Νέες ανασκαφικές έρευνες στη Νεολιθική Μακεδονία Α-Β

Εικ. 1. Κατασκευή για το άλεσμα σπόρων (χειρόμυλος).
ΑΟι ανασκαφές που παρουσιάζονται στο αφιέρωμα αυτό αντιπροσωπεύουν ένα μικρό μόνο δείγμα από τις νέες νεολιθικές έρευνες που πραγματοποιούνται στη Βόρεια Ελλάδα τα τελευταία χρόνια.
Από τη δεκαετία του 1990 και μετά, μια πραγματική «έκρηξη» ανασκαφών στη Μακεδονία έχει μεταβάλει ουσιαστικά τις γνώσεις και την εικόνα που έχουμε για τη Νεολιθική εποχή, σε βαθμό που δεν έχει προηγούμενο στην ιστορία της έρευνας για καμιά άλλη περιοχή της Ελλάδας.
 Η αρχή έγινε στα μέσα της δεκαετίας του 1990, με τον γνωστό στους ειδικούς Μακρύγιαλο της Βόρειας Πιερίας, ανασκαφή που παραμένει η μεγαλύτερη σε έκταση ανασκαφική έρευνα νεολιθικής θέσης που έγινε ποτέ στην Ελλάδα. Από την ανασκαφή αυτή, που βρίσκεται σήμερα σε φάση τελικής δημοσίευσης, αντλήσαμε πληροφορίες που άλλοτε συμπληρώνουν και άλλοτε διαφοροποιούν την εικόνα που είχε διαμορφωθεί από τις παλαιότερες ανασκαφές, οι οποίες έγιναν κυρίως στη Θεσσαλία. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 ακολούθησαν πολλές νέες έρευνες θέσεων, όπως τα

Παλιάμπελα και τα Ρεβένια στην Πιερία, τα Γιαννιτσά, η Αξός και η Σταυρούπολη στην Κεντρική Μακεδονία, το Δισπηλιό, η Αυγή, η Κρεμαστή Κοιλάδα, η Άψαλος και η Μαυροπηγή Φυλλοτσαΐρι στη Δυτική, ο Προμαχών στην Ανατολική Μακεδονία και πολλές άλλες, μικρότερης ή μεγαλύτερης έκτασης.
Εικ. 2. Όρυγμα οικίας με το φούρνο αμέσως αριστερά και το όρυγμα βοηθητικού χώρου ίσως για την αποθήκευση αγαθών
Οι ερευνητικοί στόχοι κάθε ανασκαφικού προγράμματος ποικίλλουν, όπως είναι φυσικό, σε σημαντικό βαθμό. Πολλές ανασκαφές έχουν σωστικό χαρακτήρα, όπως η Θέρμη και η Σταυρούπολη. Άλλες είναι συστηματικές, όπως ο Προμαχώνας. Όλες όμως έχουν κάποια κοινά χαρακτηριστικά, που αξίζει να επισημανθούν. Πρόκειται για εντατικές ανασκαφές, με σχολαστική τεκμηρίωση της στρωματογραφικής πληροφορίας και συλλογή όλων ανεξαιρέτως των ευρημάτων. Πολλές ακολουθούν τα διεθνή πρωτόκολλα δειγματοληψίας και έχουν χαρακτήρα έντονα διεπιστημονικό,με έμφαση στη συγκέντρωση βιοαρχαιολογικών,γεωαρχαιολογικών και παλαιοπεριβαλλοντικών δεδομένων. Η συνεργασία με ειδικούς επιστήμονες που συμμετέχουν ενεργά στην ανασκαφή γίνεται περισσότερο συχνή και οι εφαρμογές της σύγχρονης, ψηφιακής τεχνολογίας κατακτούν ολοένα και περισσότερο έδαφος.


Για πρώτη φορά στην έρευνα της Νεολιθικής εποχής της χώρας διαθέτουμε δεδομένα που μας επιτρέπουν να ανασυνθέσουμε με τρόπο τεκμηριωμένο τις οικονομικές και παραγωγικές δραστηριότητες των ανθρώπων της 7ης, 6ης και 5ης χιλιετίας π.Χ., την καθημερινή ζωή και τη διατροφή τους, αλλά και να προσεγγίσουμε τις κοινωνικές δομές των νεολιθικών κοινοτήτων με σχετική ακρίβεια. Η αρχαιολογική έρευνα δεν στηρίζεται, όπως γινόταν παλαιότερα, αποκλειστικά στην τυπολογία της κεραμικής και στις μεταβολές της. Στο επίπεδο της ερμηνείας των αρχαιολογικών δεδομένων η απόδοση κάθε μεταβολής της κεραμικής σε διαφορετικούς πολιτισμούς και λαούς που εμφανίζονται και εξαφανίζονται από το προσκήνιο της ιστορίας ανήκει πια στο παρελθόν της έρευνας. Ο προσδιορισμός χρονολογικών και πολιτισμικών φάσεων και υποφάσεων με βάση την τυπολογία της κεραμικής δεν θεωρείται πλέον το κύριο αντικείμενο της νεολιθικής αρχαιολογίας. Η νέα εικόνα που σχηματίζουμε για τη Νεολιθική δεν είναι το απλό άθροισμα του μεγάλου αριθμού νέων ανασκαφών και ευρημάτων, αλλά είναι περισσότερο το αποτέλεσμα ενός διαφορετικού τρόπου ανάγνωσης των αρχαιολογικών ευρημάτων, που οδηγεί την έρευνα σε διαφορετικές αφηγήσεις.

Εικ. 3. Τμήμα πλινθόκτιστου τοίχου οικίας της φάσης Σταυρούπολη Ι.
Ποια είναι η εξήγηση αυτής της μεταβολής; Ένα μεγάλο μέρος της σχετίζεται με τις γενικότερες εξελίξεις στην αρχαιολογία. Στη διάρκεια των τελευταίων 50 χρόνων, η ουσιαστικότερη αλλαγή στη θεωρητική σκέψη της διεθνούς αρχαιολογίας αφορά στη ριζική αλλαγή της έννοιας του υλικού πολιτισμού. Από την πολιτισμική ιστορία που αντιλαμβανόταν τον υλικό πολιτισμό ως την ομοιόμορφη έκφραση ενός λαού, η αρχαιολογία της δεκαετίας του ’70 κατακλύστηκε από μοντέλα που, ακολουθώντας τον επιστημολογικό θετικισμό της εποχής, τα έχτισε με όρους και υλικά των θετικών επιστημών.

Εικ. 4. Φούρνοι των φάσεων Σταυρούπολη Ια και Ι.
Στο πλαίσιο αυτής της αντίληψης ο πολιτισμός περιγράφηκε ως ένα σύνολο συστημικών διαδικασιών με επιστημονικά μετρήσιμες παραμέτρους. Στα μέσα της δεκαετίας του 1980 ωστόσο, είχε ήδη αρχίσει να γίνεται εμφανές ότι η επιστημονική αναλογία δεν ήταν επαρκής για να εξηγήσει ικανοποιητικά το πολιτισμικό φαινόμενο στο σύνολό του. Ευρύτερες μεταβολές στη σκέψη, όχι μόνο της αρχαιολογίας, αλλά και της ανθρωπολογίας και των κοινωνικών επιστημών, είχαν ήδη τονίσει τη λειτουργία του πολιτισμού ως πλαισίου αναφοράς, μέσα στο οποίο αποδίδονται στα αντικείμενα και τις πράξεις συγκεκριμένα νοήματα. Πέρα από το να προσδιοριστεί ιστορικά και να αποκατασταθεί στη συστημική του λειτουργία, ο υλικός πολιτισμός πρέπει πρωτίστως να κατανοηθεί, πρέπει να ανιχνευθούν τα νοήματα που αποτυπώνονται στα αντικείμενα μέσω της δράσης των ανθρώπων στα συγκεκριμένα πλαίσια. Μια περιγραφή που χρησιμοποιήθηκε συχνά την εποχή αυτή ήταν ότι ο υλικός πολιτισμός είναι ένα «δίχτυ νοημάτων», ένα «κείμενο». Η γλώσσα, το κατεξοχήν σύστημα αναφοράς σε κάποιο νόημα που προσδιορίζεται από τα συμφραζόμενά του, θεωρήθηκε πως είχε πολλές αναλογίες με τον τρόπο που λειτουργεί ο πολιτισμός. Σήμερα η θεωρητική συζήτηση έχει πάρει σοβαρές αποστάσεις από αυτό το σημειωτικό μοντέλο του οποίου οι αυτοαναφορικότητα έχει ιδιαίτερα επικριθεί. Χωρίς να παραβλέπεται καθόλου το νόημα του υλικού πολιτισμού η προσπάθεια έχει στραφεί πια στη σαφέστερη οριοθέτηση των συγκειμένων των νοημάτων, ώστε να είναι δυνατή η προσέγγιση του παρελθόντος όπως το βίωσαν οι άνθρωποι και η συγκρότηση των «βιογραφιών» των αντικειμένων, δηλαδή των διαφορετικών νοημάτων που απέδωσαν οι άνθρωποι στον υλικό τους πολιτισμό καθώς τον παρήγαγαν και τον χρησιμοποίησαν σε διαφορετικές συγκυρίες. Εδώ ακριβώς είναι αναντικατάστατη η πρωτογενής, υψηλής ποιότητας αρχαιολογική πληροφορία.
Εικ. 5. Πήλινα ειδώλια.
Είναι φανερό, επομένως, ότι η έμφαση στη σχολαστική τεκμηρίωση κάθε όψης της ανθρώπινης δραστηριότητας σχετίζεται έμμεσα με τις σημερινές απαιτήσεις της αρχαιολογικής έρευνας για «πυκνή περιγραφή»(σημ. 1). Μόνο αυτή, σε συνδυασμό όπως είδαμε με τη διεπιστημονική ανάλυση, μπορεί να συγκροτήσει «βιογραφίες» αντικειμένων. Η ενεργός παρουσία του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης στις αρχαιολογικές ανασκαφές και το έντονο και δηλωμένο ενδιαφέρον του για τη θεωρητική διάσταση της αρχαιολογικής έρευνας και την έμφαση στην διεπιστημονική ανάλυση έχει οπωσδήποτε διαμορφώσει ένα σοβαρό υπόβαθρο μέσω του οποίου διευκολύνεται η διείσδυση και η επικράτηση αυτών των νεότερων τάσεων της έρευνας. Το πρώτο ορατό αποτέλεσμα είναι η υψηλής ποιότητας ανασκαφική έρευνα, ορισμένα μόνο δείγματα από την οποία παρουσιάζονται σε αυτό το αφιέρωμα.

Αν ο τελικός στόχος της έρευνας σήμερα είναι η βαθύτερη κατανόηση του παρελθόντος,θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι αυτή η εξαιρετικά απαιτητική και επίπονη εργασίαδεν προκύπτει αυτόματα επειδή προστίθενται νέα ανασκαφικά δεδομένα· χρειάζεται σοβαρή και σύνθετη προσπάθεια, προκειμένου τα ευρήματα να ερμηνευθούν ως βιωματικό μέρος της νεολιθικής ζωής, και να αφηγηθούν τις ιστορίες τους, και μέσω αυτών και τις ιστορίες των νεολιθικών ανθρώπων και των κοινωνιών στις οποίες έζησαν οι άνθρωποι αυτοί. Παρ’ όλες τις δύσκολες και εχθρικές στην έρευνα παρούσες συνθήκες είναι βέβαιο ότι οι ερευνητές της Νεολιθικής Μακεδονίας με τον μεγάλο ενθουσιασμό που τους διακρίνει θα παράγουν ανάλογης ποιότητας έργο και στο επίπεδο της ερμηνείας των αρχαιολογικών δεδομένων, όταν η τεράστια αυτή προσπάθεια θα ολοκληρωθεί με επιτυχία.

Κώστας ΚωτσάκηςΚαθηγητής στον Τομέα Αρχαιολογίας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης


Ο νεολιθικός οικισμός της Σταυρούπολης Θεσσαλονίκης

Οι αρχαιότητες στην περιοχή της Ομόνοιας Σταυρούπολης του Νομού Θεσσαλονίκης είναι γνωστές από την περίοδο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν κατά την εγκατάσταση των γαλλικών στρατευμάτων αποκαλύφθηκαν τάφοι των υστεροκλασικών χρόνων (σημ. 2). Το 1974, σε εκσκαφή για τη διάνοιξη τάφρου στην οδό Ωραιοκάστρου, το εκσκαφικό μηχάνημα αποκάλυψε εκτός από έναν πλούσια κτερισμένο τάφο, του οποίου τα ευρήματα κοσμούν σήμερα τις προθήκες του Αρχαιολογικού Μουσείου της Θεσσαλονίκης, και αρκετά όστρακα της Νεότερης Νεολιθικής περιόδου (σημ. 3). Αυτή ήταν η πρώτη ένδειξη για την ύπαρξη του νεολιθικού οικισμού, η οποία οδήγησε την Αρχαιολογική Υπηρεσία να χαρακτηρίσει ως αρχαιολογικό χώρο μια περιοχή έκτασης 5 στρεμμάτων, που παρέμεινε αδόμητη και έχει χαρακτηριστεί ως πλατεία Κουντουριώτη.

Από το 1994 άρχισε μια συνεχιζόμενη, θα λέγαμε, ανασκαφική έρευνα, σωστικού χαρακτήρα, σε οικόπεδα της ευρύτερης περιοχής που πρόκειται να ανοικοδομηθούν. Μέχρι τώρα έχουν ανασκαφεί περισσότερα από 20 οικόπεδα με συνολικό εμβαδόν περίπου 4.000 τ.μ. (σημ. 4). Οι ανασκαφές έφεραν στο φως τα κατάλοιπα ενός οικισμού που χρονολογείται στη Μέση και τη Νεότερη Νεολιθική περίοδο. Σχεδόν σε κάθε οικόπεδο που ανασκάφηκε αποκαλύφθηκαν κατάλοιπα οικιών, κατασκευών από πηλό πάνω στα δάπεδα τους (εικ. 1), αλλά και μεγάλος αριθμός κινητών ευρημάτων.
Εικ. 6. Κεραμική της Mέσης και Nεότερης Nεολιθικής.
Η ανασκαμμένη έκταση δεν είναι πολύ μεγάλη. Με την ανασκαφή, όμως, οικοπέδων που βρίσκονται διάσπαρτα σε διαφορετικές θέσεις του οικισμού, μας δίνεται η δυνατότητα διερεύνησης της εσωτερικής οργάνωσής του, αλλά και της ανάπτυξής του στο χώρο καθ’ όλη τη διάρκεια της κατοίκησής του. Η συνολική έκταση στην οποία έχει διαπιστωθεί ότι εξαπλώνονται τα νεολιθικά κατάλοιπα έχει υπολογιστεί ότι φθάνει τα 100 στρέμματα. Όπως διαπιστώθηκε όμως, τόσο από τη μελέτη των ευρημάτων όσο και από την χρονολόγηση με C14, ποτέ δεν κατοικήθηκε συγχρόνως όλη η έκτασή του. Ο πρώτος οικισμός (συμβατικά ονομάστηκε Σταυρούπολη Ια) δημιουργήθηκε από μια σχετικά μικρή ομάδα ανθρώπων που εγκαταστάθηκαν, λίγα μέτρα νότια της χαρακτηρισμένης πλατείας, σε μια περιοχή που δεν θα ξεπερνούσε τα 5-6 στρέμματα. Η χρονολόγηση δειγμάτων άνθρακα που βρέθηκαν εντός των ανασκαμμένων οικιών ορίζει την περίοδο αυτή μεταξύ του 5890 και 5640 (σημ. 5) π.Χ. Καθώς δεν υπάρχουν ενδείξεις αρχαιότερης εγκατάστασης στην ευρύτερη περιοχή, συμπεραίνεται ότι οι πρώτοι κάτοικοι της Σταυρούπολης μετοίκησαν από κάποια άλλη περιοχή, άγνωστο ποια, μεταφέροντας και τις γνώσεις που κατείχαν για την κατασκευή πήλινων αγγείων, εργαλείων, την καλλιέργεια και την κτηνοτροφία, την αλιεία κ.ά. Λίγα χρόνια αργότερα, όπως φαίνεται από τη χρονολόγηση δείγματος άνθρακα, μεταξύ του 5697 και 5531 π.Χ., ένα μέρος των κατοίκων σταδιακά μετακινείται 200 μ. βορειότερα και εγκαθίσταται σε περιοχή της ίδιας έκτασης. Από τα μέχρι τώρα δεδομένα φαίνεται ότι ο ενδιάμεσος χώρος παρέμεινε ακατοίκητος, καθώς δεν έχουν εντοπιστεί κατάλοιπα αυτής της περιόδου, διαπίστωση που μελλοντικά ίσως αλλάξει.

Στα χρόνια που ακολούθησαν (Σταυρούπολη Ι), διαπιστώθηκε ότι τόσο η μορφή του οικισμού όσο και η τεχνική δόμησης των οικιών αλλάζουν. Η έκταση του οικισμού αυξάνεται, και οι οικίες καταλαμβάνουν και το χώρο μεταξύ των δύο αρχικών περιοχών εγκατάστασης. Αυτή την περίοδο κατασκευάζονται τάφροι που περιβάλλουν τον οικισμό ή κάποια τμήματά του. Το βάθος τους σε κάποια σημεία φθάνει τα 3 μ. ενώ οι περιοχές όπου είναι μικρότερο ενισχύονται με λιθόκτιστους τοίχους. Η διάρκεια αυτής της φάσης θα πρέπει να ήταν αρκετά μεγάλη, γεγονός που διαπιστώθηκε μόνο ανασκαφικά με την αποκάλυψη διαδοχικών κτισμάτων στον ίδιο χώρο.

Την τελευταία περίοδο της νεολιθικής κατοίκησης (Σταυρούπολη ΙΙ) δεν γνωρίζουμε ποια ήταν η έκταση του οικισμού, άλλα αν λάβουμε υπόψη τον εντοπισμό κινητών ευρημάτων που χρονολογούνται σε αυτή την περίοδο, τότε θα πρέπει να καταλαμβάνει όλη την έκταση των 100 στρεμμάτων, στα οποία εκτείνονται τα κατάλοιπα του οικισμού. Οι τάφροι που είχαν κατασκευαστεί κατά τη Νεότερη Νεολιθική σταδιακά εγκαταλείπονται, αφού στο ενδιάμεσο διάστημα έχουν χρησιμοποιηθεί και για άλλους σκοπούς. Αυτό διαπιστώνεται από την αποκάλυψη μέσα σε τάφρο δαπέδου ενός φούρνου που βρέθηκε 1 μ. πάνω από τον πυθμένα της και λίγο ψηλότερα από αυτό δύο επάλληλων λιθόστρωτων χώρων.

Οι πρώτες οικίες του οικισμού αποτελούνται από ένα όρυγμα βάθους 50-80 εκ. ελλειψοειδούς ή ακανόνιστου κυκλικού σχήματος και διάμετρο που κυμαίνεται μεταξύ 3-5 μ. (εικ. 2). Το όρυγμα αυτό στεγαζόταν με πλέγμα κλαδιών και καλαμιές με τη μορφή μεγάλης καλύβας. Αυτός ο τύπος οικίας είναι πολύ διαδεδομένος στην Κεντρική Μακεδονία και συναντάται από την Αρχαιότερη έως και τη Νεότερη Νεολιθική περίοδο (σημ. 6).

Για τη θέρμανση αλλά και την προετοιμασία της τροφής μέσα στις οικίες υπήρχαν φούρνοι και εστίες. Οι φούρνοι αποτελούνται από ένα κοίλωμα σκαμμένο στο πλευρικό τοίχωμα του λάκκου που αποτελούσε το υπόγειο τμήμα της οικίας (εικ. 4). Το κοίλωμα έκλεινε με πήλινο τοίχωμα στο εμπρόσθιο μέρος του, αφήνοντας ένα μικρό άνοιγμα για την τροφοδότηση με καύσιμη ύλη και αέρα, αλλά και για την εισαγωγή των υλικών που επρόκειτο να ψηθούν.

Ποιος είναι ο λόγος κατασκευής αυτού του τύπου οικίας, όταν σε οικισμούς τις ευρύτερης περιοχής και μάλιστα αρχαιότερους, όπως στη Νέα Νικομήδεια, ήταν γνωστή η τεχνική των επίγειων τετράπλευρων οικιών, δεν γνωρίζουμε. Έχει προταθεί η υπόθεση ότι πρόκειται για εποχικές μη μονίμου χαρακτήρα εγκαταστάσεις με διάρκεια ζωής έως 50 χρόνων (σημ. 7). Τα δεδομένα όμως από τη Σταυρούπολη δεν φαίνεται να επιβεβαιώνουν την παραπάνω υπόθεση, καθώς η χρήση αυτού του τύπου οικίας διαρκεί περισσότερα από 100 χρόνια.

Ο τύπος της επίγειας οικίας αντικατέστησε τις ημιυπόγειες και χαρακτηρίζει όλες τις επόμενες φάσεις του οικισμού (Σταυρούπολη Ι και ΙΙ). Ολόκληρες κατόψεις οικιών αυτού του τύπου δεν εντοπίστηκαν. Από τα αποσπασματικά σωζόμενα κατάλοιπα όμως είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε ότι τα κτίσματα, με παραλληλόγραμμη κάτοψη, ήταν κατασκευασμένα με ξύλινους πασσάλους, ανάμεσα στους οποίους υπήρχαν πλεγμένα κλαδιά καλυμμένα και στις δύο όψεις των τοίχων με πηλό. Τα δάπεδα των σπιτιών ήταν κατασκευασμένα από πατημένο χώμα ή πηλό. Παράλληλα όμως με αυτή την τεχνική ήταν γνωστή και η δόμηση των τοίχων με πλιθιά ξεραμένα στον ήλιο, τα οποία είχαν σχήμα και μέγεθος ενός καρβελιού ψωμιού (εικ. 3). Ως συνδετικό υλικό είχε χρησιμοποιηθεί λάσπη, ενώ για την κατασκευή της θεμελίωσης σε κάποιες περιπτώσεις διαπιστώθηκε και η χρήση λίθων. Οι στέγες θα πρέπει να ήταν από ξύλα και άχυρο ή καλαμιές.
Εικ. 7. Νεολιθική ταφή.
Στο εσωτερικό των οικιών αυτής της περιόδου, αποκαλύφθηκαν πηλόχτιστοι φούρνοι που έχουν τη μορφή χαμηλού κυλίνδρου με μεγάλο άνοιγμα στο επάνω μέρος τους αλλά και ένα μικρότερο στη βάση τους (εικ. 4). Από την εύρεση πλιθιών που είχαν καταρρεύσει στο εσωτερικό ενός φούρνου, διαπιστώνεται ότι το άνω άνοιγμα έκλεινε με αυτά. Παράλληλα με τους φούρνους βρέθηκαν και εστίες με τετράπλευρη κάτοψη, κατασκευασμένες με πηλό πάνω στο δάπεδο, με τη μορφή χαμηλού εδράνου. Δίπλα στις οικίες αυτής της φάσης, ή σε μικρή απόσταση από αυτές, σε αρκετές περιπτώσεις εντοπίστηκαν λιθόστρωτοι χώροι που θα πρέπει να αποτελούσαν τις αυλές τους.

Στο χώρο ανάμεσα στις οικίες, σε όλες τις περιόδους κατοίκησης του οικισμού, αποκαλύφθηκαν αποθηκευτικοί λάκκοι, μεγάλα αποθηκευτικά αγγεία, αλλά και εστίες και φούρνοι. Φαίνεται ότι οι καθημερινές δραστηριότητες και κυρίως αυτές που σχετίζονται με την αποθήκευση και την προετοιμασία της τροφής των κατοίκων σε μεγάλο μέρος τους, διεξάγονταν εκτός της οικίας.

Οι δραστηριότητες των κατοίκων δεν περιορίζονταν μόνο στο χώρο του οικισμού αλλά και σε περιοχές απομακρυσμένες από αυτόν. Σε απόσταση έως και 400 μ. έχουν αποκαλυφθεί λάκκοι με ευρήματα της Νεότερης Νεολιθικής περιόδου, που δηλώνουν ότι θα πρέπει να υπήρχαν μικρές εποχικές εγκαταστάσεις που σχετίζονται με την καλλιέργεια και την εκτροφή των οικόσιτων ζώων.

Η περιοχή νότια του οικισμού καλύπτεται από εύφορα εδάφη που θα πρέπει να έχουν σχηματιστεί από τις αποθέσεις των ρεμάτων του Δενδροποτάμου και του Πλατυρέματος, που περιβάλλουν τον οικισμό από ανατολικά, δυτικά και νότια. Επίσης, αν κρίνουμε από την εύρεση οστών υδρόβιας πανίδας (κάστορας, χήνα κ.ά.), τα νερά των ρεμάτων θα πρέπει να λίμναζαν σε κάποια περιοχή κοντά στον οικισμό δημιουργώντας κάποιο βάλτο ή λίμνη.

Βασικοί τομείς στην οικονομία του οικισμού, όπως συμβαίνει με όλους σχεδόν τους νεολιθικούς οικισμούς, αποτελούσαν η καλλιέργεια και η κτηνοτροφία. Οι διατροφικές και άλλες ανάγκες των κατοίκων συμπληρώνονταν με το ψάρεμα και το κυνήγι. Στις επιχώσεις του οικισμού και κυρίως στους λάκκους που σε δεύτερη χρήση χρησίμευσαν για την απόθεση απορριμμάτων, βρέθηκαν απανθρακωμένοι σπόροι μονόκοκκου και δίκοκκου σιταριού, κριθάρι, αλλά και μπιζέλια, λαθούρι και φακές που καλλιεργούνταν στις πεδινές περιοχές νότια του οικισμού. Επίσης βρέθηκαν απανθρακωμένα σύκα και κράνα, όπως και σπόροι από σταφύλια και βατόμουρα που συλλέγονταν από την ευρύτερη περιοχή (σημ. 8).

Στη διατροφή των κατοίκων σημαντική θέση καταλαμβάνει η κατανάλωση κρέατος των οικόσιτων ζώων. Από την εξέταση των οστών ζώων που βρέθηκαν στις ανασκαφές, ως προϊόντα απόρριψης, διαπιστώθηκε ότι μόνο το 3% περίπου αντιστοιχεί στην άγρια πανίδα, ενώ τα υπόλοιπα ανήκουν σε οικόσιτα. Τα εξημερωμένα ζώα που εκτρέφονταν ήταν αιγοπρόβατα σε ποσοστό 54%, βοοειδή 29% και χοίροι 17% (σημ. 9). Οι αναλύσεις οργανικών καταλοίπων στα μαγειρικά σκεύη επιβεβαιώνουν τη μεγαλύτερη συμμετοχή στη διατροφή των κατοίκων κρέατος και λίπους μηρυκαστικών ζώων και αισθητά μικρότερη των χοίρων (σημ. 10). Οι ίδιες αναλύσεις δείχνουν ότι ορισμένοι τουλάχιστον κάτοικοι έπιναν γάλα και κατανάλωναν γαλακτοκομικά προϊόντα. Πόσο σημαντικό ήταν το ψάρι στη διατροφή των κατοίκων δεν γνωρίζουμε, καθώς τα υπολείμματα, κυρίως οστά, που σώζονται είναι πολύ μικρών διαστάσεων και εντοπίζονται στο μεγαλύτερο μέρος τους με το κοσκίνισμα των χωμάτων σε νεροκόσκινο. Επειδή όμως το κοσκίνισμα αυτό γίνεται δειγματοληπτικά, τα ποσοστά είναι πολύ χαμηλά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι και η συμβολή των ψαριών στην καθημερινή διατροφή ήταν μικρή. Αντίθετα, αν κρίνουμε από την μεγάλη ποικιλία και αριθμό των μαλακίων που βρέθηκαν στις ανασκαφές (σημ. 11), αλλά και από τα οστέινα αγκίστρια και καμάκια φαίνεται ότι καταλάμβανε σημαντικό μέρος στη διατροφή.

Παράλληλα με τις καθημερινές δραστηριότητες που σχετίζονται με την επιβίωση των κατοίκων, σημαντικός χρόνος καταναλωνόταν και στην κατασκευή κεραμικής, εργαλείων, ειδωλίων (εικ. 5) και κοσμημάτων. Η κεραμική κατέχει το μεγαλύτερο ποσοστό των κινητών ευρημάτων. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι στα δημοσιευμένα οικόπεδα η κεραμική αριθμεί 364.188 όστρακα με βάρος 10.165 κιλά (σημ. 12). Το μεγαλύτερο μέρος κεραμικών θα πρέπει να παράγονταν στον οικισμό (σημ. 13), ενώ δεν λείπουν και τα αγγεία τα οποία έχουν προέλευση από άλλες περιοχές. Από τις πετρογραφικές αναλύσεις που έγιναν σε δείγματα οστράκων διαπιστώθηκε ότι κάποια από αυτά πιθανόν προέρχονται από την περιοχή της Αριδαίας ή των Γιαννιτσών (σημ. 14). Στη Μέση Νεολιθική τα χαρακτηριστικά αγγεία έχουν κόκκινη στιλβωμένη επιφάνεια ή είναι διακοσμημένα με κόκκινα μοτίβα σε υπόλευκο υπόβαθρο. Τα σχήματα είναι συνήθως ημισφαιρικά ή σφαιρικά με χαμηλό κυλινδρικό λαιμό. Παράλληλα με αυτά εμφανίζονται και αγγεία με μαύρη στιλβωμένη επιφάνεια, με τα ίδια όμως σχήματα. Στη Νεότερη Νεολιθική επικρατούν τα κωνικά και αμφικωνικά αγγεία με μαύρη στιλβωμένη επιφάνεια που όταν είναι διακοσμημένα έχουν εγχάρακτα μοτίβα με επίθετη λευκή πάστα, εμπίεστα ή με επάλληλες ρηχές αυλακώσεις και σπάνια με γραπτή λευκή διακόσμηση (εικ. 6). Στην τελική φάση του οικισμού επικρατούν αγγεία κοκκινωπού χρώματος, λειασμένα με διακόσμηση με αυλακώσεις, που πάνω σε αυτές φέρουν γραπτή διακόσμηση με καστανό ή ιώδες χρώμα ή με μαύρα μοτίβα που αποδίδονται με ρητίνη σημύδας (σημ. 15).

Τα εργαλεία που βρέθηκαν στον οικισμό είναι κατασκευασμένα από λίθο ή οστό. Τα λίθινα εργαλεία σε ποσοστό μεγαλύτερο του 65% κατασκευάζονταν στον οικισμό, ενώ για κάποιες κατηγορίες, όπως εκείνα που είναι από οψιανό ή από πετρώματα που δεν συναντούνται στην ευρύτερη περιοχή, θα πρέπει να έχουν εισαχθεί ως έτοιμα προϊόντα από άλλες θέσεις (σημ. 16).

Τα στοιχεία που διαθέτουμε για τα ταφικά έθιμα είναι πολύ λίγα. Μέχρι τώρα έχουν αποκαλυφθεί επτά τάφοι, από τους οποίους πέντε ενταφιασμοί μέσα σε λάκκο (εικ. 7), μία καύση νεκρού με τα οστά μέσα σε αγγείο και ένας ενταφιασμός βρέφους κάτω από το δάπεδο μιας οικίας. Σημαντικός είναι ο νεκρός από την ανασκαφή οικοπέδου στην οδό Δοϊράνης αρ. 3, ο οποίος διαπιστώθηκε ότι έχει υποστεί επέμβαση με τρυπανισμό στο κρανίο (σημ. 17). Οι τάφοι είναι συνήθως ακτέριστοι και μόνο σε έναν, που είναι η καύση που αναφέρεται παραπάνω, βρέθηκε ένα οστέινο αγκίστρι μεταξύ των καμένων οστών, ενώ σε δεύτερο τάφο, που αποκαλύφθηκε στο ίδιο οικόπεδο, πάνω από τον νεκρό βρέθηκε ως προσφορά μεγάλος αριθμός οστρέων του είδους spondylus gaederopus. Η προσφορά των οστρέων στον νεκρό αλλά και ο κτερισμός με οστέινο αγκίστρι δηλώνει και τη σημασία που είχε η θάλασσα, που βρισκόταν πιο κοντά απ’ ό,τι σήμερα, για τους κατοίκους της νεολιθικής Σταυρούπολης.

Σταύρος Κώτσος - Αρχαιολόγος, ΙΣΤ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων


ΣΤΟ www.archaiologia.gr

Β
Ανασκαφικές έρευνες στη Νεολιθική Μακεδονία


Ο οικισμός «Προμαχών-Τοpolnica» βρίσκεται περίπου 2 χλμ. νότια του βουλγαρικού χωριού Topolnica, 3,5 χλμ. νοτιοδυτικά από το ελληνικό συνοριακό χωριό Προμαχών και τέμνεται από τη γραμμή των συνόρων Ελλάδας-Βουλγαρίας

Προμαχών-Topolnica
Εικ. 1. Χάρτης στον οποίο φαίνεται η πυκνότητα των νεολιθικών οικισμών στην κοιλάδα του Στρυμόνα και σημειώνεται η θέση του οικισμού «Προμαχών-Τοpolnica».

Τα προγράμματα επιφανειακών αρχαιολογικών ερευνών που πραγματοποιήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του ’70 στις δύο πλευρές των συνόρων είχαν αναδείξει την πυκνότητα των νεολιθικών οικισμών στην κοιλάδα του Στρυμόνα και είχαν προβάλει την επίκαιρη
θέση αυτού του νεολιθικού οικισμού στην πολιτιστική επικοινωνία του αιγαιακού νότου με τον βαλκανικό βορρά (εικ. 1).

Ο οικισμός ανακαλύφθηκε το 1978 από την B. Batcarova, τότε διευθύντρια του ιστορικού μουσείου της πόλης Petric. Το 1980 ο οικισμός καταγράφηκε αρχικά ως οικισμός «Τοpolnica» από το πρόγραμμα των πολωνοβουλγαρικών επιφανειακών ερευνών (Domaradski κ.ά. 2001) και τα ευρήματα της επιφανειακής έρευνας δημοσιεύθηκαν το 1983 (Pernicheva 1983).

Οι ανασκαφές στον βουλγαρικό τομέα πραγματοποιήθηκαν κατά την περίοδο 1984-1991 από το Αρχαιολογικό Ινστιτούτο της Σόφιας και το Μουσείο του Petric και ερεύνησαν συνολική έκταση 600 τ.μ. (σημ. 1).



Εικ. 2. Οι δύο ανασκαφικοί τομείς, ο ελληνικός και ο βουλγαρικός, κατά τη διάρκεια των ερευνών, την περίοδο 1992-2003.


Η διενέργεια της ανασκαφικής έρευνας στο ελληνικό έδαφος κατά την περίοδο 1992-2003 έδωσε τη δυνατότητα να οργανωθεί στο πλαίσιο της επιστημονικής συνεργασίας των δύο ευρωπαϊκών γειτονικών χωρών κοινό ελληνοβουλγαρικό πρόγραμμα ανασκαφής και μελέτης του τεμνόμενου από τη συνοριακή γραμμή προϊστορικού οικισμού, ο οποίος πέρασε πλέον στη βιβλιογραφία ως προϊστορικός οικισμός «Προμαχών-Topolnica» (εικ. 2).

Το ελληνικό ανασκαφικό πρόγραμμα άρχισε το 1992 και ολοκλήρωσε το πρώτο μέρος των ερευνών του το 2003 (σημ. 2). Με συστηματική επιφανειακή έρευνα, μικρές ανασκαφικές τομές και γεωφυσικές διασκοπήσεις (Κουκούλη κ.ά. 1995) προσδιορίστηκε η οριζόντια έκταση του νεολιθικού οικισμού, η οποία διαπιστώθηκε ότι ήταν μικρότερη από εκείνη που υπεδείκνυε η επιφανειακή διασπορά της νεολιθικής κεραμικής. Πρόκειται για έναν επίπεδο οικισμό του «ανοικτού τύπου» έκτασης περίπου 45 στρεμμάτων που αναπτύσσεται σε δύο φυσικά άνδηρα.

Ο κύριος ελληνικός ανασκαφικός τομέας αναπτύχθηκε στο ανατολικό άνδηρο σε μικρή απόσταση από τον βουλγαρικό με την προοπτική της ένωσής τους στο μέλλον με μια μικρή συμβολικού χαρακτήρα ανασκαφική τομή. Η κάθετη στρωματογραφία του οικισμού μελετήθηκε με μικρές τομές και στο δυτικό άνδηρο. Το βάθος των επιχώσεων στον ελληνικό ανασκαφικό τομέα έδωσε τη δυνατότητα να προχωρήσει με ασφάλεια και ακρίβεια η μελέτη της στρωματογραφίας και της διαδοχής των πολιτιστικών φάσεων του οικισμού σε συνδυασμό με τα ανασκαφικά δεδομένα του βουλγαρικού τομέα και τις ραδιοχρονολογήσεις από τους δύο ανασκαφικούς τομείς (Koukouli-Chrysanthaki κ.ά. 2007, σ. 50, εικ. 60). Τα αρχαιολογικά δεδομένα βεβαίωσαν την ύπαρξη τριών οικιστικών περιόδων με επιμέρους κτιριακές φάσεις και προσδιόρισαν τη χρονική περίοδο κατοίκησης του οικισμού ανάμεσα στα τέλη της 6ης ως και το τρίτο τέταρτο της 5ης π.Χ. χιλιετίας σύμφωνα με τις C14 χρονολογήσεις του ελληνικού ανασκαφικού τομέα

Εικ. 3. Ο μεγάλος υπόσκαφος χώρος 4 του ελληνικού ανασκαφικού τομέα. Οικιστική περίοδος 1 (5300-5070 π.Χ.)


Στην οικιστική περίοδο 1, η οποία περιλαμβάνει δύο κτιριακές φάσεις (Ι και ΙΙ) τα κτίσματα έχουν υπόγειους χώρους σκαμμένους μέσα στο φυσικό έδαφος. Στην κτιριακή φάση Ι ανοίχθηκε ο μεγάλος υπόσκαφος χώρος 4 του ελληνικού ανασκαφικού τομέα (εικ. 3), γύρω από τον οποίο αναπτύχθηκε ο οικισμός με μεγάλα και μικρότερα κτίσματα, με υπόγειους χώρους λαξευμένους στο φυσικό έδαφος και πασσαλόπηκτη ανωδομή (Koukouli-Chrysanthaki κ.ά. 2007, σ. 52, εικ. 8-9).

Στην κτιριακή φάση ΙΙ χρονολογούνται τα περισσότερα από τα υπόσκαφα κτίσματα που έχουν ως τώρα ανασκαφεί, ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζει το κτίριο 2 του βουλγαρικού ανασκαφικού τομέα (εικ. 4) (Koukouli-Chrysanthaki κ.ά. 2007, σ. 62, εικ. 28). Ανάμεσα στα πολλά ευρήματα από το εσωτερικό του υπόσκαφου χώρου του ξεχωρίζει ένα σχεδόν ολόκληρο αγγείο διακοσμημένο με τη χαρακτηριστική για την περίοδο αυτή διακόσμηση που χρησιμοποιεί Bitumen ως υπόστρωμα (εικ. 11).

Τα κτιριακά κατάλοιπα του κτιρίου 2 και τα ίχνη μεγάλων ξύλινων πασσάλων σε άλλα κτίρια δείχνουν πως μερικά από τα σπίτια αυτής της περιόδου πρέπει να ήταν διώροφα (εικ. 5). Για την αναπαράσταση της υπέργειας ανωδομής των υπόσκαφων κτισμάτων αυτής της φάσης πολύτιμες πληροφορίες παρέχουν δύο αποσπασματικά σωζόμενα μικρογραφικά ομοιώματα οικιών, ανασκαφικά ευρήματα του ελληνικού ανασκαφικού τομέα, τα οποία τεκμηριώνουν τη στέγαση με δίρριχη στέγη, τη διάταξη συνεχόμενων ημιυπαίθριων και εσωτερικών χώρων, καθώς και την εσωτερική και εξωτερική διακόσμηση των κτιρίων με ανάγλυφα βούκρανα και με χαρακτά διακοσμητικά θέματα με επίθετο χρώμα στους τοίχους (Κoukouli-Chrysanthaki κ.ά. 2007, σ. 59-61, εικ. 25a-b, εικ. 26).

Εικ. 4. Ανάμεσα στα υπόσκαφα κτίσματα ξεχωρίζει το κτίριο 2 του βουλγαρικού ανασκαφικού τομέα.

Πρόσφατες γεωφυσικές διασκοπήσεις (έρευνες γεωμαγνητικές και κάθετης ηλεκτρικής αγωγιμότητας) που επεκτάθηκαν και στον βουλγαρικό ανασκαφικό τομέα έδειξαν ότι κατά την κτιριακή περίοδο ΙΙ άρχισε να κατασκευάζεται στο ανατολικό άνδηρο στην περιφέρεια του οικισμού ένα ανάχωμα (Κουκούλη-Χρυσανθάκη κ.ά. 2012, υπό έκδοση) (εικ. 6).


Εικ. 5. Τα κτιριακά κατάλοιπα του κτιρίου 2 και τα ίχνη μεγάλων ξύλινων πασσάλων σε άλλα κτίρια δείχνουν πως μερικά από τα σπίτια της οικιστικής περιόδου 1 πρέπει να ήταν διώροφα.
Ο σημαντικότερος, οπωσδήποτε, χώρος του νεολιθικού οικισμού στις δύο φάσεις Ι και ΙΙ της οικιστικής περιόδου 1 είναι ο μεγάλος υπόσκαφος χώρος 4 του ελληνικού ανασκαφικού τομέα, ο οποίος δεν έχει ακόμα ανασκαφεί στο σύνολό του (εικ. 3).
Η διάμετρός του υπολογίζεται στα 15 μ. και το βάθος του στο ανασκαμμένο τμήμα του υπερβαίνει τα 7 μ. Πρόκειται για σκαμμένο στο φυσικό έδαφος, κυκλικό πιθανόν χώρο, του οποίου οι εσωτερικές παρειές έχουν επιχρισθεί με στρώσεις πηλού. Προχωρώντας η ανασκαφική έρευνα κάτω από το δάπεδο μιας λοξά πεσμένης προς το κέντρο εστίας, η οποία προφανώς πατούσε πάνω σε ξύλινο μεσοπάτωμα, αποκάλυψε σειρά επάλληλων επιχρισμένων με πηλό δαπέδων με παχιά στρώματα καταστροφής, τα οποία περιείχαν μεγάλο αριθμό αγγείων, τριπτήρων, ειδωλίων, εργαλείων, κοσμημάτων και άλλων αντικειμένων, καθώς και μεγάλες ποσότητες οστών ζώων, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνεται σημαντικός αριθμός βουκράνων (εικ. 7). Τα βούκρανα κοσμούσαν εσωτερικούς τοίχους του υπόσκαφου χώρου, περίπου όπως στα πήλινα ομοιώματα οικιών.

Εικ. 6. Πρόσφατες γεωφυσικές διασκοπήσεις έδειξαν ότι κατά την κτιριακή περίοδο ΙΙ άρχισε να κατασκευάζεται στο ανατολικό άνδηρο στην περιφέρεια του οικισμού ένα ανάχωμα.

Μεγάλα κομμάτια ξύλων και κλαδιών, που βρέθηκαν στα βαθύτερα στρώματα της ανασκαφής, τεκμηρίωσαν την ύπαρξη ξύλινης υποδομής κάτω από τα δάπεδα. Το μεγάλο βάθος με τη σταθερή του υγρασία επέτρεψε τη διατήρηση και οργανικών υλικών, όπως ήταν ένα μικρό θραύσμα καλαθιού ή μια λεπτή φλούδα ξύλου που έσωζε γραπτή διακόσμηση (Κoukouli-Chrysanthaki κ.ά. 2007, σ. 56, εικ. 15-16).

Πέρα από τα θέματα της αρχικής μορφής και της εσωτερικής διαμόρφωσης του χώρου, το κύριο ενδιαφέρον αυτού του κυκλικού ορύγματος παραμένει η σαφής διαφοροποίησή του σε έκταση και βάθος από τις λοιπές υπόσκαφες κατασκευές του νεολιθικού οικισμού που οι ανασκαφές στο ελληνικό και στο βουλγαρικό έδαφος έχουν ως τώρα αποκαλύψει.

Για τον ιδιαίτερο ρόλο του μεγάλου υπόγειου χώρου συνηγορούν, εκτός από το μέγεθός του, ο μεγάλος αριθμός των ευρημάτων και οι μεγάλες ποσότητες των οστών ζώων που βρέθηκαν συσσωρευμένα στα στρώματα καταστροφής των επάλληλων δαπέδων του. Τα αγγεία αποτελούν το κυρίαρχο αντικείμενο. Κοινό χαρακτηριστικό τους είναι ότι στο μεγαλύτερο ποσοστό τους πρόκειται για αγγεία «επιτραπέζια» πολύ καλής ποιότητας χωρίς να λείπουν, ωστόσο, τα αποθηκευτικά ή και τα μικρογραφικά. Στα «επιτραπέζια» αγγεία περιλαμβάνονται ανοιχτές φιάλες συχνά υψίποδες, αγγεία που αναγνωρίζονται ως λυχνάρια από τα ίχνη καύσης στο εσωτερικό τους και «ασκοί», ζωόμορφου σχήματος αγγεία με προχοή (εικ. 7).

Εικ. 7. Στη διάρκεια των ανασκαφών αποκαλύφθηκε σειρά επάλληλων επιχρισμένων με πηλό δαπέδων με παχιά στρώματα καταστροφής, τα οποία περιείχαν μεγάλο αριθμό ευρημάτων.


Ο μεγάλος αριθμός αποθηκευτικών και επιτραπέζιων αγγείων σε συνδυασμό με την παρουσία αντίστοιχα μεγάλου αριθμού λίθινων τριπτήρων και μεγάλων ποσοτήτων οστών και κεράτων ζώων αποτελούν σοβαρές ενδείξεις για την προσφορά και κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων ζωικής και φυτικής τροφής με συμμετοχή μεγάλου αριθμού ατόμων σε κοινοτικά δρώμενα, τα οποία παραπέμπουν σε αντίστοιχα κατάλοιπα κοινοτικών δράσεων σε άλλους νεολιθικούς οικισμούς, όπως π.χ. στον νεολιθικό οικισμό στον Μακρύγιαλο Πιερίας (Pappa κ.ά. 2000).

Η συχνή παρουσία των λεγόμενων λύχνων, όπως και των ειδωλίων, ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζουν ορισμένα ιδιαίτερα συμβολικά αλλά πολύ πρόχειρης κατασκευής, σε συνδυασμό με την πολυπληθή παρουσία βουκράνων στα επάλληλα δάπεδα και οι μεγάλες διαστάσεις του χώρου ενισχύουν τον συμβολικό χαρακτήρα του υπόγειου χώρου και την αναγνώρισή του ως «κοινοτικού» κτιρίου (Stordeur κ.ά. 2000), ανάλογου με εκείνα που ξέρουμε από το Jerf el Ahram και το Mureybet (Aurenche 1980). Η μορφή του ταύρου, που είναι ιδιαίτερα δυναμική στους πρώιμους συμβολισμούς της Ανατολής, δεν λείπει φυσικά και από τον ευρωπαϊκό χώρο (Τρανταλίδου/Γκιώνη 2006, Trantalidou 2010). Βούκρανα σε φυσική κατάσταση, ή επιχρισμένα με πηλό όπως και βούκρανα ανάγλυφα ή ολόγλυφα, εμφανίζονται συχνά στους οικισμούς των νεολιθικών πολιτισμών Τisza και Vinca και δεν λείπουν ούτε και από το χώρο της Μακεδονίας, όπως έδειξαν ευρήματα από τον νεολιθικό οικισμό στο Ντικιλί Τας Φιλίππων (Treuil/Darcque 1998).

Εικ. 8. Υπαίθριος, αρχικά υπόσκαφος, χώρος-αποθέτης.


Η εμφάνιση επάλληλων αρχαιολογικών στρωμάτων με αντίστοιχο περιεχόμενο και η κάλυψή τους με αντίστοιχο στρώμα αμμουδερού χώματος μαρτυρεί περιοδικότητα, πρέπει να οφείλεται είτε σε επάλληλες καταστροφές ενός κτιρίου επί ή εντός του υπόσκαφου χώρου, είτε σε περιοδικές καλύψεις ενός υπαίθριου αρχικά υπόσκαφου χώρου-αποθέτη (εικ. 8). Αναμένονται τα αποτελέσματα της μικρομορφολογικής μελέτης δειγμάτων από τις επάλληλες επιχώσεις του μεγάλου υπόσκαφου χώρου.
Γύρω στο 5000 π.Χ. ο μεγάλος υπόσκαφος χώρος, όπως και τα λοιπά κτίρια του οικισμού με τους υπόσκαφους χώρους, καταστρέφονται από μεγάλη πυρκαγιά.

Οικιστική περίοδος 2

Η νέα οικιστική περίοδος περιλαμβάνει την κτιριακή φάση ΙΙΙ με δύο διαδοχικές κτιριακές φάσεις, ΙΙΙΑ και ΙΙΙΒ, στις οποίες εμφανίζονται ισόγεια χωρίς υπόσκαφους χώρους πασσαλόπηκτα κτίσματα με πήλινες εστίες και έδρανα στο εσωτερικό τους (εικ. 9).

Εικ. 9. Πασσαλόπηκτα κτίσματα με πήλινες εστίες και έδρανα στο εσωτερικό τους.

Εξαιρετικά ενδιαφέρον εύρημα αποτελούν τα αρχαιομεταλλουργικά κατάλοιπα, τα οποία βρέθηκαν σε αρχαιολογικά στρώματα αυτής της φάσης. Χρονολογούνται στο πρώτο μισό της 5ης χιλιετίας και αποτελούν τα αρχαιότερα δείγματα εξαγωγικής μεταλλουργίας χαλκού στο ευρωπαϊκό έδαφος (Koukouli/Bassiakos 2002).

Στην κτιριακή φάση ΙΙΙΑ ανήκει ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον κτίριο: Πρόκειται για το μεγάλο πασσαλόπηκτο κτίριο του βουλγαρικού ανασκαφικού τομέα, το οποίο προσδιορίστηκε και ως ιερό (Todorova/Vajsov 1993, 163f). Στο εσωτερικό του αποκαλύφθηκε μεγάλη ανοικτή εστία και βρέθηκαν τμήματα τριών μεγάλων πήλινων σχηματοποιημένων προτομών γυναικείας μορφής ύψους άνω του 1 μ. (εικ. 10). Οι προτομές ήταν πρόστυπες στην επιχρισμένη με πηλό εσωτερική επιφάνεια των τοίχων του κτιρίου και ανήκουν στα ελάχιστα σωζόμενα δείγματα νεολιθικής πλαστικής σε μεγάλο μέγεθος. Έξω και δίπλα από την είσοδο βρέθηκε μεγάλο τμήμα ανθρωπόμορφου αγγείου. Αντίστοιχη εικόνα με πρόστυπα ειδώλια, ανθρωπόμορφο αγγείο έξω από την είσοδο, αλλά και με βούκρανα, εμφανίζεται στο λεγόμενο ιερό της Parta στη Ρουμανία που χρονολογείται επίσης στο πρώτο τέταρτο της 5ης χιλιετίας (Lazarovici 1989).

Στην επόμενη κτιριακή φάση ΙΙΙΒ οι ανασκαφές του βουλγαρικού τομέα επισημαίνουν οικιστική αναδιοργάνωση με επέκταση και οχύρωση του οικισμού. Στο ανατολικό άκρο του λόφου η ανασκαφή αποκάλυψε ίχνη μεγάλων ξύλινων πάσσαλων που στήριζαν τον περίβολο. Στο εσωτερικό του περιβόλου τα κτίρια της φάσης ΙΙΙΒ είναι ορθογώνια με τις στενές πλευρές τους προσανατολισμένες βορειοδυτικά-νοτιοανατολικά. Το κτίριο με τις προτομές εξακολουθεί να υπάρχει ως το τέλος της φάσης αυτής, το οποίο προήλθε από πυρκαγιά.


Εικ. 10. Σχηματοποιημένη προτομή γυναικείας μορφής.

Οικιστική περίοδος 3


Μετά από περίοδο εγκατάλειψης ακολούθησε η οικιστική περίοδος 3. Από την τελευταία φάση κατοίκησης (κτιριακή φάση ΙV) εντοπίσθηκαν μόνο λάκκοι στα ισοπεδωμένα στρώματα της προγενέστερης φάσης IIIΒ. Ο χώρος χρησιμοποιήθηκε για σύντομο χρονικό διάστημα και εγκαταλείφθηκε οριστικά περί το 4250 π.Χ.
Οι παχιές επιχώσεις (εικ. 8), τόσο του υπόσκαφου χώρο όσο και των λοιπών κτισμάτων, έδωσαν πλούσια ευρήματα, στα οποία περιλαμβάνονται και πολύ ενδιαφέροντα αρχαιοβοτανολογικά (Valamoti 2007) και αρχαιοζωολογικά κατάλοιπα (Иaneв/Cпacoв 2007, Τρανταλίδου/ Θεοδωρογιάννη 2010) (σημ. 3).


Εικ. 11. Στην αρχαιότερη κτιριακή φάση Ι η χαρακτηριστική κατηγορία διακοσμημένης κεραμικής είναι τα διακοσμημένα με Bitumen αγγεία.

Βασικός πολιτιστικός και χρονολογικός δείκτης είναι η κεραμική (Vajsov 2007), η οποία στο μεγαλύτερο ποσοστό της φαίνεται ότι έχει παραχθεί επί τόπου (Γιούνη κ.ά. 1994). Στην αρχαιότερη κτιριακή φάση Ι η χαρακτηριστική κατηγορία διακοσμημένης κεραμικής είναι τα διακοσμημένα με Bitumen αγγεία (εικ. 11). Κατά την επόμενη κτιριακή φάση ΙΙ μαζί με την κεραμική με την Bitumen διακόσμηση εμφανίζεται και η γραπτή κεραμική τύπου Ακροπόταμος Α (εικ. 12). Στην ίδια κτιριακή φάση ΙΙ εμφανίζονται κατηγορίες διακοσμημένης κεραμικής γνωστές από τη βαλκανική ενδοχώρα, όπως η γνωστή ως black topped κεραμική, η μελανόχρωμη στιλβωμένη κεραμική με ρυτιδωτή (rippled) διακόσμηση, καθώς και τα χαρακτηριστικά αγγεία με την εγχάρακτη και γραπτή διακόσμηση, τα λεγόμενα λυχνάρια.

Εικ. 12. Στην κτιριακή φάση ΙΙ εμφανίζεται και η γραπτή κεραμική τύπου Ακροπόταμος Α.

Βαθμιαία οι επαφές του οικισμού με τον πολιτισμό Vinča στενεύουν, ενώ κυριαρχούν οι σχέσεις με το Νότο, απ’ όπου έρχεται και η κεραμική με τον καφέ γραπτό διάκοσμο τύπου Ακροποτάμου, καθώς και οι άλλες κατηγορίες γραπτής κεραμικής της οικιστικής περιόδου 2.

Με την αρχή της οικιστικής περιόδου 2 (κτιριακή φάση ΙΙΙΑ) αυξάνεται μεν αισθητά η ποσότητα της black topped κεραμικής, αλλά ταυτόχρονα εμφανίζονται νέα είδη διακοσμημένης κεραμικής, γνωστά από την Ανατολική Μακεδονία, όπως η πρώιμου τύπου γραπτή διακόσμηση μαύρου επί ερυθρού (black on red), διαδεδομένη ιδιαίτερα όχι μόνο στην Ανατολική Μακεδονία, αλλά και στην κοιλάδα του Μέσου και Άνω Στρυμόνα, καθώς και η δίχρωμη διακόσμηση που εμφανίζει δυναμική διάδοση στην κοιλάδα του Κάτω Στρυμόνα (Vajsov 2007). Χαρακτηριστική είναι και μια κατηγορία γραπτής κεραμικής με πλατιές ερυθρές ταινίες (Vajsov 2007, σ. 86, εικ. 3).

Στην κτιριακή φάση ΙΙΙΑ πρωτοεμφανίζονται και αγγεία διακοσμημένα με γραφίτη. Η ανεύρεσή τους ρίχνει νέο φως στο ζήτημα της προέλευσης της κεραμικής αυτής της κατηγορίας, αφού τεκμηριώνει τη χρήση του γραφίτη στην κοιλάδα του Στρυμόνα ήδη από την ύστερη φάση της Νεότερης Νεολιθικής Ι (Vajsov 2007, σ. 97-98)
Εικ. 13. Στην οικιστική περίοδο 3 βρέθηκε σημαντικός αριθμός και ποικιλία ειδωλίων, με κυρίαρχη τη γυναικεία μορφή.

Στην οικιστική περίοδο 3 του οικισμού «Προμαχών-Topolnica» χαρακτηριστικά δείγματα εγχάρακτης και γραπτής κεραμικής παραπέμπουν στη φάση ΙΙ του Ντικιλί Τας και τη φάση ΙΙΙ των Σιταγρών της Ανατολικής Μακεδονίας και παράλληλα στη φάση Slatinο-Marica I, και Gradesnica του άνω ρου του Στρυμόνα και της Δυτικής Βουλγαρίας.

Τα εργαλεία (Κουρτέση-Φιλιππάκη 1999) (σημ. 4) και τα κοσμήματα (Παλαιολόγου 2007) εντάσσονται τεχνολογικά και μορφολογικά στην πολιτιστική κοινή της Νεότερης Νεολιθικής της Ανατολικής Μακεδονίας. Ενδιαφέρουσα είναι η χρήση του spondylus και του μαρμάρου στα κοσμήματα. Από λευκό λεπτόκοκκο μάρμαρο κατασκευάζονται και περίαπτα, αλλά και μικρογραφικές φιάλες που σώζουν ερυθρό χρώμα στο εσωτερικό τους.

Σημαντικός είναι επίσης ο αριθμός και η ποικιλία των ειδωλίων. Κυρίαρχη είναι η γυναικεία μορφή (εικ. 13), αλλά δεν λείπουν και τα παραδείγματα ανδρικών ειδωλίων. Η ανεύρεση ενός λίθινου φαλόμορφου γλυπτού, σε μνημειακό για την εποχή μέγεθος μαρτυρεί την κατανεμημένη στα δύο φύλα δυναμική των συμβολισμών των δυνάμεων της αναπαραγωγής. Στα ειδώλια, όπως και στα άλλα ευρήματα, αποτυπώνονται χαρακτηριστικά της πολιτιστικής επικοινωνίας του νεολιθικού οικισμού «Προμαχών-Topolnica» με τον βαλκανικό και τον βορειοαιγαιακό κόσμο.





Π -archaiologia.gr

X. Κουκούλη-Χρυσανθάκη, Επίτιμη Έφορος Αρχαιοτήτων Καβάλας

Η. Τοdorova, National Institute of Archaeology & Museum of the Bulgarian Academy of Sciences

Ι. Ασλάνης, Διευθυντής Ερευνών, ΕΙΕ

Ι. Vajsov, National Institute of Archaeology & Museum of the Bulgarian Academy of Sciences

Μ. Βάλλα, Αρχαιολόγος, ΙΣΤ΄ ΕΠΚΑ