ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ Ἱστορίαι (1.66.1-1.69.6)


[1.66.1] Τοῖς δ᾽ Ἀθηναίοις καὶ Πελοποννησίοις αἰτίαι μὲν αὗται προυγεγένηντο ἐς ἀλλήλους, τοῖς μὲν Κορινθίοις ὅτι τὴν Ποτείδαιαν ἑαυτῶν οὖσαν ἀποικίαν καὶ ἄνδρας Κορινθίων τε καὶ Πελοποννησίων ἐν αὐτῇ ὄντας ἐπολιόρκουν, τοῖς δὲ Ἀθηναίοις ἐς τοὺς Πελοποννησίους ὅτι ἑαυτῶν τε πόλιν ξυμμαχίδα καὶ φόρου ὑποτελῆ ἀπέστησαν, καὶ ἐλθόντες σφίσιν ἀπὸ τοῦ προφανοῦς ἐμάχοντο μετὰ Ποτειδεατῶν. οὐ μέντοι ὅ γε πόλεμός πω ξυνερρώγει, ἀλλ᾽ ἔτι ἀνοκωχὴ ἦν· ἰδίᾳ γὰρ ταῦτα οἱ Κορίνθιοι ἔπραξαν. [1.67.1] πολιορκουμένης δὲ τῆς Ποτειδαίας οὐχ ἡσύχαζον, ἀνδρῶν τε σφίσιν ἐνόντων καὶ ἅμα περὶ τῷ χωρίῳ δεδιότες· παρεκάλουν τε εὐθὺς ἐς τὴν Λακεδαίμονα τοὺς ξυμμάχους καὶ κατεβόων ἐλθόντες τῶν Ἀθηναίων ὅτι σπονδάς τε λελυκότες εἶεν καὶ ἀδικοῖεν τὴν Πελοπόννησον. [1.67.2] Αἰγινῆταί τε φανερῶς μὲν οὐ πρεσβευόμενοι, δεδιότες τοὺς Ἀθηναίους, κρύφα δὲ οὐχ ἥκιστα μετ᾽ αὐτῶν ἐνῆγον τὸν πόλεμον, λέγοντες οὐκ εἶναι αὐτόνομοι κατὰ τὰς σπονδάς. [1.67.3] οἱ δὲ Λακεδαιμόνιοι προσπαρακαλέσαντες τῶν ξυμμάχων τε καὶ εἴ τίς τι ἄλλο ἔφη ἠδικῆσθαι ὑπὸ Ἀθηναίων, ξύλλογον σφῶν αὐτῶν ποιήσαντες τὸν εἰωθότα λέγειν ἐκέλευον. [1.67.4] καὶ ἄλλοι τε παριόντες ἐγκλήματα ἐποιοῦντο ὡς ἕκαστοι καὶ Μεγαρῆς, δηλοῦντες μὲν καὶ ἕτερα οὐκ ὀλίγα διάφορα, μάλιστα δὲ λιμένων τε εἴργεσθαι τῶν ἐν τῇ Ἀθηναίων ἀρχῇ καὶ τῆς Ἀττικῆς ἀγορᾶς παρὰ τὰς σπονδάς. [1.67.5] παρελθόντες δὲ τελευταῖοι Κορίνθιοι καὶ τοὺς ἄλλους ἐάσαντες πρῶτον παροξῦναι τοὺς Λακεδαιμονίους ἐπεῖπον τοιάδε.
[1.68.1] «Τὸ πιστὸν ὑμᾶς, ὦ Λακεδαιμόνιοι, τῆς καθ᾽ ὑμᾶς αὐτοὺς πολιτείας καὶ ὁμιλίας ἀπιστοτέρους ἐς τοὺς ἄλλους ἤν τι λέγωμεν καθίστησιν· καὶ ἀπ᾽ αὐτοῦ σωφροσύνην μὲν ἔχετε, ἀμαθίᾳ δὲ πλέονι πρὸς τὰ ἔξω πράγματα χρῆσθε. [1.68.2] πολλάκις γὰρ προαγορευόντων ἡμῶν ἃ ἐμέλλομεν ὑπὸ Ἀθηναίων βλάπτεσθαι, οὐ περὶ ὧν ἐδιδάσκομεν ἑκάστοτε τὴν μάθησιν ἐποιεῖσθε, ἀλλὰ τῶν λεγόντων μᾶλλον ὑπενοεῖτε ὡς ἕνεκα τῶν αὑτοῖς ἰδίᾳ διαφόρων λέγουσιν· καὶ δι᾽ αὐτὸ οὐ πρὶν πάσχειν, ἀλλ᾽ ἐπειδὴ ἐν τῷ ἔργῳ ἐσμέν, τοὺς ξυμμάχους τούσδε παρεκαλέσατε, ἐν οἷς προσήκει ἡμᾶς οὐχ ἥκιστα εἰπεῖν, ὅσῳ καὶ μέγιστα ἐγκλήματα ἔχομεν ὑπὸ μὲν Ἀθηναίων ὑβριζόμενοι, ὑπὸ δὲ ὑμῶν ἀμελούμενοι.
[1.68.3] «Καὶ εἰ μὲν ἀφανεῖς που ὄντες ἠδίκουν τὴν Ἑλλάδα, διδασκαλίας ἂν ὡς οὐκ εἰδόσι προσέδει· νῦν δὲ τί δεῖ μακρηγορεῖν, ὧν τοὺς μὲν δεδουλωμένους ὁρᾶτε, τοῖς δὲ ἐπιβουλεύοντας αὐτούς, καὶ οὐχ ἥκιστα τοῖς ἡμετέροις ξυμμάχοις, καὶ ἐκ πολλοῦ προπαρεσκευασμένους, εἴ ποτε ἄρα πολεμήσονται; [1.68.4] οὐ γὰρ ἂν Κέρκυράν τε ὑπολαβόντες βίᾳ ἡμῶν εἶχον καὶ Ποτείδαιαν ἐπολιόρκουν, ὧν τὸ μὲν ἐπικαιρότατον χωρίον πρὸς τὰ ἐπὶ Θρᾴκης ἀποχρῆσθαι, ἡ δὲ ναυτικὸν ἂν μέγιστον παρέσχε Πελοποννησίοις. [1.69.1] καὶ τῶνδε ὑμεῖς αἴτιοι, τό τε πρῶτον ἐάσαντες αὐτοὺς τὴν πόλιν μετὰ τὰ Μηδικὰ κρατῦναι καὶ ὕστερον τὰ μακρὰ στῆσαι τείχη, ἐς τόδε τε αἰεὶ ἀποστεροῦντες οὐ μόνον τοὺς ὑπ᾽ ἐκείνων δεδουλωμένους ἐλευθερίας, ἀλλὰ καὶ τοὺς ὑμετέρους ἤδη ξυμμάχους· οὐ γὰρ ὁ δουλωσάμενος, ἀλλ᾽ ὁ δυνάμενος μὲν παῦσαι περιορῶν δὲ ἀληθέστερον αὐτὸ δρᾷ, εἴπερ καὶ τὴν ἀξίωσιν τῆς ἀρετῆς ὡς ἐλευθερῶν τὴν Ἑλλάδα φέρεται. [1.69.2] μόλις δὲ νῦν γε ξυνήλθομεν καὶ οὐδὲ νῦν ἐπὶ φανεροῖς. χρῆν γὰρ οὐκ εἰ ἀδικούμεθα ἔτι σκοπεῖν, ἀλλὰ καθ᾽ ὅτι ἀμυνούμεθα· οἱ γὰρ δρῶντες βεβουλευμένοι πρὸς οὐ διεγνωκότας ἤδη καὶ οὐ μέλλοντες ἐπέρχονται. [1.69.3] καὶ ἐπιστάμεθα οἵᾳ ὁδῷ οἱ Ἀθηναῖοι καὶ ὅτι κατ᾽ ὀλίγον χωροῦσιν ἐπὶ τοὺς πέλας. καὶ λανθάνειν μὲν οἰόμενοι διὰ τὸ ἀναίσθητον ὑμῶν ἧσσον θαρσοῦσι, γνόντες δὲ εἰδότας περιορᾶν ἰσχυρῶς ἐγκείσονται. [1.69.4] ἡσυχάζετε γάρ, μόνοι Ἑλλήνων, ὦ Λακεδαιμόνιοι, οὐ τῇ δυνάμει τινά, ἀλλὰ τῇ μελλήσει ἀμυνόμενοι, καὶ μόνοι οὐκ ἀρχομένην τὴν αὔξησιν τῶν ἐχθρῶν διπλασιουμένην δὲ καταλύοντες. [1.69.5] καίτοι ἐλέγεσθε ἀσφαλεῖς εἶναι, ὧν ἄρα ὁ λόγος τοῦ ἔργου ἐκράτει. τόν τε γὰρ Μῆδον αὐτοὶ ἴσμεν ἐκ περάτων γῆς πρότερον ἐπὶ τὴν Πελοπόννησον ἐλθόντα ἢ τὰ παρ᾽ ὑμῶν ἀξίως προαπαντῆσαι, καὶ νῦν τοὺς Ἀθηναίους οὐχ ἑκάς, ὥσπερ ἐκεῖνον, ἀλλ᾽ ἐγγὺς ὄντας περιορᾶτε, καὶ ἀντὶ τοῦ ἐπελθεῖν αὐτοὶ ἀμύνεσθαι βούλεσθε μᾶλλον ἐπιόντας, καὶ ἐς τύχας πρὸς πολλῷ δυνατωτέρους ἀγωνιζόμενοι καταστῆναι, ἐπιστάμενοι καὶ τὸν βάρβαρον αὐτὸν περὶ αὑτῷ τὰ πλείω σφαλέντα, καὶ πρὸς αὐτοὺς τοὺς Ἀθηναίους πολλὰ ἡμᾶς ἤδη τοῖς ἁμαρτήμασιν αὐτῶν μᾶλλον ἢ τῇ ἀφ᾽ ὑμῶν τιμωρίᾳ περιγεγενημένους, ἐπεὶ αἵ γε ὑμέτεραι ἐλπίδες ἤδη τινάς που καὶ ἀπαρασκεύους διὰ τὸ πιστεῦσαι ἔφθειραν. [1.69.6] καὶ μηδεὶς ὑμῶν ἐπ᾽ ἔχθρᾳ τὸ πλέον ἢ αἰτίᾳ νομίσῃ τάδε λέγεσθαι· αἰτία μὲν γὰρ φίλων ἀνδρῶν ἐστὶν ἁμαρτανόντων, κατηγορία δὲ ἐχθρῶν ἀδικησάντων.

[1.66.1] Έτσι ήρθαν να προστεθούν και οι διαφορές αυτές στις άλλες που υπήρχαν μεταξύ Αθηναίων και Πελοποννησίων. Οι Κορίνθιοι κατηγορούσαν τους Αθηναίους ότι πολιορκούσαν την Ποτίδαια, αποικία δική τους, όπου βρίσκονταν Κορίνθιοι και Πελοποννήσιοι. Οι Αθηναίοι κατηγορούσαν τους Πελοποννησίους ότι είχαν παρακινήσει σ᾽ επανάσταση πολιτεία που ήταν σύμμαχός τους και τους πλήρωνε φόρο και ότι είχαν έρθει και είχαν πολεμήσει φανερά με το μέρος της Ποτίδαιας. Ο πόλεμος όμως δεν είχε ακόμα αρχίσει πραγματικά, αλλά εξακολουθούσε η συνθήκη ειρήνης, και τούτο επειδή οι Κορίνθιοι είχαν ενεργήσει μόνοι τους.
[1.67.1] Αλλά με την Ποτίδαια πολιορκημένη οι Κορίνθιοι δεν αδράνησαν, τόσο επειδή είχαν δικό τους στρατό εκεί όσο και επειδή φοβόνταν για την τύχη της πολιτείας. Προσκάλεσαν αμέσως τους συμμάχους τους στην Σπάρτη όπου πήγαν και κατηγόρησαν τους Αθηναίους ότι καταπάτησαν τις σπονδές και ότι αδικούν την Πελοπόννησο. [1.67.2] Οι Αιγινήτες δεν είχαν στείλει επίσημη πρεσβεία επειδή φοβόνταν τους Αθηναίους, αλλά έστειλαν μυστικά απεσταλμένους που δεν υστερούσαν στο να παρακινούν σε πόλεμο, λέγοντας ότι δεν ήσαν ελεύθεροι όπως το προβλέπαν οι σπονδές. [1.67.3] Τότε οι Λακεδαιμόνιοι προσκάλεσαν και όσους από τους συμμάχους τους ισχυρίζονταν ότι βλάπτονται από τους Αθηναίους, συγκάλεσαν την συνέλευση του λαού και είπαν στους συμμάχους τους να εκθέσουν τα παράπονά τους. [1.67.4] Παρουσιάστηκαν πολλοί διατυπώνοντας ο καθένας κατηγορίες, αλλά ιδιαίτερα οι Μεγαρίτες οι οποίοι, με άλλες σοβαρές κατηγορίες, είπαν ότι, παρά τις συνθήκες, οι Αθηναίοι τους είχαν αποκλείσει από όλα τα λιμάνια της ηγεμονίας τους και από την αγορά της Αττικής. [1.67.5] Τελευταίοι μίλησαν οι Κορίνθιοι, οι οποίοι, αφού άφησαν πρώτα τους άλλους να ερεθίσουν τους Λακεδαιμόνιους, πρόσθεσαν περίπου τα εξής:
[1.68.1] «Η καλή πίστη που διέπει την πολιτική σας ζωή, Λακεδαιμόνιοι, και τις συναλλαγές σας, σας κάνει να είστε δύσπιστοι απέναντί μας όταν διατυπώνομε κατηγορίες εναντίον άλλων. Τούτο σας έχει κάνει συνετούς, αλλά και σας οδηγεί στο ν᾽ αγνοείτε τα περισσότερα από όσα συμβαίνουν στον έξω κόσμο. [1.68.2] Πολλές φορές σας προειδοποιήσαμε για τα όσα θα παθαίναμε από τους Αθηναίους, κι εσείς, αντί κάθε φορά να φροντίζετε να εξακριβώνετε τα όσα σας καταγγέλλονταν, στρέφατε τις υποψίες σας περισσότερο εναντίον εκείνων που σας τα έλεγαν, νομίζοντας ότι μιλούσαν για τα δικά τους αποκλειστικά συμφέροντα. Και γι᾽ αυτό τον λόγο δεν κινηθήκατε προτού αρχίσουν τα παθήματά μας, και μόνο όταν άρχισαν συγκαλέσατε τους συμμάχους σας από τους οποίους εμείς έχομε περισσότερο απ᾽ όλους το δικαίωμα να μιλήσομε, γιατί έχομε τα μεγαλύτερα παράπονα, αφού υποφέρομε από την εχθρότητα των Αθηναίων κι από τη δική σας αδιαφορία. [1.68.3] Και, αν μεν παραβίαζαν την νόμιμη τάξη στην Ελλάδα χωρίς να φαίνονται, τότε βέβαια θα έπρεπε να σας το αποδείξομε, αφού δεν θα το ξέρατε. Αλλά τώρα ποιά η ανάγκη να μακρηγορήσομε, αφού βλέπετε ότι πολλοί Έλληνες έχουν υποδουλωθεί, ότι άλλοι, και μάλιστα πολλοί από τους συμμάχους σας, κινδυνεύουν απ᾽ τις επιβουλές τους και ότι οι Αθηναίοι έχουν από καιρό προετοιμαστεί για έναν ενδεχόμενο πόλεμο; [1.68.4] Αλλιώς δεν θα είχαν καταλάβει με την βία και δεν θα είχαν κρατήσει την Κέρκυρα παρά την αντίστασή μας ούτε θα πολιορκούσαν την Ποτίδαια. Η πολιτεία αυτή είχε εξαιρετική στρατηγική σημασία για την Χαλκιδική, ενώ η Κέρκυρα θα μπορούσε να προσφέρει μεγάλη ναυτική ενίσχυση στην Πελοπόννησο.
[1.69.1] Για όλα αυτά το σφάλμα είναι δικό σας. Πρώτ᾽ απ᾽ όλα τους αφήσατε, μετά τα μηδικά, να ενισχύσουν την πολιτεία τους και ύστερα να χτίσουν τα Μακρά Τείχη και στερήσατε απ᾽ την ελευθερία τους όχι μόνο όλους τους υπηκόους τους οποίους έχουν αυτοί υποδουλώσει, αλλά τώρα και τους δικούς σας συμμάχους. Ο πραγματικός υπεύθυνος δεν είναι εκείνος που υποδουλώνει, αλλά εκείνος που, ενώ μπορεί να εμποδίσει την υποδούλωση, αδιαφορεί παρόλο ότι θέλει να έχει την φήμη ότι είναι ο απελευθερωτής της Ελλάδος. [1.69.2] Μόλις τώρα κατορθώσαμε να συγκεντρωθούμε σε συνέλευση και πάλι χωρίς συγκεκριμένο σκοπό. Δεν θα έπρεπε πια εξετάζομε αν μας αδικούν, αλλά να σκεπτόμαστε πώς θα αμυνθούμε, γιατί εκείνοι έχουν πάρει κιόλας την απόφασή τους και δρουν τώρα εναντίον μας, ενώ εμείς είμαστε αναποφάσιστοι. [1.69.3] Ξέρομε καλά την μέθοδο των Αθηναίων, τον τρόπο με τον οποίο απλώνουν σιγά-σιγά την κυριαρχία τους επάνω στους γείτονές τους. Όσο νομίζουν ότι οι ενέργειες τους σας διαφεύγουν επειδή δεν παρακολουθείτε τί γίνεται, είναι λιγότερο τολμηροί, αν όμως καταλάβουν ότι τις ξέρετε και αδιαφορείτε, τότε θα αποθρασυνθούν. [1.69.4] Απ᾽ όλους τους άλλους Έλληνες μόνο εσείς, Λακεδαιμόνιοι, αδρανείτε και δεν προβάλλετε εναντίον των επιθέσεων την δύναμή σας, αλλά τις αναβολές σας, μόνο εσείς ενεργείτε εναντίον ενός εχθρού, όχι όταν είναι στην αρχή της ανάπτυξης του, αλλά όταν έχει διπλασιάσει την δύναμή του. [1.69.5] Είχατε την φήμη ανθρώπων στους οποίους μπορεί κανείς να έχει εμπιστοσύνη, αλλά η φήμη αυτή είναι ανώτερη απ᾽ την πραγματικότητα. Όπως ξέρομε καλά, οι Μήδοι ξεκίνησαν από τα πέρατα της γης κι έφτασαν έως την Πελοπόννησο, προτού αποφασίσετε να τους αντιμετωπίσετε κατά τρόπο αντάξιο προς την δύναμή σας, και τώρα αδιαφορείτε για τα όσα επιχειρούν οι Αθηναίοι που δεν είναι μακριά, όπως οι Μήδοι, αλλά είναι γείτονές μας. Αντί να επιτεθείτε σεις, προτιμάτε να βρεθείτε στην ανάγκη ν᾽ αποκρούσετε τις επιθέσεις τους και να κινδυνέψετε ν᾽ αναμετρηθείτε μ᾽ έναν εχθρό που θα έχει αυξήσει πολύ την δύναμή του, και τούτο ενώ ξέρετε ότι και ο βάρβαρος νικήθηκε περισσότερο απ᾽ τα δικά του σφάλματα και οι επιτυχίες μας εναντίον των Αθηναίων χρωστιούνται περισσότερο στα δικά τους λάθη παρά στην δική σας βοήθεια. Οι ελπίδες που πολλοί στήριξαν επάνω σας τους οδήγησαν στην καταστροφή, γιατί βρέθηκαν απροετοίμαστοι εξαιτίας της εμπιστοσύνης που σας είχαν. [1.69.6] Αλλά κανείς σας ας μην νομίσει ότι τα λόγια μας αυτά εκδηλώνουν έχθρα. Είναι παράπονα. Τα παράπονα απευθύνονται σε φίλο που σφάλλει, οι κατηγορίες σε εχθρό που αδικεί.
[1.68.4] Ας μην έρθει κανείς να μας πει ότι πρέπει να χάνομε καιρό σε συσκέψεις την στιγμή που μας αδικούν. Μάλλον εκείνοι που έχουν σκοπό ν᾽ αδικήσουν πρέπει να σκέπτονται πολύ προτού ενεργήσουν. Ψηφίστε λοιπόν, Λακεδαιμόνιοι, κατά τρόπο αντάξιο της Σπάρτης.