον εντυπωσιασμό και τα φιλόδοξα σχέδια, είναι ολοφάνερο. Εάν όμως λάβει κανείς υπόψη του την εν γένει συμπεριφορά του και το ήθος του, θα μπορούσε να πιστέψει ότι η προσπάθεια εκείνη να ευχαριστήσει τον όχλο και η τάση του για δημοτικότητα ήταν προϊόν της ευσέβειάς του· γιατί, όπως λέει ο Θουκυδίδης, ήταν από εκείνους που φοβούνταν πάρα πολύ τους θεούς και φοβερά προσκολλημένος στη θρησκεία. [4.2] Σε κάποιον μάλιστα διάλογο του Πασιφώντα είναι γραμμένο ότι θυσίαζε στους θεούς καθημερινά· διατηρούσε ακόμη και μάντη στο σπίτι του και προσποιούνταν πως σκεφτόταν συνεχώς για τις υποθέσεις του κράτους, ενώ στην πραγματικότητα τον περισσότερο καιρό ασχολούνταν με τα προσωπικά του ζητήματα και κυρίως με τα μεταλλεία αργύρου· γιατί τέτοια είχε πολλά στο Λαύριο, που του απέδιδαν βέβαια πολλά έσοδα αλλά και που η εργασία σ᾽ αυτά έκρυβε κινδύνους. Συντηρούσε εκεί μεγάλο αριθμό δούλων και το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του ήταν σε ασήμι. [4.3] Γι᾽ αυτό δεν ήταν λίγοι εκείνοι που του ζητούσαν και έπαιρναν χρήματα. Και έδινε εξίσου σε όσους μπορούσαν να κάνουν κακό και σε εκείνους που άξιζε να ευεργετηθούν· γενικά, η δειλία του τον καθιστούσε προσιτό στους κακούς, ενώ η φιλανθρωπία στους χρηστούς πολίτες. [4.4] 

Όσο γι᾽ αυτά μπορούμε να έχουμε και τη μαρτυρία των κωμικών. [4.5] Για παράδειγμα, για κάποιον συκοφάντη ο Τηλεκλείδης γράφει τα εξής:
Ο Χαρικλής λοιπόν του έδωσε μια μνα, για να μη λέει αυτός ότι ήταν ο πρώτος από τα νόθα παιδιά της μητέρας του.
Ο Νικίας, ο γιος του Νικηράτου, του έδωσε τέσσερις μνες· για ποιον λόγο όμως του έδωσε αυτές, αν και το γνωρίζω καλά, δεν θα το αναφέρω, γιατί ο άνδρας είναι φίλος μου και κατά τη γνώμη μου συνετός.
[4.6] Κάποιος άλλος που διακωμωδείται από τον Εύπολη στο έργο του «Μαρικάς», προσπαθώντας να ξεγελάσει κάποιον αργόσχολο και φτωχό, παρουσιάζεται να του λέει:
‹Α.› Πόσον καιρό έχεις να δεις τον Νικία;
‹Β.› Δεν τον είδα, παρά μια φορά τώρα τελευταία
να στέκεται στην αγορά.
‹Α.› ο καημένος ομολογεί ότι έχει δει τον Νικία.
Γιατί όμως να τον έβλεπε, αν δεν τον είχε
πληρωμένο από πριν;
‹Γ.› Ακούσατε, συνομήλικοί μου,
ότι έχει συλληφθεί επ᾽ αυτοφώρω ο Νικίας;
‹Β.› Εσείς, θεότρελοι, θα βρίσκατε ψεγάδι
στον πιο καλό άνθρωπο;

[4.7] Ο Κλέων, εξάλλου, στον Αριστοφάνη απειλώντας λέει:
Θα αναγκάσω τους ρήτορες να σιωπήσουν
και τον Νικία να τρέμει.

[4.8] Αλλά και ο Φρύνιχος υπαινίσσεται τη δειλία και τον υπερβολικό φόβο του με τα εξής:
Ήταν γενναίος πολίτης το ξέρω προσωπικά πολύ καλά,
και, όταν βάδιζε, δεν έσκυβε, όπως ο Νικίας.

[5.1] Επειδή λοιπόν αντιμετώπιζε τόσο προσεκτικά τους συκοφάντες, ούτε δειπνούσε παρέα με κάποιον από τους συμπολίτες του ούτε είχε συναναστροφές ούτε περνούσε την ημέρα του με κάποια συντροφιά και δεν διέθετε καθόλου χρόνο για τέτοιου είδους ενασχολήσεις. Όταν ήταν στρατηγός, έμενε στο στρατηγείο μέχρι τη νύχτα, ενώ, ως βουλευτής, έφευγε από τη Βουλή τελευταίος και πήγαινε πρώτος. 
[5.2] Κάθε φορά που δεν είχε να ασχοληθεί με κάποιο δημόσιο ζήτημα, ήταν δυσπρόσιτος και δυσεύρετος, γιατί έμενε ξαπλωμένος στο σπίτι του. Όσους τον επισκέπτονταν στο σπίτι του, τους υποδέχονταν οι φίλοι του και ζητούσαν από αυτούς συγγνώμη, που ο Νικίας εκείνη την ώρα έπρεπε τάχα να ασχοληθεί με κάποιες δημόσιες υποθέσεις. [5.3] Εκείνος όμως που περισσότερο από όλους τον βοηθούσε να παίζεται αυτό το θέατρο και συνέβαλλε στο να περιβληθεί με μεγαλοπρέπεια και φήμη το όνομά του ήταν ο Ιέρων. Αυτός είχε ανατραφεί στο σπίτι του Νικία και είχε ασκηθεί από αυτόν στα γράμματα και στη μουσική. Προσποιούνταν πως ήταν γιος του Διονυσίου του Χαλκίνου, όπως τον είπαν, του οποίου σώζονται κάποια ποιήματα και είναι αυτός που, ως αρχηγός της αποικιστικής αποστολής, έχτισε τους Θουρίους. [5.4] Αυτός λοιπόν ο Ιέρων διαπραγματευόταν με τους μάντεις τις απόρρητες υποθέσεις του Νικία και διέδιδε στον λαό ότι τάχα ο κύριός του ζούσε μια ζωή κουραστική και ταλαιπωρημένη για χάρη της πόλης. Και στο λουτρό να είναι, έλεγε, και στο τραπέζι να καθίσει, πάντα του παρουσιαζόταν κάποιο δημόσιο ζήτημα. «Αδιαφορώντας για τις προσωπικές του υποθέσεις χάρη της φροντίδας του για τα κοινά, η ώρα του ύπνου γι᾽ αυτόν αρχίζει με δυσκολία, όταν οι άλλοι βρίσκονται στον πρώτο ύπνο. [5.5] Γι᾽ αυτό και η υγεία του βρίσκεται σε κακή κατάσταση και δεν είναι καταδεκτικός προς τους φίλους του ούτε και ευχάριστος, αλλά, ασχολούμενος με την πολιτική, κοντά στα χρήματα, έχει χάσει και αυτούς. [5.6] Αντίθετα, οι άλλοι, με το να αποκτούν φίλους και να πλουτίζουν από την πολιτική, περνούν μια χαρά και από πάνω κοροϊδεύουν την πολιτεία». [5.7] Αλλά και στην πραγματικότητα αυτή ήταν η ζωή του Νικία· γι᾽ αυτό ο ίδιος θα έλεγε για τον εαυτό του τα λόγια του Αγαμέμνονα: ρυθμιστή της ζωής μας έχουμε το μεγάλο όνομα, μα είμαστε σκλάβοι του όχλου.

[6.1] Έβλεπε όμως ότι ο λαός χρησιμοποιούσε σε ορισμένες περιπτώσεις την εμπειρία των ικανών στον λόγο ή αυτών που υπερείχαν στη φρόνηση, αλλά παράλληλα φυλαγόταν συνεχώς από αυτήν την ευγλωττία τους και προσπαθούσε να ταπεινώσει το φρόνημα και τη δόξα τους. —Αυτό έγινε φανερό με την καταδίκη του Περικλή, τον οστρακισμό του Δάμωνα και από την έλλειψη εμπιστοσύνης του λαού προς τον Αντιφώντα από τη Ραμνούντα, και κυρίως με τα γεγονότα γύρω από τον Πάχητα, που κυρίεψε τη Λέσβο, ο οποίος, την ώρα που έκανε απολογισμό των ευθυνών του ως στρατηγού, τράβηξε το σπαθί του και αυτοκτόνησε μέσα στο ίδιο το δικαστήριο—. [6.2] Γι᾽ αυτό ο Νικίας προσπαθούσε να αποφεύγει τις πολύ δύσκολες και πολύ μακρινές αποστολές· όπου όμως εξεστράτευε με δική του πρωτοβουλία, εξασφαλίζοντας τη σιγουριά της επιτυχίας, τις περισσότερες φορές, όπως ήταν φυσικό, έφερνε σε πέρας την αποστολή του. Σε καμιάν όμως δική του γνώση ή δύναμη ή αρετή δεν απέδιδε τις επιτυχίες του, αλλά έλεγε ότι τις χρωστάει στην εύνοια της τύχης και κατέφευγε στα θεία, αρνούμενος τη δόξα προκειμένου να αποφύγει τον φθόνο. [6.3] Αλλά και τα ίδια τα γεγονότα αποδείκνυαν αυτά. Ενώ δηλαδή είχαν συμβεί τότε πολλά και ιδιαίτερα δυσάρεστα πράγματα στην πόλη, εκείνος δεν ήταν υπεύθυνος για κανένα γενικά από αυτά. Συγκεκριμένα, στην περιοχή της Θράκης ηττήθηκαν οι Αθηναίοι από τους Χαλκιδικιώτες όταν στρατηγοί ήταν οι Καλλιάδης και Ξενοφών· η αποτυχία στην Αιτωλία συνέβη όταν στρατηγός ήταν ο Δημοσθένης· στο Δήλιο, εξάλλου, έχασαν οι Αθηναίοι χίλιους άνδρες, τους υπό την ηγεσία του Ιπποκράτη· όσο για τον λοιμό, τη μεγαλύτερη ευθύνη φορτώθηκε ο Περικλής, επειδή εξαιτίας του πολέμου έφερε τον όχλο από την ύπαιθρο και τον έκλεισε μέσα στο άστυ· έτσι, πίστευαν ότι αυτός είχε προκληθεί από την αλλαγή του τόπου και τον καινούργιο τρόπο ζωής. [6.4] Ο Νικίας όμως δεν έφερε καμιάν ευθύνη για όλα αυτά. Απεναντίας, ως στρατηγός κατέλαβε τα Κύθηρα, ένα νησί σε καλή φυσική θέση απέναντι από τη Λακωνική και με κατοίκους Λακεδαιμονίους· κατέλαβε πολλά μέρη στην περιοχή της Θράκης που είχαν αποστατήσει και τα επανέφερε στην Αθηναϊκή Ηγεμονία· έκλεισε τους Μεγαρίτες μέσα στην πόλη και κατέλαβε αμέσως τη νήσο Μινώα και λίγο αργότερα με ορμητήριο αυτήν έγινε κύριος της Νίσαιας· τέλος, έκανε απόβαση στην Κορινθία, νίκησε σε μάχη και εξόντωσε πολλούς Κορινθίους και τον στρατηγό τους Λυκόφρονα. [6.5] Εκεί συνέβη να εγκαταλείψει δυο δικούς του νεκρούς στρατιώτες, που του ξέφυγαν κατά την περισυλλογή. Αμέσως λοιπόν μόλις το διαπίστωσε, έδωσε διαταγή στον στόλο να σταματήσει και έστειλε κήρυκα στους εχθρούς για να τους σηκώσει, [6.6] αν και, σύμφωνα με κάποιο νόμο του πολέμου και συνήθεια, όσοι έπαιρναν άδεια περισυλλογής των νεκρών με συμφωνία θεωρούνταν ότι δεν είχαν αξιώσεις για τη νίκη· και όσοι έπαιρναν τέτοιαν άδεια δεν είχαν το δικαίωμα να στήνουν τρόπαιο νίκης· γιατί νικητές ήταν όποιοι υπερίσχυαν, ενώ ηττημένοι όσοι ζητούσαν άδεια να πάρουν πίσω τους νεκρούς, αφού δεν μπορούσαν να τους πάρουν μόνοι τους. [6.7] Εκείνος, ωστόσο, είχε το σθένος να παραιτηθεί από τη νίκη και να χάσει τη δόξα παρά να εγκαταλείψει άταφους δυο συμπολίτες του. Στη συνέχεια λεηλάτησε τα παράλια της Λακωνικής και, αφού έτρεψε σε φυγή όσους από τους Λακεδαιμονίους πρόβαλαν αντίσταση, κατέλαβε τη Θυρέα, που την κατείχαν οι Αιγινήτες, και όσους συνέλαβε τους έφερε ζωντανούς στην Αθήνα.

[7.1] Όταν ο Δημοσθένης είχε ενισχύσει με τείχος την οχύρωση της Πύλου, οι Πελοποννήσιοι εξεστράτευσαν εναντίον της με πεζικό και ναυτικό συγχρόνως· στη μάχη όμως που ακολούθησε εγκλωβίστηκαν στο νησί Σφακτηρία γύρω στους τετρακόσιους Σπαρτιάτες. Οι Αθηναίοι θεωρούσαν σπουδαίο πράγμα, όπως άλλωστε και ήταν, να αιχμαλωτίσουν αυτούς τους άνδρες. Καθώς όμως η πολιορκία ήταν δύσκολη και γινόταν κάτω από σκληρές συνθήκες σε μέρη άνυδρα, και ο ανεφοδιασμός γινόταν από μεγάλη απόσταση και ήταν πολυδάπανος και μόνο το καλοκαίρι, ενώ τον χειμώνα επικίνδυνος και εντελώς αδύνατος, στενοχωριούνταν και άρχισαν να μετανιώνουν που είχαν αποκρούσει την αποστολή πρέσβεων των Λακεδαιμονίων, που είχε έρθει σ᾽ αυτούς για την κατάπαυση εχθροπραξιών και για ειρήνη. [7.2] Απέκρουσαν τις προτάσεις αυτές, επειδή εναντιώθηκε ο Κλέων από αντίδραση κυρίως προς τον Νικία· γιατί, καθώς ήταν εχθρός του και έβλεπε ότι αυτός συνέπραττε πρόθυμα με τους Λακεδαιμονίους, έπεισε τον λαό να απορρίψει τις ειρηνευτικές προτάσεις. Επειδή λοιπόν η πολιορκία τραβούσε σε μάκρος και μάθαιναν ότι ο στρατός εκεί είχε περιέλθει σε πολύ δύσκολη θέση, οι Αθηναίοι άρχισαν να οργίζονται με τον Κλέωνα.
 [7.3] Και καθώς εκείνος έριχνε το φταίξιμο στον Νικία και τον κατηγορούσε ότι από δειλία και νωθρότητα αδιαφορούσε για τους άνδρες, ισχυριζόμενος ότι, αν ήταν ο ίδιος στρατηγός, δεν θα άντεχαν τόσο πολύ καιρό οι πολιορκημένοι, έφτασαν οι Αθηναίοι στο σημείο να του πουν «γιατί δεν εκστρατεύεις έστω και τώρα εσύ ο ίδιος εναντίον τους;» [7.4] Εξάλλου, ο Νικίας σηκώθηκε και ήταν πρόθυμος να παραχωρήσει στον Κλέωνα τη στρατηγία για την Πύλο και πρότεινε σ᾽ αυτόν να πάρει όση δύναμη θέλει και να μην παριστάνει τον θαρραλέο με λόγια ακίνδυνα, αλλά να προσφέρει στην πόλη ένα έργο άξιο λόγου. [7.5] Ο Κλέων στην αρχή άρχισε να κάνει πίσω, καθόσον ταράχθηκε επειδή δεν το περίμενε. Καθώς όμως οι Αθηναίοι σύσσωμοι του πρότειναν τα ίδια και ο Νικίας καταφερόταν εναντίον του, ερεθίστηκε, άναψε το φιλότιμό του και δέχτηκε τη στρατηγία. Υποσχέθηκε, μάλιστα ότι, αφού πλεύσει, εντός είκοσι ημερών ή θα σκοτώσει εκεί τους άνδρες ή θα τους φέρει ζωντανούς στην Αθήνα. [7.6] Τους Αθηναίους τούς ήρθε να σκάσουν στα γέλια μάλλον παρά να τον πιστέψουν· ούτως ή άλλως είχαν συνηθίσει να υπομένουν τα κούφια λόγια και την τρέλα του διασκεδάζοντας χωρίς δυσαρέσκεια. [7.7] Λένε μάλιστα πως κάποτε, ενώ ήταν συγκεντρωμένος ο λαός και καθόταν περιμένοντάς τον αρκετήν ώρα, έφτασε εκείνος στεφανωμένος με καθυστέρηση και ζητούσε να αναβληθεί η συνέλευση για την επομένη· «σήμερα», είπε, «είμαι απασχολημένος, γιατί πρόκειται να έχω στο τραπέζι φίλους και έχω κάνει θυσία στους θεούς». Οι Αθηναίοι γέλασαν, σηκώθηκαν και διέλυσαν τη συνέλευση.
[8.1] Ωστόσο, στην περίπτωση της Πύλου, επειδή και η τύχη τον βοήθησε και ως στρατηγός υπήρξε άριστος μαζί με τον Δημοσθένη, μέσα στις προθεσμίες που είχε προσδιορίσει, όσοι Σπαρτιάτες δεν έπεσαν στη μάχη παρέδωσαν τα όπλα και οδηγήθηκαν από τον Κλέωνα αιχμάλωτοι στην Αθήνα. [8.2] Το γεγονός αυτό αποτέλεσε μεγάλη δυσφήμιση για τον Νικία. Γιατί το να παραιτηθεί από στρατηγός με τη θέλησή του από δειλία και να προσφέρει στον πολιτικό του αντίπαλο αφορμή για ένα τόσο μεγάλο κατόρθωμα, δεν θεωρούνταν απλώς ρίψη της ασπίδας την ώρα της μάχης αλλά κάτι πιο ντροπιαστικό και χειρότερο ακόμη, αφού ο ίδιος είχε καθαιρέσει τον εαυτό του από το αξίωμα του στρατηγού. [8.3] 

Με αφορμή αυτά τα γεγονότα τον σατιρίζει πάλι ο Αριστοφάνης στους «Όρνιθες» με τα εξής λόγια:
Μα τον Δία, δεν είναι πια ώρα να νυστάζουμε
ούτε και σαν Νικίες να χασομεράμε

[8.4] στους δε «Γεωργούς» γράφοντας τα εξής:
‹Α.› Θέλω να ασχοληθώ με τη γεωργία.
‹Β.› Και ποιός σε εμποδίζει;
‹Α.› Εσείς· γιατί δίνω χίλιες δραχμές,εάν με απαλλάξετε από την εξουσία.
‹Β.› Δεχόμαστε· γιατί μαζί με αυτές του Νικία γίνονται δυο χιλιάδες.

[8.5] Ο Νικίας όμως, εκτός από τον εαυτό του, έβλαψε σοβαρά και την πόλη, καθώς επέτρεψε να αποκτήσει ο Κλέων τόσο μεγάλη δόξα και δύναμη, εξαιτίας της οποίας οδηγήθηκε σε μεγάλη έπαρση και θράσος αχαλίνωτο, με αποτέλεσμα να προκαλέσει και άλλες συμφορές στην πόλη, τις οποίες εξίσου και ο ίδιος δοκίμασε. [8.6] Ο Κλέων ήταν αυτός που κατάργησε την ευπρέπεια των ομιλητών πάνω στο βήμα και πρώτος αυτός στις αγορεύσεις ξεσπούσε σε φωνές, έβγαλε το ιμάτιό του, χτύπησε τον μηρό του και έτρεχε ενώ μιλούσε. Έτσι, ενέπνευσε στους πολιτικούς άνδρες την ηθική παράλυση, που λίγο αργότερα προκάλεσε γενική σύγχυση, και την αδιαφορία για την κόσμια συμπεριφορά.

[9.1] Τότε άρχισε να κάνει την εμφάνισή του στην Αθήνα και ο Αλκιβιάδης, όχι βέβαια ασυγκράτητος δημαγωγός στον ίδιο βαθμό με τον Κλέωνα, αλλά σαν την Αίγυπτο, που είναι η χώρα, όπως λένε, που λόγω της ευφορίας του εδάφους της παράγει πολλά βότανα καλά, όταν αναμειχθούν, αλλά και πολλά ολέθρια.
Έτσι και ο χαρακτήρας του Αλκιβιάδη, ορμητικός και λαμπρός καθώς ήταν τόσο για το καλό όσο και για το κακό, έχει βάλει τα θεμέλια για σημαντικές αλλαγές. [9.2] Γι᾽ αυτό ο Νικίας, ούτε και όταν ακόμη απαλλάχτηκε από τον Κλέωνα, είχε την ευκαιρία να ξεκουράσει εντελώς την πόλη και να την ηρεμήσει· αλλά, μόλις έβαλε τα πράγματα σε δρόμο ασφαλή, ξέφυγαν πάλι από τον έλεγχό του, επειδή η ορμητικότητα και η υπέρμετρη φιλοδοξία του Αλκιβιάδη τον έσπρωξαν πάλι στον πόλεμο. [9.3] Τα γεγονότα εξελίχτηκαν ως εξής· αυτοί που κυρίως εναντιώνονταν στην ειρήνη στην Ελλάδα ήταν ο Κλέων και ο Βρασίδας, επειδή ο πόλεμος απέκρυπτε την κακία του πρώτου, ενώ κοσμούσε την αρετή του δεύτερου. Γιατί στον Κλέωνα παρείχε αφορμές για μεγάλα αδικήματα, ενώ στον Βρασίδα για μεγάλα κατορθώματα. [9.4] Όταν όμως αυτοί έπεσαν και οι δυο σε μια μάχη στην περιοχή της Αμφίπολης, ο Νικίας κάλεσε αμέσως τους Σπαρτιάτες, που από καιρό επιθυμούσαν πολύ την ειρήνη, αλλά και τους Αθηναίους, που ήταν απογοητευμένοι από τον πόλεμο, διαλυμένους και τους δυο και πρόθυμους να κατεβάσουν τα χέρια, και ενεργούσε με σκοπό, συμφιλιώνοντας τις δυο πόλεις και απαλλάσσοντας από τις συμφορές τους άλλους Έλληνες, να τους ξεκουράσει και με αυτόν τον τρόπο να καταστήσει σίγουρη την ευτυχία για το μέλλον.
 [9.5] Τους εύπορους λοιπόν και τους ηλικιωμένους καθώς και τους πιο πολλούς γεωργούς, επειδή αυτοί ήθελαν την ειρήνη, τους είχε με το μέρος του· και, επειδή συναντώντας και πολλούς άλλους κατ᾽ ιδίαν τους εξηγούσε και τους έκανε λιγότερο πρόθυμους για πόλεμο, έδινε έτσι ελπίδες στους Σπαρτιάτες, τους καλούσε και τους προέτρεπε να επιμένουν στις προτάσεις για ειρήνη. [9.6] Οι Σπαρτιάτες εμπιστεύονταν τον Νικία τόσο για τη μετριοπάθειά του γενικά όσο και γιατί φρόντιζε και φερόταν με ανθρωπιά στους φυλακισμένους συμπολίτες τους που είχαν αιχμαλωτιστεί στην περιοχή της Πύλου, και έκανε έτσι πιο υποφερτή την ατυχία τους.
 [9.7] Οι δυο αντίπαλοι είχαν κάνει προηγουμένως μιαν εκεχειρία για έναν χρόνο. Καθώς όμως στη διάρκεια της ανακωχής συναντιόνταν μεταξύ τους και απολάμβαναν ξανά την ασφάλεια, την ησυχία και την επικοινωνία με φίλους και οικείους, ποθούσαν μια ζωή αναίμακτη χωρίς πόλεμο, ακούοντας με ευχαρίστηση τους χορούς να τραγουδούν τραγούδια σαν και αυτό,
ας κείτεται κάτω το δόρυ για χάρη μου και ας πλέκει η αράχνη τον μίτο της γύρω του,
και φέρνοντας στο μυαλό τους ευχάριστα εκείνον που είπε πως αυτούς που κοιμούνται αμέριμνα δεν τους ξυπνούν οι σάλπιγγες αλλά τα κοκόρια. 
[9.8] Λοιδορώντας λοιπόν και κατηγορώντας όσους έλεγαν ότι ο πόλεμος ήταν γραφτό να κρατήσει είκοσι εφτά χρόνια, στη συνέχεια ήρθαν σε συμφωνία για όλα και έκαναν την ειρήνη. Οι περισσότεροι τότε πίστεψαν πως σαφώς είχαν γλιτώσει από τα δεινά. Είχαν στο στόμα τους το όνομα του Νικία, ότι ήταν αγαπητός στους θεούς και ότι για την ευσέβειά του επέτρεψε ο θεός να πάρει το όνομά του το πιο μεγάλο και το πιο ωραίο αγαθό· [9.9] γιατί πραγματικά θεωρούσαν την ειρήνη έργο του Νικία, όπως άλλωστε τον πόλεμο έργο του Περικλή. Είχε δημιουργηθεί η εντύπωση ότι ο ένας είχε ρίξει τους Έλληνες σε μεγάλες συμφορές για ασήμαντους λόγους, ενώ ο άλλος τούς έπεισε να ξεχάσουν τα μεγαλύτερα δεινά και να γίνουν φίλοι. Γι᾽ αυτό και την ειρήνη εκείνη ονομάζουν μέχρι σήμερα Νικίειο.

[10.1] Αφού έγιναν συνθήκες για να δώσουν πίσω τα μέρη και τις πόλεις που κατείχαν ο ένας του άλλου, καθώς και τους αιχμαλώτους, με πρώτους να τα επιστρέψουν όποιοι θα έβγαιναν με κλήρωση, ο Νικίας εξαγόρασε κρυφά με χρήματα τον κλήρο, ώστε να παραδώσουν πρώτοι οι Λακεδαιμόνιοι. Αυτό εξιστορεί ο Θεόφραστος. [10.2] Επειδή όμως οι Κορίνθιοι και οι Βοιωτοί δυσφορούσαν με τα όσα γίνονταν και έδιναν την εντύπωση ότι με κατηγορίες και μομφές θα ανανέωναν τον πόλεμο, ο Νικίας έπεισε τους Αθηναίους και τους Λακεδαιμονίους, εκτός από την ειρήνη, να κλείσουν και συμμαχία, σαν ένα είδος δύναμης και δεσμού, ώστε να γίνουν πιο φοβεροί σε όσους δεν θα αποδέχονταν τους όρους της ειρήνης και να υπάρχει μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στις μεταξύ τους σχέσεις. [10.3] Και ενώ γίνονταν αυτά, ο Αλκιβιάδης, που από τη φύση του ήταν πνεύμα ανήσυχο και εξοργιζόταν με τους Λακεδαιμονίους, που προσέκειντο στον Νικία και απέβλεπαν σ᾽ αυτόν, ενώ δεν έδιναν σημασία στον ίδιο και τον περιφρονούσαν, αμέσως από την πρώτη στιγμή εναντιώθηκε στην ειρήνη και αντιστάθηκε, αλλά δεν κατάφερε τίποτε. Λίγο αργότερα όμως, βλέποντας ότι οι Λακεδαιμόνιοι δεν ήταν πια αρεστοί στους Αθηναίους στον ίδιο βαθμό με πριν, αλλά φαίνονταν ότι τους αδικούσαν που έκαναν συμμαχία με τους Βοιωτούς και δεν παρέδωσαν το Πάνακτο όρθιο ούτε και την Αμφίπολη, επέμενε σε καθεμιά από αυτές τις κατηγορίες και προσπαθούσε να ξεσηκώσει τον λαό.
 [10.4] Τέλος, αφού κάλεσε στην Αθήνα αντιπροσωπεία των Αργείων, ενεργούσε για συμμαχία Αθήνας και Άργους. Ήρθαν όμως αντιπρόσωποι και από τη Λακεδαίμονα με απόλυτη δικαιοδοσία και, όταν παρουσιάστηκαν στη Βουλή και έδωσαν την εντύπωση ότι είχαν έρθει να δεχτούν καθετί δίκαιο, ο Αλκιβιάδης φοβούμενος μήπως λέγοντας τα ίδια και στον λαό τον πάρουν με το μέρος τους, τους έφερε βόλτα με απάτη και όρκους ότι τάχα θα συνέπραττε μαζί τους σε όλα, αν αρνηθούν και δεν παραδεχτούν πως είχαν έρθει με απόλυτη πληρεξουσιότητα· [10.5] γιατί έτσι κυρίως θα πετύχαιναν όσα επιθυμούσαν. Όταν αυτοί πείστηκαν και μεταστράφηκαν από τον Νικία προς εκείνον, τους παρουσίασε στον λαό και το πρώτο που τους ρώτησε ήταν αν είχαν έρθει με απόλυτη πληρεξουσιότητα για όλα. Όταν εκείνοι αρνιόνταν, αλλάζοντας απροσδόκητα στάση επικαλέστηκε ως μάρτυρα των λόγων τους τη Βουλή και προέτρεπε τον λαό να μη δίνει σημασία μήτε και να εμπιστεύεται ανθρώπους που ψεύδονται τόσο κατάφωρα και που για τα ίδια πράγματα τη μια λένε αυτά την άλλη τα αντίθετα.
 [10.6] Καθώς αυτοί θορυβήθηκαν, όπως ήταν φυσικό, και ο Νικίας δεν είχε να πει τίποτε, αλλά τα είχε χαμένα από τη στενοχώρια και την έκπληξή του, ο λαός έσπευσε να καλέσει αμέσως τους Αργείους και να κάνει με αυτούς συμμαχία. Αλλά ένας σεισμός που έγινε ενδιαμέσως και διέλυσε τη συνέλευση βοήθησε τον Νικία. 
[10.7] Την επομένη έγινε πάλι συνέλευση του λαού και, ύστερα από πολλά που έκανε και είπε ο Νικίας, μόλις και μετά βίας κατόρθωσε να πείσει τον λαό να καθυστερήσει τη σύναψη συμφωνίας με τους Αργείους και να στείλει τον ίδιο στους Λακεδαιμονίους, ώστε να εξελιχθούν όλα όπως πρέπει. [10.8] Όταν πήγε στη Σπάρτη, τιμήθηκε γενικά ως άνθρωπος ενάρετος και με καλές προθέσεις προς τους Σπαρτιάτες, ωστόσο δεν κατάφερε τίποτε, επειδή επικράτησαν αυτοί που υποστήριζαν τα συμφέροντα των Βοιωτών· έτσι, επέστρεψε στην Αθήνα όχι μόνο δυσφημισμένος και κακολογούμενος αλλά και φοβούμενος τους Αθηναίους, καθώς λυπούνταν και αγανακτούσαν που πείστηκαν από εκείνον και έδωσαν πίσω τόσο πολλούς και σημαντικούς άνδρες. Γιατί οι Σπαρτιάτες αιχμάλωτοι που είχαν μεταφερθεί από την Πύλο ήταν από τις πρώτες οικογένειες της Σπάρτης και είχαν φίλους και συγγενείς τους πιο ισχυρούς στην πόλη. [10.9] Ωστόσο, η οργή τους προς τον Νικία δεν τους οδήγησε να κάνουν κάτι χειρότερο προς αυτόν. Περιορίστηκαν στο να εκλέξουν στη θέση του στρατηγό τον Αλκιβιάδη, να κάνουν συμμάχους μαζί με τους Αργείους τους Μαντινείς και τους Ηλείους, που αποστάτησαν από τους Λακεδαιμονίους, και να στείλουν στην Πύλο ληστρικές αποστολές για να προκαλούν καταστροφές στην ύπαιθρο της Λακωνίας. Εξαιτίας αυτών ενεπλάκησαν πάλι σε πόλεμο.
[11.1] Όταν η διαμάχη Νικία και Αλκιβιάδη βρισκόταν στο αποκορύφωμά της και ήταν να γίνει ψηφοφορία για οστρακισμό, που συνήθιζε να κάνει ο λαός κατά καιρούς, για να απομακρύνει για δέκα χρόνια κάποιον από τους υπόπτους ή από τους άνδρες που είχαν κινήσει γενικά τον φθόνο για τη δόξα ή τα πλούτη τους, μεγάλη ταραχή και κίνδυνος περιέζωσε και τους δυο, καθώς ένας από αυτούς θα είχε να αντιμετωπίσει τον οστρακισμό. [11.2] Οι Αθηναίοι από τη μια σιχαίνονταν τον τρόπο ζωής του Αλκιβιάδη και φοβούνταν το θράσος του, όπως δηλώνεται με περισσότερες λεπτομέρειες στη βιογραφία εκείνου· από την άλλη, τα πλούτη του Νικία τον καθιστούσαν αντικείμενο φθόνου· πάνω από όλα όμως η συμπεριφορά του, καθόσον ούτε ο ίδιος αγαπούσε τους ανθρώπους ούτε αυτοί τον αγαπούσαν, αλλά ήταν ακοινώνητος και ολιγαρχικός, τον έκανε να φαίνεται αλλόκοτος· πολλές φορές αντιτασσόταν στις επιθυμίες του λαού και, καθώς τους καταπίεζε, προς το συμφέρον τους βέβαια αν και δεν το καταλάβαιναν, γινόταν ενοχλητικός. [11.3] Με δυο λόγια, υπήρξε γενικά ένας ανταγωνισμός ανάμεσα σε νέους και φιλοπόλεμους από τη μια και σε ηλικιωμένους και ειρηνόφιλους από την άλλη· οι πρώτοι να ρίξουν το όστρακο εναντίον του Νικία, οι άλλοι εναντίον του Αλκιβιάδη
στη διχόνοια παίρνει και ο χειρότερος τιμές.
Έτσι και ο λαός τότε χωρισμένος στα δυο άφησε ελεύθερο πεδίο στους πιο αναίσχυντους και πανούργους, ένας από τους οποίους ήταν και ο Υπέρβολος ο Περιθοΐδης. Ήταν ένας άνθρωπος του οποίου η τόλμη δεν πήγαζε από καμιά δύναμη· αντίθετα, η δύναμή του ξεκινούσε από την τόλμη του· αυτή όμως η τόλμη, που προσέδωσε σ᾽ αυτόν δόξα, ήταν δυσφήμιση για την πόλη. [11.4] Ο Υπέρβολος, καθώς νόμιζε ότι εκείνο τον καιρό ήταν μακριά από τον κίνδυνο του οστρακισμού, γιατί στην πραγματικότητα του ταίριαζε ο κύφων, και έλπιζε ότι, αν εξοριζόταν ένας από τους δυο, θα γινόταν αυτός αντίπαλος εκείνου που θα απέμενε, ήταν ολοφάνερο πως ευχαριστιόταν με τη διαμάχη και παρότρυνε τον λαό εναντίον και των δυο. [11.5] Όταν οι άνθρωποι του Νικία και του Αλκιβιάδη είδαν την πονηριά του, συνεννοηθέντες κρυφά μεταξύ τους, συνένωσαν σε ένα τις δυο παρατάξεις, τις ανάμειξαν και κατάφεραν να μην οστρακιστεί κανένας από τους δυο αλλά ο Υπέρβολος. [11.6] Αυτό προκάλεσε προς στιγμή ευχαρίστηση και γέλια στον λαό· αργότερα όμως άρχισαν να αγανακτούν, καθόσον θεωρούσαν ότι είχε εξευτελιστεί ο θεσμός αυτός, μια και είχε γίνει για άνθρωπο τιποτένιο, αφού και οι τιμωρίες έχουν και αυτές κάποιαν αξία. Για τον Θουκυδίδη, τον Αριστείδη και τους όμοιούς τους θεωρούσαν τον οστρακισμό τιμωρία μάλλον, ενώ για τον Υπέρβολο τιμή και αφορμή για αλαζονεία, αφού εξαιτίας της παλιανθρωπιάς του έπαθε τα ίδια με τους άριστους άνδρες, όπως είχε πει γι᾽ αυτόν κάπου ο κωμικός Πλάτων.

[11.7] Αλήθεια, έχει πάθει αντάξια της συμπεριφοράς του,
ανάξια όμως προς τον ίδιο και τις παλιανθρωπιές του·
γιατί το όστρακο δεν επινοήθηκε για τέτοιους άνδρες.
[11.8] Τελικά, κανένας πια εντελώς δεν οστρακίστηκε μετά τον Υπέρβολο. Εκείνος ήταν ο τελευταίος· πρώτος ήταν ο Ίππαρχος από τον Χολαργό κάποιος συγγενής του συνώνυμου τυράννου.
[11.9] Η τύχη όμως είναι κάτι το συγκεχυμένο και ασύλληπτο με τη σκέψη. Εάν δηλαδή ο Νικίας διακινδύνευε τον οστρακισμό με τον Αλκιβιάδη, ή θα κέρδιζε και θα ζούσε με ασφάλεια στην πόλη, εξορίζοντας εκείνον, ή θα έχανε και θα έφευγε ο ίδιος πριν τις τελευταίες ατυχίες του, διατηρώντας την εντύπωση πως είναι άριστος στρατηγός.
[11.10] Δεν αγνοώ, ωστόσο, ότι ο Θεόφραστος υποστηρίζει ότι ο Υπέρβολος οστρακίστηκε, επειδή διαφώνησε ο Φαίαξ και όχι ο Νικίας με τον Αλκιβιάδη· ωστόσο, οι περισσότεροι έχουν δεχτεί την πρώτη άποψη.

[12.1] Όταν λοιπόν ήρθαν στην Αθήνα πρέσβεις από την Έγεστα και τους Λεοντίνους και προσπαθούσαν να πείσουν τους Αθηναίους να εκστρατεύσουν εναντίον της Σικελίας, ο Νικίας αντέδρασε, αλλά ηττήθηκε από τις επιδιώξεις και τη φιλοδοξία του Αλκιβιάδη, ο οποίος, πριν ακόμη γίνει γενική συνέλευση του λαού, είχε επηρεάσει ήδη τους περισσότερους, γεμίζοντάς τους υποσχέσεις και ελπίδες. Έτσι, οι νέοι στις παλαίστρες, οι ηλικιωμένοι καθισμένοι παρέες στα εργαστήρια και στα ημικύκλια σχημάτιζαν τον χάρτη της Σικελίας με τη γύρω θαλάσσια περιοχή, τοποθετώντας τα λιμάνια και τα μέρη του νησιού προς την πλευρά της Λιβύης. [12.2] Γιατί γι᾽ αυτούς η Σικελία δεν αποτελούσε απλώς έπαθλο του πολέμου αλλά ορμητήριο, για να πολεμήσουν ξεκινώντας από αυτήν εναντίον των Καρχηδονίων, ταυτόχρονα να κατακτήσουν τη Λιβύη και να έχουν τον έλεγχο της θαλάσσιας περιοχής μέσα από τις Ηράκλειες στήλες. [12.3] Καθώς λοιπόν ήταν στραμμένοι ολόψυχα προς αυτά, ο Νικίας, που εναντιωνόταν, δεν είχε ούτε πολλούς ούτε ισχυρούς οπαδούς των απόψεών του. Γιατί οι εύποροι πολίτες, χωρίς να το θέλουν, από φόβο μήπως φανούν ότι αποφεύγουν τις προς την πόλη υποχρεώσεις και συγκεκριμένα τους εξοπλισμούς σκαφών, δεν εκδηλώνονταν.

 [12.4] Ο Νικίας, ωστόσο, δεν κουραζόταν ούτε και κατέθετε τα όπλα, αλλά και, μετά την απόφαση που πήραν οι Αθηναίοι, ύστερα από ψηφοφορία, να εκστρατεύσουν και να τον εκλέξουν ως πρώτο στρατηγό μαζί με τον Αλκιβιάδη και τον Λάμαχο, στην επόμενη συνέλευση πήρε πάλι τον λόγο, εξόρκιζε τους Αθηναίους και προσπαθούσε να τους αποτρέψει. Στο τέλος, καταφέρθηκε εναντίον του Αλκιβιάδη, κατηγορώντας τον ότι για το προσωπικό του συμφέρον και προς πραγματοποίηση των φιλόδοξων σχεδίων του σπρώχνει την πόλη σε έναν δύσκολο και υπερπόντιο κίνδυνο.

 [12.5] Δεν κατάφερε όμως τίποτε περισσότερο· αντίθετα, καθώς έδωσε την εντύπωση ότι λόγω εμπειρίας ήταν καταλληλότερος και η επιχείρηση θα είχε μεγάλη ασφάλεια, εάν η πρόνοια εκείνου συνδυαζόταν με την τόλμη του Αλκιβιάδη και τον φλογερό χαρακτήρα του Λαμάχου, έκανε πιο σίγουρη την εκλογή του ως στρατηγού. [12.6] Σηκώθηκε λοιπόν ο Δημόστρατος, που ήταν εκείνος που περισσότερο από όλους ξεσήκωνε τους Αθηναίους για πόλεμο, και είπε να πάψει να βρίσκει ο Νικίας δικαιολογίες· στη συνέχεια πρότεινε ψήφισμα να είναι οι στρατηγοί απόλυτα εξουσιοδοτημένοι να αποφασίζουν και να ενεργούν τόσο εδώ όσο και εκεί, και έπεισε τον λαό να το εγκρίνει.

[13.1] Και όμως λένε ότι και από το ιερατείο υπήρχαν αντιρρήσεις για την εκστρατεία· ο Αλκιβιάδης όμως, έχοντας άλλους μάντεις, φανέρωσε με κάποιους παλαιούς τάχα χρησμούς ότι οι Αθηναίοι θα γίνουν ονομαστοί από τη Σικελία· [13.2] κατέφθαναν μάλιστα και κάποιοι προφήτες από τον θεό Άμμωνα, φέρνοντας χρησμό ότι οι Αθηναίοι θα συλλάβουν αιχμαλώτους όλους τους Συρακοσίους. [13.3] Απέκρυπταν όμως τα αντίθετα από φόβο να αναφέρουν δυσάρεστα μηνύματα. Δεν απέτρεπαν τους Αθηναίους ούτε και τα σημάδια που έβλεπαν οι ίδιοι και ήταν ολοφάνερα, όπως ο αποκεφαλισμός των Ερμών, που μέσα σε μια νύχτα ακρωτηριάστηκαν όλοι εκτός από έναν που τον ονόμαζαν του Ανδοκίδη, αφιέρωμα της Αιγηίδας φυλής, και βρισκόταν τότε μπροστά στην πόρτα του Ανδοκίδη. Δεν τους απέτρεπε ακόμη και το επεισόδιο στην περιοχή του βωμού των δώδεκα θεών. [13.4] Κάποιος άνθρωπος δηλαδή πήδησε ξαφνικά πάνω σε αυτόν, στάθηκε όρθιος και με μια πέτρα έκοψε τα γεννητικά του όργανα.

 [13.5] Στους Δελφούς, εξάλλου, ήταν στημένο το χρυσό Παλλάδιο πάνω σε χάλκινο φοίνικα, αφιέρωμα της πόλης της Αθήνας από τα βραβεία για τις νίκες από τους Μηδικούς πολέμους· το χτυπούσαν με το ράμφος τους για πολλές ημέρες κοράκια που πετούσαν προς τα εκεί, κατέτρωγαν τον καρπό του, που ήταν χρυσός, και τον έριχναν κάτω. [13.6] Οι Αθηναίοι όμως υποστήριζαν ότι αυτά ήταν μυθοπλασίες των ιερέων των Δελφών, που είχαν δωροδοκηθεί από τους Συρακοσίους. Καθώς κάποιος χρησμός τούς προέτρεπε να φέρουν την ιέρεια της Αθηνάς από τις Κλαζομενές, έστειλαν και έφεραν τη γυναίκα. Ονομαζόταν Ησυχία και αυτό ήταν, όπως φαίνεται, που συμβούλευε ο θεός την πόλη, προς το παρόν δηλαδή να διατηρήσει την ειρήνη. [13.7] Ο αστρολόγος Μέτων —ήταν προορισμένος για κάποιο αξίωμα— είτε ανησυχώντας τάχα γι᾽ αυτά είτε επειδή με την ανθρώπινη λογική κατάλαβε τον κίνδυνο από την εκστρατεία, προσποιούνταν πως τρελάθηκε και ήθελε να κάψει το σπίτι του. [13.8] Άλλοι πάλι λένε πως δεν έκανε τον τρελό, αλλ᾽ ότι, αφού έκαψε τη νύχτα το σπίτι του, πήγε στην αγορά με σκυμμένο το κεφάλι και παρακαλούσε τους συμπολίτες του, επειδή τον βρήκε μια τόσο μεγάλη συμφορά, να απαλλάξουν από την εκστρατεία τον γιο του, που επρόκειτο να πλεύσει ως τριήραρχος στη Σικελία.

 [13.9] Εξάλλου, και τον σοφό Σωκράτη προειδοποίησε το δαιμόνιο, χρησιμοποιώντας τα συνηθισμένα σύμβολα, ότι η εκστρατεία αυτή θα πραγματοποιούνταν για καταστροφή της πόλης. Ο Σωκράτης το ανακοίνωσε στους γνωστούς και τους φίλους του, και έτσι ο λόγος διαδόθηκε σε πολλούς. [13.10] Δεν ήταν όμως λίγοι και εκείνοι που τρόμαζαν και για τις ημέρες κατά τις οποίες αναχωρούσε ο στόλος.



 [13.11] Γιατί τις ημέρες εκείνες οι γυναίκες γιόρταζαν τα Αδώνεια και σε πολλά σημεία της πόλης υπήρχαν εκτεθειμένα είδωλα και γίνονταν γύρω από αυτά εικονικές ταφές και ακούγονταν θρήνοι γυναικών. Έτσι, όσοι έδιναν κάποια σημασία σε κάτι τέτοια, δυσανασχετούσαν και φοβούνταν για την προετοιμασία της εκστρατείας και τη δύναμη, μήπως, ενώ είχε πάρει τόσο μεγάλη λαμπρότητα και ακμή, μαραθεί γρήγορα.

[14.1] Το ότι λοιπόν ο Νικίας εναντιώθηκε όταν ψηφιζόταν η εκστρατεία, ότι δεν ξεσηκώθηκε και δεν εντυπωσιάστηκε από το μέγεθος της εξουσίας, ώστε να αλλάξει γνώμη, χαρακτηρίζουν άνθρωπο έντιμο και σώφρονα. [14.2] Αφότου όμως, παρά την προσπάθειά του να αποτρέψει τον λαό από τον πόλεμο και να απαλλάξει τον ίδιο από τη στρατηγία, δεν κατέστη αυτό δυνατόν, αλλά, αντίθετα, ο λαός σαν να τον σήκωσε στα χέρια τον τοποθέτησε επικεφαλής της στρατιωτικής δύναμης, από εκείνη τη στιγμή και πέρα δεν ήταν πια καιρός για πολύ δισταγμό και καθυστερήσεις. 

[14 .2 ]«...ὥσπερ παιδὸς δίκην ἀπὸ τῆς νεὼς ὀπίσω βλέποντα...»
(...σαν παιδί που κοιτάζει πίσω από το πλοίο...)
Αυτή η φράση αποδίδει την απόλυτη απροθυμία του να αφήσει την Αθήνα και την ασφάλεια της εστίας του, δείχνοντας έναν άνθρωπο που η καρδιά του παρέμενε πίσω, στην οικογένεια και την πόλη του.

Το αποτέλεσμα ήταν, με το να βλέπει σαν παιδί πίσω από το πλοίο, με το να σκέφτεται ξανά και ξανά το πως δεν υπερίσχυσε και να το γυροφέρνει συνέχεια στο μυαλό του, όλα αυτά να μειώσουν τον βαθμό δραστηριότητας των συναρχόντων του και να αποδυναμώσουν τις ενέργειές τους. Αντίθετα, έπρεπε να επιτεθεί αμέσως εναντίον των εχθρών και πιέζοντάς τους ασφυκτικά να δοκιμάσει την τύχη επάνω στον αγώνα. [14.3] 


Ενώ ο Λάμαχος από τη μια επέμενε να πλεύσουν κατευθείαν εναντίον των Συρακουσών και να δώσουν τη μάχη όσο το δυνατόν πιο κοντά στην πόλη, ο Αλκιβιάδης από την άλλη πρότεινε να κινήσουν τις πόλεις σε αποστασία από τις Συρακούσες, και στη συνέχεια κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις να επιτεθούν εναντίον τους, αυτός πρότεινε τα αντίθετα· αφού δηλαδή μεταφερθούν στη Σικελία ήρεμα και πλεύσουν γύρω από αυτήν, να κάνουν επίδειξη, υποστήριζε, στρατού και στόλου και στη συνέχεια να επιστρέψουν στην Αθήνα, αφήνοντας μια μικρή δύναμη στους Εγεσταίους. Με τον τρόπο αυτόν εξασθένησε σιγά σιγά τα σχέδια των άλλων και κατέβαλε το φρόνημα των ανδρών. [14.4] Και όταν λίγο αργότερα ανακάλεσαν οι Αθηναίοι τον Αλκιβιάδη για να δικαστεί, ο Νικίας, απομένοντας τυπικά δεύτερος στρατηγός μαζί με τον Λάμαχο, στην πραγματικότητα όμως μόνος, δεν σταμάτησε να μένει άπραγος, να πλέει γύρω από το νησί και να κάνει σχέδια, μέχρι που μαράθηκε η ελπίδα των ανδρών του, ενώ από την άλλη διαλύθηκε σιγά σιγά η έκπληξη και ο φόβος που είχε προκαλέσει στην αρχή στον εχθρό η εμφάνιση της αθηναϊκής δύναμης.
[14.5] Όσο ακόμη ο Αλκιβιάδης ήταν στη θέση του, οι Αθηναίοι έπλευσαν εναντίον των Συρακουσών με εξήντα σκάφη. Τα πενήντα τα κρατούσαν έξω από το λιμάνι σε παράταξη μάχης· δέκα όμως κατευθύνονταν μέσα στο λιμάνι για να κατασκοπεύσουν και να καλέσουν με κήρυκα τους Λεοντίνους να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. [14.6] Αυτά συνέλαβαν ένα πολεμικό σκάφος που μετέφερε πινακίδες, στις οποίες οι Συρακόσιοι κατέγραφαν κατά φυλές τα ονόματά τους. Τις πινακίδες αυτές, που βρίσκονταν μακριά από την πόλη στο ιερό του Ολύμπιου Δία, είχαν στείλει να τις μεταφέρουν τότε προς εξακρίβωση και καταγραφή σε κατάλογο στρατολογίας των στρατευσίμων. [14.7] Όταν λοιπόν πιάστηκαν αυτές από τους Αθηναίους και προσκομίστηκαν στους στρατηγούς και αποκαλύφθηκε ο αριθμός των ονομάτων, αναστατώθηκαν οι μάντεις μην τυχόν ο χρησμός που έλεγε ότι οι Αθηναίοι θα συλλάβουν όλους τους Συρακοσίους εννοούσε αυτό ακριβώς. Άλλοι όμως λένε ότι αυτό επιτεύχθηκε από τους Αθηναίους στην πράξη, όταν ο Αθηναίος Κάλλιππος σκότωσε τον Δίωνα και κατέλαβε τις Συρακούσες.
[15.1] Όταν ύστερα από λίγο απέπλευσε από τη Σικελία ο Αλκιβιάδης, όλη η εξουσία περιήλθε τώρα στα χέρια του Νικία. Ο Λάμαχος ήταν βέβαια άνδρας γενναίος και δίκαιος και στις μάχες το χέρι του σκότωνε χωρίς να λυπάται τον εχθρό. Ήταν όμως τόσο φτωχός και λιτοδίαιτος, ώστε οι Αθηναίοι σε κάθε εκστρατεία υπολόγιζαν ένα μικρό ποσό χρημάτων για τα ρούχα και τα σανδάλια του. [15.2] Το κύρος του Νικία, αντίθετα, ήταν μεγάλο και για άλλους λόγους γενικά και λόγω του πλούτου και της φήμης του. Λένε πως κάποτε, σε κοινή σύσκεψη των στρατηγών στο στρατηγείο, όταν ο Νικίας προέτρεψε τον ποιητή Σοφοκλή να πει πρώτος τη γνώμη του, ως πιο ηλικιωμένος από τους στρατηγούς, «εγώ» είπε «είμαι ο πιο παλιός στρατηγός, εσύ όμως είσαι πιο ηλικιωμένος». [15.3] Έτσι λοιπόν και τότε, έχοντας κάτω από την επιρροή του τον Λάμαχο, πιο ικανό στρατηγό από αυτόν, χρησιμοποίησε τη στρατιωτική δύναμη προσεκτικά και χωρίς βιασύνη. Στην αρχή, κάνοντας τον περίπλου της Σικελίας μακριά από τους εχθρούς, τους έκανε να αναθαρρήσουν· στη συνέχεια επιτέθηκε εναντίον της Ύβλας, ενός μικρού χωριού, αλλά αποχώρησε πριν την καταλάβει, γεγονός που τον έριξε σε μεγάλη ανυποληψία. [15.4] Τελικά, αποτραβήχτηκε στην Κατάνη χωρίς να πετύχει τίποτε, εκτός από το ότι υπέταξε τα Ύκκαρα, ένα μικρό βαρβαρικό μέρος, από όπου λένε ότι μεταξύ των αιχμαλώτων αγοράστηκε και η εταίρα Λαΐδα, μικρό κορίτσι ακόμη, και μεταφέρθηκε στην Πελοπόννησο.

[16.1] Αφού πέρασε το καλοκαίρι, καθώς έφταναν στον Νικία πληροφορίες ότι οι Συρακόσιοι είχαν αναθαρρήσει και θα τους επιτίθονταν πρώτοι, ενώ οι ιππείς τους πλησιάζοντας πια προκλητικά στο στρατόπεδο τους ρωτούσαν αν είχαν έρθει για να συγκατοικήσουν με τους Καταναίους ή να εγκαταστήσουν τους Λεοντίνους στις εστίες τους, τότε πια με το ζόρι παρακινήθηκε ο Νικίας να πλεύσει εναντίον των Συρακουσών. [16.2] 
Και θέλοντας να εγκαταστήσει τον στρατό με ασφάλεια και ήσυχα, έστειλε κρυφά από την Κατάνη κάποιον άνθρωπό του στους Συρακοσίους να τους προτρέψει, αν επιθυμούν να καταλάβουν έρημο το στρατόπεδο και τα όπλα των Αθηναίων, να καταφθάσουν σε ορισμένη ημέρα με όλο τον στρατό· γιατί οι Αθηναίοι περνούσαν τον περισσότερο καιρό μέσα στην πόλη και οι φίλοι των Συρακοσίων είχαν αποφασίσει, όταν αντιληφθούν ότι εκείνοι πλησιάζουν, να καταλάβουν τις πύλες και ταυτόχρονα να κάψουν κρυφά τον ναύσταθμο των Αθηναίων· πολλοί ήταν εκείνοι, τους είπε, που είχαν μυηθεί στη συνωμοσία και περίμεναν τον ερχομό τους. [16.3] Αυτό ήταν το πιο έξυπνο στρατηγικό σχέδιο του Νικία στην περιοχή της Σικελίας.
 Γιατί έβγαλε έξω τους εχθρούς με όλο τον στρατό τους και έτσι άδειασε την πόλη από υπερασπιστές. Ο ίδιος ανοίχτηκε από την Κατάνη, είχε υπό τον έλεγχό του τα λιμάνια και κατέλαβε μέρος για το στρατόπεδο, από όπου σύμφωνα με τις προσδοκίες του θα διεξήγε τον πόλεμο χωρίς εμπόδια, αφού ελάχιστα θα τον έβλαπταν τα μέσα στα οποία υστερούσε έναντι των αντιπάλων. [16.4] Μετά την επιστροφή τους από την Κατάνη οι Συρακόσιοι πήραν θέση μάχης μπροστά από την πόλη, αλλά ο Νικίας οδήγησε γρήγορα εναντίον τους τους Αθηναίους και τους νίκησε. [16.5] Δεν σκότωσε όμως πολλούς εχθρούς, επειδή το ιππικό τους στάθηκε εμπόδιο στην καταδίωξη. Με το να κόψει όμως ο Νικίας και να καταστρέψει τις γέφυρες του ποταμού, έδωσε στον Ερμοκράτη το δικαίωμα να λέει στους Συρακοσίους, θέλοντας να τους ενθαρρύνει, ότι ο Νικίας είναι γελοίος, αφού με τα σχέδιά του ως στρατηγού δεν πρόκειται να δώσει μάχη, σαν να μην έχει έρθει με τον στόλο γι᾽ αυτόν ακριβώς τον σκοπό. [16.6] Ωστόσο, ενέβαλε φόβο και κατατρόμαξε τους Συρακοσίους, ώστε, αντί για δεκαπέντε στρατηγούς που είχαν τότε, να εκλέξουν τρεις άλλους, στους οποίους ο λαός έδωσε ένορκη υπόσχεση ότι θα τους επιτρέψει να ασκήσουν την εξουσία τους με απόλυτη δικαιοδοσία. [16.7] Εκεί κοντά ήταν το Ολυμπιείο και οι Αθηναίοι βάλθηκαν να το καταλάβουν, επειδή υπήρχαν μέσα σ᾽ αυτό πολλά χρυσά και ασημένια αφιερώματα. 

Ο Νικίας όμως αναβάλλοντας επίτηδες την επίθεση καθυστέρησε και επέτρεψε να μπει μέσα φρουρά των Συρακοσίων, επειδή είχε τη γνώμη ότι, εάν οι στρατιώτες άρπαζαν τα αφιερώματα, αφενός μεν η πολιτεία δεν επρόκειτο να ωφεληθεί, αφετέρου θα κατηγορούνταν ο ίδιος για την ασεβή αυτή πράξη. [16.8] Χωρίς να εκμεταλλευτεί καθόλου την περίφημη νίκη, δεν πέρασαν λίγες ημέρες και αναχώρησε πάλι για τη Νάξο. Εκεί πέρασε τον χειμώνα ξοδεύοντας πολλά για ένα τόσο μεγάλο στράτευμα και κάνοντας κάποιες μικρές μόνο ενέργειες προς ορισμένους Σικελούς που είχαν προσχωρήσει σ᾽ αυτόν, με αποτέλεσμα, ξεθαρρεύοντας πάλι οι Συρακόσιοι, να κάνουν επιδρομή προς την Κατάνη, να καταστρέψουν τον τόπο και να κάψουν το στρατόπεδο των Αθηναίων. [16.9] Γι᾽ αυτά κατηγορούσαν όλοι τον Νικία, γιατί, με το να κάνει με τον νου του σχέδια, να καθυστερεί και να φυλάγεται, έχανε την ευκαιρία για δράση. Γιατί κανένας δεν θα μπορούσε να κατηγορήσει τον άνδρα για τη διενέργεια των επιχειρήσεων. Γιατί, όταν ξεκινούσε να κάνει κάτι, ήταν ενεργητικός και δραστήριος, αλλά, όσον αφορά στο ξεκίνημα, ήταν αναβλητικός και άτολμος.

[17.1] Όταν λοιπόν κίνησε πάλι τον στρατό του εναντίον των Συρακουσών, ηγήθηκε με τέτοιο τρόπο και επιτέθηκε με τόσο μεγάλη σφοδρότητα και ασφάλεια, ώστε να μη γίνει αντιληπτός, όταν με τον στόλο προσάραξε στη Θάψο και έκανε απόβαση· πρόφτασε μάλιστα να καταλάβει τις Επιπολές και, αφού νίκησε τους επίλεκτους άνδρες που έσπευσαν να βοηθήσουν, σκότωσε τριακόσιους από αυτούς και έτρεψε σε φυγή το ιππικό των εχθρών, που θεωρούνταν ότι ήταν ακαταμάχητο. [17.2] Εκείνο όμως που περισσότερο από όλα εντυπωσίασε τους Σικελιώτες και έκανε τους Έλληνες να μην το πιστεύουν, ήταν ότι μέσα σε λίγο καιρό απέκλεισε με τείχος τις Συρακούσες, πόλη όχι μικρότερη από την Αθήνα, αλλά που στην περίπτωσή της ήταν πιο δύσκολο να χτίσει κανείς τόσο μεγάλο τείχος κυκλικά γύρω της, λόγω εδαφικών ανωμαλιών και της γειτνίασης με τη θάλασσα και τους παρακείμενους βάλτους. [17.3] Και όμως αυτό το έργο λίγο έλειψε να το ολοκληρώσει ένας άνθρωπος που λόγω των πολλών φροντίδων ούτε και την υγεία του είχε· γιατί υπέφερε από νεφρίτιδα, στην οποία θα πρέπει να αποδώσει κανείς τη μη ολοκλήρωση του έργου του. Ωστόσο, αξίζει να θαυμάσει κανείς τη φιλοπονία του στρατηγού και τη γενναιότητα των στρατιωτών για τα όσα κατόρθωσαν. [17.4] Ο Ευριπίδης μετά την ήττα και την καταστροφή των Αθηναίων έκανε τον επικήδειο γράφοντας:

αυτοί εδώ οι άνδρες οχτώ φορές νίκησαν
τους Συρακοσίους,
όσο οι θεοί κρατούσαν αμερόληπτη
στάση απέναντι και στους δυο.


Όχι μόνο οχτώ φορές αλλά και περισσότερες μπορεί να βρει κανείς ότι είχαν ηττηθεί οι Συρακόσιοι από αυτούς, ως τη στιγμή που οι θεοί ή η τύχη εναντιώθηκαν στους Αθηναίους, όταν βρίσκονταν στο απόγειο της δύναμής τους.

[18.1] Ο Νικίας λοιπόν ήταν παρών στις περισσότερες επιχειρήσεις, μολονότι ταλαιπωρούσε το σώμα του. Όταν κάποια στιγμή η αρρώστια του βρισκόταν σε έξαρση, έμενε κατάκοιτος στα τείχη με λίγους υπηρέτες, την ώρα που ο Λάμαχος με τον στρατό έδινε μάχη εναντίον των Συρακοσίων, που προσπαθούσαν να σηκώσουν τείχος από την πόλη προς εκείνο των Αθηναίων· το τείχος αυτό επρόκειτο να εμποδίσει, αφήνοντας στη μέση τον αποκλεισμό της Συρακούσας. [18.2] Επειδή οι Αθηναίοι λόγω της υπεροχής τους δεν τηρούσαν την τάξη στις καταδιώξεις, απομονώθηκε ο Λάμαχος και δέχτηκε επίθεση του ιππικού των Συρακοσίων. [18.3] Ανάμεσά τους ξεχώριζε ο Καλλικράτης, άνδρας μαχητικός και ασυγκράτητος. Αυτός προκάλεσε τον Λάμαχο, ο οποίος μονομάχησε μαζί του και δέχτηκε πρώτος το χτύπημα· στη συνέχεια ανταπέδωσε και έπεσε πεθαίνοντας μαζί με τον Καλλικράτη. [18.4] Οι Συρακόσιοι, που επικράτησαν στη συμπλοκή, σήκωσαν το πτώμα του Λάμαχου μαζί με τα όπλα του και όρμησαν προς τα τείχη των Αθηναίων, στα οποία βρισκόταν ο Νικίας χωρίς υπερασπιστές. [18.5] Κάτω από την πίεση όμως της ανάγκης σηκώθηκε και, όταν συνειδητοποίησε τον κίνδυνο, διέταξε τους υπηρέτες του, όσα ξύλα έτυχε να βρίσκονται συσσωρευμένα μπροστά στα τείχη και προορίζονταν για τα πολιορκητικά μηχανήματα, και τα ίδια τα πολιορκητικά μηχανήματα, να τα βάλουν φωτιά και να τα κάψουν. [18.6] Αυτό ανέκοψε την ορμή των Συρακοσίων και έσωσε τον Νικία, τα τείχη και τα χρήματα των Αθηναίων· γιατί όταν οι Συρακόσιοι είδαν να υψώνεται φλόγα μεγάλη, γύρισαν πίσω.
[18.7] Μετά τα γεγονότα αυτά ο Νικίας είχε απομείνει ο μόνος από τους στρατηγούς, αλλά με μεγάλες ελπίδες. Καθόσον πόλεις είχαν αλλάξει στρατόπεδο, από παντού έφταναν στον στρατό φορτηγά πλοία γεμάτα με σιτάρι, όλοι τώρα που τα πράγματα πήγαιναν καλά έτρεχαν να βοηθήσουν, [18.8] και ήδη γίνονταν προς τον Νικία προτάσεις εκ μέρους των Συρακοσίων για συμφωνία, μια και είχαν απελπιστεί για την τύχη της πόλης τους. [18.9] Αλλά και ο Γύλιππος, που ερχόταν από τη Λακεδαίμονα για να βοηθήσει, όταν κατά τη διάρκεια του ταξιδιού πληροφορήθηκε για τον αποκλεισμό και τη δύσκολη θέση των Συρακουσών, από εκεί και πέρα έπλεε με την εντύπωση ότι η Σικελία βρισκόταν πια στην κατοχή των Αθηναίων και με μοναδικό σκοπό να διαφυλάξει τις πόλεις των Ελλήνων της Κάτω Ιταλίας, αν ήταν δυνατό και αυτό ακόμη κατά κάποιον τρόπο. [18.10] Γιατί διαδιδόταν ευρέως ότι οι Αθηναίοι νικούσαν σε όλες τις μάχες και είχαν στρατηγό ακαταμάχητο λόγω της καλής του τύχης και της σύνεσής του. [18.11] Έχοντας αναθαρρήσει αμέσως και ο Νικίας προσωπικά, πράγμα ξένο προς τον χαρακτήρα του, εξαιτίας της τύχης και της τροπής των πραγμάτων εκείνο τον καιρό, κυρίως όμως επειδή νόμιζε ότι οσονούπω η πόλη θα παραδιδόταν ύστερα από συμφωνία από μια μερίδα των Συρακοσίων, με τους οποίους βρισκόταν σε μυστικές συνεννοήσεις και του έστελναν μηνύματα, γι᾽ αυτό δεν έδωσε καμιά σημασία στον Γύλιππο που ερχόταν προς τα εκεί ούτε και πήρε συγκεκριμένα μέτρα προφύλαξης. Έτσι, ο Γύλιππος, επειδή οι Αθηναίοι αδιαφόρησαν εντελώς για την άφιξή του και τον περιφρόνησαν, κατάφερε να περάσει τον πορθμό χωρίς να γίνει αντιληπτός από τον Νικία και, αφού αποβιβάστηκε μακριά από τις Συρακούσες, συγκέντρωσε πολύ στρατό, ενώ οι Συρακόσιοι ούτε καν γνώριζαν εάν είχε έρθει ούτε και τον περίμεναν. [18.12] Γι᾽ αυτό, άλλωστε, είχε δοθεί εντολή σ᾽ αυτούς για γενική συνέλευση με αντικείμενο τις συμφωνίες με τον Νικία. Μερικοί μάλιστα προχωρούσαν κιόλας προς τον χώρο της συνέλευσης, επειδή πίστευαν πως οι συνθήκες έπρεπε να γίνουν, πριν η πόλη αποκλειστεί εντελώς με τείχος. Γενικά, το μέρος του έργου που απέμενε να τελειώσει ήταν μικρό, αλλά και η προετοιμασία για την ολοκλήρωση της τειχοποιίας ήταν έτοιμη.

[19.1] Ενώ βρίσκονταν σ᾽ αυτό το κρίσιμο και επικίνδυνο σημείο, έφτασε από την Κόρινθο ο Γογγύλος με μια τριήρη. Όπως ήταν φυσικό, έτρεξαν όλοι σύσσωμοι κοντά του και αυτός τους ανακοίνωνε ότι όπου νά ᾽ναι θα καταφθάσει ο Γύλιππος και ότι έρχονται για βοήθεια και άλλα πολεμικά σκάφη. [19.2] Δεν είχαν πιστέψει ακόμη καλά-καλά στα λόγια του Γογγύλου, όταν ήρθε εκ μέρους του Γυλίππου αγγελιαφόρος με εντολή να βγουν να τον συναντήσουν. Οι Συρακόσιοι αναθάρρησαν και άρχισαν να εξοπλίζονται. Ο Γύλιππος πλησίαζε από τη στεριά σε σχηματισμό μάχης εναντίον των Αθηναίων. [19.3] Όταν και ο Νικίας παρατάχθηκε απέναντι εκείνων, ο Γύλιππος πήρε και αυτός θέσεις μάχης και, αφού έστειλε κήρυκα, έλεγε στους Αθηναίους, αν θέλουν να φύγουν από τη Σικελία, τους το επιτρέπει χωρίς να φοβηθούν τίποτε. [19.4] Ο Νικίας όμως ούτε καν καταδέχτηκε να απαντήσει, μερικοί Αθηναίοι στρατιώτες μάλιστα γελώντας ρωτούσαν αν από την παρουσία ενός τρίβωνα και μιας βακτηρίας λακωνικής έχει γίνει ξαφνικά τόσο ισχυρή η θέση των Συρακοσίων, ώστε να περιφρονούν τους Αθηναίους, οι οποίοι, ενώ κρατούσαν αλυσοδεμένους τριακόσιους Λακεδαιμονίους πολύ πιο ρωμαλέους από τον Γύλιππο και με πολύ μακρύτερα μαλλιά από αυτόν, τους έδωσαν πίσω στους Λακεδαιμονίους. [19.5] Ο Τίμαιος, εξάλλου, αναφέρει πως ούτε και οι Σικελιώτες είχαν σε καμιάν υπόληψη τον Γύλιππο, κατηγορώντας τον αργότερα για αισχροκέρδεια και μικροπρέπεια· όταν μάλιστα τον είδαν για πρώτη φορά, τον κορόιδευαν για τον τρίβωνα και τα μαλλιά του. Ο ίδιος όμως στη συνέχεια λέει ότι, με το που εμφανίστηκε ο Γύλιππος, πολλοί έτρεξαν κοντά του, όπως πετούν τα πουλιά προς την κουκουβάγια, πρόθυμοι να στρατευτούν στο πλευρό του. [19.6] Αυτά είναι πιο κοντά στην αλήθεια από όσο τα πρώτα· γιατί συσπειρώνονταν, επειδή στη βακτηρία και στον τρίβωνα διέκριναν τα σύμβολα και το κύρος της Σπάρτης. Ότι ό,τι επιτεύχθηκε ήταν εξολοκλήρου έργου εκείνου, δεν το λέει μόνο ο Θουκυδίδης αλλά και ο Φίλιστος ο Συρακόσιος, που υπήρξε και αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων. [19.7] Στην πρώτη λοιπόν μάχη νίκησαν οι Αθηναίοι και σκότωσαν λίγους Συρακοσίους και τον Κορίνθιο Γογγύλο· την επόμενη μέρα όμως έδειξε ο Γύλιππος τι σημαίνει εμπειρία. [19.8] Γιατί χρησιμοποιώντας τα ίδια όπλα, το ίδιο ιππικό και τις ίδιες θέσεις αλλά με διαφορετικό τρόπο και αλλάζοντας τη διάταξή τους, νίκησε τους Αθηναίους. Και, όταν εκείνοι έφυγαν για το στρατόπεδό τους, ο Γύλιππος κράτησε τους Συρακοσίους και με τις πέτρες που είχαν κουβαλήσει εκείνοι και την ξυλεία έχτισε δίπλα κάθετο τείχος και ματαίωσε την προσπάθεια εκείνων να αποκλείσουν την πόλη με τείχος, ώστε, και αν ακόμη νικούσαν οι Αθηναίοι, να μην έχουν κανένα όφελος. [19.9] Παίρνοντας θάρρος από αυτό οι Συρακόσιοι, άρχισαν να αρματώνουν τα σκάφη τους και κάνοντας περιπολίες με το ιππικό και τους ακολούθους τους αιχμαλώτιζαν πολλούς. [19.10] Ο Γύλιππος επισκεπτόταν προσωπικά τις πόλεις, τις ξεσήκωνε και συνένωνε τους πάντες, που τον υπάκουαν πολύ πρόθυμα και τον βοηθούσαν, ώστε ο Νικίας να αλλάξει πάλι διαθέσεις και να καταλήξει στις γνωστές πρώτες σκέψεις· και νιώθοντας την αλλαγή της κατάστασης, να χάσει το ηθικό του και να γράφει στους Αθηναίους, παραγγέλλοντάς τους να στείλουν και άλλο στρατό· διαφορετικά, να αποσύρουν από τη Σικελία και αυτόν ακόμη που έχουν· όσο για τον ίδιο, ζητούσε να τον απαλλάξουν οπωσδήποτε από τη στρατηγία, εξαιτίας της αρρώστιας του.

[20.1] Οι Αθηναίοι είχαν και προηγουμένως τη διάθεση να στείλουν στη Σικελία και άλλη στρατιωτική δύναμη, αλλά οι πρώτοι πολίτες, που από φθόνο ανησυχούσαν για τις τόσο μεγάλες επιτυχίες του Νικία, προκάλεσαν πολλές καθυστερήσεις. Μετά την επιστολή όμως του Νικία έσπευδαν επιτέλους να στείλουν βοήθεια. [20.2] Ως εκ τούτου ήταν προγραμματισμένο να πλεύσει στη Σικελία μετά τον χειμώνα ο Δημοσθένης με μεγάλη προετοιμασία, ενώ μέσα στον χειμώνα είχε ήδη ξεκινήσει ο Ευρυμέδων φέρνοντας χρήματα και την απόφαση των Αθηναίων ότι είχαν εκλέξει και στρατηγούς, μαζί με τον Νικία, τους Ευθύδημο και Μένανδρο, που βρίσκονταν ήδη στο εκστρατευτικό σώμα στη Σικελία.
[20.3] Στο μεταξύ ο Νικίας δέχτηκε ξαφνικά επίθεση από στεριά και θάλασσα. Στην αρχή νικιόταν από το ναυτικό των Συρακοσίων· στη συνέχεια όμως το απέκρουσε και βύθισε πολλά σκάφη των εχθρών. Δεν πρόλαβε όμως να βοηθήσει το πεζικό· ο Γύλιππος επιτέθηκε ξαφνικά και κατέλαβε το Πλημμύριο, όπου βρίσκονταν αποθηκευμένα εξαρτήματα των τριήρων και πολλά χρήματα· όλα αυτά έπεσαν στα χέρια του, σκότωσε αρκετούς άνδρες και έπιασε και αιχμαλώτους· αλλά το πιο σημαντικό, στέρησε τον Νικία από τη δυνατότητα ανεφοδιασμού. Γιατί η μεταφορά από το Πλημμύριο, όσο το κρατούσαν οι Αθηναίοι, γινόταν με ασφάλεια και γρήγορα· αφότου όμως διώχτηκαν από εκεί, γινόταν με δυσκολία και ύστερα από μάχη με τους εχθρούς, που ναυλοχούσαν εκεί. [20.4] Επίσης, ήταν φανερό ότι και το ναυτικό των Συρακοσίων δεν είχε ηττηθεί εξαιτίας της υπεροχής του εχθρικού στόλου, αλλά λόγω αταξίας κατά την καταδίωξη. Γι᾽ αυτό άρχισαν πάλι να ετοιμάζονται καλύτερα για επίθεση. [20.5] Ο Νικίας όμως δεν επιθυμούσε να ναυμαχήσει, αλλά έλεγε ότι είναι μεγάλη ανοησία, τη στιγμή που έρχονταν να τους ενισχύσουν τόσος πολύς στόλος και δυνάμεις ακμαίες, που έσπευδε να φέρει ο Δημοσθένης, να δώσει αποφασιστική ναυμαχία με μικρότερη δύναμη και ανεπαρκώς εφοδιασμένη. [20.6] Ο Μένανδρος όμως και ο Ευθύδημος, που πρόσφατα είχαν αναλάβει το αξίωμα του στρατηγού, είχαν φιλοδοξίες και συναγωνισμό απέναντι τους δυο στρατηγούς· από τη μια να προλάβουν να κάνουν κάτι σημαντικό πριν έρθει ο Δημοσθένης, από την άλλη να ξεπεράσουν τον Νικία. [20.7] Ως πρόσχημα έφερναν τη φήμη της Αθήνας που θα χανόταν, έλεγαν, και θα έσβηνε εντελώς, εάν θα φοβούνταν την επίθεση του στόλου των Συρακοσίων. Έτσι εκβιαστικά ανάγκασαν τον Νικία να ναυμαχήσει. [20.8] Αλλά ξεγελάστηκαν με το τέχνασμα του Αρίστωνα, κυβερνήτη των Κορινθίων, σχετικά με το γεύμα, όπως έχει πει ο Θουκυδίδης, και ηττήθηκαν κατά κράτος και έχασαν πολλούς άνδρες. Τον Νικία τον έζωσε μεγάλη στενοχώρια, γιατί, και όταν ήταν μόνος του, ταλαιπωρούνταν και τώρα πάλι παρασυρόταν σε λάθη από τους συνάρχοντές του.

[21.1] Στο μεταξύ έκανε την εμφάνισή του πέρα από τα λιμάνια ο Δημοσθένης με λαμπρή προετοιμασία, εμπνέοντας πολύ μεγάλο φόβο στους εχθρούς. Έφερνε επάνω σε εβδομήντα τρία πολεμικά σκάφη πέντε χιλιάδες οπλίτες και όχι λιγότερους από τρεις χιλιάδες ακοντιστές, τοξότες και σφενδονήτες. Είχε προετοιμαστεί να προκαλέσει με θεαματική εμφάνιση τρόμο στους εχθρούς με τα στολίδια των όπλων, τα διακριτικά των τριήρων και με το πλήθος των κελευστών και των αυλητών. [21.2] Όπως ήταν φυσικό λοιπόν, μεγάλος φόβος κατέλαβε πάλι τους Συρακοσίους, καθώς έβλεπαν ότι ταλαιπωρούνταν άσκοπα χωρίς καμιάν ελπίδα να τελειώσει ο πόλεμος και να απαλλαγούν από αυτόν, αλλά σκοτώνονταν χωρίς λόγο. [21.3] Όσο για τον Νικία, δεν τον ευχαρίστησε για πολύ η παρουσία της νέας δύναμης, αλλά στο πρώτο κιόλας πολεμικό συμβούλιο, όταν ο Δημοσθένης πρότεινε να κινηθούν αμέσως εναντίον των εχθρών και, αφού δώσουν όσο το δυνατόν γρηγορότερα τον υπέρ πάντων αγώνα, να καταλάβουν τις Συρακούσες, διαφορετικά να αποπλεύσουν για την πατρίδα, ο Νικίας φοβήθηκε και σαστισμένος από τη σφοδρότητα και την τόλμη του τον παρακαλούσε να μην προβούν σε καμιάν απεγνωσμένη ή απερίσκεπτη ενέργεια. [21.4] Η παράταση του πολέμου, έλεγε, είναι σε βάρος των εχθρών, που ούτε είχαν πια στη διάθεσή τους χρήματα ούτε ο σύμμαχοι θα τους έμεναν πιστοί για πολύν καιρό· αν μάλιστα πιέζονταν ασφυκτικά από τις διάφορες δυσκολίες, γρήγορα θα στρέφονταν πάλι σ᾽ αυτόν για συμφωνία, όπως και πριν. [21.5] Άλλωστε, δεν ήταν λίγοι αυτοί που μέσα στις Συρακούσες βρίσκονταν σε μυστικές συνομιλίες με τον Νικία και τον συμβούλευαν να περιμένει· γιατί οι Συρακόσιοι και τώρα είναι πολύ ταλαιπωρημένοι από τον πόλεμο και δυσαρεστημένοι με τον Γύλιππο και, εάν αυξηθούν έστω και λίγο οι ανάγκες τους, θα κουραστούν εντελώς. [21.6] Από αυτές τις δικαιολογίες άλλες υπαινισσόταν ο Νικίας, άλλες δεν ήθελε να τις πει φανερά· γι᾽ αυτό έδωσε στους συναδέλφους του την εντύπωση ότι ήταν άτολμος· υποστήριζαν μάλιστα ότι του είχαν παρουσιαστεί πάλι τα γνωστά συμπτώματα, όπως αναβολές, καθυστερήσεις και σχολαστικότητες, εξαιτίας των οποίων έχασε την καλύτερη ευκαιρία, που δεν επιτέθηκε αμέσως εναντίον των εχθρών, αλλά ήταν αναβλητικός και άξιος περιφρόνησης. Γι᾽ αυτό οι στρατηγοί τάσσονταν με τις απόψεις του Δημοσθένη· έτσι ο Νικίας ύστερα από μεγάλη πίεση μόλις και μετά βίας συμφώνησε. [21.7] Έτσι λοιπόν ανέλαβε τη διοίκηση του πεζικού ο Δημοσθένης και τη νύχτα πραγματοποίησε επίθεση στις Επιπολές· άλλους από τους εχθρούς πρόφτασε και σκότωσε πριν να τον αντιληφθούν, άλλους πάλι, που προσπάθησαν να του αντισταθούν, τους έτρεψε σε φυγή. Και καθώς ήταν νικητής, δεν συγκρατιόταν, αλλά προχωρούσε όλο και περισσότερο μέχρι που συνάντησε τους Βοιωτούς. [21.8] Γιατί αυτοί πρώτοι συσπειρώθηκαν και σύσσωμοι όρμησαν εναντίον των Αθηναίων με προτεταμένα τα δόρατα και με κραυγές, τους απώθησαν και σκότωσαν εδώ πολλούς. Αμέσως όλος ο στρατός των Αθηναίων καταλήφθηκε από τρομάρα και πανικό, αφού ακόμη και εκείνοι που νικούσαν είχαν ήδη πλημμυρίσει από τους αποχωρούντες και όσοι ανέβαιναν και ορμούσαν ανακόπτονταν από τους τρομαγμένους και έπεφταν ο ένας πάνω στον άλλον, νομίζοντας οι μεν ότι τους καταδίωκαν οι υποχωρούντες δικοί τους, αντιμετωπίζοντας έτσι τους φίλους ως εχθρούς. [21.9] Το άτακτο δηλαδή ανακάτωμα σε συνδυασμό με τον φόβο και την άγνοια αλλά και η έλλειψη εμπιστοσύνης σε ό,τι έβλεπαν μέσα στη νύχτα, καθόσον δεν επικρατούσε βέβαια απόλυτο σκοτάδι αλλά ούτε και έφεγγε καλά καλά, αλλά, όπως ήταν φυσικό, μια κατάσταση τέτοια, όταν το φεγγάρι πηγαίνει ήδη προς τη δύση του και σκιάζεται από πολλά όπλα και σώματα, των οποίων οι κινήσεις διαγράφονταν μέσα στο φως, που δεν άφηνε να φανούν τα διάφορα είδη από τον φόβο των εχθρών, πράγμα που έκανε ύποπτο ακόμη και τον φίλο, όλα αυτά έβαζαν τους Αθηναίους σε φοβερές δυσκολίες και περιπέτειες. [21.10] Έτυχε μάλιστα να έχουν και το φεγγάρι πίσω τους· έτσι, ρίχνοντας οι ίδιοι σκιά επάνω τους, έκρυβαν το πλήθος και τη λαμπρότητα των όπλων τους, ενώ η αντανάκλαση του φεγγαριού πάνω στις ασπίδες των εχθρών τούς έκανε να φαίνονται πολύ περισσότεροι και πιο λαμπρά οπλισμένοι. [21.11] Τελικά, μόλις υποχώρησαν, έπεσαν επάνω τους οι εχθροί από όλες τις μεριές και, καθώς το έβαλαν στα πόδια, εύρισκαν τον θάνατο άλλοι από τους εχθρούς, άλλοι μεταξύ τους και άλλοι γλιστρώντας στους γκρεμούς. Τέλος, αυτούς που σκορπίστηκαν και περιπλανιόνταν, όταν ξημέρωσε, τους πετύχαινε το ιππικό και τους εξόντωνε. Οι νεκροί ανήλθαν στους δυο χιλιάδες, αλλά και από αυτούς που διέφυγαν λίγοι σώθηκαν με τον οπλισμό τους.
[22.1] Ο Νικίας λοιπόν μετά το χτύπημα αυτό, που άλλωστε το περίμενε, καταλόγιζε ευθύνες στον Δημοσθένη για την προπέτειά του. Εκείνος πάλι, αφού απολογήθηκε γι᾽ αυτά, πρότεινε να αποπλεύσουν το συντομότερο δυνατόν· γιατί ούτε άλλες ενισχύσεις θα έρχονταν, έλεγε, σ᾽ αυτούς ούτε με τη δύναμη που διέθεταν τότε μπορούσαν να νικήσουν τους εχθρούς· άλλωστε, και αν ακόμη νικούσαν τους Συρακοσίους, έπρεπε να αλλάξουν θέση και να φύγουν από το μέρος εκείνο, όπου, όπως πληροφορούνταν, ήταν πάντα βαρύ το κλίμα και ανθυγιεινό για στρατόπεδο, τώρα μάλιστα που λόγω εποχής, όπως το έβλεπαν και οι ίδιοι, ήταν καταστροφή. [22.2] Πράγματι, ήταν αρχή φθινοπώρου και πολλοί ήταν ήδη άρρωστοι, ενώ όλοι είχαν αρχίσει να απελπίζονται. Ο Νικίας όμως ούτε ήθελε να ακούσει για φυγή και αναχώρηση, όχι γιατί δεν φοβόταν τους Συρακοσίους, αλλά γιατί πιο πολύ φοβόταν τους Αθηναίους, τις δίκες και τις συκοφαντίες εκείνων. [22.3] Έλεγε λοιπόν πως δεν περίμενε να τον βρει εδώ κάποιο κακό, αλλά, και αν συνέβαινε κάτι, προτιμούσε τον θάνατο από τους εχθρούς παρά από τους συμπολίτες του. Ήταν μια άποψη διαφορετική από αυτήν που είπε αργότερα προς τους συμπολίτες του ο Λέων ο Βυζάντιος: «προτιμώ» είπε «να σκοτωθώ από σας παρά μαζί σας». Όσο για το μέρος και την περιοχή όπου θα μετακινούσαν το στρατόπεδο, θα το σκέφτονταν με την ησυχία τους. [22.4] Αυτά είπε ο Νικίας. Ο Δημοσθένης, εξάλλου, επειδή ούτε και το προηγούμενο σχέδιό του είχε καλό τέλος, σταμάτησε να πιέζει· έτσι δημιούργησε στους άλλους την εντύπωση ότι ο Νικίας περίμενε κάτι και βασιζόταν σε κάποιους μέσα στην πόλη, ώστε να αντιδρά πάλι με τόσο πείσμα στην αποχώρηση· [22.5] γι᾽ αυτό και συμφώνησαν μαζί του. Όταν όμως ήρθαν ενισχύσεις στους Συρακοσίους και η αρρώστια εξαπλωνόταν στους Αθηναίους, τότε πια συμφώνησε και ο Νικίας ότι έπρεπε να φύγουν από εκεί· έτσι έδωσε διαταγή στους στρατιώτες να είναι έτοιμοι για αναχώρηση.
[23.1] Ενώ όμως ήταν όλα έτοιμα και κανένας από τους εχθρούς δεν τους κατασκόπευε, επειδή δεν περίμεναν τέτοια ενέργεια από τους Αθηναίους, έγινε τη νύχτα έκλειψη σελήνης —μεγάλος φόβος για τον Νικία και για όσους από τους άλλους τρόμαζαν με τέτοια φαινόμενα από άγνοια ή δεισιδαιμονία—. 


[23.2] Όσο για το ρίξιμο σκιάς στον ήλιο στις τριάντα του μήνα, οι περισσότεροι συμφωνούσαν κατά κάποιον τρόπο ότι οφειλόταν στη σελήνη· αλλά για την ίδια τη σελήνη, ποιο σώμα συναντά μπροστά της και πώς από πανσέληνος χάνει ξαφνικά το φως της και εκπέμπει ποικίλες αποχρώσεις, δεν ήταν εύκολο να το καταλάβουν· το θεωρούσαν αλλόκοτο φαινόμενο και σημάδι από τον θεό ως προμήνυμα κάποιων συμφορών και σημαντικών πραγμάτων. [23.3] Γιατί και ο Αναξαγόρας, που πρώτος από όλους έγραψε με μεγαλύτερη σαφήνεια και θάρρος για την ακτινοβολία και τη σκιά της σελήνης, ούτε ο ίδιος ήταν παλαιός ούτε η θεωρία του γνωστή σε όλον τον κόσμο, αλλά απόρρητη ακόμη και διαδιδόταν μέσω λίγων με κάποιαν επιφύλαξη παρά με πίστη. [23.4] Γιατί δεν ανέχονταν τους φυσικούς φιλοσόφους και τους μετεωρολέσχες τότε ονομαζόμενους, επειδή υποβίβαζαν το θείον σε παράλογες αιτίες, σε δυνάμεις που δεν μπορούσαν να τις προβλέψουν και σε πάθη ανελεύθερα. Αλλά και ο Πρωταγόρας εξορίστηκε και ο Αναξαγόρας, που φυλακίστηκε, με δυσκολία σώθηκε από τον Περικλή· και ο Σωκράτης επίσης, αν και κανένα από τα παρόμοια ζητήματα δεν έχει σχέση με αυτόν, εντούτοις θανατώθηκε εξαιτίας της φιλοσοφίας του. [23.5] Αργότερα, η φήμη του Πλάτωνα, που έλαμψε χάρη στον τρόπο της ζωής του και στο γεγονός ότι εξάρτησε από τους θεούς και τις ανώτερες αρχές τα φυσικά φαινόμενα, εξάλειψε το κακό όνομα αυτών των θεωριών και άνοιξε σε όλους τον δρόμο για τις γνώσεις αυτές. [23.6] Πράγματι, ο φίλος του ο Δίων, όταν επρόκειτο, ξεκινώντας από τη Ζάκυνθο, να πλεύσει εναντίον του Διονυσίου, δεν ταράχθηκε καθόλου από την έκλειψη σελήνης που έγινε, αλλά ανοίχτηκε και, αφού έπιασε στις Συρακούσες, έδιωξε τον τύραννο. [23.7] Συνέβη όμως τότε να μην έχει ο Νικίας έμπειρο μάντη· γιατί ο φίλος του Στιλβίδης, που του αφαιρούσε το μεγαλύτερο μέρος της δεισιδαιμονίας του, είχε πριν λίγο πεθάνει. [23.8] Γιατί το φαινόμενο αυτό δεν είναι κακό για όσους φεύγουν, όπως λέει ο Φιλόχορος, αλλά, αντίθετα μάλιστα, είναι και πολύ ευνοϊκό· γιατί απόκρυψη χρειάζονται οι ενέργειες που γίνονται με φόβο, ενώ το φως είναι εχθρικό σ᾽ αυτές· [23.9] άλλωστε, από τα φαινόμενα τα σχετικά με τον ήλιο και τη σελήνη οι άνθρωποι φυλάγονταν για τρεις ημέρες μόνο, όπως έγραψε ο Αυτοκλείδης στα Εξηγητικά του. Ο Νικίας όμως τους έπεισε να περιμένουν την επόμενη περίοδο της σελήνης, σαν να μην είχε δει ότι αυτή είχε ξαναγεμίσει αμέσως μόλις πέρασε από το σκιερό μέρος, που το φως του ήλιου φραζόταν από τη γη να φτάσει στη σελήνη.
[24.1] Ο Νικίας, αφού άφησε για λίγο όλα τα άλλα, άρχισε να θυσιάζει και να μένει άπραγος συμβουλευόμενος τους μάντεις, μέχρι που του επιτέθηκαν οι εχθροί. Με το πεζικό πολιορκούσαν τα τείχη και το στρατόπεδό τους, ενώ με τον στόλο έφερναν ένα γύρο το λιμάνι· και δεν ήταν μόνο οι ίδιοι με τις τριήρεις αλλά και τα μικρά παιδιά ανέβαιναν από παντού σε αλιευτικά και με μικρές βάρκες έπλεαν προς το μέρος των Αθηναίων, τους προκαλούσαν και τους προπηλάκιζαν. [24.2] Ένα από αυτά τα παιδαρέλια, τον Ηρακλείδη, γιο γνωστών γονιών, που είχε προχωρήσει πιο μπροστά από τα άλλα με το πλοίο του, το καταδίωξε ένα αθηναϊκό πολεμικό σκάφος και θα το προλάβαινε. Φοβούμενος όμως γι᾽ αυτόν ο θείος του Πόλλιχος, όρμησε προς το αθηναϊκό με τις δέκα τριήρεις που κυβερνούσε· ανησυχώντας οι υπόλοιποι για τον Πόλλιχο, ανοίγονταν και αυτοί. [24.3] Έγινε σφοδρή ναυμαχία και νίκησαν οι Συρακόσιοι· μεταξύ άλλων πολλών σκότωσαν και τον Ευρυμέδοντα. [24.4] Ύστερα από αυτό οι Αθηναίοι δεν μπορούσαν πια να μείνουν εκεί. Καταφέρονταν εναντίον των στρατηγών τους, προτείνοντάς τους να αναχωρήσουν από τη στεριά, καθόσον οι Συρακόσιοι μετά τη νίκη τους έφραξαν αμέσως το στόμιο του λιμανιού και απέκλεισαν τη δυνατότητα εξόδου από αυτό. [24.5] Ο Νικίας όμως με τους δικούς του αντέδρασαν σ᾽ αυτό· γιατί ήταν φοβερό να εγκαταλείψουν πολλά φορτηγά πλοία και τριήρεις κάπως λιγότερα στο σύνολο από διακόσια. Επιβίβασαν τους καλύτερους πεζικάριους και τους πιο γενναίους ακοντιστές και επάνδρωσαν εκατόν δέκα τριήρεις· γιατί οι υπόλοιπες δεν είχαν κουπιά. [24.6] Τον υπόλοιπο όχλο τοποθέτησε ο Νικίας κοντά στη θάλασσα, εγκαταλείποντας το μεγάλο στρατόπεδο και τα τείχη που το συνέδεαν με το Ηράκλειο. Έτσι, επειδή οι Συρακόσιοι δεν είχαν προσφέρει τη συνηθισμένη θυσία στον Ηρακλή, οι ιερείς τους τότε και οι στρατηγοί ανέβηκαν στο Ηράκλειο και θυσίασαν, ενώ οι τριήρεις τους εξοπλίζονταν κιόλας.
[25.1] Όταν οι μάντεις με βάση τα ιερά σφάγια προφήτευσαν στους Συρακοσίους καθαρή υπεροχή και νίκη, αν δεν αρχίσουν πρώτοι αυτοί τη μάχη αλλά εάν αμυνθούν —γιατί και ο Ηρακλής νικούσε όλους αμυνόμενος και δεχόμενος επίθεση— οι Συρακόσιοι ανοίχτηκαν. [25.2] Η ναυμαχία υπήρξε πάρα πολύ μεγάλη και σφοδρή, προκαλώντας όχι λιγότερο έντονα συναισθήματα και ταραχή σ᾽ αυτούς που παρακολουθούσαν από όσο σε εκείνους που αγωνίζονταν· γιατί μπορούσαν να βλέπουν όλες τις φάσεις της ναυμαχίας, που έπαιρνε σε μικρό χρονικό διάστημα ποικίλες και απρόβλεπτες μεταβολές. Ο τρόπος προετοιμασίας των Αθηναίων έβλαπτε περισσότερο τους ίδιους παρά τους εχθρούς. [25.3] Γιατί μάχονταν με συγκεντρωμένα και βαριά τα σκάφη τους απέναντι σε ελαφριά, που έπεφταν κατεπάνω τους ένα από εδώ άλλο από εκεί. Και ενώ βάλλονταν με πέτρες, που προξενούν το ίδιο τραύμα από παντού, οι ίδιοι χτυπούσαν με ακόντια και βέλη, των οποίων την ευθυβολία κατέστρεφε ο κυματισμός της θάλασσας, με αποτέλεσμα να μην έχουν φορά όλα με την αιχμή. [25.4] Αυτά δίδαξε στους Συρακοσίους ο Αρίστων, ο Κορίνθιος κυβερνήτης, ο οποίος έπεσε στη ναυμαχία αυτή αγωνιζόμενος παλικαρίσια, την ώρα που η νίκη έγερνε ήδη υπέρ των Συρακοσίων. [25.5] Έγινε γενική υποχώρηση των Αθηναίων και τρομερή σφαγή. Η φυγή τους από τη θάλασσα είχε αποκοπεί· αλλά και από τη στεριά έβλεπαν ότι δύσκολα θα μπορούσαν να σωθούν. Γι᾽ αυτό ούτε προσπαθούσαν να εμποδίσουν τους εχθρούς που από κοντά τους τραβούσαν τα σκάφη τους ούτε ζήτησαν να περισυλλέξουν τους νεκρούς τους· γιατί είχαν μπροστά στα μάτια τους την εγκατάλειψη των αρρώστων και των λαβωμένων, ένα θέμα που προκαλούσε μεγαλύτερο οίκτο από τους άταφους νεκρούς. Όσο για τους εαυτούς τους, πίστευαν ότι είναι σε χειρότερη θέση από εκείνους, αφού θα έφταναν και αυτοί στο ίδιο τέλος περνώντας μέσα από πολλά βάσανα.
[26.1] Οι Αθηναίοι ήταν αποφασισμένοι να σηκωθούν και να φύγουν μέσα στη νύχτα. Ο Γύλιππος και οι δικοί του, βλέποντας ότι οι Συρακόσιοι λόγω της νίκης και της γιορτής το είχαν ρίξει στις θυσίες και στα γλέντια, δεν περίμεναν ούτε να τους πείσουν ούτε να τους αναγκάσουν με το ζόρι να σηκωθούν τώρα και να επιτεθούν εναντίον των εχθρών κατά την αναχώρηση. Τότε ο Ερμοκράτης με δική του πρωτοβουλία σχεδίασε να παραπλανήσει τον Νικία· έστειλε σ᾽ αυτόν κάποιους φίλους του, οι οποίοι έλεγαν ότι είχαν έρθει δήθεν από εκείνους τους άνδρες που και προηγουμένως συνήθιζαν να έχουν μυστικές συνεννοήσεις με τον Νικία. Αυτοί συμβούλευαν τον Νικία να μην ξεκινήσει τη νύχτα, επειδή οι Συρακόσιοι τους είχαν στήσει τάχα ενέδρες και είχαν πιάσει από πριν τα περάσματα. [26.2] Με αυτό το τέχνασμα παραπλανήθηκε ο Νικίας και έμεινε, με αποτέλεσμα να πάθει στ᾽ αλήθεια από τους εχθρούς όσα κακώς φοβήθηκε μην πάθει. Γιατί, όταν ξημέρωσε, βγήκαν οι Συρακόσιοι και κατέλαβαν τα δύσκολα μέρη των δρόμων, απέκλεισαν με τείχη τα περάσματα των ποταμών και έκοψαν τις γέφυρες, ενώ στα ομαλά και πεδινά μέρη παρέταξαν το ιππικό, με αποτέλεσμα να μην έχει μείνει στους Αθηναίους κανένα εντελώς μέρος, ώστε να μπορούν να προχωρήσουν χωρίς να δώσουν μάχη. [26.3] Οι Αθηναίοι, αφού έμειναν εκεί εκείνη την ημέρα και την επόμενη νύχτα, άρχισαν την πορεία με κλάματα και θρήνους, σαν να σηκώνονταν να φύγουν από την πατρίδα τους και όχι από εχθρική χώρα· και αυτό, επειδή δεν είχαν τα αναγκαία και εγκατέλειπαν ανήμπορους φίλους και γνωστούς· ωστόσο, πίστευαν ότι οι συμφορές που αντιμετώπιζαν τότε ήταν πιο ελαφριές από αυτές που περίμεναν να πάθουν. [26.4] Ενώ μπορούσε να δει κανείς πολλά φοβερά στο στρατόπεδο, κανένα θέαμα δεν ήταν πιο θλιβερό από αυτό του ίδιου του Νικία, καταβεβλημένου από την αρρώστια, ενός ανθρώπου που, παρά το αξίωμά του, είχε περιοριστεί στα απολύτως αναγκαία και στα στοιχειώδη εφόδια για το σώμα του, αν και λόγω της αρρώστιας του χρειαζόταν πολλά· παρά την αρρώστια του αντιμετώπιζε με καρτερικότητα όσα με δυσκολία υπέμεναν πολλοί από τους υγιείς· και ήταν ολοφάνερο σε όλους ότι υπέμενε τις ταλαιπωρίες όχι για τον εαυτό του ούτε από αγάπη για τη ζωή του· αυτό που έβλεπαν όλοι ήταν ότι διατηρούσε την ελπίδα χάρη των ανδρών του. [26.5] Όταν οι άλλοι από φόβο και λύπη το έριχναν σε θρήνους και οδυρμούς, εκείνος, εάν ποτέ αναγκαζόταν να το κάνει αυτό, ήταν φανερό ότι, για να κλάψει, αναλογιζόταν την ντροπή και το άδοξο τέλος της εκστρατείας μπροστά στο μεγαλείο και στη δόξα των όσων έλπιζε ότι θα κατόρθωνε. [26.6] Ακόμη περισσότερο πίστευαν ότι ο Νικίας ταλαιπωρούνταν, αν και δεν το άξιζε, όχι μόνο όταν έβλεπαν πώς είχε καταντήσει, αλλά και όταν θυμούνταν τα λόγια και τις παραινέσεις που έκανε, όταν προσπαθούσε να εμποδίσει την εκστρατεία αυτή. Αλλά και ως προς τις ελπίδες τους στη βοήθεια των θεών είχαν αρχίσει να απογοητεύονται, όταν σκέφτονταν ότι ένα άνδρας θεοφοβούμενος, που με λαμπρότητα εκτελούσε τις πολλές και μεγάλες υποχρεώσεις του προς το θείον, δεν είχε καθόλου ευνοϊκότερη τύχη σε σχέση με τους χειρότερους και πιο τιποτένιους του στρατεύματος.

[27.1] Ο Νικίας, ωστόσο, προσπαθούσε και με την ομιλία του και με την έκφραση του προσώπου του και με τη συμπεριφορά του να φαίνεται ότι δεν τον είχαν καταβάλει τα δεινά. Και σε όλη την πορεία, για οχτώ ημέρες, ενώ βαλλόταν συνεχώς και τραυματιζόταν από τους εχθρούς, διατηρούσε αήττητη τη δύναμη που είχε κάτω από τις διαταγές του, ώσπου αιχμαλωτίστηκε ο Δημοσθένης και το στράτευμα που ήταν μαζί του στην περιοχή Πολύζηλη αυλή, όταν κυκλώθηκε, ενώ είχε μείνει πίσω και πολεμούσε. [27.2] Ο ίδιος μάλιστα ο Δημοσθένης έσυρε το ξίφος του και χτυπήθηκε, αλλά δεν πέθανε, γιατί γρήγορα περικυκλώθηκε από τους εχθρούς και συνελήφθη. [27.3] Όταν οι Συρακόσιοι πλησίασαν τον Νικία και του το ανακοίνωσαν και εκείνος έστειλε ιππείς και βεβαιώθηκε για την αιχμαλωσία εκείνου του στρατεύματος, ζητούσε να κλείσει συμφωνία με τον Γύλιππο να αφήσουν οι Συρακόσιοι τους Αθηναίους να φύγουν από τη Σικελία, αφού πάρουν ομήρους ως ενέχυρο για όσα χρήματα είχαν ξοδέψει για τον πόλεμο. [27.4] Εκείνοι όμως δεν έδιναν σημασία στις αξιώσεις του, αλλά με αλαζονεία και οργή απειλώντας και λοιδορώντας τον έβαλλαν εναντίον ενός ανθρώπου που του έλειπαν εντελώς όλα τα αναγκαία. Ωστόσο, περίμενε καρτερικά και εκείνη τη νύχτα και την επομένη προχωρούσε προς τον Ασίναρο ποταμό, ενώ δεχόταν συνεχώς επιθέσεις. [27.5] Εκεί οι εχθροί, που είχαν φτάσει καταδιώκοντάς τους, άλλους έριξαν στο ρεύμα, άλλοι φθάνοντας σ᾽ αυτό έπεφταν μέσα από τη δίψα. Τότε ήταν που έγινε στο ποτάμι η μεγαλύτερη και η πιο ωμή καταστροφή, αφού, την ώρα που έπιναν νερό, την ίδια στιγμή σφάζονταν, μέχρι που ο Νικίας, πέφτοντας στα πόδια που Γυλίππου, του είπε: «έλεος, Γύλιππε, τώρα που είστε νικητές, όχι για μένα, που ύστερα από τόσο μεγάλες επιτυχίες απόχτησα όνομα και δόξα, αλλά για τους άλλους Αθηναίους, έχοντας υπόψη σας ότι είναι κοινές οι τύχες του πολέμου και ότι οι Αθηναίοι, όταν έτυχε να είναι νικητές, σας συμπεριφέρθηκαν με μετριοπάθεια και πραότητα». [27.6] Μετά τα λόγια αυτά του Νικία, ο Γύλιππος συγκινήθηκε κάπως, όταν είδε την εμφάνισή του και άκουσε τα λόγια του. Γνώριζε, άλλωστε, ότι ο Νικίας είχε ευνοήσει τους Λακεδαιμονίους στις διαπραγματεύσεις που είχαν γίνει για κατάπαυση του πολέμου· εξάλλου, θεωρούσε σημαντικό για τη δόξα του, αν έφερνε στη Σπάρτη και τους αντιστρατήγους των εχθρών. [27.7] Γι᾽ αυτό, αφού σήκωσε τον Νικία, τον ενθάρρυνε και, όσο για τους υπόλοιπους, διέταξε να τους αιχμαλωτίζουν. Καθώς όμως αργούσε να μεταδοθεί η διαταγή του, οι διασωθέντες ήταν πολύ λιγότεροι από όσους είχαν σκοτωθεί. Ωστόσο, πολλούς είχαν κλέψει και αποκρύψει οι στρατιώτες. [27.8] Αφού συγκέντρωσαν όσους είχαν αιχμαλωτιστεί φανερά, κρέμασαν τις πανοπλίες των αιχμαλώτων στα πιο ωραία και πιο μεγάλα δέντρα κοντά στο ποτάμι, φόρεσαν οι ίδιοι στεφάνια, στόλισαν [27.9] τα άλογά τους μεγαλόπρεπα, κούρεψαν τις χαίτες των αλόγων των εχθρών και έμπαιναν στις Συρακούσες έχοντας επιτύχει τον πιο λαμπρό αγώνα που είχαν κάνει Έλληνες εναντίον Ελλήνων και είχαν πετύχει την πιο τέλεια νίκη με τη μεγαλύτερη δύναμη και την υπέρτατη επίδειξη προθυμίας και παλικαριάς.
[28.1] Όταν έγινε γενική συνέλευση των Συρακοσίων και των Συμμάχων τους, ο δημαγωγός Ευρυκλής το πρώτο που πρότεινε ήταν να καθιερωθεί ως ιερή η ημέρα κατά την οποία συνέλαβαν τον Νικία, κάνοντας θυσίες και απέχοντας από τις εργασίες τους· το όνομα της γιορτής να είναι Ασιναρία από τον ποταμό Ασίναρο. [28.2] Η ημέρα εκείνη ήταν η τέταρτη από το τέλος του Κάρνειου μήνα, που οι Αθηναίοι ονομάζουν Μεταγειτνιώνα. Επίσης πρότεινε να πουλήσουν τους δούλους των Αθηναίων και τους υπόλοιπους συμμάχους τους, αλλά τους ίδιους τους Αθηναίους και τους Σικελούς συμμάχους τους να τους φρουρούν ρίχνοντάς στους στα λατομεία, εκτός από τους στρατηγούς· αυτούς να τους σκοτώσουν. [28.3] 
Μετά την αποδοχή των προτάσεων αυτών από τους Συρακοσίους, όταν ο Ερμοκράτης είπε ότι η σωστή χρήση της νίκης είναι πιο σημαντική από την ίδια τη νίκη, αποδοκιμάστηκε άγρια. Τον Γύλιππο, εξάλλου, όταν ζήτησε να φέρει στους Λακεδαιμονίους ζωντανούς τους στρατηγούς των Αθηναίων, άρχισαν οι Συρακόσιοι να τον κακολογούν, καθώς είχαν γίνει αλαζόνες από τις επιτυχίες τους. Άλλωστε, και κατά τη διεξαγωγή του πολέμου με δυσκολία είχαν ανεχτεί την τραχύτητά του και τον λακωνικό τρόπο διοίκησης. [28.4] Όπως μάλιστα λέει ο Τίμαιος, του καταλόγιζαν και κάποια μικροπρέπεια και πλεονεξία, οικογενειακή αρρώστια, εξαιτίας της οποίας καταδικάστηκε για δωροδοκία και εξορίστηκε και ο Κλεανδρίδης, ο πατέρας του. Αλλά και ο ίδιος ο Γύλλιπος υπεξαίρεσε τριάντα τάλαντα από τα χίλια που είχε στείλει ο Λύσανδρος στη Σπάρτη, και τα έκρυψε κάτω από τη στέγη του σπιτιού του, αλλά αργότερα αποκαλύφθηκε η πράξη του και έφυγε από τη Σπάρτη με τον χειρότερο τρόπο. Αλλά αυτά έχουν εκτεθεί με περισσότερες λεπτομέρειες στη βιογραφία για τον Λύσανδρο. [28.5] Όσο για τους Δημοσθένη και Νικία, ο Τίμαιος υποστηρίζει ότι δεν εκτελέστηκαν κατόπιν διαταγής των Συρακοσίων, όπως έγραψαν ο Φίλιστος και ο Θουκυδίδης, αλλά ότι, ενώ διαρκούσε ακόμη η συνέλευση του λαού, ο Ερμοκράτης έστειλε κάποιους στη φυλακή όπου κρατούνταν οι δυο στρατηγοί· ένας από τους φύλακες τους επέτρεψε να μπουν μέσα, και τότε αυτοί αυτοκτόνησαν. Πέταξαν τα σώματά τους δίπλα στις πύλες και κείτονταν εκεί σε κοινή θέα. [28.6] Μαθαίνω ότι στις Συρακούσες μέχρι σήμερα βρίσκεται προς επίδειξη κοντά σε κάποιον ναό μια ασπίδα, που λένε ότι ήταν του Νικία, φτιαγμένη από χρυσό και πορφύρα αναμεμειγμένα μεταξύ τους με καταπληκτική ύφανση.



[29.1] Οι περισσότεροι από τους Αθηναίους πέθαναν στα λατομεία από αρρώστιες και κακή διατροφή, γιατί έπαιρναν ημερησίως δύο κοτύλες κριθάρι και μία νερό. Δεν ήταν όμως λίγοι και εκείνοι τους οποίους έκλεψαν ή είχαν διαφύγει και πουλήθηκαν ως δούλοι· [29.2] αυτούς τους πουλούσαν στα σκλαβοπάζαρα, στιγματίζοντας το μέτωπό τους με σημάδι αλόγου· και υπήρχαν μερικοί που εκτός από τη δουλεία υπέμεναν και αυτό το στίγμα. Τους βοηθούσε όμως η σεμνότητα και η ευπρέπειά τους. Πράγματι, ή κέρδιζαν γρήγορα την ελευθερία τους ή έμεναν κοντά στα αφεντικά τους, έχοντας κερδίσει την εκτίμησή τους. Ορισμένοι είχαν σωθεί χάρη στον Ευριπίδη. 
[29.3] Όπως φαίνεται, αυτοί που από τους Έλληνες εκτός Ελλάδας αγάπησαν περισσότερο τη μούσα του ήταν οι Σικελιώτες· αποστήθιζαν μικρά δείγματα και κομμάτια της τέχνης του από αυτούς που κατέφταναν κάθε φορά και τα έφερναν εδώ από την Αθήνα και όλα χαρά τα μετέδιδαν ο ένας στον άλλον. [29.4] Λένε λοιπόν πως τότε πολλοί από τους διασωθέντες, επιστρέφοντας στην πατρίδα, ασπάζονταν με ευγνωμοσύνη τον Ευριπίδη και διηγούνταν ότι άλλοι, ενώ ήταν δούλοι, ελευθερώθηκαν, επειδή δίδαξαν στα αφεντικά τους όσα ποιήματα εκείνου θυμούνταν, άλλοι πάλι στην περιπλάνησή τους μετά τη μάχη εύρισκαν από τους Σικελιώτες τροφή και νερό, επειδή τραγούδησαν χορικά του Ευριπίδη. 
[29.5] Και δεν πρέπει να απορούμε γι᾽ αυτό που λένε για τους κατοίκους της Καύνου, ότι, ενώ αρχικά δεν δέχονταν, αλλά απαγόρευαν να πλησιάσει ένα πλοίο που κατευθυνόταν στα λιμάνια τους καταδιωκόμενο από πειρατές, στη συνέχεια, όταν ρώτησαν τα πληρώματα αν γνώριζαν χορικά του Ευριπίδη και εκείνα απάντησαν καταφατικά, τότε τους επέτρεψαν να περάσουν και να φέρουν το πλοίο στο λιμάνι.
[30.1] Λένε πως οι Αθηναίοι δεν πίστευαν ότι είχε συμβεί η συμφορά, και αυτό κυρίως εξαιτίας αυτού που έφερε την είδηση. Γιατί, όπως φαίνεται, κάποιος ξένος που αποβιβάστηκε στον Πειραιά και είχε καθίσει σε ένα κουρείο μιλούσε για τα γεγονότα της Σικελίας σαν αυτά να ήταν κιόλας γνωστά στους Αθηναίους. 
[30.2] Όταν τα άκουσε ο κουρέας, πριν τα μάθουν και άλλοι, έτρεξε ολοταχώς στην Αθήνα, συνάντησε τους άρχοντες αμέσως και στη συνέχεια διέδωσε τα νέα στην αγορά. Όπως αναμενόταν, δημιουργήθηκε πανικός και αναταραχή· οι άρχοντες συγκάλεσαν συνέλευση και παρουσίασαν τον άνθρωπο που έφερε την είδηση. [30.3] Και καθώς, όταν ρωτήθηκε από ποιον το έμαθε, δεν μπορούσε να δώσει καμιά σαφή απάντηση, έ
δωσε την εντύπωση ότι ήταν παραμυθάς και αναστάτωνε την πόλη· γι ᾽αυτό τον έδεσαν στον τροχό και τον βασάνισαν για πολύν καιρό, μέχρι που έφτασαν οι αγγελιαφόροι και ανάγγειλαν πώς είχε η όλη υπόθεση. Έτσι, μόλις και μετά βίας έγινε πιστευτό από τους Αθηναίους ότι ο Νικίας έπαθε όσα είχε προβλέψει και είχε πει πολλές φορές σ᾽ αυτούς.









ΑΠΌΔΟΣΗ Α.Ι. Γιαγκόπουλος - Ζ.Ε. Μαλαθούνη 2012



ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ
Νικίας 

















ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝ

ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΚΑΝΟΝΙΚΑ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΣΤΟ ΚΙΝΗΤΟ ΚΛΙΚ ΕΠΑΝΩ ΤΗΣ